Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ  


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ

(15 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026)

 

ΕΩΘΙΝΟΝ Γ΄

Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς πρωΐ πρώτῃ Σαββάτου ἐφάνη πρῶτον Μαρίᾳ τῇ Μαγδαληνῇ, ἀφ᾿ ἧς ἐκβεβλήκει ἑπτὰ δαιμόνια. Ἐκείνη πορευθεῖσα ἀπήγγειλε τοῖς μετ᾿ αὐτοῦ γενομένοις, πενθοῦσι καὶ κλαίουσι. Κἀκεῖνοι ἀκούσαντες ὅτι ζῇ καὶ ἐθεάθη ὑπ᾿ αὐτῆς ἠπίστησαν. Μετὰ δὲ ταῦτα δυσὶν ἐξ αὐτῶν περιπατοῦσιν ἐφανερώθη ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ, πορευομένοις, εἰς ἀγρόν. Κἀκεῖνοι ἀπελθόντες ἀπήγγειλαν τοῖς λοιποῖς, οὐδὲ ἐκείνοις ἐπίστευσαν. Ὕστερον, ἀνακειμένοις αὐτοῖς τοῖς ἕνδεκα ἐφανερώθη, καὶ ὠνείδισε τήν ἀπιστίαν αὐτῶν καὶ σκληροκαρδίαν, ὅτι τοῖς θεασαμένοις αὐτὸν ἐγηγερμένον, οὐκ ἐπίστευσαν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς΄ Πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα, κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθείς, σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας, κατακριθήσεται. Σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει. Ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι, γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς, ὄφεις ἀροῦσι, κἂν θανάσιμόν τι πίωσιν, οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει, ἐπὶ ἀῤῥώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι, καὶ καλῶς ἕξουσιν. Ὁ μὲν οὖν Κύριος, μετὰ τὸ λαλῆσαι αὐτοῖς, ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι δὲ ἐξελθόντες, ἐκήρυξαν πανταχοῦ, τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος, καὶ τὸν λόγον βεβαιοῦντος, διὰ τῶν ἐπακολουθούντων σημείων. Ἀμήν.

(Μᾶρκ. ιϚ΄[16]  9 – 20)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἀφοῦ λοιπὸν ἀναστήθηκε ὁ Ἰησοῦς τὸ πρωὶ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, ἐμφανίστηκε πρῶτα στὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνή, ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχε βγάλει ἑπτὰ δαιμόνια. Ἐκείνη πῆγε καὶ τὸ ἀνήγγειλε αὐτὸ στοὺς μαθητὲς ποὺ ἦταν πρωτύτερα μαζί του καὶ τώρα πενθοῦσαν κι ἔκλαιγαν γιὰ τὸν θάνατο τοῦ διδασκάλου τους. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ζεῖ καὶ ὅτι αὐτὴ τὸν εἶδε, δὲν πίστεψαν στὰ λόγια της. Καὶ μετὰ ἀπ᾿ αὐτά, ἐμφανίστηκε μὲ ἄλλη μορφή, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη ποὺ εἶχε προτοῦ σταυρωθεῖ, σὲ δύο ἀπ᾿ αὐτούς, καθὼς βάδιζαν καὶ πήγαιναν σὲ κάποιο χωράφι. Κι ἐκεῖνοι πῆγαν καὶ τὸ ἀνήγγειλαν αὐτὸ στοὺς ὑπόλοιπους Ἀποστόλους. Ἀλλὰ οὔτε σὲ κείνους πίστεψαν. Ὕστερα ἐμφανίστηκε στοὺς ἕντεκα μαθητές, ὅταν αὐτοὶ εἶχαν καθίσει νὰ δειπνήσουν. Καὶ τοὺς ἐπέπληξε γιὰ τὴν ὁλιγοπιστία τους καὶ γιὰ τὴ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς τους, διότι δὲν πίστεψαν σ᾿ ἐκείνους ποὺ τὸν εἶδαν ἀναστημένο. Ἔπειτα τοὺς εἶπε: Νὰ πᾶτε σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη καὶ νὰ κηρύξετε τὸ εὐαγγέλιο σ᾿ ὅλη τὴ λογικὴ κτίση, σ᾿ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ἐκεῖνος ποὺ θὰ πιστέψει στὸ κήρυγμά σας καὶ θὰ βαπτισθεῖ, θὰ σωθεῖ. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ δὲν θὰ πιστέψει, θὰ καταδικασθεῖ. Καὶ σ᾿ ἐκείνους ποὺ θὰ πιστέψουν, θὰ ἀκολουθήσουν αὐτὰ τὰ ὑπερφυσικὰ σημάδια, ποὺ θὰ ἀποδεικνύουν τὴ θεία χάρη ποὺ θὰ ἐνεργεῖ μέσα ἀπ᾿ τοὺς κήρυκες τοῦ εὐαγγελίου καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεώς τους. Αὐτοὶ μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός μου θὰ βγάζουν δαιμόνια ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους, θὰ μιλοῦν ξένες γλῶσσες ποὺ θὰ εἶναι γι᾿ αὐτοὺς νέες κι ἄγνωστες μέχρι τὴ στιγμὴ ἐκείνη, θὰ πιάνουν στὰ χέρια τους φίδια φαρμακερά, χωρὶς νὰ παθαίνουν τίποτε ἀπ᾿ τὰ δαγκώματά τους· κι ἂν ἀκόμη πιοῦν δηλητήριο ποὺ φέρνει θάνατο, δὲν θὰ πάθουν τίποτε· θὰ βάζουν τὰ χέρια τους πάνω σὲ ἀρρώστους, κι ἐκεῖνοι θὰ γίνονται καλά. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Κύριος τοὺς μίλησε ἐπανειλημμένα καὶ τοὺς εἶπε μεταξὺ ἄλλων κι αὐτά, ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ κάθισε στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατρός. Κι ἐκεῖνοι βγῆκαν καὶ περιδιάβηκαν τὴν οἰκουμένη, καὶ κήρυξαν τὸ εὐαγγέλιο σὲ κάθε μέρος. Κι ὁ Κύριος ἦταν συνεργός τους καὶ ἐπιβεβαίωνε τὸν λόγο τοῦ κηρύγματός τους μὲ τὰ θαύματα ποὺ ἐπακολουθοῦσαν στὸ κήρυγμά τους. Ἀμήν.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Κυριακῆς)

Ἀδελ­φοί,  βρῶ­μα ἡ­μᾶς ο πα­ρί­στη­σι τ Θε­ῷ· οὔ­τε γρ ἐ­ὰν φά­γω­μεν πε­ρισ­σεύ­ο­μεν, οὔ­τε ἐ­ὰν μ φά­γω­μεν ὑ­στε­ρο­ύ­με­θα. βλέ­πε­τε δ μή­πως ἐ­ξου­σί­α ὑ­μῶν αὕ­τη πρό­σκομ­μα γέ­νη­ται τος ἀ­σθε­νοῦ­σιν. ἐ­ὰν γρ τις ἴ­δῃ σε, τν ἔ­χον­τα γνῶ­σιν, ν εἰ­δω­λε­ί­ῳ κα­τα­κε­ί­με­νον, οὐ­χὶ συ­νε­ί­δη­σις αὐ­τοῦ ἀ­σθε­νοῦς ὄν­τος οἰ­κο­δο­μη­θή­σε­ται ες τ τ εἰ­δω­λό­θυ­τα ἐ­σθί­ειν; κα ἀ­πο­λεῖ­ται ὁ ἀ­σθε­νῶν ἀ­δελ­φὸς ἐ­πὶ τ σ γνώ­σει, δι' ν Χρι­στὸς ἀ­πέ­θα­νεν. οὕ­τω δ ἁ­μαρ­τά­νον­τες ες τος ἀ­δελ­φοὺς κα τύ­πτον­τες αὐ­τῶν τν συ­νε­ί­δη­σιν ἀ­σθε­νοῦ­σαν ες Χρι­στὸν ἁ­μαρ­τά­νε­τε. δι­ό­περ ε βρῶ­μα σκαν­δα­λί­ζει τν ἀ­δελ­φόν μου, ο μ φά­γω κρέ­α ες τν αἰ­ῶ­να, ἵ­να μ τν ἀ­δελ­φόν μου σκαν­δα­λί­σω. Οκ εἰ­μὶ ἀ­πό­στο­λος; οκ εἰ­μὶ ἐ­λε­ύ­θε­ρος; οὐ­χὶ Ἰ­η­σοῦν Χρι­στὸν τν Κριον ἡ­μῶν ἑ­ώ­ρα­κα; ο τ ἔρ­γον μου ὑ­μεῖς ἐ­στε ἐν Κυ­ρί­ῳ; ε ἄλ­λοις οκ εἰ­μὶ ἀ­πό­στο­λος, ἀλ­λά γε ὑ­μῖν εἰ­μι· γρ σφρα­γὶς τς ἐ­μῆς ἀ­πο­στο­λῆς ὑ­μεῖς ἐ­στε ἐν Κυ­ρί­ῳ.   

                                                     (Α’Κορ. η΄[8] 8 – θ΄[9] 2)

 

ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ

1. ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Καθώς πλησιάζουμε στήν γία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τό σημερινό ποστολικ νάγνωσμα μς παρουσιάζει τ θέμα τς νηστείας κα τος προβληματισμούς πού σχετίζονται μ᾿ αυτήν. Μς λέγει λοιπν πόστολος Παλος τι δν εναι τ φαγητό πο μς παρουσιάζει εάρεστους στν Θεό. Διότι «οτε ἐὰν φάγωμεν περισσεύωμεν, οτε ἐὰν μ φάγωμεν στερούμεθα». Οτε ν φμε προοδεύουμε στν ρετή, οτε ἐὰν δν φμε μένουμε πίσω. Προσέχετε μως, μς λέγει, μήπως τό δικαίωμα ατ πο χετε ν τρτε π᾿ λα, κόμη κα εδωλόθυτα, γίνει ατία ν μαρτήσουν ο σθενες στν πίστη δελφοί σας. Διότι, ν κάποιος π ατος δε σένα, πο χεις τν ρθ γνώση, ν κάθεσαι στ τραπέζι νς ναο τν εδώλων, δν θ στερεωθε συνείδησή του, φο ατς εναι σθενς δελφός, στ ν τρώει τ εδωλόθυτα ς κάτι τ ερό; Κα θ χαθε παρασυρόμενος στν εδωλολατρία δελφός σου πο εναι δύνατος πνευματικά, ξ ατίας σου. λλ γι τ σωτηρία το δελφο σου Χριστς θυσίασε τη ζωή Του. 

Κα τσι διαπράττετε μάρτημα π τ ποο βλάπτονται πολ ο δελφοί. Πληγώνετε τή συνείδησ τους, ποία εναι δύνατη. λλ ποπίπτετε κα σ μάρτημα τ ποο ναφέρεται στν διο τόν Χριστό, πού πέθανε γι ν σώσει τος δελφος ατούς. 

ΕΙΔΩΛΟΘΥΤΑ ταν τ κρέατα πο προσέφεραν ο εδωλολάτρες ς θυσία στ εδωλα, τ ποα κατόπιν τ τρωγαν ς ερά, τ πουλοσαν στ κρεοπωλεα. Ο Χριστιανο μως βρίσκονταν σ᾿ να μεγάλο δίλημμα, ἐὰν πρεπε ν τρνε π ατ χι. λλοι Χριστιανο τ τρωγαν, πειδ ξεραν τι ο θεο τν εδώλων ταν νύπαρκτοι. λλοι μως δύνατοι Χριστιανοί φοβονταν ν τ πλησιάσουν, πειδ νόμιζαν πς σαν ερ τν εδώλων. 

σως νομισθε τι τ πρόβλημα δν μς φορ. μως μς δίνει τν εκαιρία να κατανοήσουμε να γενικότερο πρόβλημα κάθε ποχς. τι μέσα στήν κκλησία ο Χριστιανο δν χουν λοι τν δια ριμότητα καί διάκριση. Κάθε πιστός χει τν διαιτερότητά του, τς ντοχές του, τν χαρακτήρα του, τς εαισθησίες του. Θ πρέπει λοιπν ν κατανοομε τ διαφορετικότητα. Βέβαια ο ντολς το Θεο εναι γι λους διες, κα λοι μας χουμε τήν ποχρέωση ν τς φαρμόζουμε λες. μως τρόπος πο καθένας θ γωνισθε γι ν τς τηρήσει δν εναι διος. Πνευματικς κάθε πιστο, μέ τή διάκριση πο το δίνει Χάρις το Θεο, θ δώσει ντίστοιχα προσωπικές δηγίες. Δν ντέχουν λοι στ δια μέτρα κα τ δια βάρη. Δν μπορομε ν βάζουμε ς κριτήριο πνευματικς ζως τν αυτό μας κα ν παιτομε γωϊστικ ατ πο κάνουμε μες ν τ κάνουν κα ο λλοι. λλ ν δείχνουμε γάπη, νεκτικότητα, κατανόηση. κόμη καί νόμιμα δικαιώματά μας κάποτε θ χρειασθε ν θυσιάσουμε γιά χάρη τν δελφν μας, πως μς λέγει κα στ συνέχεια πόστολος Παλος. 

2. ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΑΓΑΠΗΣ

Ἐὰν ατ πο τρώω, μς λέγει πόστολος Παλος, γίνεται φορμ σκανδάλου κα μαρτίας στν δελφό μου, «ο μή φάγω κρέα ες τν αἰῶνα, να μ τν δελφόν μου σκανδαλίσω», δν θ φάω ποτέ κρέας, γιά νά μή σκανδαλίσω τν δελφό μου. Γι τος σθενες δελφούς μου κανα κα κάνω θυσίες τν δικαιωμάτων μου. «Οκ εμ πόστολος; οκ εμ λεύθερος;» Δν εμαι πόστολος μέ σα δικαιώματα μ τος λλους ποστόλους; Δν εμαι λεύθερος, πως λοι ο Χριστιανοί; Δν εδα τν ησο Χριστό, τν Κύριό μας; Κα δν εσθε σες τ ργο πού μέ τή βοήθεια το Κυρίου συνετέλεσα; Ἐὰν γι λλους δν εμαι πόστολος, τολάχιστον μως εμαι γι σς. Διότι « σφραγς τς μς ποστολς μες στε ν Κυρί», σφραγδα μ τν ποία πιστοποιεται πίσημα τ ποστολικό μου ξίωμα εστε μ τ Χάρη το Κυρίου σες, τος ποίους γ δήγησα στόν Χριστό. 

ΣΤΟ ερ κείμενο φαίνεται ξεκάθαρα τ μεγαλεο τς χριστιανικς γάπης το Παύλου πρς τος εσκανδάλιστους Χριστιανούς. Τί λέγει; Δν θ φάω κρέας στν αἰῶνα, θ θυσιάσω κα τ νόμιμα δικαιώματά μου, προκειμένου ν μ σκανδαλίσω τν δελφό μου. Κα μς δίνει τσι πόδειγμα ν θυσιάζουμε κι μες κα θεμιτά δικαιώματά μας, ταν ατ γίνονται φορμ σκανδαλισμο τν λλων. Διότι μπορε ατ πο γ κάνω ν μ μ βλάπτουν πνευματικς, ο λλοι μως ν ζημιώνονται. 

Σημειώνουμε μερικά παραδείγματα: Εμαι ρρωστος κι χω δηγία π τν γιατρ κα τν Πνευματικό μου ν καταλύσω τή νηστεία. Θα φάω λοιπν ρτυμένο φαγητό, χι μως νώπιον τν λλων σ δημόσιους χώρους, διότι θ σκανδαλισθον σοι δν γνωρίζουν τ πρόβλημα τς γείας μου. 

χω τν λευθερία να ντυθ πως θέλω. Διότι πιστεύω πς ατ πο προέχει εναι ν χω καθαρ καρδι κα πς δν χουν τόση σημασία τ ξωτερικά, μφάνιση κλπ. ταν μως γνωρίζω τι στάση μου ατ θ σκανδαλίσει κάποιες εαίσθητες ψυχές, θ πρέπει ν περιορίσω τό δικαίωμά μου αυτό. 

δελφοί, ς κάνουμε λοι να τέτοιο γνα γάπης καί διακρίσεως, κα γιος Θες θ μς ελογε πλουσίως. 

(Διασκευή ἀπό παλαιό τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)                      

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶπεν Κύριος· ὅ­ταν  λ­θ υ­ς το ν­θρ­που ν τ δ­ξ α­το κα πν­τες ο ­γι­οι γ­γε­λοι με­τ' α­το, τ­τε κα­θ­σει ­π θρ­νου δ­ξης α­το· κα συ­να­χθ­σε­ται μ­προ­σθεν α­το πν­τα τ ­θνη, κα ­φο­ρι­ε α­τος ­π' λ­λ­λων, ­σπερ ποι­μν ­φο­ρ­ζει τ πρ­βα­τα ­π τν ­ρ­φων, κα στ­σει τ μν πρ­βα­τα κ δε­ξι­ν α­το τ δ ­ρ­φι­α ξ ε­ω­ν­μων. τ­τε ­ρε βα­σι­λες τος κ δε­ξι­ν α­το· δε­τε, ο ε­λο­γη­μ­νοι το πα­τρς μου, κλη­ρο­νο­μ­σα­τε τν ­τοι­μα­σμ­νην ­μν βα­σι­λε­­αν ­π κα­τα­βο­λς κ­σμου· ­πε­­να­σα γρ κα ­δ­κα­τ μοι φα­γεν, ­δ­ψη­σα κα ­πο­τ­σα­τ με, ξ­νος ­μην κα συ­νη­γ­γε­τ με, γυ­μνς κα πε­ρι­ε­β­λε­τ με, ­σθ­νη­σα κα ­πε­σκ­ψα­σθ με, ν φυ­λα­κ ­μην κα λ­θε­τε πρς με. τ­τε ­πο­κρι­θ­σον­ται α­τ ο δ­και­οι λ­γον­τες· κ­ρι­ε, π­τε σε ε­δο­μεν πει­νν­τα κα ­θρ­ψα­μεν, δι­ψν­τα κα ­πο­τ­σα­μεν; π­τε δ σε ε­δο­μεν ξ­νον κα συ­νη­γ­γο­μεν, γυ­μνν κα πε­ρι­ε­β­λο­μεν; π­τε δ σε ε­δο­μεν ­σθε­ν ν φυ­λα­κ κα λ­θο­μεν πρς σε; κα ­πο­κρι­θες βα­σι­λες ­ρε α­τος· ­μν λ­γω ­μν, ­φ' ­σον ­ποι­­σα­τε ἑ­ν το­των τν ­δελ­φν μου τν ­λα­χ­στων, ­μο ­ποι­­σα­τε. Ττε ­ρε κα τος ξ ε­ω­ν­μων· πο­ρε­­ε­σθε ­π' ­μο ο κα­τη­ρα­μ­νοι ες τ πρ τ α­­νι­ον τὸ ἡ­τοι­μα­σμ­νον τ δι­α­β­λ κα τος γ­γ­λοις α­το· ­πε­­να­σα γρ κα οκ ­δ­κα­τ μοι φα­γεν, ­δ­ψη­σα κα οκ ­πο­τ­σα­τ με, ξ­νος ­μην κα ο συ­νη­γ­γε­τ με, γυ­μνς κα ο πε­ρι­ε­β­λε­τ με, ­σθε­νς κα ν φυ­λα­κ κα οκ ­πε­σκ­ψα­σθ με. τ­τε ­πο­κρι­θ­σον­ται α­τ κα α­το λ­γον­τες· κ­ρι­ε, π­τε σε ε­δο­μεν πει­νν­τα δι­ψν­τα ξ­νον γυ­μνν ­σθε­ν ν φυ­λα­κ κα ο δι­η­κο­ν­σα­μν σοι; τ­τε ­πο­κρι­θ­σε­ται α­τος λ­γων·  ­μν  λ­γω  ­μν,  φ' σον  οκ  ποισατε  ν  τοτων τν λαχστων, οδ μο ποισατε. κα ἀ­πε­λε­ύ­σον­ται οὗ­τοι ες κό­λα­σιν αἰ­ώ­νι­ον, ο δ δί­και­οι ες ζω­ὴν αἰ­ώ­νι­ον.                

(Ματθ. κε΄[25] 31 - 46)

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Επεν Κύριος· ­ταν θά ρ­θει Υ­ός το ν­θρώ­που μ τ δό­ξα του κα μα­ζί του ­λοι ο ­γι­οι γ­γε­λοι, τό­τε θ κα­θί­σει σ θρό­νο ν­δο­ξο κα λαμ­πρό. Κα θ συ­να­χθον μπρο­στά του ­λα τ ­θνη, ­λοι δη­λα­δ ο ν­θρω­ποι πού ­ζη­σαν ­π᾿ τν ρχή τς δη­μι­ουρ­γί­ας μέ­χρι τ τέ­λος το κό­σμου. Κα θ τος χω­ρί­σει τν ­να ­π τν λ­λο, ­πως βο­σκς χω­ρί­ζει τ πρό­βα­τα ­π τ γί­δι­α. Κα θ το­πο­θε­τή­σει τος δι­καί­ους, πο ε­ναι ­με­ροι σν τ πρό­βα­τα, στ δε­ξι­ά του· ν τος ­μαρ­τω­λούς, πο ε­ναι ­τί­θα­σοι κα ­τα­κτοι σν τ γί­δι­α, θ τος βά­λει στ ­ρι­στε­ρά του. Τό­τε θ πε βα­σι­λι­ς σ᾿ ­κεί­νους πο θά εναι στ δε­ξι­ά του: ­λ­τε σες πο ε­στε ε­λο­γη­μέ­νοι ­π τν Πα­τέ­ρα μου, κλη­ρο­νο­μ­στε τ βα­σι­λεί­α πο ­χει ­τοι­μα­στε γι­ σς ­π τό­τε πο θε­με­λι­ω­νό­ταν κό­σμος. Σς ­νή­κει λοι­πν κλη­ρο­νο­μι­ α­τη· δι­ό­τι πεί­να­σα κα μο δώ­σα­τε ν φά­ω, ­μουν δι­ψα­σμέ­νος κα μο δώ­σα­τε ν πι­, ­μουν ξέ­νος κα δν ε­χα πο ν μεί­νω κα μ πε­ρι­μα­ζέ­ψα­τε στ σπί­τι σας, ­μουν γυ­μνς κα μ ντύ­σα­τε, ρ­ρώ­στη­σα κα μ ­πι­σκε­φθή­κα­τε, ­μουν μέ­σα στ φυ­λα­κ κα λ­θα­τε ν μ δετε κα ν μ πα­ρη­γο­ρή­σε­τε. Τό­τε θ το ­πο­κρι­θον ο δί­και­οι: Κύ­ρι­ε, πό­τε σ ε­δα­με πει­να­σμέ­νο κα σ θρέ­ψα­με, δι­ψα­σμέ­νο κα σο δώ­σα­με ν πιες; Κα πό­τε σ ε­δα­με ξέ­νο κα σ πε­ρι­μα­ζέ­ψα­με, γυ­μν κα σ ντύ­σα­με; Κα πό­τε σ ε­δα­με ρ­ρω­στο φυ­λα­κι­σμέ­νο κα λ­θα­με ν σ ­πι­σκε­φθο­με; Τό­τε θ τος ­πο­κρι­θε βα­σι­λι­άς: ­λη­θι­νά σς λέ­ω ­τι κά­θε τ πο κά­να­τε σ᾿ ­ναν ­π τος φτω­χος α­τος ­δελ­φούς μου πο φαί­νον­ταν ­ση­μοι κα πο­λ μι­κροί, τ κά­να­τε σ μέ­να.

Τό­τε θ πε κα σ κεί­νους πο θ ε­ναι στ ­ρι­στε­ρά του: ­σες πο ­π τ ρ­γα σας γί­να­τε κα­τα­ρα­μέ­νοι, φύ­γε­τε μα­κρι­ ­π μέ­να στ πρ τ α­ώ­νι­ο, πο ­χει ­τοι­μα­σθε γι­ τν δι­ά­βο­λο κα τος γ­γέ­λους του. Δι­ό­τι πεί­να­σα κα δν μο δώ­σα­τε ν φά­ω, δί­ψα­σα κα δν μο δώ­σα­τε ν πι­, ­μουν ξέ­νος κα δν μ πε­ρι­μα­ζέ­ψα­τε ν μ φι­λο­ξε­νή­σε­τε, ­μουν γυ­μνς κα δν μ ντύ­σα­τε, ­μουν ρ­ρω­στος κα μέ­σα στ φυ­λα­κ κα δν μ ­πι­σκε­φθή­κα­τε. Τό­τε θ το ­πο­κρι­θον κι α­τοί: Κύ­ρι­ε, πό­τε σ ε­δα­με ν πει­νς ν δι­ψς ν ε­σαι ξέ­νος γυ­μνς ρ­ρω­στος φυ­λα­κι­σμέ­νος, κα δν σ ­πη­ρε­τή­σα­με; Τό­τε θ τος ­πο­κρι­θε: ­λη­θι­ν σς λέ­ω, κά­θε τί πο δν κά­να­τε σ᾿ ­ναν ­π᾿ α­τος πο κό­σμος θε­ω­ρο­σε πο­λ μι­κρούς, ο­τε σ μέ­να τ κά­να­τε.

Κα θ ­δη­γη­θον α­το σ κό­λα­ση πο δν θ ­χει τέ­λος, λλ θ ε­ναι α­ώ­νι­α· ­ν ο δί­και­οι θ π­νε γι­ ν ­πο­λαύ­σουν ζω­ α­ώ­νι­α.