Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(26 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026)



ΕΩΘΙΝΟΝ Η΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, Μαρία εἱστήκει πρὸς τὸ μνημεῖον κλαίουσα ἔξω, ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους, ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ, καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι, Γύναι, τὶ κλαίεις; λέγει αὐτοῖς, Ὅτι ἦραν τὸν Κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν, καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἐστῶτα, καὶ οὐκ ᾒδει ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Γύναι, τὶ κλαίεις; τίνα ζητεῖς; ἐκείνη δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρὸς ἐστι, λέγει αὐτῷ, Κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπὲ μοι ποῦ αὐτὸν ἔθηκας, κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ, λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Μαρία, στραφεῖσα ἐκείνη λέγει αὐτῷ, Ῥαββουνί, ὃ λέγεται Διδάσκαλε, λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Μή μου ἃπτου, οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου, πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου, καὶ εἰπὲ αὐτοῖς, Ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν, ἔρχεται Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀπαγγέλλουσα τοῖς μαθηταῖς ὅτι ἑώρακε τὸν Κύριον, καὶ ταῦτα εἶπεν αὐτῇ.

Ἰωάν. κ΄[20] 11 – 18)

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἡ Μαρία στεκόταν κοντὰ στὸ μνημεῖο κι ἔκλαιγε ἔξω ἀπ᾿ αὐτό, χωρὶς νὰ φαντάζεται ποτὲ ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀναστήθηκε.  Ἐνῶ λοιπὸν ἑξακολουθοῦσε νὰ κλαίει, ἔσκυψε μιὰ στιγμὴ στὸ μνημεῖο ἀναζητώντας καὶ πάλι τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Βλέπει τότε δύο ἀγγέλους μὲ λευκὰ ἐνδύματα, ἔνδοξους καὶ ἀκαταγώνιστους φρουροὺς τοῦ τάφου. Αὐτοὶ κάθονταν ὡς ὑπηρέτες τοῦ ἀναστημένου Κυρίου, ὁ ἕνας πρὸς τὸ μέρος τοῦ κεφαλιοῦ καὶ ὁ ἄλλος πρὸς τὸ μέρος τῶν ποδιῶν, ὅπου πιὸ πρὶν ἦταν τοποθετημένο κάτω στὴ γῆ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.  Τῆς λένε τότε ἐκεῖνοι: Γυναίκα, γιατί κλαῖς; Κι αὐτὴ τοὺς ἀπαντᾶ: Διότι πῆραν τὸν Κύριό μου ἀπὸ τὸν τάφο καὶ δὲν ξέρω ποῦ τὸν ἔβαλαν.  Καὶ ἀφοῦ τὰ εἶπε αὐτά, στράφηκε πίσω καὶ βλέπει τὸν Ἰησοῦ νὰ στέκεται ὄρθιος, ἀλλὰ δὲν κατάλαβε ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ Ἰησοῦς, εἴτε διότι τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου εἶχε ὑποστεῖ μεταβολὴ μὲ τὴν Ἀνάσταση, εἴτε διότι ἡ Μαρία δὲν ὑποπτευόταν κἂν ὅτι ὁ Διδάσκαλος ἀναστήθηκε.  Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Γυναίκα, γιατί κλαῖς; Ποιὸν ζητᾶς; Ἐκείνη νόμισε ὅτι ἦταν ὁ κηπουρὸς καὶ γι᾿ αὐτὸ τοῦ εἶπε: Κύριε, ἐὰν τὸν πῆρες ἐσύ, πές μου ποῦ τὸν ἔβαλες, κι ἐγὼ θὰ τὸν πάρω ἀπὸ τὸν κῆπο σου καὶ θὰ τὸν τοποθετήσω σὲ ἄλλον τάφο.  Τῆς λέει τότε ὁ Ἰησοῦς μὲ τὸν γνωστὸ σ᾿ ἐκείνη τόνο τῆς φωνῆς του: Μαρία! Ἐκείνη τότε ἀναγνώρισε ἀμέσως τὴ φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ, στράφηκε πίσω καὶ τοῦ εἶπε: Ραββουνί, ποὺ σημαίνει· διδάσκαλέ μου.  Τότε ἡ Μαρία ἔτρεξε νὰ περιπτυχθεῖ μὲ σεβασμὸ τὰ πόδια του, νομίζοντας ὅτι ὁ Κύριος θὰ ἑξακολουθεῖ καὶ τώρα νὰ ζεῖ σωματικῶς ὅπως καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος του μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του. Γι᾿ αὐτὸ τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Μὴ μ᾿ ἀγγίζεις. Μὴ συμπεριφέρεσαι πλέον σὲ μένα σὰν νὰ πρόκειται νὰ εἶμαι καὶ πάλι ἀνάμεσά σας μ᾿ αὐτὴ τὴ μορφή, μὲ τὴ μορφὴ τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς ἀσθενείας, ὅπως ζοῦσα μαζί σας πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος. Μὴ μ᾿ ἀγγίζεις, διότι δὲν ἀνέβηκα ἀκόμη πρὸς τὸν Πατέρα μου. Συνεπῶς δὲν ἐγκαινιάσθηκε ἀκόμη ἡ νέα σχέση τῆς εὐλαβικῆς καὶ λατρευτικὴς οἰκειότητος ποὺ θὰ συνάψω μὲ τοὺς ἀνθρώπους μετὰ τὴν Ἀνάληψή μου ὡς αἰώνιος καὶ οὐράνιος πλέον ἀρχιερεὺς καὶ ὡς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν ὁποία θὰ εἶμαι ἑνωμένος. Πήγαινε ὅμως στοὺς ἀδελφούς μου καὶ πές τους: Ἀνεβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου, τὸν ὁποῖο δι᾿ ἐμοῦ καὶ σεῖς ἔχετε κατὰ χάριν Πατέρα. Αὐτὸς ἔγινε καὶ Θεός μου ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινα ἄνθρωπος, ὅπως εἶναι Θεὸς δικός σας.  Ἔρχεται ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἀναγγέλλει στοὺς μαθητὲς ὅτι εἶδε τὸν Κύριο καὶ ὅτι τῆς εἶπε τὰ λόγια αὐτά.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

δελφοί, πρ το λθεν τν πστιν π νμον φρουρομεθα συγκεκλεισμνοι ες τν μλλουσαν πστιν ποκαλυφθναι. στε νμος παιδαγωγς μν γγονεν ες Χριστν, να κ πστεως δικαιωθμεν· λθοσης δ τς πστεως οκτι π παιδαγωγν σμεν. Πντες γρ υο Θεο στε δι τς πστεως ν Χριστ ᾿Ιησο· σοι γρ ες Χριστν βαπτσθητε, Χριστν νεδσασθε. Οκ νι ᾿Ιουδαος οδ Ελλην, οκ νι δολος οδ λεθερος, οκ νι ρσεν κα θλυ· πντες γρ μες ες στε ν Χριστ ᾿Ιησο. Ε δ μες Χριστο, ρα το ᾿Αβραμ σπρμα στ κα κατ᾿ παγγελαν κληρονμοι. Λγω δ, φ᾿ σον χρνον κληρονμος νπις στιν, οδν διαφρει δολου, κριος πντων ν, λλ π πιτρπους στ κα οκονμους χρι τς προθεσμας το πατρς. Οτω κα μες, τε μεν νπιοι, π τ στοιχεα το κσμου μεν δεδουλωμνοι· τε δ λθε τ πλρωμα το χρνου, ξαπστειλεν Θες τν υἱὸν ατο, γενμενον κ γυναικς, γενμενον π νμον, να τος π νμον ξαγορσ, να τν υοθεσαν πολβωμεν.

                                                                  (Γαλ. γ΄ [3] 23 – δ΄[4] 5)

 

ΣΚΕΨΕΙΣ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. ΤΟ ΘΕΪΚΟ ΕΝΔΥΜΑ

παλαι ποχή πέρασε, λέγει πόστολος Παλος στο σημερινό νάγνωσμα π τν πρς Γαλάτας πιστολή του. Πέρασε καιρός, πο Μωσαϊκς Νόμος μ τς αστηρές διατάξεις του προσπαθοσε ν συγκρατήσει τος νθρώπους στόν δρόμο το Θεο. Τώρα, μέσα στ χρο τς γίας Χριστιανικς πίστεως, ο πιστοί εναι υο το Θεο πλέον, δν εναι δολοι νς σκληρο νόμου. Πς γινε ατό; Μ τ γιο Βάπτισμα, παντ πόστολος· «σοι γρ ες Χριστν βαπτίσθητε, Χριστν νεδύσασθε», λέγει. Δηλαδή, σοι βαπτισθήκατε στ νομα το Χριστο, φορέσατε σν λλο θεϊκ νδυμα τν διο τν Χριστό. 

Στν αγ τς ζως τους ο νθρωποι, μέσα στν Παράδεισο, σαν γυμνοί, λλ δν ασθάνονταν ντροπή, γιατ σαν σκεπασμένοι μ τν θωότητα. ταν λίγο ργότερα μάρτησαν, νιωσαν γι πρώτη φορ τ γυμνότητά τους κα ρραψαν πρόχειρα ροχα π φύλλα συκις. Ατ τ πρόχειρα ροχα Θες τος τ ντικατέστησε μ «χιτώνας δερματίνους», μέ γονες δηλαδ π δέρματα ζώων, τν ρα πο τος βγαζε ξω π τν Παράδεισο. Ο δερμάτινοι χιτνες τσι ταίριαξαν πόλυτα μ τν ψυχική τους κατάσταση. μαρτία τος κατάντησε μοιους με ζα, γι᾿ ατ κα ντύνονται μ δέρματα ζώων. Ο δερμάτινοι χιτνες γίνονται τσι σύμβολα τς φθορς, τς κατωτερότητος, το θανάτου. 

«Χριστν νεδύσασθε»! 

ρθε μως πιτέλους ελογημένη στιγμ ν πετάξουμε ατ τ ροχα τς ντροπς! Μ τ γιο Βάπτισμα καθαριζόμαστε π κάθε μολυσμό. Βγάζουμε τ ροχα τς μαρτίας, τς φθορς κα το θανάτου κα ντυνόμαστε τί; Τ ροχα τς θωότητας, πο φορούσαμε στόν Παράδεισο; σύλληπτη γι τν φτωχικό μας νο ελογία! Δν ντυνόμαστε τα ροχα το Παραδείσου, λλ Ατν τν διο τν Δημιουργό το Παραδείσου καί μν κα το Σύμπαντος κόσμου! 

«Χριστν νεδύσασθε»! 

Τν Χριστ ντυνόμαστε! Δν τν ντυνόμαστε σν ξωτερικό ροχο, λλ σν νδυμα τς ψυχς. Γινόμαστε ,τι εναι Χριστός! Υός Θεο κα Θες Χριστός μας, υο Θεο κα θεο καί μες! Κατά φύσιν κενος, κατά χάριν μες. 

Ελογημένο γιο Βάπτισμα! ν καταλαβαίναμε τ τί μς χάρισες, πόσο θ γωνιζόμαστε ν σ φυλάξουμε μόλυντο! 

2. ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ

γιασμένη τμόσφαιρα τς κκλησίας, στν ποία μς βάζει τ γιο Βάπτισμα, μαζί μ τς ψιστες βασιλικές δωρεές, πο μς παρέχει, ναδεικνύοντάς μας κατά χάριν υος Θεο, ταυτοχρόνως μς νώνει καί μεταξύ μας σ να σμα, που «οκ νι ουδαος οδ λλην, οκ νι δούλος οδ λεύθερος, οκ νι ρσεν κα θλυ». Δηλαδή, δν πάρχει διαφορά μεταξύ λληνος κα ουδαίου, μεταξ λευθέρου κα δούλου, μεταξ νδρν κα γυναικν. 

σα φιλοσοφικά, κοινωνικά και πολιτικά συστήματα κι ν προσπάθησαν ν ξεπεράσουν ατς τς διαφορές, πέτυχαν παταγωδς. Τόν περασμένο αἰώνα κάτω π τ συνθήματα γι διεθνισμό, ταξική κοινωνία κα σότητα τν φύλων, κρυβαν τν πι φρικτή καταπίεση. ντί γι διεθνισμ δημιούργησαν βυσσαλέα θνικ μίση, πο μετ τν κατάρρευσή τους πειλον ν αματοκυλίσουν λο τν κόσμο. ντί γιά ταξική κοινωνία εχαν δημιουργήσει δύο τάξεις: δούλων κα τυράννων. Αντ γι σότητα τν δύο φύλων μετέτρεψαν τς γυνακες σ ξαρτήματα ργοστασίων κα κακόγουστα ποκατάστατα τν νδρν. 

Φρικτά αποτελέσματα, παρόμοια παρατηρονται στς καπιταλιστικές χώρες τς Δύσεως. διαιτέρως σ᾿ ατς τς τελευταες, μ λα τ φεμινιστικ κινήματα κα τς λλαγς τς νομοθεσίας, βλέπει κανες καθημεριν μ θλίψη τ λεειν κατάντημα τς γυναίκας. πό βασίλισσα τς οκογένειας γίνεται ντικείμενο δονς. π γγελος γάπης και καλωσύνης μετατρέπεται σ σάρκα κα πρόκληση.

Μόνο μέσα στν κκλησία περβαίνονται λες ατς ο διακρίσεις. Μόνο μέσα στν κκλησία λα τ θνη μπορον ν ζήσουν δελφωμένα κα ν παύσει κάθε εδους κμετάλλευση μεταξ τν νθρώπων. Μόνο μέσα στν κκλησία γυναίκα ξυψώνεται, βρίσκει τν ερότητά της, κι χι μόνο δν περιφρονεται, λλ στ πρόσωπο τς Παναγίας μας γίνεται «τιμιωτέρα τν Χερουβείμ κα νδοξοτέρα συγκρίτως τν Σεραφείμ», στήριγμα κα σκέπη το Σύμπαντος κόσμου. 

3. Η ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 

λα, σα ναπτύξαμε προηγουμένως, τ βλέπουμε φαρμοσμένα στ μεγάλη μορφ τς γίας Παρασκευς, πρς τιμν τς ποίας διαβάζεται τό σημεριν ποστολικό νάγνωσμα. 

γενναία ατ ψυχή, φο μεινε ρφαν σ μικρ λικία κα π τος δύο γονες της, ποφάσισε ν φιερωθε λόψυχα στόν Οράνιο Νυμφίο της, τόν Χριστό μας. λλ᾿ ς φήσουμε τν γιο Κοσμ τν Ατωλ ν μς τν περιγράψει: «μοίρασεν λην της τν περιουσίαν ες τος πτωχούς, κα μ ατ γόρασε τν παράδεισον κα μετεχειρίζετο ς φτιασίδια τ δάκρυα, νθυμουμένη τς μαρτίας της. ς σκουλαρίκια εχε τ τα της νοικτά δι ν᾿ κού τς γίας Γραφάς... ς δακτυλίδια τους κόμβους τν δακτύλων της π τς πολλς μετανοίας πο καμνεν... ς φόρεμα τν ντροπν πο εχεν ες τν αυτόν της κα φόβος το Θεο πο τν σκέπαζεν». 

Ελογημένη Νύμφη το Χριστο! ζησες ζω γία, πέμεινες τ φρικτά μαρτύρια, κέρδησες τό στεφάνι τς θείας δόξης. Καύχημα τν γυναικν, παράδειγμα λων τν πιστν. Στήριγμα, χαρ κα προστασία μας, πρέσβευε πρ μν!

(Δι­α­σκευ­ ­π πα­λαι­ τό­μο το Πε­ρι­ο­δι­κο «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τ καιρ κείν, ε­δεν ­η­σος πο­λν ­χλον, κα ­σπλαγ­χν­σθη ­π' α­τος κα ­θε­ρ­πευ­σε τος ρ­ρ­στους α­τν. ­ψ­ας δ γενομένης προ­σλ­θον α­τ ο μα­θη­τα α­το λ­γον­τες· ­ρη­μς ­στιν τ­πος κα ­ρα ­δη πα­ρλ­θεν· ­π­λυ­σον τος ­χλους, ­να ­πελ­θν­τες ες τς κ­μας ­γο­ρ­σω­σιν ­αυ­τος βρ­μα­τα. δ ­η­σος ε­πεν α­τος· Ο χρε­αν ­χου­σιν ­πελ­θεν· δ­τε α­τος ­μες φα­γεν. ο δ λ­γου­σιν α­τ· Οκ ­χο­μεν ­δε ε μ πν­τε ρ­τους κα δ­ο ­χθ­ας. δ ε­πε· Φρετ μοι α­το­ς ­δε. κα κε­λε­­σας τος ­χλους ­να­κλι­θ­ναι ­π τος χρ­τους, λα­βν τος πν­τε ρ­τους κα τος δ­ο ­χθ­ας, ­να­βλ­ψας ες τν ο­ρα­νν ε­λ­γη­σε, κα κλ­σας ­δω­κε τος μα­θη­τας τος ρ­τους ο δ μα­θη­τα τος ­χλοις. κα ­φα­γον πν­τες κα ­χορ­τ­σθη­σαν, κα ­ραν τ πε­ρισ­σε­ον τν κλα­σμ­των δ­δε­κα κο­φ­νους πλ­ρεις. ο δ ­σθ­ον­τες ­σαν ν­δρες ­σε πεν­τα­κι­σχ­λι­οι χω­ρς γυ­ναι­κν κα παι­δ­ων. Κα ε­θ­ως ­νγ­κα­σεν ­η­σος τος μα­θη­τς α­το μ­β­ναι ες τ πλο­ον κα προ­­γειν α­τν ες τ π­ραν, ­ως ο ­πο­λ­σ τος ­χλους.

                                       (Ματθ. ιδ΄[14] 14 – 22)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

­κε­νο τόν και­ρό ­η­σος ε­δε πο­λν κό­σμο κα τος σπλα­χνί­στη­κε, κα θε­ρά­πευ­σε τος ρ­ρω­στούς τους. Κα­θς ­μως πλη­σί­α­ζε ν βρα­διά­σει, τν πλη­σί­α­σαν ο μα­θη­τές του κα το ε­παν: Ε­ναι ­ρη­μος τό­πος κα ­ρα πλέ­ον πέ­ρα­σε. Δ­σε δι­α­τα­γ ν δι­α­λυ­θον τ πλή­θη το λα­ο, γι ν π­νε στ χω­ρι κα ν ­γο­ρά­σουν γι τος ­αυ­τος τους τρο­φς ν φ­νε. ­η­σος ­μως τος ε­πε: Δν ε­ναι ­νάγ­κη ν φύ­γουν κα ν ­γο­ρά­σουν τρό­φι­μα. Δ­στε τους ­σες ν φ­νε. λ­λ ­κε­νοι το ε­παν: Δν ­χου­με ­δ τί­πο­τε λ­λο πα­ρ μό­νο πέν­τε ψω­μι κα δύ­ο ψά­ρια. Κύ­ριος τό­τε ε­πε: Φέρ­τε τά μου ­δ. Κι ­φο πα­ρα­κί­νη­σε τ πλή­θη το λα­ο νά ­να­κλι­θον στν πρα­σι­νά­δα, π­ρε τ πέν­τε ψω­μι κα τ δύ­ο ψά­ρια, σή­κω­σε τ μά­τια του στν ο­ρα­ν κι ε­χα­ρί­στη­σε κα ­πι­κα­λέ­στη­κε τν Πα­τέ­ρα του. Κι ­φο ­κο­ψε τ ψω­μιά, τ ­δω­σε στος μα­θη­τς κα ο μα­θη­τς στ πλή­θη το λα­ο. Κι ­φα­γαν ­λοι κα χόρ­τα­σαν, κα μά­ζε­ψαν ­σα κομ­μά­τια ε­χαν πε­ρισ­σέ­ψει, δώ­δε­κα δη­λα­δ κο­φί­νια γε­μά­τα. ­κε­νοι μά­λι­στα πού ­φα­γαν ­ταν πε­ρί­που πέν­τε χι­λιά­δες ν­δρες, χω­ρς ν συ­νυ­πο­λο­γί­ζον­ται στν ­ριθ­μ α­τ ο γυ­να­κες κα τ παι­διά. Κι ­μέ­σως ­η­σος, γι ν μν πα­ρα­συρ­θον ο μα­θη­τές του ­π τν ν­θου­σια­σμ το πλή­θους πού ­θε­λε ν τν ­να­κη­ρύ­ξει βα­σι­λιά, τος ­νάγ­κα­σε ν μπον στ πλο­ο κα ν πε­ρά­σουν πρν ­π' α­τν στ ­πέ­ναν­τι μέ­ρος τς λί­μνης, ­σό­του α­τς δι­α­λύ­σει τ πλή­θη το λα­ο.