ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ
ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ
Ε΄ ΛΟΥΚΑ
(ΚΟΣΜΑ ΚΑΙ
ΔΑΜΙΑΝΟΥ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ)
(1 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2026)
ΕΩΘΙΝΟΝ ΙΑ΄
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν ὁ Ἰησοῦς τοῖς
μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, καὶ λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ, Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾶς
με πλέον τούτων; λέγει αὐτῷ, Ναὶ Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ, Βόσκε
τὰ ἀρνία μου. λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον, Σίμων Ἰωνᾶ ἀγαπᾶς με; Λέγει αὐτῷ, Ναί,
Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ, Ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. λέγει αὐτῷ τὸ
τρίτον, Σίμων Ἰωνᾶ, φιλεῖς με; ἐλυπήθη ὁ Πέτρος, ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον, φιλεῖς
με; καὶ εἶπεν αὐτῷ, Κύριε, σὺ πάντα οἶδας, σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ
ὁ Ἰησοῦς, Βόσκε τὰ πρόβατά μου. ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες
σεαυτόν, καὶ περιεπάτεις ὅπου ἤθελες, ὅταν δὲ γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς χεῖράς σου,
καὶ ἄλλος σε ζώσει, καὶ οἴσει ὅπου οὐ θέλεις. Τοῦτο δὲ εἶπε, σημαίνων ποίῳ θανάτῳ
δοξάσει τὸν Θεόν. Καὶ τοῦτο εἰπών, λέγει αὐτῷ, Ἀκολούθει μοι. Ἐπιστραφεὶς δὲ ὁ
Πέτρος βλέπει τὸν μαθητὴν ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς, ἀκολουθοῦντα, ὃς καὶ ἀνέπεσεν ἐν τῷ
δείπνῳ ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ καὶ εἶπε, Κύριε, τὶς ἐστιν ὁ παραδιδοὺς σε; τοῦτον ἰδὼν
ὁ Πέτρος λέγει τῷ Ἰησοῦ, Κύριε, οὗτος δὲ τὶ; λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς. Ἐὰν αὐτὸν θέλω
μένειν ἕως ἔρχομαι, τὶ πρὸς σὲ; σὺ ἀκολούθει
μοι. Ἐξῆλθεν οὖν ὁ λόγος οὗτος εἰς τοὺς ἀδελφούς. Ὃτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνήσκει,
καὶ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, ὅτι οὐκ ἀποθνήσκει' ἀλλ' ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως
ἔρχομαι, τὶ πρὸς σὲ; Οὗτὸς ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων , καὶ γράψας
ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς ἐστὶν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ. Ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα
ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ' ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι
τὰ γραφόμενα βιβλία. Ἀμήν.
(Ἰωάν. κα΄[21] 14 – 25)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ φανερώθηκε ὁ Ἰησοῦς στούς μαθητές του μετά
τήν Ἀνάστασή του ἀπό τούς νεκρούς, καὶ λέγει στὸν Σίμωνα Πέτρο: Σίμων, γιέ τοῦ Ἰωνᾶ,
μέ ἀγαπᾶς περισσότερο ἀπ᾿ αὐτούς, τούς ἄλλους μαθητές, ὅπως μοῦ ἔλεγες μέ
καύχηση τή νύχτα τῆς συλλήψεώς μου; Ὁ Πέτρος τώρα, διδαγμένος ἀπό τό πάθημά
του, μέ λόγια ταπεινοφροσύνης τοῦ λέει: Ναί, Κύριε, ἐσύ γνωρίζεις ὅτι σέ ἀγαπῶ.
Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς: Βόσκε τά λογικά ἀρνιά τῆς πνευματικῆς μου ποίμνης καί
φρόντιζε νά τρέφονται καί νά οἰκοδομοῦνται μέ τή διδασκαλία τῆς ἀλήθειας καί μέ
κάθε μέσο πνευματικῆς παιδαγωγίας. Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς πάλι, γιά δεύτερη
φορά: Σίμων, γιέ τοῦ Ἰωνᾶ, μέ ἀγαπᾶς; Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπαντᾶ: Ναί, Κύριε, ἐσύ
γνωρίζεις ὅτι σέ ἀγαπῶ. Τοῦ λέει τότε ὁ Ἰησοῦς: Ποίμαινε τά λογικά πρόβατά μου,
ἐπιστατώντας καί ἀγρυπνώντας γιά τήν ἀσφάλεια καί τή σωτηρία τους. Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς γιά τρίτη φορά:
Σίμων, γιέ τοῦ Ἰωνᾶ, μέ ἀγαπᾶς; Κι ἐπειδή φαινόταν μέ τή νέα αὐτή ἐρώτηση ὅτι ὁ
Διδάσκαλος ἀμφέβαλλε ἀκόμη γιά τήν ἀγάπη τοῦ Πέτρου, λυπήθηκε ὁ Πέτρος πού τόν
ρώτησε ὁ Κύριος γιά Τρίτη φορά «μέ ἀγαπᾶς;». Κι ἐπειδή ἡ τριπλή ἄρνηση τόν εἶχε
διδάξει νά μήν ἔχει πλέον ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό του, τοῦ εἶπε: Κύριε, ἐσύ ὅλα
τά γνωρίζεις, ἐσύ ξέρεις ὅτι σέ ἀγαπῶ. Τοῦ λέει τότε ὁ Ἰησοῦς: Βόσκε τά πρόβατά
μου. Κι ἀφοῦ μέ τήν τριπλή αὐτή βεβαίωσή του ὁ Πέτρος ἐπανόρθωσε τό ἁμάρτημα τῆς
τριπλῆς ἀρνήσεώς του καί ἀποκαταστάθηκε στό ἀποστολικό ἀξίωμα, ὁ Κύριος,
πληροφορώντας τον ὅτι δέν θά τόν ἀρνοῦνταν πλέον, τοῦ προσθέτει: Ἀληθινά, ἀληθινά σοῦ λέω, ὅταν ἤσουν
πιό νέος, ἔδενες μόνος σου τή ζώνη στή μέση σου καί βάδιζες ὅπου ἤθελες. Ὅταν ὅμως
γεράσεις, θά ἁπλώσεις τά χέρια σου καί κάποιος ἄλλος θά σέ ζώσει καί θά σέ πάει
ἐκεῖ πού δέν θέλεις. Δηλαδή θά σέ ὁδηγήσει στό μαρτύριο, τό ὁποῖο, ἄν καί ἐνδόμυχα
θά ἀποδέχεσαι, ἐξαιτίας ὅμως τῆς φυσικῆς ἀποστροφῆς τῶν ἀνθρώπων πρός τό θάνατο
φυσικά κι ἐσύ θά τό ἀποστρέφεσαι. Ὁ
Κύριος λοιπόν τό εἶπε αὐτό δηλώνοντας μέ ποιό εἶδος θανάτου θά δόξαζε ὁ Πέτρος
τόν Θεό. Κι ἀφοῦ τό εἶπε αὐτό, τοῦ λέει: Ἀκολούθησέ με. Κι ἐνῶ βάδιζαν, στράφηκε πίσω ὁ Πέτρος
καί εἶδε τόν μαθητή πού ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς νά ἀκολουθεῖ κι αὐτός. Ὁ μαθητής αὐτός
ἦταν ἐκεῖνος πού στό δεῖπνο εἶχε γείρει πάνω στό στῆθος τοῦ Ἰησοῦ καί εἶχε πεῖ:
Κύριε, ποιός εἶναι αὐτός πού πρόκειται νά σέ παραδώσει; Αὐτόν τόν μαθητή λοιπόν ὅταν τόν εἶδε ὁ
Πέτρος, λέει στόν Ἰησοῦ: Κύριε, αὐτός τί θά γίνει καί τί πρόκειται νά τοῦ συμβεῖ
στό μέλλον; Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε στόν Πέτρο: Ὑπόθεσε ὅτι θέλω νά μείνει ζωντανός
μέχρι νά ἔλθω κατά τή δευτέρα μου παρουσία. Τί σέ ἐνδιαφέρει αὐτό καί τί ἔχεις
νά κερδίσεις ἐσύ, ἐάν μάθεις τί θά ἀπογίνει αὐτός; Σύ ἀκολούθα με καί φρόντιζε
γιά τή δική σου σωτηρία. Ἀπό
παρανόηση λοιπόν τῶν λόγων αὐτῶν τοῦ Ἰησοῦ διαδόθηκε μεταξύ τῶν ἀδελφῶν
Χριστιανῶν ἡ φήμη αὐτή, ὅτι δηλαδή ὁ μαθητής ἐκεῖνος δέν θά πεθάνει. Ὅμως ὁ Ἰησοῦς
δέν εἶπε στόν Πέτρο ὅτι ὁ μαθητής αὐτός δέν θά πεθάνει, ἀλλά εἶπε ὑποθετικά: Ἐάν
αὐτός θέλω νά μείνει ζωντανός μέχρι νά ξαναέλθω, ἐσένα τί σέ νοιάζει; Ὁ μαθητής
ἐκεῖνος εἶναι αὐτός πού ἐξακολουθεῖ καί τώρα νά δίνει μαρτυρία γιά τά γεγονότα πού ἱστοροῦνται
στό Εὐαγγέλιο αὐτό, καί αὐτός τά κατέγραψε. Καί γνωρίζουμε ὅτι ἡ μαρτυρία του εἶναι
ἀληθινή. Ὑπάρχουν ὅμως καί
πολλά ἄλλα πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, τά ὁποῖα, ἄν γράφονταν λεπτομερειακά, ἕνα-ἕνα,
νομίζω ὅτι οὔτε ὁλόκληρος ὁ κόσμος μέ ὅλες τίς βιβλιοθῆκες του δέν θά χωροῦσε
τά βιβλία πού θά ἔπρεπε νά γραφοῦν. Πραγματικά.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ)
Ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους. Καὶ οὓς μὲν ἔθετο ὁ θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν. Μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; Μὴ πάντες δυνάμεις; Μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; Μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσι; Μὴ πάντες διερμηνεύουσι; Ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα. Καὶ ἔτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι. ᾿Εὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι. Καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσομαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. ῾Η ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει.
(Α΄ Κορινθ. ιβ΄ [12] 27 –
ιγ΄[13] 8)
ΣΚΕΨΕΙΣ - ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ - ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
1.
ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΙ
Πρὸς τιμὴν τῶν ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ
καὶ
Δαμιανοῦ
διαβάζεται
σήμερα στούς
ναούς μας τὸ
̓Αποστολικὸ
ἀνάγνωσμα.
Οἱ ἅγιοι Ἀνάργυροι ἦσαν
γιατροί. Αὐτὸ ἦταν τὸ ἐπάγγελμά τους. Μὲ ἐπιμέλεια μεγάλη
φρόντιζαν νά
θεραπεύουν τίς
ποικίλες ἀρρώστιες
τῶν
ἀνθρώπων.
Ἀλλὰ οἱ ἅγιοι εἶχαν καί ἕνα ἄλλο προσόν, σπάνιο καί
θαυμαστό. Λόγῳ
τῆς
ἁγιότητός
τους εἶχαν
λάβει ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸ χάρισμα τῶν ἰαμάτων, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ θεραπεύουν κάθε ἀσθένεια. Ἔτσι, ἐκεῖ ποὺ ἡ ἰατρική τους ἐπιστήμη σταματοῦσε, οἱ Ἅγιοι συνέχιζαν θεραπεύοντας
θαυματουργικά τίς
δύσκολες καὶ
ἀθεράπευτες ἐπιστημονικὰ ἀσθένειες. Αὐτὸ τὸ θαυματουργικό τους χάρισμα
ἔχει
άμεση σχέση
μὲ
τὸ
πρῶτο
μέρος τοῦ Ἀποστολικοῦ άναγνώσματος, τὸ ὁποῖο κάνει λόγο γιά τά
χαρίσματα, ποὺ
τὸ
̔́Αγιο Πνεῦμα δίνει στους πιστούς.
Εἶχαν ὅμως καί κάτι ἀκόμη ἰδιαίτερο καὶ χαρακτηριστικό οἱ Ἅγιοι. Ποιό; Ἦσαν ἀνάργυροι. Τί σημαίνει αὐτό; Σημαίνει ὅτι τὸ ἰατρικό τους ἐπάγγελμα τὸ ἐξασκοῦσαν δωρεάν. Δὲν
ἔπαιρναν
ἀργύρια,
χρήματα ἀπὸ τοὺς ἀρρώστους, ποὺ ἔκαναν καλά. Συχνά μάλιστα, ὅταν διεπίστωναν πὼς ὁ ἄρρωστος εἶναι φτωχός, τοῦ ἔδιναν οἱ ἴδιοι χρήματα.
Αὐτό σημαίνει πὼς ἦσαν οἱ ἄνθρωποι τῆς ἔμπρακτης ἀγάπης, ὅπως τὴν περιγράφει στο δεύτερο
μέρος τοῦ
ἀναγνώσματός
μας ὁ
ἀπόστολος
Παῦλος,
στὸν
ὑπέροχο
«ὕμνο
τῆς
ἀγάπης»,
όπως λέγεται.
Ἄς τρέχουμε λοιπόν κοντά τους οἱ πιστοί, καὶ ἂς ζητοῦμε μὲ πίστη
τὴ
θαυματουργική τους χάρη, ὅταν κάποια ἀσθένεια μᾶς βασανίζει. Οἱ φιλεύσπλαγχνοι Ἅγιοι θὰ μᾶς βοηθοῦν καί πάλι δωρεάν!
Ἄς παρακαλοῦμε
δέ τόν Κύριό μας νά άναδεικνύει καὶ
σήμερα, σὲ
μιὰ
ἐποχή,
ποὺ
τὸ
χρῆμα
ἔχει
θεοποιηθεῖ, καὶ νέους ἀναργύρους γιατρούς, μιμητὲς τῶν ἁγίων Αναργύρων,
2. Η
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Βασίλισσα
τῶν
ἀρετῶν ἀναδεικνύει τὴν ἀγάπη στὸ ἀνάγνωσμά μας ὁ ἀπόστολος Παῦλος, συγκρίνοντάς την μὲ ὅλα τὰ θεωρούμενα μεγάλα
χαρίσματα καί
τίς
μεγαλύτερες ἀρετές.
Σταδιακά, σὲ
ἕνα
κλιμακωτό σχῆμα, διαβεβαιώνει ὅτι, ἀκόμη κι ἂν ἔχει κανεὶς τὸ χάρισμα ἀπό τόν Θεό νά μιλάει ὅλες τίς γλῶσσες τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀκόμη κι ἂν ἔχει προφητικό χάρισμα καὶ ὅλη τὴ θεολογικὴ γνῶση,
ἀκόμη
κι ἂν
ἔχει
τέτοια θαυματουργική πίστη, ὥστε νὰ μετακινεῖ καὶ βουνά, ἀκόμη κι ἂν μοιράσει ὅλη τὴν περιουσία του στοὺς φτωχούς, ακόμη κι ἂν πέσει στὴ φωτιὰ καὶ καεῖ, ἂν
δὲν
ἔχει
ἀγάπη,
ὅλα
αὐτὰ ἀποδεικνύονται ἀσήμαντα καὶ μηδαμινά!
Συγκλονιστικά
τά λόγια τοῦ
μεγάλου Ἀποστόλου! Καὶ τὴν περιουσία του νά
μοιράσει κανείς καί τή ζωή του νὰ
θυσιάσει, ἂν
δὲν
ἔχει
ἀγάπη,
ἀλλὰ τὰ κάνει π.χ. ἀπὸ κενοδοξία καὶ ἐγωϊσμό, καμμιὰ ἀπολύτως ἀξία δὲν ἔχουν! Ὁ Θεὸς δὲν κρίνει μόνο ἐξωτερικά τά ἔργα μας, ἀλλὰ ἐξετάζει καὶ τὰ κίνητρα καὶ τις διαθέσεις μας.
Κι
ἐπειδὴ πολλοὶ ἀπὸ μᾶς μπορεῖ νὰ νομίζουμε πώς ἔχουμε ἀγάπη, ἐνῷ βρισκόμαστε πολύ μακριά
της, ἂς
προσπαθήσουμε νὰ
τὴν
γνωρίσουμε ἀνεβαίνοντας
στά
σκαλοπάτια της μαζὶ
μὲ
τὸν
ἀπόστολο
Παῦλο,
καὶ
ἀνακρίνοντας
σὲ
καθένα ἀπό
αὐτὰ τὸν ἑαυτό μας.
3.
ΤΑ ΔΕΚΑΕΞΙ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ
Δεκαέξι
συνολικά σκαλοπάτια στὴν
ἀνάβαση
τῆς
ἀγάπης
μᾶς
παρουσιάζει στή
συνέχεια ὁ
Απόστολος. Τί λέγει;
• «Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ».
Αὐτό
σημαίνει πώς, ὅποιος
ἔχει
ἀγάπη,
ἔχει
καὶ
πλατειά καρδιά, ποὺ
ἀνέχεται
καὶ
ὑπομένει
ὅλες
τὶς
ἀδικίες
και συκοφαντίες και περιφρονήσεις ποὺ
τοῦ
γίνονται.
•
«Χρηστεύεται». Ὄχι
μόνο δὲν
ἀγανακτεῖ αὐτὸς ποὺ ἔχει ἀγάπη, ἀλλὰ καὶ κυττάζει νά
φανεῖ χρήσιμος στὸν καθένα καὶ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀδίκησαν.
•
«Ἡ
ἀγάπη
οὐ
ζηλοῖ».
Δὲν
ζηλεύει, δὲν
φθονεῖ,
δὲν
λυπᾶται, ὅταν κάποιος άλλος προτιμᾶται, ἀνεβαίνει καὶ κερδίζῃ τὴν ἐκτίμηση
τῶν
ἄλλων.
•
«Ἡ
ἀγάπη
οὐ
περπερεύεται». Ὅποιος
ἔχει
ἀγάπη,
δὲν
φέρεται μὲ
ἀλαζονεία,
δὲν
προβάλλει τὸν
ἑαυτό
του.
•
«Οὐ
φυσιοῦται».
Δὲν
φουσκώνει ἀπὸ ὑπερηφάνεια. Δὲν παίρνει ὕφος δῆθεν σπου- δαίου
ανθρώπου.
•
«Οὐκ
ἀσχημονεῖ».
Δὲν
φέρεται μὲ
ἄσχημο
τρόπο, ἀλλὰ μὲ σεβασμὸ καὶ τιμή, μὲ εὐγένεια καὶ καλωσύνη πρὸς ὅλους.
•
«Οὐ
ζητεῖ
τὰ
ἑαυτῆς».
Ὁ
ἄνθρωπος
τῆς
ἀγάπης
δὲν
κυττάζει τὸ
συμφέρον του, τὴν
δική του τακτοποίηση καὶ ξεκούραση,
ἀλλὰ τοῦ ἀδελφοῦ.
•
«Οὐ
παροξύνεται». Δεν θυμώνει! Δὲν
ἐκνευρίζεται!
•
«Οὐ
λογίζεται τὸ
κακόν». Δὲν
βάζει ποτέ κακὸ
στὸ
νοῦ
του, παρατηρώντας τὶς
ἐνέργειες
τοῦ
πλησίον του, οὔτε
λογαριάζει τὸ
κακὸ
ποὺ
τοῦ
ἔγινε.
•
«Οὐ
χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ».
Δεν χαίρεται, ὅταν
βλέπει νὰ
γίνονται
ἀδικίες.
•
«Συγχαίρει δὲ
τῇ
ἀληθείᾳ».
Χαίρεται ὅμως,
ὅταν
βλέπει νὰ
ἐπικρατεῖ ἡ ἀλήθεια.
•
«Πάντα στέγει». Ὅποιος
ἔχει
ἀγάπη,
σκεπάζει τίς ἀδυναμίες
τῶν
ἀδελφῶν του καὶ δὲν τὶς φανερώνει γιὰ νὰ τοὺς ἐξευτελίσει.
•
«Πάντα πιστεύει». Προδιατίθεται μὲ
εὐμένεια
καὶ
ἐμπιστοσύνη
ἀπέναντι
τῶν
ἄλλων.
Δὲν
τοὺς
ὑποψιάζεται.
•
«Πάντα ἐλπίζει».
Δὲν
ἀπελπίζεται
γιὰ
τὴν
καλυτέρευση
τοῦ
ἀδελφοῦ, ἀλλά πάντα διατηρεῖ τὴν ἐλπίδα ὅτι αὐτὸς θὰ διορθωθεῖ.
• «Πάντα ὑπομένει».
Ὑπομένει
τά
πάντα γιὰ
χάρη
τοῦ
ἀδελφοῦ.
• «Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει».
Ἡ
ἀγάπη
δὲν
ξεπέφτει ποτέ. Ποτὲ
δὲν
χάνεται. Ποτὲ
δὲν
μαραίνεται. Ἡ
ἀγάπη
εἶναι
αἰώνια.
Τώρα,
κυττάζοντας μέσα σ᾿
αὐτὸν τὸν ὑπέροχο πνευματικό καθρέφτη
τὸν
ἑαυτό
μας, διαπιστώνουμε εὔκολα
πόσο ἀπέχουμε
ἐμεῖς ἀπὸ αὐτὴ τὴν γνήσια χριστιανική ἀγάπη, ὅπως τὴν περιέγραψε ὁ φλογερὸς ̓Απόστολος τοῦ Χριστοῦ μας. Αὐτὸ ὅμως – ἂν συμβαίνει – σημαίνει πώς
εἴμαστε
μακριὰ
καὶ
ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, γιατί, ὅποιος δὲν ἀγαπάει, δὲν γνωρίζει τὸν Θεό.
Νὰ παρακαλοῦμε λοιπὸν τὸν Κύριο, τὴν πηγὴ τῆς ἀγάπης, νὰ μᾶς βάλει μέσα στὸν παράδεισο τῆς ἀγάπης. Νὰ μᾶς χαρίσει τὴν ΑΓΑΠΗ, δηλαδὴ τὸν ἑαυτό του, διότι «ό Θεός ἀγάπη ἐστί»!
(Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ Κύριος. Ἄνθρωπος τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ' ἡμέραν λαμπρῶς. πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τόν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. εἶπε δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ' ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτοὺς, μετανοήσουσιν. εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.
(Λουκ. ιστ΄ [16] 19 – 31)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Εἶπε ὁ Κύριος τήν πιο κάτω παραβολὴ:
Ὑπῆρχε κάποιος πλούσιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος φοροῦσε βασιλικὰ ἐνδύματα. Ἀπ' ἔξω φοροῦσε ἕνα μάλλινο κόκκινο
καὶ πανάκριβο ροῦχο, κι ἀπὸ μέσα φοροῦσε λευκὸ χιτώνα πολυτελῆ ἀπὸ λεπτὸ αἰγυπτιακὸ λινάρι. Καὶ διασκέδαζε σὲ πλούσια συμπόσια κάθε μέρα μὲ μεγαλοπρέπεια. Ἦταν
ὅμως καὶ κάποιος φτωχὸς πού λεγόταν Λάζαρος, ὁ ὁποῖος ἦταν γεμάτος πληγὲς καὶ παραπεταμένος κοντὰ στὴν ἐξώπορτα τοῦ πλουσίου. Καὶ προσπαθοῦσε νὰ χορτάσει ἀπὸ τὰ ψίχουλα πού ἔπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ πλουσίου. Ἀλλά σάν νὰ μὴν τοῦ ἔφτανε ἡ στέρηση του αὐτή, καθὼς ἦταν καὶ σχεδὸν γυμνός, ἔρχονταν καὶ οἱ σκύλοι καὶ ἔγλειφαν τὶς πληγές του. Παρόλα αὐτὰ ὅμως ὁ Λάζαρος δὲν ἔβγαζε ἀπὸ τὸ στόμα του οὔτε τὴν παραμικρὴ λέξη παραπόνου ἐναντίον τοῦ πλουσίου ἢ κάποιο γογγυσμὸ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Κάποτε λοιπὸν πέθανε ὁ φτωχός, καὶ οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ τὸν μετέφεραν στὴν
ἀγκαλιὰ τοῦ Ἀβραάμ, γιὰ νὰ βρεῖ ἀνάπαυση ἐκεῖ μέσα στὸν παράδεισο. Πέθανε κάποτε καὶ ὁ πλούσιος, καὶ οἱ ἄνθρωποι τὸν ἔθαψαν μὲ μεγαλοπρέπεια. Πουθενὰ ὅμως δὲν φάνηκαν γι' αὐτὸν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. Καὶ στὸν τόπο τοῦ Ἅδη, καθὼς βασανιζόταν, σήκωσε τὰ μάτια του καὶ εἶδε ἀπὸ μακριὰ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Λάζαρο νὰ εἶναι στὴν ἀγκαλιά του. Αὐτὸς λοιπὸν πού στὴ γῆ τὰ εἶχε ὅλα καὶ δὲν παρακαλοῦσε κανένα νὰ τὸν βοηθήσει, φώναξε τώρα καὶ
εἶπε· Πατέρα μου Ἀβραάμ, σπλαχνίσου με. Λυπήσου με καὶ στεῖλε τὸν Λάζαρο νὰ βρέξει μὲ νερὸ τὴν ἄκρη τοῦ δακτύλου του καὶ νὰ δροσίσει τὴ γλώσσα μου, διότι βασανίζομαι καὶ ὑποφέρω μέσα σ’ αὐτή τή φωτιά. Ὁ Ἀβραὰμ ὅμως τοῦ ἀπάντησε: Παιδί μου, θυμήσου ὅτι ἐσύ ἀπόλαυσες μὲ τὸ παραπάνω τὰ ἀγαθά σου ὅταν ζοῦσες στὴ γῆ. Ἐνῶ ὁ Λάζαρος ἀπόλαυσε τὰ κακά τῆς δυστυχίας καὶ τῆς ἀσθένειάς του. Τώρα ὅμως ἐδῶ ὁ Λάζαρος παρηγορεῖται γι' αὐτὰ πού ὑπέφερε τότε συνεχῶς, ἐνῶ ἐσύ ὑποφέρεις καὶ βασανίζεσαι χωρὶς διακοπή, ὅπως ἀδιάκοπη καὶ συνεχής ἦταν ἡ εὐτυχία
σου πάνω στὴ γῆ. Κι ἐκτός ἀπ’ ὅλα αὐτὰ ὑπάρχει ἀνάμεσά μας χάσμα,
ὥστε αὐτοὶ πού θέλουν νὰ διαβοῦν
ἀπὸ ἐδῶ πρός ἐσᾶς νὰ μὴν μποροῦν,
ἀλλά οὔτε κι ὅσοι εἶναι ἀπὸ ἐκεῖ νὰ μποροῦν
νὰ περάσουν ἀπέναντι σέ μᾶς. Εἶπε πάλι ὁ πλούσιος: Ἀφοῦ κάθε ἄνθρωπος πού ἔμεινε ἀμετανόητος στὴν ἐπίγεια ζωή του, μετὰ τὸ θάνατό του δὲν ἔχει πλέον καμία
ἐλπίδα,
σὲ παρακαλῶ λοιπόν, πάτερ, στεῖλε τὸν Λάζαρο στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου. Διότι ἔχω πέντε ἀδελφούς. Στεῖλε τον νὰ τοὺς βεβαιώσει ὡς αὐτόπτης μάρτυρας γιὰ ὅσα συμβαίνουν ἐδώ γιὰ νὰ μὴν ἔλθουν κι αὐτοὶ στὸν τόπο αὐτὸ τῆς τιμωρίας καί τῶν βασάνων πού βρίσκομαι ἐγώ. Τοῦ λέει ὁ
Ἀβραάμ: Ἔχουν τὸν Μωυσῆ καὶ τούς προφῆτες πού τοὺς βεβαιώνουν γι' αὐτά. Ἂς ἀκούσουν ἐκείνους. Ἐκεῖνος τότε τοῦ εἶπε: Ὄχι, πάτερ Ἀβραάμ, δὲν θὰ ὑπακούσουν στὸ Μωυσῆ καὶ στοὺς προφῆτες. Ἐὰν ὅμως πάει σ' αὐτοὺς κάποιος ἀπό τους νεκρούς, θὰ μετανοήσουν. Τοῦ εἶπε τότε ὁ Ἀβραάμ: Ἐὰν δὲν ἔχουν τὴν καλὴ διάθεση νὰ ὑπακούσουν στὸ Μωυσῆ καὶ στοὺς προφῆτες, δὲν θὰ πεισθοῦν, ἀκόμη κι ἂν ἀναστηθεῖ κάποιος ἀπό τους νεκρούς. Διότι, ὅταν ἀτονήσει ἡ πρώτη τους ἐντύπωση ἀπὸ τὴν ἀνάσταση, θὰ ἐπανέλθουν πάλι στὴν
προηγούμενή τους σκληρότητα.
