ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ
ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ IΒ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(Η ΑΠΟΔΟΣΙΣ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ)
(23 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2026)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, οἱ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν
εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς΄ καὶ ἰδόντες αὐτὸν
προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν΄ καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων΄
Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα
τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν, καὶ Ἰδού, ἐγὼ
μεθ' ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.
(Ματθ. κη΄[28]
16 – 20)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ οἱ ἕντεκα μαθητὲς πῆγαν στὴ
Γαλιλαία, στὸ ὄρος ποὺ τοὺς καθόρισε ὁ Ἰησοῦς. Ἐκεῖ τὸν εἶδαν καὶ τὸν
προσκύνησαν. Μερικοὶ ὅμως εἶχαν κάποια ἀμφιβολία ἂν ἦταν αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς. Ὁ Ἰησοῦς
ὅμως τοὺς πλησίασε καὶ τοὺς μίλησε μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: Δόθηκε καὶ στὴν ἀνθρώπινη
φύση μου κάθε ἐξουσία στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ. Λοιπὸν πηγαίνετε καὶ κάνετε
μαθητές σας ὅλα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντάς τους στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντάς τους νὰ τηροῦν καὶ νὰ ἐφαρμόζουν στὴ ζωή τους ὅλα
τὰ παραγγέλματα ποὺ σᾶς ἔδωσα ὡς ἐντολές. Καὶ ἰδού, ἐγὼ ποὺ ἔλαβα κάθε ἐξουσία,
θὰ εἶμαι πάντα μαζί σας βοηθὸς καὶ συμπαραστάτης σας μέχρι νὰ τελειώσει ὁ αἰώνας
αὐτός, μέχρι δηλαδὴ τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Ἀμήν.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, γνωρίζω ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον ὃ εὐηγγελισάμην ὑμῖν,
ὃ καὶ παρελάβετε, ἐν ᾧ καὶ ἑστήκατε, δι᾿ οὗ καὶ σῴζεσθε, τίνι λόγῳ
εὐηγγελισάμην ὑμῖν εἰ κατέχετε, ἐκτὸς εἰ μὴ εἰκῇ ἐπιστεύσατε.
Παρέδωκα γὰρ ὑμῖν ἐν πρώτοις ὃ καὶ παρέλαβον, ὅτι Χριστὸς ἀπέθανεν
ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν κατὰ τὰς γραφάς, καὶ ὅτι ἐτάφη, καὶ ὅτι ἐγήγερται
τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς γραφάς, καὶ ὅτι ὤφθη Κηφᾷ, εἶτα τοῖς δώδεκα·
ἔπειτα ὤφθη ἐπάνω πεντακοσίοις ἀδελφοῖς ἐφάπαξ, ἐξ ὧν οἱ πλείους
μένουσιν ἕως ἄρτι, τινὲς δὲ καὶ ἐκοιμήθησαν· ἔπειτα ὤφθη ᾿Ιακώβῳ,
εἶτα τοῖς ἀποστόλοις πᾶσιν· ἔσχατον δὲ πάντων ὡσπερεὶ τῷ ἐκτρώματι
ὤφθη κἀμοί. Ἐγὼ γάρ εἰμι ὁ ἐλάχιστος τῶν ἀποστόλων, ὃς οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς
καλεῖσθαι ἀπόστολος, διότι ἐδίωξα τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ· χάριτι
δὲ Θεοῦ εἰμι ὅ εἰμι· καὶ ἡ χάρις αὐτοῦ ἡ εἰς ἐμὲ οὐ κενὴ ἐγενήθη, ἀλλὰ
περισσότερον αὐτῶν πάντων ἐκοπίασα, οὐκ ἐγὼ δέ, ἀλλ᾿ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ
ἡ σὺν ἐμοί. Εἴτε οὖν ἐγὼ εἴτε ἐκεῖνοι, οὕτω κηρύσσομεν καὶ οὕτως ἐπιστεύσατε.
(Α΄
Κορ. ιε΄[15] 1 –11)
Ἡ
εὐλογία τοῦ κόπου
«Περισσότερον
αὐτῶν πάντων ἐκοπίασα, οὐκ ἐγὼ δέ,
ἀλλ᾿ ἡ χάρις τοῦ
Θεοῦ ἡ σὺν ἐμοὶ»
Στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα ἀκούσαμε τὸν ἀπόστολο Παῦλο νὰ
ἀναφέρει συγκεντρωτικὰ τὶς ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστάντος Κυρίου στοὺς ἁγίους
Ἀποστόλους. Τελευταῖα ἀπὸ ὅλους ἐμφανίσθηκε καὶ σ᾿ ἐμένα, γράφει. Μὲ ἀξίωσε κι
ἐμένα τὸν διώκτη νὰ γίνω Ἀπόστολος. Ὡστόσο ἡ Χάρις αὐτὴ δὲν ἔμεινε χωρὶς
ἀποτέλεσμα, προσθέτει, διότι ὑπέβαλα τὸν ἑαυτό μου σὲ περισσότερους κόπους ἀπὸ
ὅ,τι οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι. Ἀλλὰ δὲν ἦταν δικό μου κατόρθωμα αὐτοὶ οἱ κόποι. Τῆς
Χάριτος τοῦ Θεοῦ ποὺ μὲ ἐνίσχυε ἦταν ἔργο.
Μὲ αὐτὴ τὴν ἀφορμὴ ἂς δοῦμε σήμερα πῶς πρέπει νὰ βλέπει ὁ συνειδητὸς
Χριστιανὸς τὸν κόπο στὴ ζωή του.
1. Ὁ κόπος εἶναι προνόμιο
Ὑπάρχει δυστυχῶς στὴν κοινωνία μας ἡ ἀντίληψη ὅτι ὁ κόπος εἶναι
ταλαιπωρία καὶ ταπείνωση καὶ ὅτι καταστρέφει τὴ χαρὰ τῆς ζωῆς. Ἔξυπνος καὶ
ἐπιτυχημένος θεωρεῖται ὅποιος βγάζει πολλὰ χρήματα μὲ λίγο κόπο· ἀντίθετα δὲν
εἶναι ἀξιοζήλευτος ὁ ἄνθρωπος τοῦ μόχθου.
Ὡστόσο ὁ ἀπόστολος Παῦλος βλέπει τὸ θέμα διαφορετικά. Τὸν ἀκούσαμε στὴ
σημερινὴ περικοπὴ νὰ λέει: Ἂν καὶ κλήθηκα στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα τελευταῖος,
μετὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους, κουράστηκα ὅμως περισσότερο ἀπὸ αὐτούς. Δηλαδὴ
εἶναι σὰν νὰ λέει: Μὲ ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ ταλαιπωρηθῶ περισσότερο ἀπὸ ἐκείνους γιὰ
τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν.
Ἀναφέρει δηλαδὴ τοὺς κόπους του ὡς προνόμιο, ὡς εὐλογία, ὡς Χάρι καὶ δωρεά.
Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στὴν ἐπὶ γῆς ζωή Του κουράστηκε πολὺ καὶ ἁγίασε τὸν
κόπο. Κουρασμένος ἀπὸ τὴν πεζοπορία κάθισε δίπλα στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ (βλ. Ἰω.
δ´[4] 6). Ἄλλοτε κατάκοπος ἀποκοιμήθηκε στὴν πρύμνη τοῦ μικροῦ πλοίου στὸ
ὁποῖο ἐπέβαινε. Καὶ ἦταν τόσος ὁ κόπος Του, ὥστε δὲν Τὸν ξύπνησε ἡ σφοδρὴ
θαλασσοταραχή, ἐξαιτίας τῆς ὁποίας κινδύνευε τὸ πλοιάριο νὰ βυθισθεῖ, ἀλλὰ οἱ
Μαθητές, ποὺ φοβήθηκαν τὸ ναυάγιο (βλ. Μάρκ. δ´[4] 37-39).
Εὐλογημένος λοιπὸν καὶ προνομιοῦχος εἶναι ὅποιος κουράζεται
περισσότερο. Εὐλογημένος ὁ οἰκογενειάρχης ποὺ κουράζεται νὰ ζήσει τὴν
οἰκογένειά του μὲ τὸν τίμιο ἱδρώτα του. Εὐλογημένος ὁ φιλότιμος ὑπάλληλος ποὺ
σηκώνει τὸ κύριο βάρος τῆς ἐργασίας στὴν ὑπηρεσία του. Γιατὶ ὁ κόπος εἶναι
δεμένος μὲ τὴ χαρὰ τῆς δημιουργικότητος καὶ τῆς προσφορᾶς. Αὐτὴ τὴ χαρὰ δὲν
μποροῦν νὰ τὴ ζήσουν οὔτε νὰ τὴν καταλάβουν οἱ φυγόπονοι καὶ ράθυμοι. Καὶ
ἔρχεται ὥρα ποὺ ὁ Θεὸς εὐλογεῖ φανερὰ τὸν εὐσυνείδητο καὶ ἐργατικό, καὶ σ᾿ αὐτὴ
τὴ ζωή, ἰδιαιτέρως ὅμως στὴ Βασιλεία Του.
2. Ὁ Θεὸς μᾶς ἐνισχύει νὰ καταβάλλουμε κόπους
Ἀλλὰ ὁ θεῖος Ἀπόστολος μὲ τὰ ὅσα γράφει, μᾶς διδάσκει ὄχι μόνο νὰ μὴ
μειονεκτοῦμε ἢ νὰ μὴν ἀγανακτοῦμε ἀπέναντι σὲ ὅσους κουράζονται λιγότερο ἀπὸ
ἐμᾶς, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν ὑπερηφανευόμαστε ἀπέναντί τους. Γράφει: Κουράστηκα
περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους· ἡ πραγματικότητα ὅμως εἶναι ὅτι δὲν
κατέβαλα τοὺς κόπους ἐγώ, ἀλλὰ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ποὺ ἦταν μαζί μου καὶ μὲ
ἐνίσχυε.
Ὁ Θεὸς μᾶς ἐνισχύει νὰ ὑποβαλλόμαστε σὲ κόπους γιὰ νὰ φέρουμε σὲ πέρας
τὰ διάφορα ἔργα μας. Ἐκεῖνος μᾶς δίνει τὴν προθυμία, τὴν ὑγεία, τὶς δυνάμεις
καὶ τὰ προσόντα, πτυχία καὶ δεξιότητες, ἀλλὰ καὶ τὶς κατάλληλες συνθῆκες. Πόσοι
συνάνθρωποί μας θέλουν, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ ἐργασθοῦν, διότι γιὰ ὁποιονδήποτε
λόγο τοὺς λείπει ἕνα ἢ περισσότερα ἀπὸ τὰ παραπάνω!
Ὅποια ἀρετή, ὅποιο κατόρθωμα καὶ ἐπίδοση ἔχουμε, ὅλα μὲ τὴν Χάρι τοῦ
Θεοῦ τὰ κατορθώνουμε. Αὐτὸ νὰ τὸ πιστεύουμε βαθιὰ μέσα μας καὶ νὰ εὐχαριστοῦμε
πάντοτε τὸν Θεό. Νὰ ἀποδίδουμε σταθερὰ τὴ δόξα στὸν μόνο Αἴτιο κάθε ἀγαθοῦ,
ὅπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ εἶχε καταβάλει ὑπεράνθρωπους
κόπους καὶ εἶχε νὰ ἐπιδείξει ἐκπληκτικὲς ἐπιτυχίες στὴν ἀποστολική του
διακονία, παρέμενε τόσο ταπεινός.
Ἡ σύγχρονη ἐποχὴ προβάλλει ὡς ἰδανικὸ τὴν ὑλικὴ εὐμάρεια, τὴν ἄνεση, τὴν
καλοπέραση. Δὲν ἀγαπᾶ τὸν κόπο, τὴν προσφορά, τὴν αὐτοθυσία. Εἶναι ἐποχὴ
ἀντισταυρική. Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι, κατὰ κανόνα, δὲν ἀντέχουμε
στὴν κακοπάθεια, τὴ στέρηση, τὶς δυσκολίες, ἔχουμε πολὺ μικρότερες ἀντοχὲς ἀπὸ
ὅ,τι οἱ παλαιότεροι, καὶ ἔχουμε χάσει τὴν ἀληθινὴ χαρά. Ἡ σεμνὴ καύχηση τοῦ
ἀποστόλου Παύλου γιὰ τοὺς πολλούς του κόπους ἀποτελεῖ γιὰ ὅλους μας ἐγερτήριο
σάλπισμα. Ὁ «ὑπὲρ πάντας τοὺς ἀποστόλους κοπιάσας» μᾶς καλεῖ νὰ γίνουμε
ἄνθρωποι τοῦ εὐλογημένου κόπου, τῆς θεάρεστης φιλοπονίας, τῆς χριστομίμητης
αὐταπαρνήσεως, ἀληθινοὶ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, πεπληρωμένοι ἀπὸ τὴ χαρὰ τῆς
προσφορᾶς καὶ τῆς ἀγάπης.
(Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ
καιρῷ ἐκείνῳ,
νεανίσκος
τις προσῆλθε
τῷ ᾿Ιησοῦ,
γονυπετῶν αὐτῷ,
καὶ λέγων· Διδάσκαλε
ἀγαθέ,
τί ἀγαθὸν
ποιήσω ἵνα
ἔχω ζωὴν
αἰώνιον;
Ὁ δὲ
εἶπεν αὐτῷ·
Τί με λέγεις
ἀγαθόν;
οὐδεὶς
ἀγαθὸς,
εἰ μὴ
εἷς ὁ
Θεός. Εἰ
δὲ θέλεις
εἰσελθεῖν
εἰς τὴν
ζωήν, τήρησον
τὰς ἐντολάς.
Λέγει αὐτῷ·
Ποίας; Ὁ
δὲ ᾿Ιησοῦς
εἶπε· Τὸ·
Οὐ φονεύσεις·
Οὐ μοιχεύσεις·
Οὐ κλέψεις·
Οὐ ψευδομαρτυρήσεις·
Τίμα τὸν
πατέρα σου καὶ
τὴν μητέρα·
καὶ· Ἀγαπήσεις
τὸν πλησίον
σου ὡς σεαυτόν.
Λέγει αὐτῷ
ὁ νεανίσκος·
Πάντα ταῦτα
ἐφυλαξάμην
ἐκ νεότητός
μου· τί ἔτι
ὑστερῶ;
Ἔφη αὐτῷ
ὁ ᾿Ιησοῦς·
Εἰ θέλεις
τέλειος εἶναι,
ὕπαγε, πώλησόν
σου τὰ ὑπάρχοντα,
καὶ δὸς
πτωχοῖς· καὶ
ἕξεις θησαυρὸν
ἐν οὐρανῷ·
καὶ δεῦρο,
ἀκολούθει
μοι. Ἀκούσας
δὲ ὁ
νεανίσκος
τὸν λόγον,
ἀπῆλθε
λυπούμενος·
ἦν γὰρ
ἔχων κτήματα
πολλά. ῾Ο
δὲ ῾Ιησοῦς
εἶπε τοῖς
Μαθηταῖς αὐτοῦ·
Ἀμὴν
λέγω ὑμῖν,
ὅτι πλούσιος
δυσκόλως εἰσελεύσεται
εἰς τὴν
βασιλείαν τῶν
οὐρανῶν.
Πάλιν δὲ
λέγω ὑμῖν,
εὐκοπώτερόν
ἐστι κάμηλον
διὰ τρυπήματος
ῥαφίδος
διελθεῖν ἢ
πλούσιον εἰς
τὴν βασιλείαν
τοῦ Θεοῦ
εἰσελθεῖν.
Ἀκούσαντες
δὲ οἱ
Μαθηταὶ αὐτοῦ,
ἐξεπλήσσοντο
σφόδρα, λέγοντες·
Τίς ἄρα
δύναται σωθῆναι; Ἐμβλέψας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Παρὰ ἀνθρώποις
τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι.
(Ματθ. ιθ΄[19] 16 – 26)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο
τὸν καιρὸν, κάποιος πλησίασε τὸν Ἰησοῦ καί τοῦ εἶπε: Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί καλό νά κάνω γιά νά ἀποκτήσω τήν αἰώνια ζωή; Κι ὁ Κύριος τοῦ εἶπε: Ἀφοῦ ἀπευθύνεσαι σέ μένα θεωρώντας ὅτι εἶμαι ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, γιατί μέ ὀνομάζεις ἀγαθό; Κανείς δέν εἶναι ἀπό τόν ἑαυτό του πραγματικά ἀγαθός παρά μόνο ἕνας, ὁ Θεός. Ἐάν ὅμως θέλεις νά μπεῖς στήν αἰώνια καί μακάρια ζωή, τήρησε σ’ ὅλη τή ζωή σου τίς ἐντολές. Τοῦ λέει ὁ νέος: Ποιές ἐντολές; Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: Τό νά μή σκοτώσεις, νά μή μοιχεύσεις, νά μήν κλέψεις, νά μήν ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τόν πατέρα καί τή μητέρα, καί νά ἀγαπήσεις τόν συνάνθρωπό σου σάν τόν ἑαυτό σου. Τοῦ λέει ὁ νέος, ὁ ὁποῖος δέν εἶχε διδαχθεῖ ποιά εἶναι καί πῶς ἐφαρμόζεται ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο: Ὅλα αὐτά τά φύλαξα ἀπό τότε πού ἤμουν νέος. Τί ἄλλο μοῦ λείπει ἀκόμη; Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: Ἐάν θέλεις νά εἶσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε τά ὑπάρχοντά σου καί μοίρασέ τα στούς φτωχούς, καί θά ἔχεις θησαυρό στούς οὐρανούς. Κι ἔλα νά μέ ἀκολουθήσεις. Μόλις ὅμως ὁ νέος ἄκουσε τόν λόγο αὐτό, ἔφυγε λυπημένος· διότι εἶχε πολλά κτήματα, καί ἡ καρδιά του ἦταν κολλημένη σ’ αὐτά. Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε στούς μαθητές του: Ἀληθινά σᾶς λέω ὅτι δύσκολα ἕνας πλούσιος ἄνθρωπος θά μπεῖ στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Πάλι σᾶς λέω, εὐκολότερο εἶναι νά περάσει μιά καμήλα ἀπό τήν τρύπα πού ἀνοίγει ἡ βελόνα, παρά ὁ πλούσιος νά μπεῖ στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ὅταν οἱ μαθητές του τό ἄκουσαν αὐτό, ἔνιωσαν πολύ μεγάλη ἔκπληξη καί εἶπαν: Ποιός τάχα μπορεῖ νά σωθεῖ; Ὁ Ἰησοῦς τότε τούς κοίταξε ἐκφραστικά καί τούς εἶπε: Στούς ἀνθρώπους αὐτό εἶναι ἀδύνατο, στό Θεό ὅμως ὅλα εἶναι δυνατά. Μπορεῖ λοιπόν ὁ Θεός μέ τή χάρη του νά λύσει τούς δεσμούς τῆς καρδιᾶς κάθε καλοπροαίρετου
πλουσίου μέ τό χρῆμα καί νά τόν καταστήσει ἄξιο τῆς σωτηρίας.
