Παρασκευή 27 Ιουλίου 2018

ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2018


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠ.ΠΑΥΛΟΥ και ΒΑΡΝΑΒΑ


ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2018
1 ΤΕΤΑΡΤΗ Ἡ π­ρ­ό­ο­δ­ος τ­οῦ Τ­ι­μ­ί­ου Σ­τ­α­υ­ρ­οῦ, τ­ῶν ἑ­πτά Μ­α­κ­κ­α­β­α­ί­ων π­α­ί­δ­ων κ­αί Σ­ο­λ­ο­μ­ο­ν­ῆς τ­ῆς μ­η­τρός αὐ­τ­ῶν κ­αί Ἐ­λ­ε­α­ζ­ά­ρ­ου τ­οῦ δ­ι­δ­α­σ­κ­ά­λ­ου α­ὐ­τ­ῶν
(Ἀ­πό σ­ή­μ­ε­ρα ἀ­ρ­χ­ί­ζ­ει ἡ ν­η­σ­τ­ε­ία τ­οῦ Δ­ε­κ­α­πενταυ­γο­ύ­σ­τ­ου κ­αὶ τὰ ἀ­π­ο­γ­ε­ύ­μ­α­τα οἱ π­α­ρ­α­κλή­σε­ις τ­ῆς Π­α­ν­α­γ­ί­ας)
5 Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Ι' ΜΑΤ­ΘΑΙ­ΟΥ. (Ἀ­π­ό­στ. Α΄ Κ­ορ. δ΄[4] 9-16, Ε­ὐ­α­γγ.  Μα­τθ. ιζ΄[17] 14-23). Προεόρτια τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εὐσιγνίου μάρτ., Εὐγενίου τοῦ Αἰτωλοῦ, Νόννας μητρὸς τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου
6 ΔΕΥΤΕΡΑ Η ΜΕ­ΤΑ­ΜΟΡ­ΦΩ­ΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥ­ΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕ­ΟΥ ΚΑΙ ΣΩ­ΤΗ­ΡΟΣ Η­ΜΩΝ Ι­Η­ΣΟΥ ΧΡΙ­ΣΤΟΥ, (Ἀ­πό­στ. Β΄ Πέτρου α΄[1] 10–19, Εὐ­αγγ. Ματθ. ιζ΄[17] 1-9) (Κα­τά­λυ­σις ἰ­χθύ­ος)
12 Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ ΙΑ' Μ­Α­Τ­Θ­Α­Ι­ΟΥ, (Ἀ­πό­στ. Α΄ Κορ. θ΄[9] 2 – 12, Εὐ­αγγ.  Ματθ. ιη΄[18] 23 – 35).  Μ­ε­τὰ τ­ὴν ἑ­ο­ρ­τὴ τ­ῆς Μεταμορφώ­σ­ε­ως Φωτίου καὶ Ἀνικήτου Μαρτύρων.
15 ΤΕΤΑΡΤΗ Η ΚΟΙ­ΜΗ­ΣΙΣ ΤΗΣ Υ­ΠΕ­ΡΑ­ΓΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙ­ΝΗΣ Η­ΜΩΝ ΘΕ­Ο­ΤΟ­ΚΟΥ ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕ­ΝΟΥ ΜΑ­ΡΙΑΣ
19 ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, Μ­ε­τὰ τ­ὴν ἑ­ο­ρ­τὴ τ­ῆς Κο­ι­μ­ή­σ­ε­ως τ­ῆς Θ­ε­ο­τό­κ­ου, Ἀνδρέου τοῦ Στρατηλάτου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ 2593 μαρτύρων
(Ἀ­πό­στ. Α΄ Κορ. ιε΄[15] 1–11, Εὐ­αγγ. Ματθ. ιθ΄[19] 16-26)
24 ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Εὐ­τυ­χοῦς Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος, Κο­σμᾶ τοῦ Αἰ­τω­λοῦ νε­ο­μάρ­τυ­ρος, Ἀνακομιδή τῶν λειψάνων Διονυσίου Αἰγίνης
26 Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ  ΙΓ΄Μ­Α­Τ­Θ­Α­Ι­ΟΥ, Ἀ­πό­στ. (Α΄ Κορ. ιϚ΄[16] 13 – 24), Εὐ­αγγ.  (Ματθ. κϚ΄[26] 33 – 42)  Ἀδριανοῦ καί Ναταλίας μαρτύρων
27 ΔΕΥΤΕΡΑ Χρυσοστόμου ἐπισκόπου Σμύρνης ἱερομάρτυρος (1922), Ποιμένος ὁσίου, Λιβερίου Πάπα Ρώμης, Φα­νου­ρί­ου νε­ο­φα­νοῦς Μάρ­τυ­ρος
29 ΤΕΤΑΡΤΗ  Μ­ν­ή­μη τ­ῆς ἀ­π­ο­τ­ο­μ­ῆς τ­ῆς Τ­ι­μ­ί­ας Κ­ε­φ­α­λῆς τ­οῦ Ἁ­γ­ί­ου Ἰ­ω­ά­ν­ν­ου τ­οῦ Π­ρ­ο­δ­ρ­ό­μ­ου κ­αὶ Β­α­πτ­ι­σ­τ­οῦ. Ν­η­σ­τ­ε­ία α­ὐ­σ­τ­η­ρὰ κ­αὶ ἀ­π­ό­λ­υ­τ­ος
30 ΠΕΜΠΤΗ Ἀ­λε­ξάν­δρου, Παύλου καί Ἰωάννου   Πα­τριαρχῶν Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, Φιλωνίδου ἐπισκόπου Κουρίου ἱερομάρτυρος, Βρυαίνης Ὁσίας
31  ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ  Ἡ κα­τά­θε­σις τῆς Τι­μ. Ζώ­νης τῆς Ὑπερα­γί­ας Θε­ο­τό­κου

ΩΡΑΡΙΟ
ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ : 6.30 Μ.Μ.
ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ : 6.30 Μ.Μ.
ΟΡΘΡΟΣ : 6.30 Π.Μ.

ΙΕΡΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ. ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟ 2018


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ


ΙΕΡΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Ὁ πατὴρ Ἀνδρέας αὐτὴ τὴν περίοδο ἐξομολογεῖ τὶς πιὸ κάτω
Μέρες καὶ Ὧρες:


ΤΕΤΑΡΤΗ 1/08 5.00 μ.μ. - 6.30 μ.μ.
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 3/08 5.00 μ.μ. - 6.30 μ.μ.  
ΔΕΥΤΕΡΑ 6/08 5.00 μ.μ. - 6.30 μ.μ.
ΤΕΤΑΡΤΗ 8/08 10.00 π.μ. - 12.00 μ.
                 5.00 μ.μ. - 6.30 μ.μ.
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 10/08 5.00 μ.μ. - 6.30 μ.μ.
ΔΕΥΤΕΡΑ 13/08 10.00 π.μ. - 12.00 μ.
                 5.00 μ.μ. - 6.30 μ.μ.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΗΜΕΡΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΝ
ΔΕΥΤΕΡΑ 13/08/2018 

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(29 ΙΟΥΛΙΟΥ 2018)
  



Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀ­δελ­φοί, Θε­οῦ ἐ­σμεν συ­νερ­γοί· Θε­οῦ γε­ώρ­γι­ον, Θε­οῦ οἰ­κο­δο­μή ἐ­στε. Κα­τὰ τὴν χά­ριν τοῦ Θε­οῦ τὴν δο­θεῖ­σάν μοι ὡς σο­φὸς ἀρ­χι­τέ­κτων θε­μέ­λι­ον τέ­θει­κα, ἄλ­λος δὲ ἐ­ποι­κο­δο­μεῖ· ἕ­κα­στος δὲ βλε­πέ­τω πῶς ἐ­ποι­κο­δο­μεῖ· θε­μέ­λι­ον γὰρ ἄλ­λον οὐ­δεὶς δύ­να­ται θεῖ­ναι πα­ρὰ τὸν κε­ί­με­νον, ὅς ἐ­στιν Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός. εἰ δέ τις ἐ­ποι­κο­δο­μεῖ ἐ­πὶ τὸν θε­μέ­λι­ον τοῦ­τον χρυ­σόν, ἄρ­γυ­ρον, λί­θους τι­μί­ους, ξύ­λα, χόρ­τον, κα­λά­μην, ἑ­κά­στου τὸ ἔρ­γον φα­νε­ρὸν γε­νή­σε­ται· ἡ γὰρ ἡ­μέ­ρα δη­λώ­σει· ὅ­τι ἐν πυ­ρὶ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται· καὶ ἑ­κά­στου τὸ ἔρ­γον ὁ­ποῖ­όν ἐ­στι τὸ πῦρ δο­κι­μά­σει. εἴ τι­νος τὸ ἔρ­γον με­νεῖ ὃ ἐ­πῳ­κο­δό­μη­σε, μι­σθὸν λή­ψε­ται· εἴ τι­νος τὸ ἔρ­γον κα­τα­κα­ή­σε­ται, ζη­μι­ω­θή­σε­ται, αὐ­τὸς δὲ σω­θή­σε­ται, οὕ­τως δὲ ὡς δι­ὰ πυ­ρός. Οὐκ οἴ­δα­τε ὅ­τι να­ὸς Θε­οῦ ἐ­στε καὶ τὸ Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ οἰ­κεῖ ἐν ὑ­μῖν; εἴ τις τὸν να­ὸν τοῦ Θε­οῦ φθε­ί­ρει, φθε­ρεῖ τοῦ­τον ὁ Θε­ός· ὁ γὰρ να­ὸς τοῦ Θε­οῦ ἅ­γι­ός ἐ­στιν, οἵ­τι­νές ἐ­στε ὑ­μεῖς.            
   (Α΄ Κορ. γ΄[3] 9 – 17)

ΝΑΟΙ ΘΕΟΥ ΕΜΨΥΧΟΙ
1. ΚΤΙΖΟΥΜΕ ΝΑΟ
Κά­θε πι­στός, λέ­γει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, ἀ­πο­τε­λεῖ μί­α πνευ­μα­τι­κὴ οἰ­κο­δο­μὴ τοῦ Θε­οῦ. Ἕ­να οἰ­κο­δό­μη­μα στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Θε­ὸς χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὡς ἀρ­χι­τέ­κτο­νες καὶ κτί­στες τοὺς κλη­ρι­κοὺς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, τοὺς πνευ­μα­τι­κοὺς πα­τέ­ρας καὶ δι­δα­σκά­λους. Ἀλ­λὰ κα­λεῖ καὶ τὸν κα­θέ­να μας νὰ ἐρ­γα­σθεῖ στὸ κτί­σι­μο τοῦ προ­σω­πι­κοῦ του οἰ­κο­δο­μή­μα­τος.
Ἀλ­λὰ γιὰ τί εἴ­δους οἰ­κο­δό­μη­μα πρό­κει­ται; Ὁ Ἀ­πό­στο­λος τοῦ Χρι­στοῦ στὴ συ­νέ­χεια ἐ­ξη­γεῖ ὅ­τι τὸ οἰ­κο­δό­μη­μα αὐ­τὸ τῆς ψυ­χῆς μας εἶ­ναι ἅ­γιο καὶ ἱ­ε­ρό, δι­ό­τι δὲν εἶ­ναι ἕ­να ἁ­πλὸ κα­τα­σκεύ­α­σμα, ἀλ­λὰ εἶ­ναι να­ός, κα­τοι­κη­τή­ριο τοῦ Θε­οῦ. Πῶς ὅ­μως συμ­βαί­νει αὐ­τό; Οἱ ἄν­θρω­ποι ὅ­ταν μι­λοῦν γιὰ να­οὺς συ­νή­θως ἀ­να­φέ­ρον­ται στὶς ἐκ­κλη­σί­ες ποὺ κτί­ζουν οἱ ἄν­θρω­ποι. Καὶ πράγ­μα­τι ὁ Θε­ὸς ἐκ­δη­λώ­νει τὴν πα­ρου­σί­α του στὰ ἄ­ψυ­χα αὐ­τὰ ἱ­ε­ρὰ οἰ­κο­δο­μή­μα­τα ποὺ εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­να σ᾿ αὐ­τὸν καὶ στὴν λα­τρεί­α του. Πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως ὁ Θε­ὸς ὡς Πνεῦ­μα ἄ­πει­ρο θέ­λει νὰ ἔ­χει ὡς κα­τοι­κη­τή­ριό του τὶς ψυ­χὲς τῶν λο­γι­κῶν καὶ πνευ­μα­τι­κῶν ὑ­πάρ­ξε­ων.
Ὅ­ταν λοι­πὸν μᾶς ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σε ὁ Θε­ός, ἐγ­κα­τέ­στη­σε μέ­σα στὶς καρ­δι­ὲς τῶν πρω­το­πλά­στων ἕ­να να­ό, ἕ­να πνευ­μα­τι­κὸ θυ­σι­α­στή­ριο, ἀπ᾿ ὅ­που μπο­ροῦ­σαν νὰ προ­σφέ­ρουν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους θυ­σί­α ἀ­λη­θι­νὴ στὸν Θε­ό. Ὅ­ταν ὅ­μως αὐ­τοὶ πα­ρέ­βη­σαν τὴν ἐν­το­λὴ τοῦ Θε­οῦ, τὸ θυ­σι­α­στή­ριο ποὺ ὑ­πῆρ­χε στὶς καρ­δι­ές τους ἀ­να­τρά­πη­κε. Ἡ φω­τιὰ ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἐ­πά­νω του σβή­στη­κε. Κι ἀν­τὶ γιὰ εὐ­ω­δί­α, δυ­σω­δί­α καὶ ἀ­να­θυ­μιά­σεις ἁ­μαρ­τω­λὲς ἄρ­χι­σαν νὰ γε­μί­ζουν τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τῶν ἀν­θρώ­πων.
Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς ὑ­πῆρ­ξε τὸ με­γά­λο ἔρ­γο τοῦ Χρι­στοῦ: μὲ τὴν ἐ­ναν­θρώ­πη­σή του, μὲ τὴν σταύ­ρω­ση καὶ τὴν ἀ­νά­στα­σή του, ἀ­νή­γει­ρε καὶ πά­λι ἀ­πὸ τὰ ἐ­ρεί­πια τὸν ἱ­ε­ρὸ αὐ­τὸ να­ὸ μέ­σα στὶς ψυ­χές μας. Τώ­ρα πλέ­ον οἱ πι­στοὶ μὲ τὸ ἱ­ε­ρὸ Βά­πτι­σμα γι­νό­μα­στε να­ὸς Θε­οῦ ζῶν­τος. Θυ­σι­α­στή­ριο ἱ­ε­ρὸ ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο προ­σφέ­ρου­με στὸν ἅ­γιο Θε­ὸ κά­θε πνευ­μα­τι­κὴ λα­τρεί­α. Τοῦ προ­σφέ­ρου­με τὶς προ­σευ­χὲς καὶ δε­ή­σεις μας, τὴν καρ­διά μας καὶ τὴν ὕ­παρ­ξή μας ὁ­λό­κλη­ρη, εἰς ὀ­σμὴν εὐ­ω­δί­ας πνευ­μα­τι­κῆς.
2. OΙ ΚΤΙΣΤΕΣ
Στὴ συ­νέ­χεια ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος λέ­γει ὅ­τι ὁ Χρι­στὸς ἔ­θε­σε στὸν να­ὸ τῆς ψυ­χῆς μας ὡς ἀρ­χι­τέ­κτο­νες καὶ κτί­στες τοὺς ἐρ­γά­τες τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Ὅ­λοι λοι­πὸν αὐ­τοί, οἱ δι­δά­σκα­λοι καὶ γε­νι­κώ­τε­ρα οἱ δι­ά­κο­νοι τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, ἔ­χουν κλη­θεῖ ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ νὰ γί­νουν οἱ κτί­στες τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ οἰ­κο­δο­μή­μα­τος κά­θε ψυ­χῆς.
Κτί­στες ὅ­μως κα­λού­μα­στε ἀ­πὸ τὸν Κύ­ριό μας νὰ γί­νου­με καὶ ὅ­λοι οἱ πι­στοί. Νὰ ἐρ­γα­ζό­μα­στε κα­θη­με­ρι­νὰ στὸ κτί­σι­μο τοῦ ἱ­ε­ροῦ να­οῦ τῆς ψυ­χῆς μας. Νὰ προ­ε­τοι­μά­ζου­με κα­θη­με­ρι­νὰ τὸν ἑ­αυ­τό μας καὶ νὰ τὸν κα­θι­στοῦ­με να­ὸν ἔμ­ψυ­χον. Καὶ μά­λι­στα τὸν ἱ­ε­ρὸ αὐ­τὸ να­ὸ τῆς ψυ­χῆς μας ὀ­φεί­λου­με νὰ τὸν ἀ­πο­πε­ρα­τώ­σου­με μέ­σα σὲ ὡ­ρι­σμέ­νο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα, ὅ­σα χρό­νια δη­λα­δὴ ἐ­πι­γεί­ου ζω­ῆς μᾶς χα­ρί­σει ὁ Κύ­ριος. Δι­ό­τι με­τὰ τὸν θά­να­τό μας δὲν θὰ μπο­ροῦ­με πλέ­ον οὔ­τε ἕ­να μι­κρὸ λι­θα­ρά­κι νὰ προ­σθέ­σου­με στὸ οἰ­κο­δό­μη­μά μας. «Ἕ­ως ἡ­μέ­ρα ἐ­στὶ καὶ ἕ­ως τὸ σή­με­ρον κα­λεῖ­ται» μπο­ροῦ­με νὰ οἰ­κο­δο­μοῦ­με. Ὅ­ταν φύ­γει ἡ ἡ­μέ­ρα αὐ­τῆς τῆς ζω­ῆς, «οὐ­δεὶς δύ­να­ται ἐρ­γά­ζε­σθαι» (Ἰ­ω. θ'[9] 4, Ἑ­βρ. γ'[3] 13).
3. ΤΑ ΥΛΙΚΑ
Κα­τό­πιν ὁ Ἀ­πό­στο­λος τοῦ Χρι­στοῦ λέ­γει ὅ­τι ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με τὰ ἴ­δια ὑ­λι­κὰ στὸ κτί­σι­μο τοῦ ἱ­ε­ροῦ οἰ­κο­δο­μή­μα­τος τῆς ψυ­χῆς μας. Ἄλ­λοι κτί­ζουν μὲ πο­λύ­τι­μα ὑ­λι­κά: μὲ χρυ­σά­φι, ἀ­σή­μι καὶ πο­λύ­τι­μους λί­θους, κι ἄλ­λοι μὲ εὐ­τε­λῆ: μὲ ξύ­λα, ἄ­χυ­ρα καὶ κα­λά­μια. Ὅ­μως ὁ ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος προ­ει­δο­ποι­εῖ: τὸ ἔρ­γο κά­θε κτί­στου κά­πο­τε θὰ γί­νει φα­νε­ρό. Δι­ό­τι ἡ ἡ­μέ­ρα τῆς Κρί­σε­ως θὰ τὸ ξε­σκε­πά­σει καὶ θὰ φα­νέ­ρω­σει τὰ ὑ­λι­κά, μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α τὸ οἰ­κο­δό­μη­μά του κτί­στη­κε.
Τί νό­η­μα ὅ­μως ἔ­χουν τὰ δι­ά­φο­ρα αὐ­τὰ ὑ­λι­κά;
Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος χρη­σι­μο­ποι­ών­τας εἰ­κό­νες ἀ­πὸ τὸ κτί­σι­μο ὑ­λι­κῶν οἰ­κο­δο­μῶν, ἀ­να­φέ­ρει ἕ­ξι εἰ­δῶν ὑ­λι­κὰ σὲ δύ­ο κα­τη­γο­ρί­ες: μάρ­μα­ρα, χρυ­σά­φι καὶ ἀ­σή­μι – ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται γιὰ ἀ­νά­κτο­ρα – ἢ ἄ­χυ­ρα, ξύ­λα καὶ κα­λά­μια – γιὰ κα­λύ­βες.
Τὰ τρί­α πρῶ­τα ὑ­λι­κὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται στὶς ἀ­ρε­τές. Τὸ χρυ­σά­φι, τὸ ἀ­σή­μι καὶ οἱ πο­λύ­τι­μοι λί­θοι συμ­βο­λί­ζουν τὰ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη τῆς ἀ­ρε­τῆς. Ἐ­ὰν θέ­λου­με λοι­πὸν νὰ κτί­σου­με τὸν ἱ­ε­ρὸ να­ὸ μέ­σα μας λαμ­πρὸ καὶ ἀ­πα­στρά­πτον­τα, θὰ πρέ­πει νὰ καλ­λι­ερ­γή­σου­με μέ­σα μας ἀ­λη­θι­νὴ πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ή. Μιὰ ζω­ὴ ποὺ θὰ ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ ἀ­πό τους πο­λύ­τι­μους λί­θους τοῦ ἁ­για­σμοῦ καὶ τῆς ἀ­γά­πης, τῆς ἁ­γνό­τη­τος καὶ τῆς εὐ­σέ­βειας. Ἐ­νῶ τὰ εὐ­τε­λῆ καὶ πρό­χει­ρα ὑ­λι­κά, τὰ ξύ­λα, τὰ χόρ­τα καὶ τὰ κα­λά­μια συμ­βο­λί­ζουν τὰ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη τῆς κα­κί­ας, τὶς πο­νη­ρὲς πρά­ξεις. Συμ­βο­λί­ζουν μιὰ ἐ­πι­πό­λαι­η καὶ ρά­θυ­μη πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ χω­ρὶς αὐ­τα­πάρ­νη­ση καὶ θυ­σί­α.
Καὶ τὸ φο­βε­ρὸ πρό­βλη­μα σὲ πολ­λοὺς ἀ­πὸ ἐ­μᾶς εἶ­ναι ὅ­τι νο­μί­ζου­με πὼς κτί­ζου­με τὸν να­ὸ τῆς ψυ­χῆς μας μὲ χρυ­σά­φι καὶ ἀ­σή­μι, ἐ­νῶ κτί­ζου­με μὲ ἄ­χυ­ρα καὶ ξύ­λα. Καὶ πό­σο τρα­γι­κὸ θὰ εἶ­ναι τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς Κρί­σε­ως νὰ μᾶς ἀ­πο­δο­κι­μά­σει ὁ Κύ­ριος, νὰ χά­σου­με τὸν μι­σθό μας καὶ νὰ ρι­ψο­κιν­δυ­νεύ­σου­με ἔ­τσι τὴν σω­τη­ρί­α μας!
Μὲ τί ὑ­λι­κὰ λοι­πὸν χτί­ζου­με τὸν ἱ­ε­ρὸ να­ὸ τῆς ψυ­χῆς μας;
     (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ,  ἠ­νάγ­κα­σεν ὁ Ἰ­η­σοῦς τοὺς μα­θη­τὰς αὐ­τοῦ ἐμ­βῆ­ναι εἰς τὸ πλοῖ­ον καὶ προ­ά­γειν αὐ­τὸν εἰς τὸ πέ­ραν, ἕ­ως οὗ ἀ­πο­λύ­σῃ τοὺς ὄ­χλους. καὶ ἀ­πο­λύ­σας τοὺς ὄ­χλους ἀ­νέ­βη εἰς τὸ ὄ­ρος κα­τ' ἰ­δί­αν προ­σε­ύ­ξα­σθαι. ὀ­ψί­ας δὲ γε­νο­μέ­νης μό­νος ἦν ἐ­κεῖ. τὸ δὲ πλοῖ­ον ἤ­δη μέ­σον τῆς θα­λάσ­σης ἦν, βα­σα­νι­ζό­με­νον ὑ­πὸ τῶν κυ­μά­των· ἦν γὰρ ἐ­ναν­τί­ος ὁ ἄ­νε­μος. τε­τάρ­τῃ δὲ φυ­λα­κῇ τῆς νυ­κτὸς ἀ­πῆλ­θε πρὸς αὐ­τοὺς ὁ Ἰ­η­σοῦς πε­ρι­πα­τῶν ἐ­πὶ τῆς θα­λάσ­σης. καὶ ἰ­δόν­τες αὐ­τὸν οἱ μα­θη­ταὶ ἐ­πὶ τὴν θά­λασ­σαν πε­ρι­πα­τοῦν­τα ἐ­τα­ρά­χθη­σαν λέ­γον­τες ὅ­τι φάν­τα­σμά ἐ­στι, καὶ ἀ­πὸ τοῦ φό­βου ἔ­κρα­ξαν. εὐ­θέ­ως δὲ ἐ­λά­λη­σεν αὐ­τοῖς ὁ Ἰ­η­σοῦς λέ­γων· Θαρ­σεῖ­τε, ἐ­γώ εἰ­μι· μὴ φο­βεῖ­σθε. ἀ­πο­κρι­θεὶς δὲ αὐ­τῷ ὁ Πέτρος εἶ­πε· Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέ­λευ­σόν  με  πρὸς  σὲ  ἐλ­θεῖν  ἐ­πὶ  τὰ  ὕ­δα­τα·  ὁ  δὲ εἶ­πεν, Ἐλθέ. καὶ κα­τα­βὰς ἀ­πὸ τοῦ πλο­ί­ου ὁ Πέτρος πε­ρι­ε­πά­τη­σεν ἐ­πὶ τὰ ὕ­δα­τα ἐλ­θεῖν πρὸς τὸν Ἰ­η­σοῦν. βλέ­πων δὲ τὸν ἄ­νε­μον ἰ­σχυ­ρὸν ἐ­φο­βή­θη, καὶ ἀρ­ξά­με­νος κα­τα­πον­τί­ζε­σθαι ἔ­κρα­ξε λέ­γων· Κύριε, σῶ­σόν με. εὐ­θέ­ως δὲ ὁ Ἰ­η­σοῦς ἐ­κτε­ί­νας τὴν χεῖ­ρα ἐ­πε­λά­βε­το αὐ­τοῦ καὶ λέ­γει αὐ­τῷ· Ὀ­λι­γό­πι­στε! εἰς τί ἐ­δί­στα­σας; καὶ ἐμ­βάν­των αὐ­τῶν εἰς τὸ πλοῖ­ον ἐ­κό­πα­σεν ὁ ἄ­νε­μος. οἱ δὲ ἐν τῷ πλο­ί­ῳ ἐλ­θόν­τες προ­σε­κύ­νη­σαν αὐ­τῷ λέ­γον­τες· Ἀ­λη­θῶς Θε­οῦ υἱ­ὸς εἶ. Καὶ δι­α­πε­ρά­σαν­τες ἦλ­θον εἰς τὴν γῆν Γεν­νη­σα­ρέτ.
      (Ματθ. ιδ΄[14] 22 – 34)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Κι ἀ­μέ­σως ὁ Ἰ­η­σοῦς, γιὰ νὰ μὴν πα­ρα­συρ­θοῦν οἱ μα­θη­τές του ἀ­πὸ τὸν ἐν­θου­σια­σμὸ τοῦ πλή­θους πού ἤ­θε­λε νὰ τὸν ἀ­να­κη­ρύ­ξει βα­σι­λιά, τοὺς ἀ­νάγ­κα­σε νὰ μποῦν στὸ πλοῖ­ο καὶ νὰ πε­ρά­σουν πρὶν ἀ­π' αὐ­τὸν στὸ ἀ­πέ­ναν­τι μέ­ρος τῆς λί­μνης, ὡ­σό­του αὐ­τὸς δι­α­λύ­σει τὰ πλή­θη τοῦ λαοῦ. Κι ἀφοῦ δι­έ­λυ­σε τὰ πλή­θη, ἀ­νέ­βη­κε στὸ βου­νὸ γιὰ νὰ προ­σευ­χη­θεῖ μό­νος του. Κι ὅ­ταν βράδιασε κα­λά, ἦ­ταν μό­νος του ἐκεῖ. Τὸ πλοῖο ὅ­μως εἶ­χε προ­χω­ρή­σει πλέ­ον στὴ μέ­ση τῆς λί­μνης καὶ συν­τα­ρασ­σό­ταν ἀ­πὸ τὰ κύ­μα­τα. Δι­ό­τι ἦ­ταν ἀν­τί­θε­τος ὁ ἄ­νε­μος. Καὶ στὸ τε­λευ­ταῖ­ο τρί­ω­ρο τῆς νύ­χτας, ὅ­ταν τὸ τέ­ταρ­το τμῆ­μα τῶν σκο­πῶν πα­ρα­λαμ­βά­νει τὴ στρα­τι­ω­τι­κὴ φρου­ρά, ὁ Ἰ­η­σοῦς ἔ­φυ­γε ἀ­π' τὸ βου­νὸ καὶ ἦλ­θε πρὸς αὐ­τοὺς περ­πα­τών­τας πά­νω στὴ θά­λασ­σα, σὰν νὰ ἦ­ταν ἡ θά­λασ­σα στε­ριά. Ὅ­ταν λοι­πὸν τὸν εἶ­δαν οἱ μα­θη­τὲς νὰ περ­πα­τά­ει πά­νω στὴ θά­λασ­σα, τα­ρά­χθη­καν λέ­γον­τας ὅ­τι αὐ­τὸ πού ἔ­βλε­παν εἶ­ναι φάν­τα­σμα. Κι ἀπ’ τόν φόβο τους ἔ­βγα­λαν κραυ­γή. Ἀ­μέ­σως ὅ­μως τοὺς μί­λη­σε ὁ Ἰ­η­σοῦς καὶ τοὺς εἶ­πε: Ἔ­χε­τε θάρ­ρος, ἐγώ εἶ­μαι, μὴ φο­βά­στε. Τό­τε τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Πέ­τρος: Κύ­ρι­ε, ἐ­ὰν εἶ­σαι ἐσύ, δῶ­σε μου ἐν­το­λὴ νὰ ἔλ­θω κον­τά σου περ­πα­τών­τας πά­νω στὰ νε­ρά. Ὁ Κύ­ριος τοῦ εἶ­πε: Ἔ­λα. Καὶ τό­τε ὁ Πέ­τρος κα­τέ­βη­κε ἀ­πὸ τὸ πλοῖ­ο καὶ περ­πά­τη­σε πά­νω στὰ νε­ρὰ γιὰ νὰ ἔλ­θει κον­τὰ στὸν Ἰ­ησοῦ. Ἀλ­λὰ ὅ­ταν εἶ­δε τὸν ἀ­έ­ρα πό­σο δυ­να­τὸς ἦ­ταν, κλο­νί­στη­κε ἡ πί­στη του καὶ φο­βή­θη­κε, καὶ κα­θὼς ἄρ­χι­σε νὰ βου­λιά­ζει, φώ­να­ξε δυ­να­τά: Κύ­ρι­ε, σῶ­σε με, δι­ό­τι κιν­δυ­νεύ­ω νὰ πνι­γῶ. Ἀ­μέ­σως ὁ Ἰ­η­σοῦς ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του, τὸν ἔπιασε καί τοῦ εἶ­πε: Ὀ­λι­γό­πι­στε, για­τί δείλιασες; Κι ὅ­ταν ὁ Χρι­στὸς καὶ ὁ Πέ­τρος μπῆ­καν στὸ πλοῖ­ο, ἡ­σύ­χα­σε ὁ ἄ­νε­μος. Τό­τε ὅ­σοι ἦ­ταν ἤ­δη στὸ πλοῖ­ο ἦλ­θαν καὶ τὸν προ­σκύ­νη­σαν μὲ πολ­λὴ εὐ­λά­βεια λέ­γον­τας: Ἀ­λη­θι­νά, εἶ­σαι Υἱ­ὸς τοῦ Θεοῦ. Κι ἀφοῦ πέ­ρα­σαν ἀ­π' τὸ ἕ­να μέ­ρος τῆς λί­μνης στὸ ἄλ­λο, ἦλ­θαν στὴ χώ­ρα Γεν­νη­σα­ρέτ.