ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ
ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ
Δ΄ ΛΟΥΚΑ
(ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ)
(11 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2026)
ΕΩΘΙΝΟΝ
Η΄
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, Μαρία
εἱστήκει πρὸς τὸ μνημεῖον κλαίουσα ἔξω, ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον,
καὶ θεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους, ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ, καὶ ἕνα πρὸς
τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι, Γύναι, τὶ
κλαίεις; λέγει αὐτοῖς, Ὅτι ἦραν τὸν Κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν,
καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἐστῶτα, καὶ οὐκ ᾒδει
ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Γύναι, τὶ κλαίεις; τίνα ζητεῖς; ἐκείνη
δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρὸς ἐστι, λέγει αὐτῷ, Κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπὲ μοι
ποῦ αὐτὸν ἔθηκας, κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ, λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Μαρία, στραφεῖσα ἐκείνη
λέγει αὐτῷ, Ῥαββουνί, ὃ λέγεται Διδάσκαλε, λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Μή μου ἃπτου, οὔπω
γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου, πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου, καὶ εἰπὲ
αὐτοῖς, Ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν,
ἔρχεται Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀπαγγέλλουσα τοῖς μαθηταῖς ὅτι ἑώρακε τὸν Κύριον, καὶ
ταῦτα εἶπεν αὐτῇ.
Ἰωάν. κ΄[20] 11 – 18)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἡ Μαρία στεκόταν κοντὰ στὸ μνημεῖο κι ἔκλαιγε
ἔξω ἀπ᾿ αὐτό, χωρὶς νὰ φαντάζεται ποτὲ ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀναστήθηκε. Ἐνῶ λοιπὸν ἑξακολουθοῦσε νὰ κλαίει, ἔσκυψε
μιὰ στιγμὴ στὸ μνημεῖο ἀναζητώντας καὶ πάλι τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Βλέπει τότε δύο ἀγγέλους
μὲ λευκὰ ἐνδύματα, ἔνδοξους καὶ ἀκαταγώνιστους φρουροὺς τοῦ τάφου. Αὐτοὶ κάθονταν
ὡς ὑπηρέτες τοῦ ἀναστημένου Κυρίου, ὁ ἕνας πρὸς τὸ μέρος τοῦ κεφαλιοῦ καὶ ὁ ἄλλος
πρὸς τὸ μέρος τῶν ποδιῶν, ὅπου πιὸ πρὶν ἦταν τοποθετημένο κάτω στὴ γῆ τὸ σῶμα
τοῦ Ἰησοῦ. Τῆς λένε τότε ἐκεῖνοι:
Γυναίκα, γιατί κλαῖς; Κι αὐτὴ τοὺς ἀπαντᾶ: Διότι πῆραν τὸν Κύριό μου ἀπὸ τὸν
τάφο καὶ δὲν ξέρω ποῦ τὸν ἔβαλαν. Καὶ
ἀφοῦ τὰ εἶπε αὐτά, στράφηκε πίσω καὶ βλέπει τὸν Ἰησοῦ νὰ στέκεται ὄρθιος, ἀλλὰ
δὲν κατάλαβε ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ Ἰησοῦς, εἴτε διότι τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου εἶχε ὑποστεῖ
μεταβολὴ μὲ τὴν Ἀνάσταση, εἴτε διότι ἡ Μαρία δὲν ὑποπτευόταν κἂν ὅτι ὁ
Διδάσκαλος ἀναστήθηκε. Τῆς
λέει ὁ Ἰησοῦς: Γυναίκα, γιατί κλαῖς; Ποιὸν ζητᾶς; Ἐκείνη νόμισε ὅτι ἦταν ὁ
κηπουρὸς καὶ γι᾿ αὐτὸ τοῦ εἶπε: Κύριε, ἐὰν τὸν πῆρες ἐσύ, πές μου ποῦ τὸν ἔβαλες,
κι ἐγὼ θὰ τὸν πάρω ἀπὸ τὸν κῆπο σου καὶ θὰ τὸν τοποθετήσω σὲ ἄλλον τάφο. Τῆς λέει τότε ὁ Ἰησοῦς μὲ τὸν γνωστὸ σ᾿
ἐκείνη τόνο τῆς φωνῆς του: Μαρία! Ἐκείνη τότε ἀναγνώρισε ἀμέσως τὴ φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ,
στράφηκε πίσω καὶ τοῦ εἶπε: Ραββουνί, ποὺ σημαίνει· διδάσκαλέ μου. Τότε ἡ Μαρία ἔτρεξε νὰ περιπτυχθεῖ μὲ
σεβασμὸ τὰ πόδια του, νομίζοντας ὅτι ὁ Κύριος θὰ ἑξακολουθεῖ καὶ τώρα νὰ ζεῖ
σωματικῶς ὅπως καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος του μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του. Γι᾿ αὐτὸ τῆς
λέει ὁ Ἰησοῦς: Μὴ μ᾿ ἀγγίζεις. Μὴ συμπεριφέρεσαι πλέον σὲ μένα σὰν νὰ πρόκειται
νὰ εἶμαι καὶ πάλι ἀνάμεσά σας μ᾿ αὐτὴ τὴ μορφή, μὲ τὴ μορφὴ τῆς ταπεινώσεως καὶ
τῆς ἀσθενείας, ὅπως ζοῦσα μαζί σας πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος. Μὴ μ᾿ ἀγγίζεις, διότι δὲν
ἀνέβηκα ἀκόμη πρὸς τὸν Πατέρα μου. Συνεπῶς δὲν ἐγκαινιάσθηκε ἀκόμη ἡ νέα σχέση
τῆς εὐλαβικῆς καὶ λατρευτικὴς οἰκειότητος ποὺ θὰ συνάψω μὲ τοὺς ἀνθρώπους μετὰ
τὴν Ἀνάληψή μου ὡς αἰώνιος καὶ οὐράνιος πλέον ἀρχιερεὺς καὶ ὡς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας,
μὲ τὴν ὁποία θὰ εἶμαι ἑνωμένος. Πήγαινε ὅμως στοὺς ἀδελφούς μου καὶ πές τους: Ἀνεβαίνω
πρὸς τὸν Πατέρα μου, τὸν ὁποῖο δι᾿ ἐμοῦ καὶ σεῖς ἔχετε κατὰ χάριν Πατέρα. Αὐτὸς
ἔγινε καὶ Θεός μου ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινα ἄνθρωπος, ὅπως εἶναι Θεὸς δικός σας. Ἔρχεται ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἀναγγέλλει
στοὺς μαθητὲς ὅτι εἶδε τὸν Κύριο καὶ ὅτι τῆς εἶπε τὰ λόγια αὐτά.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
(ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ)
Τέκνον Τίτε, πιστὸς ὁ λόγος·
καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι, ἵνα φροντίζωσι καλῶν
ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ. ταῦτά ἐστι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα
τοῖς ἀνθρώποις· μωρὰς δὲ ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας
νομικὰς περιίστασο· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι. αἱρετικὸν ἄνθρωπον
μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται
ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος. Ὅταν πέμψω Ἀρτεμᾶν
πρός σε ἢ Τυχικόν, σπούδασον ἐλθεῖν πρός με εἰς Νικόπολιν· ἐκεῖ γὰρ
κέκρικα παραχειμάσαι. Ζηνᾶν τὸν νομικὸν καὶ Ἀπολλὼ σπουδαίως πρόπεμψον,
ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ. μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων
προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι. Ἀσπάζονταί
σε οἱ μετ' ἐμοῦ πάντες. ἄσπασαι τοὺς φιλοῦντας ἡμᾶς ἐν πίστει. Ἡ χάρις
μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν.
(Τἰτ. γ΄[3] 8 – 15)
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΑΜΕΜΠΤΟ
ΟΜΙΛΙΑ
ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ
1.
ΦΙΛΟΝΙΚΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΜΑΧΕΣ
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθύνεται
στόν
μαθητή του ἀπόστολο Τίτο καὶ τοῦ λέγει: Αὐτὰ ποὺ σοῦ ἔγραψα προηγουμένως εἶναι
λόγια ἀληθινὰ καὶ ἀξιόπιστα. Καὶ γι᾿ αὐτὰ τὰ λόγια θέλω νὰ
μιλᾶς
μὲ βεβαιότητα καὶ μὲ κῦρος, γιὰ νὰ φροντίζουν αὐτοὶ ποὺ ἔχουν πιστεύσει στόν
Θεό νά
πρωτοστατοῦν ἀκούραστα σὲ ἔργα καλά, διότι αὐτὰ εἶναι καλὰ καὶ ὠφέλιμα στοὺς ἀνθρώπους.
Ἀντίθετα,
«μωρὰς ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περιίστασο»· τὶς ἀνόητες
συζητήσεις καὶ τὶς γενεαλογίες γιά μυθικοὺς θεοὺς ἢ
προγόνους, καθὼς καὶ τὶς φιλονικίες καὶ διαμάχες γιὰ τὸν ἰουδαϊκὸ νόμο νὰ τὶς ἀποφεύγεις,
διότι εἶναι ἀνωφελεῖς καὶ μάταιες.
Ἐπιπλέον,
κάθε αἱρετικὸ ἄνθρωπο ποὺ δημιουργεῖ διαιρέσεις στὴν Ἐκκλησία, ἐνῶ τὸν
συμβούλευσες γιά
πρώτη καὶ δεύτερη φορά καί αὐτός ἐπιμένει στὴν πλάνη του, παράτησέ τον καὶ
ἀπόφευγέ τον. Διότι ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ἔχει διαστραφεῖ
ἐντελῶς καὶ ἁμαρτάνει καταδικάζοντας τὸν ἑαυτό του
μὲ τὰ ἁμαρτωλά του ἔργα.
Ο
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Παῦλος ἐδῶ μᾶς περιγράφει μιά
δυσάρεστη κατάσταση τῆς ἐποχῆς του: Πολλοί
Χριστιανοὶ φιλονικοῦσαν μεταξύ τους γιὰ τὴν ἰσχὺ τοῦ ἰουδαϊκοῦ νόμου. Οἱ
φιλονικίες αὐτὲς ξεκινοῦσαν ἀπὸ μία ἁπλῆ συζήτηση,
κατέληγαν ὅμως συχνὰ σὲ διαμάχες.
Δυστυχῶς
τὸ φαινόμενο αὐτὸ τῶν φιλονικιῶν γιὰ πολλὰ καὶ ποικίλα ζητήματα εἶναι πολὺ συχνὸ
σὲ κάθε ἐποχή, τὸ συναντᾶ ὅμως
περισσότερο κανεὶς στοὺς κουρασμένους ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας. Στίς
οἰκογένειες, στὸν
χῶρο ἐργασίας, στίς
στάσεις τῶν λεωφορείων, στὶς οὐρὲς ἀναμονῆς τῶν ὑπηρεσιῶν, στὰ Νοσοκομεῖα,
στοὺς δρόμους, παντοῦ. Συχνὰ οἱ φιλονικίες ξεκινοῦν ἀπὸ ἀσήμαντες ἀφορμές,
ἀλλὰ καταλήγουν σὲ καταστάσεις ὀξυμμένες. Ἄλλοτε
θίγεται ὁ ἐγωϊσμὸς τῶν ἀνθρώπων ποὺ δὲν θέλουν νὰ ὑποχωρήσουν στὴ γνώμη τους,
κι ἄλλοτε ξεσποῦν σὲ ἄλλους ἐνῶ τοὺς φταῖνε ἄλλοι. Καὶ ὑψώνουν τὸν τόνο τῆς φωνῆς
τους, ἀγριεύει τὸ πρόσωπό τους, δὲν ἐλέγχουν τίς
χειρονομίες τους, ταράσσονται ὁλόκληροι.
Ὁ
πιστὸς Χριστιανὸς ὅμως ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ἀντιδρᾷ ἔτσι. Ὀφείλει νὰ εἶναι ἤπιος,
γλυκύς, ἀνεξίκακος, πρᾶος. Καὶ νὰ μεταδίδει γύρω του εἰρήνη, ὅσο δύσκολες κι ἂν
εἶναι οἱ περιστάσεις, ὅσο κουρασμένος κι ἂν εἶναι. Διότι σ᾿
αὐτές
τίς
δύσκολες στιγμές φαίνεται ἡ πνευματικότητα τοῦ καθενός μας. Καὶ τελικά νικητὴς
δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ δὲν ἐλέγχει τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ μπορεῖ νὰ
συγκρατηθεῖ
καὶ νὰ δείξει ἀνωτερότητα. Βέβαια ἴσως κάποιοι ἀντιποῦν
πώς, ὅταν ἔχουμε ἀπέναντί μας ἀνθρώπους ἐριστικούς, εἶναι πολὺ δύσκολο νά
κατορθώσουμε νὰ μείνουμε εἰρηνικοί· δὲν εἶναι ὅμως ἀκατόρθωτο.
Αὐτὸ ποὺ κυρίως χρειάζεται εἶναι, ἢ νὰ ἀπομακρυνόμαστε
τοπικὰ ἀπὸ τὶς ἐντάσεις ἢ νὰ σιωποῦμε. Ἀλλὰ κυρίως νὰ ἐφοδιαζόμαστε
καθημερινὰ μὲ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς καὶ τῆς
μελέτης τοῦ θείου λόγου, ὥστε νὰ διαποτιζόμαστε
ἀπὸ τὴ Χάρη
τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὴ μεταδίδουμε γύρω μας.
2.
ΔΕΝΔΡΑ ΚΑΡΠΟΦΟΡΑ
Τελειώνοντας
τίς
συμβουλές του ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει στόν
Τίτο: Ὅταν σοῦ στείλω τὸν Ἀρτεμᾶ ἢ τὸν Τυχικό, φρόντισε γρήγορα νὰ ἔλθεις στή
Νικόπολη,
διότι ἐκεῖ ἀποφάσισα νὰ περάσω τὸν χειμώνα.
Φρόντισε ἀκόμη
νά
κατευοδόσεις
μὲ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια τὸν
Ζηνᾶ τὸν νομοδιδάσκαλο καὶ τὸν Ἀπολλώ, γιὰ νὰ μὴ τοὺς λείψει τίποτε στὸ ταξίδι
τους. Νὰ τὸ κάνεις αὐτὸ μὲ μεγάλη φροντίδα, γιὰ νὰ πάρουν μάθημα καὶ οἱ ἄλλοι ἀπὸ
τὸ παράδειγμά σου. Γιὰ νὰ μάθουν καὶ οἱ ἄλλοι πιστοὶ «καλῶν ἔργων προΐστασθαι»,
νὰ πρωτοστατοῦν στὰ καλὰ ἔργα, «ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι», γιὰ νὰ μὴν εἶναι σὰν
δένδρα ἄκαρπα.
ΑΚΑΡΠΑ
ΔΕΝΔΡΑ βέβαια ὑπῆρχαν καὶ τότε στὴν Ἐκκλησία, ὑπάρχουν καὶ πάντοτε. Εἶναι οἱ
Χριστιανοὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, ἐνῶ γνωρίζουν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, στή
ζωή τους δὲν παρουσιάζουν ἀντίστοιχη ἀρετή. Καὶ σκανδαλίζουν τοὺς ἄλλους μὲ τὸ
κακό τους παράδειγμα. Δίνουν ἀφορμὲς σὲ κάποιους ἀδιάφορους θρησκευτικά ἀνθρώπους νὰ λένε συχνά:
Γιατί νά
πάω στήν
ἐκκλησία; Νὰ γίνω σάν κι αὐτοὺς τοὺς ὑποκριτές;
Βέβαια
τά
κακά παραδείγματα δὲν δικαιώνουν τοὺς κοσμικοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τὰ ἔχουν ὡς
πρόφαση
γιὰ νὰ μήν
πλησιάζουν τὴν Ἐκκλησία. Εἶναι ὅμως ὅ,τι χειρότερο γιὰ τὴν πίστη
μας καὶ γιὰ μᾶς τοὺς ἴδιους. Πῶς μπορεί κάποιος νὰ ἔχει θρησκευτικότητα καὶ ἡ
ζωή του νὰ εἶναι γεμάτη μέ κακίες καὶ ἰδιοτροπίες;
Ἔχουν κουρασθεῖ
οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀκοῦν ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ὡραῖα λόγια, ἀλλὰ νὰ μὴ βλέπουν
παράδειγμα. Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ χρειαζόμαστε ὅλοι
μας εἶναι νὰ ἀγωνιζόμαστε καθημερινὰ νὰ
ξεριζώνουμε τὰ ἐλαττώματά μας καὶ νὰ καρποφοροῦμε ἀρετές. Νὰ ἀποκτήσουμε
πραότητα, καλωσύνη, ἀγάπη, ταπείνωση, εἰλικρίνεια. Ἔτσι θὰ
γίνουμε δένδρα καρποφόρα καὶ πλούσια.
(Διασκευὴ
ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ
Κύριος τήν παραβολήν ταύτην. ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν
σπόρον αὐτοῦ. καὶ ἐν τῷ σπείρειν αὐτὸν ὃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, καὶ
κατεπατήθη, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγεν αὐτό· καὶ ἕτερον
ἔπεσεν ἐπὶ τὴν πέτραν, καὶ φυὲν ἐξηράνθη διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἰκμάδα·
καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ συμφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν
αὐτό. καὶ ἕτερον ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, καὶ φυὲν ἐποίησε
καρπὸν ἑκατονταπλασίονα. ταῦτα λέγων ἐφώνει· Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν
ἀκουέτω. Ἐπηρώτων δὲ αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Τίς εἴη ἡ παραβολή
αὕτη; ὁ δὲ εἶπεν· Ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας
τοῦ Θεοῦ, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς, ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσι καὶ
ἀκούοντες μὴ συνιῶσιν. Ἔστι δὲ αὕτη ἡ παραβολή· ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ
λόγος τοῦ Θεοῦ· οἱ δὲ παρὰ τὴν ὁδόν εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, εἶτα ἔρχεται
ὁ διάβολος καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν, ἵνα μὴ πιστεύσαντες
σωθῶσιν. οἱ δὲ ἐπὶ τῆς πέτρας οἳ ὅταν ἀκούσωσι, μετὰ χαρᾶς δέχονται
τὸν λόγον, καὶ οὗτοι ῥίζαν οὐκ ἔχουσιν, οἳ πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ
ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται. τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν
οἱ ἀκούσαντες, καὶ ὑπὸ μεριμνῶν καὶ πλούτου καὶ ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι
συμπνίγονται καὶ οὐ τελεσφοροῦσι. τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες
ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν
ἐν ὑπομονῇ.
(Λουκ. η΄[8] 5 – 15)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Εἶπε ὁ Κύριος
αὐτή τήν παραβολή: Βγῆκε ὁ σποριὰς στὸ χωράφι του, γιὰ νὰ σπείρει τὸ
σπόρο του. Καὶ καθὼς ἔσπερνε, μερικοὶ σπόροι ἔπεσαν κοντὰ στὸ δρόμο
τοῦ χωραφιοῦ καὶ καταπατήθηκαν ἀπό τούς διαβάτες, καὶ τοὺς κατάφαγαν
τὰ πουλιὰ τοῦ οὐρανοῦ. Ἄλλοι σπόροι πάλι ἔπεσαν πάνω σὲ πετρῶδες ἔδαφος,
κι ἀφοῦ φύτρωσαν, ξεράθηκαν, ἐπειδὴ δὲν εἶχαν ὑγρασία· Κι ἄλλοι σπόροι
ἔπεσαν σὲ ἔδαφος γεμάτο ἀπὸ σπόρους ἀγκαθιῶν, κι ὅταν τὰ ἀγκάθια
φύτρωσαν μαζί τους, τοὺς ἔπνιξαν τελείως. Κι ἄλλοι σπόροι ἔπεσαν μέσα
στὴ γῆ τὴ μαλακὴ καὶ εὔφορη, καὶ ὅταν φύτρωσαν, ἔκαναν καρπὸ ἑκατὸ
φορὲς περισσότερο ἀπ' τὸ σπόρο. Κι ἐνῶ τὰ ἔλεγε αὐτά, γιὰ νὰ δώσει
μεγαλύτερο τόνο στοὺς λόγους του καὶ γιὰ νὰ διεγείρει τὴν προσοχὴ
τῶν ἀκροατῶν του, φώναζε δυνατά: Αὐτὸς
πού ἔχει αὐτιὰ πνευματικὰ καὶ ἐνδιαφέρον πνευματικὸ γιὰ νὰ ἀκούει
καὶ νὰ ἐγκολπώνεται αὐτὰ πού λέω, ἂς ἀκούει.
Οἱ μαθητές του
τότε τὸν ρωτοῦσαν καὶ τοῦ ἔλεγαν: Ποιὰ εἶναι ἡ ἔννοια καὶ ἡ σημασία
αὐτῆς τῆς παραβολῆς; Κι αὐτὸς τοὺς ἀπάντησε: Σὲ σᾶς πού ἔχετε ἐνδιαφέρον
καὶ καλὴ διάθεση σᾶς ἔδωσε ὁ Θεὸς τὴ χάρη του νὰ μάθετε τὶς μυστηριώδεις
ἀλήθειες τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ· στοὺς ἄλλους ὅμως μιλάω μὲ παραβολές.
Αὐτοὶ δὲν ἔχουν ἐνδιαφέρον νὰ γνωρίσουν καὶ νὰ δεχθοῦν τὶς πνευματικὲς
ἀλήθειες, καὶ ὁ νοῦς τους εἶναι ἀμαθής καὶ ἀνίκανος γιὰ πνευματικὴ διδασκαλία.
Γι' αὐτὸ διδάσκω μὲ τὸν τρόπο αὐτό, γιὰ νὰ μὴν μποροῦν νὰ δοῦν βαθύτερα
καὶ καθαρότερα, ἂν καὶ θὰ βλέπουν μὲ τὰ σωματικά τους μάτια, καὶ γιὰ
νὰ μὴν μποροῦν νὰ καταλάβουν, ἂν καὶ θὰ ἀκοῦν τὴ διδασκαλία πού τοὺς ἐξηγεῖ
τὰ μυστήρια. Καὶ τὸ κάνω αὐτὸ ὄχι μόνο γιὰ λόγους δικαιοσύνης, ἀλλά
καὶ ἀπὸ ἀγαθότητα, γιὰ νὰ μὴν ἐπιβαρύνουν τὴ θέση τους περιφρονώντας
τὴν ἀλήθεια, καὶ σκληρυνθοῦν περισσότερο. Ἡ σημασία τῆς παραβολῆς
εἶναι αὐτή: Ὁ σπόρος συμβολίζει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἔδαφος πού εἶναι
κοντὰ στὸ δρόμο συμβολίζει αὐτοὺς πού ἄκουσαν ἁπλῶς καὶ μόνο τὸ λόγο.
Ἔπειτα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ ἀφαιρεῖ τὸ λόγο ἀπὸ τὶς καρδιές
τους, γιὰ νὰ μὴν πιστέψουν καὶ σωθοῦν. Τὸ πετρῶδες ἔδαφος ἐξάλλου πού δέχθηκε
τὸ σπόρο συμβολίζει αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ὅταν ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ
τὸν δέχονται μὲ χαρὰ καὶ ἐνθουσιασμό. Μέσα τους ὅμως δὲν ἔχει αὐτὸς
βαθιὰ ρίζα, γιὰ νὰ στερεωθεῖ. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς αὐτοὶ γιὰ λίγο χρόνο
πιστεύουν, ὅταν ὅμως ἔλθει καιρὸς πειρασμοῦ ἢ διωγμοῦ ἀπομακρύνονται
ἀπὸ τὴν πίστη. Οἱ σπόροι πού ἔπεσαν στὰ ἀγκάθια συμβολίζουν ἐκείνους
πού ἄκουσαν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ κι ἀρχίζουν μὲ κάποια προθυμία νὰ βαδίζουν
στὸ δρόμο τῆς πίστεως. Πνίγονται ὅμως ἀπὸ τὶς ἀγωνιώδεις φροντίδες
γιὰ νὰ ἀποκτήσουν πλούτη, καθὼς κι ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις τῆς σαρκικῆς
ζωῆς, στὴν ὁποία διευκολύνουν τὰ πλούτη πού ἀπέκτησαν, κι ἔτσι δὲν
προκύπτουν οὔτε φτάνουν μέχρι τὸ τέλος, προκειμένου νὰ δώσουν τὸν καρπό.
Οἱ σπόροι τώρα πού ἔπεσαν στὴν εὔφορη γῆ συμβολίζουν τοὺς ἀνθρώπους
ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μὲ καρδιὰ καλοπροαίρετη, εὐθεία καὶ ἀγαθὴ ἄκουσαν
καὶ κατανόησαν τὸ λόγο καὶ τὸν κρατοῦν σφιχτὰ μέσα τους, καὶ καρποφοροῦν
τὶς ἀρετὲς δείχνοντας ὑπομονὴ καὶ καρτερία στὶς θλίψεις καὶ τοὺς πειρασμοὺς
καὶ σ' ὅλα τὰ ἐμπόδια πού συναντοῦν στὴν ἄσκηση τῆς πνευματικῆς ζωῆς.




