Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

­ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ    

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ

(10 ΜΑΪΟΥ 2026)

 


ΕΩΘΙΝΟΝ Ζ΄

Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται πρωΐ σκοτίας ἔτι οὔσης, εἰς τὸ μνημεῖον· καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου. Τρέχει οὖν, καὶ ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον, καὶ πρὸς τὸν ἄλλον μαθητὴν, ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς, καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἦραν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ μνημείου, καὶ οὐκ οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν. Ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητής, καὶ ἤρχοντο εἰς τὸ μνημεῖον. Ἔτρεχον δὲ οἱ δύο ὁμοῦ· καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς προέδραμε τάχιον τοῦ Πέτρου, καὶ ἦλθε πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας, βλέπει κείμενα τὰ ὀθόνια, οὐ μέντοι εἰσῆλθεν. Ἔρχεται οὖν Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα, καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον. Τότε οὖν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε, καὶ ἐπίστευσεν. Οὐδέπω γὰρ ᾔδεισαν τὴν Γραφήν, ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι. Ἀπῆλθον οὖν πάλιν πρὸς ἑαυτοὺς οἱ μαθηταί.

(Ἰωάν. κ΄[20] 1 – 10)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἀφοῦ πέρασε τὸ Σάββατο, τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, ποὺ ἦταν ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται στὸ μνημεῖο πρωί, ὅταν ἦταν ἀκόμη σκοτάδι, καὶ βλέπει ὅτι ὁ λίθος ποὺ ἔφραζε τὴν εἴσοδο τοῦ τάφου ἦταν σηκωμένος ἀπὸ τὸ μνῆμα. Ὅταν λοιπὸν εἶδε τὸ μνῆμα ἀνοιχτό, τρέχει κι ἔρχεται στὸν Σίμωνα Πέτρο καὶ στὸν ἄλλο μαθητὴ τὸν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς, καὶ τοὺς εἶπε: Πῆραν τὸν Κύριο ἀπὸ τὸ μνημεῖο καὶ δὲν ξερουμε ποῦ τὸν ἔβαλαν. Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἀνέλπιστη αὐτὴ εἴδηση, βγῆκε ὁ Πέτρος ἀπὸ τὸ σπίτι ποὺ ἔμενε, καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν βγῆκε καὶ ὁ ἄλλος μαθητής, καὶ ἔρχονταν στὸ μνημεῖο. Ἔτρεχαν λοιπὸν καὶ οἱ δύο μαζί· ἀλλὰ ὁ ἄλλος μαθητής, ἐπειδὴ ἦταν νεότερος, ἔτρεξε μπροστὰ πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὸν Πέτρο καὶ ἔφθασε πρῶτος στὸ μνημεῖο. Καὶ σκύβοντας ἀπ᾿ ἔξω βλέπει τοὺς νεκρικοὺς ἐπιδέσμους νὰ εἶναι κάτω στὴ γῆ· ἐπειδὴ ὅμως ἦταν πολὺ συγκινημένος, δὲν προχώρησε νὰ μπεῖ μέσα. Ἐνῶ λοιπὸν περίμενε ἀπ᾿ ἔξω, ἔρχεται καὶ ὁ Σίμων Πέτρος ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὸν καί, θαρραλέος καὶ ὁρμητικὸς ὅπως ἦταν ἀπὸ τὸν χαρακτήρα του, μπῆκε στὸ μνημεῖο καὶ παρατήρησε ἀπὸ κοντὰ ὅτι οἱ νεκρικοὶ ἐπίδεσμοι ἦταν κάτω στὴ γῆ καὶ δὲν ἔλειπαν, ὅπως θὰ ἦταν φυσικὸ νὰ συμβεῖ ἐὰν τὸ σῶμα εἶχε κλαπεῖ. Παρατήρησε ἀκόμη ὅτι τὸ ὕφασμα μὲ τὸ ὁποῖο εἶχαν σκεπάσει τὸ κεφάλι τοῦ Ἰησοῦ, δὲν ἦταν ἀνακατεμένο μὲ τοὺς ἐπιδέσμους ἀκατάστατα, ἀλλὰ ἦταν τυλιγμένο χωριστὰ κάπου ἐκεῖ μὲ τάξη, ποὺ δὲν πρόδιδε βιασύνη καὶ σπουδή. Τότε λοιπὸν καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ποὺ εἶχε ἔλθει πρῶτος στὸ μνῆμα, παρακινημένος ἀπὸ τὸ παράδειγμα τοῦ Πέτρου, μπῆκε μέσα, καὶ τὰ εἶδε αὐτὰ ἀπὸ κοντὰ καὶ πίστεψε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀναστήθηκε. Δὲν εἶχε πιστέψει πιὸ πρίν, ἀλλὰ μόλις τώρα ποὺ εἶδε ἀδειανὸ τὸν τάφο· διότι καὶ αὐτὸς καὶ ὁ Πέτρος δὲν γνώριζαν ἀκόμη τὴν ἀληθινὴ σημασία τῶν προφητειῶν τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ ὁ Μεσσίας ἔπρεπε νὰ ἀναστηθεῖ ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐξέτασαν τὸν τάφο καὶ πείσθηκαν ὅτι κάθε ἄλλη ἔρευνα ἦταν περιττή, ἐπέστρεψαν πάλι στὰ καταλύματά τους οἱ μαθητές.

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  

     ν τας ­μ­ραις ­κεί­ναις, δι­α­σπα­ρν­τες ο ­πό­στο­λοι ­π τς θλ­ψε­ως τς γε­νο­μ­νης ­π Στε­φ­ν δι­λ­θον ­ως Φοι­ν­κης κα Κ­πρου κα ᾿Αν­τι­ο­χε­­ας, μη­δε­ν λα­λον­τες τν λ­γον ε μ μ­νον ᾿Ι­ου­δα­­οις. Η­σαν δ τι­νες ξ α­τν ν­δρες Κ­πριοι κα Κυ­ρη­να­οι, ο­τι­νες ε­σελ­θν­τες ες ᾿Αν­τι­­χειαν ­λ­λουν πρς τος Ελ­λη­νι­στς, ε­αγ­γε­λι­ζ­με­νοι τν Κ­ριον ᾿Ι­η­σον. Κα ν χερ Κυ­ρ­ου μετ᾿ α­τν, πο­λς τε ­ριθ­μς πι­στε­­σας ­π­στρε­ψεν ­π τν Κ­ριον. ᾿Η­κο­­σθη δ λ­γος ες τ ­τα τς κ­κλη­σ­ας τς ν Ι­ε­ρο­σο­λ­μοις πε­ρ α­τν, κα ­ξα­π­στει­λαν Βαρ­ν­βαν δι­ελ­θεν ­ως ᾿Αν­τι­ο­χε­­ας· ς πα­ρα­γε­ν­με­νος κα ­δν τν χ­ριν το Θε­ο ­χ­ρη, κα πα­ρε­κ­λει πν­τας τ προ­θ­σει τς καρ­δ­ας προ­σμ­νειν τ Κυ­ρ­, ­τι ν ­νρ ­γα­θς κα πλ­ρης Πνε­­μα­τος Α­γ­ου κα π­στε­ως· κα προ­σε­τ­θη ­χλος ­κα­νς τ Κυ­ρ­. ­ξλ­θε δ ες Ταρ­σν Βαρ­ν­βας ­να­ζη­τ­σαι Σα­λον, κα ε­ρν α­τν ­γα­γεν α­τν ες ᾿Αν­τι­­χειαν. ­γ­νε­το δ α­τος ­νια­υτν ­λον συ­να­χθ­ναι ν τ κ­κλη­σ­ κα δι­δ­ξαι ­χλον ­κα­νν, χρη­μα­τ­σαι τε πρ­τον ν ᾿Αν­τι­ο­χε­­ τος μα­θη­τς Χρι­στι­α­νο­ς. ᾿Εν τα­­ταις δ τας ­μ­ραις κα­τλ­θον ­π Ι­ε­ρο­σο­λ­μων προ­φ­ται ες ᾿Αν­τι­­χειαν· ­να­στς δ ες ξ α­τν ­ν­μα­τι Α­γα­βος ­σ­μα­νε δι το Πνε­­μα­τος λι­μν μ­γαν μλ­λειν ­σε­σθαι φ᾿ ­λην τν ο­κου­μ­νην· ­στις κα ­γ­νε­το ­π Κλαυ­δ­ου Κα­­σα­ρος. Τν δ μα­θη­τν κα­θς η­πο­ρε­τ τις, ­ρι­σαν ­κα­στος α­τν ες δι­α­κο­ν­αν πμ­ψαι τος κα­τοι­κο­σιν ν τ ᾿Ι­ου­δα­­ ­δελ­φος· κα ­πο­­η­σαν ­πο­στε­­λαν­τες πρς τος πρε­σβυ­τ­ρους δι χει­ρς Βαρ­ν­βα κα Σα­λου.  

 (Πράξ. ια΄ [11] 19 – 30)

 

ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟΝ

1. ΑΝΑΓΚΗ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑΣ

Mετ τν λιθοβολισμό το πρωτομάρτυρα Στεφάνου κολούθησε μεγάλος διωγμός τν πιστν τς ουδαίας. Γι᾿ ατ πολλο φυγαν π τ εροσόλυμα, διασκορπίσθηκαν μέχρι τή Φοινίκη, τήν Κύπρο κα τν ντιόχεια, κι κε κήρυτταν τν λόγο το Θεο στος ουδαίους. Κάποιοι μάλιστα στήν ντιόχεια κήρυτταν τ Εαγγέλιο τς ν Χριστ σωτηρίας στος «λληνιστές», τος ουδαίους δηλαδ πο εχαν ς μητρική τους γλσσα τν λληνική. «Κα ν χειρ Κυρίου μετ᾿ ατν» κα τ ποτελέσματα ταν θαυμαστά. Πλήθη π τος ουδαίους ατος πίστευσαν στόν Κύριο. 

κκλησία τν εροσολύμων ασθάνθηκε μεγάλη χαρ κούοντας τίς εχάριστες ατς εδήσεις. Γι᾿ ατ κι στειλε στήν ντιόχεια τν Βαρνάβα, προκειμένου νά στηρίξει τος κε πιστούς, ο ποοι ργ γρήγορα θ ντιμετώπιζαν κι ατο διωγμούς. Καί πραγματικά, Βαρνάβας ταν πλέον κατάλληλος νθρωπος γι τν ποστολή ατή. Διότι ταν «νρ γαθς κα πλήρης Πνεύματος  ̔Αγίου κα πίστεως». Γι ̓ ατ κα μποροσε ν στηρίζει κα ν παρηγορε. Κα τ νομά του λλωστε «Βαρνάβας» σημαίνει «υἱὸς παρακλήσεως», νθρωπος δηλαδ πο μπορε ν παρηγορε κα ν νισχύει τς δύναμες ψυχές. Ατς λοιπόν, ταν λθε στν ντιόχεια κα εδε τν πλούσια Χάρη το Θεο, πο τν μαρτυροσαν ο νέοι πιστο μ τ λόγια τους κα τ ζωή τους, χάρηκε κα τος προέτρεπε ν μένουν φωσιωμένοι στν Κύριο μ λη τους τ δύναμη. τσι πολλο πιστο προστέθηκαν στν κκλησία το Χριστο κα παρηγορήθηκαν. 

ΑΥΤΗ τν παρηγορία τν εχαν μεγάλη ανάγκη ο νεοφώτιστοι πιστοί τς ντιοχείας, τν χουν μως διαιτέρως σήμερα νάγκη – γι λλους λόγους βέβαια κα ο κουρασμένοι νθρωποι τς ποχς μας. Διότι χουν πογοητευθε π τν κόσμο, τήν μαρτία, τος νθρώπους κα τς δεολογίες. Κυρίως μως εναι παρηγόρητοι, διότι σο πομακρύνονται π τν Θεό, τόσο πιό δύσκολη, βασανιστικ κα δραματική γίνεται ζωή τους. στιγμιαία κοσμικ χαρ δν τος κανοποιε. Ασθάνονται πως ταν τ παιδ πομακρυνθε π τ μάνα του. Στίς δοκιμασίες πελπίζονται. Τρέχουν σέ γιατρούς γι ν ρεμήσουν, κα παρηγορι δν βρίσκουν. Δν τος λείπει τίποτε, λλ τος λείπει Θεός. Διότι μόνο κοντά Του μπορε ν βρε νθρωπος τν πραγματική παρηγοριά. 

Ατ τ μεγάλη λήθεια θ πρέπει πρτα μες ν τ βιώνουμε κα κατόπιν ν τ μεταδίδουμε κα στος λλους. Ν ζομε πρτα μες τ θεϊκ παρηγορι στ ζωή μας, κα κατόπιν ν γινόμαστε κι μες, πως πόστολος Βαρνάβας, υο παρακλήσεως στος σημερινος ναστατωμένους κι πελπισμένους νθρώπους. Ν τος δείχνουμε τόν δρόμο τς μετανοίας κα ξομολογήσεως. Μόνον κε νθρωπος βρίσκει πραγματικ νάπαυση ψυχς κα θεϊκ παρηγοριά. 

2. ΑΝΑΓΚΗ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑΣ

πόστολος Βαρνάβας, βλέποντας τν καλ διάθεση τν ουδαίων τς Αντιόχειας, κατάλαβε τι τ ργο ατ θ παιρνε μεγάλη κταση κα τι θ εχε νάγκη π κάποιον βοηθ καν γι᾿ ατ τ μεγάλη ποστολή. ς τν πλέον κατάλληλο κρινε τόν Σαλο, τν πόστολο Παλο δηλαδή, ποος πρν π λίγα χρόνια εχε γνωρίσει τν Χριστ κα ταν γεμτος ζλο κα δύναμη κα εχε κανότητες μοναδικές. Ατν λοιπν ψαξε να βρε Βαρνάβας στήν πατρίδα του, τήν Ταρσό. Κι φο τν βρκε, τν φερε ς βοηθό του στήν ντιόχεια. Γι να χρόνο ο δύο Απόστολοι δίδασκαν τος πιστούς, ο ποοι αξήθηκαν πολύ. κε μάλιστα γιά πρώτη φορά ο μαθητς το Κυρίου νομάσθηκαν Χριστιανοί. 

Τίς μέρες κενες κατέβηκαν π τ εροσόλυμα στν ντιόχεια μερικο προφτες. νας π ατούς, γαβος, φωτισμένος π τ γιον Πνεμα, πεκάλυψε τι θ γινόταν μεγάλη πείνα στόν κόσμο, πργμα πο γινε μετ π λίγο, μεταξ το 44 κα 47 μ.Χ., π τς ατοκρατορίας το Κλαυδίου. Μόλις κουσαν την προφητεία ατή, ο πιστο τς ντιοχείας συγκινήθηκαν πολ καί, νάλογα μέ τίς δυνατότητές τους καθένας, μάζεψαν βοήθεια γι τος πιστος τς ουδαίας. Τν εσφορά τους ατ τν στειλαν στούς πρεσβυτέρους τς κκλησίας τν εροσολύμων μ τν πόστολο Βαρνάβα κα τν Παλο. 

ΑΣ ΜΑΘΗΤΕΥΣΟΥΜΕ λοιπν κι μες στ πνεμα ατό τς φιλανθρωπίας τν πιστν τς ντιοχείας. Διότι δυστυχς τ πνεμα ατ στν ποχή μας πουσιάζει π πολλούς, πο εναι βυθισμένοι στήν φιλαυτία τους κα δν σκέπτονται τος λλους. Προτιμον ν σπαταλον τά χρήματά τους σ νέσεις κα ν πετον τ περισσεύματα τν φαγητν τους στ σκουπίδια, παρ ν βοηθον σους πεινον. τσι μως ταλαιπωρονται μέσα στ πλούτη τους, τ ποα ποτ δν τος φθάνουν. Πο χρόνος γι φιλανθρωπίες; Πς νά ᾿ρθει μετ Χάρις το Θεο στ ζωή τους; 

Θ πρέπει μως ν μολογήσουμε τι στς μέρες μας τ πνεμα τς φιλανθρωπίας παρατηρεται σ πολλος πιστος τς κκλησίας μας. Πολλο εναι ο πιστο σήμερα πο δίνουν χρήματα σ πτωχος πολυτέκνους, ργανώνουν συσσίτια πτωχν κα γερόντων, διακονον σ δρύματα, νεγείρουν Ναούς, προσφέρουν χρήματα στν ξωτερικ εραποστολή. Ατ λοιπν τ πνεμα τς φιλανθρωπίας θ πρέπει ν τ καλλιεργήσουμε περισσότερο στή ζωή μας. Μ λέμε πς δν πάρχουν σήμερα πτωχοί. Δίπλα μας εναι κα πεινον. ς ψάξουμε ν τος βρομε κα ν τος βοηθήσουμε μέ πόνο κα γάπη. τσι χαρά μας θ εναι σύγκριτη. Διότι ατς πο παίρνει, δέχεται χαρ νθρώπινη. Ατς μως πο δίνει, δέχεται χαρ θεϊκή. Χαρά κα ελογία.

 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

     

ΤΟ ΙΕΡΟΝ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

          Τ και­ρ ­κεί­ν,  ρ­χε­ται ­η­σος ες π­λιν τς Σα­μα­ρε­­ας λε­γο­μ­νην Συ­χρ, πλη­σ­ον το χω­ρ­ου ­δω­κεν ­α­κβ ­ω­σφ τ υ­ α­το. ν δ ­κε πη­γ το ­α­κβ. ον ­η­σος κε­κο­πια­κς κ τς ­δοι­πο­ρ­ας ­κα­θ­ζε­το ο­τως ­π τ πη­γ· ­ρα ν ­σε ­κτη.  ρ­χε­ται γυ­ν κ τς Σα­μα­ρε­­ας ν­τλ­σαι ­δωρ. λ­γει α­τ ­η­σος· Δς μοι πι­εν. ο γρ μα­θη­τα α­το ­πε­λη­λ­θει­σαν ες τν π­λιν, ­να τρο­φς ­γο­ρ­σω­σι. λ­γει ον α­τ γυ­ν Σα­μα­ρε­τις· Πς σ ­ου­δα­ος ν πα­ρ' ­μο πι­εν α­τες, ο­σης γυ­ναι­κς Σα­μα­ρε­­τι­δος; ο γρ συγ­χρν­ται ­ου­δα­οι Σα­μα­ρε­­ταις. ­πε­κρ­θη ­η­σος κα ε­πεν α­τ· Ε ­δεις τν δω­ρε­ν το Θε­ο κα τς ­στιν λ­γων σοι, δς μοι πι­εν, σ ν ­τη­σας α­τν, κα ­δω­κεν ν σοι ­δωρ ζν. λ­γει α­τ γυ­ν· Κριε, ο­τε ν­τλη­μα ­χεις, κα τ φρ­αρ ­στ βα­θ· π­θεν ον ­χεις τ ­δωρ τ ζν; μ σ με­­ζων ε το πα­τρς ­μν ­α­κβ, ς ­δω­κεν ­μν τ φρ­αρ, κα α­τς ξ α­το ­πι­ε κα ο υ­ο α­το κα τ θρμ­μα­τα α­το; ­πε­κρ­θη ­η­σος κα ε­πεν α­τ· Πς π­νων κ το ­δα­τος το­­του δι­ψ­σει π­λιν· ς δ' ν π­ κ το ­δα­τος ο ­γ δ­σω α­τ, ο μ δι­ψ­σει ες τν α­­να, λ­λ τ ­δωρ δ­σω α­τ, γε­ν­σε­ται ν α­τ πη­γ ­δα­τος λ­λο­μ­νου ες ζω­ν α­­νιον. λ­γει πρς α­τν γυ­ν· Κριε, δς μοι το­το τ ­δωρ, ­να μ δι­ψ μη­δ ρ­χο­μαι ν­θ­δε ν­τλεν. λ­γει α­τ ­η­σος· ­πα­γε φ­νη­σον τν ν­δρα σου κα λ­θ ν­θ­δε. ­πε­κρ­θη γυ­ν κα ε­πεν· Οκ ­χω ν­δρα. λ­γει α­τ ­η­σος· Κα­λς ε­πας ­τι ν­δρα οκ ­χω· πν­τε γρ ν­δρας ­σχες, κα νν ν ­χεις οκ ­στι σου ­νρ· το­το ­λη­θς ε­ρη­κας. λ­γει α­τ γυ­ν· Κριε, θε­ω­ρ ­τι προ­φ­της ε σ. ο πα­τ­ρες ­μν ν τ ­ρει το­­τ προ­σε­κ­νη­σαν· κα ­μες λ­γε­τε ­τι ν ­ε­ρο­σο­λ­μοις ­στν τ­πος ­που δε προ­σκυ­νεν. λ­γει α­τ ­η­σος· Γναι, π­στευ­σν μοι ­τι ρ­χε­ται ­ρα ­τε ο­τε ν τ ­ρει το­­τ ο­τε ν ­ε­ρο­σο­λ­μοις προ­σκυ­ν­σε­τε τ πα­τρ. ­μες προ­σκυ­νε­τε οκ ο­δα­τε, ­μες προ­σκυ­νο­μεν ο­δα­μεν· ­τι σω­τη­ρ­α κ τν ­ου­δα­­ων ­στν. λ­λ' ρ­χε­ται ­ρα, κα νν ­στιν, ­τε ο ­λη­θι­νο προ­σκυ­νη­τα προ­σκυ­ν­σου­σι τ πα­τρ ν πνε­­μα­τι κα ­λη­θε­­· κα γρ πα­τρ τοι­ο­­τους ζη­τε τος προ­σκυ­νον­τας α­τν. πνε­μα Θε­ς, κα τος προ­σκυ­νον­τας α­τν ν πνε­­μα­τι κα ­λη­θε­­ δε προ­σκυ­νεν. λ­γει α­τ γυ­ν· Ο­δα ­τι Μεσ­σ­ας ρ­χε­ται λε­γ­με­νος Χρι­στς· ­ταν λ­θ ­κε­νος, ­ναγ­γε­λε ­μν πν­τα. λ­γει α­τ ­η­σος· ­γ ε­μι, λα­λν σοι. κα ­π το­­τ λ­θαν ο μα­θη­τα α­το, κα ­θα­­μα­σαν ­τι με­τ γυ­ναι­κς ­λ­λει· ο­δες μν­τοι ε­πε, τ ζη­τες τ λα­λες με­τ' α­τς; ­φ­κεν ον τν ­δρ­αν α­τς γυ­ν κα ­πλ­θεν ες τν π­λιν, κα λ­γει τος ν­θρ­ποις· Δε­τε ­δε­τε ν­θρω­πον ς ε­π μοι πν­τα ­σα ­πο­­η­σα· μ­τι ο­τς ­στιν Χρι­στς; ­ξλ­θον ον κ τς π­λε­ως κα ρ­χον­το πρς α­τν. ν δ τ με­τα­ξ ­ρ­των α­τν ο μα­θη­τα λ­γον­τες· Ραβ­β, φ­γε. δ ε­πεν α­τος· ­γ βρ­σιν ­χω φα­γεν, ν ­μες οκ ο­δα­τε. ­λε­γον ον ο μα­θη­τα πρς λ­λ­λους· Μ τις ­νεγ­κεν α­τ φα­γεν; λ­γει α­τος ­η­σος· ­μν βρ­μ ­στιν ­να ποι­ τ θ­λη­μα το πμ­ψαν­τς με κα τε­λει­­σω α­το τ ρ­γον. οχ ­μες λ­γε­τε ­τι ­τι τε­τρ­μη­νς ­στι κα θε­ρι­σμς ρ­χε­ται; ­δο λ­γω ­μν, ­π­ρα­τε τος ­φθαλ­μος ­μν κα θε­­σα­σθε τς χ­ρας, ­τι λευ­κα ε­σι πρς θε­ρι­σμν ­δη. κα θε­ρ­ζων μι­σθν λαμ­β­νει κα συ­ν­γει καρ­πν ες ζω­ν α­­νιον, ­να κα σπε­­ρων ­μο χα­­ρ κα θε­ρ­ζων. ν γρ το­­τ λ­γος ­στν ­λη­θι­νς, ­τι λ­λος ­στν σπε­­ρων κα λ­λος θε­ρ­ζων. ­γ ­π­στει­λα ­μς θε­ρ­ζειν οχ ­μες κε­κο­πι­­κα­τε· λ­λοι κε­κο­πι­­κα­σι, κα ­μες ες τν κ­πον α­τν ε­σε­λη­λ­θα­τε. κ δ τς π­λε­ως ­κε­­νης πολ­λο ­π­στευ­σαν ες α­τν τν Σα­μα­ρει­τν δι­ τν λ­γον τς γυ­ναι­κς, μαρ­τυ­ρο­­σης ­τι ε­π μοι πν­τα ­σα ­πο­­η­σα. ς ον λ­θον πρς α­τν ο Σα­μα­ρε­ται, ­ρ­των α­τν με­ναι πα­ρ' α­τος· κα ­μει­νεν ­κε δ­ο ­μ­ρας. κα πολ­λ πλε­­ους ­π­στευ­σαν δι­ τν λ­γον α­το, τ τε γυ­ναι­κ ­λε­γον ­τι ο­κ­τι δι­ τν σν λα­λιν πι­στε­­ο­μεν· α­το γρ ­κη­κ­α­μεν, κα ο­δα­μεν ­τι ο­τς ­στιν ­λη­θς σω­τρ το κ­σμου Χρι­στός.

                          (Ἰωάν. δ[4] 5- 42)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

κενο τν καιρ ρ­χε­ται ησος σ μιά πό­λη τς Σα­μάρειας πού λε­γό­ταν Συ­χάρ, ποία ­ταν κον­τ στν πε­ρι­ο­χ πού εχε δώσει ­α­κβ στ γι του τν ­ω­σήφ. ­πρ­χε μά­λι­στα κε κι να πηγάδι πού εχε νοίξει ­α­κώβ. ­η­σος λοι­πόν, ­πως ­ταν κου­ρα­σμνος πό τήν πεζοπορία, κα­θό­ταν κον­τ στ πη­γά­δι. ρα ­ταν πε­ρί­που ­ξι ­π τν ­να­το­λ το λίου, δη­λα­δ δώ­δε­κα τ με­ση­μέ­ρι. ρ­χε­ται τό­τε μί­α γυ­ναί­κα πού κα­τα­γό­ταν ­π τ Σαμάρεια, ν βγά­λει ­π τ πη­γά­δι νε­ρό. ­η­σος τότε ποος πραγ­μα­τι­κ δι­ψο­σε, τς ε­πε: Δ­σ' μου ν πι­. Κα ζή­τη­σε ­π τ γυ­ναί­κα νε­ρό, δι­ό­τι ο μα­θη­τς Tου, πού θ φρόν­τι­ζαν ν βγά­λουν νε­ρ ­π τ πη­γά­δι, εχαν πά­ει στν πό­λη ν' ­γο­ρά­σουν τρό­φι­μα. Το λέ­ει λοι­πν γυ­ναί­κα Σα­μα­ρεί­τι­δα: Πς σύ πού ε­σαι ­ου­δα­ος, κα­τα­δέ­χε­σαι κα ζη­τς ν πι­ες νε­ρ ­π μέ­να, πού ε­μαι γυ­ναί­κα Σα­μα­ρεί­τι­δα; Κι ­κα­νε γυ­ναί­κα τν ­ρώ­τη­ση α­τή, δι­ό­τι ο ­ου­δα­οι μι­σο­σαν τος Σα­μα­ρε­τες κα δν ε­χαν σχέ­σεις μα­ζί τους. ­η­σος τς ­πάν­τη­σε: ­ν γνώ­ρι­ζες τ δω­ρε­ το ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, πού δίνει Θε­ς στος ν­θρώ­πους, κα ποι­ς ε­ναι ­κε­νος πο σο λέ­ει τώ­ρα, δ­σ' μου ν πι­, σύ θά το ζη­το­σες κα θ σο ­δι­νε νε­ρ τρε­χού­με­νο, πού δ στε­ρεύ­ει πο­τέ. Θ σο ­δι­νε α­τς τ χά­ρη το γίου Πνεύ­μα­τος, ποία σν πνευ­μα­τι­κ νε­ρ κα­θα­ρί­ζει, δρο­σί­ζει, πα­ρη­γο­ρε κα ζω­οποε τίς ψυ­χές, χω­ρς ν στε­ρεύ­ει πο­τέ. Το λέει γυ­ναί­κα: Κύ­ρι­ε, ­σφα­λς τ νε­ρ α­τ γι τ ποο μι­λς δν ε­ναι ­π τ πη­γά­δι α­τ. Διότι οτε γγεο χεις, μέ τό ποο θά μποροσες νά βγάλεις πό δ νερό, λλά καί τό πηγάδι εναι βαθύ. πό πο λοιπόν χεις τό τρεχούμενο καί στείρευτο νερό; Μήπως σύ εσαι νώτερος στήν ξία καί τή δύναμη πό τόν πατέρα μας τόν ακώβ, πού μς δωσε ς κληρονομιά τό πηγάδι ατό καί δέν ζήτησε λλο καλύτερο νερό, λλά π’ ατό πιε καί διος, πως καί τά παιδιά του καί τά ζα του πού τρεφε καί βοσκε; Τς ποκρίθηκε τότε ησος: Βεβαίως δέν ννο τό νερό το πηγαδιο ατο. Διότι ποιος πίνει πό τό νερό ατό, θά διψάσει πάλι. κενος μως πού θά πιε πό τό νερό πού θά το δώσω γώ, δέν θά διψάσει ποτέ στόν αώνα· λλά τό νερό πού θά το δώσω θά μεταβληθε μέσα του σέ πηγή νερο πού δέν θά στερεύει, λλά θά ναβλύζει καί θά ναπηδ καί θά τρέχει πάντοτε γιά νά το μεταγγίζει ζωή αώνια. Το λέει τότε γυναίκα: Κύριε, δσ’ μου τό νερό ατό, γιά νά μή διψ καί νά μήν ποβάλλομαι σέ τόσο κόπο νά ρχομαι δ γιά νά βγάζω νερό πό τό πηγάδι. Τς λέει ησος: φόσον τό νερό ατό δέν τό θέλεις μόνο γιά τόν αυτό σου, λλά καί γιά κείνους μέ τούς ποίους συζες, πήγαινε, φώναξε τόν νδρα σου κι λα δ μαζί μ’ ατόν, στε κι κενος νά δεχθε μαζί σου τή δωρεά ατή. Το ποκρίθηκε τότε γυναίκα: Δέν χω νδρα. Τς λέει ησος: Καλά επες «δέν χω νδρα». Διότι χεις πάρει πέντε νδρες, τόν να στερα πό τόν λλο. Καί τώρα μ’ ατόν πού ζες, εσαι συνδεδεμένη κρυφά, καί γι’ ατό δέν εναι νδρας σου. Ατό πού επες εναι λήθεια. Το λέει γυναίκα: Κύριε, καταλαβαίνω τι σύ εσαι προφήτης. Διότι μο επες κάποια μυστικά τς ζως μου, ν δέν μ’ χεις συναντήσει λλη φορά, λλά μόλις σήμερα μέ βλέπεις γιά πρώτη φορά. Σέ παρακαλ λοιπόν νά μέ διαφωτίσεις πάνω στό παρακάτω σπουδαο ζήτημα: Ο πατέρες μας προσκύνησαν καί λάτρευσαν τόν Θεό στό ρος ατό τό Γαριζείν, ν σες ο ουδαοι λέτε τι στά εροσόλυμα εναι τόπος πού πρέπει νά λατρεύουμε τόν Θεό. σύ λοιπόν ς προφήτης τί λές γι’ ατό; Τς λέει ησος: Πίστεψέ με, γυναίκα, τι γρήγορα ρχεται καιρός πού οτε σ’ ατό τό βουνό τό Γαριζείν μόνο, οτε στά εροσόλυμα ποκλειστικά θά λατρεύσετε τόν οράνιο Πατέρα. σες ο Σαμαρετες πορρίψατε τά βιβλία τν προφητν καί προσκυντε κενο γιά τό ποο δέν χετε σαφή καί πλήρη γνώση. μες ο ουδαοι προσκυνομε κενο πού γνωρίζουμε περισσότερο πό κάθε λλον. πόδειξη μάλιστα γι’ ατό εναι τό τι Μεσσίας πού θά σώσει τόν κόσμο προέρχεται πό τούς ουδαίους. Ατούς διάλεξε Θεός ς λαό δικό του καί ατοί τόν γνώρισαν καί τόν λάτρευσαν τελειότερα πό κάθε λλον λαό. Πολύ σύντομα μως ρχεται ρα, καί μπορ νά π τι ρα ατή χει δη λθει, πού ο πραγματικοί προσκυνητές θά προσκυνήσουν καί θά λατρεύσουν τόν Πατέρα πνευματικά καί ληθινά· δηλαδή μέ θεοφώτιστες τίς πνευματικές τους δυνάμεις καί μέ λατρεία χι τυπική καί σκιώδη, λλά πραγματική καί μπνευσμένη πό πλήρη πίγνωση τς λήθειας. Διότι καί Πατήρ ζητ πίμονα τέτοιοι ληθινοί καί πραγματικοί προσκυνητές νά εναι κενοι πού τόν λατρεύουν. Θεός εναι πνεμα, γι’ ατό καί δέν περιορίζεται σέ τόπους. Κι κενοι πού τόν λατρεύουν πρέπει νά τόν προσκυνον μέ τίς σωτερικές τους πνευματικές δυνάμεις, μέ φοσίωση τς καρδις καί το νο, λλά καί μέ ληθινή πίγνωση το Θεο καί τς λατρείας πού το ρμόζει. Το λέει γυναίκα: Γνωρίζω τι ρχεται Μεσσίας, νομα πού μεταφράζεται μέ τή λέξη Χριστός. ταν λθει κενος, θά μς τά διδάξει λα. Τς λέει ησος: γώ εμαι Μεσσίας, γώ πού τή στιγμή ατή σο μιλάω. Καί τή στιγμή ατή κριβς λθαν ο μαθητές του καί πόρησαν πού διδάσκαλος μιλοσε δημοσίως μέ γυναίκα, κάτι πού παγορευόταν πό τίς παραδόσεις τν ραββίνων. Κανείς μως δέν το επε: Τί ζητς νά σο κάνει γυναίκα ατή, γιά ποιό θέμα μιλς μαζί της;

Στ με­τα­ξ γυ­ναί­κα, γε­μά­τη συγ­κί­νη­ση ­στε­ρα ­π' α­τ πού ­κου­σε, ­φη­σε τ στά­μνα της στ πη­γά­δι κα π­γε τρέ­χον­τας στν πό­λη κι ρ­χι­σε ν λέ­ει στος ν­θρώ­πους: λτε ν δε­τε ­ναν ν­θρω­πο πού μο ε­πε ­λα ­σα ­χω κά­νει, κα α­τ ­κό­μη τ μυ­στι­κ κα προ­σω­πι­κ στοι­χε­α τς ζω­ς μου. Μή­πως ε­ναι α­τς Χρι­στός; Βγ­καν λοι­πν ­π τν πό­λη ο Σα­μα­ρε­τες κι ρ­χι­σαν ν ρ­χον­ται πρς α­τόν.

Στ με­τα­ξ ­μως, μέ­χρι ν ε­δο­ποι­η­θον ο Σα­μα­ρε­τες κα ν λ­θουν ν συ­ναν­τή­σουν τν ­η­σο, ­πει­δ Κύ­ριος ε­χε ­πορ­ρο­φη­θε ­π' τ πνευ­ματικό του ρ­γο κα δν ν­δι­α­φε­ρό­ταν κα­θό­λου γι φα­γη­τό, τν πα­ρα­κα­λο­σαν ο μα­θη­τς κα το ­λε­γαν: Δι­δά­σκα­λε, φά­ε κά­τι. Α­τς ­μως τος ε­πε: γώ ­χω φα­γη­τ ν φά­ω πού σες δν τ ξέ­ρε­τε. ­πει­δ λοι­πν δν κα­τά­λα­βαν ο μα­θη­τς τ ση­μα­σί­α τν λό­γων α­τν το Κυ­ρί­ου, ­λε­γαν με­τα­ξύ τους: Μή­πως τν ­ρα πού λεί­πα­με το ­φε­ρε κα­νες λ­λος φα­γη­τ κι ­φα­γε; Τος λέ­ει ­η­σος: Δι­κό μου φα­γη­τό, πού μ χορ­ταί­νει κα μ τρέ­φει, ε­ναι ν κά­νω πάν­το­τε τ θέ­λη­μα ­κεί­νου πού μ ­πέ­στει­λε στν κό­σμο κα ν ­λο­κλη­ρώ­σω τ ρ­γο του, τ ποο εναι σω­τη­ρί­α τν ν­θρώ­πων. Κα τ θερ­μ ν­δι­α­φέ­ρον μου γι τ ρ­γο α­τ μ ­πορ­ρό­φη­σε ­λό­κλη­ρο τώ­ρα πού πρό­κει­ται ν λ­θουν ­δ ο Σα­μα­ρε­τες, κα μο ­κο­ψε κά­θε ­ρε­ξη πού προ­έρ­χε­ται ­π τ φυ­σι­κ πεί­να. Δν λέ­τε σες ­τι τέσ­σε­ρις μ­νες μέ­νουν ­κό­μη κα θε­ρι­σμς ρ­χε­ται; Στν πνευ­μα­τι­κ ­μως σπο­ρ ε­ναι δυ­να­τν λόγος το Θε­ο ν καρ­πο­φο­ρή­σει κα σ χρονικό δι­ά­στη­μα πο­λ πι σύν­το­μο. Κα γι ν πει­σθε­τε γι τ θέ­μα α­τ πού σς λέ­ω, ση­κ­στε τ μά­τια σας κα κοι­τάξ­τε τ πλ­θος α­τ τν Σα­μα­ρει­τν πού ρ­χονται. Μοιά­ζουν ο ψυ­χές τους μ χω­ρά­φια, στ ποα δέν πρόφθασε νά σπαρε λό­γος τς ­λή­θειας, κι ­μως ε­ναι λευ­κ κα ­ρι­μα πλέ­ον, ­τοι­μα ν θε­ρι­σθον. ­τσι κα σ' ­λα τ μέ­ρη το κό­σμου ο ψυ­χς τν ν­θρώ­πων ε­ναι τώ­ρα ­ρι­μες γι ν δε­χθον τ σω­τη­ρί­α. Κι ­κε­νος πού θε­ρί­ζει στν πνευ­μα­τι­κ α­τ ­γρ παίρ­νει μι­σθό, ­χι μό­νο δι­ό­τι χαί­ρε­ται κα ­δ βλέ­πον­τας τν πνευ­μα­τι­κ συγ­κο­μι­δή, λλά κα δι­ό­τι θ νταμειφθε κα στ μελ­λον­τι­κ ζω­ ­π τν Κύ­ριο. ­πει­δή λοι­πν λ­κύ­ει στ σω­τη­ρί­α ψυ­χς ­θά­να­τες, συ­να­θροίζει καρ­π γι τν α­ώ­νια ζω­ή. Κι ­τσι, στν πνευ­μα­τι­κ σπο­ρ πού γί­νε­ται τώ­ρα, χαί­ρο­μαι κι γώ πού σπέρ­νω μα­ζ μ σς πού θ θε­ρί­σε­τε. Δι­ό­τι στ δι­κή μας πε­ρί­πτω­ση ­φαρ­μό­ζε­ται ληθινή πα­ροι­μί­α, ­τι λ­λος ­σπει­ρε κι λ­λος θε­ρί­ζει. σπειρα γώ κα θ θε­ρί­σε­τε σες, ­πως κα μελ­λον­τι­κ θ σπέρ­νε­τε σες καί θά θερίζουν ο δι­ά­δο­χοί σας. ­γώ, Κύ­ριος το γρο, σς ­στει­λα γι ν θερίζετε καρ­π γι τν ποο σες δν ­χε­τε κο­πιά­σει γι ν σπαρε. λ­λοι, δη­λα­δ γώ καί ο προ­φ­τες πρν ­π μέ­να, ­χουν κο­πιά­σει κι ­χουν σπεί­ρει, κι σες ­χε­τε μπε στος κό­πους κα τ σπο­ρά τους γι ν θε­ρί­σε­τε. ­π τν πό­λη ­κεί­νη Συ­χρ πολ­λο ­πό τους Σα­μαρετες πί­στε­ψαν σ' α­τν ­τι ­ταν Μεσ­σί­ας, ­ξαι­τί­ας τς μαρ­τυ­ρί­ας τς γυ­ναί­κας πού ­λε­γε «μο ε­πε ­λα ­σα ­χω κά­νει, κι α­τ ­κό­μη τ μυ­στι­κά μου, τ ποα δν ­ξε­ραν οτε ­κε­νοι μ τος ­ποι­ους συ­ζ κα μέ γνω­ρί­ζουν ­π πο­λ και­ρό». ­ταν λοι­πν λ­θαν κον­τ του ο Σα­μα­ρε­τες, τν πα­ρα­κα­λο­σαν ν μεί­νει γι πάν­τα μα­ζί τους. Κι ­μει­νε κε δύο μέρες. Κα ­π τ δι­δα­σκα­λί­α πού τος ­κα­νε τς δύ­ο α­τς μέρες πί­στε­ψαν πο­λ πε­ρισ­σό­τε­ροι ­π ­κεί­νους πού λ­θαν στ πη­γά­δι κα τν πα­ρα­κά­λε­σαν ν μεί­νει στν πό­λη τους. Κα στ γυ­ναί­κα ­λε­γαν ­τι δν πι­στεύ­ου­με πλέ­ον γι τ ­σα μς επες σύ. Διότι μες ο ­διοι τν ­χου­με τώ­ρα ­κού­σει κα γνω­ρί­ζου­με πλέ­ον ­τι α­τς ε­ναι ­λη­θι­ν Σω­τή­ρας ­λου το κό­σμου, ­να­με­νό­με­νος Μεσ­σί­ας, Χρι­στός.