Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(14 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026)



ΕΩΘΙΝΟΝ Β΄

Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, Μαρία Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν τὸν Ἰησοῦν. Καὶ λίαν πρωΐ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς, Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται λίθος, ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον, εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. δὲ λέγει αὐταῖς, Μὴ ἐκθαμβεῖσθε, Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον, ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὦδε, ἴδε, τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν, ἀλλ' ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ, ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου, εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον, ἐφοβοῦντο γάρ.

(Μᾶρκ. ιϚ΄[16] 1 – 8)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἀφοῦ πέρασε τό Σάββατο, Μαρία Μαγδαληνή καί Μαρία μητέρα τοῦ Ἰακώβου καί Σαλώμη ἀγόρασαν τό βράδυ τοῦ Σαββάτου ἀρώματα, γιά νά ἔλθουν τό πρωί στόν τάφο καί νά ἀλείψουν τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Καί πολύ πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται στό μνημεῖο τήν ὥρα πού ἥλιος ἄρχισε νά διαλύει τό πρωινό σκοτάδι, καθώς πῆρε ν᾿ ἀνατέλλει κάτω ἀπ᾿ τόν ὁρίζοντα. Κι ἔλεγαν μεταξύ τους: Ποιός θά μᾶς κυλίσει τή μεγάλη πέτρα μακριά ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ μνημείου; Μόλις ὅμως ἔστρεψαν τά μάτια τους πρός τά ἐκεῖ, εἶδαν ὅτι εἶχε μετατοπισθεῖ ἡ πέτρα μακριά ἀπ᾿ τό μνημεῖο. Καί τά ἔλεγαν αὐτά μεταξύ τους, διότι ἡ πέτρα αὐτή ἦταν πολύ μεγάλη καί δέν ἦταν εὔκολο νά μετακινηθεῖ. Κι ἀφοῦ μπῆκαν στό μνημεῖο, εἶδαν ἕνα νέο πού καθόταν στά δεξιά τοῦ μνημείου καί ἦταν ντυμένος μέ λευκή στολή, καί γέμισαν μέ τρόμο καί κατάπληξη. Αὐτός ὅμως τούς εἶπε: Μήν τρομάζετε καί μή φοβάστε. Ξέρω ποιόν ζητᾶτε. Ζητᾶτε τόν Ἰησοῦ τόν Ναζαρηνό τόν ἐσταυρωμένο. Ἀναστήθηκε. Δέν εἶναι ἐδῶ. Νά, εἶναι ἀδειανό τό μέρος πού τόν ἔβαλαν. Ἀλλά πηγαίνετε καί πέστε στούς μαθητές του καί ἰδιαιτέρως στόν Πέτρο, πού ἔχει ἀνάγκη παρηγοριᾶς καί βεβαιώσεως ὅτι συγχωρήθηκε γιά τήν ἄρνησή του, ὅτι πηγαίνει πρίν ἀπό σᾶς στή Γαλιλαία καί σᾶς περιμένει ἐκεῖ. Ἐκεῖ θά τόν δεῖτε, ὅπως σᾶς τό εἶπε πρίν σταυρωθεῖ. Ἐκεῖνες τότε βγῆκαν κι ἔφυγαν ἀπό τό μνημεῖο. Ἦταν μάλιστα γεμάτες τρόμο καί ἔκσταση. Δέν εἶπαν ὅμως τίποτε σέ κανένα, διότι ἦταν φοβισμένες.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Ἀ­δελ­φοί, δό­ξα καὶ τι­μὴ καὶ εἰ­ρή­νη παν­τὶ τῷ ἐρ­γα­ζο­μέ­νῳ τὸ ἀ­γα­θόν, ᾿Ι­ου­δα­ί­ῳ τε πρῶ­τον καὶ ῞Ελ­λη­νι· οὐ γάρ ἐ­στι προ­σω­πο­λη­ψί­α πα­ρὰ τῷ Θε­ῷ. Ὅ­σοι γὰρ ἀ­νό­μως ἥ­μαρ­τον, ἀ­νό­μως καὶ ἀ­πο­λοῦν­ται· καὶ ὅ­σοι ἐν νό­μῳ ἥ­μαρ­τον, διὰ νό­μου κρι­θή­σον­ται. Οὐ γὰρ οἱ ἀ­κρο­α­ταὶ τοῦ νό­μου δί­και­οι πα­ρὰ τῷ Θε­ῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποι­η­ταὶ τοῦ νό­μου δι­και­ω­θή­σον­ται. Ὅ­ταν γὰρ ἔ­θνη τὰ μὴ νό­μον ἔ­χον­τα φύ­σει τὰ τοῦ νό­μου ποι­ῇ, οὗ­τοι νό­μον μὴ ἔ­χον­τες ἑ­αυ­τοῖς εἰ­σι νό­μος, οἵ­τι­νες ἐν­δε­ί­κνυν­ται τὸ ἔρ­γον τοῦ νό­μου γρα­πτὸν ἐν ταῖς καρ­δί­αις αὐ­τῶν, συμ­μαρ­τυ­ρο­ύ­σης αὐ­τῶν τῆς συ­νει­δή­σε­ως καὶ με­τα­ξὺ ἀλ­λή­λων τῶν λο­γι­σμῶν κα­τη­γο­ρούν­των ἢ καὶ ἀ­πο­λο­γου­μέ­νων - ἐν ἡ­μέ­ρᾳ ὅ­τε κρι­νεῖ ὁ Θε­ὸς τὰ κρυ­πτὰ τῶν ἀν­θρώ­πων κα­τὰ τὸ εὐ­αγ­γέ­λι­όν μου διὰ ᾿Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ.           

          (Ρωμ.β΄[2] 10 - 16)

 

ΘΑ ΣΩΘΟΥΝ ΟΙ ΜΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ;

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ

1. ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

να ρώτημα πού τίθεται συχν π πολλος κα προβληματίζει ρκετος εναι τ ξς: Τί θ γίνουν λα ατ τ κατομμύρια τν νθρώπων πο δν εναι Χριστιανοί, πο δν γνώρισαν τν λήθεια; Θ πνε λοι στήν κόλαση; Εναι δυνατν Θες λους ατος ν τος φήσει ν χαθον; πάντηση στ μεγάλο ατ ρώτημα μς δίνει πόστολος Παλος στ σημεριν ποστολικό νάγνωσμα. Μς λέει λοιπν τι κάθε νθρωπος πο ργάζεται τ γαθό, ετε εναι ουδαος ετε εναι εδωλολάτρης, θ λάβει π τν Θε δόξα, τιμ κα ερήνη. 

Διότι Θες δν κάνει διακρίσεις. Γι᾿ ατό, σοι μάρτησαν χωρς ν χουν γνωρίσει τόν γραπτό νόμο το Θεο, τν γία Γραφή, θά κριθον χωρς ν ληφθε πόψη νόμος ατός. ντίθετα, σοι μάρτησαν, ν εχαν γνωρίσει τν νόμο το Θεο, ατο «δι νόμου κριθήσονται», θ κριθον μ βάση τν νόμο αυτό. 

ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ λοιπν π τ ποστολικ κείμενο εναι τι Θες θ κρίνει λους τος νθρώπους μ κρα δικαιοσύνη. Κανέναν δν θ δικήσει. Δν θ τος κρίνει μως λους μ τν διο τρόπο. Δν μπορε ν κριθε μ τ δια κριτήρια νας πο δν κουσε ποτέ γι θεο νόμο, γάπη κα ρετή, μ ναν πο γνώρισε τν Χριστ κα ζησε στην κοινωνία τς Χάριτος κα το γιασμο.

μες μως πο γνωρίσαμε τόν Χριστ κα τν λήθειά Του, μες πο τόσα γευθήκαμε, χουμε μεγάλη εθύνη. Μς δωσε πολλ Θες κα θ μς ζητήσει πολλά. Μή συγκρίνουμε λοιπν τος αυτούς μας μ τος νθρώπους πο ζον μέσα στν γνοια. μες γνωρίζουμε κα πολαμβάνουμε τίς δωρες το Θεο. γωνιζόμαστε χοντας πειρα φόδια στν πνευματικό μας γνα. Ξέρουμε τόν δρόμο μας, ξέρουμε τό συμφέρον μας, ξέρουμε κα τόν προορισμό μας. Κα θ εναι πραγματικά τραγικό γιά μς πο εμαστε τόσο πολ εεργετημένοι π τν Θεό, ν πεμπολήσουμε τή Χάρη κα τν γάπη Του. 

μες λοιπν θ κριθομε μ βάση τ Εαγγέλιο καί τίς δωρες πο δεχθήκαμε. Ατο μως πο δν γνώρισαν τν νόμο το Θεο, μ ποι κριτήριο θ κριθον; Ατό μς τ λέει στή συνέχεια θεος Απόστολος. 

2. Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ

λοι θ κριθομε, μς λέει. Κανείς δν θ ξαιρεθε. λλωστε, δίκαιοι νώπιον το Θεο θ ναγνωρισθον χι ο «κροαταί», ατο πο πλς κον τν θεο νόμο, λλ «ο ποιηταί», ατο πο τν φαρμόζουν. Διότι ταν εσεβες θνικοί, ν δν χουν γραπτό νόμο το Θεο, «φύσει τ το νόμου ποι», νστικτωδς φαρμόζουν ατ πο διατάσσει γραπτός νόμος, ατοί, «νόμον μ χοντες, αυτος εσι νόμος». ν κα δν χουν γραπτ νόμο, χουν γι νόμο τή συνείδησή τους. 

Τ ργο που κάνει νόμος ν διαφωτίζει τος νθρώπους στ ν διακρίνουν τ γαθ π τ κακό, ο θνικο ατο τ χουν γραμμένο στίς καρδιές τους. Διότι μιά φωνή μέσα τους, συνείδησή τους, τος δίνει μαρτυρία γιά κάθε πρξη. Κα ο λογισμοί μεταξύ τους βρίσκονται σ ντιπαράθεση κατηγορον κα πολογονται. 

Θ νακηρυχθον λοιπν δίκαιοι ο τηρητές το νόμου, κατ τν μέρα πο θ κρίνει Θες τς πόκρυφες πράξεις τν νθρώπων. Κα πέρτατος κριτής, ποος θ τς κρίνει, θ εναι Κύριος ησος Χριστός. 

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ λοιπν θ εναι τ κριτήριο, μ τ ποο θ κριθον σοι δν γνώρισαν τν λήθεια το Εαγγελίου. Διότι συνείδηση χουν λοι ο νθρωποι, πιστο κα πιστοι, εσεβες κα σεβες. συνείδηση εναι μυστικ φων τς ψυχς μας, μι φων πο τν φύτευσε Θες σ κάθε νθρωπο, κάθε φυλς κα θρησκείας, ς μόνιμο σύντροφο μέχρι θανάτου. 

Ατ τν σωτερικ φων τς συνειδήσεως δν μπορομε ν τν σιγάσουμε. Εναι τ φς τς ψυχς μας, πο μς βοηθ ν διακρίνουμε τ καλ π τ κακό. Εναι κριτς τν σκέψεων κα τν ργων μας. Εναι γρυπνος φρουρός μας, πο λα τ παρακολουθε. λλοτε μς πιβραβεύει κι λλοτε μς κατηγορεί. λλοτε μς μιλάει μ γλυκύτητα προτρέποντάς μας στό καλό, κι λλοτε πειλητικ ποτρέποντάς μας π τ κακό. Εναι μι φων πο καλλιεργεται κα διαφωτίζεται μ τν νόμο το Θεο κα τ Χάρη τν Μυστηρίων· διαίτερα δ μ τ Μυστήριο τς Μετανοίας κα ξομολογήσεως.

Μ παραβλέπουμε λοιπν κα μ περιφρονομε ατ τ φων τς συνειδήσεως. ποιος τν παραβλέπει, τ πληρώνει κριβά. Γεμίζει μ τύψεις κα γωνία, δηγεται στν πελπισία κα τν καταστροφή. Νά σεβόμαστε ατν τ μυστικ φων τς ψυχς μας. Νά τν κάνουμε κριβέστερη κα εκρινέστερη μ τ μελέτη το λόγου το Θεο κα τ Χάρη τν Μυστηρίων. Να συμμορφωνόμαστε πρς ατν κα ν τν κολουθομε στ γαθό. Κα ς προσευχόμαστε μ πίστη: «καρδίαν καθαράν κτίσον ν μοί, Θεός, κα πνεμα εθς γκαίνισον ν τος γκάτοις μου». 

(Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, πε­ρι­πα­τῶν ὁ ᾿Ι­η­σοῦς πα­ρὰ τὴν θά­λασ­σαν τῆς Γα­λι­λα­ί­ας, εἶ­δε δύ­ο ἀ­δελ­φο­ύς, Σίμωνα τὸν λε­γό­με­νον Πέτρον καὶ ᾿Αν­δρέ­αν τὸν ἀ­δελ­φὸν αὐ­τοῦ, βάλ­λον­τας ἀμ­φί­βλη­στρον εἰς τὴν θά­λασ­σαν· ἦ­σαν γὰρ ἁ­λι­εῖς· καὶ λέ­γει αὐ­τοῖς· Δεῦ­τε ὀ­πί­σω μου καὶ ποι­ή­σω ὑ­μᾶς ἁ­λι­εῖς ἀν­θρώ­πων. Οἱ δὲ εὐ­θέ­ως ἀ­φέν­τες τὰ δί­κτυ­α ἠ­κο­λο­ύ­θη­σαν αὐ­τῷ. Καὶ προ­βὰς ἐ­κεῖ­θεν, εἶ­δεν ἄλ­λους δύ­ο ἀ­δελ­φο­ύς, ᾿Ιάκωβον τὸν τοῦ Ζε­βε­δα­ί­ου καὶ ᾿Ι­ω­άν­νην τὸν ἀ­δελ­φὸν αὐ­τοῦ, ἐν τῷ πλο­ί­ῳ με­τὰ Ζε­βε­δα­ί­ου τοῦ πα­τρὸς αὐ­τῶν, κα­ταρ­τί­ζον­τας τὰ δί­κτυ­α αὐ­τῶν· καὶ ἐ­κά­λε­σεν αὐ­το­ύς. Οἱ δὲ εὐ­θέ­ως ἀ­φέν­τες τὸ πλοῖ­ον καὶ τὸν πα­τέ­ρα αὐ­τῶν, ἠ­κο­λο­ύ­θη­σαν αὐ­τῷ. Καὶ πε­ρι­ῆ­γεν ὅ­λην τὴν Γα­λι­λα­ί­αν ὁ ᾿Ι­η­σοῦς δι­δά­σκων ἐν ταῖς συ­να­γω­γαῖς αὐ­τῶν, καὶ κη­ρύσ­σων τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιον τῆς βα­σι­λε­ί­ας, καὶ θε­ρα­πεύ­ων πᾶ­σαν νό­σον καὶ πᾶ­σαν μα­λα­κί­αν ἐν τῷ λα­ῷ.                                                   

           (Ματθ. δ΄[4] 18 – 23)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Κα­θὼς ὁ Ἰ­η­σοῦς περ­πα­τοῦ­σε κον­τὰ στὴ θά­λασ­σα τῆς Γα­λι­λαίας, εἶ­δε δυ­ὸ ἀ­δελ­φούς, τὸν Σί­μω­να, τὸν ὁποῖο κα­τό­πιν ὀ­νό­μα­σε Πέ­τρο, καὶ τὸν Ἀν­δρέ­α τὸν ἀ­δελ­φό του, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­ρι­χναν δί­χτυ­α στὴ θά­λασ­σα, δι­ό­τι ἦ­ταν ψα­ρά­δες. Καὶ τοὺς λέ­ει: Ἀ­κο­λου­θῆ­στέ με, καὶ θὰ σᾶς κά­νω ἱ­κα­νοὺς νὰ ψα­ρεύ­ε­τε ἀν­τὶ γιὰ ψά­ρια ἀν­θρώ­πους. Αὐ­τοὺς θὰ ἑλ­κύ­ε­τε στὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν μὲ τὰ πνευ­μα­τι­κὰ δί­χτυ­α τοῦ κη­ρύγ­μα­τος. Κι αὐ­τοὶ ἀ­μέ­σως ἄ­φη­σαν τὰ δί­χτυ­ά τους καὶ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σαν. Κι ἀφοῦ προ­χώ­ρη­σε πιὸ πέ­ρα ἀ­πὸ ἐκεῖ, εἶ­δε ἄλ­λους δύ­ο ἀ­δελ­φούς, τὸν Ἰ­ά­κω­βο, τὸν γιὸ τοῦ Ζε­βε­δαί­ου, καὶ τὸν Ἰ­ω­άν­νη τὸν ἀ­δελ­φό του, νὰ ἑ­τοι­μά­ζουν τὰ δί­χτυ­ά τους μέ­σα στὸ πλοῖ­ο μα­ζὶ μὲ τὸν πα­τέ­ρα τους Ζε­βε­δαῖο. Καὶ τοὺς κά­λε­σε. Κι αὐ­τοὶ ἀ­μέ­σως ἄ­φη­σαν τὸ πλοῖ­ο καὶ τὸν πα­τέ­ρα τους καὶ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σαν.

Καὶ πε­ρι­ό­δευ­ε ὁ Ἰησοῦς ὅ­λη τὴ Γα­λι­λαί­α δι­δά­σκον­τας στὶς συ­να­γω­γές τους, ὅ­που κά­θε Σάβ­βα­το μα­ζεύ­ον­ταν οἱ Ἑ­βραῖ­οι γιὰ νὰ ἀ­κού­σουν τὴν ἀ­νά­γνω­ση τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς καὶ νὰ προ­σευ­χη­θοῦν. Καὶ κή­ρυτ­τε ἐκεῖ τὸ χαρ­μό­συ­νο ἄγ­γελ­μα ὅ­τι πλη­σί­α­ζε ὁ χρό­νος τῆς πνευ­μα­τι­κῆς βα­σι­λεί­ας, πού θὰ ἔ­φερ­νε στοὺς ἀν­θρώ­πους τὴν ἀ­πο­λύ­τρω­ση καὶ τὴ χα­ρά. Καὶ θε­ρά­πευ­ε κά­θε εἴ­δους ἀ­σθέ­νεια καὶ ἀ­δι­α­θε­σί­α στὸ λα­ό.