Σάββατο 18 Απριλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ

(19 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026)



ΕΩΘΙΝΟΝ Α΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, οἱ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς΄ καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν΄ καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων΄ Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν, καὶ Ἰδού, ἐγὼ μεθ' ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.

(Ματθ. κη΄[28]  16 – 20)


ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

 Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ οἱ ἕντεκα μαθητὲς πῆγαν στὴ Γαλιλαία, στὸ ὄρος ποὺ τοὺς καθόρισε ὁ Ἰησοῦς. Ἐκεῖ τὸν εἶδαν καὶ τὸν προσκύνησαν. Μερικοὶ ὅμως εἶχαν κάποια ἀμφιβολία ἂν ἦταν αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοὺς πλησίασε καὶ τοὺς μίλησε μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: Δόθηκε καὶ στὴν ἀνθρώπινη φύση μου κάθε ἐξουσία στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ. Λοιπὸν πηγαίνετε καὶ κάνετε μαθητές σας ὅλα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντάς τους στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντάς τους νὰ τηροῦν καὶ νὰ ἐφαρμόζουν στὴ ζωή τους ὅλα τὰ παραγγέλματα ποὺ σᾶς ἔδωσα ὡς ἐντολές. Καὶ ἰδού, ἐγὼ ποὺ ἔλαβα κάθε ἐξουσία, θὰ εἶμαι πάντα μαζί σας βοηθὸς καὶ συμπαραστάτης σας μέχρι νὰ τελειώσει ὁ αἰώνας αὐτός, μέχρι δηλαδὴ τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Ἀμήν.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, δι­ὰ τῶν χει­ρῶν τῶν ἀ­πο­στό­λων ἐ­γί­νε­το ση­μεῖ­α καὶ τέ­ρα­τα ἐν τῷ λα­ῷ πολ­λὰ· καὶ ἦ­σαν ὁ­μο­θυ­μα­δὸν ἅ­παν­τες ἐν τῇ στο­ᾷ Σο­λο­μῶν­τος· τῶν δὲ λοι­πῶν οὐ­δεὶς ἐ­τόλ­μα κολ­λᾶ­σθαι αὐ­τοῖς, ἀλ­λ' ἐ­με­γά­λυ­νεν αὐ­τοὺς ὁ λα­ός. Μᾶλ­λον δὲ προ­σε­τί­θεν­το πι­στε­ύ­ον­τες τῷ Κυ­ρί­ῳ πλή­θη ἀν­δρῶν τε καὶ γυ­ναι­κῶν, ὥ­στε κα­τὰ τὰς πλα­τε­ί­ας ἐκ­φέ­ρειν τοὺς ἀ­σθε­νεῖς καὶ τι­θέ­ναι ἐ­πὶ κλι­νῶν καὶ κρα­βάτ­των, ἵ­να ἐρ­χο­μέ­νου Πέτρου κἂν ἡ σκι­ὰ ἐ­πι­σκι­ά­σῃ τι­νὶ αὐ­τῶν. Συ­νήρ­χε­το δὲ καὶ τὸ πλῆ­θος τῶν πέ­ριξ πό­λε­ων εἰς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ φέ­ρον­τες ἀ­σθε­νεῖς καὶ ὀ­χλου­μέ­νους ὑ­πὸ πνευ­μά­των ἀ­κα­θάρ­των, οἵ­τι­νες ἐ­θε­ρα­πε­ύ­ον­το ἅ­παν­τες. Ἀ­να­στὰς δὲ ὁ ἀρ­χι­ε­ρεὺς καὶ πάν­τες οἱ σὺν αὐ­τῷ, ἡ οὖ­σα αἵ­ρε­σις τῶν Σαδ­δου­κα­ί­ων, ἐ­πλή­σθη­σαν ζή­λου καὶ ἐ­πέ­βα­λον τὰς χεῖ­ρας αὐ­τῶν ἐ­πὶ τοὺς ἀ­πο­στό­λους, καὶ ἔ­θεν­το αὐ­τοὺς ἐν τη­ρή­σει δη­μο­σί­ᾳ. Ἄγ­γε­λος δὲ Κυ­ρί­ου δι­ὰ τῆς νυ­κτὸς ἤ­νοι­ξε τὰς θύ­ρας τῆς φυ­λα­κῆς, ἐ­ξα­γα­γών τε αὐ­τοὺς εἶ­πε· Πο­ρεύ­ε­σθε καὶ στα­θέν­τες λα­λεῖ­τε ἐν τῷ ἱ­ε­ρῷ τῷ λα­ῷ πάν­τα τὰ ῥή­μα­τα τῆς ζω­ῆς τα­ύ­της.

                                      (Πράξ. Ἀποστ. ε΄[5] 12–20)

 

ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ

1. ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Μετά τήν Πεντηκοστή, μᾶς ἀναφέρει τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων, στίς πρῶτες ἡμέρες τῆς Ἐκκλησίας «ἐγίνετο σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τῷ λαῷ πολλά», γίνονταν πολλὰ καὶ ἐκπληκτικά θαύματα μὲ τὰ χέρια τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ποὺ ἀποδείκνυαν τὴν ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας τους καὶ προκαλοῦσαν θαυμασμὸ στὸν λαό. Καί ὅλοι μαζί, μὲ μία καρδιά, μαζεύονταν στή στοὰ τοῦ Σολομῶντος. 

Κανεὶς ἀπ᾿ τοὺς Ἰουδαίους δὲν εἶχε τὴν τόλμη νὰ ἀστειευθεῖ μαζί τους, καὶ ὁ πολὺς λαὸς τοὺς τιμοῦσε καὶ τοὺς ἐγκωμίαζε. Ἔτσι, ὅλο καὶ περισσότερα πλήθη ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν προσελκύονταν στήν πίστη. Τόσο πολὺ τοὺς σεβόταν μάλιστα ὁ λαός, ὥστε ἔβγαζαν τοὺς ἀρρώστους ἀπὸ τὰ σπίτια τους στίς πλατεῖες καὶ τοὺς ἔβαζαν ἐπάνω σὲ κρεβάτια ἢ σε φορεῖα μὲ σκοπό, ὅταν θὰ περνοῦσε ἀπό ἐκεῖ ὁ Πέτρος, νὰ πέσει ἔστω καὶ ἡ σκιά του σέ κάποιον ἀπὸ αὐτούς, γιὰ νὰ θεραπευθεῖ. 

«Συνήρχετο δὲ καὶ τὸ πλῆθος τῶν πέριξ πόλεων εἰς Ἱερουσαλήμ». Γινόταν κοσμοσυρροὴ στὴν Ἱερουσαλήμ, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως αὐτῆς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ γειτονικές πόλεις. Ὅλοι ἔφερναν ἀρρώστους κάθε εἴδους, καθὼς καὶ ἀνθρώπους ποὺ ἐνοχλοῦνταν ἀπὸ πονηρὰ πνεύματα, καὶ θεραπεύονταν ὅλοι. 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἀμέτρητα θαύματα τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ. Ἰδιαιτέρως ὅμως θαύματα πολλὰ σὲ ἀριθμὸ καὶ ἐντυπωσιακά ἔχουμε στὰ πρῶτα χρόνια τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονός. Διότι τὰ θαύματα αὐτὰ βεβαίωναν τοὺς πρώτους πιστοὺς γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς χριστιανικῆς τους πίστεως καὶ ἀποδείκνυαν περίτρανα τὸ κοσμοϊστορικὸ θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Αὐτὰ τὰ «σημεῖα» ἐνδυνάμωναν τοὺς Ἀποστόλους, ὅταν ἀντιμετώπιζαν τὸν διωγμὸ τῶν ἀρχόντων καὶ τῶν Φαρισαίων. Τοὺς ἔδιναν ἐνθουσιασμὸ νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο. Τοὺς ἐφωδίαζαν μ᾿ ἐκείνη τὴν ἀκαταμάχητη δύναμη ὥστε νὰ θυσιάζουν καὶ τὴ ζωή τους γιὰ τὸν Ἀναστάντα Κύριο. 

Θαύματα ὅμως γίνονται καὶ σ᾿ ὅλη τὴν ἱστορικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας. Καὶ ἡ δική μας ζωή, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ γεννηθήκαμε, γεμάτη ἀπὸ θαύματα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ εἶναι. Αὐτὰ μᾶς στηρίζουν στὴν πίστη καὶ στὸν ἀγῶνα μας καὶ μᾶς ἐπιβεβαιώνουν ὅτι καὶ σήμερα ζεῖ Κύριος ὁ Θεός. Ὅμως δυστυχῶς ἐμεῖς συνήθως ἐκτιμοῦμε τὰ θαύματα αὐτὰ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μόνον ὅταν τὰ ἔχουμε ἀνάγκη, ὅταν βρισκόμαστε σὲ δυσκολίες καὶ ἀδιέξοδα. Κατόπιν τὰ ξεχνοῦμε. 

Ἀδελφοί, μᾶς χρεώνουν τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ. Διότι μᾶς τὰ δίνει ὁ Θεὸς ὄχι μόνον γιὰ νὰ στερεωθοῦμε στὴν πίστη, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ συνέλθουμε, νά μετανοήσουμε, ν᾿ ἀλλάξουμε ζωή. Να γίνουμε πιό θερμοί, πιὸ πνευματικοί. Ν᾿ ἀγαπήσουμε περισσότερο τὸν Χριστὸ καὶ τὸν νόμο Του. 

2. ΟΛΟΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΙ

Ὅπως ἦταν πολὺ φυσικό, μᾶς λέγει στὴ συνέχεια τὸ ἱερὸ κείμενο, αὐτὴ ἡ κοσμοσυρροὴ πρὸς τοὺς Ἀποστόλους καὶ τὰ τόσα θαύματα δὲν μποροῦσαν νὰ μείνουν χωρίς ἀντίδραση. Ὁ φθόνος καὶ τὸ μῖσος ξεσήκωσε τὸν ἀρχιερέα καὶ τοὺς ὑποστηρικτές του, δηλαδὴ τὸ θρησκευτικό κόμμα τῶν Σαδδουκαίων. Αὐτοί, τυφλωμένοι ἀπὸ τὴν κακία τους, συνέλαβαν τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς ἔρριξαν στή φυλακή. Καὶ ἡσύχασαν, νομίζοντας ὅτι ἔτσι θὰ μποροῦσαν νὰ τοὺς κλείσουν τὸ στόμα. Ὅμως μέσα στή νύχτα ἄγγελος Κυρίου ἄνοιξε τίς θύρες τῆς φυλακῆς, τοὺς ἔβγαλε ἔξω καὶ τοὺς εἶπε: «Λαλεῖτε ἐν τῷ ἱερῷ πάντα τὰ ῥήματα τῆς ζωῆς ταύτης». Πηγαίνετε μέ θάρρος δημόσια στόν ἱερὸ περίβολο τοῦ Ναοῦ νὰ διδάσκετε στὸν λαὸ ὅλα τὰ λόγια τῆς νέας ζωῆς, τὴν ὁποία σᾶς μετέδωσε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. 

Η ΕΝΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ πρὸς τοὺς Ἀποστόλους ἦταν ἐντολὴ Θεοῦ. Καὶ τὴν προσταγὴ αὐτὴ τὴν ἄκουσαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ κήρυξαν τὸν Χριστὸ ὄχι μόνο στὸν Ναὸ τῆς Ἱερουσαλήμ, ἀλλὰ γύρισαν τά πέρατα τῆς οἰκουμένης καὶ μεταμόρφωσαν τὸν κόσμο. Στὸ ἔργο αὐτὸ τοὺς μιμήθηκαν ὅλοι οἱ πιστοί· ὁ καθένας μὲ τὸν τρόπο του ἦσαν ἱεραπόστολοι. Ὅπου κι ἂν βρίσκονταν, ὅ,τι ἐπάγγελμα κι ἂν ἔκαναν, ἀναζητοῦσαν εὐκαιρία νὰ ὁδηγήσουν καὶ ἄλλους στὴν πίστη. «Εἷς πρὸς ἕνα εἰς Χριστὸν» ἦταν τὸ σύνθημά τους. Ἔτσι πλημμύρισε ἡ γῆ μας ἀπὸ ἑκατομμύρια Χριστιανῶν. 

Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ ἀπευθύνεται καὶ πρὸς ἐμᾶς, τοὺς πιστοὺς τῆς δικῆς μας δύσκολης ὑλιστικῆς καὶ πνευματικὰ ἀδιάφορης ἐποχῆς. Καὶ σήμερα ὁ Χριστὸς μᾶς λέγει «λαλεῖτε τὰ ῥήματα τῆς ζωῆς ταύτης». Στοὺς ὤμους μας βαραίνει τό χρέος νὰ βοηθήσουμε τούς γύρω μας ἀνθρώπους, μικροὺς καὶ μεγάλους, νὰ ἀγαπήσουν περισσότερο τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία, νὰ μάθουν νὰ ἐκκλησιάζονται τακτικά, νὰ ἐξομολογοῦνται καὶ νὰ κοινωνοῦν μὲ συναίσθηση νὰ ἀποκτοῦν ἐμπειρίες πνευματικῆς ζωῆς, νὰ γίνονται ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. 

Γιὰ νὰ γίνει ὅμως αὐτό, θὰ πρέπει πρῶτα ἐμεῖς νὰ ζοῦμε αὐτὴ τὴ νέα ἐν Χριστῷ ζωή. Νὰ ἔχουμε μέσα μας δυνατὰ βιώματα, ποὺ νὰ ἀλλοιώνουν τὴ ζωή μας. Ἔτσι θὰ μιλάει πρῶτα τὸ παράδειγμά μας καί κατόπιν τὸ στόμα μας. Καὶ ὁ Χριστὸς θὰ μᾶς δίνει τὴ Χάρη Του καὶ θὰ κάνει θαύματα στὶς ψυχὲς τῶν γύρω μας ἀνθρώπων.

            (Διασκευή ἀπό παλαιό τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Οὔ­σης ὀ­ψί­ας τῇ ἡ­μέ­ρᾳ ἐ­κε­ί­νῃ τῇ μι­ᾷ σαβ­βά­των, καὶ τῶν θυ­ρῶν κε­κλει­σμέ­νων ὅ­που ἦ­σαν οἱ μα­θη­ταὶ συ­νηγ­μέ­νοι δι­ὰ τὸν φό­βον τῶν Ἰ­ου­δα­ί­ων, ἦλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς καὶ ἔ­στη εἰς τὸ μέ­σον, καὶ λέ­γει αὐ­τοῖς· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. Καὶ τοῦ­το εἰ­πὼν ἔ­δει­ξεν αὐ­τοῖς τὰς χεῖ­ρας καὶ τὴν πλευ­ρὰν αὐ­τοῦ. ἐ­χά­ρη­σαν οὖν οἱ μα­θη­ταὶ ἰ­δόν­τες τὸν Κύριον. εἶ­πεν οὖν αὐ­τοῖς ὁ Ἰ­η­σοῦς πά­λιν· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. κα­θὼς ἀ­πέ­σταλκέ με ὁ πα­τήρ, κἀ­γὼ πέμ­πω ὑ­μᾶς. καὶ τοῦ­το εἰ­πὼν ἐ­νε­φύ­ση­σε καὶ λέ­γει αὐ­τοῖς· Λάβετε Πνεῦ­μα ἅ­γι­ον· ἄν τι­νων ἀ­φῆ­τε τὰς ἁ­μαρ­τί­ας, ἀ­φί­εν­ται αὐ­τοῖς, ἄν τι­νων κρα­τῆ­τε, κεκρά­την­ται. Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώ­δε­κα ὁ λε­γό­με­νος Δίδυμος, οὐκ ἦν με­τ' αὐ­τῶν ὅ­τε ἦλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς. Ἔ­λε­γον οὖν αὐ­τῷ οἱ ἄλ­λοι μα­θη­ταί· Ἑ­ω­ρά­κα­μεν τὸν Κύριον. Ὁ δὲ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Ἐ­ὰν μὴ ἴ­δω ἐν ταῖς χερ­σὶν αὐ­τοῦ τὸν τύ­πον τῶν ἥ­λων, καὶ βά­λω τὸν δά­κτυ­λόν μου εἰς τὸν τύ­πον τῶν ἥ­λων, καὶ βά­λω τὴν χεῖ­ρά μου εἰς τὴν πλευ­ρὰν αὐ­τοῦ, οὐ μὴ πι­στε­ύ­σω. Καὶ με­θ' ἡ­μέ­ρας ὀ­κτὼ πά­λιν ἦ­σαν ἔ­σω οἱ μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ καὶ Θω­μᾶς με­τ' αὐ­τῶν. Ἔρ­χε­ται ὁ Ἰ­η­σοῦς τῶν θυ­ρῶν κε­κλει­σμέ­νων, καὶ ἔ­στη εἰς τὸ μέ­σον καὶ εἶ­πεν· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. Εἶ­τα λέ­γει τῷ Θω­μᾷ· Φέρε τὸν δά­κτυ­λόν σου ὧ­δε καὶ ἴ­δε τὰς χεῖ­ράς μου, καὶ φέ­ρε τὴν χεῖ­ρά σου καὶ βά­λε εἰς τὴν πλευ­ράν μου, καὶ μὴ γί­νου ἄ­πι­στος, ἀλ­λὰ πι­στός. Καὶ ἀ­πε­κρί­θη Θω­μᾶς καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θε­ός μου. Λέ­γει αὐ­τῷ ὁ Ἰ­η­σοῦς· Ὅ­τι ἑ­ώ­ρα­κάς με, πε­πί­στευ­κας· μα­κά­ρι­οι οἱ μὴ ἰ­δόν­τες καὶ πι­στε­ύ­σαν­τες. Πολ­λὰ μὲν οὖν καὶ ἄλ­λα ση­μεῖ­α ἐ­πο­ί­η­σεν ὁ Ἰ­η­σοῦς ἐ­νώ­πι­ον τῶν μα­θη­τῶν αὐ­τοῦ, ἃ οὐκ ἔ­στι γε­γραμ­μέ­να ἐν τῷ βι­βλί­ῳ το­ύ­τῳ· Ταῦ­τα δὲ γέ­γρα­πται ἵ­να πι­στε­ύ­ση­τε ὅ­τι Ἰ­η­σοῦς ἐ­στιν ὁ Χρι­στὸς ὁ υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ, καὶ ἵ­να πι­στε­ύ­ον­τες ζω­ὴν ἔ­χη­τε ἐν τῷ ὀ­νό­μα­τι αὐ­τοῦ.                      

(Ἰωάν. κ΄[20] 19 – 31)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ὅ­ταν βρά­δια­σε τήν ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη, τήν πρώ­τη τῆς ἑ­βδο­μά­δος, κι ἐ­νῷ οἱ μα­θη­τὲς ἦ­ταν μα­ζε­μέ­νοι σ' ἕ­να σπί­τι καὶ εἶ­χαν τὶς θύ­ρες κλει­στὲς ἐ­πει­δὴ φο­βοῦν­ταν τοὺς ἄρ­χον­τες τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, ἦλ­θε ὁ Ἰ­η­σοῦς καὶ στά­θη­κε στὴ μέ­ση καὶ τοὺς εἶ­πε: Ἂς εἶ­ναι εἰ­ρή­νη σὲ σᾶς. Κι ἀ­φοῦ τὸ εἶ­πε αὐ­τό, τοὺς ἔ­δει­ξε τὰ χέ­ρια του καὶ τὴν πλευ­ρά του, γιὰ νὰ δοῦν τὰ ση­μά­δια τῶν πλη­γῶν καὶ νὰ πει­σθοῦν ὅ­τι αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ Δι­δά­σκα­λός τους πού σταυ­ρώ­θη­κε. Ἀ­φοῦ λοι­πόν βε­βαι­ώ­θη­καν γι' αὐ­τὸ μὲ τὴν ἐ­πί­δει­ξη τῶν οὐ­λῶν του, χά­ρη­καν οἱ μα­θη­τὲς πού εἶ­δαν τὸν Κύ­ριο. Ὅ­ταν λοι­πὸν οἱ μα­θη­τὲς ἠ­ρέ­μη­σαν κά­πως ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη σφο­δρὴ συγ­κί­νη­ση πού αἰ­σθάν­θη­καν ἐ­ξαι­τί­ας τῆς με­γά­λης τους χα­ρᾶς, τοὺς εἶ­πε πά­λι ὁ Ἰ­η­σοῦς σὲ σχέ­ση μὲ τὴ μελ­λον­τι­κή τους τώ­ρα κλή­ση καὶ ἀ­πο­στο­λή: Ἂς εἶ­ναι εἰ­ρή­νη σὲ σᾶς. Ὅ­πως μὲ ἀ­πέ­στει­λε ὁ Πα­τέ­ρας μου γιὰ τὸ ἔρ­γο τῆς σω­τη­ρί­ας τῶν ἀν­θρώ­πων, ἔ­τσι κι ἐ­γώ σᾶς στέλ­νω νὰ συ­νε­χί­σε­τε τὸ ἴ­διο ἔρ­γο. Κι ἀ­φοῦ τὸ εἶ­πε αὐ­τό, προ­κει­μέ­νου νὰ τοὺς με­τα­δώ­σει τὴν πνο­ὴ τῆς νέ­ας οὐ­ρά­νιας ζω­ῆς ἐμ­φύ­ση­σε στὰ πρό­σω­πά τους, ὅ­πως κά­πο­τε ὁ Θε­ὸς στὸ πρό­σω­πο τοῦ Ἀ­δάμ, καὶ τοὺς εἶ­πε: Λά­βε­τε Πνεῦ­μα Ἅ­γιον.  Σ᾿ ὅ­ποι­ους συγ­χω­ρή­σε­τε τὶς ἁ­μαρ­τί­ες, θὰ τοὺς εἶ­ναι συγ­χω­ρη­μέ­νες κι ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Σ᾿ ὅ­ποι­ους ὅ­μως τὶς κρα­τᾶ­τε ἀσυγχώ­ρη­τες, θὰ μεί­νουν γιὰ πάν­τα κρα­τη­μέ­νες. Ὁ Θω­μᾶς ὅ­μως, πού ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πό τούς δώ­δε­κα ἀ­πο­στό­λους καὶ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὀ­νό­μα­ζαν Δί­δυ­μο ὅ­σοι Ἑ­βραῖ­οι μι­λοῦ­σαν τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα, δὲν ἦ­ταν μα­ζί τους ὅ­ταν ἦλ­θε ὁ Ἰ­η­σοῦς. Ὅ­ταν λοι­πὸν τὸν εἶ­δαν, τοῦ ἔ­λε­γαν οἱ ἄλ­λοι μα­θη­τές: Εἴ­δα­με τὸν Κύ­ριο. Αὐ­τὸς ὅ­μως τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: Ἐ­ὰν δὲν δῶ μὲ τὰ μά­τια μου στὰ χέ­ρια του τὸ ση­μά­δι τῶν καρ­φι­ῶν καὶ δὲν βά­λω τὸ δά­χτυ­λό μου στὸ ση­μά­δι τῶν καρ­φι­ῶν καὶ δὲν βά­λω τὸ χέ­ρι μου στὴν πλευ­ρά του, ὥ­στε ὄ­χι μό­νο μὲ τὰ μά­τια μου ἀλ­λά καὶ μὲ τά δά­χτυ­λά μου νὰ βε­βαι­ω­θῶ, δὲν θὰ πι­στέ­ψω.

Πράγ­μα­τι λοι­πόν, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ὀ­κτὼ ἡ­μέ­ρες ἦ­σαν πά­λι μέ­σα στὸ σπί­τι οἱ μα­θη­τές, καὶ μα­ζὶ μ' αὐ­τοὺς ἦ­ταν κι ὁ Θω­μᾶς. Ἔρ­χε­ται λοι­πὸν ὁ Ἰ­η­σοῦς, ἐ­νῶ ἦ­ταν κλει­στές οἱ θύ­ρες, καὶ στά­θη­κε ἀ­νά­με­σα στοὺς μα­θη­τὲς καί εἶ­πε: Ἂς εἶ­ναι εἰ­ρή­νη σὲ σᾶς. Ἔ­πει­τα λέ­ει στὸν Θω­μᾶ: Φέ­ρε τὸ δά­χτυ­λό σου ἐ­δῶ. Ψη­λά­φη­σε καὶ ἐ­ξέ­τα­σε τὰ ση­μά­δια τῶν πλη­γῶν μου, καί δὲς συγ­χρό­νως μὲ τὰ μά­τια σου τὰ χέ­ρια μου. Φέ­ρε τό χέ­ρι σου κά­τω ἀ­πὸ τὰ ἐν­δύ­μα­τά μου καὶ βά­λ' το στήν πλευ­ρά μου πού χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ λόγ­χη. Καὶ μὴν ἀ­φή­νεις τὸν ἑ­αυ­τό σου νὰ κυ­ρι­ευ­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πι­στί­α, ὥ­στε νὰ γί­νεις μό­νι­μα καὶ ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα ἄ­πι­στος, ἀλ­λά νά προ­ο­δεύ­εις καὶ νὰ στη­ρί­ζε­σαι στὴν πί­στη, ὥ­στε νὰ γί­νεις ἀ­με­τα­κί­νη­τος καὶ ἀ­δι­ά­σει­στος σ' αὐ­τή. Ὁ Θω­μᾶς τό­τε τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε: Πι­στεύ­ω καὶ ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι εἶ­σαι ὁ Κύ­ριός μου καὶ ὁ Θε­ός μου. Τοῦ λέ­ει ὁ Ἰ­η­σοῦς: Πί­στε­ψες ἐ­πει­δὴ μὲ εἶ­δες. Μα­κά­ριοι καὶ πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι πού πι­στεύ­ουν χω­ρὶς νὰ μὲ ἔ­χουν δεῖ μὲ τὰ μά­τια τους, ὅ­πως μὲ εἶ­δες ἐ­σύ. Καί θά πι­στέ­ψουν ἔ­τσι ὅ­λα τὰ μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μου στίς γε­νι­ές πού θὰ ἔλ­θουν.

Σύμ­φω­να λοι­πὸν μὲ ὅ­σα ἐ­ξι­στο­ρή­σα­με, ἐ­κτός ἀ­πό τό θαῦ­μα τῆς Ἀ­να­στά­σε­ώς του, ὀ Ἰ­η­σοῦς μπρο­στά στά μά­τια τῶν μα­θη­τῶν του ἔ­κα­νε καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα θαύ­μα­τα πού ἀ­πο­δεί­κνυ­αν τὴ θε­ό­τη­τά του καὶ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν εἶ­ναι γραμ­μέ­να στὸ βι­βλί­ο αὐ­τό. Αὐ­τὰ πού ἐκ­θέ­σα­με, γρά­φη­καν γιὰ νὰ πι­στέ­ψε­τε ὅ­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­ναι ὁ Χρι­στὸς πού προ­κη­ρύ­χθη­κε ἀ­πό τούς προ­φῆ­τες, ὁ μο­νο­γε­νὴς Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ· κι ἔ­τσι πι­στεύ­ον­τας νὰ ἔ­χε­τε ὡς ἀ­να­φαί­ρε­το κτῆ­μα σας τὴ νέ­α, θεί­α καὶ αἰ­ώ­νια ζω­ή, τὴν ὁ­ποί­α με­τα­δί­δει ὁ ἴ­διος στὶς ψυ­χὲς τῶν ἀν­θρώ­πων πού ἐ­πι­κα­λοῦν­ται τό ὄ­νο­μά του.

 

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ ΤΟΥ ΠΑ­ΣΧΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΑΤΑ

 

Ι­Ε­ΡΑ ΜΗ­ΤΡΟ­ΠΟ­ΛΙΣ ΠΑ­ΦΟΥ

 Ι­Ε­ΡΟΣ ΝΑ­ΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ        

ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ ΤΟΥ ΠΑ­ΣΧΑ

(12 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026)



ΣΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

 ΕΩΘΙΝΟΝ Β΄

 

Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν τὸν Ἰησοῦν. Καὶ λίαν πρωΐ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς, Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος, ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον, εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. ὁ δὲ λέγει αὐταῖς, Μὴ ἐκθαμβεῖσθε, Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον, ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὦδε, ἴδε, ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν, ἀλλ' ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ, ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου, εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον, ἐφοβοῦντο γάρ.

(Μᾶρκ. ιϚ΄[16] 1 – 8)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

1 Αφοῦ πέρασε τό Σάββατο, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καί ἡ Σαλώμη ἀγόρασαν τό βράδυ τοῦ Σαββάτου ἀρώματα, γιά νά ἔλθουν τό πρωί στόν τάφο καί νά ἀλείψουν τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.  2 Καί πολύ πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται στό μνημεῖο τήν ὥρα πού ὁ ἥλιος ἄρχισε νά διαλύει τό πρωινό σκοτάδι, καθώς πῆρε ν’ ἀνατέλλει κάτω ἀπ’ τόν ὁρίζοντα.  3 Κι ἔλεγαν μεταξύ τους: Ποιός θά μᾶς κυλίσει τή μεγάλη πέτρα μακριά ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ μνημείου;  4 Μόλις ὅμως ἔστρεψαν τά μάτια τους πρός τά ἐκεῖ, εἶδαν ὅτι εἶχε μετατοπισθεῖ ἡ πέτρα μακριά ἀπ’ τό μνημεῖο. Καί τά ἔλεγαν αὐτά μεταξύ τους, διότι ἡ πέτρα αὐτή ἦταν πολύ μεγάλη καί δέν ἦταν εὔκολο νά μετακινηθεῖ.  5 Κι ἀφοῦ μπῆκαν στό μνημεῖο, εἶδαν ἕνα νέο πού καθόταν στά δεξιά τοῦ μνημείου καί ἦταν ντυμένος μέ λευκή στολή, καί γέμισαν μέ τρόμο καί κατάπληξη.  6 Αὐτός ὅμως τούς εἶπε: Μήν τρομάζετε καί μή φοβάστε. Ξέρω ποιόν ζητᾶτε. Ζητᾶτε τόν Ἰησοῦ τόν Ναζαρηνό τόν ἐσταυρωμένο. Ἀναστήθηκε. Δέν εἶναι ἐδῶ. Νά, εἶναι ἀδειανό
τό μέρος πού τόν ἔβαλαν.  7 Ἀλλά πηγαίνετε καί πέστε στούς μαθητές του καί ἰδιαιτέρως στόν Πέτρο, πού ἔχει ἀνάγκη παρηγοριᾶς καί βεβαιώσεως ὅτι συγχωρήθηκε γιά τήν ἄρνησή του, ὅτι πηγαίνει πρίν ἀπό σᾶς στή Γαλιλαία καί σᾶς περιμένει ἐκεῖ. Ἐκεῖ θά τόν δεῖτε, ὅπως σᾶς τό εἶπε πρίν σταυρωθεῖ.  8 Ἐκεῖνες τότε βγῆκαν κι ἔφυγαν ἀπό τό μνημεῖο. Ἦταν μάλιστα γεμάτες τρόμο καί ἔκσταση. Δέν εἶπαν ὅμως τίποτε σέ κανένα, διότι ἦταν φοβισμένες.

 

 

Ο Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΟΣ

Τὸν μὲν πρῶ­τον λό­γον ἐ­ποι­η­σά­μην πε­ρὶ πάν­των, ὦ Θε­ό­φι­λε, ὧν ἤρ­ξα­το ὁ ᾿Ι­η­σοῦς ποι­εῖν τε καὶ δι­δά­σκειν ἄ­χρι ἧς ἡ­μέ­ρας ἐν­τει­λά­με­νος τοῖς ἀ­πο­στό­λοις διὰ Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου οὓς ἐ­ξε­λέ­ξα­το ἀ­νε­λή­φθη· οἷς καὶ πα­ρέ­στη­σεν ἑ­αυ­τὸν ζῶν­τα με­τὰ τὸ πα­θεῖν αὐ­τὸν ἐν πολ­λοῖς τεκ­μη­ρί­οις, δι᾿ ἡ­με­ρῶν τεσ­σα­ρά­κον­τα ὀ­πτα­νό­με­νος αὐ­τοῖς καὶ λέ­γων τὰ πε­ρὶ τῆς βα­σι­λε­ί­ας τοῦ Θε­οῦ. Καὶ συ­να­λι­ζό­με­νος πα­ρήγ­γει­λεν αὐ­τοῖς ἀ­πὸ ῾Ι­ε­ρο­σο­λύ­μων μὴ χω­ρί­ζε­σθαι, ἀλ­λὰ πε­ρι­μέ­νειν τὴν ἐ­παγ­γε­λί­αν τοῦ πα­τρὸς ἣν ἠ­κο­ύ­σα­τέ μου· ὅ­τι ᾿Ι­ω­άν­νης μὲν ἐ­βά­πτι­σεν ὕ­δα­τι, ὑ­μεῖς δὲ βα­πτι­σθή­σε­σθε ἐν Πνε­ύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ οὐ με­τὰ πολ­λὰς τα­ύ­τας ἡ­μέ­ρας. Οἱ μὲν οὖν συ­νελ­θόν­τες ἐ­πη­ρώ­των αὐ­τὸν λέ­γον­τες· Κύ­ρι­ε, εἰ ἐν τῷ χρό­νῳ το­ύ­τῳ ἀ­πο­κα­θι­στά­νεις τὴν βα­σι­λε­ί­αν τῷ ᾿Ισ­ρα­ήλ; Εἶ­πε δὲ πρὸς αὐ­τούς· Οὐχ ὑ­μῶν ἐ­στι γνῶ­ναι χρό­νους ἢ και­ροὺς οὓς ὁ πα­τὴρ ἔ­θε­το ἐν τῇ ἰ­δί­ᾳ ἐ­ξου­σί­ᾳ, ἀλ­λὰ λή­ψε­σθε δύ­να­μιν ἐ­πελ­θόν­τος τοῦ ῾Α­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος ἐφ᾿ ὑ­μᾶς, καὶ ἔ­σε­σθέ μοι μάρ­τυ­ρες ἔν τε ῾Ι­ε­ρου­σα­λὴμ καὶ ἐν πά­σῃ τῇ ᾿Ι­ου­δα­ί­ᾳ καὶ Σα­μα­ρε­ί­ᾳ καὶ ἕ­ως ἐ­σχά­του τῆς γῆς.

                                          (Πράξ. Ἀ­πο­στ. a΄[1] 1 – 8)

 

ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ

1. ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΘΕΟΥ

Τὰ ἀποστολικὰ ἀναγνώσματα τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπὸ τὴ μέρα τῆς Ἀναστάσεως και μέχρι τήν Πεντηκοστὴ προέρχονται ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν «Πράξεων τῶν Ἀποστόλων», ὅπου παρουσιάζονται τὰ ἐκπληκτικὰ ἔργα καὶ τὰ ἀναρίθμητα θαύματα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων· διότι αὐτὰ ἀποτελοῦν μεγάλη ἀπόδειξη τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας. 

Στὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου, ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, ἀπευθύνεται στὸν ἄρχοντα Θεόφιλο καὶ τοῦ λέει: Τὸ πρῶτο βιβλίο (δηλαδὴ τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο) τὸ ἔγραψα γιὰ νὰ ἐξιστορήσω περιληπτικὰ ὅσα ἔκανε καὶ ἐδίδαξε ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημοσίας δράσεώς Του μέχρι τή μέρα ποὺ ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανούς. Προηγουμένως ὅμως, μὲ συνεργὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἔδωσε τις τελευταῖες Του ὁδηγίες καὶ ἐντολὲς στοὺς Ἀποστόλους, τοὺς ὁποίους εἶχε ἐκλέξει. Σ᾿ αὐτοὺς «παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις», παρουσίασε τὸν ἑαυτό του ζωντανὸ μετὰ τὸ πάθος Του· καὶ μὲ πολλὲς ἀποδείξεις τοὺς βεβαίωσε ὅτι πράγματι ἦταν ζωντανός. Μέσα σέ χρονικό διάστημα σαράντα ἡμερῶν ἐμφανιζόταν σ᾿ αὐτοὺς καὶ τοὺς μιλοῦσε «περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ». 

ΓΙΑΤΙ ΟΜΩΣ ὁ Κύριος μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του ἀπεκάλυπτε ἀκόμη μυστήρια τῆς Βασιλείας Του; Πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος Του, ἐπί τρία χρόνια, γι᾿ αὐτὸ τὸ εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας Του δὲν μιλοῦσε; Καὶ μάλιστα ἀπεκάλυπτε τόσες θαυμαστές ἀλήθειες γιὰ τὰ μεγαλεῖα τῆς Βασιλείας Του, ὅσες βέβαια μποροῦσε νὰ ἀντέξει ὁ ἀνθρώπινος νοῦς. Τί περισσότερο λοιπὸν εἶχε τώρα νὰ τοὺς πεῖ; 

Τώρα, μετὰ τὸ πάθος Του, ὁ Ἀναστάς Κύριος ἔπρεπε νὰ τοὺς δώσει τίς τελευταῖες ὁδηγίες γιὰ τὴν ἐπίγεια Βασιλεία Του, δηλαδὴ τὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία σὲ λίγες ἡμέρες θά θεμελιωνόταν. Ἔπρεπε νὰ τοὺς ἐξηγήσει ὅτι, κι ὅταν ἀκόμη ἀναληφθεῖ στοὺς οὐρανούς, δὲν θὰ τοὺς ἀφήσει μόνους, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀοράτως παρών μέσα στὴν Ἐκκλησία Του γιὰ νὰ βοηθεῖ αὐτούς, ἀλλὰ καὶ κάθε πιστό, στίς δυσκολίες καὶ τοὺς πειρασμούς τους. 

Ἔπρεπε ἀκόμη, πρὶν ἀναχωρήσει γιά τοὺς οὐρανούς, νὰ τοὺς ἀποκαλύψει κάποια βαθύτερα μυστήρια τῆς Βασιλείας Του: Νὰ τοὺς ἐξηγήσει ὅτι, μέ τή Σταύρωσή Του, τὸ τίμιο αἷμα Του ποὺ ἀνέβλυσε ἀπὸ τὴ ζωηφόρο πλευρὰ ἔγινε ἡ πηγὴ ποὺ ζωογονεῖ τήν Βασιλεία Του ἐπὶ τῆς γῆς, τὴν Ἐκκλησία· ὅτι μὲ τὴν Ἀνάστασή Του συνέτριψε τά δεσμά τοῦ Ἅδου καὶ ἄνοιξε γιά πάντα τίς πύλες τῆς οὐρανίου Βασιλείας· ὅτι ἡ Ἐκκλησία Του δὲν ἔχει ἐγκόσμιο χαρακτῆρα, ἀλλὰ εἶναι μιὰ πρόγευση τῆς αἰωνίου πολιτείας τοῦ Παραδείσου, τὴν ὁποία μᾶς ἔχει ἑτοιμάσει πρὸ πάντων τῶν αἰώνων. Καὶ μᾶς περιμένει ἐκεῖ, μέσα στὸ ἀνέσπερο φῶς, γιὰ νὰ μᾶς κάμει μετόχους τῆς δόξης Του σὲ μιὰ Βασιλεία χωρίς τέλος. 

2. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Ἐνῶ λοιπὸν ὁ Κύριος ἐπὶ σαράντα μέρες τοὺς ἐξηγοῦσε τὰ μυστήρια τῆς Βασιλείας Του, τοὺς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ μὴν ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, ἀλλὰ νὰ περιμένουν τήν πραγματοποίηση τῆς ὑποσχέσεως ποὺ τοὺς εἶχε δώσει γιὰ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο θὰ ἔστελνε ὁ Πατήρ. Τοὺς εἶχε πεῖ ὅτι ὁ Ἰωάννης μὲν βάπτισε μὲ ἁπλὸ νερὸ μόνο, ἐνῶ ἐσεῖς σὲ λίγες ἡμέρες θά βαπτισθῆτε μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. 

Ὕστερα λοιπόν ἀπὸ τὶς ἐλπίδες ποὺ ἔδωσε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητάς Του, ἦλθαν ὅλοι μαζὶ καὶ τὸν ρωτοῦσαν: Κύριε, πές μας ἐὰν κατὰ τὸ χρονικὸ διάστημα τῶν ἡμερῶν αὐτῶν πρόκειται νὰ ἀποκαταστήσεις στήν παλαιά της δύναμη καὶ δόξα τὴ βασιλεία γιὰ τὸν Ἰσραήλ. 

Ὁ Κύριος ὅμως τοὺς ἀπάντησε: Δὲν εἶναι δικό σας θέμα νά γνωρίσετε τὰ χρόνια ἢ τοὺς ὡρισμένους μῆνες καὶ μέρες, τὰ ὁποῖα ὁ Πατήρ κράτησε στήν ἀποκλειστική Του ἐξουσία. Θα λάβετε ὅμως δύναμη, ὅταν θὰ ἔλθει πάνω σας τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. «Καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες», θὰ εἶσθε μάρτυρες τῆς ζωῆς μου, τῆς διδασκαλίας μου καὶ τῆς Ἀναστάσεώς μου στὴν Ἱερουσαλήμ καὶ σ᾿ ὅλη την Ἰουδαία καί τήν Σαμάρεια καὶ «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς». 

ΜΑΡΤΥΡΕΣ τῆς Ἀναστάσεως λοιπὸν ἔγιναν ὅλοι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. Τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως ἦταν τόσο συγκλονιστικὸ καὶ κεντρικό στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν μάρτυρες ἀξιόπιστοι ποὺ νὰ τὸ βεβαιώνουν. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος ἐμφανιζόταν στοὺς μαθητάς Του, ἐπανειλημμένως ἐπί σαράντα μέρες, καὶ ὄχι μόνον στοὺς δώδεκα ἀλλὰ κάποτε καὶ σὲ περισσότερους ἀπό πεντακόσιους. Ὥστε τὸ θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως νὰ μὴν ἐπιδέχεται καμμία ἀμφισβήτηση. Διότι ἐπάνω σ᾿ αὐτὸ στηρίζεται ὅλο τὸ οἰκοδόμημα τῆς πίστεώς μας, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ προϋπόθεση καὶ τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως. 

Μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως ἔχυσαν τὸ αἷμα τους ἑκατομμύρια Μαρτύρων. Μὲ τὴν πίστη αὐτὴ ἀμέτρητες ψυχὲς ἐλάτρευσαν τὸν Ἀναστάντα Κύριο, ἀφωσιώθηκαν σ᾿ Αὐτὸν καὶ ἔφθασαν σέ δυσθεώρητα ὕψη ἀρετῆς καὶ ἁγιότητος. 

Μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως καλούμαστε νὰ γίνουμε ὅλοι μας. Νὰ μαρτυροῦμε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ νὰ τὴν ζοῦμε ὄχι μόνον ὡς ἱστορικό γεγονός, ἀλλὰ ὡς πνευματικὴ ἐμπειρία στή ζωή μας. Δηλαδὴ νὰ ζοῦμε καινούργια ζωή ἀναστημένη ἐν Χριστῷ ἀναστάντι. 

                      (Δι­α­σκευ­ ­πὸ πα­λαι­ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

    

ΤΟ Ι­Ε­ΡΟ ΕΥ­ΑΓ­ΓΕ­ΛΙΟ

Ἐν ἀρ­χῇ ἦν ὁ Λό­γος, καὶ ὁ Λό­γος ἦν πρὸς τὸν Θε­όν, καὶ Θε­ὸς ἦν ὁ Λό­γος.  Οὗ­τος ἦν ἐν ἀρ­χῇ πρὸς τὸν Θε­όν. πάν­τα δι' αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το, καὶ χω­ρὶς αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το οὐ­δὲ ἕν ὃ γέ­γο­νεν. ἐν αὐ­τῷ ζω­ὴ ἦν, καὶ ἡ ζω­ὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀν­θρώπων καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκο­τί­ᾳ φαί­νει, καὶ ἡ σκο­τί­α αὐ­τὸ οὐ κα­τέ­λα­βεν. Ἐ­γέ­νε­το ἄν­θρω­πος ἀ­πε­σταλ­μέ­νος πα­ρὰ Θε­οῦ, ὄ­νο­μα αὐ­τῷ Ἰ­ω­άν­νης· οὗ­τος ἦλ­θεν εἰς μαρ­τυ­ρί­αν, ἵ­να μαρ­τυ­ρή­σῃ πε­ρὶ τοῦ φω­τός, ἵ­να πάν­τες πι­στε­ύ­σω­σιν δι᾿ αὐ­τοῦ. οὐκ ἦν ἐ­κεῖ­νος τὸ φῶς, ἀλ­λ᾿ ἵ­να μαρ­τυ­ρή­σῃ πε­ρὶ τοῦ φω­τός. Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀ­λη­θι­νόν, ὃ φω­τί­ζει πάν­τα ἄν­θρω­πον, ἐρ­χό­με­νον εἰς τὸν κό­σμον. ἐν τῷ κό­σμῳ ἦν, καὶ ὁ κό­σμος δι᾿ αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το, καὶ ὁ κό­σμος αὐ­τὸν οὐκ ἔ­γνω. εἰς τὰ ἴ­δια ἦλ­θεν, καὶ οἱ ἴ­διοι αὐ­τὸν οὐ πα­ρέ­λα­βον. ὅ­σοι δὲ ἔ­λα­βον αὐ­τόν, ἔ­δω­κεν αὐ­τοῖς ἐ­ξου­σί­αν τέ­κνα Θε­οῦ γε­νέ­σθαι, τοῖς πι­στε­ύ­ου­σιν εἰς τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ, οἳ οὐκ ἐξ αἱ­μά­των, οὐ­δὲ ἐκ θε­λή­μα­τος σαρ­κὸς, οὐ­δὲ ἐκ θε­λή­μα­τος ἀν­δρὸς, ἀλ­λ᾿ ἐκ Θε­οῦ ἐ­γεν­νή­θη­σαν. Καὶ ὁ Λό­γος σὰρξ ἐ­γέ­νε­το καὶ ἐ­σκή­νω­σεν ἐν ἡ­μῖν, καὶ ἐ­θε­α­σά­με­θα τὴν δό­ξαν αὐ­τοῦ, δό­ξαν ὡς μο­νο­γε­νοῦς πα­ρὰ πα­τρός, πλή­ρης χά­ρι­τος καὶ ἀ­λη­θε­ί­ας. Ἰ­ω­άν­νης μαρ­τυ­ρεῖ πε­ρὶ αὐ­τοῦ καὶ κέ­κρα­γεν λέ­γων· Οὗ­τος ἦν ὃν εἶ­πον, Ὁ ὀ­πί­σω μου ἐρ­χό­με­νος ἔμ­προ­σθέν μου γέ­γο­νεν, ὅ­τι πρῶ­τός μου ἦν. Καὶ ἐκ τοῦ πλη­ρώ­μα­τος αὐ­τοῦ ἡ­μεῖς πάν­τες ἐ­λά­βο­μεν, καὶ χά­ριν ἀν­τὶ χά­ρι­τος· ὅ­τι ὁ νό­μος δι­ὰ Μω­ϋ­σέ­ως ἐ­δό­θη, ἡ χά­ρις καὶ ἡ ἀ­λή­θεια δι­ὰ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἐ­γέ­νε­το.              

             (Ἰ­ω­άν. a΄[1] 1 – 17)

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Στὴν ἀρ­χή τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας ὑ­πῆρ­χε ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ, ποὺ γεν­νή­θη­κε ἀ­χρό­νως ἀ­πὸ τὸν Πα­τέ­ρα ὡς ἄ­πει­ρος καὶ ζων­τα­νὸς Λό­γος ἀ­πὸ ἀ­πει­ρο­τέ­λει­ο καὶ πάν­σο­φο Νοῦ. Καὶ ὁ Λό­γος ὡς δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο τῆς Θε­ό­τη­τος ἦ­ταν ἀ­χώ­ρι­στος ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ Πα­τέ­ρα καὶ πάντο­τε ἑ­νω­μέ­νος μα­ζί του. Καὶ ἦ­ταν Θε­ὸς τέ­λει­ος ὁ Λό­γος. Στὴν ἀρ­χή τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας αὐ­τὸς ὑ­πῆρ­χε ἑ­νω­μέ­νος μὲ τὸν Θε­ὸ Πα­τέ­ρα. Ὅ­λα τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τα δη­μι­ουρ­γή­θη­καν δι᾿ αὐ­τοῦ σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Πα­τέ­ρα καὶ τὸ Ἅ­γιον Πνεῦ­μα· καὶ χω­ρὶς αὐ­τὸν δὲν ἔ­γι­νε τὸ πα­ρα­μι­κρὸ ἀ­π᾿ ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χουν γί­νει. Εἶ­χε μέ­σα του τὴ ζω­ή, καὶ αὐ­τός, ὡς πη­γὴ τῆς ζω­ῆς ποὺ εἶ­ναι, δη­μι­ούρ­γη­σε καὶ συν­τη­ρεῖ κά­θε ζω­ή. Καὶ γιὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους, ποὺ εἶ­ναι λο­γι­κὰ ὄν­τα, ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή καὶ τὸ πνευ­μα­τι­κὸ φῶς, ποὺ φω­τί­ζει τὸ νοῦ τους καὶ τοὺς ὁ­δη­γεῖ στὴν ἀ­λή­θεια. Τὸ φῶς βέ­βαι­α σκορ­πί­ζει τὴ λάμ­ψη του καὶ ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ εἶ­ναι σκο­τι­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ τὴν πλά­νη, γιὰ νὰ τοὺς φω­τί­σει κι αὐ­τούς. Ἀλ­λὰ οἱ σκο­τι­σμέ­νοι αὐ­τοί ἄν­θρω­ποι δὲν τὸ ἀν­τι­λή­φθη­καν καὶ δὲν τὸ ἐγ­κολ­πώ­θη­καν, ἀλ­λά καὶ δὲν μπό­ρε­σαν νὰ τὸ ἐ­ξου­δε­τε­ρώ­σουν καὶ νὰ τὸ κα­τα­νι­κή­σουν. Γιὰ νὰ γνω­ρί­σουν λοι­πὸν οἱ ἄν­θρω­ποι τὸ φῶς, ἐμ­φα­νί­στη­κε κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος ἀ­πε­σταλ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, ποὺ λεγό­ταν Ἰ­ω­άν­νης. Αὐ­τὸς ἦλ­θε ἔ­χον­τας ὡς κύ­ρια ἀ­πο­στο­λή του νὰ δώ­σει τὴ μαρ­τυ­ρί­α του γιὰ τὸν Ἰ­η­σοῦ Χριστό. Ἦλθε δηλαδὴ νὰ δώσει τὴ μαρτυρία ὅτι αὐτὸς εἶ­ναι τὸ φῶς, γιὰ νὰ πι­στέ­ψουν ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ τὸ κή­ρυγ­μά του στὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Δὲν ἦ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ Ἰ­ω­άν­νης τὸ φῶς, ἄλ­λα ἦλ­θε ἀ­πε­σταλ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ γιὰ νὰ μαρ­τυ­ρή­σει γιὰ τὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι τὸ φῶς. Ὡς Λό­γος καὶ ὡς δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο τῆς Θε­ό­τη­τος ἦ­ταν πάν­το­τε ὁ Χρι­στὸς τὸ ἀ­πο­λύ­τως τέ­λει­ο φῶς, ἡ μο­να­δι­κὴ πη­γὴ τοῦ φω­τός, ποὺ φω­τί­ζει κά­θε ἄν­θρω­πο ποὺ ἔρ­χε­ται στὸν κό­σμο. Ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή στὸν κό­σμο, προ­νο­οῦ­σε καί κυ­βερ­νοῦ­σε τὸν κό­σμο. Καὶ ὅ­λα τὰ ὁ­ρα­τὰ καὶ ἀ­ό­ρα­τα κτί­σμα­τα ἀ­π᾿ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ὁ ἐ­πί­γει­ος κι ὁ οὐ­ρά­νιος κό­σμος, δι­α­μέ­σου αὐ­τοῦ ἔ­γι­ναν. Κι ὅ­μως, ὅ­ταν αὐ­τὸς σαρ­κώ­θη­κε κι ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος, ὁ δι­ε­φθαρ­μέ­νος κό­σμος τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἦ­ταν προ­σκολ­λη­μέ­νος στὰ γή­ι­να δὲν τὸν ἀ­να­γνώ­ρι­σε ὡς δη­μι­ουρ­γό του. Καὶ ὄ­χι μό­νο ὁ κό­σμος, ἀλ­λά καὶ οἱ δι­κοὶ του οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι, τὸν ἀ­πέρ­ρι­ψαν. Ἦλ­θε ἀ­π᾿ τὸν οὐ­ρα­νὸ κι ἔ­ζη­σε ὡς ἄν­θρω­πος στὴ γῆ τῆς ἐ­παγ­γε­λί­ας, ποὺ ἦ­ταν ξε­χω­ρι­σμέ­νη πρὶν ἀ­πὸ πολ­λοὺς αἰ­ῶ­νες ἀ­πὸ τὸν Θε­ό ὡς ἰ­δι­αι­τέ­ρως δι­κή του. Μὰ οἱ δι­κοί του ἄν­θρω­ποι, οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι, δὲν τὸν πα­ρα­δέ­χθη­καν, ἀλ­λά τόν ἀρ­νή­θη­καν σὰν ξέ­νο καὶ ἐ­χθρό. Ὅ­σοι ὅ­μως τὸν δέ­χθη­καν καὶ τὸν ἐγ­κολ­πώ­θη­καν ὡς σω­τή­ρα τους, καὶ πί­στε­ψαν ὅ­τι αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ ποὺ ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος γιὰ νὰ σώ­σει τοὺς ἀν­θρώ­πους, τοὺς ἔ­δω­σε τὸ δι­καί­ω­μα καὶ τὴ χά­ρη νὰ γὶ­νουν τέ­κνα τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τοὶ δὲν γεν­νή­θη­καν ἀ­πὸ γυ­ναι­κεῖ­α αἵ­μα­τα, οὔ­τε ἀ­πὸ σαρ­κι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α, οὔ­τε ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α κά­ποι­ου ἄν­δρα, ἀλ­λά γεν­νή­θη­καν ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν Θε­ό. Γιά νὰ ἐν­τυ­πω­θεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸν κα­θέ­να ποι­ός ἐ­πι­τέ­λε­σε τὴν ὑ­περ­φυ­σι­κὴ αὐ­τὴ γέν­νη­ση καὶ υἱ­ο­θε­σί­α, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω ὅ­τι ὁ Λό­γος ἔ­γι­νε μέ­σα στὸν χρό­νο ἄν­θρω­πος. Καὶ ἔ­χον­τας ὡς σκη­νὴ καὶ ὡς να­ὸ ἅ­γιο τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, πα­ρέ­μει­νε μὲ πολ­λὴ οἰ­κει­ό­τη­τα με­τα­ξύ μας σὰν ἕ­νας ἀ­πό μᾶς. Κι ἐ­μεῖς χορ­τά­σα­με νὰ βλέ­που­με μὲ τὰ μά­τια μας τὴν ὑ­πέρ­λαμ­πρη καὶ θε­ο­πρε­πῆ δό­ξα του, ἡ ὁ­ποί­α φα­νε­ρω­νό­ταν μὲ τὰ θαύ­μα­τά του καί τὴ δι­δα­σκα­λί­α του καὶ τὴ λαμπρό­τη­τα τῆς ἀ­να­μά­ρτη­της καὶ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ ἅ­γιας ζω­ῆς του. Ἦ­ταν δό­ξα πού δὲν πῆ­ρε ὡς χά­ρι­σμα καὶ δω­ρε­ά, ὅ­πως τὴν παίρ­νουν τά λο­γι­κά δη­μι­ουρ­γή­μα­τα, ἀλ­λά τὴν εἶ­χε φυ­σι­κὴ ἀ­πό τὸν Πα­τέ­ρα του, ὡς Υἱ­ὸς μο­νά­κρι­βος ποὺ ἦ­ταν· Y­ἱός γε­μά­τος χά­ρη, μὲ τὴν ὁ­ποί­α τό­τε θαυ­μα­τουρ­γοῦ­σε καί τώ­ρα μᾶς ἀ­να­γεν­νᾶ, καὶ γε­μά­τος ἀ­λή­θεια, μὲ τὴν ὁ­ποί­α μᾶς φω­τί­ζει καὶ μᾶς δι­δά­σκει. Ὁ Ἰ­ω­άν­νης μαρ­τυ­ρεῖ γι᾿ αὐ­τὸν καὶ φω­νά­ζει δη­μό­σια καὶ χω­ρὶς κα­νέ­να δι­σταγ­μό, μὲ παρ­ρη­σί­α, λέ­γον­τας: Αὐ­τὸς ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­πα ὅ­τι: αὐ­τὸς ποὺ ἔρ­χε­ται στὴ δη­μό­σια δρά­ση ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μέ­να ὑ­πῆρ­ξε ἀ­συγ­κρί­τως λαμ­πρό­τε­ρος καὶ ἐν­δο­ξό­τε­ρος πο­λὺ πρὶν ἀ­πὸ μέ­να. Αὐ­τὸν ἔ­βλε­παν καὶ κή­ρυτ­ταν ὅ­λοι οἱ πα­τριά­ρχες καὶ οἱ προ­φῆ­τες· δι­ό­τι ὡς πρω­τό­το­κος καὶ μο­νο­γε­νὴς Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ ὑ­πῆρ­χε πρὶν ἀ­πὸ μέ­να. Ἀ­πὸ τὸν ἀ­νε­ξάν­τλη­το πλοῦ­το τῆς τε­λει­ό­τη­τος καὶ τῶν δω­ρε­ῶν του πή­ρα­με ὅ­λοι ἐ­μεῖς. Πή­ρα­με τὴ μί­α χά­ρη πά­νω στὴν ἄλ­λη. Με­τὰ τὴ χά­ρη τῆς ἀ­φέ­σε­ως τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μας λά­βα­με καὶ τὴ χά­ρη τῆς υἱ­ο­θε­σί­ας καὶ τῆς μα­κά­ριας ζω­ῆς. Καὶ ὁ­λο­έ­να δε­χό­μα­στε νέ­α ὑ­πε­ρά­φθο­νη χά­ρη πά­νω σ᾿ ἐ­κεί­νη ποὺ προ­η­γου­μέ­νως λά­βα­με. Δι­ό­τι ὁ νό­μος, ποὺ τὸν πα­ρέ­βαι­ναν οἱ ἄν­θρω­ποι καὶ γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τὸ γί­νον­ταν ἔ­νο­χοι καὶ ἀ­νά­ξιοι νὰ λά­βουν τὴ χά­ρη τῆς υἱ­ο­θε­σί­ας, δό­θη­κε δι­α­μέ­σου ἀν­θρώ­που καὶ δού­λου, τοῦ Μω­υ­σῆ. Ἐ­νῶ ἡ χά­ρη καὶ ἡ τέ­λεια ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῆς ἀ­λή­θειας, ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε τὶς σκι­ὲς καὶ τὰ σύμ­βο­λα τοῦ νό­μου, ἦλθαν δι­α­μέ­σου τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Καὶ αὐ­τὴ ἡ χά­ρη καὶ ἡ ἀ­λή­θεια ἐ­λευ­θε­ρώ­νουν τὸν ἄν­θρω­πο ἀ­πὸ τὴ δου­λεί­α τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ τὸν ἀ­να­γεν­νοῦν. 

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος.

 

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

(5 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026)


 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΟΥ ΟΡΘΡΟΥ (ΒΑΪΩΝ)

Τ καιρ κείν, τε γγισεν ησος ες εροσλυμα κα λθον ες Βηθσφαγ ες τ ρος τν λαιν, ττε ησος πστειλε δο μαθητς 2λγων ατος· Πορεεθητε ες τν κμην τν πναντι μν, κα εθως ερσετε νον δεδεμνην κα πλον μετ' ατς· λσαντες γγετ μοι. 3κα ἐάν τις μν επ τι, ρετε τι Κριος ατν χρεαν χει· εθως δ ποστελε ατος. 4Τοτο δ λον γγονεν να πληρωθ τ ηθν δι το προφτου λγοντος· 5επατε τ θυγατρ Σιν, δο βασιλες σου ρχετα σοι, πρας κα πιβεβηκς π νον κα πλον υἱὸν ποζυγου. 6πορευθντες δ ο μαθητα κα ποισαντες καθς προσταξεν ατος ησος, 7γαγον τν νον κα τν πλον, κα πθηκαν πνω ατν τ μτια ατν, κα πεκθισεν πνω ατν. 8 δ πλεστος χλος στρωσαν αυτν τ μτια ν τ δ, λλοι δ κοπτον κλδους π τν δνδρων κα στρννυον ν τ δ9ο δ χλοι ο προγοντες (ατν) κα ο κολουθοντες κραζον λγοντες· σανν τ υἱῷ Δαυδ· ελογημνος ρχμενος ν νματι Κυρου· σανν ν τος ψστοις. 10κα εσελθντος ατο ες εροσλυμα σεσθη πσα πλις λγουσα· Τς στιν οτος; 11ο δ χλοι λεγον· Οτς στιν ησος προφτης π Ναζαρτ τς Γαλιλαας. 15δντες δ ο ρχιερες κα ο γραμματες τ θαυμσια ποησε κα τος παδας κρζοντας ν τ ερ κα λγοντας, σανν τ υἱῷ Δαυδ, γανκτησαν 16κα επον ατ· κοεις τ οτοι λγουσιν; δ ησος λγει ατος· Να· οδποτε νγνωτε τι κ στματος νηπων κα θηλαζντων κατηρτσω ανον; 17κα καταλιπν ατος ξλθεν ξω τς πλεως ες Βηθαναν κα ηλσθη κε.

(Ματθ. κα΄[21] 1 - 11, 15 – 17)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ, ταν πλησίασαν στ εροσόλυμα κα λθαν στ Βηθσφαγ, κοντ στ ρος τν λαιν, τότε ησος πέστειλε δύο μαθητς. 2 κα τος επε: Πηγαίνετε στ χωρι πο βλέπετε πέναντί σας, κι μέσως θ βρετε να θηλυκ γαϊδούρι δεμένο κι να πουλάρι μαζί του. Λύστε το κα φέρτε μου κα τ δύο δ. 3 Κι ν σς πε κανες τίποτε, θ πετε τι Κύριος τ χρειάζεται κι μέσως θ σς τ στείλει πίσω. 4 Κι ατ λο γινε γι ν πραγματοποιηθε κενο πο προφήτευσε προφήτης λέγοντας: 5 Πετε στ θυγατέρα Σιών, δηλαδ στν ερουσαλήμ: δο βασιλιάς σου, Μεσσίας, ρχεται σ σένα πράος κα καθισμένος πάνω σ γαϊδούρι κα σ πουλάρι, γέννημα ζώου πο μπκε σ ζυγό. 6 Κι φο πγαν ο μαθητς κι καναν πως τος διέταξε ησος, 7 φεραν τ γαϊδούρι κα τ πουλάρι, κι πειδ δν ξεραν σ ποι π τ δύο θ καθίσει διδάσκαλος, βαλαν τ ξωτερικά τους νδύματα πάνω σ᾿ ατά, κα ησος κάθισε πάνω στ νδύματα πο εχαν τεθε στ πουλάρι. 8 Στ μεταξ ο περισσότεροι π τ πλθος το λαο στρωσαν στ δρόμο π τν ποο περνοσε ησος τ ξωτερικά τους ροχα, γι ν περάσει πάνω π᾿ ατά. ν λλοι κοβαν κλαδι π᾿ τ δέντρα κα τ στρωναν στ δρόμο. 9 Κα τ πλήθη το λαο, σα προπορεύονταν κα σα κολουθοσαν, μ δυνατς φωνς κραύγαζαν: Δόξα στν πόγονο το Δαβίδ, πο περιμέναμε ως τώρα. Δοξασμένος ν εναι ατς πο ρχεται σταλμένος π τν Κύριο. Δόξα στ Θε ς κράζουν κα ο γγελοι πο βρίσκονται στ ψηλότερα μέρη το ορανο. 10 Κι ταν ησος μπκε στ εροσόλυμα, ξεσηκώθηκαν λοι ο κάτοικοι τς πόλεως λέγοντας: Ποις εναι ατός; 11 Κα τ πλήθη το λαο λεγαν: Ατς εναι ησος προφήτης, πο κατάγεται π τ Ναζαρτ τς Γαλιλαίας.

15 ταν μως εδαν ο ρχιερες κα ο γραμματες τ θαυμαστ ργα πο κανε ησος, κα τ παιδι πο φώναζαν μέσα στ ερ κι λεγαν «δόξα στν πόγονο το Δαβίδ», γανάκτησαν 16 κα το επαν: κος τί λένε ατοί; Κι ησος τος λέει: Ναί. Δν διαβάσατε ποτ κενο πο λέει τι π τ στόμα νηπίων κα μικρν παιδιν πο θηλάζουν κόμα φτιαξες, Θεέ, τέλειο μνο; Γιατί λοιπν γανακτετε, σν ν νέχομαι κάτι πο δν τ προφήτευσε τ Πνεμα το Θεο; 17 Κι φο τούς φησε, βγκε ξω πό τήν πόλη καί πγε στή Βηθανία, που πέρασε τή νύχτα του κε.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Ἀδελφοί, χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε. τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις. ὁ Κύριος ἐγγύς. μηδὲν μεριμνᾶτε, ἀλλ᾿ ἐν παντὶ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει μετὰ εὐ­χα­ρι­στί­ας τὰ αἰ­τή­μα­τα ὑ­μῶν γνω­ρι­ζέ­σθω πρὸς τὸν Θε­όν, καὶ ἡ εἰ­ρή­νη τοῦ Θε­οῦ ἡ ὑπε­ρέ­χου­σα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε· ἃ καὶ ἐμάθετε καὶ παρελάβετε καὶ ἠκούσατε καὶ εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν.                                                        

 (Φιλιπ. δ΄[4] 4-9)

 

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΥΠΟΔΟΧΗ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ

Σήμερα, Κυριακή τῶν Βαΐων, ὁ Κύριός μας εἰσέρχεται ὡς βασιλεὺς τῆς δόξης στὴν ἁγία πόλι Ἱερουσαλήμ. Ἀμέτρητα πλήθη λαοῦ Τὸν ὑποδέχονται μετὰ βαΐων και κλάδων, κραυγάζοντας μὲ ἐνθουσιασμό: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος». Αὐτὸν ἂς ὑποδεχθοῦμε κι ἐμεῖς σήμερα νοερῶς κι ἂς συμπορευθοῦμε μαζί Του στὸν ἀνηφορικό δρόμο τοῦ ἁγίου Πάθους Του. Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας ἐντάσσεται μέσα στὸ γενικὸ αὐτὸ κλίμα τῆς χαρᾶς, διότι ὁ Κύριος μὲ τὴν θριαμβευτική Του αὐτὴ εἴσοδο προμηνύει την λαμπροφόρο ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως. 

1. Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

«Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε», μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Χαίρετε πάντοτε τὴν χαρὰ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἕνωση καὶ κοινωνία σας μὲ τὸν Κύριο. Ἡ ἐπιείκειά σας καὶ ἡ ὑποχωρητικότητά σας ἂς γίνει γνωστή σ᾿ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀκόμη καὶ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀπίστους. Διότι «ὁ Κύριος ἐγγύς», πλησιάζει νὰ ἔλθει. 

ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ λοιπὸν ὁ Κύριος. Βέβαια ἐδῶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρεται στήν μεγαλειώδη ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ὅπου θὰ ἀντικρίσουμε ὅλοι τόν ποθητό μας Κύριο ὄχι κρυμμένο μέσα στήν πτωχεία τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἀλλὰ ἀπαστράπτοντα μέσα στή δόξα τῆς θεότητος· δορυφορούμενο ἀπὸ τίς στρατιὲς τῶν ἀγγέλων. 

Ἀλλὰ καὶ ἡ σημερινὴ ἡμέρα, ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων, εἶναι μιὰ προεικόνιση αὐτῆς τῆς δόξης τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος εἰσέρχεται στὴν ἁγία πόλη ὄχι ὡς βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ὅπως νομίζουν τὰ ἀλαλάζοντα πλήθη, ἀλλὰ ὡς ὁ μοναδικός, αἰώνιος βασιλεὺς τοῦ κόσμου. Μιᾶς βασιλείας πνευματικῆς στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, βασιλείας αἰωνίου. 

Τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ βέβαια δέν μποροῦν νὰ καταλάβουν τὴ μεγάλη αὐτὴ ἀλήθεια· οὔτε κἂν νὰ ὑποψιασθοῦν ὅτι μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες αὐτὸς ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης θὰ ταπεινωθεῖ, θὰ σταυρωθεῖ, θὰ χύσει τὸ αἷμα Του γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ἐμεῖς ὅμως τὸ ξέρουμε. Ξέρουμε ὅτι ὁ Κύριός μας θὰ ἀναδειχθεῖ πραγματικός βασιλεὺς ὄχι πάνω σὲ ἅρμα βασιλικό, ἀλλὰ πάνω σὲ θρόνο μαρτυρικό, τόν τίμιο Σταυρό Του. Ἐκεῖ, στὸν Γολγοθᾶ, ὡς ἀληθινὸς βασιλεὺς θὰ συντρίψει τὴν ἁμαρτία, τὸν διάβολο καὶ τὸν θάνατο. Ἂς ὑποδεχθοῦμε λοιπὸν κι ἐμεῖς μὲ φόβο καὶ δέος τὸν βασιλέα τῶν βασιλευόντων, μὲ ὁλοκληρωτικὴ ἀφοσίωση καὶ ἀγάπη. «Ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται...» Τίποτε ἄλλο νὰ μὴν κυριαρχεῖ στὸ νοῦ μας, καμμία μέριμνα, ὅπως μᾶς λέγει στή συνέχεια ὁ θεῖος Ἀπόστολος. 

2. ΑΦΩΣΙΩΜΕΝΟΙ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ

«Μηδὲν μεριμνᾶτε» μᾶς λέγει· μήν κατακυριεύεσθε ἀπὸ ἀγωνιώδη φροντίδα γιὰ τίποτε, ἀλλὰ γιὰ κάθε τι ποὺ σᾶς παρουσιάζεται, κάνετε γνωστὰ τὰ αἰτήματά σας στὸν Θεὸ μὲ προσευχές, οἱ ὁποῖες πρέπει νὰ συνοδεύονται καὶ μὲ εὐχαριστία γιά ὅσα ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε. Καὶ ἔτσι, ὅταν ἐμπιστεύεσθε τὸν ἑαυτό σας στὸν Θεό, ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας τὴν τελειότητα δὲν μπορεῖ νὰ νιώσει κανείς νοῦς, εἴτε ἀνθρώπινος εἴτε ἀγγελικός, θὰ φρουρήσει τὶς καρδιές σας καὶ τὶς σκέψεις σας, ἐφ' ὅσον μένετε ἑνωμένοι μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. 

Καί τώρα ἀπομένει, ἀδελφοί μου, καταλήγει ὁ θεῖος Ἀπόστολος, νὰ σᾶς ἀπευθύνω καὶ μία ἄλλη προτροπή. Όσα εἶναι ἀληθινά, σεμνά και σεβαστά, ὅσα εἶναι δίκαια, ἀμόλυντα καὶ ἁγνά, ὅσα εἶναι προσφιλή στὸν Θεὸ καὶ στοὺς καλοὺς ἀνθρώπους, ὅσα ἔχουν καλή φήμη, καὶ κάθε ἄλλη ἀρετὴ καὶ ἔργο ἀγαθὸ ποὺ εἶναι ἀξιέπαινο, αὐτὰ νὰ συλλογίζεσθε, αὐτὰ νά ἐφαρμόζετε καὶ στὴ ζωή σας. Όσα μάθατε καὶ παρελάβατε μὲ την προφορική διδασκαλία μου, καὶ τὰ ἀκούσατε καὶ τὰ εἴδατε στὴν ὅλη συμπεριφορά μου, αὐτὰ καὶ νὰ κάνετε. Καὶ τότε «ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν», θὰ εἶναι μαζί σας. 

ΚΑΜΜΙΑ ἀγωνιώδη μέριμνα λοιπὸν μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος δὲν πρέπει νὰ ἔχουμε, ἀλλὰ ἡ σκέψη μας καὶ ἡ καρδιά μας νὰ εἶναι στραμμένη πρὸς τὸν Κύριο. Βέβαια αὐτὴ τὴν προτροπή τοῦ Ἀποστόλου πρέπει νὰ τὴν ἐφαρμόζουμε σ᾿ ὅλη μας τή ζωή. Ἰδιαιτέρως ὅμως θὰ πρέπει νὰ τὴν λάβουμε πολύ σοβαρὰ ὑπ᾿ ὄψη μας τώρα τίς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Διότι δυστυχῶς πολλοὶ ἄνθρωποι τίς ἡμέρες αὐτὲς πνίγονται μέσα στίς βιοτικές τους μέριμνες. Ἀγωνιοῦν νὰ προλάβουν τὶς ἐργασίες τους, νὰ τακτοποιήσουν τὸ σπίτι, νὰ ἑτοιμάσουν τὰ δῶρα, τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὸ πασχαλιάτικο τραπέζι, τά γλυκά, καὶ τόσα ἄλλα! Ἀφοσιώνονται σέ τόσες φροντίδες κι ἀφήνουν κάποιες ὑπέροχες κατανυκτικὲς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀφήνουν τὸν Κύριο νὰ πορεύεται μόνος Του πρὸς τὸ πάθος. 

«Μηδὲν μεριμνᾶτε» λοιπόν. Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα νά βιώσουμε τὰ σεπτὰ καὶ φρικτὰ πάθη τοῦ Κυρίου μας μέ προσευχὴ καὶ Ἐσωστρέφεια. Ὅλα τὰ ἄλλα σὲ δεύτερη μοίρα. Ὁ Κύριος μᾶς περιμένει καθημερινὰ στὶς κατανυκτικὲς Ἀκολουθίες τῶν Ἁγίων Παθῶν. Μᾶς περιμένει νὰ κλαύσουμε κάτω ἀπὸ τὸν Τίμιο Σταυρό Του ὄχι τόσο γιὰ τὸ δικό του ἄχραντο πάθος, ἀλλὰ γιὰ τὰ δικά μας ἁμαρτωλὰ πάθη. Μᾶς περιμένει νὰ προσέλθουμε μὲ μετάνοια καὶ ἀποφάσεις στὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως. Μᾶς περιμένει στό μυστικό του Δεῖπνο νὰ γίνουμε μέτοχοι τοῦ θείου σώματος καὶ αἵματός Του, ὥστε νὰ ἀναστηθοῦμε κι ἐμεῖς στὴ Βασιλεία Του μὲ τὴ χαρά μας τετελειωμένη καὶ αἰώνια.

   (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Πρὸ ἓξ ἡ­με­ρῶν τοῦ πά­σχα ἦλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς εἰς Βη­θα­νί­αν, ὅ­που ἦν Λάζαρος ὁ τε­θνη­κώς, ὃν ἤ­γει­ρεν ἐκ νε­κρῶν. Ἐπο­ί­η­σαν οὖν αὐ­τῷ δεῖ­πνον ἐ­κεῖ, καὶ ἡ Μάρθα δι­η­κό­νει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν ἐκ τῶν ἀ­να­κει­μέ­νων σὺν αὐ­τῷ. ἡ οὖν Μα­ρί­α, λα­βοῦ­σα λί­τραν μύ­ρου νάρ­δου πι­στι­κῆς πο­λυ­τί­μου, ἤ­λει­ψε τοὺς πό­δας τοῦ Ἰ­η­σοῦ καὶ ἐ­ξέ­μα­ξε ταῖς θρι­ξὶν αὐ­τῆς τοὺς πό­δας αὐ­τοῦ· ἡ δὲ οἰ­κί­α ἐ­πλη­ρώ­θη ἐκ τῆς ὀ­σμῆς τοῦ μύ­ρου. λέ­γει οὖν εἷς ἐκ τῶν μα­θη­τῶν αὐ­τοῦ, Ἰ­ο­ύ­δας Σίμωνος Ἰ­σκα­ρι­ώ­της, ὁ μέλ­λων αὐ­τὸν πα­ρα­δι­δό­ναι· Δια­τί τοῦ­το τὸ μύ­ρον οὐκ ἐ­πρά­θη τρι­α­κο­σί­ων δη­να­ρί­ων καὶ ἐ­δό­θη πτω­χοῖς; εἶ­πε δὲ τοῦ­το οὐχ ὅ­τι πε­ρὶ τῶν πτω­χῶν ἔ­με­λεν αὐ­τῷ, ἀλ­λ’ ὅ­τι κλέ­πτης ἦν, καὶ τὸ γλωσ­σό­κο­μον εἶ­χε καὶ τὰ βαλ­λό­με­να ἐ­βά­στα­ζεν. εἶ­πεν οὖν ὁ Ἰ­η­σοῦς· Ἄ­φες αὐ­τήν, εἰς τὴν ἡ­μέ­ραν τοῦ ἐν­τα­φια­σμοῦ μου τε­τή­ρη­κεν αὐ­τό. τοὺς πτω­χοὺς γὰρ πάν­το­τε ἔ­χε­τε με­θ’ ἑαυ­τῶν, ἐ­μὲ δὲ οὐ πάν­το­τε ἔ­χε­τε. Ἔ­γνω οὖν ὄ­χλος πο­λὺς ἐκ τῶν Ἰ­ου­δα­ί­ων ὅ­τι ἐ­κεῖ ἐ­στι, καὶ ἦλ­θον οὐ διὰ τὸν Ἰ­η­σοῦν μό­νον, ἀλ­λ’ ἵ­να καὶ τὸν Λάζαρον ἴ­δω­σιν ὃν ἤ­γει­ρεν ἐκ νε­κρῶν. ἐ­βου­λε­ύ­σαν­το δὲ οἱ ἀρ­χι­ε­ρεῖς ἵ­να καὶ τὸν Λάζαρον ἀ­πο­κτε­ί­νω­σιν, ὅ­τι πολ­λοὶ δι’ αὐ­τὸν ὑ­πῆ­γον τῶν Ἰ­ου­δα­ί­ων καὶ ἐ­πί­στευ­ον εἰς τὸν Ἰ­η­σοῦν. Τῇ ἐ­πα­ύ­ριον ὄ­χλος πο­λὺς ὁ ἐλ­θὼν εἰς τὴν ἑ­ορ­τήν, ἀ­κο­ύ­σαν­τες ὅ­τι ἔρ­χε­ται Ἰ­η­σοῦς εἰς Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ἔ­λα­βον τὰ βαΐ­α τῶν φοι­νί­κων καὶ ἐ­ξῆλ­θον εἰς ὑ­πάν­τη­σιν αὐ­τῷ, καὶ ἐ­κραύ­γα­ζον· Ὡ­σαν­νά· εὐ­λο­γη­μέ­νος ὁ ἐρ­χό­με­νος ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου, ὁ βα­σι­λεὺς τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ. εὑ­ρὼν δὲ ὁ Ἰ­η­σοῦς ὀ­νά­ριον ἐ­κά­θι­σεν ἐ­π' αὐ­τό, κα­θώς ἐ­στι γε­γραμ­μέ­νον· Μὴ φο­βοῦ, θύ­γα­τερ Σι­ών· ἰ­δοὺ ὁ βα­σι­λε­ύς σου ἔρ­χε­ται κα­θή­με­νος ἐ­πὶ πῶ­λον ὄ­νου. Ταῦ­τα δὲ οὐκ ἔ­γνω­σαν οἱ μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ τὸ πρῶ­τον, ἀλ­λ' ὅ­τε ἐ­δο­ξά­σθη ὁ Ἰ­η­σοῦς, τό­τε ἐ­μνή­σθη­σαν ὅ­τι ταῦ­τα ἦν ἐ­π' αὐ­τῷ γε­γραμ­μέ­να, καὶ ταῦ­τα ἐ­ποί­η­σαν αὐ­τῷ. Ἐ­μαρ­τύ­ρει οὖν ὁ ὄ­χλος ὁ ὢν με­τ’ αὐ­τοῦ ὅ­τε τὸν Λάζαρον ἐ­φώ­νη­σεν ἐκ τοῦ μνη­με­ί­ου καὶ ἤ­γει­ρεν αὐ­τὸν ἐκ νε­κρῶν. διὰ τοῦ­το καὶ ὑ­πήν­τη­σεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.

                                                 (Ἰωάν. ιβ΄[12] 1 – 18)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

          Ἕξι ἡμέρες πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἑ­ορ­τὴ τοῦ Πά­σχα ἦλ­θε ὁ Ἰ­η­σοῦς στὴ Βη­θα­νί­α, ὅ­που ἔ­με­νε ὁ Λά­ζα­ρος ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει καὶ ὁ Κύ­ριος τὸν εἶ­χε ἀ­να­στή­σει ἀ­πὸ τοὺς νε­κρούς. Οἱ συγ­γε­νεῖς λοι­πὸν τοῦ Λα­ζά­ρου, ἐ­πει­δὴ αἰ­σθά­νον­ταν με­γά­λο σε­βα­σμὸ καὶ εὐ­γνω­μο­σύ­νη πρὸς τὸν Ἰησοῦ γιὰ τὸ θαῦ­μα ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­τε­λέ­σει, τοῦ ἔ­κα­ναν δεῖ­πνο ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρ­θα ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε. Ὁ Λά­ζα­ρος μά­λι­στα ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους ποὺ κά­θον­ταν καὶ ἔ­τρω­γαν στὸ τρα­πέ­ζι μα­ζί του. Στὸ με­τα­ξὺ ἡ Μα­ρί­α, ἀφοῦ ἀ­γό­ρα­σε γύ­ρω στὰ τρι­α­κό­σια εἴ­κο­σι πέν­τε γραμ­μά­ρια μύ­ρο κα­τα­σκευ­α­σμέ­νο ἀ­πὸ νάρ­δο (εἶ­δος τοῦ ἀ­ρω­μα­τι­κοῦ φυ­τοῦ τῆς βα­λε­ριά­νας), μύ­ρο γνή­σιο, ἀ­νό­θευ­το καὶ πά­ρα πο­λὺ ἀ­κρι­βό, ἄ­λει­ψε μ' αὐ­τὸ τὰ πό­δια τοῦ Ἰ­η­σοῦ. Κι ἔ­πει­τα, ἐκ­δη­λώ­νον­τας τὴ βα­θιὰ τα­πεί­νω­σή της πρὸς τὸν Κύ­ριο, σκού­πι­σε μὲ τὰ μαλ­λιὰ της τὰ πό­δια του. Κι ὅ­λο τὸ σπί­τι τό­τε  γέ­μι­σε  ἀ­πὸ  τὴν  εὐ­ω­δί­α  τοῦ  μύ­ρου. Ὕ­στε­ρα  λοι­πὸν  ἀ­πὸ τὴν πρά­ξη αὐ­τὴ τῆς Μα­ρί­ας εἶ­πε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς μα­θη­τές του, ὁ Ἰ­ού­δας ὁ γιὸς τοῦ Σίμωνος ὁ Ἰ­σκα­ρι­ώ­της, ἐ­κεῖ­νος ποὺ σκό­πευ­ε νὰ τὸν προ­δώ­σει καὶ νὰ τὸν πα­ρα­δώ­σει στοὺς σταυ­ρω­τές του: Ἀν­τὶ νὰ χυ­θεῖ καὶ νὰ σπα­τα­λη­θεῖ ἄ­σκο­πα τὸ μύ­ρο αὐ­τό, για­τί δὲν που­λή­θη­κε στὴν τι­μὴ τῶν τρι­α­κο­σί­ων δη­να­ρί­ων, δη­λα­δὴ τρι­α­κο­σί­ων ἡ­με ρο­μι­σθί­ων, καὶ δὲν δό­θη­κε τὸ ἀν­τί­τι­μό του ἐ­λε­η­μο­σύ­νη στοὺς φτω­χούς; Καὶ τὸ εἶ­πε αὐ­τό, ὄ­χι για­τί ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν γιὰ τοὺς φτω­χούς, ἀλλά δι­ό­τι ἦ­ταν κλέ­φτης· καὶ κα­θὼς δι­α­χει­ρι­ζό­ταν τὸ κοι­νὸ τα­μεῖ­ο καὶ εἶ­χε τὸ κου­τὶ τῶν συ­νει­σφο­ρῶν, κρα­τοῦ­σε κρυ­φὰ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ἀ­πὸ τὰ χρή­μα­τα ποὺ ἔ­ρι­χναν σ' αὐ­τό. Ὅ­ταν λοι­πὸν ὁ Ἰησοῦς ἄ­κου­σε τὸν Ἰ­ού­δα νὰ ἐ­πι­κρί­νει τὴν Μα­ρί­α, τοῦ εἶ­πε: ­Ἄ­φη­σέ την ἥ­συ­χη καὶ μὴν τὴν κα­τη­γο­ρεῖς. Ἡ γυ­ναί­κα αὐ­τή, σὰν νὰ προ­αι­σθα­νό­ταν ὅ­τι σὲ λί­γες μέ­ρες πρό­κει­ται νὰ τα­φῶ, φύ­λα­ξε τὸ μύ­ρο αὐ­τὸ γιὰ νὰ μοῦ τὸ προ­σφέ­ρει, προ­α­ναγ­γέλ­λον­τας ἔτσι συμ­βο­λι­κὰ τὴν ἑ­τοι­μα­σί­α τοῦ σώ­μα­τός μου μὲ μύ­ρο τήν ἡμέρα τῆς τα­φῆς μου. Μὴν τὴν ἐμ­πο­δί­ζε­τε λοι­πόν. Τοὺς φτω­χοὺς πάντοτε τούς ἔ­χε­τε μα­ζί σας, καὶ μπο­ρεῖ­τε ὁ­ποι­α­δή­πο­τε στιγ­μὴ νὰ τοὺς ἐ­λε­ή­σε­τε. Ἐμένα ὅ­μως δὲν μὲ ἔ­χε­τε πάντοτε δι­ό­τι σὲ λί­γες μέ­ρες θὰ πε­θά­νω.

Ἀ­πὸ τὸ δεῖ­πνο λοι­πὸν αὐ­τὸ καὶ ἀ­π' ὅ­σα συ­νέβησαν σ' αὐ­τό, πο­λὺς λα­ὸς ἀ­πὸ τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους ἔ­μα­θε ὅ­τι ὁ Ἰησοῦς βρισκόταν στὴ Βη­θα­νί­α. Καὶ ἦλ­θαν ἐκεῖ ὄχι μόνο γιά τόν Ἰησοῦ, ἀλλά γιὰ νὰ δοῦν καὶ τὸν Λά­ζα­ρο, τόν ὀποῖο εἶχε ἀ­να­στή­σει ἀ­πὸ τοὺς νε­κρούς. Με­τὰ ὅ­μως ἀ­π' αὐ­τὸ οἱ ἀρ­χι­ε­ρεῖς ἀποφά­σι­σαν νά σκο­τώ­σουν καὶ τὸν Λά­ζα­ρο, δι­ό­τι ἐ­ξαι­τί­ας του πολ­λοὶ ἀ­πὸ τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους πήγαιναν στὴ Βη­θα­νί­α γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θοῦν ἂν πραγματικά ἀ­να­στή­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς νε­κρούς. Κι ὅ­ταν τὸ διαπίστωναν αὐ­τό, πί­στευ­αν στὸν Ἰ­ησοῦ. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, λα­ὸς πο­λὺς ποὺ εἶχε ἔλθει γιὰ τὴν ἑ­ορ­τή, ὅ­ταν ἄ­κου­σαν ὅ­τι ἔρ­χε­ται ὁ Ἰησοῦς στά Ἱεροσόλυμα, πῆ­ραν στὰ χέ­ρια τους κλα­διὰ ἀ­πὸ τὶς χουρ­μα­δι­ὲς πού ἦ­ταν κα­τὰ μῆ­κος τοῦ δρό­μου καὶ βγῆ­καν ἀ­πὸ τὴν πόλη γιὰ νὰ τὸν ὑ­πο­δε­χθοῦν. Καὶ φώ­να­ζαν δυ­να­τά: Δόξα καί τιμή σ' αὐ­τὸν ποὺ ὑ­πο­δε­χό­μα­στε! Εὐλογημένος καὶ δοξα­σμέ­νος νὰ εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ ἔρ­χε­ται ἀ­πε­σταλ­μέ­νος ἀπό τὸν Κύ­ριο ὡς ἀν­τι­πρό­σω­πός του. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ ἔν­δοξος βα­σι­λιὰς τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ, ποὺ τό­σο και­ρὸ πε­ρι­μέ­να­με.

Ὁ Ἰησοῦς μά­λι­στα ζή­τη­σε καὶ βρῆ­κε ἕ­να πουλαράκι καὶ κά­θι­σε πά­νω σ' αὐ­τό, σύμ­φω­να μ' ἐ­κεῖ­νο ποὺ εἶναι γραμ­μέ­νο στὸν προ­φή­τη Ζα­χα­ρί­α: Μὴ φο­βᾶ­σαι, Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, κό­ρη τοῦ ὄρους Σιών. Νά, ὁ βα­σι­λιάς σου ἔρ­χε­ται ὄ­χι σὰν τύ­ραν­νος καὶ κατακτητής πά­νω σὲ ἄ­λο­γο ἤ σὲ ἅρ­μα πο­λε­μι­κό, ἀλλά καθισμένος πά­νω σ' ἕ­να γα­ϊ­δου­ρά­κι. Τί σή­μαι­ναν ὅ­μως τὰ λό­για αὐ­τὰ τοῦ Ζα­χα­ρί­α δὲν κα­τά­λα­βαν οἱ μα­θη­τές του ἀ­πὸ τὴν ἀρχή, τὴν ὥ­ρα τῆς θρι­αμ­βευ­τι­κῆς του αὐ­τῆς εἰ­σό­δου, ἀλλά ὅ­ταν ὁ Ἰ­η­σοῦς δο­ξά­σθη­κε μὲ τὴν Ἀ­νά­στα­ση καὶ τὴν Ἀ­νά­λη­ψή του. Τό­τε φω­τί­στη­καν ἀ­πὸ τὸ Ἅ­γιον Πνεῦ­μα καὶ θυ­μή­θη­καν ὅ­τι τὰ προ­φη­τι­κὰ αὐ­τὰ λό­για τοῦ Ζα­χα­ρί­α ἦ­ταν γι' αὐ­τὸν γραμ­μέ­να. Καὶ οἱ ἴδιοι εἶ­χαν κά­νει μί­α τέ­τοι­α ὑ­πο­δο­χὴ γιὰ τὸν Ἰ­η­σοῦ καὶ εἶ­χαν συ­νερ­γα­σθεῖ, χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νουν, ὥ­στε νὰ ἐκ­πλη­ρω­θοῦν ἀ­κρι­βῶς τὰ προ­φη­τι­κὰ αὐ­τὰ λό­για. Ὅ­λοι λοι­πὸν ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ἦ­ταν μα­ζὶ μὲ τὸν Ἰ­η­σοῦ ὅ­ταν αὐ­τὸς εἶ­χε φω­νά­ξει ἀ­π' τὸν τά­φο τὸν Λά­ζα­ρο καὶ τὸν εἶ­χε ἀ­να­στή­σει ἀ­πὸ τοὺς νε­κροὺς καὶ τώ­ρα ἦ­ταν στὴν ὑ­πο­δο­χὴ αὐ­τή, δι­η­γοῦνταν καὶ δι­α­βε­βαί­ω­ναν τὸ θαῦ­μα τοῦ Λα­ζά­ρου σ' ὅ­σους δὲν τὸ εἶ­χαν δεῖ. Γι' αὐ­τὸ καὶ τὰ πλή­θη τοῦ λαοῦ τὸν προ­ϋ­πάν­τη­σαν, δι­ό­τι ἄ­κου­σαν ἀ­πὸ τοὺς αὐ­τό­πτες αὐ­τοὺς μάρ­τυ­ρες ὅ­τι αὐ­τὸς εἶχε κά­νει τὸ με­γά­λο αὐ­τὸ θαῦ­μα.