Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
(14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2014)

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
   ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ IΒ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(Ἡ κατάθεσις τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου)
(31 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2014)
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ)
Ἀδελφοί, εἶχεν ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε ῞Αγιον κοσμικόν. Σκηνὴ γὰρ κατεσκευάσθη ἡ πρώτῃ ἐν ᾗ ἥ τε λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ πρόθεσις τῶν ἄρτων, ἥτις λέγεται ῞Αγια. Μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα σκηνὴ ἡ λεγομένη ῞Αγια ῾Αγίων, χρυσοῦν ἔχουσα θυμιατήριον καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ, ἐν ᾗ στάμνος χρυσῆ ἔχουσα τὸ μάννα καὶ ἡ ῥάβδος ᾿Ααρὼν ἡ βλαστήσασα καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης, ὑπεράνω δὲ αὐτῆς Χερουβὶμ δόξης κατασκιάζοντα τὸ ἱλαστήριον· περὶ ὧν οὐκ ἔστι νῦν λέγειν κατὰ μέρος. Τούτων δὲ οὕτω κατεσκευασμένων εἰς μὲν τὴν πρώτην σκηνὴν διὰ παντὸς εἰσίασιν οἱ ἱερεῖς τὰς λατρείας ἐπιτελοῦντες, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ μόνος ὁ ἀρχιερεύς, οὐ χωρὶς αἵματος, ὃ προσφέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων.
                                                  (Ἑβρ. θ΄[9] 1 – 7)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
     Ἀδελφοί, εἶχε καὶ ἡ πρώτη Διαθήκη νόμους καὶ λατρευτικὲς διατάξεις, καθὼς κι ἕνα ἐπίγειο θυσιαστήριο. Κατασκευάστηκε δηλαδὴ τὸ πρῶτο διαμέρισμα τῆς σκηνῆς, μέσα στὸ ὁποῖο ὑπῆρχε ἡ λυχνία καὶ ἡ τράπεζα τῆς προθέσεως καὶ οἱ ἄρτοι ποὺ τοποθετοῦνταν πάνω σ' αὐτὴν ὡς προσφορὰ στὸ Θεό. Καὶ τὸ πρῶτο αὐτὸ διαμέρισμα τῆς σκηνῆς λεγόταν Ἅγια. Ἔπειτα, πίσω ἀπό τὸ δεύτερο καταπέτασμα ἦταν τὸ μέρος τῆς σκηνῆς πού λεγόταν Ἅγια Ἁγίων. Στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ὑπῆρχε ἕνα χρυσὸ θυμιατήριο καὶ ἡ Κιβωτὸς τῆς Διαθήκης, πού ἦταν γύρω – γύρω καλυμμένη μὲ χρυσάφι ἀπ' ὅλες τὶς πλευρές της. Μέσα στὴν κιβωτὸ αὐτὴ ὑπῆρχε μιὰ χρυσὴ στάμνα ποὺ περιεῖχε ἀπό τὸ περίφημο μάννα, καθὼς ἐπίσης καὶ ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρών ποὺ εἶχε βλαστήσει θαυματουργικά, καὶ οἱ θεοχάρακτες πλάκες τῆς Διαθήκης. Πάνω ἀπό τὴν κιβωτὸ ὑπῆρχαν δύο χρυσὰ Χερουβὶμ ἔνδοξα, ποὺ ἀνάμεσά τους ἐμφανιζόταν καὶ μιλοῦσε ὁ Θεός. Αὐτὰ σκέπαζαν μὲ τὰ φτερά τους καὶ σκίαζαν τὸ χρυσὸ κάλυμμα τῆς κιβωτοῦ, πού ὀνομαζόταν ἱλαστήριο. Ἀλλὰ γιὰ ὄλα αὐτὰ δὲν εἶναι τώρα καιρὸς νὰ μιλήσουμε μὲ λεπτομέρειες. Ἔτσι λοιπὸν εἶχαν αὐτὰ σχεδιασθεῖ καὶ μ' αὐτὸν τὸν τρόπο εἶχε κατασκευασθεῖ ἡ σκηνή, ὥστε στὸ πρῶτο διαμέρισμά της, δηλαδή στὰ Ἅγια, νὰ μπαίνουν πάντοτε οἱ ἱερεῖς καὶ νὰ τελοῦν τὶς ἱεροτελεστίες. Στὸ δεύτερο ὅμως διαμέρισμα τῆς σκηνῆς, δηλαδή στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἔμπαινε μία φορά τὸ χρόνο, τὴν ἡμέρα τοῦ ἐξιλασμού, μόνον ὁ ἀρχιερέας. Κι αὐτὸς δὲν ἔμπαινε χωρὶς αἷμα, ἀλλά ἔφερνε μαζί του τὸ αἷμα τῶν ζώων, τὸ ὁποῖο πρόσφερε ὡς ἐξιλαστήρια θυσία γιά τὸν ἑαυτό του καὶ γιὰ τὶς ἁμαρτίες ποὺ ἀπό ἄγνοια εἶχε διαπράξει ὁ λαός.
ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, νε­α­νί­σκος τις προ­σῆλ­θε τῷ ᾿Ι­η­σοῦ, γο­νυ­πε­τῶν αὐ­τῷ, καὶ λέ­γων· Δι­δά­σκα­λε ἀ­γα­θέ, τί ἀ­γα­θὸν ποι­ή­σω ἵ­να ἔ­χω ζω­ὴν αἰ­ώ­νιον; Ὁ δὲ εἶ­πεν αὐ­τῷ· Τί με λέ­γεις ἀ­γα­θόν; οὐ­δεὶς ἀ­γα­θὸς, εἰ μὴ εἷς ὁ Θε­ός. Εἰ δὲ θέ­λεις εἰ­σελ­θεῖν εἰς τὴν ζω­ήν, τή­ρη­σον τὰς ἐν­το­λάς. Λέγει αὐ­τῷ· Πο­ί­ας; Ὁ δὲ ᾿Ι­η­σοῦς εἶ­πε· Τὸ· Οὐ φο­νε­ύ­σεις· Οὐ μοι­χε­ύ­σεις· Οὐ κλέ­ψεις· Οὐ ψευ­δο­μαρ­τυ­ρή­σεις· Τίμα τὸν πα­τέ­ρα σου καὶ τὴν μη­τέ­ρα· καὶ· Ἀ­γα­πή­σεις τὸν πλη­σί­ον σου ὡς σε­αυ­τόν. Λέγει αὐ­τῷ ὁ νε­α­νί­σκος· Πάντα ταῦ­τα ἐ­φυ­λα­ξά­μην ἐκ νε­ό­τη­τός μου· τί ἔ­τι ὑ­στε­ρῶ;  Ἔ­φη αὐ­τῷ ὁ ᾿Ι­η­σοῦς· Εἰ θέ­λεις τέ­λει­ος εἶ­ναι, ὕ­πα­γε, πώ­λη­σόν σου τὰ ὑ­πάρ­χον­τα, καὶ δὸς πτω­χοῖς· καὶ ἕ­ξεις θη­σαυ­ρὸν ἐν οὐ­ρα­νῷ· καὶ δεῦ­ρο, ἀ­κο­λο­ύ­θει μοι. Ἀ­κο­ύ­σας δὲ ὁ νε­α­νί­σκος τὸν λό­γον, ἀ­πῆλ­θε λυ­πο­ύ­με­νος· ἦν γὰρ ἔ­χων κτή­μα­τα πολ­λά. ῾Ο δὲ ῾Ι­η­σοῦς εἶ­πε τοῖς Μα­θη­ταῖς αὐ­τοῦ· Ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν, ὅ­τι πλο­ύ­σιος δυ­σκό­λως εἰ­σε­λε­ύ­σε­ται εἰς τὴν βα­σι­λε­ί­αν τῶν οὐ­ρα­νῶν. Πάλιν δὲ λέ­γω ὑ­μῖν, εὐ­κο­πώ­τε­ρόν ἐ­στι κά­μη­λον διὰ τρυ­πή­μα­τος ῥα­φί­δος δι­ελ­θεῖν ἢ πλο­ύ­σιον εἰς τὴν βα­σι­λε­ί­αν τοῦ Θε­οῦ εἰ­σελ­θεῖν. Ἀ­κού­σαν­τες δὲ οἱ Μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ, ἐ­ξε­πλήσ­σον­το σφό­δρα, λέ­γον­τες· Τίς ἄ­ρα δύ­να­ται σω­θῆ­ναι; Ἐμ­βλέ­ψας δὲ ὁ ᾿Ι­η­σοῦς εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Πα­ρὰ ἀν­θρώ­ποις τοῦ­το ἀ­δύ­να­τόν ἐ­στι, πα­ρὰ δὲ Θε­ῷ πάν­τα δυ­να­τά ἐ­στι.                                  
  (Ματθ. ιθ΄[19] 16 – 26)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
     Ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ ἓ­νας νε­α­ρὸς πλη­σί­α­σε τὸν Κύ­ριον καὶ τοῦ εἶ­πε: Δι­δά­σκα­λε ἀ­γα­θέ, τί ἀ­γα­θὸ καὶ τί κα­λὸ νὰ κά­νω γιὰ νὰ ἀ­πο­κτή­σω τὴν αἰ­ώ­νια ζω­ή; Κι ὁ Κύ­ριος τοῦ εἶ­πε: Ἀ­φοῦ ἀ­πευ­θύ­νε­σαι σὲ μέ­να θε­ω­ρών­τας ὅ­τι εἶ­μαι ἕ­νας ἁ­πλὸς ἄν­θρω­πος, για­τί μὲ ὀ­νο­μά­ζεις ἀ­γα­θό; Κα­νεὶς δὲν εἶ­ναι ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τὸ του πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­γα­θὸς πα­ρὰ μό­νο ἕ­νας, ὁ Θε­ός. Ἐ­ὰν ὅ­μως θέ­λεις νὰ μπεῖς στὴν αἰ­ώ­νια καὶ μα­κά­ρια ζω­ή, τή­ρη­σε σ' ὅ­λη τὴ ζω­ή σου τὶς ἐν­το­λές. Τοῦ λέ­ει ὁ νέ­ος: Ποι­ὲς ἐν­το­λές; Κι ὁ Ἰ­η­σοῦς τοῦ εἶ­πε: Τὸ νὰ μὴ σκο­τώ­σεις, νὰ μὴ μοι­χεύ­σεις, νὰ μὴν κλέ­ψεις, νὰ μὴν ψευ­δο­μαρ­τυ­ρή­σεις, τί­μα τὸν πα­τέ­ρα καὶ τὴ μη­τέ­ρα, καὶ νὰ ἀ­γα­πή­σεις τὸ συ­νάν­θρω­πό σου σὰν τὸν ἑ­αυ­τό σου. Τοῦ λέ­ει ὁ νέ­ος, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν εἶ­χε δι­δα­χθεῖ ποι­ὰ εἶ­ναι καὶ πῶς ἐ­φαρ­μό­ζε­ται ἡ ἀ­γά­πη πρὸς τὸν συ­νάν­θρω­πο: Ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ φύ­λα­ξα ἀ­πὸ τό­τε πού ἤ­μουν νέ­ος. Τί ἄλ­λο μοῦ λεί­πει ἀ­κό­μη; Κι ὁ Ἰ­η­σοῦς του εἶ­πε: Ἐ­ὰν θέ­λεις νὰ εἶ­σαι τέ­λει­ος, πή­γαι­νε, πού­λη­σε τὰ ὑ­πάρ­χον­τά σου καὶ μοί­ρα­σέ τα στοὺς φτω­χούς, καὶ θὰ ἔ­χεις θη­σαυ­ρὸ στοὺς οὐ­ρα­νούς. Κι ἔ­λα νὰ μὲ ἀ­κο­λου­θή­σεις. Μό­λις ὅ­μως ὁ νέ­ος ἄ­κου­σε τὸ λό­γο αὐ­τό, ἔ­φυ­γε λυ­πη­μέ­νος· δι­ό­τι εἶ­χε πολ­λὰ κτή­μα­τα, καὶ ἡ καρ­διά του ἦ­ταν κολ­λη­μέ­νη σ' αὐ­τά.
Τό­τε ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­πε στοὺς μα­θη­τές του: Ἀ­λη­θι­νά σᾶς λέ­ω ὅ­τι δύ­σκο­λα ἕ­νας πλού­σιος ἄν­θρω­πος θὰ μπεῖ στὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν. Πά­λι σᾶς λέ­ω, εὐ­κο­λό­τε­ρο εἶ­ναι νὰ πε­ρά­σει μιὰ κα­μή­λα ἀ­πὸ τὴν τρύ­πα πού ἀ­νοί­γει ἡ βε­λό­να, πα­ρὰ ὁ πλού­σιος νὰ μπεῖ στὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Ἀλ­λὰ ὅ­ταν οἱ μα­θη­τὲς του τὸ ἄ­κου­σαν αὐ­τό, ἔ­νι­ω­σαν πο­λὺ με­γά­λη ἔκ­πλη­ξη καὶ εἶ­παν: Ποι­ὸς τά­χα μπο­ρεῖ νὰ σω­θεῖ; Ὁ Ἰ­η­σοῦς τό­τε τοὺς κοί­τα­ξε ἐκ­φρα­στι­κὰ καὶ τοὺς εἶ­πε: Στοὺς ἀν­θρώ­πους αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το, στὸ Θε­ὸ ὅ­μως ὅ­λα εἶ­ναι δυ­να­τά. Μπο­ρεῖ λοι­πὸν ὁ Θε­ὸς μὲ τὴ χά­ρη του νὰ λύ­σει τοὺς δε­σμοὺς τῆς καρ­διᾶς κά­θε κα­λο­προ­αί­ρε­του πλου­σί­ου μὲ τὸ χρῆ­μα καὶ νὰ τὸν κα­τα­στή­σει ἄ­ξιο τῆς σω­τη­ρί­ας.

Ἡ κατάθεση τῆς Τιμίας ζώνης τῆς Θεοτόκου
Σήμερα ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει γιά τὴν ἰδιαίτερη εὐλογία ποὺ ἀποτελεῖ ἡ κατάθεση τῆς Τιμίας ζώνης τῆς Θεοτόκου στὸ Ναό της στὴν Κωνσταντινούπολη, εἶναι ἀνάγκη νὰ θυμηθοῦμε τὴν ἀπόφαση τῆς Θεομήτορος «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατά τὸ ρῆμα σου», καὶ ὅτι καὶ ἡ παροῦσα ἑορτὴ τῆς Παναγίας μας θεωρεῖται κατάλληλη, γιὰ νὰ προβληθεῖ ἡ μεγάλη ἀλήθεια, πὼς πρέπει δηλ. νὰ δεχόμαστε μὲ εὐχαρίστηση τὶς ἐντολὲς καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ὡς «ζώνη ἀσφαλείας» καὶ νὰ νομίζουμε τὸν Θεῖο Νόμο ὡς κλοιὸ ποὺ περισφίγγει καὶ προστατεύει τὴ ζωή μας.
Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶναι ἀφ᾿ ἑνός μὲν ἡ «Κεχαριτωμένη», τῆς ὁποίας ἡ ὡραιότητα καὶ τὸ κάλλος ἑλκύει τὶς ψυχές μας καὶ σαγηνεύει τὶς καρδιές μας καὶ αἰχμαλωτίζει τὴν εὐλάβειά μας, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ προβάλλει ἐνώπιόν μας ὡς μιὰ δυνατὴ καὶ ἀνεπανάληπτη προσωπικότητα. Περιζώννυται ὡς ρομφαία τὴν Τιμία Ζώνη της, ὅπως ἁρμόζει σὲ κάθε σεμνὴ γυναικεία ἐμφάνιση· καὶ εἶναι καθῆκον κάθε χριστιανὸς νὰ περιζώνεται μὲ δύναμη καὶ θέληση ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀγωνίζεται «ἕνεκεν ἀληθείας καὶ πραότητας καὶ δικαιοσύνης». Καὶ περὶ ἀληθείας μέν, γιατί, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ προφήτης Ἠσαΐας,«ἄνθρωπος τῇ ὁδῷ αὐτοῦ ἐπλανήθη» (Ἡσαΐας 53, 6) καὶ ἐπὶ πλέον «πονηροὶ ἄνθρωποι καὶ γόη τες προκόβουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον πλανῶντες καὶ πλανώμενοι» (Β’ Τιμ. 3-13) καὶ ἔχουν λαθεμένη ἰδέα γιὰ τὴν ἀξία τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀρετῆς. Τότε ἐπιστρατεύεται ἡ ἀνθρώπινη πονηρία, τὸ ψέμα καὶ ἡ ἀπάτη, καὶ ὁ κόσμος «παραμορφώνεται», μεταβάλλεται σὲ κοινωνία πλανώντων καὶ πλανωμένων.
Ἡ Κυρία Θεοτόκος προβάλλουσα ὡς ἔμβλημα τὴν τιμία Ζώνη της, τὸ ἱερὸ αὐτὸ κειμήλιο ποὺ ἀποτελοῦσε μικρὸ ἐξάρτημα τῆς ἐνδυμασίας της καὶ ἀνῆκε στὰ ἀτομικὰ εἴδη τῆς προσωπικῆς της χρήσεως, προτρέπει ὅλους τοὺς χριστιανοὺς νὰ περιζωσθοῦν μὲ πίστη καὶ ζῆλο καὶ ἀποφασιστικότητα καὶ νὰ ἀγωνισθοῦν «ἕνεκεν ἀληθείας», γιὰ νὰ διαλυθοῦν οἱ πλάνες ποὺ ὑπάρχουν. Καὶ νὰ μάθει ὁ κόσμος ὄχι μὲ λόγια ἀλλὰ μὲ τὸ φωτεινὸ παράδειγμα τῶν χριστιανῶν τὴν ἀξία τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καὶ νὰ ἑλκύουν «τῇ ὡραιότητι καὶ τῷ κάλλει». Συνιστᾶ ἐπίσης ἡ Μητέρα τοῦ Φωτὸς νὰ ἀγωνιστοῦμε ἕνεκεν τῆς ἀληθείας ἀλλὰ μετὰ πραότητος, γιατὶ ἡ εἰρήνη μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, αὐτὴ ποὺ ἐπιτυγχάνεται μετὰ «πραότητος», εἶναι χριστιανικὴ ἐπιδίωξη, εἶναι καρπὸς ἀρετῆς καὶ ἐπιδίωξη ἁγία.
Ὁ θυμός, ἡ διαμάχη καὶ ἡ φιλόνεικη διεκδίκηση πρέπει νὰ ἀποβληθοῦν ἀπὸ τὴ ζωή μας, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ λέμε «εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ περιζωννύων με δύναμιν καὶ ἔθετο ἄμωμον τὴν ὁδόν μου»(ψαλμ. 17, 32) καὶ περιζωσμένοι τὴ ρομφαία τῆς χάριτος νὰ ἀγωνιζόμαστε ἕνεκεν ἀληθείας μετὰ πραότητος. Ὅμως γιὰ νὰ ὑπάρξει εἰρήνη καὶ ἁρμονία στὶς διαπροσωπικές μας σχέσεις, πρέπει νὰ ὑπάρχει δικαιοσύνη καὶ ἀναγνώριση τοῦ δικαίου τοῦ ἄλλου κατὰ τὸ Δαυιτικὸν «Ἔλεος καὶ ἀλήθεια συνήντησαν, δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη κατεφίλησαν». Ἡ ἀλήθεια προϋποθέτει ἀγάπη, ἡ ἀγάπη γεννᾶ τὴν πραότητα καὶ τὴν εἰρήνη καὶ πάντα ταῦτα, ἀλήθεια, ἀγάπη, εἰρήνη, πραότης προϋποθέτουν τὴν δικαιοσύνη. Ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος, ἀδελφοί μου, ἀπευθύνει πρὸς τὴν Θεοτόκον τὴν δέηση· «περίζωσον δύναμιν ἡμᾶς Παρθένε, τῇ Ζώνῃ Σου, κατ᾿ ἐχθρῶν ἐνισχύουσα ἡμᾶς», γιὰ νὰ ἀναδειχθοῦμε ἄξιοι καὶ πρόθυμοι γιὰ ἀγῶνες «ἕνεκεν ἀληθείας καὶ πραότητος καὶ δικαιοσύνης». Ἀμήν.
ΠΗΓΗ:   http://www.imaik.gr/?p=4468