ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ
ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ
Ζ΄ ΛΟΥΚΑ
(Η ΣΥΝΑΞΙΣ
ΤΩΝ ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΩΝ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΙ ΓΑΒΡΙΗΛ)
(8 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2026)
Τῷ καιρῷ
ἐκείνῳ, οἱ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο
αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς΄ καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν΄ καὶ
προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων΄ Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ
τῆς γῆς. πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τὸ ὄνομα
τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα
ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν, καὶ Ἰδού, ἐγὼ μεθ' ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς
συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.
(Ματθ.
κη΄[28] 16 – 20)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ οἱ ἕντεκα
μαθητὲς πῆγαν στὴ Γαλιλαία, στὸ ὄρος ποὺ τοὺς καθόρισε ὁ Ἰησοῦς. Ἐκεῖ τὸν εἶδαν
καὶ τὸν προσκύνησαν. Μερικοὶ ὅμως εἶχαν κάποια ἀμφιβολία ἂν ἦταν αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς.
Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοὺς πλησίασε καὶ τοὺς μίλησε μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: Δόθηκε καὶ στὴν ἀνθρώπινη
φύση μου κάθε ἐξουσία στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ. Λοιπὸν πηγαίνετε καὶ κάνετε
μαθητές σας ὅλα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντάς τους στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντάς τους νὰ τηροῦν καὶ νὰ ἐφαρμόζουν στὴ ζωή τους ὅλα
τὰ παραγγέλματα ποὺ σᾶς ἔδωσα ὡς ἐντολές. Καὶ ἰδού, ἐγὼ ποὺ ἔλαβα κάθε ἐξουσία,
θὰ εἶμαι πάντα μαζί σας βοηθὸς καὶ συμπαραστάτης σας μέχρι νὰ τελειώσει ὁ αἰώνας
αὐτός, μέχρι δηλαδὴ τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Ἀμήν.
Ο
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΩΝ ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΩΝ)
Ἀδελφοί, εἰ ὁ δι᾿ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; Ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη, συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι καὶ Πνεύματος ῾Αγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν. Οὐ γὰρ ἀγγέλοις ὑπέταξε τὴν οἰκουμένην τὴν μέλλουσαν, περὶ ἧς λαλοῦμεν, διεμαρτύρατο δέ πού τις λέγων· «Τί ἐστιν ἄνθρωπος ὅτι μιμνήσκῃ αὐτοῦ, ἢ υἱὸς ἀνθρώπου ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν; Ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν, πάντα ὑπέταξας ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτοῦ»· ἐν γὰρ τῷ «ὑποτάξαι» αὐτῷ τὰ «πάντα» οὐδὲν ἀφῆκεν αὐτῷ ἀνυπότακτον. Νῦν δὲ οὔπω ὁρῶμεν αὐτῷ τὰ «πάντα ὑποτεταγμένα»· τὸν δὲ «βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλλους ἠλαττωμένον» βλέπομεν ᾿Ιησοῦν διὰ τὸ πάθημα τοῦ θανάτου «δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφανωμένον», ὅπως χάριτι Θεοῦ ὑπὲρ παντὸς γεύσηται θανάτου. Ἔπρεπε γὰρ αὐτῷ, δι᾿ ὃν τὰ πάντα καὶ δι᾿ οὗ τὰ πάντα, πολλοὺς υἱοὺς εἰς δόξαν ἀγαγόντα, τὸν ἀρχηγὸν τῆς σωτηρίας αὐτῶν διὰ παθημάτων τελειῶσαι.
(Ἑβρ. β΄[2] 2-10)
ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΑΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
1. Ο
ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ
Πρὸς τιμὴν τῶν ἁγίων Ἀγγέλων καὶ
ἰδιαιτέρως
τῶν
ἀρχαγγέλων
Μιχαήλ καί
Γαβριήλ διαβάζεται στοὺς
ναούς μας τό σημερινό Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, μιά καί ἡ ἑορτή τους συμπίπτει μὲ τὴ σημερινή Κυριακή.
Στό
κείμενό μας αὐτό,
πού προέρχεται ἀπὸ τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή, γίνεται σὲ πολλὰ σημεῖα λόγος γιὰ τοὺς Ἀγγέλους, γιὰ
νὰ
ἀποδειχθεῖ πόσο ἀνώτερός τους εἶναι ὁ Χριστός μας, παρ᾿ ὅλον ὅτι σὰν ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος μάλιστα καὶ πέθανε πάνω στόν σταυρό, φάνηκε πρὸς στιγμὴν κατώτερος λίγο ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους, ποὺ
εἶναι
πνευματικὲς
ὑπάρξεις,
ἀσώματες,
ἄϋλες
καὶ
ἀθάνατες.
Κύριο
έργο τῶν
̓Αγγέλων
εἶναι
βέβαια ἡ
δοξολογία τοῦ
Θεοῦ.
Τὰ
ἅγια
αὐτὰ πλάσματα τοῦ οὐρανοῦ, καθὼς ἀντικρύζουν τὴν ὡραιότητα τοῦ Δημιουργοῦ τους, καθὼς ἐμβαθύνουν στὸν ἀπέραντο ὠκεανὸ τῶν τελειοτήτων Του, ξεσποῦν σὲ ἀκατάπαυστους ὕμνους, σὲ ἀσίγητες δοξολογίες, σὲ ἐκστατικὴ λατρεία καὶ θαυμαστοὺς αἴνους. Εἶναι τόσος ὁ θαυμασμός, πού
αἰσθάνονται
ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο Του, καὶ τόσες – ἄπειρες – οἱ ἐκπλήξεις, ποὺ δοκιμάζουν βλέποντας τὶς ἀσύλληπτες καί
μεγαλειώδεις ἐνέργειές
Του, ὥστε
οἱ
ὕμνοι
καὶ
οἱ
δοξολογίες τους δὲν
ἀποτελοῦν παρὰ ἕνα φυσικό ξεχείλισμα, ἕνα ἀσυγκράτητο ξέσπασμα, μιά ἀτέλειωτη
ἔκρηξη
τοῦ
θάμβους καὶ
τῆς
χαρᾶς
τους.
Ὑπέροχη, ἐκπληκτικὴ ἡ ἀτμόσφαιρα αὐτὴ τοῦ ἀγγελικοῦ κόσμου! Κι ἂν σκεφθεῖ κανεὶς τὸ δυσεξαρίθμητο πλῆθος τῶν ̓Αγγέλων
– ώρισμένοι Πατέρες, ἑρμηνεύοντας
τὴν
παραβολὴ
τοῦ
ἀπολωλότος
προβάτου, λένε πώς ὁ
ἀριθμὸς τῶν ̓Αγγέλων
εἶναι
σχεδόν ἑκατονταπλάσιος
ἀπό
τά δισεκατομμύρια τῶν
ἀνθρώπων,
ποὺ
ἔζησαν
ἤ πρόκειται νά
ζήσουν στή
γῆ – ἂν σκεφθεῖ κανείς ἐπαναλαμβάνουμε – τὸ ἄπειρο σχεδόν πλῆθος τῶν ̓Αγγέλων,
ἀντιλαμβάνεται
κάπως καλύτερα τὴν
ὑπέροχη
αὐτὴ δοξολογητικὴ ἀτμόσφαιρα τοῦ Οὐρανοῦ!
Μιά ἀτμόσφαιρα
ὅμως,
πού θά ᾿πρεπε νὰ ἐπικρατεῖ καὶ πάνω στὴ γῆ μας, ἀλλά καί στή ζωὴ τοῦ καθενός μας. Διότι καὶ ἐμεῖς τὸν ἴδιο Δημιουργὸ ἔχουμε. Τὴ δόξα Του καὶ τὸ μεγαλεῖο Του ψηλαφοῦμε σὲ ὁλόκληρο τό
σύμπαν. Μεγαλύτερες εὐεργεσίες
ἀπ᾿ ὅ,τι οἱ Ἄγγελοι δεχτήκαμε, ἀφοῦ γιά χάρη
μας Ἐκεῖνος ἔγινε καὶ ὅμοιός μας ἄνθρωπος και σταυρώθηκε γιὰ μᾶς!
Νὰ Τὸν ὑμνοῦμε λοιπόν! Νὰ Τὸν δοξολογοῦμε σὰν τοὺς ̓Αγγέλους,
ξεπλένοντας μὲ
τοὺς
ὕμνους
μας τίς
βλαστήμιες καὶ
τὶς
ὕβρεις,
ποὺ
καθημερινά τόσο φρικτά μολύνουν τὴ
μολυσμένη ἀτμόσφαιρα
τῆς
γῆς
μας!
2. Η
ΠΛΗΡΩΜΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΒΑΣΕΩΝ
Ἄν – μᾶς
λέγει ἀρχίζοντας
τὸ
ἱερὸ κείμενο ἂν κάθε παράβαση
καὶ
παρακοὴ
τοῦ
νόμου, τὸν
ὁποῖο παρέδωσαν Ἄγγελοι στὸν Μωυσῆ ἐπὶ τοῦ ὄρους Σινά, πληρώθηκε μὲ τὴ δίκαιη τιμωρία της, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ξεφύγουμε ἐμεῖς, περιφρονώντας
τὴ
σωτηρία, πού ὄχι
Ἄγγελοι, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς ἐχάρισε; Συγκλονιστικὸ τὸ ἐρώτημα, ἀλλὰ καὶ ἡ διαβεβαίωση
τοῦ
Ἀποστόλου, ὅτι οἱ παραβάτες τιμωροῦνται, ἄν – ἐννοεῖται – δὲν μετανοήσουν.
Ἄλλωστε τὸ
ἴδιο
ἔγινε
καὶ
μὲ
τοὺς
̓Αγγέλους,
γιὰ
τοὺς
ὁποίους
εἰδικό
λόγο κάνουμε σήμερα. Ὅπως
μας πληροφορεῖ
καὶ
τὸ
«συναξάριον» τῆς
σημερινῆς
ἑορτῆς, ἡ πρώτη παράβαση
τοῦ
θείου θελήματος ἔγινε
ἀπὸ Ἀγγέλους. Ἦταν ἡ ἐπανάσταση
τοῦ
πρώτου Ἀρχαγγέλου. «Θὰ βάλω τὸν θρόνο μου δίπλα στόν
θρόνο τοῦ
Θεοῦ»,
σκέφτηκε γιά
μιά
στιγμὴ
ὁ
λαμπρότερος Ἀρχάγγελος, ὁ Ἑωσφόρος, καὶ
ἕνα
πλῆθος ̓Αγγέλων
συμφώνησε μαζί του. Τὴν
ἴδια
ὥρα
ὅμως
γκρεμίστηκαν ὅλοι
στα τάρταρα τοῦ
Ἅδου. Ὁ Ἑωσφόρος ἔγινε ὁ Σατανᾶς, καὶ οἱ ἄγγελοι, ποὺ τὸν ἀκολούθησαν, ἔγιναν οἱ δαίμονες, τά
τέρατα αὐτὰ τοῦ μίσους καί τῆς κολάσεως.
Γεγονός
συγκλονιστικό! Τραγικό! Τή στιγμή τῆς ἀποστασίας μιὰ φωνὴ ἀκούστηκε στόν
Οὐρανό:
«Πρόσχωμεν! Στῶμεν καλῶς!». Ἦταν ὁ
ἀρχάγγελος
Μιχαήλ, ποὺ
κάλεσε σὲ
προσοχή ὅλους
τοὺς
̓Αγγέλους.
Ἐκεῖνοι τότε συσπειρώθηκαν γύρω
του, καὶ
μὲ
ὅλη
τὴ
δύναμή
τους ὕμνησαν
τὸν
Θεό, δείχνοντας μὲ
τὸν
τρόπο αὐτὸ τὴν ἀφοσίωσή τους σ᾿ Ἐκεῖνον. Αὐτὴ ἡ συγκέντρωση
τῶν
Ἀγγέλων γύρω ἀπὸ τὸν ἀρχάγγελο Μιχαὴλ ὠνομάστηκε «Σύναξις τῶν Ἀγγέλων», καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ γεγονὸς ἑορτάζουμε σήμερα.
«Πρόσχωμεν!»,
φώναξε τότε ὁ
μέγας Ἀρχάγγελος. Νά
προσέχουμε, συνιστᾶ
καὶ
σὲ
μᾶς
σήμερα ὁ
̓Απόστολος.
Νά
προσέχουμε, διότι ὑπάρχει
κίνδυνος νά
χάσουμε τὴ
Βασιλεία τοῦ
Θεοῦ.
Ὁ
Χριστός μας σταυρώθηκε γιά μᾶς.
Ἄγγελοι καί Ἀρχάγγελοι
ἐργάζονται ἀκατάπαυστα γιὰ τὴ σωτηρία μας. Εἰδικό φύλακα Ἄγγελο, γιὰ νὰ καθοδηγεῖ τὰ βήματά μας καὶ νὰ μᾶς βοηθεῖ στὸν ἀγῶνα μας, μᾶς ἔχει χαρίσει ὁ Θεός.
Κι
ὅμως,
ἂν
ἐμεῖς φανοῦμε ἀμελεῖς, ὑπάρχει φόβος ὅλα αὐτὰ νὰ πᾶνε χαμένα, καὶ μεῖς νὰ βρεθοῦμε μακριά ἀπό τόν
Θεό, ἐκεῖ, ποὺ οἱ ἀποστάτες Ἄγγελοι θὰ παίρνουν τή
φρικτή πληρωμή τῆς
ἀποστασίας
τους. Ἄς προσέχουμε λοιπόν πολύ.
«Πρόσχωμεν! Στῶμεν
καλῶς!»
3. Ο
ΕΚΠΤΩΤΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ
«Ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν». Στὸν ἄνθρωπο ἀναφέρονται τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ψαλμωδοῦ, ποὺ ἐπαναλαμβάνει ἐδῶ τὸ ἀνάγνωσμά μας, καὶ σημαίνουν: Τὸν ἔκαμες τὸν ἄνθρωπο λίγο κατώτερο ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, μὲ δόξα καὶ τιμή, σάν
βασιλιὰ
τῆς
κτίσεως, τὸν
ἐστεφάνωσες.
Οἱ ἄνθρωποι πράγματι πλαστήκαμε
ἀπό
τόν Δημιουργό μας μὲ
δόξα καὶ
τιμή, σάν
βασιλεῖς
τῆς
Δημιουργίας Του. Ἡ δόξα αὐτὴ καὶ ἡ τιμή, παρὰ τὴν πτώση
καὶ
τὴν
ἀποστασία
μας ἀπό τὸν Θεό, ὑπάρχει σέ
κάποιο βαθμό καί
τώρα. Βέβαια ἡ
ἁμαρτία
ἔκαμε
τὴ
βασιλική μας στολή κουρέλια. Ὅμως
ὁ
ἄνθρωπος
παραμένει βασιλιάς! Ἔκπτωτος,
ἐξόριστος,
τραυματισμένος... ἀλλὰ πάντως βασιλιάς. Κύριος τῆς γῆς, προικισμένος μέ
λογικὸ
καὶ
ἐλευθερία,
ἀλλὰ καὶ μὲ ἄπειρα άλλα χαρίσματα... μὲ δόξα καὶ τιμὴ στεφανωμένος.
Κι
ὅταν
αὐτὸς ὁ ἐξόριστος βασιλιᾶς συναντᾶ τὸν Σωτήρα Του, τόν
Χριστό, τότε τό βασιλικό του κάλλος ἀνακαινίζεται.
Μὲ
τὸ
ἅγιο
Βάπτισμα ντύνεται ξανὰ
τὰ
ὑπέρλαμπρα
βασιλικά του ἐνδύματα. Μὲ τὸ ἅγιο Χρίσμα λαμβάνει στὸ μέτωπό του τή
βασιλική σφραγίδα τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος. Μὲ τὴν ἐν μετανοίᾳ ζωή του μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴ συμμετοχή του στὰ μυστήρια καὶ ἰδιαιτέρως στὴ θεία Εὐχαριστία ἑνώνεται μὲ τὸν Βασιλιά τοῦ σύμπαντος!
Βέβαια
εἶναι
ἀκόμα
ἐξόριστος,
ταλαιπωρεῖται,
πληγώνεται, τὸν
περιμένει ὁ
θάνατος. Ναί! Ἀλλὰ πέρα ἀπὸ αὐτὰ βλέπει τὴν αἰωνιότητα. Περιμένει ἀνάσταση
νεκρῶν.
Γνωρίζει πὼς
ἡ
κοιλάδα τοῦ
κλαυθμῶνος,
ποὺ
τώρα διασχίζει, δὲν
εἶναι
ὁ
τάφος του, ἀλλὰ τὸ στάδιο τοῦ ἀγῶνος καὶ τῆς δοκιμασίας του.
Μὲ τὸ βλέμμα στραμμένο στήν
παμπόθητη Βασιλεία τοῦ
Πατέρα του, ὁ
ἐξόριστος
βασιλιάς πορεύεται μὲ
κόπους καὶ
κινδύνους πρὸς
τὸ
Πατρικό παλάτι. Ἐκεῖ, ποὺ Ἄγγελοι καὶ
Ἀρχάγγελοι τὸν περιμένουν, γιὰ νὰ τὸν στεφανώσουν μὲ δόξα καὶ τιμὴ αἰώνια!
(Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἂνθρωπός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ αὐτός ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα καὶ αὕτη ἀπέθνῃσκεν. Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ' οὐδενὸς θεραπευθῆναι, προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· Τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ' ἐμοῦ. ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι' ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· Θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι Τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα. ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· Ἡ παῖς, ἐγείρου. καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς· ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.
(Λουκ. η΄ [8] 41– 56)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τόν καιρό ἦλθεν στόν Ἰησοῦ κάποιος ἄνθρωπος, πού ὀνομαζόταν Ἰάειρος καὶ ἦταν ἄρχοντας τῆς συναγωγῆς. Κι ἀφοῦ
ἔπεσε γονατιστὸς κοντὰ στὰ
πόδια του, τὸν παρακαλοῦσε νὰ
πάει στὸ σπίτι του, διότι εἶχε μία μονάκριβη κόρη περίπου
δώδεκα χρόνων πού βρισκόταν στὰ
τελευταῖα της καὶ πέθαινε.
Καὶ
τὴν ὥρα πού ὁ
Ἰησοῦς πήγαινε στὸ
σπίτι τοῦ Ἰαείρου, τὰ
πλήθη τοῦ λαοῦ τὸν
περιέβαλλαν ἀσφυκτικὰ καὶ
τὸν πίεζαν. Τότε λοιπὸν κάποια γυναίκα πού ὑπέφερε ἀπὸ
αἱμορραγία ἐδῶ
καὶ δώδεκα χρόνια, ἡ ὁποία μαζὶ
μὲ τὰ ἄλλα
βάσανα τῆς ἀρρώστιας της εἶχε
ξοδέψει καὶ ὅλη τὴν
περιουσία της σὲ
γιατροὺς καὶ δὲν
μπόρεσε νὰ θεραπευθεῖ ἀπὸ κανέναν, ἀφοῦ
πλησίασε τὸν Ἰησοῦ
ἀπὸ πίσω, ὥστε
νὰ μὴν τὴν
ἀντιληφθεῖ κανείς, ἐπειδὴ ντρεπόταν νὰ γίνει φανερὴ
ἡ ἀρρώστια της, ἄγγιξε
τὴν ἄκρη τοῦ
ἐξωτερικοῦ ἐνδύματός
του κι ἀμέσως σταμάτησε ἡ αἱμορραγία της. Τότε εἶπε ὁ
Ἰησοῦς: Ποιὸς μὲ
ἄγγιξε; Κι ἐπειδὴ ὅλοι οἱ
τριγύρω ἀρνοῦνταν, εἶπε
ὁ Πέτρος καὶ οἱ
ἄλλοι μαθητὲς πού ἦταν
μαζί του: Διδάσκαλε, τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ σὲ
περικύκλωσαν καὶ
σὲ πιέζουν ἀσφυκτικὰ· καὶ
σὺ λές, ποιὸς μὲ
ἄγγιξε; Ὁ
Ἰησοῦς ὅμως
εἶπε: Κάποιος μὲ
ἄγγιξε. Διότι ἐγώ κατάλαβα ὅτι βγῆκε ἀπὸ πάνω μου δύναμη θαυματουργική.
Ὅταν λοιπὸν ἡ
γυναίκα εἶδε ὅτι δὲν
μπόρεσε νὰ κρυφτεῖ καὶ
δὲν ξέφυγε ἀπὸ
τὸν Ἰησοῦ
αὐτὸ πού ἔκανε,
ἦλθε τρέμοντας ἀπὸ τὸ
φόβο της, κι ἀφοῦ ἔπεσε
γονατιστὴ μπροστά του, τοῦ διηγήθηκε μπροστὰ σ' ὅλο τὸ
πλῆθος τοῦ λαοῦ
γιὰ ποιὰ αἰτία
τὸν ἄγγιξε καὶ
πῶς θεραπεύθηκε ἀμέσως. Τότε ὁ Ἰησοῦς
τῆς εἶπε: Ἔχε
θάρρος, κόρη μου, ἡ
πεποίθηση πού εἶχες
ὅτι θὰ ἔβρισκες
τὴν ὑγεία
σου ἂν μὲ
ἄγγιζες, αὐτὴ
ἡ πίστη σου σ' ἔχει θεραπεύσει. Πήγαινε στὸ καλό, εἰρηνικὴ καὶ
ἐλεύθερη ἀπὸ
κάθε ἀνησυχία πού δοκίμαζες πιὸ πρὶν
ἐξαιτίας τῆς ἀσθενείας
σου.
Κι ἐνῶ μιλοῦσε ἀκόμη
ὁ Ἰησοῦς,
ἦλθε κάποιος ἀπὸ τὸ
σπίτι τοῦ ἀρχισυναγώγου καὶ
τοῦ εἶπε: Πέθανε ἡ κόρη σου· μὴν κουράζεις ἄλλο καὶ μὴν
ἐνοχλεῖς πιὰ
τὸν διδάσκαλο. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως, μόλις ἄκουσε
τὴν εἴδηση αὐτή,
τοῦ εἶπε: Μὴ φοβᾶσαι, μόνο συνέχισε νὰ πιστεύεις, καὶ θὰ
σωθεῖ ἡ
κόρη σου ἀπ' τὸ
θάνατο. Κατόπιν, ὅταν ἔφθασε
στὸ σπίτι τοῦ Ἰαείρου,
δὲν ἄφησε νὰ
μπεῖ κανεὶς ἄλλος
στὸ δωμάτιο τῆς νεκρῆς
παρὰ μόνο ὁ Πέτρος, ὁ
Ἰωάννης, ὁ Ἰάκωβος
καὶ ὁ πατέρας τοῦ
κοριτσιοῦ καὶ ἡ
μητέρα. Στὸ μεταξὺ ὅλοι
ἔκλαιγαν καὶ χτυποῦσαν
τὰ στήθη τους καὶ τὰ κεφάλια τους γιὰ
τὴ νεκρή. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοὺς
εἶπε: Μὴν κλαῖτε· δὲν πέθανε, ἀλλά κοιμᾶται. Καὶ
ἐκεῖνοι τὸν
περιγελοῦσαν, διότι ἦταν βέβαιοι ὅτι
τὸ κοριτσάκι εἶχε πεθάνει. Αὐτὸς ὅμως,
ἀφοῦ τοὺς
ἔβγαλε ὅλους ἔξω,
ἔπιασε τὸ χέρι της καὶ
τῆς φώναξε δυνατά: Κόρη, σήκω ἐπάνω.
Τότε ἡ ψυχὴ
της ἐπέστρεψε στὸ σῶμα
καὶ ἀναστήθηκε ἀμέσως.
Καὶ ὁ Ἰησοῦς διέταξε νὰ τῆς
δώσουν φαγητὸ νὰ φάει, γιὰ
νὰ πάρει δυνάμεις μετὰ ἀπὸ
τὴν ἐξάντληση πού τῆς
εἶχε φέρει ἡ χρόνια καὶ
θανατηφόρα ἀσθένειά της. Οἱ γονεῖς της ἔμειναν
ἐκστατικοὶ καὶ
κυριεύτηκαν ἀπὸ βαθὺ
καὶ μεγάλο θαυμασμό. Ὁ Ἰησοῦς
ὅμως τοὺς ἔδωσε
τὴν ἐντολὴ
νὰ μὴν ποῦν
σὲ κανέναν αὐτὸ
πού ἔγινε, γιὰ νὰ
μὴν ἐρεθίζεται ὁ
φθόνος τῶν ἐχθρῶν
του.
