ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
(15 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026)
ΕΩΘΙΝΟΝ Γ΄
Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς πρωΐ πρώτῃ Σαββάτου ἐφάνη πρῶτον
Μαρίᾳ τῇ Μαγδαληνῇ, ἀφ᾿ ἧς ἐκβεβλήκει ἑπτὰ δαιμόνια. Ἐκείνη πορευθεῖσα ἀπήγγειλε
τοῖς μετ᾿ αὐτοῦ γενομένοις, πενθοῦσι καὶ κλαίουσι. Κἀκεῖνοι ἀκούσαντες ὅτι ζῇ
καὶ ἐθεάθη ὑπ᾿ αὐτῆς ἠπίστησαν. Μετὰ δὲ ταῦτα δυσὶν ἐξ αὐτῶν περιπατοῦσιν ἐφανερώθη
ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ, πορευομένοις, εἰς ἀγρόν. Κἀκεῖνοι ἀπελθόντες ἀπήγγειλαν τοῖς
λοιποῖς, οὐδὲ ἐκείνοις ἐπίστευσαν. Ὕστερον, ἀνακειμένοις αὐτοῖς τοῖς ἕνδεκα ἐφανερώθη,
καὶ ὠνείδισε τήν ἀπιστίαν αὐτῶν καὶ σκληροκαρδίαν, ὅτι τοῖς θεασαμένοις αὐτὸν ἐγηγερμένον,
οὐκ ἐπίστευσαν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς΄ Πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα, κηρύξατε τὸ
εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθείς, σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας,
κατακριθήσεται. Σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει. Ἐν τῷ ὀνόματί
μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι, γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς, ὄφεις ἀροῦσι, κἂν θανάσιμόν
τι πίωσιν, οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει, ἐπὶ ἀῤῥώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι, καὶ καλῶς ἕξουσιν.
Ὁ μὲν οὖν Κύριος, μετὰ τὸ λαλῆσαι αὐτοῖς, ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ ἐκάθισεν
ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι δὲ ἐξελθόντες, ἐκήρυξαν πανταχοῦ, τοῦ Κυρίου
συνεργοῦντος, καὶ τὸν λόγον βεβαιοῦντος, διὰ τῶν ἐπακολουθούντων σημείων. Ἀμήν.
(Μᾶρκ. ιϚ΄[16] 9 – 20)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ
(Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἀφοῦ λοιπὸν ἀναστήθηκε ὁ Ἰησοῦς τὸ πρωὶ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος,
ἐμφανίστηκε πρῶτα στὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνή, ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχε βγάλει ἑπτὰ
δαιμόνια. Ἐκείνη πῆγε καὶ τὸ ἀνήγγειλε αὐτὸ στοὺς μαθητὲς ποὺ ἦταν πρωτύτερα
μαζί του καὶ τώρα πενθοῦσαν κι ἔκλαιγαν γιὰ τὸν θάνατο τοῦ διδασκάλου τους. Ἀλλὰ
ἐκεῖνοι, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ζεῖ καὶ ὅτι αὐτὴ τὸν εἶδε, δὲν πίστεψαν στὰ λόγια
της. Καὶ μετὰ ἀπ᾿ αὐτά, ἐμφανίστηκε μὲ ἄλλη μορφή, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη ποὺ εἶχε
προτοῦ σταυρωθεῖ, σὲ δύο ἀπ᾿ αὐτούς, καθὼς βάδιζαν καὶ πήγαιναν σὲ κάποιο
χωράφι. Κι ἐκεῖνοι πῆγαν καὶ τὸ ἀνήγγειλαν αὐτὸ στοὺς ὑπόλοιπους Ἀποστόλους. Ἀλλὰ
οὔτε σὲ κείνους πίστεψαν. Ὕστερα ἐμφανίστηκε στοὺς ἕντεκα μαθητές, ὅταν αὐτοὶ εἶχαν
καθίσει νὰ δειπνήσουν. Καὶ τοὺς ἐπέπληξε γιὰ τὴν ὁλιγοπιστία τους καὶ γιὰ τὴ
σκληρότητα τῆς καρδιᾶς τους, διότι δὲν πίστεψαν σ᾿ ἐκείνους ποὺ τὸν εἶδαν ἀναστημένο.
Ἔπειτα τοὺς εἶπε: Νὰ πᾶτε σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη καὶ νὰ κηρύξετε τὸ εὐαγγέλιο σ᾿ ὅλη
τὴ λογικὴ κτίση, σ᾿ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ἐκεῖνος ποὺ θὰ πιστέψει στὸ κήρυγμά
σας καὶ θὰ βαπτισθεῖ, θὰ σωθεῖ. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ δὲν θὰ πιστέψει, θὰ
καταδικασθεῖ. Καὶ σ᾿ ἐκείνους ποὺ θὰ πιστέψουν, θὰ ἀκολουθήσουν αὐτὰ τὰ ὑπερφυσικὰ
σημάδια, ποὺ θὰ ἀποδεικνύουν τὴ θεία χάρη ποὺ θὰ ἐνεργεῖ μέσα ἀπ᾿ τοὺς κήρυκες
τοῦ εὐαγγελίου καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεώς τους. Αὐτοὶ μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός
μου θὰ βγάζουν δαιμόνια ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους, θὰ μιλοῦν ξένες γλῶσσες ποὺ θὰ εἶναι
γι᾿ αὐτοὺς νέες κι ἄγνωστες μέχρι τὴ στιγμὴ ἐκείνη, θὰ πιάνουν στὰ χέρια τους
φίδια φαρμακερά, χωρὶς νὰ παθαίνουν τίποτε ἀπ᾿ τὰ δαγκώματά τους· κι ἂν ἀκόμη
πιοῦν δηλητήριο ποὺ φέρνει θάνατο, δὲν θὰ πάθουν τίποτε· θὰ βάζουν τὰ χέρια
τους πάνω σὲ ἀρρώστους, κι ἐκεῖνοι θὰ γίνονται καλά. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Κύριος τοὺς
μίλησε ἐπανειλημμένα καὶ τοὺς εἶπε μεταξὺ ἄλλων κι αὐτά, ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ
καὶ κάθισε στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατρός. Κι ἐκεῖνοι βγῆκαν καὶ περιδιάβηκαν τὴν οἰκουμένη,
καὶ κήρυξαν τὸ εὐαγγέλιο σὲ κάθε μέρος. Κι ὁ Κύριος ἦταν συνεργός τους καὶ ἐπιβεβαίωνε
τὸν λόγο τοῦ κηρύγματός τους μὲ τὰ θαύματα ποὺ ἐπακολουθοῦσαν στὸ κήρυγμά τους.
Ἀμήν.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Κυριακῆς)
Ἀδελφοί, βρῶμα ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ· οὔτε γὰρ ἐὰν φάγωμεν περισσεύομεν,
οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν ὑστερούμεθα. βλέπετε
δὲ μήπως ἡ ἐξουσία ὑμῶν αὕτη πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενοῦσιν. ἐὰν γάρ τις ἴδῃ σε, τὸν ἔχοντα γνῶσιν, ἐν εἰδωλείῳ κατακείμενον, οὐχὶ ἡ συνείδησις αὐτοῦ ἀσθενοῦς ὄντος οἰκοδομηθήσεται εἰς τὸ τὰ εἰδωλόθυτα ἐσθίειν; καὶ ἀπολεῖται ὁ ἀσθενῶν ἀδελφὸς ἐπὶ τῇ σῇ γνώσει, δι' ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν. οὕτω δὲ ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τύπτοντες αὐτῶν τὴν συνείδησιν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνετε. διόπερ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω.
Οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος; οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; οὐχὶ Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν ἑώρακα; οὐ τὸ ἔργον μου ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ; εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι· ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε
ἐν Κυρίῳ.
(Α’Κορ. η΄[8] 8 – θ΄[9] 2)
ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ
ΟΜΙΛΙΑ
ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ
1.
ΔΙΑΚΡΙΣΗ
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
Καθώς
πλησιάζουμε στήν
Ἁγία
καί
Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τό σημερινό Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα μᾶς παρουσιάζει τὸ θέμα τῆς νηστείας καὶ τοὺς προβληματισμούς πού
σχετίζονται μ᾿
αυτήν. Μᾶς
λέγει λοιπὸν
ὁ
ἀπόστολος
Παῦλος
ὅτι
δὲν
εἶναι
τὸ
φαγητό ποὺ
μᾶς
παρουσιάζει εὐάρεστους
στὸν
Θεό. Διότι «οὔτε
ἐὰν
φάγωμεν περισσεύωμεν, οὔτε
ἐὰν
μὴ
φάγωμεν ὑστερούμεθα».
Οὔτε
ἂν
φᾶμε
προοδεύουμε στὴν
ἀρετή,
οὔτε
ἐὰν
δὲν
φᾶμε
μένουμε πίσω. Προσέχετε ὅμως,
μᾶς
λέγει, μήπως τό
δικαίωμα αὐτὸ ποὺ ἔχετε νὰ τρῶτε ἀπ᾿
ὅλα,
ἀκόμη
καὶ
εἰδωλόθυτα,
γίνει αἰτία
νὰ
ἁμαρτήσουν
οἱ
ἀσθενεῖς στὴν πίστη
ἀδελφοί
σας. Διότι, ἂν
κάποιος ἀπὸ αὐτοὺς δεῖ
ἐσένα,
ποὺ
ἔχεις
τὴν
ὀρθὴ γνώση,
νὰ
κάθεσαι στὸ
τραπέζι ἑνὸς ναοῦ τῶν εἰδώλων, δὲν θὰ στερεωθεῖ ἡ
συνείδησή
του, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ἀσθενὴς ἀδελφός, στὸ νὰ τρώει τὰ εἰδωλόθυτα ὡς κάτι τὸ ἱερό; Καὶ θὰ χαθεῖ
παρασυρόμενος στὴν
εἰδωλολατρία
ὁ
ἀδελφός
σου ποὺ
εἶναι
ἀδύνατος
πνευματικά, ἐξ
αἰτίας
σου. Ἀλλὰ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀδελφοῦ σου ὁ Χριστὸς θυσίασε τη ζωή Του.
Καὶ ἔτσι διαπράττετε ἁμάρτημα ἀπὸ τὸ ὁποῖο βλάπτονται πολὺ οἱ ἀδελφοί. Πληγώνετε τή
συνείδησἠ
τους, ἡ
ὁποία
εἶναι
ἀδύνατη.
Ἀλλὰ ὑποπίπτετε καὶ σὲ ἁμάρτημα τὸ ὁποῖο ἀναφέρεται στὸν ἴδιο τόν
Χριστό, πού
πέθανε γιὰ
νὰ
σώσει τοὺς
ἀδελφοὺς αὐτούς.
ΕΙΔΩΛΟΘΥΤΑ
ἦταν
τὰ
κρέατα ποὺ
προσέφεραν οἱ
εἰδωλολάτρες
ὡς
θυσία στὰ
εἴδωλα,
τὰ
ὁποῖα κατόπιν ἢ τὰ ἔτρωγαν ὡς ἱερά, ἢ τὰ πουλοῦσαν στὰ κρεοπωλεῖα.
Οἱ
Χριστιανοὶ
ὅμως
βρίσκονταν σ᾿ ἕνα
μεγάλο δίλημμα, ἐὰν
ἔπρεπε
νὰ
τρῶνε
ἀπὸ αὐτὰ ἢ ὄχι. Ἄλλοι Χριστιανοὶ τὰ ἔτρωγαν, ἐπειδὴ ἤξεραν ὅτι οἱ θεοὶ τῶν εἰδώλων ἦταν ἀνύπαρκτοι.
Ἄλλοι
ὅμως
ἀδύνατοι
Χριστιανοί φοβοῦνταν
νὰ
τὰ
πλησιάσουν, ἐπειδὴ νόμιζαν πὼς ἦσαν ἱερὰ τῶν εἰδώλων.
Ἴσως νομισθεῖ ὅτι
τὸ
πρόβλημα δὲν
μᾶς
ἀφορᾷ. Ὅμως μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία να κατανοήσουμε ἕνα γενικότερο
πρόβλημα κάθε ἐποχῆς. Ὅτι μέσα στήν
Ἐκκλησία
οἱ
Χριστιανοὶ
δὲν
ἔχουν
ὅλοι
τὴν
ἴδια
ὡριμότητα
καί
διάκριση.
Κάθε πιστός ἔχει
τὴν
ἰδιαιτερότητά
του, τὶς
ἀντοχές
του, τὸν
χαρακτήρα του, τὶς
εὐαισθησίες
του. Θὰ
πρέπει λοιπὸν
νὰ
κατανοοῦμε
τὴ
διαφορετικότητα. Βέβαια οἱ
ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ εἶναι γιὰ ὅλους ἴδιες, καὶ ὅλοι μας ἔχουμε τήν ὑποχρέωση
νὰ
τὶς
ἐφαρμόζουμε
ὅλες.
Ὅμως
ὁ
τρόπος ποὺ
ὁ
καθένας θὰ
ἀγωνισθεῖ
γιὰ
νὰ
τὶς
τηρήσει δὲν
εἶναι
ὁ
ἴδιος.
Ὁ
Πνευματικὸς
κάθε πιστοῦ,
μέ τή διάκριση
ποὺ
τοῦ
δίνει ἡ
Χάρις τοῦ
Θεοῦ,
θὰ
δώσει ἀντίστοιχα
προσωπικές ὁδηγίες.
Δὲν
ἀντέχουν
ὅλοι
στὰ
ἴδια
μέτρα καὶ
τὰ
ἴδια
βάρη. Δὲν
μποροῦμε
νὰ
βάζουμε ὡς
κριτήριο πνευματικῆς
ζωῆς
τὸν
ἑαυτό
μας καὶ
νὰ
ἀπαιτοῦμε ἐγωϊστικὰ αὐτὸ ποὺ κάνουμε ἐμεῖς νὰ τὸ κάνουν καὶ οἱ ἄλλοι. Ἀλλὰ νὰ δείχνουμε ἀγάπη, ἀνεκτικότητα, κατανόηση.
Ἀκόμη
καί
νόμιμα δικαιώματά μας κάποτε θὰ
χρειασθεῖ
νὰ
θυσιάσουμε γιά χάρη τῶν ἀδελφῶν μας, ὅπως μᾶς λέγει καὶ στὴ συνέχεια ὁ ἀπόστολος Παῦλος.
2.
ΔΙΑΚΡΙΣΗ
ΑΓΑΠΗΣ
Ἐὰν αὐτὸ ποὺ τρώω, μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γίνεται ἀφορμὴ σκανδάλου καὶ ἁμαρτίας στὸν ἀδελφό μου, «οὐ μή φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω», δὲν θὰ φάω ποτέ κρέας, γιά νά μή
σκανδαλίσω τὸν
ἀδελφό
μου. Γιὰ
τοὺς
ἀσθενεῖς ἀδελφούς μου ἔκανα καὶ κάνω θυσίες τῶν δικαιωμάτων μου. «Οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος; οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος;» Δὲν εἶμαι Ἀπόστολος μέ ἴσα
δικαιώματα μὲ
τοὺς
ἄλλους Ἀποστόλους; Δὲν εἶμαι ἐλεύθερος, ὅπως ὅλοι οἱ Χριστιανοί; Δὲν εἶδα τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Κύριό μας; Καὶ δὲν εἶσθε ἐσεῖς τὸ ἔργο πού
μέ
τή
βοήθεια τοῦ
Κυρίου συνετέλεσα; Ἐὰν
γιὰ
ἄλλους
δὲν
εἶμαι
Ἀπόστολος,
τοὐλάχιστον
ὅμως
εἶμαι
γιὰ
σᾶς.
Διότι «ἡ
σφραγὶς
τῆς
ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ», ἡ σφραγῖδα μὲ τὴν ὁποία πιστοποιεῖται
ἐπίσημα
τὸ
ἀποστολικό
μου ἀξίωμα
εἶστε
μὲ
τὴ
Χάρη
τοῦ
Κυρίου ἐσεῖς, τοὺς ὁποίους ἐγὼ ὡδήγησα στόν
Χριστό.
ΣΤΟ
ἱερὸ κείμενο φαίνεται ξεκάθαρα
τὸ
μεγαλεῖο
τῆς
χριστιανικῆς
ἀγάπης
τοῦ
Παύλου πρὸς
τοὺς
εὐσκανδάλιστους
Χριστιανούς. Τί λέγει; Δὲν
θὰ
φάω κρέας στὸν
αἰῶνα,
θὰ
θυσιάσω καὶ
τὰ
νόμιμα δικαιώματά μου, προκειμένου νὰ
μὴ
σκανδαλίσω τὸν
ἀδελφό
μου. Καὶ
μᾶς
δίνει ἔτσι
ὑπόδειγμα
νὰ
θυσιάζουμε κι ἐμεῖς καὶ θεμιτά δικαιώματά μας, ὅταν αὐτὰ γίνονται
ἀφορμὴ σκανδαλισμοῦ τῶν ἄλλων. Διότι μπορεῖ αὐτὰ ποὺ ἐγὼ κάνω νὰ μὴ μὲ βλάπτουν πνευματικῶς, οἱ ἄλλοι ὅμως νὰ ζημιώνονται.
Σημειώνουμε
μερικά παραδείγματα: Εἶμαι
ἄρρωστος
κι ἔχω
ὁδηγία
ἀπὸ τὸν γιατρὸ καὶ τὸν Πνευματικό μου νὰ καταλύσω τή
νηστεία. Θα φάω λοιπὸν
ἀρτυμένο
φαγητό, ὄχι
ὅμως
ἐνώπιον
τῶν
ἄλλων
σὲ
δημόσιους χώρους, διότι θὰ
σκανδαλισθοῦν
ὅσοι
δὲν
γνωρίζουν τὸ
πρόβλημα τῆς
ὑγείας
μου.
Ἔχω τὴν ἐλευθερία να ντυθῶ ὅπως θέλω. Διότι πιστεύω πὼς αὐτὸ ποὺ προέχει εἶναι νὰ ἔχω καθαρὴ καρδιὰ καὶ πὼς δὲν ἔχουν τόση σημασία τὰ ἐξωτερικά, ἡ ἐμφάνιση
κλπ. Ὅταν
ὅμως
γνωρίζω ὅτι
ἡ
στάση
μου αὐτὴ θὰ σκανδαλίσει κάποιες εὐαίσθητες ψυχές, θὰ πρέπει νὰ περιορίσω τό
δικαίωμά μου αυτό.
Ἀδελφοί, ἂς κάνουμε ὅλοι ἕνα τέτοιο ἀγῶνα ἀγάπης καί
διακρίσεως, καὶ
ὁ
ἅγιος
Θεὸς
θὰ
μᾶς
εὐλογεῖ
πλουσίως.
(Διασκευή ἀπό παλαιό τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ Κύριος· ὅταν ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ' αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ· καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ' ἀλλήλων, ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου· ἐπείνασα γὰρ καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με. τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ καὶ ἤλθομεν πρός σε; καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ' ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ' ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον
τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ· ἐπείνασα γὰρ καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν
λέγω ὑμῖν, ἐφ' ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ
τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.
(Ματθ.
κε΄[25] 31 - 46)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ
(Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Εἶπεν ὁ Κύριος· Ὅταν θά ἔρθει ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου μὲ
τὴ δόξα του καὶ μαζί του ὅλοι
οἱ ἅγιοι ἄγγελοι,
τότε θὰ καθίσει σὲ θρόνο ἔνδοξο
καὶ λαμπρό. Καὶ θὰ
συναχθοῦν μπροστά του ὅλα τὰ ἔθνη,
ὅλοι δηλαδὴ οἱ
ἄνθρωποι πού ἔζησαν ἀπ᾿ τὴν ἀρχή
τῆς δημιουργίας μέχρι τὸ τέλος τοῦ κόσμου. Καὶ
θὰ τοὺς χωρίσει τὸν
ἕνα ἀπὸ
τὸν ἄλλο, ὅπως
ὁ βοσκὸς χωρίζει τὰ
πρόβατα ἀπὸ τὰ
γίδια. Καὶ θὰ τοποθετήσει τοὺς
δικαίους, ποὺ εἶναι ἥμεροι
σὰν τὰ πρόβατα, στὰ
δεξιά του· ἐνῶ τοὺς
ἁμαρτωλούς, ποὺ εἶναι ἀτίθασοι
καὶ ἄτακτοι σὰν
τὰ γίδια, θὰ τοὺς
βάλει στὰ ἀριστερά του. Τότε θὰ πεῖ
ὁ βασιλιὰς σ᾿
ἐκείνους ποὺ θά εἶναι
στὰ δεξιά του: Ἐλᾶτε
ἐσεῖς
ποὺ εἶστε
εὐλογημένοι ἀπὸ
τὸν Πατέρα μου, κληρονομῆστε τὴ βασιλεία ποὺ ἔχει
ἑτοιμαστεῖ γιὰ
σᾶς ἀπὸ τότε ποὺ θεμελιωνόταν ὁ κόσμος. Σᾶς ἀνήκει
λοιπὸν ἡ
κληρονομιὰ αὐτη·
διότι πείνασα καὶ
μοῦ δώσατε νὰ φάω, ἤμουν διψασμένος καὶ μοῦ
δώσατε νὰ πιῶ,
ἤμουν ξένος καὶ δὲν
εἶχα ποῦ νὰ
μείνω καὶ μὲ
περιμαζέψατε στὸ
σπίτι σας, ἤμουν γυμνὸς καὶ
μὲ ντύσατε, ἀρρώστησα καὶ μὲ
ἐπισκεφθήκατε, ἤμουν μέσα στὴ φυλακὴ καὶ
ἤλθατε νὰ μὲ
δεῖτε καὶ νὰ
μὲ παρηγορήσετε. Τότε θὰ τοῦ
ἀποκριθοῦν οἱ
δίκαιοι: Κύριε, πότε σὲ εἴδαμε
πεινασμένο καὶ σὲ
θρέψαμε, ἢ διψασμένο καὶ σοῦ
δώσαμε νὰ πιεῖς;
Καὶ πότε σὲ εἴδαμε
ξένο καὶ σὲ
περιμαζέψαμε, ἢ
γυμνὸ καὶ
σὲ ντύσαμε; Καὶ πότε σὲ εἴδαμε
ἄρρωστο ἢ φυλακισμένο καὶ ἤλθαμε
νὰ σὲ
ἐπισκεφθοῦμε; Τότε θὰ
τοὺς ἀποκριθεῖ
ὁ βασιλιάς: Ἀληθινά σᾶς λέω ὅτι κάθε τὶ ποὺ
κάνατε σ᾿ ἕναν
ἀπὸ
τοὺς φτωχοὺς αὐτοὺς ἀδελφούς
μου ποὺ φαίνονταν ἄσημοι καὶ πολὺ μικροί, τὸ κάνατε σὲ μένα.
Τότε θὰ πεῖ
καὶ σὲ κείνους ποὺ
θὰ εἶναι στὰ
ἀριστερά του: Ἐσεῖς
ποὺ ἀπὸ τὰ
ἔργα σας γίνατε καταραμένοι,
φύγετε μακριὰ ἀπὸ μένα στὸ πῦρ
τὸ αἰώνιο,
ποὺ ἔχει
ἑτοιμασθεῖ γιὰ
τὸν διάβολο καὶ τοὺς
ἀγγέλους του. Διότι πείνασα καὶ δὲν
μοῦ δώσατε νὰ φάω, δίψασα καὶ δὲν
μοῦ δώσατε νὰ πιῶ,
ἤμουν ξένος καὶ δὲν
μὲ περιμαζέψατε νὰ μὲ
φιλοξενήσετε, ἤμουν
γυμνὸς καὶ
δὲν μὲ
ντύσατε, ἤμουν ἄρρωστος καὶ μέσα στὴ φυλακὴ καὶ
δὲν μὲ
ἐπισκεφθήκατε. Τότε θὰ τοῦ
ἀποκριθοῦν κι αὐτοί:
Κύριε, πότε σὲ εἴδαμε
νὰ πεινᾶς ἢ
νὰ διψᾶς ἢ
νὰ εἶσαι
ξένος ἢ γυμνὸς ἢ
ἄρρωστος ἢ φυλακισμένος, καὶ δὲν
σὲ ὑπηρετήσαμε;
Τότε θὰ τοὺς
ἀποκριθεῖ: Ἀληθινὰ σᾶς
λέω, κάθε τί ποὺ
δὲν κάνατε σ᾿ ἕναν
ἀπ᾿
αὐτοὺς
ποὺ ὁ
κόσμος θεωροῦσε πολὺ μικρούς, οὔτε σὲ μένα τὸ κάνατε.
Καὶ θὰ
ὁδηγηθοῦν αὐτοὶ σὲ κόλαση ποὺ
δὲν θὰ ἔχει
τέλος, ἀλλὰ θὰ
εἶναι αἰώνια· ἐνῶ οἱ δίκαιοι θὰ
πᾶνε γιὰ νὰ
ἀπολαύσουν ζωὴ αἰώνια.
