ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(6 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2026)
ΕΩΘΙΝΟΝ
Γ΄
Ἀναστὰς
ὁ Ἰησοῦς πρωΐ πρώτῃ Σαββάτου ἐφάνη πρῶτον Μαρίᾳ τῇ Μαγδαληνῇ, ἀφ᾿ ἧς ἐκβεβλήκει
ἑπτὰ δαιμόνια. Ἐκείνη πορευθεῖσα ἀπήγγειλε τοῖς μετ᾿ αὐτοῦ γενομένοις, πενθοῦσι
καὶ κλαίουσι. Κἀκεῖνοι ἀκούσαντες ὅτι ζῇ καὶ ἐθεάθη ὑπ᾿ αὐτῆς ἠπίστησαν. Μετὰ
δὲ ταῦτα δυσὶν ἐξ αὐτῶν περιπατοῦσιν ἐφανερώθη ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ, πορευομένοις,
εἰς ἀγρόν. Κἀκεῖνοι ἀπελθόντες ἀπήγγειλαν τοῖς λοιποῖς, οὐδὲ ἐκείνοις
ἐπίστευσαν. Ὕστερον, ἀνακειμένοις αὐτοῖς τοῖς ἕνδεκα ἐφανερώθη, καὶ ὠνείδισε
τήν ἀπιστίαν αὐτῶν καὶ σκληροκαρδίαν, ὅτι τοῖς θεασαμένοις αὐτὸν ἐγηγερμένον,
οὐκ ἐπίστευσαν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς΄ Πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα, κηρύξατε
τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθείς, σωθήσεται, ὁ δὲ
ἀπιστήσας, κατακριθήσεται. Σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει. Ἐν
τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι, γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς, ὄφεις ἀροῦσι,
κἂν θανάσιμόν τι πίωσιν, οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει, ἐπὶ ἀῤῥώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι,
καὶ καλῶς ἕξουσιν. Ὁ μὲν οὖν Κύριος, μετὰ τὸ λαλῆσαι αὐτοῖς, ἀνελήφθη εἰς τὸν
οὐρανόν, καὶ ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι δὲ ἐξελθόντες, ἐκήρυξαν
πανταχοῦ, τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος, καὶ τὸν λόγον βεβαιοῦντος, διὰ τῶν
ἐπακολουθούντων σημείων. Ἀμήν.
(Μᾶρκ. ιϚ΄[16] 9 – 20)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ
(Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἀφοῦ
λοιπὸν ἀναστήθηκε ὁ Ἰησοῦς τὸ πρωὶ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, ἐμφανίστηκε
πρῶτα στὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνή, ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχε βγάλει ἑπτὰ δαιμόνια. Ἐκείνη
πῆγε καὶ τὸ ἀνήγγειλε αὐτὸ στοὺς μαθητὲς ποὺ ἦταν πρωτύτερα μαζί του καὶ τώρα
πενθοῦσαν κι ἔκλαιγαν γιὰ τὸν θάνατο τοῦ διδασκάλου τους. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι, ὅταν
ἄκουσαν ὅτι ζεῖ καὶ ὅτι αὐτὴ τὸν εἶδε, δὲν πίστεψαν στὰ λόγια της. Καὶ μετὰ ἀπ᾿
αὐτά, ἐμφανίστηκε μὲ ἄλλη μορφή, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη ποὺ εἶχε προτοῦ
σταυρωθεῖ, σὲ δύο ἀπ᾿ αὐτούς, καθὼς βάδιζαν καὶ πήγαιναν σὲ κάποιο χωράφι. Κι
ἐκεῖνοι πῆγαν καὶ τὸ ἀνήγγειλαν αὐτὸ στοὺς ὑπόλοιπους Ἀποστόλους. Ἀλλὰ οὔτε σὲ
κείνους πίστεψαν. Ὕστερα ἐμφανίστηκε στοὺς ἕντεκα μαθητές, ὅταν αὐτοὶ εἶχαν
καθίσει νὰ δειπνήσουν. Καὶ τοὺς ἐπέπληξε γιὰ τὴν ὁλιγοπιστία τους καὶ γιὰ τὴ
σκληρότητα τῆς καρδιᾶς τους, διότι δὲν πίστεψαν σ᾿ ἐκείνους ποὺ τὸν εἶδαν
ἀναστημένο. Ἔπειτα τοὺς εἶπε: Νὰ πᾶτε σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη καὶ νὰ κηρύξετε τὸ
εὐαγγέλιο σ᾿ ὅλη τὴ λογικὴ κτίση, σ᾿ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ἐκεῖνος ποὺ θὰ
πιστέψει στὸ κήρυγμά σας καὶ θὰ βαπτισθεῖ, θὰ σωθεῖ. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ δὲν θὰ
πιστέψει, θὰ καταδικασθεῖ. Καὶ σ᾿ ἐκείνους ποὺ θὰ πιστέψουν, θὰ ἀκολουθήσουν αὐτὰ
τὰ ὑπερφυσικὰ σημάδια, ποὺ θὰ ἀποδεικνύουν τὴ θεία χάρη ποὺ θὰ ἐνεργεῖ μέσα ἀπ᾿
τοὺς κήρυκες τοῦ εὐαγγελίου καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεώς τους. Αὐτοὶ μὲ τὴν
ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός μου θὰ βγάζουν δαιμόνια ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους, θὰ μιλοῦν
ξένες γλῶσσες ποὺ θὰ εἶναι γι᾿ αὐτοὺς νέες κι ἄγνωστες μέχρι τὴ στιγμὴ ἐκείνη,
θὰ πιάνουν στὰ χέρια τους φίδια φαρμακερά, χωρὶς νὰ παθαίνουν τίποτε ἀπ᾿ τὰ
δαγκώματά τους· κι ἂν ἀκόμη πιοῦν δηλητήριο ποὺ φέρνει θάνατο, δὲν θὰ πάθουν τίποτε·
θὰ βάζουν τὰ χέρια τους πάνω σὲ ἀρρώστους, κι ἐκεῖνοι θὰ γίνονται καλά. Ἀφοῦ
λοιπὸν ὁ Κύριος τοὺς μίλησε ἐπανειλημμένα καὶ τοὺς εἶπε μεταξὺ ἄλλων κι αὐτά,
ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ κάθισε στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατρός. Κι ἐκεῖνοι βγῆκαν
καὶ περιδιάβηκαν τὴν οἰκουμένη, καὶ κήρυξαν τὸ εὐαγγέλιο σὲ κάθε μέρος. Κι ὁ
Κύριος ἦταν συνεργός τους καὶ ἐπιβεβαίωνε τὸν λόγο τοῦ κηρύγματός τους μὲ τὰ
θαύματα ποὺ ἐπακολουθοῦσαν στὸ κήρυγμά τους. Ἀμήν.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, εἰ ὁ δι᾿ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος
ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν,
πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; Ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα
λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη,
συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι καὶ
Πνεύματος ῾Αγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν. Οὐ γὰρ ἀγγέλοις ὑπέταξε τὴν
οἰκουμένην τὴν μέλλουσαν, περὶ ἧς λαλοῦμεν, διεμαρτύρατο δέ πού τις λέγων· «Τί
ἐστιν ἄνθρωπος ὅτι μιμνήσκῃ αὐτοῦ, ἢ υἱὸς ἀνθρώπου ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν;
Ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν, πάντα
ὑπέταξας ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτοῦ»· ἐν γὰρ τῷ «ὑποτάξαι» αὐτῷ τὰ «πάντα» οὐδὲν
ἀφῆκεν αὐτῷ ἀνυπότακτον. Νῦν δὲ οὔπω ὁρῶμεν αὐτῷ τὰ «πάντα ὑποτεταγμένα»· τὸν
δὲ «βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλλους ἠλαττωμένον» βλέπομεν ᾿Ιησοῦν διὰ τὸ πάθημα τοῦ
θανάτου «δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφανωμένον», ὅπως χάριτι Θεοῦ ὑπὲρ παντὸς γεύσηται
θανάτου. Ἔπρεπε γὰρ αὐτῷ, δι᾿ ὃν τὰ πάντα καὶ δι᾿ οὗ τὰ πάντα, πολλοὺς υἱοὺς
εἰς δόξαν ἀγαγόντα, τὸν ἀρχηγὸν τῆς σωτηρίας αὐτῶν διὰ παθημάτων τελειῶσαι.
(Ἑβρ. β΄[2] 2 – 10)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἀδελφοί, ἀλίμονό μας ἄν πέσουμε ἔξω. Διότι, ἐάν ὁ νόμος πού ἀνήγγειλε ὁ Θεός στόν Μωυσῆ διαμέσου ἀγγέλων ἀποδείχθηκε ἔγκυρος καί ἰσχυρός, καί κάθε παράβασή
του καί παρακοή τιμωρήθηκε δίκαια μέ τήν ἀνάλογη τιμωρία, πῶς ἐμεῖς θά ξεφύγουμε τήν
τιμωρία, ἐάν ἀμελήσουμε μιά τόσο μεγάλη
καί σπουδαία σωτηρία; Τή σωτηρία αὐτή δέν μᾶς τήν γνωστοποίησαν
κάποιοι ἄγγελοι, ὅπως ἔγινε στόν νόμο, ἀλλά ἀφοῦ ἄρχισε νά τήν κηρύττει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μᾶς τήν παρέδωσαν ὡς ἀληθινή καί ἀξιόπιστη οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι πού τήν ἄκουσαν κατευθείαν ἀπό τό στόμα τοῦ Κυρίου. Καί μαζί μέ τή
μαρτυρία τῶν Ἀποστόλων πρόσθεσε τή
μαρτυρία του καί ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Αὐτός ἐπιβεβαίωνε τό κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων μέ θαύματα καί
καταπληκτικά ἔργα καί ποικίλες ὑπερφυσικές δυνάμεις καί
θεῖα χαρίσματα, τά ὁποῖα τό Ἅγιον Πνεῦμα διαμοίραζε στούς
πιστούς σύμφωνα μέ τό θέλημά του. Πρέπει λοιπόν νά προσέξουμε πολύ ποιός εἶναι αὐτός πού μᾶς κήρυξε τή σωτηρία αὐτή. Διότι ὁ Θεός δέν ὑπέταξε σέ ἀγγέλους τόν νέο κόσμο πού θά ἐγκαθίδρυε ὁ Μεσσίας, καί γιά τόν ὁποῖο μιλοῦμε, ἀλλά τόν ὑπέταξε στόν ἴδιο τόν Μεσσία. Ἔδωσε μάλιστα τή μαρτυρία
του κάποιος σ᾿ ἕνα σημεῖο τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί εἶπε: «Κύριε, ποιά ἀξία ἔχει ὁ ἄνθρωπος ὥστε νά τόν θυμᾶσαι, ἤ ὁ ἀπόγονος τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νά τόν ἐπισκέπτεσαι καί νά
φροντίζεις γι᾿ αὐτόν; Τόν ἔκανες λίγο κατώτερο ἀπό τούς ἀγγέλους καί τόν
στεφάνωσες μέ δόξα καί τιμή ὡς βασιλιά τῆς φύσεως. Ὅλα τά ὑπέταξες κάτω ἀπό τά πόδια του». Λοιπόν,
ἀφοῦ ὑπέταξε σ᾿ αὐτόν τά πάντα, δέν ἄφησε τίποτε πού νά μήν τοῦ τό ὑποτάξει. Τώρα ὅμως δέν βλέπουμε ἀκόμη νά εἶναι ὅλα ὑποταγμένα οὔτε στόν τέλειο ἐκπρόσωπο τῆς ἀνθρώπινης φύσεως Ἰησοῦ, ἀφοῦ κι αὐτός δέν ἀναγνωρίσθηκε ἀπ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους ὡς βασιλιάς καί λυτρωτής, ἀλλά καί ἡ Ἐκκλησία του διώκεται καί
δοκιμάζεται. Βλέπουμε ὅμως τόν Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος γιά ἕνα μικρό χρονικό
διάστημα, ὅταν πέθανε καί τάφηκε, ἔγινε κατώτερος ἀπό τούς ἀθάνατους ἀγγέλους, νά ἔχει στεφανωθεῖ μέ δόξα καί τιμή λόγῳ τοῦ παθήματος πού τοῦ ἐπέφερε τόν θάνατο. Καί ὑπέστη τό πάθημα τοῦ θανάτου γιά τή χάρη πού
εὐαρεστήθηκε ὁ Θεός νά δώσει στήν ἀνθρωπότητα. Γιά νά
συγχωρήσει δηλαδή ὁ Θεός τό ἀνθρώπινο γένος,
χρειάστηκε ὁ Ἰησοῦς νά γευθεῖ τό πικρό ποτήρι τοῦ θανάτου γιά κάθε ἄνθρωπο. Διότι ἔπρεπε στόν Θεό, ὁ ὁποῖος δημιούργησε τά πάντα
καί πρός τόν ὁποῖο ἀποβλέπουν τά πάντα καί ὅλα τά κατευθύνει στό ἄριστο τέλος τους, νά μήν ἀφήσει νά ματαιωθεῖ τό σχέδιό του γιά τόν ἄνθρωπο. Προκειμένου
λοιπόν νά ὁδηγήσει πολλούς ἀνθρώπους στή δόξα, ἔπρεπε νά ἀποδείξει τέλειο Σωτήρα
καί νά ἀνυψώσει σέ τέλεια δόξα τόν ἀρχηγό καί αἴτιο τῆς σωτηρίας τους. Καί ἡ ἀνύψωση αὐτή ἔγινε μέ παθήματα καί
σκληρό θάνατο. Μ’ αὐτά ὁ Ἰησοῦς Χριστός μᾶς ἐξιλέωσε γιά τίς ἁμαρτίες μας καί ἀναδείχθηκε τέλειος
Σωτήρας.
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν
ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ
καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν. πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων·
εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ
σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους. οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὃς μὲν εἰς
τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὃς δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς
δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν. ἀκούσας
δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς
φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε. τότε
λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ· ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν
ἄξιοι· πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς
διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους. καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς
τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ
γάμος ἀνακειμένων. εἰσελθὼν δὲ ὁ
βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα
γάμου· καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε,
πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη. τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις·
δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ
ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοὶ, ὀλίγοι δὲ
ἐκλεκτοί.
(Ματθ. κβ΄[22] 2 – 14)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Εἶπεν ὁ Κύριος αὐτή τὴν παραβολὴ. Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μοιάζει μὲ κάποιον ἄνθρωπο βασιλιά, ὁ ὁποῖος ἔκανε ἑορτασμοὺς γάμου γιὰ τὸ γιό του. Ἔστειλε λοιπὸν τοὺς δούλους του γιὰ νὰ καλέσει αὐτοὺς ποὺ εἶχαν προσκληθεῖ στὸ γάμο, ἀλλὰ ἐκεῖνοι δὲν ἤθελαν νὰ ἔλθουν. Ἔστειλε ξανὰ ἄλλους δούλους λέγοντας:
Πεῖτε στοὺς καλεσμένους: Ἰδού, ἑτοίμασα τὸ μεσημεριανό μου τραπέζι.
Οἱ ταῦροι μου καὶ τὰ θρεφτάρια εἶναι σφαγμένα, κι ὅλα εἶναι ἕτοιμα. Ἐλᾶτε στὸ γάμο. Αὐτοὶ ὅμως ἀδιαφόρησαν κι ἔφυγαν, ἄλλος στὸ χωράφι του κι ἄλλος στὴν ἐμπορική του ἐπιχείρηση. Καὶ οἱ ὑπόλοιποι, ἀφοῦ ἔπιασαν τοὺς δούλους του, τοὺς κακοποίησαν καὶ τοὺς σκότωσαν. Ὅταν τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ βασιλιὰς ἐκεῖνος, θύμωσε, κι ἀφοῦ ἔστειλε τὰ στρατεύματά του, ἐξολόθρευσε τοὺς φονιάδες ἐκείνους καὶ κατέκαψε τὴν πόλη τους. (Ἔτσι τιμωρήθηκαν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα, τοὺς ὁποίους ὑπονοεῖ ἡ παραβολή). Τότε λέει στοὺς δούλους. Τὸ τραπέζι τοῦ γάμου εἶναι ἕτοιμο· οἱ καλεσμένοι ὅμως δὲν ἦταν ἄξιοι νὰ πάρουν μέρος σ᾿ αὐτό. Πηγαίνετε λοιπὸν στὰ σταυροδρόμια καὶ τὰ τρίστρατα, κι ὅσους βρεῖτε ἐκεῖ, καλέστε τους στοὺς γάμους. Βγῆκαν τότε ἐκεῖνοι οἱ δοῦλοι στοὺς δρόμους καὶ μάζεψαν ὅλους ὅσους βρῆκαν, κακοὺς καὶ καλούς, καὶ γέμισε ἡ αἴθουσα τοῦ γάμου ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ κάθισαν στὸ τραπέζι. (Αὐτὸ πραγματοποιήθηκε μὲ τὴν Ἐκκλησία, στὴν ὁποία κλήθηκαν καὶ προσῆλθαν οἱ εἰδωλολάτρες ποὺ πίστεψαν). Κι ὅταν μπῆκε ὁ βασιλιὰς γιὰ νὰ δεῖ τοὺς καθισμένους στὸ τραπέζι, εἶδε ἐκεῖ κι ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δὲν φοροῦσε ἐπίσημο ἔνδυμα γάμου. Δὲν εἶχε δηλαδὴ μαζὶ μὲ τὴν πίστη καὶ τὸν καρπὸ τῆς πίστεως, δηλαδὴ τὶς ἀρετές. Καὶ τοῦ λέει: Φίλε, πῶς μπῆκες ἐδῶ μέσα χωρὶς νὰ ἔχεις ἐνδυμασία γάμου; Ἦταν εὔκολο νὰ ἀπευθυνθεῖς στὴν ὑπηρεσία μου καὶ νὰ σοῦ δώσει μιὰ τέτοια ἐνδυμασία. Κι αὐτὸς τότε ἀποστομώθηκε. Τότε ὁ βασιλιὰς εἶπε στοὺς ὑπηρέτες: Δέστε τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια του καὶ πάρτε τον καὶ ρίξτε τον ἔξω, στὸ πιὸ βαθὺ σκοτάδι, ποὺ εἶναι μακριὰ ἀπὸ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι θὰ κλαῖνε καὶ θὰ τρίζουν τὰ δόντια τους. Διότι πολλοὶ εἶναι οἱ καλεσμένοι στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, λίγοι ὅμως εἶναι οἱ ἐκλεκτοί, ποὺ ἔχουν τὶς ἀρετὲς καὶ θὰ κληρονομήσουν τὴ βασιλεία αὐτή.
