Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

(5 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026)


 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΟΥ ΟΡΘΡΟΥ (ΒΑΪΩΝ)

Τ καιρ κείν, τε γγισεν ησος ες εροσλυμα κα λθον ες Βηθσφαγ ες τ ρος τν λαιν, ττε ησος πστειλε δο μαθητς 2λγων ατος· Πορεεθητε ες τν κμην τν πναντι μν, κα εθως ερσετε νον δεδεμνην κα πλον μετ' ατς· λσαντες γγετ μοι. 3κα ἐάν τις μν επ τι, ρετε τι Κριος ατν χρεαν χει· εθως δ ποστελε ατος. 4Τοτο δ λον γγονεν να πληρωθ τ ηθν δι το προφτου λγοντος· 5επατε τ θυγατρ Σιν, δο βασιλες σου ρχετα σοι, πρας κα πιβεβηκς π νον κα πλον υἱὸν ποζυγου. 6πορευθντες δ ο μαθητα κα ποισαντες καθς προσταξεν ατος ησος, 7γαγον τν νον κα τν πλον, κα πθηκαν πνω ατν τ μτια ατν, κα πεκθισεν πνω ατν. 8 δ πλεστος χλος στρωσαν αυτν τ μτια ν τ δ, λλοι δ κοπτον κλδους π τν δνδρων κα στρννυον ν τ δ9ο δ χλοι ο προγοντες (ατν) κα ο κολουθοντες κραζον λγοντες· σανν τ υἱῷ Δαυδ· ελογημνος ρχμενος ν νματι Κυρου· σανν ν τος ψστοις. 10κα εσελθντος ατο ες εροσλυμα σεσθη πσα πλις λγουσα· Τς στιν οτος; 11ο δ χλοι λεγον· Οτς στιν ησος προφτης π Ναζαρτ τς Γαλιλαας. 15δντες δ ο ρχιερες κα ο γραμματες τ θαυμσια ποησε κα τος παδας κρζοντας ν τ ερ κα λγοντας, σανν τ υἱῷ Δαυδ, γανκτησαν 16κα επον ατ· κοεις τ οτοι λγουσιν; δ ησος λγει ατος· Να· οδποτε νγνωτε τι κ στματος νηπων κα θηλαζντων κατηρτσω ανον; 17κα καταλιπν ατος ξλθεν ξω τς πλεως ες Βηθαναν κα ηλσθη κε.

(Ματθ. κα΄[21] 1 - 11, 15 – 17)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ, ταν πλησίασαν στ εροσόλυμα κα λθαν στ Βηθσφαγ, κοντ στ ρος τν λαιν, τότε ησος πέστειλε δύο μαθητς. 2 κα τος επε: Πηγαίνετε στ χωρι πο βλέπετε πέναντί σας, κι μέσως θ βρετε να θηλυκ γαϊδούρι δεμένο κι να πουλάρι μαζί του. Λύστε το κα φέρτε μου κα τ δύο δ. 3 Κι ν σς πε κανες τίποτε, θ πετε τι Κύριος τ χρειάζεται κι μέσως θ σς τ στείλει πίσω. 4 Κι ατ λο γινε γι ν πραγματοποιηθε κενο πο προφήτευσε προφήτης λέγοντας: 5 Πετε στ θυγατέρα Σιών, δηλαδ στν ερουσαλήμ: δο βασιλιάς σου, Μεσσίας, ρχεται σ σένα πράος κα καθισμένος πάνω σ γαϊδούρι κα σ πουλάρι, γέννημα ζώου πο μπκε σ ζυγό. 6 Κι φο πγαν ο μαθητς κι καναν πως τος διέταξε ησος, 7 φεραν τ γαϊδούρι κα τ πουλάρι, κι πειδ δν ξεραν σ ποι π τ δύο θ καθίσει διδάσκαλος, βαλαν τ ξωτερικά τους νδύματα πάνω σ᾿ ατά, κα ησος κάθισε πάνω στ νδύματα πο εχαν τεθε στ πουλάρι. 8 Στ μεταξ ο περισσότεροι π τ πλθος το λαο στρωσαν στ δρόμο π τν ποο περνοσε ησος τ ξωτερικά τους ροχα, γι ν περάσει πάνω π᾿ ατά. ν λλοι κοβαν κλαδι π᾿ τ δέντρα κα τ στρωναν στ δρόμο. 9 Κα τ πλήθη το λαο, σα προπορεύονταν κα σα κολουθοσαν, μ δυνατς φωνς κραύγαζαν: Δόξα στν πόγονο το Δαβίδ, πο περιμέναμε ως τώρα. Δοξασμένος ν εναι ατς πο ρχεται σταλμένος π τν Κύριο. Δόξα στ Θε ς κράζουν κα ο γγελοι πο βρίσκονται στ ψηλότερα μέρη το ορανο. 10 Κι ταν ησος μπκε στ εροσόλυμα, ξεσηκώθηκαν λοι ο κάτοικοι τς πόλεως λέγοντας: Ποις εναι ατός; 11 Κα τ πλήθη το λαο λεγαν: Ατς εναι ησος προφήτης, πο κατάγεται π τ Ναζαρτ τς Γαλιλαίας.

15 ταν μως εδαν ο ρχιερες κα ο γραμματες τ θαυμαστ ργα πο κανε ησος, κα τ παιδι πο φώναζαν μέσα στ ερ κι λεγαν «δόξα στν πόγονο το Δαβίδ», γανάκτησαν 16 κα το επαν: κος τί λένε ατοί; Κι ησος τος λέει: Ναί. Δν διαβάσατε ποτ κενο πο λέει τι π τ στόμα νηπίων κα μικρν παιδιν πο θηλάζουν κόμα φτιαξες, Θεέ, τέλειο μνο; Γιατί λοιπν γανακτετε, σν ν νέχομαι κάτι πο δν τ προφήτευσε τ Πνεμα το Θεο; 17 Κι φο τούς φησε, βγκε ξω πό τήν πόλη καί πγε στή Βηθανία, που πέρασε τή νύχτα του κε.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Ἀδελφοί, χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε. τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις. ὁ Κύριος ἐγγύς. μηδὲν μεριμνᾶτε, ἀλλ᾿ ἐν παντὶ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει μετὰ εὐ­χα­ρι­στί­ας τὰ αἰ­τή­μα­τα ὑ­μῶν γνω­ρι­ζέ­σθω πρὸς τὸν Θε­όν, καὶ ἡ εἰ­ρή­νη τοῦ Θε­οῦ ἡ ὑπε­ρέ­χου­σα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε· ἃ καὶ ἐμάθετε καὶ παρελάβετε καὶ ἠκούσατε καὶ εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν.                                                        

 (Φιλιπ. δ΄[4] 4-9)

 

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΥΠΟΔΟΧΗ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ

Σήμερα, Κυριακή τῶν Βαΐων, ὁ Κύριός μας εἰσέρχεται ὡς βασιλεὺς τῆς δόξης στὴν ἁγία πόλι Ἱερουσαλήμ. Ἀμέτρητα πλήθη λαοῦ Τὸν ὑποδέχονται μετὰ βαΐων και κλάδων, κραυγάζοντας μὲ ἐνθουσιασμό: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος». Αὐτὸν ἂς ὑποδεχθοῦμε κι ἐμεῖς σήμερα νοερῶς κι ἂς συμπορευθοῦμε μαζί Του στὸν ἀνηφορικό δρόμο τοῦ ἁγίου Πάθους Του. Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας ἐντάσσεται μέσα στὸ γενικὸ αὐτὸ κλίμα τῆς χαρᾶς, διότι ὁ Κύριος μὲ τὴν θριαμβευτική Του αὐτὴ εἴσοδο προμηνύει την λαμπροφόρο ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως. 

1. Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

«Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε», μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Χαίρετε πάντοτε τὴν χαρὰ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἕνωση καὶ κοινωνία σας μὲ τὸν Κύριο. Ἡ ἐπιείκειά σας καὶ ἡ ὑποχωρητικότητά σας ἂς γίνει γνωστή σ᾿ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀκόμη καὶ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀπίστους. Διότι «ὁ Κύριος ἐγγύς», πλησιάζει νὰ ἔλθει. 

ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ λοιπὸν ὁ Κύριος. Βέβαια ἐδῶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρεται στήν μεγαλειώδη ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ὅπου θὰ ἀντικρίσουμε ὅλοι τόν ποθητό μας Κύριο ὄχι κρυμμένο μέσα στήν πτωχεία τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἀλλὰ ἀπαστράπτοντα μέσα στή δόξα τῆς θεότητος· δορυφορούμενο ἀπὸ τίς στρατιὲς τῶν ἀγγέλων. 

Ἀλλὰ καὶ ἡ σημερινὴ ἡμέρα, ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων, εἶναι μιὰ προεικόνιση αὐτῆς τῆς δόξης τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος εἰσέρχεται στὴν ἁγία πόλη ὄχι ὡς βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ὅπως νομίζουν τὰ ἀλαλάζοντα πλήθη, ἀλλὰ ὡς ὁ μοναδικός, αἰώνιος βασιλεὺς τοῦ κόσμου. Μιᾶς βασιλείας πνευματικῆς στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, βασιλείας αἰωνίου. 

Τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ βέβαια δέν μποροῦν νὰ καταλάβουν τὴ μεγάλη αὐτὴ ἀλήθεια· οὔτε κἂν νὰ ὑποψιασθοῦν ὅτι μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες αὐτὸς ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης θὰ ταπεινωθεῖ, θὰ σταυρωθεῖ, θὰ χύσει τὸ αἷμα Του γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ἐμεῖς ὅμως τὸ ξέρουμε. Ξέρουμε ὅτι ὁ Κύριός μας θὰ ἀναδειχθεῖ πραγματικός βασιλεὺς ὄχι πάνω σὲ ἅρμα βασιλικό, ἀλλὰ πάνω σὲ θρόνο μαρτυρικό, τόν τίμιο Σταυρό Του. Ἐκεῖ, στὸν Γολγοθᾶ, ὡς ἀληθινὸς βασιλεὺς θὰ συντρίψει τὴν ἁμαρτία, τὸν διάβολο καὶ τὸν θάνατο. Ἂς ὑποδεχθοῦμε λοιπὸν κι ἐμεῖς μὲ φόβο καὶ δέος τὸν βασιλέα τῶν βασιλευόντων, μὲ ὁλοκληρωτικὴ ἀφοσίωση καὶ ἀγάπη. «Ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται...» Τίποτε ἄλλο νὰ μὴν κυριαρχεῖ στὸ νοῦ μας, καμμία μέριμνα, ὅπως μᾶς λέγει στή συνέχεια ὁ θεῖος Ἀπόστολος. 

2. ΑΦΩΣΙΩΜΕΝΟΙ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ

«Μηδὲν μεριμνᾶτε» μᾶς λέγει· μήν κατακυριεύεσθε ἀπὸ ἀγωνιώδη φροντίδα γιὰ τίποτε, ἀλλὰ γιὰ κάθε τι ποὺ σᾶς παρουσιάζεται, κάνετε γνωστὰ τὰ αἰτήματά σας στὸν Θεὸ μὲ προσευχές, οἱ ὁποῖες πρέπει νὰ συνοδεύονται καὶ μὲ εὐχαριστία γιά ὅσα ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε. Καὶ ἔτσι, ὅταν ἐμπιστεύεσθε τὸν ἑαυτό σας στὸν Θεό, ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας τὴν τελειότητα δὲν μπορεῖ νὰ νιώσει κανείς νοῦς, εἴτε ἀνθρώπινος εἴτε ἀγγελικός, θὰ φρουρήσει τὶς καρδιές σας καὶ τὶς σκέψεις σας, ἐφ' ὅσον μένετε ἑνωμένοι μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. 

Καί τώρα ἀπομένει, ἀδελφοί μου, καταλήγει ὁ θεῖος Ἀπόστολος, νὰ σᾶς ἀπευθύνω καὶ μία ἄλλη προτροπή. Όσα εἶναι ἀληθινά, σεμνά και σεβαστά, ὅσα εἶναι δίκαια, ἀμόλυντα καὶ ἁγνά, ὅσα εἶναι προσφιλή στὸν Θεὸ καὶ στοὺς καλοὺς ἀνθρώπους, ὅσα ἔχουν καλή φήμη, καὶ κάθε ἄλλη ἀρετὴ καὶ ἔργο ἀγαθὸ ποὺ εἶναι ἀξιέπαινο, αὐτὰ νὰ συλλογίζεσθε, αὐτὰ νά ἐφαρμόζετε καὶ στὴ ζωή σας. Όσα μάθατε καὶ παρελάβατε μὲ την προφορική διδασκαλία μου, καὶ τὰ ἀκούσατε καὶ τὰ εἴδατε στὴν ὅλη συμπεριφορά μου, αὐτὰ καὶ νὰ κάνετε. Καὶ τότε «ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν», θὰ εἶναι μαζί σας. 

ΚΑΜΜΙΑ ἀγωνιώδη μέριμνα λοιπὸν μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος δὲν πρέπει νὰ ἔχουμε, ἀλλὰ ἡ σκέψη μας καὶ ἡ καρδιά μας νὰ εἶναι στραμμένη πρὸς τὸν Κύριο. Βέβαια αὐτὴ τὴν προτροπή τοῦ Ἀποστόλου πρέπει νὰ τὴν ἐφαρμόζουμε σ᾿ ὅλη μας τή ζωή. Ἰδιαιτέρως ὅμως θὰ πρέπει νὰ τὴν λάβουμε πολύ σοβαρὰ ὑπ᾿ ὄψη μας τώρα τίς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Διότι δυστυχῶς πολλοὶ ἄνθρωποι τίς ἡμέρες αὐτὲς πνίγονται μέσα στίς βιοτικές τους μέριμνες. Ἀγωνιοῦν νὰ προλάβουν τὶς ἐργασίες τους, νὰ τακτοποιήσουν τὸ σπίτι, νὰ ἑτοιμάσουν τὰ δῶρα, τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὸ πασχαλιάτικο τραπέζι, τά γλυκά, καὶ τόσα ἄλλα! Ἀφοσιώνονται σέ τόσες φροντίδες κι ἀφήνουν κάποιες ὑπέροχες κατανυκτικὲς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀφήνουν τὸν Κύριο νὰ πορεύεται μόνος Του πρὸς τὸ πάθος. 

«Μηδὲν μεριμνᾶτε» λοιπόν. Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα νά βιώσουμε τὰ σεπτὰ καὶ φρικτὰ πάθη τοῦ Κυρίου μας μέ προσευχὴ καὶ Ἐσωστρέφεια. Ὅλα τὰ ἄλλα σὲ δεύτερη μοίρα. Ὁ Κύριος μᾶς περιμένει καθημερινὰ στὶς κατανυκτικὲς Ἀκολουθίες τῶν Ἁγίων Παθῶν. Μᾶς περιμένει νὰ κλαύσουμε κάτω ἀπὸ τὸν Τίμιο Σταυρό Του ὄχι τόσο γιὰ τὸ δικό του ἄχραντο πάθος, ἀλλὰ γιὰ τὰ δικά μας ἁμαρτωλὰ πάθη. Μᾶς περιμένει νὰ προσέλθουμε μὲ μετάνοια καὶ ἀποφάσεις στὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως. Μᾶς περιμένει στό μυστικό του Δεῖπνο νὰ γίνουμε μέτοχοι τοῦ θείου σώματος καὶ αἵματός Του, ὥστε νὰ ἀναστηθοῦμε κι ἐμεῖς στὴ Βασιλεία Του μὲ τὴ χαρά μας τετελειωμένη καὶ αἰώνια.

   (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Πρὸ ἓξ ἡ­με­ρῶν τοῦ πά­σχα ἦλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς εἰς Βη­θα­νί­αν, ὅ­που ἦν Λάζαρος ὁ τε­θνη­κώς, ὃν ἤ­γει­ρεν ἐκ νε­κρῶν. Ἐπο­ί­η­σαν οὖν αὐ­τῷ δεῖ­πνον ἐ­κεῖ, καὶ ἡ Μάρθα δι­η­κό­νει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν ἐκ τῶν ἀ­να­κει­μέ­νων σὺν αὐ­τῷ. ἡ οὖν Μα­ρί­α, λα­βοῦ­σα λί­τραν μύ­ρου νάρ­δου πι­στι­κῆς πο­λυ­τί­μου, ἤ­λει­ψε τοὺς πό­δας τοῦ Ἰ­η­σοῦ καὶ ἐ­ξέ­μα­ξε ταῖς θρι­ξὶν αὐ­τῆς τοὺς πό­δας αὐ­τοῦ· ἡ δὲ οἰ­κί­α ἐ­πλη­ρώ­θη ἐκ τῆς ὀ­σμῆς τοῦ μύ­ρου. λέ­γει οὖν εἷς ἐκ τῶν μα­θη­τῶν αὐ­τοῦ, Ἰ­ο­ύ­δας Σίμωνος Ἰ­σκα­ρι­ώ­της, ὁ μέλ­λων αὐ­τὸν πα­ρα­δι­δό­ναι· Δια­τί τοῦ­το τὸ μύ­ρον οὐκ ἐ­πρά­θη τρι­α­κο­σί­ων δη­να­ρί­ων καὶ ἐ­δό­θη πτω­χοῖς; εἶ­πε δὲ τοῦ­το οὐχ ὅ­τι πε­ρὶ τῶν πτω­χῶν ἔ­με­λεν αὐ­τῷ, ἀλ­λ’ ὅ­τι κλέ­πτης ἦν, καὶ τὸ γλωσ­σό­κο­μον εἶ­χε καὶ τὰ βαλ­λό­με­να ἐ­βά­στα­ζεν. εἶ­πεν οὖν ὁ Ἰ­η­σοῦς· Ἄ­φες αὐ­τήν, εἰς τὴν ἡ­μέ­ραν τοῦ ἐν­τα­φια­σμοῦ μου τε­τή­ρη­κεν αὐ­τό. τοὺς πτω­χοὺς γὰρ πάν­το­τε ἔ­χε­τε με­θ’ ἑαυ­τῶν, ἐ­μὲ δὲ οὐ πάν­το­τε ἔ­χε­τε. Ἔ­γνω οὖν ὄ­χλος πο­λὺς ἐκ τῶν Ἰ­ου­δα­ί­ων ὅ­τι ἐ­κεῖ ἐ­στι, καὶ ἦλ­θον οὐ διὰ τὸν Ἰ­η­σοῦν μό­νον, ἀλ­λ’ ἵ­να καὶ τὸν Λάζαρον ἴ­δω­σιν ὃν ἤ­γει­ρεν ἐκ νε­κρῶν. ἐ­βου­λε­ύ­σαν­το δὲ οἱ ἀρ­χι­ε­ρεῖς ἵ­να καὶ τὸν Λάζαρον ἀ­πο­κτε­ί­νω­σιν, ὅ­τι πολ­λοὶ δι’ αὐ­τὸν ὑ­πῆ­γον τῶν Ἰ­ου­δα­ί­ων καὶ ἐ­πί­στευ­ον εἰς τὸν Ἰ­η­σοῦν. Τῇ ἐ­πα­ύ­ριον ὄ­χλος πο­λὺς ὁ ἐλ­θὼν εἰς τὴν ἑ­ορ­τήν, ἀ­κο­ύ­σαν­τες ὅ­τι ἔρ­χε­ται Ἰ­η­σοῦς εἰς Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ἔ­λα­βον τὰ βαΐ­α τῶν φοι­νί­κων καὶ ἐ­ξῆλ­θον εἰς ὑ­πάν­τη­σιν αὐ­τῷ, καὶ ἐ­κραύ­γα­ζον· Ὡ­σαν­νά· εὐ­λο­γη­μέ­νος ὁ ἐρ­χό­με­νος ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου, ὁ βα­σι­λεὺς τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ. εὑ­ρὼν δὲ ὁ Ἰ­η­σοῦς ὀ­νά­ριον ἐ­κά­θι­σεν ἐ­π' αὐ­τό, κα­θώς ἐ­στι γε­γραμ­μέ­νον· Μὴ φο­βοῦ, θύ­γα­τερ Σι­ών· ἰ­δοὺ ὁ βα­σι­λε­ύς σου ἔρ­χε­ται κα­θή­με­νος ἐ­πὶ πῶ­λον ὄ­νου. Ταῦ­τα δὲ οὐκ ἔ­γνω­σαν οἱ μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ τὸ πρῶ­τον, ἀλ­λ' ὅ­τε ἐ­δο­ξά­σθη ὁ Ἰ­η­σοῦς, τό­τε ἐ­μνή­σθη­σαν ὅ­τι ταῦ­τα ἦν ἐ­π' αὐ­τῷ γε­γραμ­μέ­να, καὶ ταῦ­τα ἐ­ποί­η­σαν αὐ­τῷ. Ἐ­μαρ­τύ­ρει οὖν ὁ ὄ­χλος ὁ ὢν με­τ’ αὐ­τοῦ ὅ­τε τὸν Λάζαρον ἐ­φώ­νη­σεν ἐκ τοῦ μνη­με­ί­ου καὶ ἤ­γει­ρεν αὐ­τὸν ἐκ νε­κρῶν. διὰ τοῦ­το καὶ ὑ­πήν­τη­σεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.

                                                 (Ἰωάν. ιβ΄[12] 1 – 18)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

          Ἕξι ἡμέρες πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἑ­ορ­τὴ τοῦ Πά­σχα ἦλ­θε ὁ Ἰ­η­σοῦς στὴ Βη­θα­νί­α, ὅ­που ἔ­με­νε ὁ Λά­ζα­ρος ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει καὶ ὁ Κύ­ριος τὸν εἶ­χε ἀ­να­στή­σει ἀ­πὸ τοὺς νε­κρούς. Οἱ συγ­γε­νεῖς λοι­πὸν τοῦ Λα­ζά­ρου, ἐ­πει­δὴ αἰ­σθά­νον­ταν με­γά­λο σε­βα­σμὸ καὶ εὐ­γνω­μο­σύ­νη πρὸς τὸν Ἰησοῦ γιὰ τὸ θαῦ­μα ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­τε­λέ­σει, τοῦ ἔ­κα­ναν δεῖ­πνο ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρ­θα ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε. Ὁ Λά­ζα­ρος μά­λι­στα ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους ποὺ κά­θον­ταν καὶ ἔ­τρω­γαν στὸ τρα­πέ­ζι μα­ζί του. Στὸ με­τα­ξὺ ἡ Μα­ρί­α, ἀφοῦ ἀ­γό­ρα­σε γύ­ρω στὰ τρι­α­κό­σια εἴ­κο­σι πέν­τε γραμ­μά­ρια μύ­ρο κα­τα­σκευ­α­σμέ­νο ἀ­πὸ νάρ­δο (εἶ­δος τοῦ ἀ­ρω­μα­τι­κοῦ φυ­τοῦ τῆς βα­λε­ριά­νας), μύ­ρο γνή­σιο, ἀ­νό­θευ­το καὶ πά­ρα πο­λὺ ἀ­κρι­βό, ἄ­λει­ψε μ' αὐ­τὸ τὰ πό­δια τοῦ Ἰ­η­σοῦ. Κι ἔ­πει­τα, ἐκ­δη­λώ­νον­τας τὴ βα­θιὰ τα­πεί­νω­σή της πρὸς τὸν Κύ­ριο, σκού­πι­σε μὲ τὰ μαλ­λιὰ της τὰ πό­δια του. Κι ὅ­λο τὸ σπί­τι τό­τε  γέ­μι­σε  ἀ­πὸ  τὴν  εὐ­ω­δί­α  τοῦ  μύ­ρου. Ὕ­στε­ρα  λοι­πὸν  ἀ­πὸ τὴν πρά­ξη αὐ­τὴ τῆς Μα­ρί­ας εἶ­πε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς μα­θη­τές του, ὁ Ἰ­ού­δας ὁ γιὸς τοῦ Σίμωνος ὁ Ἰ­σκα­ρι­ώ­της, ἐ­κεῖ­νος ποὺ σκό­πευ­ε νὰ τὸν προ­δώ­σει καὶ νὰ τὸν πα­ρα­δώ­σει στοὺς σταυ­ρω­τές του: Ἀν­τὶ νὰ χυ­θεῖ καὶ νὰ σπα­τα­λη­θεῖ ἄ­σκο­πα τὸ μύ­ρο αὐ­τό, για­τί δὲν που­λή­θη­κε στὴν τι­μὴ τῶν τρι­α­κο­σί­ων δη­να­ρί­ων, δη­λα­δὴ τρι­α­κο­σί­ων ἡ­με ρο­μι­σθί­ων, καὶ δὲν δό­θη­κε τὸ ἀν­τί­τι­μό του ἐ­λε­η­μο­σύ­νη στοὺς φτω­χούς; Καὶ τὸ εἶ­πε αὐ­τό, ὄ­χι για­τί ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν γιὰ τοὺς φτω­χούς, ἀλλά δι­ό­τι ἦ­ταν κλέ­φτης· καὶ κα­θὼς δι­α­χει­ρι­ζό­ταν τὸ κοι­νὸ τα­μεῖ­ο καὶ εἶ­χε τὸ κου­τὶ τῶν συ­νει­σφο­ρῶν, κρα­τοῦ­σε κρυ­φὰ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ἀ­πὸ τὰ χρή­μα­τα ποὺ ἔ­ρι­χναν σ' αὐ­τό. Ὅ­ταν λοι­πὸν ὁ Ἰησοῦς ἄ­κου­σε τὸν Ἰ­ού­δα νὰ ἐ­πι­κρί­νει τὴν Μα­ρί­α, τοῦ εἶ­πε: ­Ἄ­φη­σέ την ἥ­συ­χη καὶ μὴν τὴν κα­τη­γο­ρεῖς. Ἡ γυ­ναί­κα αὐ­τή, σὰν νὰ προ­αι­σθα­νό­ταν ὅ­τι σὲ λί­γες μέ­ρες πρό­κει­ται νὰ τα­φῶ, φύ­λα­ξε τὸ μύ­ρο αὐ­τὸ γιὰ νὰ μοῦ τὸ προ­σφέ­ρει, προ­α­ναγ­γέλ­λον­τας ἔτσι συμ­βο­λι­κὰ τὴν ἑ­τοι­μα­σί­α τοῦ σώ­μα­τός μου μὲ μύ­ρο τήν ἡμέρα τῆς τα­φῆς μου. Μὴν τὴν ἐμ­πο­δί­ζε­τε λοι­πόν. Τοὺς φτω­χοὺς πάντοτε τούς ἔ­χε­τε μα­ζί σας, καὶ μπο­ρεῖ­τε ὁ­ποι­α­δή­πο­τε στιγ­μὴ νὰ τοὺς ἐ­λε­ή­σε­τε. Ἐμένα ὅ­μως δὲν μὲ ἔ­χε­τε πάντοτε δι­ό­τι σὲ λί­γες μέ­ρες θὰ πε­θά­νω.

Ἀ­πὸ τὸ δεῖ­πνο λοι­πὸν αὐ­τὸ καὶ ἀ­π' ὅ­σα συ­νέβησαν σ' αὐ­τό, πο­λὺς λα­ὸς ἀ­πὸ τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους ἔ­μα­θε ὅ­τι ὁ Ἰησοῦς βρισκόταν στὴ Βη­θα­νί­α. Καὶ ἦλ­θαν ἐκεῖ ὄχι μόνο γιά τόν Ἰησοῦ, ἀλλά γιὰ νὰ δοῦν καὶ τὸν Λά­ζα­ρο, τόν ὀποῖο εἶχε ἀ­να­στή­σει ἀ­πὸ τοὺς νε­κρούς. Με­τὰ ὅ­μως ἀ­π' αὐ­τὸ οἱ ἀρ­χι­ε­ρεῖς ἀποφά­σι­σαν νά σκο­τώ­σουν καὶ τὸν Λά­ζα­ρο, δι­ό­τι ἐ­ξαι­τί­ας του πολ­λοὶ ἀ­πὸ τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους πήγαιναν στὴ Βη­θα­νί­α γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θοῦν ἂν πραγματικά ἀ­να­στή­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς νε­κρούς. Κι ὅ­ταν τὸ διαπίστωναν αὐ­τό, πί­στευ­αν στὸν Ἰ­ησοῦ. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, λα­ὸς πο­λὺς ποὺ εἶχε ἔλθει γιὰ τὴν ἑ­ορ­τή, ὅ­ταν ἄ­κου­σαν ὅ­τι ἔρ­χε­ται ὁ Ἰησοῦς στά Ἱεροσόλυμα, πῆ­ραν στὰ χέ­ρια τους κλα­διὰ ἀ­πὸ τὶς χουρ­μα­δι­ὲς πού ἦ­ταν κα­τὰ μῆ­κος τοῦ δρό­μου καὶ βγῆ­καν ἀ­πὸ τὴν πόλη γιὰ νὰ τὸν ὑ­πο­δε­χθοῦν. Καὶ φώ­να­ζαν δυ­να­τά: Δόξα καί τιμή σ' αὐ­τὸν ποὺ ὑ­πο­δε­χό­μα­στε! Εὐλογημένος καὶ δοξα­σμέ­νος νὰ εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ ἔρ­χε­ται ἀ­πε­σταλ­μέ­νος ἀπό τὸν Κύ­ριο ὡς ἀν­τι­πρό­σω­πός του. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ ἔν­δοξος βα­σι­λιὰς τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ, ποὺ τό­σο και­ρὸ πε­ρι­μέ­να­με.

Ὁ Ἰησοῦς μά­λι­στα ζή­τη­σε καὶ βρῆ­κε ἕ­να πουλαράκι καὶ κά­θι­σε πά­νω σ' αὐ­τό, σύμ­φω­να μ' ἐ­κεῖ­νο ποὺ εἶναι γραμ­μέ­νο στὸν προ­φή­τη Ζα­χα­ρί­α: Μὴ φο­βᾶ­σαι, Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, κό­ρη τοῦ ὄρους Σιών. Νά, ὁ βα­σι­λιάς σου ἔρ­χε­ται ὄ­χι σὰν τύ­ραν­νος καὶ κατακτητής πά­νω σὲ ἄ­λο­γο ἤ σὲ ἅρ­μα πο­λε­μι­κό, ἀλλά καθισμένος πά­νω σ' ἕ­να γα­ϊ­δου­ρά­κι. Τί σή­μαι­ναν ὅ­μως τὰ λό­για αὐ­τὰ τοῦ Ζα­χα­ρί­α δὲν κα­τά­λα­βαν οἱ μα­θη­τές του ἀ­πὸ τὴν ἀρχή, τὴν ὥ­ρα τῆς θρι­αμ­βευ­τι­κῆς του αὐ­τῆς εἰ­σό­δου, ἀλλά ὅ­ταν ὁ Ἰ­η­σοῦς δο­ξά­σθη­κε μὲ τὴν Ἀ­νά­στα­ση καὶ τὴν Ἀ­νά­λη­ψή του. Τό­τε φω­τί­στη­καν ἀ­πὸ τὸ Ἅ­γιον Πνεῦ­μα καὶ θυ­μή­θη­καν ὅ­τι τὰ προ­φη­τι­κὰ αὐ­τὰ λό­για τοῦ Ζα­χα­ρί­α ἦ­ταν γι' αὐ­τὸν γραμ­μέ­να. Καὶ οἱ ἴδιοι εἶ­χαν κά­νει μί­α τέ­τοι­α ὑ­πο­δο­χὴ γιὰ τὸν Ἰ­η­σοῦ καὶ εἶ­χαν συ­νερ­γα­σθεῖ, χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νουν, ὥ­στε νὰ ἐκ­πλη­ρω­θοῦν ἀ­κρι­βῶς τὰ προ­φη­τι­κὰ αὐ­τὰ λό­για. Ὅ­λοι λοι­πὸν ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ἦ­ταν μα­ζὶ μὲ τὸν Ἰ­η­σοῦ ὅ­ταν αὐ­τὸς εἶ­χε φω­νά­ξει ἀ­π' τὸν τά­φο τὸν Λά­ζα­ρο καὶ τὸν εἶ­χε ἀ­να­στή­σει ἀ­πὸ τοὺς νε­κροὺς καὶ τώ­ρα ἦ­ταν στὴν ὑ­πο­δο­χὴ αὐ­τή, δι­η­γοῦνταν καὶ δι­α­βε­βαί­ω­ναν τὸ θαῦ­μα τοῦ Λα­ζά­ρου σ' ὅ­σους δὲν τὸ εἶ­χαν δεῖ. Γι' αὐ­τὸ καὶ τὰ πλή­θη τοῦ λαοῦ τὸν προ­ϋ­πάν­τη­σαν, δι­ό­τι ἄ­κου­σαν ἀ­πὸ τοὺς αὐ­τό­πτες αὐ­τοὺς μάρ­τυ­ρες ὅ­τι αὐ­τὸς εἶχε κά­νει τὸ με­γά­λο αὐ­τὸ θαῦ­μα.