Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

­ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

(22 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026)



ΕΩΘΙΝΟΝ Δ΄

Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων, ὄρθρου βαθέος ἦλθον ἐπὶ τὸ μνῆμα, φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα, καί τινες σὺν αὐταῖς. Εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου, καὶ εἰσελθοῦσαι οὐχ εὗρον τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου, καὶ Ἰδού, δύο ἄνδρες ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις. ἐμφόβων δὲ γενομένων αὐτῶν καὶ κλινουσῶν τὰ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν, εἶπον πρὸς αὐτάς, Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; οὐκ ἔστιν ᾧδε, ἀλλ' ἠγέρθη. μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ὑμῖν, ἔτι ὢν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, λέγων, ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδοθῆναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν, καὶ σταυρωθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι. καὶ ἐμνήσθησαν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ, καὶ ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ μνημείου, ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς. ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ Ἰωάννα καὶ Μαρία Ἰακώβου, καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς, αἳ ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποστόλους ταῦτα. καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς. ὁ δὲ Πέτρος ἀναστὰς ἒδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα, καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτόν θαυμάζων τὸ γεγονός.

(Λουκ. κδ΄[24] 1 – 12)

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Τὴν πρώτη ὅμως ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος ἀπὸ τὰ βαθιὰ χαράματα ἦλθαν οἱ γυναῖκες στὸ μνῆμα φέρνοντας τὰ ἀρώματα ποὺ εἶχαν ἑτοιμάσει. Μαζί τους ἦλθαν καὶ μερικὲς ἄλλες. Βρῆκαν τότε τὴν πέτρα ποὺ ἔφραζε τὸ μνημεῖο νὰ εἶναι κυλισμένη μακριὰ ἀπ᾿ αὐτό. Κι ὅταν μπῆκαν στὸ μνημεῖο, δὲν βρῆκαν τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Κι ἐνῶ βρίσκονταν σὲ μεγάλη ἀπορία γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτό,  ξαφνικά, δύο ἄγγελοι παρουσιάσθηκαν μπροστά τους ὡς ἄνδρες μὲ στολὲς ποὺ ἄστραφταν ἀπὸ λαμπρότητα. Κι ἐνῶ αὐτὲς κατατρομαγμένες ἔγερναν τὸ πρόσωπό τους στὴ γῆ ἀπὸ εὐλάβεια κι ἐπειδὴ δὲν ἄντεχαν τὴ λάμψη τῶν ἀγγέλων, εἶπαν οἱ ἄγγελοι σ᾿ αὐτές: Γιατί ζητᾶτε ἀνάμεσα στοὺς νεκροὺς αὐτὸν ποὺ τώρα πλέον εἶναι ζωντανός; Δὲν εἶναι ἐδῶ, ἀλλὰ ἀναστήθηκε. Θυμηθεῖτε πῶς σᾶς μίλησε καὶ τί σᾶς εἶχε πεῖ ὅταν ἀκόμη ἦταν στὴ Γαλιλαία, λέγοντας ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ προκαθορισμένο σχέδιο τοῦ Θεοῦ πρέπει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ παραδοθεῖ σὲ χέρια ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καὶ νὰ σταυρωθεῖ, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τὸ θάνατό του νὰ ἀναστηθεῖ. Τότε οἱ μυροφόρες γυναῖκες θυμήθηκαν τὰ λόγια τοῦ Κυρίου. Κι ἀφοῦ ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὸ μνημεῖο, τὰ ἀνήγγειλαν ὅλα αὐτὰ στοὺς ἕνδεκα μαθητὲς καὶ σ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους ποὺ ἦταν μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους. Οἱ γυναῖκες ποὺ τὰ ἔλεγαν αὐτὰ στοὺς ἀποστόλους ἦταν ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ ἡ Ἰωάννα καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ οἱ ὑπόλοιπες ποὺ ἦταν μαζί τους. Τὰ λόγια τους ὅμως αὐτὰ φάνηκαν στοὺς μαθητὲς σὰν φλυαρία καὶ ἐπινόηση τῆς φαντασίας τους. Καὶ δὲν τὶς πίστευαν. Παρόλα αὐτά ὅμως ὁ Πέτρος σηκώθηκε κι ἔτρεξε στό μνημεῖο. Κι ἀφοῦ ἔσκυψε ἀπό τή θύρα, βλέπει μόνο τούς νεκρικούς ἐπιδέσμους νά εἶναι κάτω στό μνημεῖο, χωρίς τό σῶμα. Τότε ἐπέστρεψε στό σπίτι πού ἔμενε γεμάτος ἀπορία κι ἔκπληξη γι᾿ αὐτό πού εἶχε γίνει.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Τῆς Τυρινῆς)

Ἀδελφοί, νν ἐγ­γύ­τε­ρον ἡ­μῶν ἡ σω­τη­ρί­α ὅ­τε ἐ­πι­στε­ύ­σα­μεν.  νξ προ­έ­κο­ψεν, δ ἡ­μέ­ρα ἤγ­γι­κεν. ἀ­πο­θώ­με­θα ον τ ἔρ­γα το σκό­τους κα ἐν­δυ­σώ­με­θα τ ὅ­πλα το φω­τός. ὡς ν ἡ­μέ­ρᾳ εὐ­σχη­μό­νως πε­ρι­πα­τή­σω­μεν, μ κώ­μοις κα μέ­θαις, μ κο­ί­ταις κα ἀ­σελ­γε­ί­αις, μ ἔ­ρι­δι κα ζή­λῳ, ἀλ­λ᾿ ἐν­δύ­σα­σθε τν Κριον Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν, κα τς σαρ­κὸς πρό­νοι­αν μ ποι­εῖ­σθε ες ἐ­πι­θυ­μί­ας. Τν δ ἀ­σθε­νοῦν­τα τ πί­στει προσ­λαμ­βά­νε­σθε, μ ες δι­α­κρί­σεις δι­α­λο­γι­σμῶν. ς μν πι­στε­ύ­ει φα­γεῖν πάν­τα, δ ἀ­σθε­νῶν λά­χα­να ἐ­σθί­ει. ἐ­σθί­ων τν μ ἐ­σθί­ον­τα μ ἐ­ξου­θε­νε­ί­τω, κα μ ἐ­σθί­ων τν ἐ­σθί­ον­τα μ κρι­νέ­τω· Θε­ὸς γρ αὐ­τὸν προ­σε­λά­βε­το. σ τς ε κρί­νων ἀλ­λό­τριον οἰ­κέ­την; τ ἰ­δί­ῳ Κυ­ρί­ῳ στή­κει πί­πτει· στα­θή­σε­ται δ· δυ­να­τὸς γρ ἐ­στιν ὁ Θε­ὸς στῆ­σαι αὐ­τόν.             

       (Ρωμ. ιγ΄[13] 11 – ιδ΄[14] 4)

 

METANOIA ΑΛΗΘΙΝΗ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ

Σήμερα, καθώς εσερχόμαστε στήν γία κα Μεγάλη Τεσσαρακοστή, κκλησία μς νοίγει τίς νοητές πύλες το «σταδίου τν ρετν». Τ δ σημεριν ποστολικό νάγνωσμα εναι να γερτήριο σάλπισμα πο μς καλε σ μετάνοια μπρακτη κα ληθινή. 

1. ΝΑ ΠΕΤΑΞΟΥΜΕ ΤΑ ΒΑΡΗ

Εναι πλέον καιρς μετανοίας, μς λέγει πόστολος Παλος· καιρς ν σηκωθομε π τν πνο τς μελείας. Διότι μέρα τς Δευτέρας Παρουσίας εναι πλησιέστερη σ μς παρ τότε, τν πρτο καιρ πο γνωρίσαμε τν πίστη. Ἐὰν λοιπν τότε δείξαμε ζλο, πολύ περισσότερο πρέπει ν δείξουμε τώρα. 

Διότι ζωή μας ατή, πο μοιάζει μ σκοτεινή νύχτα, προχώρησε, κα μέρα τς μελλούσης ζως πλησιάζει. Κα ἐὰν κόμη Κύριος δν λθει σύντομα μ τν Δευτέρα Παρουσία Του, ρχεται μως γι τν καθένα μας μ τν θάνατό του. «ποθώμεθα ον τ ργα το σκότους». ς ποθέσουμε λοιπν σν λλα κάθαρτα νδύματα τ ργα τς μαρτίας, πο γίνονται στ σκοτάδι. πως συμπεριφέρεται κανες τν μέρα, πο τ βλέμματα πολλν τν παρακολουθον, τσι κα μες ς συμπεριφερθομε μ επρέπεια· χι μ σεμνα φαγοπότια κα μέθες, οτε μ πράξεις ασχρότητος κα σελγείας, οτε μ φιλονικίες κα ζηλοτυπίες. 

ΤΟ ΠΡΩΤΟ βμα λοιπν τς μετανοίας, στ ποο μς καλε σήμερα θεος πόστολος, εναι ν πετάξουμε π πάνω μας τ ργα το σκότους, τ ργα τς μαρτίας. Κα μ νομίσουμε τι προτροπ το ερο ποστόλου ναφέρεται μόνο σ νθρώπους πο βρίσκονται μακρι π τν κκλησία. ναφέρεται σ λους μας. Διότι ργα το σκότους δέν εναι μόνον τ βαριά μαρτήματα, ο ξωτερικές πράξεις· εναι κόμη κα ο σωτερικές καταστάσεις τς ψυχς. Εναι κα ο μαρτωλές σκέψεις κα διαθέσεις. Εναι κόμη κα ατ πολέμητη λξη πρς τν μαρτία. Πόσες φορές συλλαμβάνουμε κα μες τν αυτό μας ν σκέπτεται, ν πιθυμε ν νεργε ντίθετα π τ θεο θέλημα; χουμε λοιπν λοι μας νάγκη μετανοίας, μετανοίας μπρακτης κα ληθινς. 

Κα μετάνοια μπρακτη θ πε ν μισήσουμε τ μαρτήματά μας κα ν τ ρίξουμε στν πέραντη θάλασσα το λέους το Θεο. Ν πετάξουμε π πάνω μας κάθε βάρος πο μς κρατάει προσηλωμένους στή γ κα μς μποδίζει ν νέλθουμε ψηλ στν ορανό. Κα ν προσέλθουμε στ Μυστήριο τς ερς ξομολογήσεως μ συντριβ κα ποφάσεις. Ατ εναι πρώτη κίνηση τς μετανοίας. Δν ρκε μως μόνον ατή. Θ πρέπει ν λοκληρώσουμε τή μετάνοιά μας καί μέ κάτι λλο, πως μς λέει στ συνέχεια τ ποστολικό μας νάγνωσμα. 

2. ΝΑ ΝΤΥΘΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΡΕΤΗ

«νδυσώμεθα τ πλα το φωτός», μς λέγει θεος πόστολος. Ν ντυθομε σν λλα πλα τ φωτειν ργα τς ρετς. Οσιαστικ δηλαδ ν φορέσουμε σν νδυμα τς ψυχς μας τν διο τόν Κύριό μας ησο Χριστό, ν ζομε τ ζω το Χριστο, ν μοιάσουμε τέλεια μ᾿ Ατόν, ν νωθομε μαζί Του. 

Στή συνέχεια θεος πόστολος δίνει δηγίες στος χριστιανος σχετικ μ τ μεγάλο πρόβλημα πο εχαν κείνη τν ποχ κάποιοι δύνατοι χριστιανοί, ο ποοι σκανδαλίζονταν ταν βλεπαν τος λλους πιστος ν γοράζουν π τ κρεοπωλεα κα ν τρνε κρέατα πο προέρχονταν π θυσίες τν εδώλων· διότι πίστευαν τι τ κρέατα ατ ταν ερ κα τι ποιος τρωγε π ατ μάρτανε. Ο περισσότεροι μως Χριστιανο τ τρωγαν, πειδ ξεραν τι ο θεο τν εδώλων ταν νύπαρκτοι. πόστολος Παλος λοιπν συμβουλεύει τος πιστος ν μν κατακρίνουν ατος τος εαίσθητους Χριστιανούς, λλ ν τος δέχονται μ καλωσύνη. Τ διο μως συνιστ κα στος σθενες στν πίστη, ν μ σκανδαλίζονται οτε ν κατακρίνουν τος πόλοιπους. 

ΤΟ ΘΕΜΑ ατ τς διακρίσεως κα τς νηστείας βέβαια τ θίξαμε κα λλη φορά. Τώρα ς σταθομε στ σημεο κενο πο συγκεφαλαιώνει τό μεγάλο θέμα τς μετανοίας. Τί μς λέγει πόστολος Παλος; τι τ ργο τς μετανοίας εναι διπλό. Δν εναι μόνο ρνηση το κακο, λλ κα ποδοχ το καλο. Δν ρκε μόνο νά πετάξουμε π πάνω μας τ βάρη τς μαρτίας. Γι ν λοκληρωθε μετάνοιά μας θά πρέπει ν κάνουμε καί δεύτερο βμα, νά ντυθομε τ πλα το φωτός. Ποιά εναι μως ατ τ πλα το φωτός; Εναι ο ρετές· τ γαθ ργα· τ ργα τς γάπης καί φιλανθρωπίας πρς τν συνάνθρωπο, γώνας γιά τήν κατάκτηση τν ρετν, βιωματική προσευχή, τακτική μελέτη το θείου λόγου, συνειδητ μυστηριακή ζωή. λα ατ εναι πλα σχυρά ναντίον το σαταν κα τς μαρτίας. Μόνο ατ πλέον θ πρέπει ν θωρακίζουν τήν ψυχή μας. 

Ν ποστραφομε λοιπν τν μαρτία κα ν γαπήσουμε μέ λη μας τή δύναμη τν ρετή. Δηλαδή, σέ τελικ νάλυση, ν γαπήσουμε τν Χριστ κα τ θέλημά Του. Χωρς κα τ δύο ατ στοιχεα πραγματική μετάνοια δν πάρχει. Διότι μετάνοια δν εναι μι στιγμιαία πόφαση ζως, λλ εναι δρόμος κα τρόπος ζως. Γι᾿ ατό χρειάζεται διαρκής γώνας μέχρι τελευταίας μας ναπνος. ς γωνισθομε λοιπόν γι τ μεγάλο κα καθημεριν ατ ργο τς μετανοίας. Κα γιος Θες θ μς δώσει τ Χάρη κα τν ελογία Του. Κα θ μς ξιώσει ν γίνουμε νθρωποι ερηνικοί, χαρούμενοι, ετυχισμένοι, κληρονόμοι τς αωνίου βασιλείας Του. 

 (Δι­α­σκευὴ ἀ­πὸ πα­λαιὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶπεν Κύριος· ­ν ­φ­τε τος ν­θρ­ποις τ πα­ρα­πτ­μα­τα α­τν, ­φ­σει κα ­μν πα­τρ ­μν ο­ρ­νι­ος· ­ν δ μ ­φ­τε τος ν­θρ­ποις τ πα­ρα­πτ­μα­τα α­τν, ο­δ πα­τρ ­μν ­φ­σει τ πα­ρα­πτ­μα­τα ­μν. ­ταν δ νη­στε­­η­τε, μ γ­νε­σθε ­σπερ ο ­πο­κρι­τα  σκυ­θρω­πο,  ­φα­ν­ζου­σι  γρ  τ  πρ­σω­πα α­τν ­πως φα­ν­σι τος ν­θρ­ποις νη­στε­­ον­τες· ­μν λ­γω ­μν, ­τι ­π­χου­σιν τν μι­σθν α­τν.  σ δ νη­στε­­ων ­λει­ψα σου τν  κε­φα­λν κα τ πρ­σω­πν σου ν­ψαι,  ­πως μ φα­νς τος ν­θρ­ποις νη στε­ων λ­λ τ πα­τρ σου τ ν τ κρυ­πτ· κα πα­τρ σου βλ­πων ν τ κρυ­πτ ­πο­δώ­σει σοι ν τ φα­νε­ρ.  Μ θη­σαυ­ρ­ζε­τε ­μν θη­σαυ­ρος ­π τς γς, ­που σς κα βρ­σις ­φα­ν­ζει, κα ­που κλ­πται δι­ο­ρσ­σου­σιν κα κλ­πτου­σιν·  θη­σαυ­ρ­ζε­τε δ ­μν θη­σαυ­ρος ν ο­ρα­ν, ­που ο­τε σς ο­τε βρ­σις ἀ­φα­νί­ζει, κα ὅ­που κλέ­πται ο δι­ο­ρύσ­σου­σιν οὐ­δὲ κλέ­πτου­σιν· ὅ­που γρ ἐ­στιν ὁ θη­σαυ­ρός ὑ­μῶν, ἐ­κεῖ ἔ­σται κα καρ­δί­α ὑ­μῶν.     

        (Ματθ. στ΄[6] 14 -21)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος· «Ὅ­ταν ζη­τᾶ­τε τὴ συγ­χώ­ρη­ση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν σας, πρέ­πει νὰ συγ­χω­ρεῖ­τε κι ἐ­σεῖς τοὺς ἄλ­λους. Δι­ό­τι ἐ­ὰν συγ­χω­ρή­σε­τε τὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τα ποὺ σᾶς ἔ­κα­ναν οἱ ἄν­θρω­ποι, καὶ ὁ Πα­τέ­ρας σας ὁ οὐ­ρά­νιος θὰ συγ­χω­ρή­σει καὶ τὰ δι­κά σας ἁ­μαρ­τή­μα­τα. Ἐ­ὰν ὅ­μως δὲν συγ­χω­ρή­σε­τε τοὺς ἀν­θρώ­πους πού ἁ­μάρ­τη­σαν ἀ­πέ­ναν­τί σας, οὔ­τε ὁ Πα­τέ­ρας σας θὰ συγ­χω­ρή­σει τὶς δι­κές σας ἁ­μαρ­τί­ες πρὸς αὐ­τόν. Κι ὅ­ταν νη­στεύ­ε­τε, μὴ γί­νε­στε σκυ­θρω­ποὶ καὶ πε­ρί­λυ­ποι σὰν τοὺς ὑ­πο­κρι­τές. Δι­ό­τι αὐ­τοὶ ἀλ­λοι­ώ­νουν τὰ πρό­σω­πά τους καὶ παίρ­νουν τὴν ὄ­ψη καὶ τὴν ἔκ­φρα­ση ἀν­θρώ­που κα­τα­βε­βλη­μέ­νου ἀ­πὸ τὶς στε­ρή­σεις, γι­ὰ νὰ φα­νοῦν στοὺς ἀν­θρώ­πους ὅ­τι νη­στεύ­ουν. Ἀ­λη­θι­νά σᾶς λέ­ω ὅ­τι πῆ­ραν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ τὴν ἀ­μοι­βή τους ἀ­πὸ τοὺς ἐ­παί­νους τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἐ­σὺ ὅ­μως ὅ­ταν νη­στεύ­εις, ἄ­λει­ψε τὸ κε­φά­λι σου καὶ νί­ψε τὸ πρό­σω­πό σου, ὥ­στε νὰ φαί­νε­σαι χα­ρού­με­νος, καὶ νὰ μὴ φα­νεῖς στοὺς ἀν­θρώ­πους ὅ­τι νη­στεύ­εις. Ἀλ­λὰ ἡ νη­στεί­α σου νὰ φα­νεῖ μό­νο στὸν Πα­τέ­ρα σου, ποὺ εἶ­ναι βέ­βαι­α ἀ­ό­ρα­τος, ἀλ­λὰ βρί­σκε­ται πα­ρὼν καὶ στὰ πι­ὸ ἀ­πό­κρυ­φα μέ­ρη. Κι ὁ Πα­τέ­ρας σου ποὺ βλέ­πει στὰ κρυ­φά, θὰ σοῦ ἀ­πο­δώ­σει τὴν ἀ­μοι­βή σου στὰ φα­νε­ρά. Μὴ μα­ζεύ­ε­τε γι­ὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ σας θη­σαυ­ροὺς πά­νω στὴ γῆ, ὅ­που ὁ σκό­ρος καὶ ἡ φθο­ρὰ τῆς σα­πί­λας ἢ τῆς σκου­ριᾶς ἀ­φα­νί­ζουν τὰ ἀ­πο­θη­κευ­μέ­να εἴ­δη τοῦ πλού­του κι ὅ­που οἱ κλέ­φτες τρυ­ποῦν τοὺς τοί­χους τῶν θη­σαυ­ρο­φυ­λα­κί­ων καὶ τὰ κλέ­βουν. Μα­ζεύ­ε­τε γι­ὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ σας θη­σαυ­ροὺς στὸν οὐ­ρα­νό, ὅ­που οὔ­τε ὁ σκό­ρος οὔ­τε ἡ σα­πί­λα καὶ ἡ σκου­ριὰ ἀ­φα­νί­ζουν τοὺς ἀ­πο­θη­κευ­μέ­νους θη­σαυ­ρούς σας κι ὅ­που οἱ κλέ­φτες δὲν τρυ­ποῦν τοὺς τοί­χους τῶν θη­σαυ­ρο­φυ­λα­κί­ων σας οὔ­τε κλέ­βουν. Πρέ­πει λοι­πὸν νὰ θη­σαυ­ρί­ζε­τε θη­σαυ­ροὺς στὸν οὐ­ρα­νό, γι­ὰ νὰ εἶ­ναι καὶ ἡ καρ­διὰ σας προ­σκολ­λη­μέ­νη στὸν Θε­ὸ καὶ στὰ οὐ­ρά­νια. Δι­ό­τι ἐ­κεῖ ὅ­που εἶ­ναι ὁ θη­σαυ­ρός σας, ἐ­κεῖ θά εἶ­ναι καί ἡ καρ­διά σας.