ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ
ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄
ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(14 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026)
ΕΩΘΙΝΟΝ Β΄
Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν τὸν Ἰησοῦν. Καὶ λίαν πρωΐ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς, Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος, ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον, εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. ὁ δὲ λέγει αὐταῖς, Μὴ ἐκθαμβεῖσθε, Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον, ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὦδε, ἴδε, ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν, ἀλλ' ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ, ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου, εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον, ἐφοβοῦντο γάρ.
(Μᾶρκ. ιϚ΄[16]
1 – 8)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἀφοῦ πέρασε τό Σάββατο, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καί ἡ Σαλώμη ἀγόρασαν τό βράδυ τοῦ Σαββάτου ἀρώματα, γιά νά ἔλθουν τό πρωί στόν τάφο καί νά ἀλείψουν τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Καί πολύ πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται στό μνημεῖο τήν ὥρα πού ὁ ἥλιος ἄρχισε νά διαλύει τό πρωινό σκοτάδι, καθώς πῆρε ν᾿ ἀνατέλλει κάτω ἀπ᾿ τόν ὁρίζοντα. Κι ἔλεγαν μεταξύ τους: Ποιός θά μᾶς κυλίσει τή μεγάλη πέτρα μακριά
ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ μνημείου; Μόλις ὅμως ἔστρεψαν τά μάτια τους πρός τά ἐκεῖ, εἶδαν
ὅτι εἶχε μετατοπισθεῖ ἡ πέτρα μακριά ἀπ᾿ τό μνημεῖο. Καί τά ἔλεγαν αὐτά μεταξύ
τους, διότι ἡ πέτρα αὐτή ἦταν πολύ μεγάλη καί δέν ἦταν εὔκολο νά μετακινηθεῖ.
Κι ἀφοῦ μπῆκαν στό μνημεῖο, εἶδαν ἕνα νέο πού καθόταν στά δεξιά τοῦ μνημείου
καί ἦταν ντυμένος μέ λευκή στολή, καί γέμισαν μέ τρόμο καί κατάπληξη. Αὐτός ὅμως
τούς εἶπε: Μήν τρομάζετε καί μή φοβάστε. Ξέρω ποιόν ζητᾶτε. Ζητᾶτε τόν Ἰησοῦ
τόν Ναζαρηνό τόν ἐσταυρωμένο. Ἀναστήθηκε. Δέν εἶναι ἐδῶ. Νά, εἶναι ἀδειανό τό
μέρος πού τόν ἔβαλαν. Ἀλλά πηγαίνετε καί πέστε στούς μαθητές του καί ἰδιαιτέρως
στόν Πέτρο, πού ἔχει ἀνάγκη παρηγοριᾶς καί βεβαιώσεως ὅτι συγχωρήθηκε γιά τήν ἄρνησή
του, ὅτι πηγαίνει πρίν ἀπό σᾶς στή Γαλιλαία καί σᾶς περιμένει ἐκεῖ. Ἐκεῖ θά τόν
δεῖτε, ὅπως σᾶς τό εἶπε πρίν σταυρωθεῖ. Ἐκεῖνες τότε βγῆκαν κι ἔφυγαν ἀπό τό
μνημεῖο. Ἦταν μάλιστα γεμάτες τρόμο καί ἔκσταση. Δέν εἶπαν ὅμως τίποτε σέ
κανένα, διότι ἦταν φοβισμένες.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, δόξα
καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, ᾿Ιουδαίῳ τε
πρῶτον καὶ ῞Ελληνι· οὐ γάρ ἐστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ. Ὅσοι γὰρ
ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον,
διὰ νόμου κριθήσονται. Οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ
Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται.
Ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον
μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ
νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως
καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων
- ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν
μου διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.
(Ρωμ.β΄[2] 10 - 16)
ΘΑ ΣΩΘΟΥΝ ΟΙ ΜΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ;
ΟΜΙΛΙΑ
ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ
1. ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ
Ἕνα
ἐρώτημα
πού
τίθεται συχνὰ
ἀπὸ πολλοὺς καὶ προβληματίζει ἀρκετοὺς εἶναι τὸ ἑξῆς: Τί θὰ γίνουν ὅλα αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια τῶν ἀνθρώπων ποὺ δὲν εἶναι Χριστιανοί, ποὺ δὲν ἐγνώρισαν τὴν ἀλήθεια; Θὰ πᾶνε ὅλοι στήν
κόλαση;
Εἶναι
δυνατὸν
ὁ
Θεὸς
ὅλους
αὐτοὺς νὰ τοὺς ἀφήσει νὰ χαθοῦν; Ἀπάντηση
στὸ
μεγάλο αὐτὸ ἐρώτημα μᾶς δίνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸ σημερινὸ ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα. Μᾶς λέει λοιπὸν ὅτι κάθε ἄνθρωπος ποὺ ἐργάζεται τὸ ἀγαθό, εἴτε εἶναι Ἰουδαῖος εἴτε εἶναι εἰδωλολάτρης, θὰ λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ δόξα, τιμὴ καὶ εἰρήνη.
Διότι
ὁ
Θεὸς
δὲν
κάνει διακρίσεις. Γι᾿ αὐτό, ὅσοι ἁμάρτησαν χωρὶς νὰ ἔχουν γνωρίσει τόν
γραπτό νόμο τοῦ
Θεοῦ,
τὴν
Ἁγία
Γραφή, θά
κριθοῦν
χωρὶς
νὰ
ληφθεῖ ὑπόψη ὁ
νόμος αὐτός.
Ἀντίθετα,
ὅσοι
ἁμάρτησαν,
ἐνῶ εἶχαν γνωρίσει τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ «διὰ νόμου κριθήσονται», θὰ κριθοῦν μὲ βάση
τὸν
νόμο αυτό.
ΤΟ
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ λοιπὸν
ἀπὸ τὸ ἀποστολικὸ κείμενο εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς θὰ κρίνει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους μὲ ἄκρα δικαιοσύνη. Κανέναν δὲν θὰ ἀδικήσει. Δὲν θὰ τοὺς κρίνει ὅμως ὅλους μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Δὲν μπορεῖ νὰ κριθεῖ
μὲ
τὰ
ἴδια
κριτήρια ἕνας
ποὺ
δὲν
ἄκουσε
ποτέ γιὰ
θεῖο
νόμο, ἀγάπη
καὶ
ἀρετή,
μὲ
ἕναν
ποὺ
γνώρισε τὸν
Χριστὸ
καὶ
ἔζησε
στην κοινωνία τῆς
Χάριτος καὶ
τοῦ
ἁγιασμοῦ.
Ἐμεῖς ὅμως ποὺ γνωρίσαμε τόν
Χριστὸ
καὶ
τὴν
ἀλήθειά
Του, ἐμεῖς ποὺ τόσα γευθήκαμε, ἔχουμε μεγάλη εὐθύνη. Μᾶς ἔδωσε πολλὰ ὁ Θεὸς καὶ θὰ μᾶς ζητήσει πολλά. Μή
συγκρίνουμε λοιπὸν
τοὺς
ἑαυτούς
μας μὲ
τοὺς
ἀνθρώπους
ποὺ
ζοῦν
μέσα στὴν
ἄγνοια.
Ἐμεῖς γνωρίζουμε καὶ ἀπολαμβάνουμε τίς
δωρεὲς
τοῦ
Θεοῦ.
Ἀγωνιζόμαστε
ἔχοντας
ἄπειρα
ἐφόδια
στὸν
πνευματικό μας ἀγῶνα. Ξέρουμε τόν δρόμο
μας, ξέρουμε τό
συμφέρον μας, ξέρουμε καὶ
τόν
προορισμό μας. Καὶ
θὰ
εἶναι
πραγματικά τραγικό γιά μᾶς
ποὺ
εἴμαστε
τόσο πολὺ
εὐεργετημένοι
ἀπὸ τὸν Θεό, νὰ ἀπεμπολήσουμε τή
Χάρη
καὶ
τὴν
ἀγάπη
Του.
Ἐμεῖς λοιπὸν θὰ κριθοῦμε μὲ βάση
τὸ
Εὐαγγέλιο
καί
τίς
δωρεὲς
ποὺ
δεχθήκαμε. Αὐτοὶ ὅμως ποὺ δὲν γνώρισαν τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, μὲ ποιὸ κριτήριο θὰ κριθοῦν; Αὐτό μᾶς τὸ λέει στή
συνέχεια ὁ
θεῖος
Απόστολος.
2. Η
ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ
Ὅλοι θὰ κριθοῦμε, μᾶς λέει. Κανείς δὲν θὰ ἐξαιρεθεῖ.
Ἄλλωστε,
δίκαιοι ἐνώπιον
τοῦ
Θεοῦ
θὰ
ἀναγνωρισθοῦν ὄχι οἱ «ἀκροαταί», αὐτοὶ ποὺ ἁπλῶς ἀκοῦν τὸν θεῖο νόμο, ἀλλὰ «οἱ ποιηταί», αὐτοὶ ποὺ τὸν ἐφαρμόζουν. Διότι ὅταν εὐσεβεῖς ἐθνικοί, ἐνῶ δὲν ἔχουν γραπτό νόμο τοῦ Θεοῦ, «φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ», ἐνστικτωδῶς ἐφαρμόζουν αὐτὰ ποὺ διατάσσει ὁ γραπτός νόμος, αὐτοί, «νόμον μὴ ἔχοντες, ἑαυτοῖς εἰσι νόμος». Ἂν καὶ δὲν ἔχουν γραπτὸ νόμο, ἔχουν γιὰ νόμο τή
συνείδησή
τους.
Τὸ ἔργο που κάνει ὁ νόμος νὰ διαφωτίζει τοὺς ἀνθρώπους στὸ νὰ διακρίνουν τὸ ἀγαθὸ ἀπὸ τὸ κακό, οἱ ἐθνικοὶ αὐτοὶ τὸ ἔχουν γραμμένο στίς
καρδιές τους. Διότι μιά φωνή μέσα τους, ἡ συνείδησή
τους, τοὺς
δίνει μαρτυρία γιά
κάθε πρᾶξη.
Καὶ
οἱ
λογισμοί μεταξύ τους βρίσκονται σὲ
ἀντιπαράθεση
κατηγοροῦν
ἢ
καὶ
ἀπολογοῦνται.
Θὰ ἀνακηρυχθοῦν λοιπὸν δίκαιοι οἱ τηρητές
τοῦ
νόμου, κατὰ
τὴν
ἡμέρα
ποὺ
θὰ
κρίνει ὁ
Θεὸς
τὶς
ἀπόκρυφες
πράξεις τῶν
ἀνθρώπων.
Καὶ
ὁ
ὑπέρτατος
κριτής, ὁ
ὁποῖος θὰ τὶς κρίνει, θὰ εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς
Χριστός.
Η
ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ λοιπὸν
θὰ
εἶναι
τὸ
κριτήριο, μὲ
τὸ
ὁποῖο θὰ κριθοῦν ὅσοι δὲν γνώρισαν τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Διότι συνείδηση ἔχουν
ὅλοι
οἱ
ἄνθρωποι,
πιστοὶ
καὶ
ἄπιστοι,
εὐσεβεῖς καὶ ἀσεβεῖς. Ἡ συνείδηση
εἶναι
ἡ
μυστικὴ
φωνὴ
τῆς
ψυχῆς
μας, μιὰ
φωνὴ
ποὺ
τὴν
φύτευσε ὁ
Θεὸς
σὲ
κάθε ἄνθρωπο,
κάθε φυλῆς
καὶ
θρησκείας, ὡς
μόνιμο σύντροφο μέχρι θανάτου.
Αὐτὴ τὴν ἐσωτερικὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως δὲν μποροῦμε νὰ τὴν σιγάσουμε. Εἶναι τὸ φῶς τῆς ψυχῆς μας, ποὺ μᾶς βοηθᾷ νὰ διακρίνουμε τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό. Εἶναι ὁ κριτὴς τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἔργων μας. Εἶναι ὁ ἄγρυπνος φρουρός μας, ποὺ ὅλα τὰ παρακολουθεῖ. Ἄλλοτε μᾶς ἐπιβραβεύει κι ἄλλοτε μᾶς κατηγορεί. Ἄλλοτε μᾶς μιλάει μὲ γλυκύτητα προτρέποντάς μας
στό
καλό, κι ἄλλοτε
ἀπειλητικὰ ἀποτρέποντάς μας ἀπὸ τὸ κακό. Εἶναι μιὰ φωνὴ ποὺ καλλιεργεῖται καὶ διαφωτίζεται μὲ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ Χάρη
τῶν
Μυστηρίων· ἰδιαίτερα
δὲ
μὲ
τὸ
Μυστήριο τῆς
Μετανοίας καὶ
Ἐξομολογήσεως.
Μὴ παραβλέπουμε λοιπὸν καὶ μὴ περιφρονοῦμε αὐτὴ τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως. Ὅποιος τὴν παραβλέπει, τὸ πληρώνει ἀκριβά. Γεμίζει μὲ τύψεις καὶ ἀγωνία, ὁδηγεῖται στὴν ἀπελπισία καὶ τὴν καταστροφή. Νά
σεβόμαστε
αὐτὴν τὴ μυστικὴ φωνὴ τῆς ψυχῆς μας. Νά
τὴν
κάνουμε ἀκριβέστερη
καὶ
εὐκρινέστερη
μὲ
τὴ
μελέτη τοῦ
λόγου τοῦ
Θεοῦ
καὶ
τὴ
Χάρη
τῶν
Μυστηρίων. Να
συμμορφωνόμαστε πρὸς αὐτὴν καὶ νὰ τὴν ἀκολουθοῦμε στὸ ἀγαθό. Καὶ ἂς προσευχόμαστε
μὲ
πίστη:
«καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν
ἐμοί,
ὁ
Θεός, καὶ
πνεῦμα
εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου».
(Διασκευὴ
ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, περιπατῶν ὁ ᾿Ιησοῦς παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας,
εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ ᾿Ανδρέαν τὸν ἀδελφὸν
αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς· καὶ λέγει αὐτοῖς· Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς
ἁλιεῖς ἀνθρώπων. Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν, εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς,
᾿Ιάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ
μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν, καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν·
καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες
τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν, ἠκολούθησαν αὐτῷ. Καὶ περιῆγεν ὅλην
τὴν Γαλιλαίαν ὁ ᾿Ιησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν, καὶ κηρύσσων
τὸ Εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας, καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν
μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.
(Ματθ. δ΄[4] 18 – 23)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Καθὼς ὁ Ἰησοῦς περπατοῦσε
κοντὰ
στὴ θάλασσα τῆς Γαλιλαίας, εἶδε δυὸ ἀδελφούς, τὸν Σίμωνα, τὸν ὁποῖο
κατόπιν ὀνόμασε Πέτρο, καὶ τὸν Ἀνδρέα τὸν ἀδελφό του, οἱ ὁποῖοι ἔριχναν
δίχτυα στὴ θάλασσα, διότι ἦταν ψαράδες. Καὶ τοὺς λέει: Ἀκολουθῆστέ
με, καὶ θὰ σᾶς κάνω ἱκανοὺς νὰ ψαρεύετε ἀντὶ γιὰ ψάρια ἀνθρώπους. Αὐτοὺς
θὰ ἑλκύετε στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μὲ τὰ πνευματικὰ δίχτυα τοῦ κηρύγματος.
Κι αὐτοὶ ἀμέσως ἄφησαν τὰ δίχτυά τους καὶ τὸν ἀκολούθησαν. Κι ἀφοῦ
προχώρησε πιὸ πέρα ἀπὸ ἐκεῖ, εἶδε ἄλλους δύο ἀδελφούς, τὸν Ἰάκωβο,
τὸν γιὸ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ τὸν Ἰωάννη τὸν ἀδελφό του, νὰ ἑτοιμάζουν
τὰ δίχτυά τους μέσα στὸ πλοῖο μαζὶ μὲ τὸν πατέρα τους Ζεβεδαῖο. Καὶ τοὺς
κάλεσε. Κι αὐτοὶ ἀμέσως ἄφησαν τὸ πλοῖο καὶ τὸν πατέρα τους καὶ τὸν ἀκολούθησαν.
Καὶ περιόδευε ὁ Ἰησοῦς ὅλη τὴ Γαλιλαία διδάσκοντας
στὶς συναγωγές τους, ὅπου κάθε Σάββατο μαζεύονταν οἱ Ἑβραῖοι γιὰ νὰ
ἀκούσουν τὴν ἀνάγνωση τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ νὰ προσευχηθοῦν. Καὶ κήρυττε
ἐκεῖ τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα ὅτι πλησίαζε ὁ χρόνος τῆς πνευματικῆς βασιλείας,
πού θὰ ἔφερνε στοὺς ἀνθρώπους τὴν ἀπολύτρωση καὶ τὴ χαρά. Καὶ θεράπευε
κάθε εἴδους ἀσθένεια καὶ ἀδιαθεσία στὸ λαό.
