Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026

Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Ε΄ Λ­Ο­Υ­ΚΑ. (ΚΟΣΜΑ ΚΑΙ ΔΑΜΙΑΝΟΥ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

      Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Ε΄ Λ­Ο­Υ­ΚΑ

(ΚΟΣΜΑ ΚΑΙ ΔΑΜΙΑΝΟΥ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ)

(1 Ν­Ο­Ε­Μ­Β­Ρ­Ι­ΟΥ 2026)

 


ΕΩΘΙΝΟΝ ΙΑ΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν ὁ Ἰησοῦς τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, καὶ λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ, Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾶς με πλέον τούτων; λέγει αὐτῷ, Ναὶ Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ, Βόσκε τὰ ἀρνία μου. λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον, Σίμων Ἰωνᾶ ἀγαπᾶς με; Λέγει αὐτῷ, Ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ, Ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον, Σίμων Ἰωνᾶ, φιλεῖς με; ἐλυπήθη ὁ Πέτρος, ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον, φιλεῖς με; καὶ εἶπεν αὐτῷ, Κύριε, σὺ πάντα οἶδας, σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, Βόσκε τὰ πρόβατά μου. ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες σεαυτόν, καὶ περιεπάτεις ὅπου ἤθελες, ὅταν δὲ γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς χεῖράς σου, καὶ ἄλλος σε ζώσει, καὶ οἴσει ὅπου οὐ θέλεις. Τοῦτο δὲ εἶπε, σημαίνων ποίῳ θανάτῳ δοξάσει τὸν Θεόν. Καὶ τοῦτο εἰπών, λέγει αὐτῷ, Ἀκολούθει μοι. Ἐπιστραφεὶς δὲ ὁ Πέτρος βλέπει τὸν μαθητὴν ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς, ἀκολουθοῦντα, ὃς καὶ ἀνέπεσεν ἐν τῷ δείπνῳ ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ καὶ εἶπε, Κύριε, τὶς ἐστιν ὁ παραδιδοὺς σε; τοῦτον ἰδὼν ὁ Πέτρος λέγει τῷ Ἰησοῦ, Κύριε, οὗτος δὲ τὶ; λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς. Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τὶ πρὸς σὲ; σὺ  ἀκολούθει μοι. Ἐξῆλθεν οὖν ὁ λόγος οὗτος εἰς τοὺς ἀδελφούς. Ὃτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνήσκει, καὶ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, ὅτι οὐκ ἀποθνήσκει' ἀλλ' ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τὶ πρὸς σὲ; Οὗτὸς ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων , καὶ γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς ἐστὶν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ. Ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ' ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. Ἀμήν.

(Ἰωάν. κα΄[21] 14 – 25)


ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ  φανερώθηκε ὁ Ἰησοῦς στούς μαθητές του μετά τήν Ἀνάστασή του ἀπό τούς νεκρούς, καὶ λέγει στὸν Σίμωνα Πέτρο: Σίμων, γιέ τοῦ Ἰωνᾶ, μέ ἀγαπᾶς περισσότερο ἀπ᾿ αὐτούς, τούς ἄλλους μαθητές, ὅπως μοῦ ἔλεγες μέ καύχηση τή νύχτα τῆς συλλήψεώς μου; Ὁ Πέτρος τώρα, διδαγμένος ἀπό τό πάθημά του, μέ λόγια ταπεινοφροσύνης τοῦ λέει: Ναί, Κύριε, ἐσύ γνωρίζεις ὅτι σέ ἀγαπῶ. Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς: Βόσκε τά λογικά ἀρνιά τῆς πνευματικῆς μου ποίμνης καί φρόντιζε νά τρέφονται καί νά οἰκοδομοῦνται μέ τή διδασκαλία τῆς ἀλήθειας καί μέ κάθε μέσο πνευματικῆς παιδαγωγίας.  Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς πάλι, γιά δεύτερη φορά: Σίμων, γιέ τοῦ Ἰωνᾶ, μέ ἀγαπᾶς; Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπαντᾶ: Ναί, Κύριε, ἐσύ γνωρίζεις ὅτι σέ ἀγαπῶ. Τοῦ λέει τότε ὁ Ἰησοῦς: Ποίμαινε τά λογικά πρόβατά μου, ἐπιστατώντας καί ἀγρυπνώντας γιά τήν ἀσφάλεια καί τή σωτηρία τους.  Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς γιά τρίτη φορά: Σίμων, γιέ τοῦ Ἰωνᾶ, μέ ἀγαπᾶς; Κι ἐπειδή φαινόταν μέ τή νέα αὐτή ἐρώτηση ὅτι ὁ Διδάσκαλος ἀμφέβαλλε ἀκόμη γιά τήν ἀγάπη τοῦ Πέτρου, λυπήθηκε ὁ Πέτρος πού τόν ρώτησε ὁ Κύριος γιά Τρίτη φορά «μέ ἀγαπᾶς;». Κι ἐπειδή ἡ τριπλή ἄρνηση τόν εἶχε διδάξει νά μήν ἔχει πλέον ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό του, τοῦ εἶπε: Κύριε, ἐσύ ὅλα τά γνωρίζεις, ἐσύ ξέρεις ὅτι σέ ἀγαπῶ. Τοῦ λέει τότε ὁ Ἰησοῦς: Βόσκε τά πρόβατά μου. Κι ἀφοῦ μέ τήν τριπλή αὐτή βεβαίωσή του ὁ Πέτρος ἐπανόρθωσε τό ἁμάρτημα τῆς τριπλῆς ἀρνήσεώς του καί ἀποκαταστάθηκε στό ἀποστολικό ἀξίωμα, ὁ Κύριος, πληροφορώντας τον ὅτι δέν θά τόν ἀρνοῦνταν πλέον, τοῦ προσθέτει:  Ἀληθινά, ἀληθινά σοῦ λέω, ὅταν ἤσουν πιό νέος, ἔδενες μόνος σου τή ζώνη στή μέση σου καί βάδιζες ὅπου ἤθελες. Ὅταν ὅμως γεράσεις, θά ἁπλώσεις τά χέρια σου καί κάποιος ἄλλος θά σέ ζώσει καί θά σέ πάει ἐκεῖ πού δέν θέλεις. Δηλαδή θά σέ ὁδηγήσει στό μαρτύριο, τό ὁποῖο, ἄν καί ἐνδόμυχα θά ἀποδέχεσαι, ἐξαιτίας ὅμως τῆς φυσικῆς ἀποστροφῆς τῶν ἀνθρώπων πρός τό θάνατο φυσικά κι ἐσύ θά τό ἀποστρέφεσαι.  Ὁ Κύριος λοιπόν τό εἶπε αὐτό δηλώνοντας μέ ποιό εἶδος θανάτου θά δόξαζε ὁ Πέτρος τόν Θεό. Κι ἀφοῦ τό εἶπε αὐτό, τοῦ λέει: Ἀκολούθησέ με.  Κι ἐνῶ βάδιζαν, στράφηκε πίσω ὁ Πέτρος καί εἶδε τόν μαθητή πού ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς νά ἀκολουθεῖ κι αὐτός. Ὁ μαθητής αὐτός ἦταν ἐκεῖνος πού στό δεῖπνο εἶχε γείρει πάνω στό στῆθος τοῦ Ἰησοῦ καί εἶχε πεῖ: Κύριε, ποιός εἶναι αὐτός πού πρόκειται νά σέ παραδώσει;  Αὐτόν τόν μαθητή λοιπόν ὅταν τόν εἶδε ὁ Πέτρος, λέει στόν Ἰησοῦ: Κύριε, αὐτός τί θά γίνει καί τί πρόκειται νά τοῦ συμβεῖ στό μέλλον; Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε στόν Πέτρο: Ὑπόθεσε ὅτι θέλω νά μείνει ζωντανός μέχρι νά ἔλθω κατά τή δευτέρα μου παρουσία. Τί σέ ἐνδιαφέρει αὐτό καί τί ἔχεις νά κερδίσεις ἐσύ, ἐάν μάθεις τί θά ἀπογίνει αὐτός; Σύ ἀκολούθα με καί φρόντιζε γιά τή δική σου σωτηρία.  Ἀπό παρανόηση λοιπόν τῶν λόγων αὐτῶν τοῦ Ἰησοῦ διαδόθηκε μεταξύ τῶν ἀδελφῶν Χριστιανῶν ἡ φήμη αὐτή, ὅτι δηλαδή ὁ μαθητής ἐκεῖνος δέν θά πεθάνει. Ὅμως ὁ Ἰησοῦς δέν εἶπε στόν Πέτρο ὅτι ὁ μαθητής αὐτός δέν θά πεθάνει, ἀλλά εἶπε ὑποθετικά: Ἐάν αὐτός θέλω νά μείνει ζωντανός μέχρι νά ξαναέλθω, ἐσένα τί σέ νοιάζει; Ὁ μαθητής ἐκεῖνος εἶναι αὐτός πού ἐξακολουθεῖ καί τώρα  νά δίνει μαρτυρία γιά τά γεγονότα πού ἱστοροῦνται στό Εὐαγγέλιο αὐτό, καί αὐτός τά κατέγραψε. Καί γνωρίζουμε ὅτι ἡ μαρτυρία του εἶναι ἀληθινή.  Ὑπάρχουν ὅμως καί πολλά ἄλλα πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, τά ὁποῖα, ἄν γράφονταν λεπτομερειακά, ἕνα-ἕνα, νομίζω ὅτι οὔτε ὁλόκληρος ὁ κόσμος μέ ὅλες τίς βιβλιοθῆκες του δέν θά χωροῦσε τά βιβλία πού θά ἔπρεπε νά γραφοῦν. Πραγματικά.

 

Ο Α­Π­Ο­Σ­Τ­Ο­Λ­ΟΣ (Τ­ΩΝ ΑΓΙΩΝ)    

Ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους. Καὶ οὓς μὲν ἔθετο ὁ θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν. Μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; Μὴ πάντες δυνάμεις; Μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; Μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσι; Μὴ πάντες διερμηνεύουσι; Ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα. Καὶ ἔτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι. ᾿Εὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι. Καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσομαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. ῾Η ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει.                       

         (Α΄ Κορινθ. ιβ΄ [12] 27 – ιγ΄[13] 8)

 

ΣΚΕΨΕΙΣ - ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ - ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΙ

Πρὸς τιμὴν τῶν ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ διαβάζεται σήμερα στούς ναούς μας τὸ  ̓Αποστολικὸ ἀνάγνωσμα. 

Οἱ ἅγιοι Ἀνάργυροι ἦσαν γιατροί. Αὐτὸ ἦταν τὸ ἐπάγγελμά τους. Μὲ ἐπιμέλεια μεγάλη φρόντιζαν νά θεραπεύουν τίς ποικίλες ἀρρώστιες τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ οἱ ἅγιοι εἶχαν καί ἕνα ἄλλο προσόν, σπάνιο καί θαυμαστό. Λόγῳ τῆς ἁγιότητός τους εἶχαν λάβει ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸ χάρισμα τῶν ἰαμάτων, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ θεραπεύουν κάθε ἀσθένεια. Ἔτσι, ἐκεῖ ποὺ ἡ ἰατρική τους ἐπιστήμη σταματοῦσε, οἱ Ἅγιοι συνέχιζαν θεραπεύοντας θαυματουργικά τίς δύσκολες καὶ ἀθεράπευτες ἐπιστημονικὰ ἀσθένειες. Αὐτὸ τὸ θαυματουργικό τους χάρισμα ἔχει άμεση σχέση μὲ τὸ πρῶτο μέρος τοῦ Ἀποστολικοῦ άναγνώσματος, τὸ ὁποῖο κάνει λόγο γιά τά χαρίσματα, ποὺ τὸ  ̔́Αγιο Πνεῦμα δίνει στους πιστούς. 

Εἶχαν ὅμως καί κάτι ἀκόμη ἰδιαίτερο καὶ χαρακτηριστικό οἱ Ἅγιοι. Ποιό; Ἦσαν ἀνάργυροι. Τί σημαίνει αὐτό; Σημαίνει ὅτι τὸ ἰατρικό τους ἐπάγγελμα τὸ ἐξασκοῦσαν δωρεάν. Δὲν ἔπαιρναν ἀργύρια, χρήματα ἀπὸ τοὺς ἀρρώστους, ποὺ ἔκαναν καλά. Συχνά μάλιστα, ὅταν διεπίστωναν πὼς ὁ ἄρρωστος εἶναι φτωχός, τοῦ ἔδιναν οἱ ἴδιοι χρήματα. 

Αὐτό σημαίνει πὼς ἦσαν οἱ ἄνθρωποι τῆς ἔμπρακτης ἀγάπης, ὅπως τὴν περιγράφει στο δεύτερο μέρος τοῦ ἀναγνώσματός μας ὁ ἀπόστολος Παῦλος, στὸν ὑπέροχο «ὕμνο τῆς ἀγάπης», όπως λέγεται. 

Ἄς τρέχουμε λοιπόν κοντά τους οἱ πιστοί, καὶ ἂς ζητοῦμε μὲ πίστη τὴ θαυματουργική τους χάρη, ὅταν κάποια ἀσθένεια μᾶς βασανίζει. Οἱ φιλεύσπλαγχνοι Ἅγιοι θὰ μᾶς βοηθοῦν καί πάλι δωρεάν! 

Ἄς παρακαλοῦμε δέ τόν Κύριό μας νά άναδεικνύει καὶ σήμερα, σὲ μιὰ ἐποχή, ποὺ τὸ χρῆμα ἔχει θεοποιηθεῖ, καὶ νέους ἀναργύρους γιατρούς, μιμητὲς τῶν ἁγίων Αναργύρων, 

2. Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Βασίλισσα τῶν ἀρετῶν ἀναδεικνύει τὴν ἀγάπη στὸ ἀνάγνωσμά μας ὁ ἀπόστολος Παῦλος, συγκρίνοντάς την μὲ ὅλα τὰ θεωρούμενα μεγάλα χαρίσματα καί τίς μεγαλύτερες ἀρετές. Σταδιακά, σὲ ἕνα κλιμακωτό σχῆμα, διαβεβαιώνει ὅτι, ἀκόμη κι ἂν ἔχει κανεὶς τὸ χάρισμα ἀπό τόν Θεό νά μιλάει ὅλες τίς γλῶσσες τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀκόμη κι ἂν ἔχει προφητικό χάρισμα καὶ ὅλη τὴ θεολογικὴ γνῶση, ἀκόμη κι ἂν ἔχει τέτοια θαυματουργική πίστη, ὥστε νὰ μετακινεῖ καὶ βουνά, ἀκόμη κι ἂν μοιράσει ὅλη τὴν περιουσία του στοὺς φτωχούς, ακόμη κι ἂν πέσει στὴ φωτιὰ καὶ καεῖ, ἂν δὲν ἔχει ἀγάπη, ὅλα αὐτὰ ἀποδεικνύονται ἀσήμαντα καὶ μηδαμινά! 

Συγκλονιστικά τά λόγια τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου! Καὶ τὴν περιουσία του νά μοιράσει κανείς καί τή ζωή του νὰ θυσιάσει, ἂν δὲν ἔχει ἀγάπη, ἀλλὰ τὰ κάνει π.χ. ἀπὸ κενοδοξία καὶ ἐγωϊσμό, καμμιὰ ἀπολύτως ἀξία δὲν ἔχουν! Ὁ Θεὸς δὲν κρίνει μόνο ἐξωτερικά τά ἔργα μας, ἀλλὰ ἐξετάζει καὶ τὰ κίνητρα καὶ τις διαθέσεις μας. 

Κι ἐπειδὴ πολλοὶ ἀπὸ μᾶς μπορεῖ νὰ νομίζουμε πώς ἔχουμε ἀγάπη, ἐνῷ βρισκόμαστε πολύ μακριά της, ἂς προσπαθήσουμε νὰ τὴν γνωρίσουμε ἀνεβαίνοντας στά σκαλοπάτια της μαζὶ μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, καὶ ἀνακρίνοντας σὲ καθένα ἀπό αὐτὰ τὸν ἑαυτό μας. 

3. ΤΑ ΔΕΚΑΕΞΙ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ

Δεκαέξι συνολικά σκαλοπάτια στὴν ἀνάβαση τῆς ἀγάπης μᾶς παρουσιάζει στή συνέχεια ὁ Απόστολος. Τί λέγει; 

• «Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ». Αὐτό σημαίνει πώς, ὅποιος ἔχει ἀγάπη, ἔχει καὶ πλατειά καρδιά, ποὺ ἀνέχεται καὶ ὑπομένει ὅλες τὶς ἀδικίες και συκοφαντίες και περιφρονήσεις ποὺ τοῦ γίνονται. 

• «Χρηστεύεται». Ὄχι μόνο δὲν ἀγανακτεῖ αὐτὸς ποὺ ἔχει ἀγάπη, ἀλλὰ καὶ κυττάζει νά φανεῖ χρήσιμος στὸν καθένα καὶ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀδίκησαν. 

• «Ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ». Δὲν ζηλεύει, δὲν φθονεῖ, δὲν λυπᾶται, ὅταν κάποιος άλλος προτιμᾶται, ἀνεβαίνει καὶ κερδίζῃ τὴν ἐκτίμηση τῶν ἄλλων. 

• «Ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται». Ὅποιος ἔχει ἀγάπη, δὲν φέρεται μὲ ἀλαζονεία, δὲν προβάλλει τὸν ἑαυτό του. 

• «Οὐ φυσιοῦται». Δὲν φουσκώνει ἀπὸ ὑπερηφάνεια. Δὲν παίρνει ὕφος δῆθεν σπου- δαίου ανθρώπου. 

• «Οὐκ ἀσχημονεῖ». Δὲν φέρεται μὲ ἄσχημο τρόπο, ἀλλὰ μὲ σεβασμὸ καὶ τιμή, μὲ εὐγένεια καὶ καλωσύνη πρὸς ὅλους. 

• «Οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς». Ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀγάπης δὲν κυττάζει τὸ συμφέρον του, τὴν δική του τακτοποίηση καὶ ξεκούραση, ἀλλὰ τοῦ ἀδελφοῦ. 

• «Οὐ παροξύνεται». Δεν θυμώνει! Δὲν ἐκνευρίζεται! 

• «Οὐ λογίζεται τὸ κακόν». Δὲν βάζει ποτέ κακὸ στὸ νοῦ του, παρατηρώντας τὶς ἐνέργειες τοῦ πλησίον του, οὔτε λογαριάζει τὸ κακὸ ποὺ τοῦ ἔγινε. 

• «Οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ». Δεν χαίρεται, ὅταν βλέπει νὰ γίνονται ἀδικίες. 

• «Συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ». Χαίρεται ὅμως, ὅταν βλέπει νὰ ἐπικρατεῖ ἡ ἀλήθεια. 

• «Πάντα στέγει». Ὅποιος ἔχει ἀγάπη, σκεπάζει τίς ἀδυναμίες τῶν ἀδελφῶν του καὶ δὲν τὶς φανερώνει γιὰ νὰ τοὺς ἐξευτελίσει. 

• «Πάντα πιστεύει». Προδιατίθεται μὲ εὐμένεια καὶ ἐμπιστοσύνη ἀπέναντι τῶν ἄλλων. Δὲν τοὺς ὑποψιάζεται. 

• «Πάντα ἐλπίζει». Δὲν ἀπελπίζεται γιὰ τὴν καλυτέρευση τοῦ ἀδελφοῦ, ἀλλά πάντα διατηρεῖ τὴν ἐλπίδα ὅτι αὐτὸς θὰ διορθωθεῖ.

 • «Πάντα ὑπομένει». Ὑπομένει τά πάντα γιὰ χάρη τοῦ ἀδελφοῦ. 

 • «Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει». Ἡ ἀγάπη δὲν ξεπέφτει ποτέ. Ποτὲ δὲν χάνεται. Ποτὲ δὲν μαραίνεται. Ἡ ἀγάπη εἶναι αἰώνια. 

Τώρα, κυττάζοντας μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν ὑπέροχο πνευματικό καθρέφτη τὸν ἑαυτό μας, διαπιστώνουμε εὔκολα πόσο ἀπέχουμε ἐμεῖς ἀπὸ αὐτὴ τὴν γνήσια χριστιανική ἀγάπη, ὅπως τὴν περιέγραψε ὁ φλογερὸς  ̓Απόστολος τοῦ Χριστοῦ μας. Αὐτὸ ὅμως – ἂν συμβαίνει – σημαίνει πώς εἴμαστε μακριὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, γιατί, ὅποιος δὲν ἀγαπάει, δὲν γνωρίζει τὸν Θεό. 

Νὰ παρακαλοῦμε λοιπὸν τὸν Κύριο, τὴν πηγὴ τῆς ἀγάπης, νὰ μᾶς βάλει μέσα στὸν παράδεισο τῆς ἀγάπης. Νὰ μᾶς χαρίσει τὴν ΑΓΑΠΗ, δηλαδὴ τὸν ἑαυτό του, διότι «ό Θεός ἀγάπη ἐστί»! 

  (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶπεν ὁ Κύριος. Ἄν­θρω­πος τις ἦν πλο­ύ­σι­ος, καὶ ἐ­νε­δι­δύ­σκε­το πορ­φύ­ραν καὶ βύσ­σον εὐ­φραι­νό­με­νος κα­θ' ἡ­μέ­ραν λαμ­πρῶς. πτω­χὸς δέ τις ἦν ὀ­νό­μα­τι Λάζαρος, ὃς ἐ­βέ­βλη­το πρὸς τὸν πυ­λῶ­να αὐ­τοῦ ἡλ­κω­μέ­νος καὶ ἐ­πι­θυ­μῶν χορ­τα­σθῆ­ναι ἀ­πὸ τῶν ψι­χί­ων τῶν πι­πτόν­των ἀ­πὸ τῆς τρα­πέ­ζης τοῦ πλου­σί­ου· ἀλ­λὰ καὶ οἱ κύ­νες ἐρχό­με­νοι ἀ­πέ­λει­χον τὰ ἕλ­κη αὐ­τοῦ. ἐ­γέ­νε­το δὲ ἀ­πο­θα­νεῖν τὸν πτω­χὸν καὶ ἀ­πε­νε­χθῆ­ναι αὐ­τὸν ὑ­πὸ τῶν ἀγ­γέ­λων εἰς τὸν κόλ­πον Ἀ­βρα­άμ· ἀ­πέ­θα­νε δὲ καὶ ὁ πλο­ύ­σι­ος καὶ ἐ­τά­φη. καὶ ἐν τῷ ᾅ­δῃ ἐ­πά­ρας τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς αὐ­τοῦ, ὑ­πάρ­χων ἐν βα­σά­νοις, ὁ­ρᾷ τόν Ἀ­βρα­ὰμ ἀ­πὸ μα­κρό­θεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλ­ποις αὐ­τοῦ. καὶ αὐ­τὸς φω­νή­σας εἶ­πε· πά­τερ Ἀ­βρα­άμ, ἐ­λέ­η­σόν με καὶ πέμ­ψον Λάζαρον ἵ­να βά­ψῃ τὸ ἄ­κρον τοῦ δα­κτύ­λου αὐ­τοῦ ὕ­δα­τος καὶ κα­τα­ψύ­ξῃ τὴν γλῶσ­σάν μου, ὅ­τι ὀ­δυ­νῶ­μαι ἐν τῇ φλο­γὶ τα­ύ­τῃ. εἶ­πε δὲ Ἀ­βρα­άμ· τέ­κνον, μνή­σθη­τι ὅ­τι ἀ­πέ­λα­βες σὺ τὰ ἀ­γα­θά σου ἐν τῇ ζω­ῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁ­μο­ί­ως τὰ κα­κά· νῦν δὲ ὧ­δε πα­ρα­κα­λεῖ­ται, σὺ δὲ ὀ­δυ­νᾶ­σαι· καὶ ἐ­πὶ πᾶ­σι το­ύ­τοις με­τα­ξὺ ἡ­μῶν καὶ ὑ­μῶν χά­σμα μέ­γα ἐ­στή­ρι­κται, ὅ­πως οἱ θέ­λον­τες δι­α­βῆ­ναι ἔν­θεν πρὸς ὑ­μᾶς μὴ δύ­νων­ται, μη­δὲ οἱ ἐ­κεῖ­θεν πρὸς ἡ­μᾶς δι­α­πε­ρῶ­σιν. εἶ­πε δέ· ἐ­ρω­τῶ οὖν σε, πά­τερ, ἵ­να πέμ­ψῃς αὐ­τὸν εἰς τὸν οἶ­κον τοῦ πα­τρός μου· ἔ­χω γὰρ πέν­τε ἀ­δελ­φο­ύς· ὅ­πως δι­α­μαρ­τύ­ρη­ται αὐ­τοῖς, ἵ­να μὴ καὶ αὐ­τοὶ ἔλ­θω­σιν εἰς τὸν τό­πον τοῦ­τον τῆς βα­σά­νου. λέ­γει αὐ­τῷ Ἀ­βρα­άμ· ἔ­χου­σι Μω­ϋ­σέ­α καὶ τοὺς προ­φή­τας· ἀ­κου­σά­τω­σαν αὐ­τῶν. ὁ δὲ εἶ­πεν· οὐ­χί, πά­τερ Ἀβραάμ, ἀλλ' ἐ­άν τις ἀ­πὸ νε­κρῶν πο­ρευ­θῇ πρὸς αὐ­τοὺς, με­τα­νο­ή­σου­σιν. εἶ­πε δὲ αὐ­τῷ· εἰ Μω­ϋ­σέ­ως καὶ τῶν προ­φη­τῶν οὐκ ἀ­κο­ύ­ου­σιν, οὐ­δὲ ἐ­άν τις ἐκ νε­κρῶν ἀ­να­στῇ πει­σθή­σον­ται.

                                          (Λουκ. ιστ΄ [16] 19 – 31)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Εἶπε ὁ Κύριος τήν πιο κάτω παραβολὴ: Ὑ­πῆρ­χε κά­ποι­ος πλού­σιος ἄν­θρω­πος, ὁ ὁποῖος φο­ροῦ­σε βα­σι­λι­κὰ ἐν­δύ­μα­τα. Ἀ­π' ἔ­ξω φο­ροῦ­σε ἕ­να μάλ­λι­νο κόκ­κι­νο καὶ πα­νά­κρι­βο ροῦ­χο, κι ἀ­πὸ μέ­σα φο­ροῦ­σε λευ­κὸ χι­τώ­να πο­λυ­τε­λῆ ἀ­πὸ λε­πτὸ αἰ­γυ­πτια­κὸ λι­νά­ρι. Καὶ δι­α­σκέ­δα­ζε σὲ πλού­σια συμ­πό­σια κά­θε μέ­ρα μὲ με­γα­λο­πρέ­πεια. Ἦ­ταν ὅ­μως καὶ κά­ποι­ος φτω­χὸς πού λε­γόταν Λά­ζα­ρος, ὁ ὁποῖος ἦ­ταν γε­μά­τος πλη­γὲς καὶ πα­ρα­πε­τα­μέ­νος κον­τὰ στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα τοῦ πλου­σί­ου. Καὶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ χορ­τά­σει ἀ­πὸ τὰ ψί­χου­λα πού ἔ­πε­φταν ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι τοῦ πλου­σί­ου. Ἀλλά σάν νὰ μὴν τοῦ ἔφτανε ἡ στέ­ρη­ση του αὐ­τή, κα­θὼς ἦ­ταν καὶ σχε­δὸν γυ­μνός, ἔρ­χον­ταν καὶ οἱ σκύ­λοι καὶ ἔ­γλει­φαν τὶς πλη­γές του. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ ὅ­μως ὁ Λά­ζα­ρος δὲν ἔ­βγα­ζε ἀ­πὸ τὸ στό­μα του οὔτε τὴν πα­ρα­μι­κρὴ λέ­ξη πα­ρα­πό­νου ἐ­ναν­τί­ον τοῦ πλου­σί­ου ἢ κά­ποι­ο γογ­γυ­σμὸ ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Θεοῦ. Κά­πο­τε λοι­πὸν πέ­θα­νε ὁ φτω­χός, καὶ οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ τὸν με­τέ­φε­ραν στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ Ἀ­βρα­άμ, γιὰ νὰ βρεῖ ἀ­νά­παυ­ση ἐκεῖ μέ­σα στὸν πα­ρά­δει­σο. Πέ­θα­νε κά­πο­τε καὶ ὁ πλού­σιος, καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι τὸν ἔ­θα­ψαν μὲ με­γα­λο­πρέ­πεια. Που­θε­νὰ ὅ­μως δὲν φά­νη­καν γι' αὐ­τὸν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. Καὶ στὸν τό­πο τοῦ Ἅ­δη, κα­θὼς βα­σα­νι­ζό­ταν, σή­κω­σε τὰ μά­τια του καὶ εἶ­δε ἀ­πὸ μα­κριὰ τὸν Ἀ­βρα­ὰμ καὶ τὸν Λά­ζα­ρο νὰ εἶ­ναι στὴν ἀγ­κα­λιά του. Αὐ­τὸς λοι­πὸν πού στὴ γῆ τὰ εἶ­χε ὅ­λα καὶ δὲν πα­ρα­κα­λοῦ­σε κα­νέ­να νὰ τὸν βο­η­θή­σει, φώ­να­ξε τώ­ρα καὶ εἶ­πε· Πα­τέ­ρα μου Ἀ­βρα­άμ, σπλα­χνί­σου με. Λυ­πή­σου με καὶ στεῖ­λε τὸν Λά­ζα­ρο νὰ βρέ­ξει μὲ νε­ρὸ τὴν ἄ­κρη τοῦ δακτύλου του καὶ νὰ δρο­σί­σει τὴ γλώσ­σα μου, δι­ό­τι βα­σα­νί­ζο­μαι καὶ ὑ­πο­φέ­ρω μέ­σα σ’ αὐτή τή φωτιά. Ὁ Ἀ­βρα­ὰμ ὅ­μως τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: Παι­δί μου, θυμήσου ὅτι ἐσύ ἀ­πό­λαυ­σες μὲ τὸ πα­ρα­πά­νω τὰ ἀγαθά σου ὅ­ταν ζοῦ­σες στὴ γῆ. Ἐ­νῶ ὁ Λά­ζα­ρος ἀ­πό­λαυ­σε τὰ κα­κά τῆς δυ­στυ­χί­ας καὶ τῆς ἀσθένειάς του. Τώ­ρα ὅ­μως ἐ­δῶ ὁ Λά­ζα­ρος πα­ρη­γο­ρεῖ­ται γι' αὐ­τὰ πού ὑ­πέ­φε­ρε τό­τε συ­νε­χῶς, ἐ­νῶ ἐσύ ὑ­πο­φέ­ρεις καὶ βασανί­ζε­σαι χω­ρὶς δι­α­κο­πή, ὅ­πως ἀ­δι­ά­κο­πη καὶ συνεχής ἦ­ταν ἡ εὐ­τυ­χί­α σου πά­νω στὴ γῆ. Κι ἐκτός ἀπ’ ὅ­λα αὐ­τὰ ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σά μας χά­σμα, ὥ­στε αὐ­τοὶ πού θέ­λουν νὰ δια­βοῦν ἀ­πὸ ἐ­δῶ πρός ἐσᾶς νὰ μὴν μπο­ροῦν, ἀλλά οὔ­τε κι ὅ­σοι εἶ­ναι ἀ­πὸ ἐκεῖ νὰ μπο­ροῦν νὰ πε­ρά­σουν ἀ­πέ­ναν­τι σέ μᾶς. Εἶ­πε πά­λι ὁ πλού­σιος: Ἀ­φοῦ κά­θε ἄν­θρω­πος πού ἔ­μει­νε ἀ­με­τα­νό­η­τος στὴν ἐ­πί­γεια ζω­ή του, με­τὰ τὸ θάνατό του δὲν ἔ­χει πλέ­ον κα­μί­α ἐλ­πί­δα, σὲ πα­ρα­κα­λῶ λοι­πόν, πά­τερ, στεῖ­λε τὸν Λά­ζα­ρο στὸ σπί­τι τοῦ πατέρα μου. Δι­ό­τι ἔ­χω πέν­τε ἀ­δελ­φούς. Στεῖ­λε τον νὰ τοὺς βε­βαιώσει  ὡς αὐ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας γιὰ ὅ­σα συμ­βαί­νουν ἐδώ γιὰ νὰ μὴν ἔλ­θουν κι αὐ­τοὶ στὸν τό­πο αὐ­τὸ τῆς τι­μωρίας καί τῶν βα­σά­νων πού βρίσκομαι ἐγώ. Τοῦ λέει ὁ Ἀ­βρα­άμ: Ἔ­χουν τὸν Μω­υ­σῆ καὶ τούς προφῆτες πού τοὺς βε­βαι­ώ­νουν γι' αὐ­τά. Ἂς ἀκούσουν ἐ­κεί­νους. Ἐ­κεῖ­νος τό­τε τοῦ εἶ­πε: Ὄ­χι, πά­τερ Ἀ­βρα­άμ, δὲν θὰ ὑ­πα­κού­σουν στὸ Μω­υ­σῆ καὶ στοὺς προ­φῆ­τες. Ἐ­ὰν ὅ­μως πά­ει σ' αὐ­τοὺς κά­ποι­ος ἀ­πό τους νε­κρούς, θὰ με­τα­νο­ή­σουν. Τοῦ εἶ­πε τό­τε ὁ Ἀ­βρα­άμ: Ἐ­ὰν δὲν ἔ­χουν τὴν κα­λὴ δι­ά­θε­ση νὰ ὑ­πα­κού­σουν στὸ Μω­υ­σῆ καὶ στοὺς προ­φῆ­τες, δὲν θὰ πεισθοῦν, ἀ­κό­μη κι ἂν ἀ­να­στη­θεῖ κά­ποι­ος ἀ­πό τους νε­κρούς. Δι­ό­τι, ὅ­ταν ἀ­το­νή­σει ἡ πρώ­τη τους ἐν­τύ­πω­ση ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­στα­ση, θὰ ἐ­πα­νέλ­θουν πά­λι στὴν προ­η­γού­μενή τους σκλη­ρό­τη­τα.