ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(2 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2026)
ΕΩΘΙΝΟΝ Θ΄
Οὔσης ὀψίας
τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ
μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων , ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ
μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς, Εἰρήνη ὑμῖν. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας
καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τόν Κύριον. εἶπεν οὖν
αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν , Εἰρήνη ὑμῖν, καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω
ὑμᾶς. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς, Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον. ἄν τινων
ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφιένται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται. Θωμᾶς δέ,
εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ' αὐτῶν ὅτε ἦλθεν Ἰησοῦς,
ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί, Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς, Ἐὰν
μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἤλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς
τὸν τύπον τῶν ἤλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρα μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ
πιστεύσω. Καὶ μεθ' ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ Θωμᾶς μετ'
αὐτῶν. ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ
εἶπεν, Εἰρήνη ὑμῖν. εἶτα λέγει τῷ Θωμᾶ, φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὦδε, καὶ ἴδε τὰς
χεῖράς μου. καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου
ἄπιστος ἀλλὰ πιστός. καὶ ἀπεκρίθη ὁ Θωμᾶς, καὶ εἶπεν αὐτῷ, Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ
Θεός μου. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, Ὅτι ἑώρακάς με πεπίστευκας, μακάριοι οἱ μὴ
ἰδόντες, καὶ πιστεύσαντες. Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς
ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστιν γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ΄ ταῦτα δὲ
γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα
πιστεύοντες, ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.
( Ἰωάν. κ΄[20] 19 – 31)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Καί ἡ μαρτυρία αὐτή τῆς Μαρίας
ἐπιβεβαιώθηκε τήν ἴδια ἡμέρα. Διότι ὅταν βράδιασε τήν ἡμέρα ἐκείνη, τήν πρώτη
τῆς ἑβδομάδος, κι ἐνῶ οἱ μαθητές ἦταν μαζεμένοι σ’ ἕνα σπίτι καί εἶχαν τίς
θύρες κλειστές ἐπειδή φοβοῦνταν τούς ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων, ἦλθε ὁ Ἰησοῦς καί
στάθηκε στή μέση καί τούς εἶπε: Ἄς ἔλθει εἰρήνη σέ σᾶς. Κι ἀφοῦ τό εἶπε αὐτό,
τούς ἔδειξε τά χέρια του καί τήν πλευρά του, γιά νά δοῦν τά σημάδια τῶν πληγῶν
καί νά πεισθοῦν ὅτι αὐτός ἦταν ὁ Διδάσκαλός τους πού σταυρώθηκε. Ἀφοῦ λοιπόν
βεβαιώθηκαν γι’ αὐτό μέ τήν ἐπίδειξη τῶν οὐλῶν του, χάρηκαν οἱ μαθητές πού
εἶδαν τόν Κύριο. Ὅταν λοιπόν οἱ μαθητές ἠρέμησαν κάπως ἀπό τήν πρώτη
σφοδρή συγκίνηση πού αἰσθάνθηκαν ἐξαιτίας τῆς μεγάλης τους χαρᾶς, τούς εἶπε
πάλι ὁ Ἰησοῦς σέ σχέση μέ τή μελλοντική τους τώρα κλήση καί ἀποστολή: Ἄς ἔλθει
εἰρήνη σέ σᾶς. Ὅπως μέ ἀπέστειλε ὁ Πατέρας μου γιά τό ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν
ἀνθρώπων, ἔτσι κι ἐγώ σᾶς στέλνω νά συνεχίσετε τό ἴδιο ἔργο. Κι ἀφοῦ τό
εἶπε αὐτό, προκειμένου νά τούς μεταδώσει τήν πνοή τῆς νέας οὐράνιας ζωῆς
ἐμφύσησε στά πρόσωπά τους, ὅπως κάποτε ὁ Θεός στό πρόσωπο τοῦ Ἀδάμ, καί τούς
εἶπε: Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον. Σ᾿ ὅποιους συγχωρήσετε τίς ἁμαρτίες, θά τούς
εἶναι συγχωρημένες κι ἀπό τόν Θεό. Σ’ ὅποιους ὅμως τίς κρατᾶτε ἀσυγχώρητες, θά
μείνουν γιά πάντα κρατημένες. Ὁ Θωμᾶς ὅμως, πού ἦταν ἕνας ἀπό τούς δώδεκα
ἀποστόλους καί τόν ὁποῖο ὀνόμαζαν Δίδυμο ὅσοι Ἑβραῖοι μιλοῦσαν τήν ἑλληνική
γλώσσα, δέν ἦταν μαζί τους ὅταν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς. Ὅταν λοιπόν τόν εἶδαν, τοῦ
ἔλεγαν οἱ ἄλλοι μαθητές: Εἴδαμε τόν Κύριο. Αὐτός ὅμως τούς ἀπάντησε: Ἐάν δέν δῶ
μέ τά μάτια μου στά χέρια του τό σημάδι τῶν καρφιῶν καί δέν βάλω τό δάχτυλό μου
στό σημάδι τῶν καρφιῶν καί δέν βάλω τό χέρι μου στήν πλευρά του, ὥστε ὄχι μόνο
μέ τά μάτια μου ἀλλά καί μέ τά δάχτυλά μου νά βεβαιωθῶ, δέν θά
πιστέψω. Πράγματι λοιπόν, ὕστερα ἀπό ὀκτώ ἡμέρες ἦταν πάλι μέσα στό σπίτι
οἱ μαθητές, καί μαζί μ’ αὐτούς ἦταν κι ὁ Θωμᾶς. Ἔρχεται λοιπόν ὁ Ἰησοῦς, ἐνῶ
ἦταν κλειστές οἱ θύρες, καί στάθηκε ἀνάμεσα στούς μαθητές καί εἶπε: Ἄς ἔλθει
εἰρήνη σέ σᾶς. Ἔπειτα λέει στόν Θωμᾶ: Φέρε τό δάχτυλό σου ἐδῶ. Ψηλάφησε
καί ἐξέτασε τά σημάδια τῶν πληγῶν μου, καί δές συγχρόνως μέ τά μάτια σου τά
χέρια μου. Φέρε τό χέρι σου κάτω ἀπό τά ἐνδύματά μου καί βάλ’ το στήν πλευρά
μου πού χτυπήθηκε ἀπό τή λόγχη. Καί μήν ἀφήνεις τόν ἑαυτό σου νά κυριευθεῖ ἀπό
τήν ἀπιστία, ὥστε νά γίνεις μόνιμα καί ἀνεπανόρθωτα ἄπιστος, ἀλλά νά προοδεύεις
καί νά στηρίζεσαι στήν πίστη, ὥστε νά γίνεις ἀμετακίνητος καί ἀδιάσειστος σ’
αὐτή. Ὁ Θωμᾶς τότε τοῦ ἀποκρίθηκε: Πιστεύω καί ὁμολογῶ ὅτι εἶσαι ὁ Κύριός
μου καί ὁ Θεός μου. Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς: Πίστεψες ἐπειδή μέ εἶδες. Μακάριοι
καί πιό εὐτυχισμένοι εἶναι ἐκεῖνοι πού πιστεύουν χωρίς νά μέ ἔχουν δεῖ μέ τά
μάτια τους, ὅπως μέ εἶδες ἐσύ. Καί θά πιστέψουν ἔτσι ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας
μου στίς γενιές πού θά ἔλθουν. Σύμφωνα λοιπόν μέ ὅσα ἐξιστορήσαμε, ἐκτός ἀπό
τό θαῦμα τῆς Ἀναστάσεώς του, ὁ Ἰησοῦς μπροστά στά μάτια τῶν μαθητῶν του ἔκανε
καί πολλά ἄλλα θαύματα πού ἀποδείκνυαν τή θεότητά του καί τά ὁποῖα δέν εἶναι
γραμμένα στό βιβλίο αὐτό. Αὐτά πού ἐκθέσαμε, γράφηκαν γιά νά πιστέψετε ὅτι
ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστός πού προκηρύχθηκε ἀπό τούς προφῆτες, ὁ μονογενής Υἱός
τοῦ Θεοῦ· κι ἔτσι πιστεύοντας νά ἔχετε ὡς ἀναφαίρετο κτῆμα σας τή νέα, θεία καί
αἰώνια ζωή, τήν ὁποία μεταδίδει ὁ ἴδιος στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων πού
ἐπικαλοῦνται τό ὄνομά του.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, Θεοῦ ἐσμεν συνεργοί· Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ
οἰκοδομή ἐστε. Κατὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δοθεῖσάν μοι ὡς σοφὸς ἀρχιτέκτων θεμέλιον τέθεικα, ἄλλος δὲ ἐποικοδομεῖ· ἕκαστος δὲ βλεπέτω πῶς ἐποικοδομεῖ· θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός. εἰ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τὸν θεμέλιον τοῦτον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται· ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται· καὶ ἑκάστου τὸ ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει. εἴ τινος τὸ ἔργον μενεῖ ὃ ἐπῳκοδόμησε, μισθὸν λήψεται· εἴ τινος τὸ ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός. Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν; εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός· ὁ γὰρ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς.
(Α΄ Κορ. γ΄[3] 9 – 17)
ΘΕΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΗ
ΟΜΙΛΙΑ
ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ
1.
ΕΡΓΑΖΕΤΑΙ Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ
Ἐμεῖς οἱ Ἀπόστολοι, λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, εἴμαστε συνεργάτες
τοῦ
Θεοῦ
στὸ
ἔργο
Του, ποὺ
ἀποβλέπει
στή
σωτηρία σας. Καὶ
ἐσεῖς εἶσθε ἀγρὸς ποὺ ἀνήκει στὸν Θεὸ καὶ καλλιεργεῖται ἀπό αὐτόν· «Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε», εἶσθε οἰκοδομὴ Θεοῦ, ποὺ κτίζεται ἀπὸ Αὐτὸν μὲ κτίστες Του ἐμᾶς. Σύμφωνα μὲ τὴν χάρη
τοῦ
Θεοῦ,
ποὺ
μοῦ
δόθηκε γιὰ
νὰ
θεμελιώνω Ἐκκλησίες
στὰ
ἔθνη,
συνεχίζει ὁ
Ἀπόστολος,
σὰν
ἔμπειρος
ἀρχιμάστορας
ἔχω
θέσει θεμέλιο σταθερό, ἀλλὰ ἄλλος συνεχίζει πάνω σ᾿
αὐτὸ τὸ θεμέλιο. Ὁ καθένας ἂς προσέχει πῶς οἰκοδομεῖ
πάνω στό
θεμέλιο. Διότι κανεὶς
δὲν
μπορεῖ
νὰ
βάλει ἄλλο
θεμέλιο ἐκτὸς ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ βρίσκεται ἀμετακίνητος στή
βάση
τῆς
οἰκοδομῆς, κι αὐτὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
ΕΙΜΑΣΤΕ
λοιπόν, ὅλοι
οἱ
πιστοί, οἰκοδομήματα
τοῦ
ἁγίου
Θεοῦ.
Σ᾿
Αὐτὸν ἀνήκουμε καὶ ἀπὸ Αὐτὸν οἰκοδομούμαστε. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός εἶναι τὸ θεμέλιο τῆς πνευματικῆς μας οἰκοδομῆς.
Εἶναι συγκλονιστικὸ καὶ μόνο νὰ τὸ σκεφθοῦμε αὐτό. Καί γιά τήν ὁλοκλήρωση
αὐτῆς τῆς οἰκοδομῆς ἐργάζεται προσωπικῶς ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Πόσο πρέπει νὰ συγκινούμαστε,
καθὼς
συναισθανόμαστε
τὸ
ἄπειρο
ἐνδιαφέρον
τοῦ
Θεοῦ
γιὰ
τὸ
οἰκοδόμημα
τῆς
ψυχῆς
μας! Γιὰ
τὴν
οἰκοδομὴ αὐτὴ τῆς ψυχῆς μας ὁ ἅγιος Θεός μᾶς ἐνισχύει μέ
πολλούς ἀνθρώπους
Του. Μᾶς
χαρίζει τοὺς
ποιμένες
τῆς
Ἐκκλησίας,
ποὺ
μᾶς
οἰκοδομοῦν στὴν ἀρετή. Μᾶς δίνει εὐκαιρίες ἁγιασμοῦ καὶ καταρτισμοῦ. Μᾶς χαρίζει τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν Χάρη
τῶν
ὁποίων
καὶ
μόνο μποροῦμε
νὰ
τελειοποιοῦμε
τὸ
οἰκοδόμημα
τῆς
ψυχῆς
μας. Αὐτὸς κάνει τά
πάντα γιὰ
μᾶς.
Και τί ζητᾷ
ἀπὸ ἐμᾶς; Δύο πράγματα: Τὸ πρῶτο, νὰ μένουμε προσηλωμένοι σ᾿
Αὐτόν,
ποὺ
εἶναι
τὸ
θεμέλιο τοῦ
οἰκοδομήματός
μας. Χωρίς μεταπτώσεις, κλονισμούς καί
κλυδωνισμούς. Χωρίς ἐπικίνδυνες
δοκιμές. Καὶ
τὸ
δεύτερο, νὰ
συνεργαζόμαστε
μαζί Του στὸ
μεγάλο καὶ
ἱερὸ αὐτὸ ἔργο τῆς πνευματικῆς οἰκοδομῆς
μας, ὅπως
μᾶς
λέγει στή
συνέχεια ὁ
θεῖος
Απόστολος.
2.
ΜΕ ΤΙ ΥΛΙΚΑ ΚΤΙΖΟΥΜΕ;
Ἐὰν λοιπὸν κανείς, συνεχίζει ὁ θεῖος Ἀπόστολος, κτίζει πάνω στό
θεμέλιο αὐτὸ μὲ ὑλικά πολύτιμα σὰν τὸ χρυσάφι ἢ τὸ ἀσήμι ἢ τοὺς πολύτιμους λίθους, ἢ ξύλα, ἄχυρα ἢ καλάμια, «ἑκάστου τὸ ἔργον φανερόν γενήσεται», τοῦ καθενός τὸ ἔργο θὰ γίνει φανερό. Διότι ἡ ἡμέρα τῆς Κρίσεως θὰ τὸ ξεσκεπάσει καὶ θὰ τὸ φανερώσει. «Ἑκάστου τὸ ἔργον ὁποῖον ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει» τοῦ καθενὸς τὸ ἔργο τί εἶναι θὰ τὸ φανερώσει ὁ Θεὸς μὲ τὴν δίκαιη Κρίση
Του, ἡ
ὁποία,
ὅπως
ἡ
φωτιὰ
κατακαίει κάθε εὔφλεκτο
ὑλικό,
καὶ
αὐτὴ θά κάψει καὶ θὰ καταδικάσει κάθε ἀδικία καὶ ὑποκρισία.
Ἐὰν τὸ ἔργο κάποιου θὰ μένει καὶ δὲν θὰ καίεται ἀπὸ τὸ πῦρ τῆς θείας κρίσης,
αὐτὸς θὰ λάβει μισθό. Ἐὰν τὸ ἔργο κάποιου ἄλλου
κατακαεῖ,
αὐτὸς θὰ σωθεῖ
μόλις και μετά βίας, σὰν
ἐκεῖνον ποὺ περνᾷ μέσα ἀπὸ τὶς φλόγες καί
διατρέχει μεγάλο κίνδυνο. Ἔτσι
κι αὐτὸς θὰ σωθεῖ,
ἐὰν
τελικῶς
ἀντέξει
στὸ
πῦρ
τῆς
θείας κρίσεως. Δέν
γνωρίζετε ἀπὸ τὴν πεῖρα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς σας, συνεχίζει ὁ Ἀπόστολος, ὅτι εἶσθε ναὸς τοῦ Θεοῦ καί ὅτι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ μέσα σας; Ἐὰν λοιπὸν κανεὶς μὲ τὴν πλανεμένη διδασκαλία του
καὶ
τοὺς
φατριασμούς του καταστρέφει τὸν
ναὸ
τοῦ
Θεοῦ,
θὰ
τὸν
καταστρέψει ὁ
Θεός. Διότι ὁ
ναός τοῦ
Θεοῦ
εἶναι
ἅγιος.
Καὶ τέτοιος
ναὸς
τοῦ
Θεοῦ
ἅγιος
εἶσθε
σεῖς.
ΕΙΜΑΣΤΕ
λοιπὸν
ναὸς
τοῦ
Θεοῦ,
ἱερὸ οἰκοδόμημα, μέ
θεμέλιο τόν
Κύριό μας. Ἀλλὰ ἐμεῖς τί ὑλικὰ βάζουμε πάνω σ᾿
αὐτὸ τὸ θεϊκό θεμέλιο; Πάνω στὸ ἴδιο θεμέλιο ἄλλος μπορεῖ νὰ κτίσει παλάτι μὲ χρυσό και μάρμαρα, κι ἄλλος μπορεῖ νὰ στήσει ἀχυροκαλύβα. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι τὸ ἔργο τῆς πνευματικῆς μας οἰκοδομῆς πρέπει νὰ τὸ ἐργαζόμαστε
μὲ
τὴ
μεγαλύτερη δυνατὴ
ἐπιμέλεια.
Νὰ
δίνουμε ὅ,τι
καλύτερο ἔχουμε
στόν
Χριστό. Νὰ
ἀγαπήσουμε
τὸ
ἔργο
αὐτὸ ὅσο μποροῦμε περισσότερο. Καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε
γιά
τήν
καταπολέμηση
τῶν
παθῶν
μας καί τήν ἀπόκτηση
τῶν
ἀρετῶν μὲ τὸν καλύτερο δυνατό τρόπο. Μὲ πλήρη ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ στόν
Πνευματικό μας. Χωρίς ραθυμία καὶ
ἀδιαφορία,
ἀλλὰ μὲ ζῆλο καὶ ἀγάπη.
Μὲ τί λοιπὸν κτίζουμε ἐμεῖς τὸ οἰκοδόμημα τῆς ψυχῆς μας; Μήπως χρησιμοποιοῦμε ὑλικὰ τρίτης διαλογῆς;
Τί ποιότητα ἔχει
τὸ
ἔργο
μας; Διότι τὸ
οἰκοδόμημα
τῆς
ψυχῆς
μας δέν
κτίζεται σέ
μία μέρα βιαστικὰ
καὶ
πρόχειρα, ἀλλὰ χρειάζεται χρόνο καὶ ἐπιμέλεια.
Ἂς αναφέρουμε κάποια
παραδείγματα: Καθώς μελετοῦμε
τὸν
λόγο τοῦ
Θεοῦ,
μέ
πόσο ζῆλο
ἆραγε
ἐπιδιώκουμε
νὰ
κάνουμε κτῆμα
μας τὶς
ἀρετὲς στὶς ὁποῖες μᾶς καλεῖ; Καθώς προσερχόμαστε στήν
ἱερὰ Ἐξομολόγηση,
πόσο εἴμαστε
ἕτοιμοι
νὰ
ἀποδεχθοῦμε τὶς συμβουλὲς τοῦ Πνευματικοῦ μας καὶ νὰ ἀγωνισθοῦμε νὰ οἰκοδομήσουμε νέα ζωή; Πόσο
δυνατές ἀποφάσεις
παίρνουμε γιά
τή
ζωή μας; Μὲ
πόση δύναμη
καταπολεμοῦμε
τὰ
πάθη μας καὶ
ἀγωνιζόμαστε
γιὰ
τὴν
ἀπόκτηση
τῶν
ἀρετῶν; Ἂς ἐργασθοῦμε λοιπόν, ἀδελφοί, μέ ὅλες μας τίς
δυνάμεις, νὰ
προσφέρουμε ὅ,τι
καλύτερο γιὰ
τὸ
οἰκοδόμημα
τῆς
ψυχῆς
μας.
(Διασκευὴ
ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους. καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος κατ' ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ. τὸ δὲ πλοῖον ἤδη μέσον τῆς θαλάσσης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος. τετάρτῃ δὲ φυλακῇ τῆς νυκτὸς ἀπῆλθε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης. καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ μαθηταὶ ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν. εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε. ἀποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν
με πρὸς
σὲ ἐλθεῖν
ἐπὶ
τὰ ὕδατα· ὁ δὲ εἶπεν,
Ἐλθέ. καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα ἐλθεῖν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με. εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· Ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας; καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος. οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες·
Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ. Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρέτ.
(Ματθ. ιδ΄[14] 22 – 34)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Κι ἀμέσως
ὁ Ἰησοῦς, γιὰ νὰ μὴν παρασυρθοῦν οἱ μαθητές του ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμὸ
τοῦ πλήθους πού ἤθελε νὰ τὸν ἀνακηρύξει βασιλιά, τοὺς ἀνάγκασε νὰ
μποῦν στὸ πλοῖο καὶ νὰ περάσουν πρὶν ἀπ' αὐτὸν στὸ ἀπέναντι μέρος τῆς
λίμνης, ὡσότου αὐτὸς διαλύσει τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ. Κι ἀφοῦ διέλυσε τὰ πλήθη, ἀνέβηκε στὸ βουνὸ
γιὰ νὰ προσευχηθεῖ μόνος του. Κι ὅταν βράδιασε καλά,
ἦταν μόνος του ἐκεῖ. Τὸ πλοῖο ὅμως εἶχε προχωρήσει πλέον στὴ μέση τῆς λίμνης καὶ συνταρασσόταν ἀπὸ τὰ κύματα. Διότι ἦταν ἀντίθετος ὁ ἄνεμος. Καὶ στὸ τελευταῖο
τρίωρο τῆς νύχτας, ὅταν τὸ τέταρτο τμῆμα τῶν σκοπῶν παραλαμβάνει τὴ στρατιωτικὴ φρουρά, ὁ Ἰησοῦς ἔφυγε ἀπ' τὸ βουνὸ καὶ ἦλθε πρὸς αὐτοὺς
περπατώντας πάνω στὴ θάλασσα,
σὰν νὰ ἦταν
ἡ θάλασσα
στεριά. Ὅταν λοιπὸν τὸν εἶδαν οἱ μαθητὲς νὰ περπατάει πάνω στὴ θάλασσα, ταράχθηκαν λέγοντας ὅτι αὐτὸ πού ἔβλεπαν εἶναι φάντασμα. Κι ἀπ’ τό
φόβο τους ἔβγαλαν κραυγή. Ἀμέσως ὅμως τοὺς μίλησε
ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἶπε: Ἔχετε θάρρος, ἐγώ εἶμαι, μὴ φοβάστε. Τότε τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Πέτρος:
Κύριε, ἐὰν εἶσαι ἐσύ, δῶσε μου ἐντολὴ
νὰ ἔλθω κοντά σου περπατώντας πάνω στὰ νερά. Ὁ Κύριος τοῦ εἶπε: Ἔλα. Καὶ τότε ὁ Πέτρος κατέβηκε ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ περπάτησε
πάνω στὰ νερὰ γιὰ νὰ ἔλθει κοντὰ στὸν Ἰησοῦ.
Ἀλλὰ ὅταν εἶδε
τὸν ἀέρα πόσο δυνατὸς ἦταν, κλονίστηκε ἡ πίστη του καὶ φοβήθηκε, καὶ καθὼς ἄρχισε νὰ βουλιάζει,
φώναξε δυνατά: Κύριε, σῶσε με, διότι
κινδυνεύω νὰ πνιγῶ.
Ἀμέσως ὁ Ἰησοῦς ἅπλωσε τὸ χέρι
του, τὸν ἔπιασε καί τοῦ εἶπε: Ὀλιγόπιστε, γιατί δείλιασες; Κι ὅταν ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Πέτρος μπῆκαν στὸ πλοῖο, ἡσύχασε
ὁ ἄνεμος. Τότε ὅσοι ἦταν ἤδη στὸ πλοῖο
ἦλθαν καὶ τὸν προσκύνησαν
μὲ πολλὴ εὐλάβεια λέγοντας:
Ἀληθινά, εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Κι ἀφοῦ πέρασαν ἀπ' τὸ ἕνα
μέρος
τῆς λίμνης στὸ ἄλλο, ἦλθαν
στὴ χώρα Γεννησαρέτ.