ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ
ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(26 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026)
ΕΩΘΙΝΟΝ
Η΄
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, Μαρία
εἱστήκει πρὸς τὸ μνημεῖον κλαίουσα ἔξω, ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον,
καὶ θεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους, ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ, καὶ ἕνα πρὸς
τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι, Γύναι, τὶ
κλαίεις; λέγει αὐτοῖς, Ὅτι ἦραν τὸν Κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν,
καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἐστῶτα, καὶ οὐκ ᾒδει
ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Γύναι, τὶ κλαίεις; τίνα ζητεῖς; ἐκείνη
δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρὸς ἐστι, λέγει αὐτῷ, Κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπὲ μοι
ποῦ αὐτὸν ἔθηκας, κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ, λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Μαρία, στραφεῖσα ἐκείνη
λέγει αὐτῷ, Ῥαββουνί, ὃ λέγεται Διδάσκαλε, λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Μή μου ἃπτου, οὔπω
γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου, πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου, καὶ εἰπὲ
αὐτοῖς, Ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν,
ἔρχεται Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀπαγγέλλουσα τοῖς μαθηταῖς ὅτι ἑώρακε τὸν Κύριον, καὶ
ταῦτα εἶπεν αὐτῇ.
Ἰωάν.
κ΄[20] 11 – 18)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἡ Μαρία στεκόταν κοντὰ στὸ μνημεῖο κι ἔκλαιγε ἔξω ἀπ᾿ αὐτό, χωρὶς
νὰ φαντάζεται ποτὲ ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀναστήθηκε. Ἐνῶ λοιπὸν ἑξακολουθοῦσε νὰ κλαίει, ἔσκυψε
μιὰ στιγμὴ στὸ μνημεῖο ἀναζητώντας καὶ πάλι τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Βλέπει τότε δύο ἀγγέλους
μὲ λευκὰ ἐνδύματα, ἔνδοξους καὶ ἀκαταγώνιστους φρουροὺς τοῦ τάφου. Αὐτοὶ
κάθονταν ὡς ὑπηρέτες τοῦ ἀναστημένου Κυρίου, ὁ ἕνας πρὸς τὸ μέρος τοῦ κεφαλιοῦ
καὶ ὁ ἄλλος πρὸς τὸ μέρος τῶν ποδιῶν, ὅπου πιὸ πρὶν ἦταν τοποθετημένο κάτω στὴ
γῆ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Τῆς
λένε τότε ἐκεῖνοι: Γυναίκα, γιατί κλαῖς; Κι αὐτὴ τοὺς ἀπαντᾶ: Διότι πῆραν τὸν
Κύριό μου ἀπὸ τὸν τάφο καὶ δὲν ξέρω ποῦ τὸν ἔβαλαν. Καὶ ἀφοῦ τὰ εἶπε αὐτά, στράφηκε πίσω
καὶ βλέπει τὸν Ἰησοῦ νὰ στέκεται ὄρθιος, ἀλλὰ δὲν κατάλαβε ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ Ἰησοῦς,
εἴτε διότι τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου εἶχε ὑποστεῖ μεταβολὴ μὲ τὴν Ἀνάσταση, εἴτε διότι
ἡ Μαρία δὲν ὑποπτευόταν κἂν ὅτι ὁ Διδάσκαλος ἀναστήθηκε. Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Γυναίκα, γιατί κλαῖς;
Ποιὸν ζητᾶς; Ἐκείνη νόμισε ὅτι ἦταν ὁ κηπουρὸς καὶ γι᾿ αὐτὸ τοῦ εἶπε: Κύριε, ἐὰν
τὸν πῆρες ἐσύ, πές μου ποῦ τὸν ἔβαλες, κι ἐγὼ θὰ τὸν πάρω ἀπὸ τὸν κῆπο σου καὶ
θὰ τὸν τοποθετήσω σὲ ἄλλον τάφο. Τῆς
λέει τότε ὁ Ἰησοῦς μὲ τὸν γνωστὸ σ᾿ ἐκείνη τόνο τῆς φωνῆς του: Μαρία! Ἐκείνη
τότε ἀναγνώρισε ἀμέσως τὴ φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ, στράφηκε πίσω καὶ τοῦ εἶπε: Ραββουνί,
ποὺ σημαίνει· διδάσκαλέ μου. Τότε
ἡ Μαρία ἔτρεξε νὰ περιπτυχθεῖ μὲ σεβασμὸ τὰ πόδια του, νομίζοντας ὅτι ὁ Κύριος
θὰ ἑξακολουθεῖ καὶ τώρα νὰ ζεῖ σωματικῶς ὅπως καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος του μαζὶ μὲ
τοὺς μαθητές του. Γι᾿ αὐτὸ τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Μὴ μ᾿ ἀγγίζεις. Μὴ συμπεριφέρεσαι
πλέον σὲ μένα σὰν νὰ πρόκειται νὰ εἶμαι καὶ πάλι ἀνάμεσά σας μ᾿ αὐτὴ τὴ μορφή,
μὲ τὴ μορφὴ τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς ἀσθενείας, ὅπως ζοῦσα μαζί σας πρὶν ἀπὸ τὸ
Πάθος. Μὴ μ᾿ ἀγγίζεις, διότι δὲν ἀνέβηκα ἀκόμη πρὸς τὸν Πατέρα μου. Συνεπῶς δὲν
ἐγκαινιάσθηκε ἀκόμη ἡ νέα σχέση τῆς εὐλαβικῆς καὶ λατρευτικὴς οἰκειότητος ποὺ θὰ
συνάψω μὲ τοὺς ἀνθρώπους μετὰ τὴν Ἀνάληψή μου ὡς αἰώνιος καὶ οὐράνιος πλέον ἀρχιερεὺς
καὶ ὡς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν ὁποία θὰ εἶμαι ἑνωμένος. Πήγαινε ὅμως στοὺς
ἀδελφούς μου καὶ πές τους: Ἀνεβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου, τὸν ὁποῖο δι᾿ ἐμοῦ καὶ
σεῖς ἔχετε κατὰ χάριν Πατέρα. Αὐτὸς ἔγινε καὶ Θεός μου ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινα ἄνθρωπος,
ὅπως εἶναι Θεὸς δικός σας. Ἔρχεται
ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἀναγγέλλει στοὺς μαθητὲς ὅτι εἶδε τὸν Κύριο καὶ ὅτι τῆς
εἶπε τὰ λόγια αὐτά.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, πρὸ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα
συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι. Ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν· ἐλθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν. Πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Οὐκ ἔνι ᾿Ιουδαῖος οὐδὲ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. Εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ ᾿Αβραὰμ σπέρμα ἐστὲ καὶ κατ᾿ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι. Λέγω δέ, ἐφ᾿ ὅσον χρόνον ὁ κληρονόμος νήπιός ἐστιν, οὐδὲν διαφέρει δούλου, κύριος πάντων ὤν, ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτρόπους ἐστὶ καὶ οἰκονόμους ἄχρι τῆς προθεσμίας τοῦ πατρός. Οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι· ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν.
(Γαλ. γ΄ [3] 23 – δ΄[4] 5)
ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
1. ΤΟ ΘΕΪΚΟ ΕΝΔΥΜΑ
Ἡ παλαιὰ ἐποχή πέρασε, λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στο σημερινό ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή του. Πέρασε ὁ καιρός, ποὺ ὁ Μωσαϊκὸς Νόμος μὲ τὶς αὐστηρές διατάξεις του προσπαθοῦσε νὰ συγκρατήσει τοὺς ἀνθρώπους στόν δρόμο τοῦ Θεοῦ. Τώρα, μέσα στὸ χῶρο τῆς ἁγίας Χριστιανικῆς πίστεως, οἱ πιστοί εἶναι υἱοὶ τοῦ Θεοῦ πλέον, δὲν εἶναι δοῦλοι ἑνὸς σκληροῦ νόμου. Πῶς ἔγινε αὐτό; Μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, ἀπαντᾷ ὁ Ἀπόστολος· «ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε», λέγει. Δηλαδή, ὅσοι βαπτισθήκατε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, φορέσατε σὰν ἄλλο θεϊκὸ ἔνδυμα τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.
Στὴν αὐγὴ τῆς ζωῆς τους οἱ ἄνθρωποι, μέσα στὸν Παράδεισο, ἦσαν γυμνοί, ἀλλὰ δὲν αἰσθάνονταν ἐντροπή, γιατὶ ἦσαν σκεπασμένοι μὲ τὴν ἀθωότητα. Ὅταν λίγο ἀργότερα ἁμάρτησαν, ἔνιωσαν γιὰ πρώτη φορὰ τὴ γυμνότητά τους καὶ ἔρραψαν πρόχειρα ροῦχα ἀπὸ φύλλα συκιᾶς. Αὐτὰ τὰ πρόχειρα ροῦχα ὁ Θεὸς τοὺς τὰ ἀντικατέστησε μὲ «χιτώνας
δερματίνους», μέ γοῦνες δηλαδὴ ἀπὸ δέρματα ζώων, τὴν ὥρα ποὺ τοὺς ἔβγαζε ἔξω ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Οἱ δερμάτινοι χιτῶνες ἔτσι ταίριαξαν ἀπόλυτα μὲ τὴν ψυχική τους κατάσταση. Ἡ ἁμαρτία τοὺς κατάντησε ὅμοιους με ζῶα, γι᾿ αὐτὸ καὶ ντύνονται μὲ δέρματα ζώων. Οἱ δερμάτινοι χιτῶνες γίνονται ἔτσι σύμβολα τῆς φθορᾶς, τῆς κατωτερότητος, τοῦ θανάτου.
«Χριστὸν ἐνεδύσασθε»!
Ἦρθε ὅμως ἐπιτέλους ἡ εὐλογημένη στιγμὴ νὰ πετάξουμε αὐτὰ τὰ ροῦχα τῆς ντροπῆς! Μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα καθαριζόμαστε ἀπὸ κάθε μολυσμό. Βγάζουμε τὰ ροῦχα τῆς ἁμαρτίας, τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου καὶ ντυνόμαστε τί; Τὰ ροῦχα τῆς ἀθωότητας, ποὺ φορούσαμε στόν Παράδεισο; Ὢ ἀσύλληπτη γιὰ τὸν φτωχικό μας νοῦ εὐλογία! Δὲν ντυνόμαστε τα ροῦχα τοῦ Παραδείσου, ἀλλὰ Αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν Δημιουργό τοῦ Παραδείσου καί ἡμῶν καὶ τοῦ Σύμπαντος κόσμου!
«Χριστὸν ἐνεδύσασθε»!
Τὸν Χριστὸ ντυνόμαστε! Δὲν τὸν ντυνόμαστε σὰν ἐξωτερικό ροῦχο, ἀλλὰ σὰν ἔνδυμα τῆς ψυχῆς. Γινόμαστε ὅ,τι εἶναι ὁ Χριστός! Υἱός Θεοῦ καὶ Θεὸς ὁ Χριστός μας, υἱοὶ Θεοῦ καὶ θεοὶ καί ἐμεῖς! Κατά φύσιν Ἐκεῖνος, κατά χάριν ἐμεῖς.
Εὐλογημένο ἅγιο Βάπτισμα! Ἂν καταλαβαίναμε τὸ τί μᾶς ἐχάρισες, πόσο θὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ σὲ φυλάξουμε ἀμόλυντο!
2. ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ
Ἡ ἁγιασμένη ἀτμόσφαιρα τῆς Ἐκκλησίας, στὴν ὁποία μᾶς βάζει τὸ ἅγιο Βάπτισμα, μαζί μὲ τὶς ὕψιστες βασιλικές δωρεές, ποὺ μᾶς παρέχει, ἀναδεικνύοντάς μας κατά χάριν υἱοὺς Θεοῦ, ταυτοχρόνως μᾶς ἑνώνει καί μεταξύ μας σὲ ἕνα σῶμα, ὅπου «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δούλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ». Δηλαδή, δὲν ὑπάρχει διαφορά μεταξύ Ἕλληνος καὶ Ἰουδαίου, μεταξὺ ἐλευθέρου καὶ δούλου, μεταξὺ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν.
Ὅσα φιλοσοφικά, κοινωνικά και πολιτικά
συστήματα κι ἂν προσπάθησαν νὰ ξεπεράσουν αὐτὲς τὶς διαφορές, ἀπέτυχαν παταγωδῶς. Τόν περασμένο αἰώνα κάτω ἀπὸ τὰ συνθήματα γιὰ διεθνισμό, ἀταξική κοινωνία καὶ ἰσότητα τῶν φύλων, ἔκρυβαν τὴν πιὸ φρικτή καταπίεση. Ἀντί γιὰ διεθνισμὸ δημιούργησαν ἀβυσσαλέα ἐθνικὰ μίση, ποὺ μετὰ τὴν κατάρρευσή τους ἀπειλοῦν νὰ αἱματοκυλίσουν ὅλο τὸν κόσμο. Ἀντί γιά ἀταξική κοινωνία εἶχαν δημιουργήσει δύο τάξεις: δούλων καὶ τυράννων. Αντὶ γιὰ ἰσότητα τῶν δύο φύλων μετέτρεψαν τὶς γυναῖκες σὲ ἐξαρτήματα ἐργοστασίων καὶ κακόγουστα ὑποκατάστατα τῶν ἀνδρῶν.
Φρικτά αποτελέσματα,
παρόμοια παρατηροῦνται στὶς καπιταλιστικές χώρες τῆς Δύσεως. Ἰδιαιτέρως σ᾿ αὐτὲς τὶς τελευταῖες, μὲ ὅλα τὰ φεμινιστικὰ κινήματα καὶ τὶς ἀλλαγὲς τῆς νομοθεσίας, βλέπει κανεὶς καθημερινὰ μὲ θλίψη τὸ ἐλεεινὸ κατάντημα τῆς γυναίκας. Ἀπό βασίλισσα τῆς οἰκογένειας γίνεται ἀντικείμενο ἡδονῆς. Ἀπὸ ἄγγελος ἀγάπης και καλωσύνης μετατρέπεται σὲ σάρκα καὶ πρόκληση.
Μόνο
μέσα στὴν Ἐκκλησία ὑπερβαίνονται ὅλες αὐτὲς οἱ διακρίσεις. Μόνο μέσα στὴν Ἐκκλησία ὅλα τὰ ἔθνη μποροῦν νὰ ζήσουν ἀδελφωμένα καὶ νὰ παύσει κάθε εἴδους ἐκμετάλλευση μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Μόνο
μέσα στὴν Ἐκκλησία ἡ γυναίκα ἐξυψώνεται, βρίσκει τὴν ἱερότητά της, κι ὄχι μόνο δὲν περιφρονεῖται, ἀλλὰ στὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας μας γίνεται «τιμιωτέρα τῶν Χερουβείμ καὶ ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ», στήριγμα καὶ σκέπη τοῦ Σύμπαντος κόσμου.
3.
Η ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
Ὅλα, ὅσα
ἀναπτύξαμε
προηγουμένως, τὰ βλέπουμε ἐφαρμοσμένα
στὴ μεγάλη μορφὴ
τῆς ἁγίας
Παρασκευῆς, πρὸς
τιμὴν τῆς
ὁποίας
διαβάζεται τό
σημερινὸ Ἀποστολικό
ἀνάγνωσμα.
Ἡ γενναία αὐτὴ
ψυχή, ἀφοῦ
ἔμεινε
ὀρφανὴ
σὲ μικρὴ
ἡλικία
καὶ ἀπὸ
τοὺς δύο γονεῖς
της, ἀποφάσισε νὰ
ἀφιερωθεῖ
ὁλόψυχα
στόν
Οὐράνιο Νυμφίο της, τόν
Χριστό μας. Ἀλλ᾿
ἂς
ἀφήσουμε
τὸν ἅγιο
Κοσμᾶ τὸν
Αἰτωλὸ
νὰ μᾶς
τὴν περιγράψει: «Ἐμοίρασεν
ὅλην
της τὴν περιουσίαν εἰς
τοὺς πτωχούς, καὶ
μὲ αὐτὰ
ἠγόρασε
τὸν παράδεισον καὶ
μετεχειρίζετο ὡς φτιασίδια τὰ
δάκρυα, ἐνθυμουμένη τὰς
ἁμαρτίας
της. Ὡς σκουλαρίκια εἶχε
τὰ ὦτα
της ἀνοικτά διὰ
ν᾿ ἀκούῃ
τὰς ἁγίας
Γραφάς... Ὡς δακτυλίδια τους κόμβους τῶν
δακτύλων της ἀπὸ
τὰς πολλὰς
μετανοίας ὁποῦ
ἔκαμνεν...
Ὡς
φόρεμα τὴν ἐντροπὴν
ὁποῦ
εἶχεν εἰς
τὸν ἑαυτόν
της καὶ ὁ
φόβος τοῦ Θεοῦ
ὁποῦ
τὴν ἐσκέπαζεν».
Εὐλογημένη
Νύμφη τοῦ Χριστοῦ!
Ἔζησες
ζωὴ ἁγία,
ὑπέμεινες
τὰ φρικτά μαρτύρια, ἐκέρδησες
τό στεφάνι τῆς θείας δόξης. Καύχημα τῶν
γυναικῶν, παράδειγμα ὅλων
τῶν πιστῶν.
Στήριγμα, χαρὰ καὶ
προστασία μας, πρέσβευε ὑπὲρ
ἡμῶν!
(Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἶδεν ὁ Ἰησοῦς πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ' αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· Οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας. ὁ δὲ εἶπε· Φέρετέ μοι αὐτούς ὧδε. καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις. καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων. Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους.
(Ματθ. ιδ΄[14] 14 – 22)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τόν καιρό ὁ Ἰησοῦς εἶδε πολὺν κόσμο καὶ τοὺς σπλαχνίστηκε, καὶ θεράπευσε τοὺς ἄρρωστούς
τους. Καθὼς ὅμως πλησίαζε νὰ βραδιάσει,
τὸν πλησίασαν οἱ μαθητές του καὶ τοῦ εἶπαν: Εἶναι ἔρημος
ὁ τόπος καὶ
ἡ ὥρα πλέον πέρασε. Δῶσε
διαταγὴ νὰ διαλυθοῦν
τὰ πλήθη τοῦ
λαοῦ, γιὰ νὰ πᾶνε στὰ
χωριὰ καὶ νὰ ἀγοράσουν γιὰ
τοὺς ἑαυτοὺς
τους τροφὲς νὰ φᾶνε. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοὺς εἶπε: Δὲν εἶναι ἀνάγκη
νὰ φύγουν καὶ
νὰ ἀγοράσουν τρόφιμα. Δῶστε
τους ἐσεῖς νὰ φᾶνε. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν: Δὲν ἔχουμε ἐδῶ
τίποτε ἄλλο παρὰ
μόνο πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια.
Ὁ Κύριος τότε εἶπε: Φέρτε τά μου ἐδῶ.
Κι ἀφοῦ παρακίνησε
τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ νά ἀνακλιθοῦν στὴν πρασινάδα,
πῆρε τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δύο ψάρια,
σήκωσε τὰ μάτια του στὸν οὐρανὸ κι εὐχαρίστησε
καὶ ἐπικαλέστηκε τὸν Πατέρα
του. Κι ἀφοῦ ἔκοψε τὰ ψωμιά,
τὰ ἔδωσε στοὺς μαθητὲς καὶ οἱ μαθητὲς στὰ πλήθη
τοῦ λαοῦ. Κι ἔφαγαν ὅλοι καὶ χόρτασαν,
καὶ μάζεψαν ὅσα κομμάτια εἶχαν περισσέψει,
δώδεκα δηλαδὴ κοφίνια γεμάτα. Ἐκεῖνοι μάλιστα
πού ἔφαγαν ἦταν περίπου πέντε χιλιάδες ἄνδρες,
χωρὶς νὰ συνυπολογίζονται στὸν ἀριθμὸ αὐτὸ οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά.
Κι ἀμέσως ὁ Ἰησοῦς, γιὰ νὰ μὴν παρασυρθοῦν οἱ μαθητές
του ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμὸ τοῦ πλήθους
πού ἤθελε νὰ τὸν ἀνακηρύξει
βασιλιά, τοὺς ἀνάγκασε νὰ μποῦν στὸ πλοῖο καὶ νὰ περάσουν
πρὶν ἀπ' αὐτὸν στὸ ἀπέναντι
μέρος τῆς λίμνης, ὡσότου αὐτὸς διαλύσει
τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ.
