Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ I΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

   ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ I΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(9 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2026)

 


ΕΩΘΙΝΟΝ Ι΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν ὁ Ἰησοῦς τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, ἐπὶ τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος, ἐφανέρωσε δὲ οὕτως. ἦσαν ὁμοῦ Σίμων Πέτρος, καὶ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος, καὶ Ναθαναὴλ ὁ ἀπὸ Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οἱ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο. λέγει αὐτοῖς Σίμων Πέτρος, Ὑπάγω ἁλιεύειν. λέγουσιν αὐτῷ, Ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς σὺν σοί. ἐξῆλθον καὶ ἀνέβησαν εἰς τὸ πλοῖον εὐθύς, καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ ἐπίασαν οὐδέν. πρωΐας δὲ ἤδη γενομένης ἔστη ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν αἰγιαλόν, οὐ μέντοι ᾔδεισαν οἱ μαθηταὶ ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. λέγει οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Παιδία, μὴ τι προσφάγιον ἔχετε; ἀπεκρίθησαν αὐτῷ, Οὒ, ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς, Βάλετε εἰς τὰ δεξιὰ μέρη τοῦ πλοίου τὸ δίκτυον, καὶ εὑρήσετε. ἔβαλον οὖν, καὶ οὐκέτι αὐτὸ ἑλκύσαι ἴσχυσαν ἀπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἰχθύων. λέγει οὖν ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς τῷ Πέτρῳ, Ὁ Κύριός ἐστι. Σίμων οὖν Πέτρος, ἀκούσας ὅτι ὁ Κύριός ἐστι , τὸν ἐπενδύτην διεζώσατο· ἦν γὰρ γυμνὸς· καὶ ἔβαλεν ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν. οἱ δὲ ἄλλοι μαθηταὶ τῷ πλοιαρίῳ ἦλθον· οὐ γὰρ ἦσαν μακρὰν ἀπὸ τῆς γῆς, ἀλλ' ὡς ἀπὸ πηχῶν διακοσίων· σύροντες τὸ δίκτυον τῶν ἰχθύων. ὡς οὖν ἀπέβησαν εἰς τὴν γῆν, βλέπουσιν ἀνθρακιὰν κειμένην καὶ ὀψάριον ἐπικείμενον, καὶ ἄρτον. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Ἐνέγκατε ἀπὸ τῶν ὀψαρίων ὧν ἐπιάσατε νῦν. ἀνέβη οὖν Σίμων Πέτρος, καὶ εἵλκυσε τὸ δίκτυον ἐπὶ τῆς γῆς, μεστὸν ἰχθύων μεγάλων ἑκατὸν πεντηκοντατριῶν, καὶ τοσούτων ὄντων, οὐκ ἐσχίσθη τὸ δίκτυον. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Δεῦτε ἀριστήσατε. οὐδεὶς δὲ ἐτόλμα τῶν μαθητῶν ἐξετάσαι αὐτόν, Σὺ τὶς εἶ; εἰδότες ὅτι ὁ Κύριός ἐστιν. ἔρχεται οὖν ὁ Ἰησοῦς, καὶ λαμβάνει τὸν ἄρτον, καὶ δίδωσιν αὐτοῖς, καὶ τὸ ὀψάριον ὁμοίως. τοῦτο ἤδη τρίτον ἐφανερώθη ὁ Ἰησοῦς τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν.

 (Ἰωάν. κα΄[21]  1 – 14)

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἐκεῖνο τον καιρό ὁ Ἰησοῦς ἐμφανίστηκε πάλι στοὺς μαθητές του στὴ λίμνη τῆς Τιβεριάδος. Καὶ ἐμφανίστηκε μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο: Ἦταν μαζὶ ὁ Σίμων Πέτρος καὶ ὁ Θωμᾶς ποὺ λεγόταν Δίδυμος, καὶ ὁ Ναθαναὴλ ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οἱ γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ ἄλλοι δύο ἀπὸ τοὺς μαθητές του. Τοὺς λέει ὁ Σίμων Πέτρος: Πηγαίνω νὰ ψαρέψω. Κι ἐκεῖνοι τοῦ ἀποκρίνονται: Ἐρχόμαστε κι ἐμεῖς μαζί σου. Βγῆκαν λοιπὸν ἀπὸ τὸ κατάλυμά τους πρὸς τὴ θάλασσα, μπῆκαν ἀμέσως στὸ πλοῖο καὶ ἄρχισαν νὰ ψαρεύουν. Ὅμως ἐκείνη τὴ νύχτα δὲν ἔπιασαν τίποτε. Ὅταν πιὰ ξημέρωσε, στάθηκε ὁ Ἰησοῦς στὴν ἀκρογιαλιά. Οἱ μαθητὲς ὅμως δὲν ἀντιλήφθηκαν ὅτι αὐτὸς ποὺ στεκόταν ἐκεῖ ἦταν ὁ Ἰησοῦς. Σὰν νὰ ἦταν λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς κάποιος ξένος καὶ ἄγνωστος διαβάτης, τοὺς λέει: Παιδιά, μήπως ἔχετε κανένα ψάρι γιὰ προσφάι; Ὄχι, τοῦ ἀποκρίθηκαν. Κι ἐκεῖνος τότε τοὺς εἶπε: Ρίξτε τὸ δίχτυ στὰ δεξιὰ τοῦ πλοίου καὶ θὰ βρεῖτε. Ἔριξαν λοιπὸν τὸ δίχτυ ὅπως τοὺς εἶπε ὁ Κύριος, καὶ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸ τραβήξουν ἐπάνω ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ψαριῶν ποὺ εἶχε πιάσει.  7 Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν πρωτοφανὴ αὐτὴ ἐπιτυχία λέει στὸν Πέτρο ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος τὸν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς: Αὐτὸς ποὺ τὸν νομίσαμε γιὰ ξένο εἶναι ὁ Κύριος. Ὁ Σίμων Πέτρος λοιπόν, ὅταν ἄκουσε ὅτι ἦταν ὁ Κύριος, φόρεσε βιαστικὰ καὶ ζώσθηκε τὸ ἐργατικὸ ἔνδυμά του, διότι μέχρι τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἦταν σχεδὸν γυμνός, καὶ ὁρμητικὸς ὅπως ἦταν, ρίχθηκε στὴ θάλασσα γιὰ νὰ συναντήσει τὸ συντομότερο τὸν Διδάσκαλο. Οἱ ἄλλοι μαθητὲς ὅμως ἦλθαν μὲ τὸ πλοιάριο σέρνοντας  τὸ δίχτυ ποὺ ἦταν γεμάτο μὲ ψάρια, διότι δὲν ἦταν μακριὰ ἀπὸ τὴ στεριά, ἀλλὰ ἀπεῖχαν περίπου ἑκατὸν τριάντα μέτρα. Ἀμέσως λοιπὸν μόλις ἀποβιβάσθηκαν στὴ στεριὰ μουσκεμένοι καὶ κατάκοποι καὶ πεινασμένοι, βλέπουν ἕτοιμα κάτω στὴ γῆ ἕνα σωρὸ κάρβουνα ἀναμμένα καὶ πάνω σ᾿ αὐτὰ ἕνα ψάρι καὶ παραδίπλα χωριστὰ ἕνα ψωμί. Βρῆκαν δηλαδὴ φωτιὰ γιὰ νὰ θερμανθοῦν καὶ νὰ στεγνώσουν τὰ ροῦχα τους, καὶ φαγητὸ γιὰ τὸ πρωινό τους. Καὶ γιὰ νὰ συμπληρωθεῖ τὸ πρωινὸ αὐτὸ καὶ ἀπό τὸ προϊὸν τοῦ κόπου τους, τοὺς λέει ὁ Ἰησοῦς: Φέρτε καὶ ἀπὸ τὰ ψάρια ποὺ πιάσατε τώρα. Ὅμως τὸ δίχτυ μὲ τὰ ψάρια ἦταν ἀκόμη μέσα στὴ λίμνη καὶ ἐξαιτίας τοῦ βάρους του ἦταν δύσκολο νὰ τραβηχθεῖ. Ἀνέβηκε τότε στὸ πλοιάριο ὁ Σίμων Πέτρος, ποὺ ἦταν ἐμπειρότερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καὶ τράβηξε τὸ δίχτυ στὴ στεριά, γεμάτο ἀπὸ ἑκατὸν πενῆντα τρία μεγάλα ψάρια. Κι ἐνῶ ἦταν τόσο πολλὰ τὰ ψὰρια, δὲν σκίστηκε τὸ δίχτυ. Τοὺς λέει ὁ Ἰησοῦς: Ἐλᾶτε τώρα νὰ πάρετε τὸ πρωινό σας. Στὸ μεταξὺ ὅμως κανένας ἀπὸ τοὺς μαθητὲς δὲν τολμοῦσε νὰ τὸν ρωτήσει διερευνητικὰ «ποιὸς εἶσαι ἐσύ», διότι ἤξεραν ὅτι εἶναι ὁ Κύριος, καὶ συνεπῶς αἰσθάνονταν ἀπέναντί του φόβο καὶ βαθὺ σεβασμό. Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν πρόσκληση τοῦ Ἰησοῦ ἦλθαν οἱ μαθητὲς νὰ φᾶνε. Ἔρχεται τότε καὶ ὁ Ἰησοῦς καὶ παίρνει στὰ χέρια του τὸν ἄρτο καὶ τοὺς τὸν μοίρασε. Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ μὲ τὸ ψάρι. Αὐτή ἦταν ἡ τρίτη μέχρι τότε φορά πού φανερώθηκε ὁ Ἰησοῦς στούς μαθητές του συγκεντρωμένους, μετά τήν Ἀνάστασή του ἀπό τούς νεκρούς.

 

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

­δελ­φο, Θε­ς ­μς τος ­πο­στ­λους ­σχ­τους ­π­δει­ξεν, ς ­πι­θα­να­τ­ους, ­τι θ­α­τρον ­γε­ν­θη­μεν τ κ­σμ, κα γ­γ­λοις κα ν­θρ­ποις. ­μες μω­ρο δι­ Χρι­στν, ­μες δ φρ­νι­μοι ν Χρι­στ· ­μες ­σθε­νες, ­μες δ ­σχυ­ρο· ­μες ν­δο­ξοι, ­μες δ ­τι­μοι. ­χρι τς ρ­τι ­ρας κα πει­ν­μεν κα δι­ψ­μεν κα γυ­μνη­τε­­ο­μεν κα κο­λα­φι­ζ­με­θα κα ­στα­το­μεν κα κο­πι­­μεν ρ­γα­ζ­με­νοι τας ­δ­αις χερσ· λοι­δο­ρο­­με­νοι ε­λο­γο­μεν, δι­ω­κ­με­νοι ­νε­χ­με­θα, βλα­σφη­μο­­με­νοι πα­ρα­κα­λο­μεν· ς πε­ρι­κα­θρ­μα­τα το κ­σμου ­γε­ν­θη­μεν, πν­των πε­ρ­ψη­μα ­ως ρ­τι. Οκ ν­τρ­πων ­μς γρ­φω τα­τα, λ­λ' ς τ­κνα μου ­γα­πη­τ νου­θε­τ· ­ν γρ μυ­ρ­ους παι­δα­γω­γος ­χη­τε ν Χρι­στ, λ­λ' ο πολ­λος πα­τ­ρας· ν γρ Χρι­στ ­η­σο δι­ το ε­αγ­γε­λ­ου ­γ ­μς ­γν­νη­σα. πα­ρα­κα­λ ον ­μς, μι­μη­τα μου γ­νε­σθε.  

                              (Α΄ Κορ. δ΄[4] 9 – 16 )

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἀ­δελ­φοί, κάθε ἄλλο παρὰ βασιλεία ἀπολαμβάνουμε ἐμεῖς οἱ Ἀπόστολοι. Διότι νομίζω ὅτι ὁ Θεὸς ἐμᾶς τοὺς Ἀποστόλους μᾶς παρουσίασε δημόσια καὶ στὰ μάτια ὅλων ὡς τελευταίους, ὡς καταδίκους πού πρόκειται νὰ θανατωθοῦν. Διότι γίναμε θέαμα σ' ὅλο τὸν κόσμο, καὶ στοὺς ἀγγέλους καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ἀπό τὴ μιὰ μᾶς θαυμάζουν οἱ ἐνάρετοι ἄνθρωποι, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη μᾶς περιφρονοῦν καὶ μᾶς χλευάζουν οἱ ἄλλοι. Ἐμεῖς οἱ Ἀπόστολοι θεωρούμαστε ἀπό τούς ἀπίστους ἠλίθιοι καὶ ἀνόητοι γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ  ἐσεῖς ὅμως εἶστε συνετοὶ ἐν Χριστῷ. Ἐμεῖς εἴμαστε ἀσθενεῖς καὶ καταδιωκόμαστε ἀπό τούς ἀνθρώπους  ἐσεῖς ὅμως εἶστε ἰσχυροί, διότι δὲν σᾶς βρῆκε κάποιος πειρασμός. Ἐσεῖς εἶστε ἔνδοξοι, ἐμεῖς ὅμως εἴμαστε ἄτιμοι καὶ περιφρονημένοι. Μέχρι τὴν ὥρα αὐτὴ ποὺ σᾶς γράφω, καὶ πεινοῦμε καὶ ὑποφέρουμε ἀπό δίψα στὶς περιοδεῖες μας, καὶ δὲν ἔχουμε ἀρκετὰ ροῦχα, ὅταν στὴ μέση τῶν ταξιδιῶν μας μᾶς πιάνει ξαφνικά ὁ χειμώνας· καὶ δεχόμαστε χτυπήματα καὶ κακομεταχειρίσεις, καὶ δὲν παραμένουμε μόνιμα πουθενά, ἀλλά διαρκῶς φεύγουμε ἐδῶ κι ἐκεῖ. Καὶ κοπιάζουμε δουλεύοντας μὲ τὰ ἴδιά μας τὰ χέρια. Τὴν ὥρα ποὺ μᾶς βρίζουν ἐκεῖνοι ποὺ ἀπιστοῦν στὸ Εὐαγγέλιο καὶ μᾶς περιγελοῦν, ἐμεῖς εὐχόμαστε τὸ καλό τους. Ἐνῶ μᾶς καταδιώκουν, δείχνουμε ἀνοχὴ στοὺς διῶκτες μας. Ἐνῶ μᾶς δυσφημοῦν καὶ μᾶς συκοφαντοῦν, ἀπαντοῦμε μὲ λόγια γλυκὰ καὶ παρηγορητικά. Σάν καθάρματα καὶ σκουπίδια τοῦ κόσμου γίναμε, ἀποβράσματα ἀκάθαρτα τῆς κοινωνίας στὰ μάτια ὅλων μέχρι τὴ στιγμὴ αὐτή. Δὲν θέλω μ' αὐτὰ ποὺ σᾶς γράφω νὰ σᾶς ντροπιάσω, ἀλλά σάν παιδιά μου ἀγαπητὰ σᾶς συμβουλεύω. Ναί. Σᾶς συμβουλεύω μὲ πατρικὴ λαχτάρα καὶ στοργή. Διότι, ἐάν ἔχετε πάρα πολλοὺς παιδαγωγοὺς καὶ διδασκάλους ἐν Χριστῷ, δὲν ἔχετε ὅμως πολλοὺς πατέρες. Ἕναν καὶ μόνο πνευματικὸ πατέρα ἔχετε, ἐμένα. Διότι ἐγώ μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου σᾶς γέννησα πνευματικά, μὲ τὴ χάρη ποὺ μοῦ ἔδωσε ἡ κοινωνία καὶ ἡ σχέση μου μὲ τὸν Χριστό. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶμαι πατέρας σας, σᾶς παρακαλῶ νὰ γίνεστε μιμητές μου.

 

 

ΑΡΕΤΗ ΣΤΙΣ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΩΡΕΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ  ΑΠΟΣΤΟΛΟ

1. ΑΝΩΤΕΡΟΤΗΤΑ ΣΤΙΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ 

« Θεός μς τούς ποστόλους σχάτους πέδειξεν, ς πιθανατίους», γράφει πόστολος Παλος. Μς δειξε μπροστ στ μάτια λων ς τελευταίους, ς κατάδικους, πού πρόκειται νά θανατωθον. Θέαμα γίναμε σ᾿ λο τν κόσμο, κα στος γγέλους κα στος νθρώπους. Μς θαυμάζουν ο καλο νθρωποι, ν μς περιφρονον κα μς χλευάζουν ο λλοι. Θεωρούμαστε νόητοι γι τ νομα το Χριστο. σες μως εσθε φρόνιμοι κατ Χριστόν. μες εμαστε σθενες κα καταδιωγμένοι, σες μως εσθε σχυροί, διότι δν σς βρκε κανένας πειρασμός. σες εσθε νδοξοι, μες μως περιφρονημένοι. 

Μέχρι τν ρα ατ κα πεινομε κα ποφέρουμε π δίψα στίς περιοδεες μας, δν χουμε ρκετ ροχα, δεχόμαστε κτυπήματα κα κακομεταχειρίσεις κα δν στεκόμαστε πουθενά, λλ διαρκς φεύγουμε δ κι κε. Κα κοπιάζουμε ργαζόμενοι μ τ δια μας τ χέρια. «Λοιδορούμενοι ελογομεν, διωκόμενοι νεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλομεν». ν κάποιοι μς βρίζουν κα μς περιγελον, μες εχόμαστε τ καλό τους. ν μς καταδιώκουν, τος νεχόμαστε. ν μς συκοφαντον, παντομε μ λόγια γλυκ κα παρηγορητικά. Σάν καθάρματα κα ποσαρώματα το κόσμου γίναμε, ποσπόγγισμα στά μάτια λων. 

ΑΠΟ ΤΗ στιγμ πο ο γιοι πόστολοι κολούθησαν τν Χριστό, λη τους ζω ταν ζω χλευασμν κα διωγμν· γεμάτη μέ θλίψεις κα δοκιμασίες. ντιμετώπιζαν καθημεριν τς περιφρονήσεις τν νθρώπων, τήν κακότητα γεμόνων κα δικαστν κα πολλν λλων χθρν τους. Κα πς ντιδροσαν σ᾿ λους αυτούς; Ο λλοι τος περιγελοσαν κι ατο τος ελογοσαν· τος λοιδοροσαν κι ατο τος συγχωροσαν τος ξευτέλιζαν κι ατο τος παντοσαν μ λόγους καλωσύνης. κπληκτικ τ μεγαλεο ατό τς ψυχς τους. 

χουμε πολλ ν διδαχθομε π τ ψυχικό τους ατ μεγαλεο. Θά πρέπει νά μάθουμε κι μες ν δείχνουμε γάπη κα νεξικακία στ πρόσωπα πού καθημερινά συναναστρεφόμαστε. ς αναφέρουμε μερικά παραδείγματα. Επε κάποιο λόγο σκληρό / σύζυγος, πεθερά, τ παιδί μας. Μπορομε μες ν παντομε μ ψυχραιμία και γλυκύτητα; Μς πρόσβαλε συνάδελφος σ μία δύσκολη ρα. Μπορομε σ μι λλη περίπτωση ν το πομε να καλ λόγο; Μς πίκρανε, μς δίκησε μς συκοφάντησε γείτονας, συνάδελφος, δελφός μας. Μπορομε ν ξεχάσουμε τν πόνο μας, κα σ κάποια εκαιρία ν το μιλήσουμε μ εγένεια; Δν ρκε λοιπν μόνο ν θαυμάζουμε τ μεγαλεο τς νεξικακίας τν γίων ποστόλων. Θα πρέπει ν μάθουμε ν τ μεταφράζουμε σέ πρξη στή δική μας ζωή. 

2. ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΗΣΗ ΑΓΑΠΗΣ

Στή συνέχεια θεος πόστολος γράφει στούς Κορινθίους: Δν θέλω μ᾿ ατ πο νέφερα ν σς ντροπιάσω, λλ «ς τέκνα μου γαπητά νουθετ», σς συμβουλεύω σάν παιδιά μου γαπητά. «άν γάρ μυρίους παιδαγωγούς χητε ν Χριστ, λλ᾿ ο πολλος πατέρας». ν χετε πάρα πολλούς παιδαγωγούς, δν χετε μως πολλος πατέρες. Διότι γ σς γέννησα πνευματικς μ τ Χάρη πο μο δωσε κοινωνία μου μ τν Χριστό, δι το Εαγγελίου. φο λοιπόν εμαι πατέρας σας, σς παρακαλ ν γίνετε μιμητές μου. 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Παλος στ δεύτερο ατ μέρος το ερο κειμένου προβάλλει ς ριστος παιδαγωγς κα πνευματικός πατέρας. διος λέγει στους Κορινθίους τι δν εναι πλς νας παιδαγωγς πως τόσοι λλοι, λλ εναι πνευματικός τους πατέρας, ποος τος διαπαιδαγώγησε μ τν λόγο του κα μ τ ζωή του. Δύο ταν τ κεντρικ στοιχεα τς διαπαιδαγώγησής του: πατρικ νουθεσία κα γάπη. Ατ τ δύο στοιχεα θ πρέπει ν χει κάθε γονες παιδαγωγς πο καθοδηγε καθημεριν νέους νθρώπους κα μάλιστα σ μι ποχ τόσο δύσκολη κα μαρτωλή σν τν δική μας. Τ παιδι θ κδηλώσουν κα πείσματα κα θυμος κα ζήλειες κα ντιδράσεις κα ξεσπάσματα, διότι εναι παιδι κα μεγαλώνουν σ συνθήκες σκληρές. 

Κάθε παιδαγωγός λοιπν φείλει, κόμη κα στς πι δύσκολες περιπτώσεις, ν ντιμετωπίζει τ κάθε παιδ ξεχωριστ μ συμβουλς κα συζητήσεις, χωρς ν τ ταπεινώνει ν τ προσβάλλει. Ν τ συμβουλεύει σ κάποια στιγμή πο τ παιδ εναι ρεμο κα χι «ταν χουν νάψει τ αματα». Ν τ νουθετε π τ νηπιακή του λικία, τότε πο ατ βάζει τ θεμέλια τς ζως του. 

Ατ νουθεσία θ πρέπει μως ν συνδυάζεται κα μ τ γνήσια κα ελικρινή γάπη. κόμη κα στς πι δύσκολες στιγμς τν ντάσεων γονέας θ πρέπει ν ντιμετωπίζει τ παιδιά του μ γάπη κα ατοκυριαρχία, χωρς ξεσπάσματα, θυμούς, φωνς κα ερωνεες. Βέβαια τ πργμα εναι δύσκολο κα χρειάζεται ν χουν ο γονες μεγάλη ρετή, πομον κα πραότητα. ς προσεύχονται μως μ πίστη κα θέρμη στν γιο Θεό, κα κενος θ δίνει τ Χάρη Του κα τν φωτισμό Του, στε κα ο γονες ν δείχνουν γάπη κα πραότητα, κα τ παιδι ν μεταστρέφονται πρς τ γαθόν.

 (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υ ­π π­α­λ­α­ι τ­ό­μο τ­ο Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­ο «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τ καιρ κείν, ν­θρω­πός τις προσλθε τ ησο γο­νυ­πε­τν α­τν κα λ­γων· Κριε, ­λ­η­σν μου τν υ­ν, ­τι σε­λη­νι­­ζε­ται κα κα­κς π­σχει· πολ­λ­κις γρ π­πτει ες τ πρ κα πολ­λ­κις ες τ ­δωρ. κα προ­σ­νεγ­κα α­τν τος μα­θη­τας σου, κα οκ ­δυ­ν­θη­σαν α­τν θε­ρα­πε­σαι.  ­πο­κρι­θες  δ    ­η­σος  ε­πεν·  γε­νε­  ­πι­στος  κα  διεστραμ­μ­νη! ­ως π­τε ­σο­μαι με­θ' ­μν; ­ως π­τε ­ν­ξο­μαι ­μν; φ­ρε­τ μοι α­τν ­δε. κα ­πε­τ­μη­σεν α­τ ­η­σος, κα ­ξλ­θεν ­π' α­το τ δαι­μ­νι­ον κα ­θε­ρα­πε­­θη πας ­π τς ­ρας ­κε­­νης. Ττε προ­σελ­θν­τες ο μα­θη­τα τ ­η­σο κα­τ' ­δ­αν ε­πον· Δι­α­τ ­μες οκ ­δυ­ν­θη­μεν κ­βα­λεν α­τ; δ ­η­σος ε­πεν α­τος· Δι­ τν ­πι­στ­αν ­μν. ­μν γρ λ­γω ­μν, ­ν ­χη­τε π­στιν ς κκ­κον σι­ν­πε­ως, ­ρε­τε τ ­ρει το­­τ, με­τ­βη­θι ν­τε­θεν ­κε, κα με­τα­β­σε­ται· κα ο­δν ­δυ­να­τ­σει ­μν. το­το δ τ γ­νος οκ κ­πο­ρε­­ε­ται ε μ ν προ­σευ­χ κα νη­στε­­. ­να­στρε­φο­μ­νων δ α­τν ες τν Γα­λι­λα­­αν ε­πεν α­τος ­η­σος· Μλλει υ­ς το ν­θρ­που πα­ρα­δ­δο­σθαι ες χε­ρας ν­θρ­πων κα ­πο­κτε­νο­σιν α­τν, κα τ τρ­τ ­μ­ρ ­γερ­θ­σε­ται.  

                        (Ματθ. ιζ΄[17] 14 – 23 )

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

            κενο τν καιρ ­πλη­σί­α­σε τν ησο ­νας ν­θρω­πος, γο­νά­τι­σε μπρο­στά του κι ­λε­γε: Κύ­ρι­ε, λυ­πή­σου κα σπλα­χνί­σου τ παι­δί μου, δι­ό­τι σε­λη­νι­ά­ζε­ται κα ­πο­φέ­ρει ­σχη­μα, λλά κα κιν­δυ­νεύ­ει τν ­σχα­το κίν­δυ­νο. Δι­ό­τι πολ­λς φο­ρς πέ­φτει στ φω­τιά, κα πολ­λς φο­ρς στ νε­ρό, κα κιν­δυ­νεύ­ει ­τσι ν κα­ε ν πνι­γε. Κα τν ­φε­ρα στος μα­θη­τές σου, λλά δν μπό­ρε­σαν ν τν θε­ρα­πεύ­σουν.   ­η­σος τό­τε ­πο­κρί­θη­κε: γε­νι πού τό­σα θαύ­μα­τα ε­δες κα ε­σαι ­κό­μη ­πι­στη, κι ­π' τν κα­κί­α σου ε­σαι δι­ε­στραμ­μέ­νη! ­ως πό­τε θ ε­μαι μα­ζί σας; ­ως πό­τε θ σς ­νέ­χο­μαι; Φέρ­τε τόν μου ­δ. Τό­τε τν ­πέ­πλη­ξε ησος κα βγ­κε ­π' α­τν τ δαι­μό­νιο κα θε­ρα­πεύ­θη­κε τ παι­δ ­π' τν ­ρα ­κεί­νη. Τό­τε ο μα­θη­τς πλη­σί­α­σαν ­δι­αι­τέ­ρως τν ­η­σο κα το ε­παν: Για­τί μες  δν μπο­ρέ­σα­με ν βγά­λου­με τ δαι­μό­νιο α­τό; Κα Κύ­ριος τούς ε­πε: ­πει­δ σς λεί­πει πί­στη. Δι­ό­τι ­λη­θι­νά σς λέ­ω, ­ν ­χε­τε πί­στη θερ­μ κα δυ­να­τ σν τ μι­κρ σπό­ρο το σι­να­πι­ο, θά πετε στ βου­ν α­τό, πή­γαι­νε ­π ­δ κε, κα θ με­τα­κι­νη­θε. Κα τί­πο­τε δν θ ε­ναι ­δύ­να­το σ σς. Α­τ ­μως τ ε­δος τν δαι­μό­νων δν βγαί­νει ­π τν ν­θρω­πο πού ­χει κα­τα­λη­φθε ­π α­τό, πα­ρ μό­νο μ προ­σευ­χ πού συ­νο­δεύ­ε­ται κα μ νη­στεί­α, ­στε προ­σευ­χ ν γί­νε­ται μ δι­ά­νοι­α ­σο δυ­να­τν ­λα­φρό­τε­ρη κα πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­ση­λω­μέ­νη στ Θε­ό. Κι ­ν ατοί πε­ρι­ό­δευ­αν στ Γα­λι­λαία, τος ε­πε ­η­σος: υός το νθρώπου πρό­κει­ται ν πα­ρα­δο­θε πο­λ σύν­το­μα σ χέ­ρια ν­θρώπων, κα θ τν θα­να­τώ­σουν, κα τν τρί­τη ­με­ρα ­π τν θάνα­τό του θ ­να­στη­θε. Κα ο μα­θη­τς λυ­πή­θη­καν πά­ρα πο­λύ.