Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ (ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

  ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ  

      ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ

(ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ)

(11 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2026)

 


ΕΩΘΙΝΟΝ Η΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, Μαρία εἱστήκει πρὸς τὸ μνημεῖον κλαίουσα ἔξω, ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους, ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ, καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι, Γύναι, τὶ κλαίεις; λέγει αὐτοῖς, Ὅτι ἦραν τὸν Κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν, καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἐστῶτα, καὶ οὐκ ᾒδει ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Γύναι, τὶ κλαίεις; τίνα ζητεῖς; ἐκείνη δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρὸς ἐστι, λέγει αὐτῷ, Κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπὲ μοι ποῦ αὐτὸν ἔθηκας, κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ, λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Μαρία, στραφεῖσα ἐκείνη λέγει αὐτῷ, Ῥαββουνί, ὃ λέγεται Διδάσκαλε, λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Μή μου ἃπτου, οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου, πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου, καὶ εἰπὲ αὐτοῖς, Ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν, ἔρχεται Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀπαγγέλλουσα τοῖς μαθηταῖς ὅτι ἑώρακε τὸν Κύριον, καὶ ταῦτα εἶπεν αὐτῇ.

Ἰωάν. κ΄[20] 11 – 18)


ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἡ Μαρία στεκόταν κοντὰ στὸ μνημεῖο κι ἔκλαιγε ἔξω ἀπ᾿ αὐτό, χωρὶς νὰ φαντάζεται ποτὲ ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀναστήθηκε.  Ἐνῶ λοιπὸν ἑξακολουθοῦσε νὰ κλαίει, ἔσκυψε μιὰ στιγμὴ στὸ μνημεῖο ἀναζητώντας καὶ πάλι τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Βλέπει τότε δύο ἀγγέλους μὲ λευκὰ ἐνδύματα, ἔνδοξους καὶ ἀκαταγώνιστους φρουροὺς τοῦ τάφου. Αὐτοὶ κάθονταν ὡς ὑπηρέτες τοῦ ἀναστημένου Κυρίου, ὁ ἕνας πρὸς τὸ μέρος τοῦ κεφαλιοῦ καὶ ὁ ἄλλος πρὸς τὸ μέρος τῶν ποδιῶν, ὅπου πιὸ πρὶν ἦταν τοποθετημένο κάτω στὴ γῆ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.  Τῆς λένε τότε ἐκεῖνοι: Γυναίκα, γιατί κλαῖς; Κι αὐτὴ τοὺς ἀπαντᾶ: Διότι πῆραν τὸν Κύριό μου ἀπὸ τὸν τάφο καὶ δὲν ξέρω ποῦ τὸν ἔβαλαν.  Καὶ ἀφοῦ τὰ εἶπε αὐτά, στράφηκε πίσω καὶ βλέπει τὸν Ἰησοῦ νὰ στέκεται ὄρθιος, ἀλλὰ δὲν κατάλαβε ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ Ἰησοῦς, εἴτε διότι τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου εἶχε ὑποστεῖ μεταβολὴ μὲ τὴν Ἀνάσταση, εἴτε διότι ἡ Μαρία δὲν ὑποπτευόταν κἂν ὅτι ὁ Διδάσκαλος ἀναστήθηκε.  Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Γυναίκα, γιατί κλαῖς; Ποιὸν ζητᾶς; Ἐκείνη νόμισε ὅτι ἦταν ὁ κηπουρὸς καὶ γι᾿ αὐτὸ τοῦ εἶπε: Κύριε, ἐὰν τὸν πῆρες ἐσύ, πές μου ποῦ τὸν ἔβαλες, κι ἐγὼ θὰ τὸν πάρω ἀπὸ τὸν κῆπο σου καὶ θὰ τὸν τοποθετήσω σὲ ἄλλον τάφο.  Τῆς λέει τότε ὁ Ἰησοῦς μὲ τὸν γνωστὸ σ᾿ ἐκείνη τόνο τῆς φωνῆς του: Μαρία! Ἐκείνη τότε ἀναγνώρισε ἀμέσως τὴ φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ, στράφηκε πίσω καὶ τοῦ εἶπε: Ραββουνί, ποὺ σημαίνει· διδάσκαλέ μου.  Τότε ἡ Μαρία ἔτρεξε νὰ περιπτυχθεῖ μὲ σεβασμὸ τὰ πόδια του, νομίζοντας ὅτι ὁ Κύριος θὰ ἑξακολουθεῖ καὶ τώρα νὰ ζεῖ σωματικῶς ὅπως καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος του μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του. Γι᾿ αὐτὸ τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Μὴ μ᾿ ἀγγίζεις. Μὴ συμπεριφέρεσαι πλέον σὲ μένα σὰν νὰ πρόκειται νὰ εἶμαι καὶ πάλι ἀνάμεσά σας μ᾿ αὐτὴ τὴ μορφή, μὲ τὴ μορφὴ τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς ἀσθενείας, ὅπως ζοῦσα μαζί σας πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος. Μὴ μ᾿ ἀγγίζεις, διότι δὲν ἀνέβηκα ἀκόμη πρὸς τὸν Πατέρα μου. Συνεπῶς δὲν ἐγκαινιάσθηκε ἀκόμη ἡ νέα σχέση τῆς εὐλαβικῆς καὶ λατρευτικὴς οἰκειότητος ποὺ θὰ συνάψω μὲ τοὺς ἀνθρώπους μετὰ τὴν Ἀνάληψή μου ὡς αἰώνιος καὶ οὐράνιος πλέον ἀρχιερεὺς καὶ ὡς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν ὁποία θὰ εἶμαι ἑνωμένος. Πήγαινε ὅμως στοὺς ἀδελφούς μου καὶ πές τους: Ἀνεβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου, τὸν ὁποῖο δι᾿ ἐμοῦ καὶ σεῖς ἔχετε κατὰ χάριν Πατέρα. Αὐτὸς ἔγινε καὶ Θεός μου ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινα ἄνθρωπος, ὅπως εἶναι Θεὸς δικός σας.  Ἔρχεται ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἀναγγέλλει στοὺς μαθητὲς ὅτι εἶδε τὸν Κύριο καὶ ὅτι τῆς εἶπε τὰ λόγια αὐτά.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ)

Τέκνον Τίτε, πι­στὸς ὁ λό­γος· καὶ πε­ρὶ το­ύ­των βο­ύ­λο­μαί σε δι­α­βε­βαι­οῦ­σθαι, ἵ­να φρον­τί­ζω­σι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι οἱ πε­πι­στευ­κό­τες τῷ Θε­ῷ. ταῦ­τά ἐ­στι τὰ κα­λὰ καὶ ὠ­φέ­λι­μα τοῖς ἀν­θρώ­ποις· μω­ρὰς δὲ ζη­τή­σεις καὶ γε­νε­α­λο­γί­ας καὶ ἔ­ρεις καὶ μά­χας νο­μι­κὰς πε­ρι­ί­στα­σο· εἰ­σὶ γὰρ ἀ­νω­φε­λεῖς καὶ μά­ται­οι. αἱ­ρε­τι­κὸν ἄν­θρω­πον με­τὰ μί­αν καὶ δευ­τέ­ραν νου­θε­σί­αν πα­ραι­τοῦ, εἰ­δὼς ὅ­τι ἐ­ξέ­στρα­πται ὁ τοι­οῦ­τος καὶ ἁ­μαρ­τά­νει ὢν αὐ­το­κα­τά­κρι­τος. Ὅ­ταν πέμ­ψω Ἀρ­τε­μᾶν πρός σε ἢ Τυ­χι­κόν, σπο­ύ­δα­σον ἐλ­θεῖν πρός με εἰς Νι­κό­πο­λιν· ἐ­κεῖ γὰρ κέ­κρι­κα πα­ρα­χει­μά­σαι. Ζη­νᾶν τὸν νο­μι­κὸν καὶ Ἀ­πολ­λὼ σπου­δα­ί­ως πρό­πεμ­ψον, ἵ­να μη­δὲν αὐ­τοῖς λε­ί­πῃ. μαν­θα­νέ­τω­σαν δὲ καὶ οἱ ἡ­μέ­τε­ροι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι εἰς τὰς ἀ­ναγ­κα­ί­ας χρε­ί­ας, ἵ­να μὴ ὦ­σιν ἄ­καρ­ποι. Ἀ­σπά­ζον­ταί σε οἱ με­τ' ἐ­μοῦ πάν­τες. ἄ­σπα­σαι τοὺς φι­λοῦν­τας ἡ­μᾶς ἐν πί­στει. Ἡ χά­ρις με­τὰ πάν­των ὑ­μῶν· ἀ­μήν.

                                        (Τἰτ. γ΄[3] 8 – 15)

 

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΑΜΕΜΠΤΟ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ  ΑΠΟΣΤΟΛΟ

1. ΦΙΛΟΝΙΚΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΜΑΧΕΣ

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθύνεται στόν μαθητή του ἀπόστολο Τίτο καὶ τοῦ λέγει: Αὐτὰ ποὺ σοῦ ἔγραψα προηγουμένως εἶναι λόγια ἀληθινὰ καὶ ἀξιόπιστα. Καὶ γι᾿ αὐτὰ τὰ λόγια θέλω νὰ μιλᾶς μὲ βεβαιότητα καὶ μὲ κῦρος, γιὰ νὰ φροντίζουν αὐτοὶ ποὺ ἔχουν πιστεύσει στόν Θεό νά πρωτοστατοῦν ἀκούραστα σὲ ἔργα καλά, διότι αὐτὰ εἶναι καλὰ καὶ ὠφέλιμα στοὺς ἀνθρώπους. Ἀντίθετα, «μωρὰς ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περιίστασο»· τὶς ἀνόητες συζητήσεις καὶ τὶς γενεαλογίες γιά μυθικοὺς θεοὺς ἢ προγόνους, καθὼς καὶ τὶς φιλονικίες καὶ διαμάχες γιὰ τὸν ἰουδαϊκὸ νόμο νὰ τὶς ἀποφεύγεις, διότι εἶναι ἀνωφελεῖς καὶ μάταιες. 

Ἐπιπλέον, κάθε αἱρετικὸ ἄνθρωπο ποὺ δημιουργεῖ διαιρέσεις στὴν Ἐκκλησία, ἐνῶ τὸν συμβούλευσες γιά πρώτη καὶ δεύτερη φορά καί αὐτός ἐπιμένει στὴν πλάνη του, παράτησέ τον καὶ ἀπόφευγέ τον. Διότι ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ἔχει διαστραφεῖ ἐντελῶς καὶ ἁμαρτάνει καταδικάζοντας τὸν ἑαυτό του μὲ τὰ ἁμαρτωλά του ἔργα. 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Παῦλος ἐδῶ μᾶς περιγράφει μιά δυσάρεστη κατάσταση τῆς ἐποχῆς του: Πολλοί Χριστιανοὶ φιλονικοῦσαν μεταξύ τους γιὰ τὴν ἰσχὺ τοῦ ἰουδαϊκοῦ νόμου. Οἱ φιλονικίες αὐτὲς ξεκινοῦσαν ἀπὸ μία ἁπλῆ συζήτηση, κατέληγαν ὅμως συχνὰ σὲ διαμάχες. 

Δυστυχῶς τὸ φαινόμενο αὐτὸ τῶν φιλονικιῶν γιὰ πολλὰ καὶ ποικίλα ζητήματα εἶναι πολὺ συχνὸ σὲ κάθε ἐποχή, τὸ συναντᾶ ὅμως περισσότερο κανεὶς στοὺς κουρασμένους ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας. Στίς οἰκογένειες, στὸν χῶρο ἐργασίας, στίς στάσεις τῶν λεωφορείων, στὶς οὐρὲς ἀναμονῆς τῶν ὑπηρεσιῶν, στὰ Νοσοκομεῖα, στοὺς δρόμους, παντοῦ. Συχνὰ οἱ φιλονικίες ξεκινοῦν ἀπὸ ἀσήμαντες ἀφορμές, ἀλλὰ καταλήγουν σὲ καταστάσεις ὀξυμμένες. Ἄλλοτε θίγεται ὁ ἐγωϊσμὸς τῶν ἀνθρώπων ποὺ δὲν θέλουν νὰ ὑποχωρήσουν στὴ γνώμη τους, κι ἄλλοτε ξεσποῦν σὲ ἄλλους ἐνῶ τοὺς φταῖνε ἄλλοι. Καὶ ὑψώνουν τὸν τόνο τῆς φωνῆς τους, ἀγριεύει τὸ πρόσωπό τους, δὲν ἐλέγχουν τίς χειρονομίες τους, ταράσσονται ὁλόκληροι. 

Ὁ πιστὸς Χριστιανὸς ὅμως ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ἀντιδρᾷ ἔτσι. Ὀφείλει νὰ εἶναι ἤπιος, γλυκύς, ἀνεξίκακος, πρᾶος. Καὶ νὰ μεταδίδει γύρω του εἰρήνη, ὅσο δύσκολες κι ἂν εἶναι οἱ περιστάσεις, ὅσο κουρασμένος κι ἂν εἶναι. Διότι σ᾿ αὐτές τίς δύσκολες στιγμές φαίνεται ἡ πνευματικότητα τοῦ καθενός μας. Καὶ τελικά νικητὴς δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ δὲν ἐλέγχει τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ μπορεῖ νὰ συγκρατηθεῖ καὶ νὰ δείξει ἀνωτερότητα. Βέβαια ἴσως κάποιοι ἀντιποῦν πώς, ὅταν ἔχουμε ἀπέναντί μας ἀνθρώπους ἐριστικούς, εἶναι πολὺ δύσκολο νά κατορθώσουμε νὰ μείνουμε εἰρηνικοί· δὲν εἶναι ὅμως ἀκατόρθωτο. Αὐτὸ ποὺ κυρίως χρειάζεται εἶναι, ἢ νὰ ἀπομακρυνόμαστε τοπικὰ ἀπὸ τὶς ἐντάσεις ἢ νὰ σιωποῦμε. Ἀλλὰ κυρίως νὰ ἐφοδιαζόμαστε καθημερινὰ μὲ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς καὶ τῆς μελέτης τοῦ θείου λόγου, ὥστε νὰ διαποτιζόμαστε ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὴ μεταδίδουμε γύρω μας. 

2. ΔΕΝΔΡΑ ΚΑΡΠΟΦΟΡΑ

Τελειώνοντας τίς συμβουλές του ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει στόν Τίτο: Ὅταν σοῦ στείλω τὸν Ἀρτεμᾶ ἢ τὸν Τυχικό, φρόντισε γρήγορα νὰ ἔλθεις στή Νικόπολη, διότι ἐκεῖ ἀποφάσισα νὰ περάσω τὸν χειμώνα. Φρόντισε ἀκόμη νά κατευοδόσεις μὲ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια τὸν Ζηνᾶ τὸν νομοδιδάσκαλο καὶ τὸν Ἀπολλώ, γιὰ νὰ μὴ τοὺς λείψει τίποτε στὸ ταξίδι τους. Νὰ τὸ κάνεις αὐτὸ μὲ μεγάλη φροντίδα, γιὰ νὰ πάρουν μάθημα καὶ οἱ ἄλλοι ἀπὸ τὸ παράδειγμά σου. Γιὰ νὰ μάθουν καὶ οἱ ἄλλοι πιστοὶ «καλῶν ἔργων προΐστασθαι», νὰ πρωτοστατοῦν στὰ καλὰ ἔργα, «ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι», γιὰ νὰ μὴν εἶναι σὰν δένδρα ἄκαρπα. 

ΑΚΑΡΠΑ ΔΕΝΔΡΑ βέβαια ὑπῆρχαν καὶ τότε στὴν Ἐκκλησία, ὑπάρχουν καὶ πάντοτε. Εἶναι οἱ Χριστιανοὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, ἐνῶ γνωρίζουν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, στή ζωή τους δὲν παρουσιάζουν ἀντίστοιχη ἀρετή. Καὶ σκανδαλίζουν τοὺς ἄλλους μὲ τὸ κακό τους παράδειγμα. Δίνουν ἀφορμὲς σὲ κάποιους ἀδιάφορους θρησκευτικά ἀνθρώπους νὰ λένε συχνά: Γιατί νά πάω στήν ἐκκλησία; Νὰ γίνω σάν κι αὐτοὺς τοὺς ὑποκριτές; 

Βέβαια τά κακά παραδείγματα δὲν δικαιώνουν τοὺς κοσμικοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τὰ ἔχουν ὡς πρόφαση γιὰ νὰ μήν πλησιάζουν τὴν Ἐκκλησία. Εἶναι ὅμως ὅ,τι χειρότερο γιὰ τὴν πίστη μας καὶ γιὰ μᾶς τοὺς ἴδιους. Πῶς μπορεί κάποιος νὰ ἔχει θρησκευτικότητα καὶ ἡ ζωή του νὰ εἶναι γεμάτη μέ κακίες καὶ ἰδιοτροπίες; Ἔχουν κουρασθεῖ οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀκοῦν ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ὡραῖα λόγια, ἀλλὰ νὰ μὴ βλέπουν παράδειγμα. Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ χρειαζόμαστε ὅλοι μας εἶναι νὰ ἀγωνιζόμαστε καθημερινὰ νὰ ξεριζώνουμε τὰ ἐλαττώματά μας καὶ νὰ καρποφοροῦμε ἀρετές. Νὰ ἀποκτήσουμε πραότητα, καλωσύνη, ἀγάπη, ταπείνωση, εἰλικρίνεια. Ἔτσι θὰ γίνουμε δένδρα καρποφόρα καὶ πλούσια. 

 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην. ἐ­ξῆλ­θεν ὁ σπε­ί­ρων τοῦ σπεῖ­ραι τὸν σπό­ρον αὐ­τοῦ. καὶ ἐν τῷ σπε­ί­ρειν αὐ­τὸν ὃ μὲν ἔ­πε­σε πα­ρὰ τὴν ὁ­δόν, καὶ κα­τε­πα­τή­θη, καὶ τὰ πε­τει­νὰ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ κα­τέ­φα­γεν αὐ­τό· καὶ ἕ­τε­ρον ἔ­πε­σεν ἐ­πὶ τὴν πέ­τραν, καὶ φυ­ὲν ἐ­ξη­ράν­θη δι­ὰ τὸ μὴ ἔ­χειν ἰ­κμά­δα· καὶ ἕ­τε­ρον ἔ­πε­σεν ἐν μέ­σῳ τῶν ἀ­καν­θῶν, καὶ συμ­φυ­εῖ­σαι αἱ ἄ­καν­θαι ἀ­πέ­πνι­ξαν αὐ­τό. καὶ ἕ­τε­ρον ἔ­πε­σεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀ­γα­θήν, καὶ φυ­ὲν ἐ­πο­ί­η­σε καρ­πὸν ἑ­κα­τον­τα­πλα­σί­ο­να. ταῦ­τα λέ­γων ἐ­φώ­νει· Ὁ ἔ­χων ὦ­τα ἀ­κο­ύ­ειν ἀ­κου­έ­τω. Ἐ­πη­ρώ­των δὲ αὐ­τὸν οἱ μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ λέ­γον­τες· Τίς εἴ­η ἡ πα­ρα­βο­λή αὕ­τη; ὁ δὲ εἶ­πεν· Ὑ­μῖν δέ­δο­ται γνῶ­ναι τὰ μυ­στή­ρι­α τῆς βα­σι­λε­ί­ας τοῦ Θε­οῦ, τοῖς δὲ λοι­ποῖς ἐν πα­ρα­βο­λαῖς, ἵ­να βλέ­πον­τες μὴ βλέ­πω­σι καὶ ἀ­κο­ύ­ον­τες μὴ συ­νι­ῶ­σιν. Ἔ­στι δὲ αὕ­τη ἡ πα­ρα­βο­λή· ὁ σπό­ρος ἐ­στὶν ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ· οἱ δὲ πα­ρὰ τὴν ὁ­δόν εἰ­σιν οἱ ἀ­κο­ύ­σαν­τες, εἶ­τα ἔρ­χε­ται ὁ δι­ά­βο­λος καὶ αἴ­ρει τὸν λό­γον ἀ­πὸ τῆς καρ­δί­ας αὐ­τῶν, ἵ­να μὴ πι­στε­ύ­σαν­τες σω­θῶ­σιν. οἱ δὲ ἐ­πὶ τῆς πέ­τρας οἳ ὅ­ταν ἀ­κο­ύ­σω­σι, με­τὰ χα­ρᾶς δέ­χον­ται τὸν λό­γον, καὶ οὗ­τοι ῥί­ζαν οὐκ ἔ­χου­σιν, οἳ πρὸς και­ρὸν πι­στε­ύ­ου­σι καὶ ἐν και­ρῷ πει­ρα­σμοῦ ἀ­φί­σταν­ται. τὸ δὲ εἰς τὰς ἀ­κάν­θας πε­σόν, οὗ­τοί εἰ­σιν οἱ ἀ­κού­σαν­τες, καὶ ὑ­πὸ με­ρι­μνῶν καὶ πλο­ύ­του καὶ ἡ­δο­νῶν τοῦ βί­ου πο­ρευ­ό­με­νοι συμ­πνί­γον­ται καὶ οὐ τε­λε­σφο­ροῦ­σι. τὸ δὲ ἐν τῇ κα­λῇ γῇ, οὗ­τοί εἰ­σιν οἵ­τι­νες ἐν καρ­δί­ᾳ κα­λῇ καὶ ἀ­γα­θῇ ἀ­κο­ύ­σαν­τες τὸν λό­γον κα­τέ­χου­σι καὶ καρ­πο­φο­ροῦ­σιν ἐν ὑ­πο­μο­νῇ.

                             (Λουκ. η΄[8] 5 – 15)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Εἶπε ὁ Κύριος αὐτή τήν πα­ρα­βο­λή: Βγῆ­κε ὁ σπο­ριὰς στὸ χω­ρά­φι του, γιὰ νὰ σπεί­ρει τὸ σπό­ρο του. Καὶ κα­θὼς ἔ­σπερ­νε, με­ρι­κοὶ σπό­ροι ἔ­πε­σαν κον­τὰ στὸ δρό­μο τοῦ χω­ρα­φιοῦ καὶ κα­τα­πα­τή­θη­καν ἀ­πό τούς δι­α­βά­τες, καὶ τοὺς κατάφα­γαν τὰ που­λιὰ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Ἄλ­λοι σπό­ροι πά­λι ἔ­πε­σαν πά­νω σὲ πε­τρῶ­δες ἔ­δα­φος, κι ἀφοῦ φύ­τρω­σαν, ξε­ρά­θη­καν, ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χαν ὑ­γρα­σί­α· Κι ἄλ­λοι σπό­ροι ἔ­πε­σαν σὲ ἔ­δα­φος γε­μά­το ἀ­πὸ σπό­ρους ἀγ­κα­θι­ῶν, κι ὅ­ταν τὰ ἀγ­κά­θια φύ­τρω­σαν μα­ζί τους, τοὺς ἔ­πνι­ξαν τε­λεί­ως. Κι ἄλ­λοι σπό­ροι ἔ­πε­σαν μέ­σα στὴ γῆ τὴ μα­λα­κὴ καὶ εὔ­φο­ρη, καὶ ὅ­ταν φύ­τρω­σαν, ἔ­κα­ναν καρ­πὸ ἑ­κα­τὸ φο­ρὲς πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π' τὸ σπό­ρο. Κι ἐ­νῶ τὰ ἔ­λε­γε αὐ­τά, γιὰ νὰ δώ­σει με­γα­λύ­τε­ρο τό­νο στοὺς λό­γους του καὶ γιὰ νὰ δι­ε­γεί­ρει τὴν προ­σο­χὴ τῶν ἀ­κρο­α­τῶν του, φώ­να­ζε δυ­να­τά: Αὐ­τὸς πού ἔ­χει αὐ­τιὰ πνευ­μα­τι­κὰ καὶ ἐν­δι­α­φέ­ρον πνευ­μα­τι­κὸ γιὰ νὰ ἀ­κού­ει καὶ νὰ ἐγκολπώνεται αὐ­τὰ πού λέ­ω, ἂς ἀ­κού­ει.

Οἱ μα­θη­τές του τό­τε τὸν ρω­τοῦ­σαν καὶ τοῦ ἔ­λε­γαν: Ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ ἔν­νοι­α καὶ ἡ ση­μα­σί­α αὐ­τῆς τῆς πα­ρα­βο­λῆς; Κι αὐ­τὸς τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: Σὲ σᾶς πού ἔ­χε­τε ἐν­δι­α­φέ­ρον καὶ κα­λὴ δι­ά­θε­ση σᾶς ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς τὴ χά­ρη του νὰ μά­θε­τε τὶς μυ­στη­ρι­ώ­δεις ἀ­λή­θει­ες τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θεοῦ· στοὺς ἄλ­λους ὅ­μως μι­λά­ω μὲ πα­ρα­βο­λές. Αὐ­τοὶ δὲν ἔ­χουν ἐν­δι­α­φέ­ρον νὰ γνω­ρί­σουν καὶ νὰ δε­χθοῦν τὶς πνευ­μα­τι­κὲς ἀ­λή­θει­ες, καὶ ὁ νοῦς τους εἶ­ναι ἀμαθής καὶ ἀ­νί­κα­νος γιὰ πνευ­μα­τι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α. Γι' αὐ­τὸ δι­δά­σκω μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τό, γιὰ νὰ μὴν μπο­ροῦν νὰ δοῦν βα­θύ­τε­ρα καὶ κα­θα­ρό­τε­ρα, ἂν καὶ θὰ βλέ­πουν μὲ τὰ σω­μα­τι­κά τους μά­τια, καὶ γιὰ νὰ μὴν μπο­ροῦν νὰ κα­τα­λά­βουν, ἂν καὶ θὰ ἀκοῦν τὴ δι­δα­σκα­λί­α πού τοὺς ἐ­ξη­γεῖ τὰ μυ­στή­ρια. Καὶ τὸ κά­νω αὐ­τὸ ὄ­χι μό­νο γιὰ λό­γους δι­και­ο­σύ­νης, ἀλλά καὶ ἀ­πὸ ἀ­γα­θό­τη­τα, γιὰ νὰ μὴν ἐ­πι­βα­ρύ­νουν τὴ θέ­ση τους πε­ρι­φρο­νών­τας τὴν ἀ­λή­θεια, καὶ σκλη­ρυν­θοῦν πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἡ ση­μα­σί­α τῆς πα­ρα­βο­λῆς εἶ­ναι αὐ­τή: Ὁ σπό­ρος συμ­βο­λί­ζει τὸ λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Τὸ ἔ­δα­φος πού εἶ­ναι κον­τὰ στὸ δρό­μο συμ­βο­λί­ζει αὐ­τοὺς πού ἄ­κου­σαν ἁ­πλῶς καὶ μό­νο τὸ λό­γο. Ἔ­πει­τα ἔρ­χε­ται ὁ δι­ά­βο­λος καὶ ἀ­φαι­ρεῖ τὸ λό­γο ἀ­πὸ τὶς καρ­δι­ές τους, γιὰ νὰ μὴν πι­στέ­ψουν καὶ σω­θοῦν. Τὸ πε­τρῶ­δες ἔ­δα­φος ἐξάλλου πού δέ­χθη­κε τὸ σπό­ρο συμ­βο­λί­ζει αὐ­τοὺς οἱ ὁποῖοι ὅ­ταν ἀ­κού­σουν τὸ λό­γο τοῦ Θε­οῦ τὸν δέ­χον­ται μὲ χα­ρὰ καὶ ἐν­θου­σια­σμό. Μέ­σα τους ὅ­μως δὲν ἔ­χει αὐ­τὸς βα­θιὰ ρί­ζα, γιὰ νὰ στε­ρε­ω­θεῖ. Γι’ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς αὐ­τοὶ γιὰ λί­γο χρό­νο πι­στεύ­ουν, ὅ­ταν ὅ­μως ἔλ­θει και­ρὸς πει­ρα­σμοῦ ἢ δι­ωγ­μοῦ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται ἀ­πὸ τὴν πί­στη. Οἱ σπό­ροι πού ἔ­πε­σαν στὰ ἀγ­κά­θια συμ­βο­λί­ζουν ἐ­κεί­νους πού ἄ­κου­σαν τὸ λό­γο τοῦ Θε­οῦ κι ἀρ­χί­ζουν μὲ κά­ποι­α προ­θυ­μί­α νὰ βα­δί­ζουν στὸ δρό­μο τῆς πί­στε­ως. Πνί­γον­ται ὅ­μως ἀ­πὸ τὶς ἀ­γω­νι­ώ­δεις φρον­τί­δες γιὰ νὰ ἀ­πο­κτή­σουν πλού­τη, κα­θὼς κι ἀ­πὸ τὶς ἀ­πο­λαύ­σεις τῆς σαρ­κι­κῆς ζω­ῆς, στὴν ὁποία δι­ευ­κο­λύ­νουν τὰ πλού­τη πού ἀ­πέ­κτη­σαν, κι ἔ­τσι δὲν προ­κύ­πτουν οὔ­τε φτά­νουν μέ­χρι τὸ τέ­λος, προ­κει­μέ­νου νὰ δώ­σουν τὸν καρ­πό. Οἱ σπό­ροι τώ­ρα πού ἔ­πε­σαν στὴν εὔ­φο­ρη γῆ συμ­βο­λί­ζουν τοὺς ἀν­θρώ­πους ἐ­κεί­νους οἱ ὁποῖοι μὲ καρ­διὰ κα­λο­προ­αί­ρε­τη, εὐ­θεί­α καὶ ἀ­γα­θὴ ἄ­κου­σαν καὶ κα­τα­νό­η­σαν τὸ λό­γο καὶ τὸν κρα­τοῦν σφι­χτὰ μέ­σα τους, καὶ καρ­πο­φο­ροῦν τὶς ἀ­ρε­τὲς δεί­χνον­τας ὑ­πο­μο­νὴ καὶ καρ­τε­ρί­α στὶς θλί­ψεις καὶ τοὺς πει­ρα­σμοὺς καὶ σ' ὅ­λα τὰ ἐμ­πό­δια πού συ­ναν­τοῦν στὴν ἄ­σκη­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς.

 


Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Ἱερός Ναός Ἁγίου Νεκταρίου. ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

 

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ



Ἡ Ἱερά Μητρόπολις Πάφου καί

ὁ Ἱερός Ναός Ἁγίου Νεκταρίου

σᾶς προσκαλοῦν στήν Ὁμιλία,

πού θά γίνει στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Νεκταρίου στήν Χλώρακα

τή Δευτέρα 12η Ὀκτωβρίου στίς 5.00 τό ἀπόγευμα.

Ὁμιλητής:

ὁ Ἀρχιμανδρίτης

π. Γεννάδιος Κουτσόπουλος

Ἱεροκήρυκας Ἱ. Μ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς

Θεολόγος – συγγραφέας

Θέμα:

«ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ»

 

Ἱερά Μητρόπολις Πάφου. ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ



Ἡ Ἱερά Μητρόπολις Πάφου καί

ὁ Ἱερός Ναός Ἁγίου Νεκταρίου

σᾶς προσκαλοῦν στήν Ὁμιλία,

πού θά γίνει στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Νεκταρίου στήν Χλώρακα

τή Δευτέρα 12η Ὀκτωβρίου στίς 5.00 τό ἀπόγευμα.

Ὁμιλητής:

ὁ Ἀρχιμανδρίτης

π. Γεννάδιος Κουτσόπουλος

Ἱεροκήρυκας Ἱ. Μ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς

Θεολόγος – συγγραφέας

Θέμα:

«ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ»

 


Ἱερός Ναός Ἁγίου Νεκταρίου. ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

 

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Ἡ Ἱερά Μητρόπολις Πάφου καί

ὁ Ἱερός Ναός Ἁγίου Νεκταρίου

σᾶς προσκαλοῦν στήν Ὁμιλία,

πού θά γίνει στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Νεκταρίου στήν Χλώρακα

τή Δευτέρα 12η Ὀκτωβρίου στίς 5.00 τό ἀπόγευμα.

Ὁμιλητής:

ὁ Ἀρχιμανδρίτης

π. Γεννάδιος Κουτσόπουλος

Ἱεροκήρυκας Ἱ. Μ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς

Θεολόγος – συγγραφέας

Θέμα:

«ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ»

 

 

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ



Ἡ Ἱερά Μητρόπολις Πάφου καί

ὁ Ἱερός Ναός Ἁγίου Νεκταρίου

σᾶς προσκαλοῦν στήν Ὁμιλία,

πού θά γίνει στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Νεκταρίου στήν Χλώρακα

τή Δευτέρα 12η Ὀκτωβρίου στίς 5.00 τό ἀπόγευμα.

Ὁμιλητής:

ὁ Ἀρχιμανδρίτης

π. Γεννάδιος Κουτσόπουλος

Ἱεροκήρυκας Ἱ. Μ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς

Θεολόγος – συγγραφέας

Θέμα:

«ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ»

 

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

 


Η ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

Ἀρκετοί εἶχαν τήν ἄποψη ὅτι ὁ Ἰωάννης δέν πέθανε, ἀλλὰ μετατέθηκε στήν ἄλλη ζωή, ὅπως ὁ Ἐνώχ καὶ ὁ Ἠλίας. Ἀφορμή γι᾿ αὐτὴν τὴν ἄποψη ἔδωσε τό γνωστὸ εὐαγγελικὸ χωρίο στὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο (κα ́[21] 22). Ὅμως, ὁ ἀμέσως ἑπόμενος στίχος (κα ́[21] 23) διευκρινίζει τὰ πράγματα. Ἡ παράδοση ποὺ ἀσπάστηκε ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὁ Ἰωάννης σὲ βαθιά γεράματα πέθανε στὴν Ἔφεσο και τάφηκε ἔξω ἀπ᾿ αὐτή. Ἀλλά μετά από μερικὲς ἡμέρες, ὅταν οἱ μαθητές του ἐπισκέφτηκαν τὸν τάφο, τόν βρῆκαν κενό. Ἡ Ἐκκλησία μας, λοιπόν, δέχεται ὅτι στὸν ἀγαπημένο μαθητή τοῦ Κυρίου συνέβη ὅ,τι καὶ μὲ τὴν Παναγία μητέρα Του. Δηλαδή, ὁ Ἰωάννης ναὶ μὲν πέθανε καὶ ἐτάφη, ἀλλά μετὰ τρεῖς ἡμέρες μετέστη στὴν αἰώνια ζωή, γιά τήν ὁποία ὁ ἴδιος νὰ τί λέει σχετικά: «Ὁ ἔχων τὸν υἱὸν ἔχει τὴν ζωήν· ὁ μὴ ἔχων τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ τήν ζωήν οὐκ ἔχει» (Α ́ Ἰω. ε ́ [5] 12). Ἐκεῖνος, δηλαδή, ποὺ εἶναι ἑνωμένος μέσῳ τῆς πίστης μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἔχει δικό του, ἔχει τὴν ἀληθινὴ καὶ αἰώνια ζωή. Ἐκεῖνος, ὅμως, ποὺ δὲν ἔχει τὸν Υἱό τοῦ Θεοῦ, νὰ ἔχει ὑπ᾿ ὄψιν του πὼς δὲν ἔχει καὶ τὴν ἀληθινὴ καὶ αἰώνια ζωή.