ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ
ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ I΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(9 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2026)
ΕΩΘΙΝΟΝ Ι΄
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν ὁ Ἰησοῦς τοῖς
μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, ἐπὶ τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος, ἐφανέρωσε
δὲ οὕτως. ἦσαν ὁμοῦ Σίμων Πέτρος, καὶ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος, καὶ Ναθαναὴλ ὁ
ἀπὸ Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οἱ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο.
λέγει αὐτοῖς Σίμων Πέτρος, Ὑπάγω ἁλιεύειν. λέγουσιν αὐτῷ, Ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς σὺν
σοί. ἐξῆλθον καὶ ἀνέβησαν εἰς τὸ πλοῖον εὐθύς, καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ ἐπίασαν οὐδέν.
πρωΐας δὲ ἤδη γενομένης ἔστη ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν αἰγιαλόν, οὐ μέντοι ᾔδεισαν οἱ
μαθηταὶ ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. λέγει οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Παιδία, μὴ τι προσφάγιον ἔχετε;
ἀπεκρίθησαν αὐτῷ, Οὒ, ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς, Βάλετε εἰς τὰ δεξιὰ μέρη τοῦ πλοίου τὸ
δίκτυον, καὶ εὑρήσετε. ἔβαλον οὖν, καὶ οὐκέτι αὐτὸ ἑλκύσαι ἴσχυσαν ἀπὸ τοῦ πλήθους
τῶν ἰχθύων. λέγει οὖν ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς τῷ Πέτρῳ, Ὁ Κύριός ἐστι.
Σίμων οὖν Πέτρος, ἀκούσας ὅτι ὁ Κύριός ἐστι , τὸν ἐπενδύτην διεζώσατο· ἦν γὰρ
γυμνὸς· καὶ ἔβαλεν ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν. οἱ δὲ ἄλλοι μαθηταὶ τῷ πλοιαρίῳ ἦλθον·
οὐ γὰρ ἦσαν μακρὰν ἀπὸ τῆς γῆς, ἀλλ' ὡς ἀπὸ πηχῶν διακοσίων· σύροντες τὸ δίκτυον
τῶν ἰχθύων. ὡς οὖν ἀπέβησαν εἰς τὴν γῆν, βλέπουσιν ἀνθρακιὰν κειμένην καὶ ὀψάριον
ἐπικείμενον, καὶ ἄρτον. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Ἐνέγκατε ἀπὸ τῶν ὀψαρίων ὧν ἐπιάσατε
νῦν. ἀνέβη οὖν Σίμων Πέτρος, καὶ εἵλκυσε τὸ δίκτυον ἐπὶ τῆς γῆς, μεστὸν ἰχθύων
μεγάλων ἑκατὸν πεντηκοντατριῶν, καὶ τοσούτων ὄντων, οὐκ ἐσχίσθη τὸ δίκτυον. λέγει
αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Δεῦτε ἀριστήσατε. οὐδεὶς δὲ ἐτόλμα τῶν μαθητῶν ἐξετάσαι αὐτόν,
Σὺ τὶς εἶ; εἰδότες ὅτι ὁ Κύριός ἐστιν. ἔρχεται οὖν ὁ Ἰησοῦς, καὶ λαμβάνει τὸν ἄρτον,
καὶ δίδωσιν αὐτοῖς, καὶ τὸ ὀψάριον ὁμοίως. τοῦτο ἤδη τρίτον ἐφανερώθη ὁ Ἰησοῦς
τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν.
(Ἰωάν. κα΄[21]
1 – 14)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τον καιρό ὁ Ἰησοῦς ἐμφανίστηκε πάλι στοὺς μαθητές του στὴ λίμνη
τῆς Τιβεριάδος. Καὶ ἐμφανίστηκε μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο: Ἦταν μαζὶ ὁ Σίμων Πέτρος καὶ
ὁ Θωμᾶς ποὺ λεγόταν Δίδυμος, καὶ ὁ Ναθαναὴλ ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Κανᾶ τῆς
Γαλιλαίας, καὶ οἱ γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ ἄλλοι δύο ἀπὸ τοὺς μαθητές του. Τοὺς
λέει ὁ Σίμων Πέτρος: Πηγαίνω νὰ ψαρέψω. Κι ἐκεῖνοι τοῦ ἀποκρίνονται: Ἐρχόμαστε
κι ἐμεῖς μαζί σου. Βγῆκαν λοιπὸν ἀπὸ τὸ κατάλυμά τους πρὸς τὴ θάλασσα, μπῆκαν ἀμέσως
στὸ πλοῖο καὶ ἄρχισαν νὰ ψαρεύουν. Ὅμως ἐκείνη τὴ νύχτα δὲν ἔπιασαν τίποτε. Ὅταν
πιὰ ξημέρωσε, στάθηκε ὁ Ἰησοῦς στὴν ἀκρογιαλιά. Οἱ μαθητὲς ὅμως δὲν ἀντιλήφθηκαν
ὅτι αὐτὸς ποὺ στεκόταν ἐκεῖ ἦταν ὁ Ἰησοῦς. Σὰν νὰ ἦταν λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς κάποιος
ξένος καὶ ἄγνωστος διαβάτης, τοὺς λέει: Παιδιά, μήπως ἔχετε κανένα ψάρι γιὰ
προσφάι; Ὄχι, τοῦ ἀποκρίθηκαν. Κι ἐκεῖνος τότε τοὺς εἶπε: Ρίξτε τὸ δίχτυ στὰ
δεξιὰ τοῦ πλοίου καὶ θὰ βρεῖτε. Ἔριξαν λοιπὸν τὸ δίχτυ ὅπως τοὺς εἶπε ὁ Κύριος,
καὶ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸ τραβήξουν ἐπάνω ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ψαριῶν ποὺ εἶχε
πιάσει. 7 Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ
τὴν πρωτοφανὴ αὐτὴ ἐπιτυχία λέει στὸν Πέτρο ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος τὸν ὁποῖο ἀγαποῦσε
ὁ Ἰησοῦς: Αὐτὸς ποὺ τὸν νομίσαμε γιὰ ξένο εἶναι ὁ Κύριος. Ὁ Σίμων Πέτρος
λοιπόν, ὅταν ἄκουσε ὅτι ἦταν ὁ Κύριος, φόρεσε βιαστικὰ καὶ ζώσθηκε τὸ ἐργατικὸ ἔνδυμά
του, διότι μέχρι τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἦταν σχεδὸν γυμνός, καὶ ὁρμητικὸς ὅπως ἦταν,
ρίχθηκε στὴ θάλασσα γιὰ νὰ συναντήσει τὸ συντομότερο τὸν Διδάσκαλο. Οἱ ἄλλοι
μαθητὲς ὅμως ἦλθαν μὲ τὸ πλοιάριο σέρνοντας τὸ δίχτυ ποὺ ἦταν γεμάτο μὲ ψάρια,
διότι δὲν ἦταν μακριὰ ἀπὸ τὴ στεριά, ἀλλὰ ἀπεῖχαν περίπου ἑκατὸν τριάντα μέτρα.
Ἀμέσως λοιπὸν μόλις ἀποβιβάσθηκαν στὴ στεριὰ μουσκεμένοι καὶ κατάκοποι καὶ
πεινασμένοι, βλέπουν ἕτοιμα κάτω στὴ γῆ ἕνα σωρὸ κάρβουνα ἀναμμένα καὶ πάνω σ᾿
αὐτὰ ἕνα ψάρι καὶ παραδίπλα χωριστὰ ἕνα ψωμί. Βρῆκαν δηλαδὴ φωτιὰ γιὰ νὰ
θερμανθοῦν καὶ νὰ στεγνώσουν τὰ ροῦχα τους, καὶ φαγητὸ γιὰ τὸ πρωινό τους. Καὶ
γιὰ νὰ συμπληρωθεῖ τὸ πρωινὸ αὐτὸ καὶ ἀπό τὸ προϊὸν τοῦ κόπου τους, τοὺς λέει ὁ
Ἰησοῦς: Φέρτε καὶ ἀπὸ τὰ ψάρια ποὺ πιάσατε τώρα. Ὅμως τὸ δίχτυ μὲ τὰ ψάρια ἦταν
ἀκόμη μέσα στὴ λίμνη καὶ ἐξαιτίας τοῦ βάρους του ἦταν δύσκολο νὰ τραβηχθεῖ. Ἀνέβηκε
τότε στὸ πλοιάριο ὁ Σίμων Πέτρος, ποὺ ἦταν ἐμπειρότερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καὶ
τράβηξε τὸ δίχτυ στὴ στεριά, γεμάτο ἀπὸ ἑκατὸν πενῆντα τρία μεγάλα ψάρια. Κι ἐνῶ
ἦταν τόσο πολλὰ τὰ ψὰρια, δὲν σκίστηκε τὸ δίχτυ. Τοὺς λέει ὁ Ἰησοῦς: Ἐλᾶτε τώρα
νὰ πάρετε τὸ πρωινό σας. Στὸ μεταξὺ ὅμως κανένας ἀπὸ τοὺς μαθητὲς δὲν τολμοῦσε
νὰ τὸν ρωτήσει διερευνητικὰ «ποιὸς εἶσαι ἐσύ», διότι ἤξεραν ὅτι εἶναι ὁ Κύριος,
καὶ συνεπῶς αἰσθάνονταν ἀπέναντί του φόβο καὶ βαθὺ σεβασμό. Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν
πρόσκληση τοῦ Ἰησοῦ ἦλθαν οἱ μαθητὲς νὰ φᾶνε. Ἔρχεται τότε καὶ ὁ Ἰησοῦς καὶ
παίρνει στὰ χέρια του τὸν ἄρτο καὶ τοὺς τὸν μοίρασε. Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ μὲ τὸ
ψάρι. Αὐτή ἦταν ἡ τρίτη μέχρι τότε φορά πού φανερώθηκε ὁ Ἰησοῦς στούς μαθητές
του συγκεντρωμένους, μετά τήν Ἀνάστασή του ἀπό τούς νεκρούς.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις. ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι. ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν· ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι. Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γράφω ταῦτα, ἀλλ' ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ· ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ' οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα. παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε.
(Α΄
Κορ. δ΄[4] 9 – 16 )
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἀδελφοί, κάθε ἄλλο παρὰ βασιλεία ἀπολαμβάνουμε ἐμεῖς οἱ
Ἀπόστολοι. Διότι νομίζω ὅτι ὁ Θεὸς ἐμᾶς τοὺς Ἀποστόλους μᾶς παρουσίασε δημόσια
καὶ στὰ μάτια ὅλων ὡς τελευταίους, ὡς καταδίκους πού πρόκειται νὰ θανατωθοῦν.
Διότι γίναμε θέαμα σ' ὅλο τὸν κόσμο, καὶ στοὺς ἀγγέλους καὶ στοὺς ἀνθρώπους.
Καὶ ἀπό τὴ μιὰ μᾶς θαυμάζουν οἱ ἐνάρετοι ἄνθρωποι, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη μᾶς
περιφρονοῦν καὶ μᾶς χλευάζουν οἱ ἄλλοι. Ἐμεῖς οἱ Ἀπόστολοι θεωρούμαστε
ἀπό τούς ἀπίστους ἠλίθιοι καὶ ἀνόητοι γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἐσεῖς ὅμως εἶστε συνετοὶ ἐν
Χριστῷ. Ἐμεῖς εἴμαστε ἀσθενεῖς καὶ καταδιωκόμαστε ἀπό τούς ἀνθρώπους ἐσεῖς ὅμως εἶστε ἰσχυροί, διότι
δὲν σᾶς βρῆκε κάποιος πειρασμός. Ἐσεῖς εἶστε ἔνδοξοι, ἐμεῖς ὅμως εἴμαστε ἄτιμοι
καὶ περιφρονημένοι. Μέχρι τὴν ὥρα αὐτὴ ποὺ σᾶς γράφω, καὶ πεινοῦμε καὶ
ὑποφέρουμε ἀπό δίψα στὶς περιοδεῖες μας, καὶ δὲν ἔχουμε ἀρκετὰ ροῦχα, ὅταν στὴ
μέση τῶν ταξιδιῶν μας μᾶς πιάνει ξαφνικά ὁ χειμώνας· καὶ δεχόμαστε χτυπήματα
καὶ κακομεταχειρίσεις, καὶ δὲν παραμένουμε μόνιμα πουθενά, ἀλλά διαρκῶς
φεύγουμε ἐδῶ κι ἐκεῖ. Καὶ κοπιάζουμε δουλεύοντας μὲ τὰ ἴδιά μας τὰ χέρια. Τὴν
ὥρα ποὺ μᾶς βρίζουν ἐκεῖνοι ποὺ ἀπιστοῦν στὸ Εὐαγγέλιο καὶ μᾶς περιγελοῦν,
ἐμεῖς εὐχόμαστε τὸ καλό τους. Ἐνῶ μᾶς καταδιώκουν, δείχνουμε ἀνοχὴ στοὺς
διῶκτες μας. Ἐνῶ μᾶς δυσφημοῦν καὶ μᾶς συκοφαντοῦν, ἀπαντοῦμε μὲ λόγια γλυκὰ
καὶ παρηγορητικά. Σάν καθάρματα καὶ σκουπίδια τοῦ κόσμου γίναμε, ἀποβράσματα
ἀκάθαρτα τῆς κοινωνίας στὰ μάτια ὅλων μέχρι τὴ στιγμὴ αὐτή. Δὲν θέλω μ' αὐτὰ
ποὺ σᾶς γράφω νὰ σᾶς ντροπιάσω, ἀλλά σάν παιδιά μου ἀγαπητὰ σᾶς συμβουλεύω.
Ναί. Σᾶς συμβουλεύω μὲ πατρικὴ λαχτάρα καὶ στοργή. Διότι, ἐάν ἔχετε πάρα
πολλοὺς παιδαγωγοὺς καὶ διδασκάλους ἐν Χριστῷ, δὲν ἔχετε ὅμως πολλοὺς πατέρες.
Ἕναν καὶ μόνο πνευματικὸ πατέρα ἔχετε, ἐμένα. Διότι ἐγώ μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ
Εὐαγγελίου σᾶς γέννησα πνευματικά, μὲ τὴ χάρη ποὺ μοῦ ἔδωσε ἡ κοινωνία καὶ ἡ σχέση
μου μὲ τὸν Χριστό. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶμαι πατέρας σας, σᾶς παρακαλῶ νὰ γίνεστε
μιμητές μου.
ΑΡΕΤΗ ΣΤΙΣ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΩΡΕΣ
ΟΜΙΛΙΑ
ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ
1.
ΑΝΩΤΕΡΟΤΗΤΑ ΣΤΙΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ
«Ὁ Θεός ἡμᾶς
τούς ἀποστόλους
ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους», γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Μᾶς ἔδειξε μπροστὰ στὰ μάτια ὅλων ὡς τελευταίους, ὡς κατάδικους, πού
πρόκειται νά
θανατωθοῦν.
Θέαμα γίναμε σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο, καὶ στοὺς ἀγγέλους καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Μᾶς θαυμάζουν οἱ καλοὶ ἄνθρωποι, ἐνῶ μᾶς περιφρονοῦν καὶ μᾶς χλευάζουν οἱ ἄλλοι. Θεωρούμαστε ἀνόητοι γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἐσεῖς ὅμως εἶσθε φρόνιμοι κατὰ Χριστόν. Ἐμεῖς εἴμαστε ἀσθενεῖς καὶ καταδιωγμένοι, ἐσεῖς ὅμως εἶσθε ἰσχυροί, διότι δὲν σᾶς βρῆκε κανένας πειρασμός. Ἐσεῖς εἶσθε ἔνδοξοι, ἐμεῖς ὅμως περιφρονημένοι.
Μέχρι
τὴν
ὥρα
αὐτὴ καὶ πεινοῦμε καὶ ὑποφέρουμε ἀπὸ δίψα στίς
περιοδεῖες μας, δὲν ἔχουμε ἀρκετὰ ροῦχα, δεχόμαστε κτυπήματα καὶ κακομεταχειρίσεις καὶ δὲν στεκόμαστε πουθενά, ἀλλὰ διαρκῶς φεύγουμε ἐδῶ κι ἐκεῖ. Καὶ κοπιάζουμε ἐργαζόμενοι μὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια. «Λοιδορούμενοι
εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, βλασφημούμενοι
παρακαλοῦμεν».
Ἐνῶ κάποιοι μᾶς βρίζουν καὶ μᾶς περιγελοῦν, ἐμεῖς εὐχόμαστε τὸ καλό τους. Ἐνῶ μᾶς καταδιώκουν, τοὺς ἀνεχόμαστε. Ἐνῶ μᾶς συκοφαντοῦν, ἀπαντοῦμε μὲ λόγια γλυκὰ καὶ παρηγορητικά. Σάν
καθάρματα καὶ
ἀποσαρώματα
τοῦ
κόσμου ἐγίναμε,
ἀποσπόγγισμα
στά
μάτια ὅλων.
ΑΠΟ
ΤΗ στιγμὴ
ποὺ
οἱ
ἅγιοι
Ἀπόστολοι
ἀκολούθησαν
τὸν
Χριστό, ὅλη
τους ἡ
ζωὴ
ἦταν
ζωὴ
χλευασμῶν
καὶ
διωγμῶν· γεμάτη
μέ
θλίψεις καὶ
δοκιμασίες. Ἀντιμετώπιζαν καθημερινὰ τὶς περιφρονήσεις τῶν ἀνθρώπων, τήν
κακότητα ἡγεμόνων
καὶ
δικαστῶν
καὶ
πολλῶν
ἄλλων
ἐχθρῶν τους. Καὶ πῶς ἀντιδροῦσαν σ᾿ ὅλους
αυτούς; Οἱ
ἄλλοι
τοὺς
περιγελοῦσαν
κι αὐτοὶ τοὺς εὐλογοῦσαν·
τοὺς
λοιδοροῦσαν
κι αὐτοὶ τοὺς συγχωροῦσαν τοὺς ἐξευτέλιζαν κι αὐτοὶ τοὺς ἀπαντοῦσαν μὲ λόγους καλωσύνης. Ἐκπληκτικὸ τὸ μεγαλεῖο αὐτό τῆς ψυχῆς τους.
Ἔχουμε πολλὰ νὰ διδαχθοῦμε ἀπὸ τὸ ψυχικό τους αὐτὸ μεγαλεῖο. Θά
πρέπει νά
μάθουμε κι ἐμεῖς νὰ δείχνουμε ἀγάπη καὶ ἀνεξικακία στὰ πρόσωπα πού
καθημερινά συναναστρεφόμαστε. Ἂς
αναφέρουμε μερικά παραδείγματα. Εἶπε
κάποιο λόγο σκληρό ὁ/ἡ σύζυγος, ἡ πεθερά, τὸ παιδί μας. Μποροῦμε ἐμεῖς νὰ ἀπαντοῦμε μὲ ψυχραιμία και γλυκύτητα; Μᾶς πρόσβαλε ὁ συνάδελφος σὲ μία δύσκολη ὥρα. Μποροῦμε σὲ μιὰ ἄλλη περίπτωση
νὰ
τοῦ
ποῦμε
ἕνα
καλὸ
λόγο; Μᾶς
πίκρανε, μᾶς
ἀδίκησε
ἢ
μᾶς
συκοφάντησε ὁ
γείτονας, ὁ
συνάδελφος, ὁ
ἀδελφός
μας. Μποροῦμε
νὰ
ξεχάσουμε τὸν
πόνο μας, καὶ
σὲ
κάποια εὐκαιρία
νὰ
τοῦ
μιλήσουμε μὲ
εὐγένεια;
Δὲν
ἀρκεῖ λοιπὸν μόνο νὰ θαυμάζουμε τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀνεξικακίας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Θα πρέπει νὰ μάθουμε νὰ τὸ μεταφράζουμε σέ
πρᾶξη
στή
δική μας ζωή.
2.
ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΗΣΗ ΑΓΑΠΗΣ
Στή
συνέχεια ὁ
θεῖος
Ἀπόστολος
γράφει στούς
Κορινθίους: Δὲν
θέλω μ᾿ αὐτὰ ποὺ ἀνέφερα νὰ σᾶς ντροπιάσω, ἀλλὰ «ὡς τέκνα μου ἀγαπητά νουθετῶ», σᾶς συμβουλεύω σάν
παιδιά μου ἀγαπητά.
«Ἐάν γάρ μυρίους παιδαγωγούς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ
πολλοὺς
πατέρας». Ἂν
ἔχετε
πάρα πολλούς παιδαγωγούς, δὲν
ἔχετε
ὅμως
πολλοὺς
πατέρες. Διότι ἐγὼ σᾶς ἐγέννησα πνευματικῶς μὲ τὴ Χάρη
ποὺ
μοῦ
ἔδωσε
ἡ
κοινωνία μου μὲ
τὸν
Χριστό, διὰ
τοῦ
Εὐαγγελίου.
Ἀφοῦ λοιπόν εἶμαι πατέρας σας, σᾶς παρακαλῶ νὰ γίνετε μιμητές
μου.
Ο
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Παῦλος
στὸ
δεύτερο αὐτὸ μέρος τοῦ ἱεροῦ κειμένου προβάλλει ὡς ὁ ἄριστος παιδαγωγὸς καὶ πνευματικός πατέρας. Ὁ ἴδιος λέγει στους Κορινθίους
ὅτι
δὲν
εἶναι
ἁπλῶς ἕνας παιδαγωγὸς ὅπως τόσοι ἄλλοι, ἀλλὰ εἶναι ὁ πνευματικός τους πατέρας, ὁ ὁποῖος τοὺς διαπαιδαγώγησε μὲ τὸν λόγο του καὶ μὲ τὴ ζωή του. Δύο ἦταν τὰ κεντρικὰ στοιχεῖα τῆς διαπαιδαγώγησής
του: ἡ
πατρικὴ
νουθεσία καὶ
ἡ
ἀγάπη.
Αὐτὰ τὰ δύο στοιχεῖα θὰ πρέπει νὰ ἔχει κάθε γονεὺς ἢ παιδαγωγὸς ποὺ καθοδηγεῖ καθημερινὰ νέους ἀνθρώπους καὶ μάλιστα σὲ μιὰ ἐποχὴ τόσο δύσκολη καὶ ἁμαρτωλή σὰν τὴν δική μας. Τὰ παιδιὰ θὰ ἐκδηλώσουν καὶ πείσματα καὶ θυμοὺς καὶ ζήλειες καὶ ἀντιδράσεις καὶ ξεσπάσματα, διότι εἶναι παιδιὰ καὶ μεγαλώνουν σὲ συνθήκες σκληρές.
Κάθε
παιδαγωγός λοιπὸν
ὀφείλει,
ἀκόμη
καὶ
στὶς
πιὸ
δύσκολες περιπτώσεις, νὰ
ἀντιμετωπίζει
τὸ
κάθε παιδὶ
ξεχωριστὰ
μὲ
συμβουλὲς
καὶ
συζητήσεις, χωρὶς
νὰ
τὸ
ταπεινώνει ἢ
νὰ
τὸ
προσβάλλει. Νὰ
τὸ
συμβουλεύει σὲ
κάποια στιγμή ποὺ
τὸ
παιδὶ
εἶναι
ἤρεμο
καὶ
ὄχι
«ὅταν
ἔχουν
ἀνάψει
τὰ
αἵματα».
Νὰ
τὸ
νουθετεῖ ἀπὸ τὴ νηπιακή του ἡλικία,
τότε ποὺ
αὐτὸ βάζει τὰ θεμέλια τῆς ζωῆς του.
Αὐτὴ ἡ νουθεσία θὰ πρέπει ὅμως νὰ συνδυάζεται καὶ μὲ τὴ γνήσια καὶ εἰλικρινή
ἀγάπη.
Ἀκόμη
καὶ
στὶς
πιὸ
δύσκολες στιγμὲς
τῶν
ἐντάσεων
ὁ
γονέας θὰ
πρέπει νὰ
ἀντιμετωπίζει
τὰ
παιδιά του μὲ
ἀγάπη
καὶ
αὐτοκυριαρχία,
χωρὶς
ξεσπάσματα, θυμούς, φωνὲς
καὶ
εἰρωνεῖες. Βέβαια τὸ πρᾶγμα εἶναι δύσκολο καὶ χρειάζεται νὰ ἔχουν οἱ γονεῖς μεγάλη ἀρετή, ὑπομονὴ καὶ πραότητα. Ἂς προσεύχονται
ὅμως
μὲ
πίστη
καὶ
θέρμη στὸν
ἅγιο
Θεό, καὶ
Ἐκεῖνος θὰ δίνει τὴ Χάρη
Του καὶ
τὸν
φωτισμό Του, ὥστε
καὶ
οἱ
γονεῖς
νὰ
δείχνουν ἀγάπη
καὶ
πραότητα, καὶ
τὰ
παιδιὰ
νὰ
μεταστρέφονται
πρὸς τὸ ἀγαθόν.
(Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι.
ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν·
Ὦ γενεὰ
ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ' ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε. καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ' αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης. Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ' ἰδίαν εἶπον· Διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται· καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν. τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. Ἀναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται.
(Ματθ. ιζ΄[17] 14 – 23 )
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ πλησίασε τὸν Ἰησοῦ ἕνας ἄνθρωπος, γονάτισε μπροστά του κι ἔλεγε: Κύριε, λυπήσου καὶ σπλαχνίσου τὸ παιδί μου, διότι σεληνιάζεται καὶ ὑποφέρει ἄσχημα, ἀλλά καὶ κινδυνεύει τὸν ἔσχατο
κίνδυνο. Διότι πολλὲς φορὲς πέφτει
στὴ φωτιά,
καὶ πολλὲς φορὲς στὸ νερό,
καὶ κινδυνεύει
ἔτσι νὰ καεῖ ἢ νὰ πνιγεῖ. Καὶ τὸν ἔφερα
στοὺς μαθητές
σου, ἀλλά δὲν μπόρεσαν
νὰ τὸν θεραπεύσουν.
Ὁ Ἰησοῦς τότε ἀποκρίθηκε: Ὢ γενιὰ πού τόσα θαύματα εἶδες
καὶ εἶσαι ἀκόμη ἄπιστη, κι ἀπ'
τὴν κακία
σου εἶσαι
διεστραμμένη! Ἕως
πότε θὰ εἶμαι
μαζί σας; Ἕως πότε
θὰ σᾶς ἀνέχομαι; Φέρτε τόν μου ἐδῶ. Τότε
τὸν ἐπέπληξε ὁ Ἰησοῦς καὶ βγῆκε ἀπ' αὐτὸν τὸ δαιμόνιο καὶ θεραπεύθηκε τὸ παιδὶ ἀπ' τὴν ὥρα ἐκείνη. Τότε
οἱ μαθητὲς πλησίασαν
ἰδιαιτέρως τὸν Ἰησοῦ
καὶ τοῦ εἶπαν: Γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε
νὰ βγάλουμε
τὸ δαιμόνιο
αὐτό; Καὶ ὁ Κύριος
τούς εἶπε: Ἐπειδὴ σᾶς λείπει
ἡ πίστη.
Διότι ἀληθινά σᾶς λέω, ἐὰν
ἔχετε πίστη θερμὴ καὶ δυνατὴ σὰν τὸ μικρὸ σπόρο τοῦ σιναπιοῦ, θά πεῖτε στὸ βουνὸ αὐτό, πήγαινε ἀπὸ ἐδῶ ἐκεῖ, καὶ θὰ μετακινηθεῖ. Καὶ τίποτε
δὲν θὰ εἶναι ἀδύνατο σὲ σᾶς. Αὐτὸ ὅμως
τὸ εἶδος τῶν δαιμόνων
δὲν βγαίνει
ἀπὸ
τὸν ἄνθρωπο πού ἔχει
καταληφθεῖ ἀπὸ
αὐτό,
παρὰ μόνο
μὲ προσευχὴ πού
συνοδεύεται καὶ μὲ νηστεία, ὥστε
ἢ προσευχὴ νὰ γίνεται
μὲ διάνοια
ὅσο δυνατὸν ἐλαφρότερη καὶ περισσότερο προσηλωμένη στὸ Θεό.
Κι ἐνῶ αὐτοί περιόδευαν στὴ Γαλιλαία, τοὺς εἶπε ὁ Ἰησοῦς: Ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου πρόκειται νὰ παραδοθεῖ πολὺ σύντομα
σὲ χέρια
ἀνθρώπων, καὶ θὰ τὸν θανατώσουν, καὶ τὴν τρίτη
ἡμερα ἀπὸ
τὸν θάνατό
του θὰ ἀναστηθεῖ. Καὶ οἱ μαθητὲς λυπήθηκαν
πάρα πολύ.
