Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ    

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

 (26 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026)



ΕΩΘΙΝΟΝ Δ΄

Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων, ὄρθρου βαθέος ἦλθον ἐπὶ τὸ μνῆμα, φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα, καί τινες σὺν αὐταῖς. Εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου, καὶ εἰσελθοῦσαι οὐχ εὗρον τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου, καὶ Ἰδού, δύο ἄνδρες ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις. ἐμφόβων δὲ γενομένων αὐτῶν καὶ κλινουσῶν τὰ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν, εἶπον πρὸς αὐτάς, Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; οὐκ ἔστιν ᾧδε, ἀλλ' ἠγέρθη. μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ὑμῖν, ἔτι ὢν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, λέγων, ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδοθῆναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν, καὶ σταυρωθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι. καὶ ἐμνήσθησαν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ, καὶ ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ μνημείου, ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς. ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ Ἰωάννα καὶ Μαρία Ἰακώβου, καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς, αἳ ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποστόλους ταῦτα. καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς. ὁ δὲ Πέτρος ἀναστὰς ἒδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα, καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτόν θαυμάζων τὸ γεγονός.

(Λουκ. κδ΄[24] 1 – 12)

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Τὴν πρώτη ὅμως ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος ἀπὸ τὰ βαθιὰ χαράματα ἦλθαν οἱ γυναῖκες στὸ μνῆμα φέρνοντας τὰ ἀρώματα ποὺ εἶχαν ἑτοιμάσει. Μαζί τους ἦλθαν καὶ μερικὲς ἄλλες. Βρῆκαν τότε τὴν πέτρα ποὺ ἔφραζε τὸ μνημεῖο νὰ εἶναι κυλισμένη μακριὰ ἀπ᾿ αὐτό. Κι ὅταν μπῆκαν στὸ μνημεῖο, δὲν βρῆκαν τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Κι ἐνῶ βρίσκονταν σὲ μεγάλη ἀπορία γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτό,  ξαφνικά, δύο ἄγγελοι παρουσιάσθηκαν μπροστά τους ὡς ἄνδρες μὲ στολὲς ποὺ ἄστραφταν ἀπὸ λαμπρότητα. Κι ἐνῶ αὐτὲς κατατρομαγμένες ἔγερναν τὸ πρόσωπό τους στὴ γῆ ἀπὸ εὐλάβεια κι ἐπειδὴ δὲν ἄντεχαν τὴ λάμψη τῶν ἀγγέλων, εἶπαν οἱ ἄγγελοι σ᾿ αὐτές: Γιατί ζητᾶτε ἀνάμεσα στοὺς νεκροὺς αὐτὸν ποὺ τώρα πλέον εἶναι ζωντανός; Δὲν εἶναι ἐδῶ, ἀλλὰ ἀναστήθηκε. Θυμηθεῖτε πῶς σᾶς μίλησε καὶ τί σᾶς εἶχε πεῖ ὅταν ἀκόμη ἦταν στὴ Γαλιλαία, λέγοντας ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ προκαθορισμένο σχέδιο τοῦ Θεοῦ πρέπει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ παραδοθεῖ σὲ χέρια ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καὶ νὰ σταυρωθεῖ, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τὸ θάνατό του νὰ ἀναστηθεῖ. Τότε οἱ μυροφόρες γυναῖκες θυμήθηκαν τὰ λόγια τοῦ Κυρίου. Κι ἀφοῦ ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὸ μνημεῖο, τὰ ἀνήγγειλαν ὅλα αὐτὰ στοὺς ἕνδεκα μαθητὲς καὶ σ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους ποὺ ἦταν μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους. Οἱ γυναῖκες ποὺ τὰ ἔλεγαν αὐτὰ στοὺς ἀποστόλους ἦταν ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ ἡ Ἰωάννα καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ οἱ ὑπόλοιπες ποὺ ἦταν μαζί τους. Τὰ λόγια τους ὅμως αὐτὰ φάνηκαν στοὺς μαθητὲς σὰν φλυαρία καὶ ἐπινόηση τῆς φαντασίας τους. Καὶ δὲν τὶς πίστευαν. Παρόλα αὐτά ὅμως ὁ Πέτρος σηκώθηκε κι ἔτρεξε στό μνημεῖο. Κι ἀφοῦ ἔσκυψε ἀπό τή θύρα, βλέπει μόνο τούς νεκρικούς ἐπιδέσμους νά εἶναι κάτω στό μνημεῖο, χωρίς τό σῶμα. Τότε ἐπέστρεψε στό σπίτι πού ἔμενε γεμάτος ἀπορία κι ἔκπληξη γι᾿ αὐτό πού εἶχε γίνει.

 

  ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ)

Ἐν ταῖς ἡ­μέ­ραις ἐ­κεί­ναις, πλη­θυ­νόν­των τῶν μα­θη­τῶν ἐ­γέ­νε­το γογ­γυ­σμὸς τῶν ῾Ελ­λη­νι­στῶν πρὸς τοὺς ῾Ε­βρα­ί­ους, ὅ­τι πα­ρε­θε­ω­ροῦν­το ἐν τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ τῇ κα­θη­με­ρι­νῇ αἱ χῆ­ραι αὐ­τῶν. Προ­σκα­λε­σά­με­νοι δὲ οἱ δώ­δε­κα τὸ πλῆ­θος τῶν μα­θη­τῶν εἶ­πον· Οὐκ ἀ­ρε­στόν ἐ­στιν ἡ­μᾶς κα­τα­λε­ί­ψαν­τας τὸν λό­γον τοῦ Θε­οῦ δι­α­κο­νεῖν τρα­πέ­ζαις. Ἐ­πι­σκέ­ψα­σθε οὖν, ἀ­δελ­φοί, ἄν­δρας ἐξ ὑ­μῶν μαρ­τυ­ρου­μέ­νους ἑ­πτά, πλή­ρεις Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου καὶ σο­φί­ας, οὓς κα­τα­στή­σο­μεν ἐ­πὶ τῆς χρε­ί­ας ταύ­της· ἡ­μεῖς δὲ τῇ προ­σευ­χῇ καὶ τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ τοῦ λό­γου προ­σκαρ­τε­ρή­σο­μεν. Καὶ ἤ­ρε­σεν ὁ λό­γος ἐ­νώ­πιον παν­τὸς τοῦ πλή­θους· καὶ ἐ­ξε­λέ­ξαν­το Στέ­φα­νον, ἄν­δρα πλή­ρη πί­στε­ως καὶ Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου, καὶ Φί­λιπ­πον καὶ Πρό­χο­ρον καὶ Νι­κά­νο­ρα καὶ Τί­μω­να καὶ Παρ­με­νᾶν καὶ Νι­κό­λα­ον προ­σή­λυ­τον ᾿Αν­τι­ο­χέ­α, οὓς ἔ­στη­σαν ἐ­νώ­πιον τῶν ἀ­πο­στό­λων, καὶ προ­σευ­ξά­με­νοι ἐ­πέ­θη­καν αὐ­τοῖς τὰς χεῖ­ρας. Καὶ ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ ηὔ­ξα­νε, καὶ ἐ­πλη­θύ­νε­το ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν μα­θη­τῶν ἐν ῾Ι­ε­ρου­σα­λὴμ σφό­δρα, πο­λύς τε ὄ­χλος τῶν Ἰ­ου­δαί­ων ὑ­πή­κου­ον τῇ πί­στει.

(Πράξ. στ΄[6] 1 – 7)

 

Ο­ΜΙ­ΛΙΑ ΣΤΟΝ Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΟ

ΟΙ ΕΠΤΑ ΔΙΑΚΟΝΟΙ

1. Ο ΓΟΓΓΥΣΜΟΣ

   Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στὶς πρῶτες ἡ­­­μέρες της ἐξαπλωνόταν μὲ θαυμαστὴ ἄν­­­­­θηση. Ἕνα ὅμως ἐσωτερικὸ πρόβλη­μα ἦλ­θε νὰ ταράξει τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἑνότητα τῶν πρώτων πιστῶν. Καθὼς αὔξανε ὁ ἀ­­­ρι­θμὸς τῶν πιστῶν, «ἐ­­­γένετο γογγυσμὸς τῶν Ἑλλη­νιστῶν πρὸς τοὺς Ἑβραίους». Δηλαδὴ οἱ Ἰουδαῖοι χρι­­στιανοὶ ποὺ ἦταν ἀπὸ ξέ­να μέρη καὶ γι᾿ αὐτὸ μιλοῦσαν Ἑλ­ληνικά, ἄρχισαν νὰ γογγύζουν ἐναντίον τῶν ντό­πιων Ἑβραίων χριστιανῶν, ποὺ μιλοῦ­σαν τὴν ἀραμαϊκὴ γλώσσα. Κι ἄρχι­­σαν τὰ παράπονα, ὅτι οἱ χῆρες τῶν ἑλλη­νό­φωνων Ἰουδαίων χρι­στιανῶν παραμελοῦνταν στὴν καθημερι­νὴ περίθαλψη καὶ στὴ διανομὴ τῶν τρο­φῶν καὶ τῶν ἐλε­ημο­συνῶν.

Ὁ γογγυσμὸς αὐτός, ποὺ ἐκδηλώθηκε μέσα στὰ σπλάχνα τῆς πρώτης Ἐκ­κλη­σί­ας, ἦταν περισσότερο ἐπικίνδυ­­νος ἀπὸ τοὺς ἐξωτερικούς της ἐχθρούς. Δι­ότι οἱ πολέμιοι τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν ἐχθρό­τητά τους συσπείρωναν τὸ σῶμα τῶν πιστῶν, ἐνῶ ὁ γογγυσμὸς ἦταν δι­­α­λυτικὸ στοιχεῖο καὶ ἔπρεπε ἄμεσα νὰ ἐξαλειφθεῖ. Μέχρι πρὶν ἀπὸ λίγες ἡμέρες ἦταν ὅλοι οἱ πιστοὶ μιὰ ψυχὴ καὶ μιὰ καρ­­διά. Ὅταν ὅμως αὐξήθη­καν σὲ ἀριθμό, ἄρχισαν τὰ παράπονα. Βέ­βαια εἶ­ναι λογικό, ὅταν αὐξάνεται ὁ ἀρι­θμός, νὰ δη­μιουργοῦνται κάποια ὀργα­­νω­τι­κὰ προβλήματα. Τὸ πλῆ­θος δὲν βοηθᾶ­ πάντοτε στὴν ποιότητα. Οἱ Ἀπόστολοι ἄλ­λω­στε δὲν ἐπαρκοῦσαν στὴ διευθέτηση τόσων θεμάτων. Δὲν μπο­ροῦσαν νὰ κά­νουν­ ταυτόχρονα τὰ πάντα. Ἡ παραμέληση­ τῶν Ἑλληνιστῶν ὅμως δὲν ἦταν μιὰ σκό­­πιμη ἐνέ­ργεια ἀλ­λὰ ἀποτέλεσμα δυσλει­τουργί­ας. Ἀ­­­πὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ καὶ οἱ χῆ­ρες τῶν Ἑλληνιστῶν δὲν ἦταν δίκαιο νὰ πα­ραμελοῦνται. Ἀλλὰ τὸ πρό­βλημα δημιουργήθηκε ἐπειδὴ οἱ ντόπιες χῆ­ρες εἶχαν­ εὐνοϊκότερη μεταχείριση καὶ ἔπαιρναν πε­­ρισ­σότερα ἀ­­­γαθά. Δηλαδὴ οὐσιαστικὰ μέ­σα ἀπὸ τὸ ὅ­­­­λο πρόβλημα ἐκδηλώνον­ταν τὰ πάθη τῆς πλεονεξίας καὶ τῆς ζήλειας. Καὶ στὶς ἁγιό­­τερες λοιπὸν κοινωνίες εἶ­ναι δυνατὸν νὰ δη­μιουργηθοῦν ἀφορμὲς πα­ραπόνων­ ὄχι πάντοτε ἀβάσιμες. Ἕνα δίδαγμα λοιπὸν ποὺ μποροῦμε νὰ πάρουμε ἀπὸ τὴν ὅλη διήγηση εἶναι ὅτι σὲ κάθε πρόβλημα ποὺ ἀνακύπτει στὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς ἄλ­λους ἀδελφούς μας, νὰ μὴ γογγύζουμε δι­αρκῶς οὔτε νὰ ψάχνουμε νὰ βροῦμε ψεγάδια. Λάθη εἶναι φυσικὸ νὰ γίνονται. Νὰ τὰ ἀντιμετωπίζουμε ὅμως μὲ σύνεση, κατανόηση καὶ διάκριση. Χωρὶς νὰ γκρινιάζου­με διαρκῶς καὶ νὰ ἐπικρίνουμε τὰ πάντα καὶ νὰ εἴμαστε πάντοτε δυσαρεστημένοι ἀπὸ τὸ καθετί. Ἔτσι καὶ τὴν ψυχή μας μολύνου­­με καὶ στοὺς ἄλλους μεταδίδουμε ἕνα πνεῦμα διαλυτικό.

2. ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΙΕΡΗ

Μετὰ ἀπὸ τὸ πρόβλημα ποὺ δημιουργή­θηκε, οἱ δώδεκα Ἀπόστολοι συγκάλεσαν τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν καὶ τοὺς εἶπαν: Δὲν μᾶς φαίνεται σωστὸ νὰ ἀφήσουμε ἐμεῖς τὸ κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ὑ­­­­πη­ρετοῦμε στὰ τραπέζια τοῦ φαγητοῦ. Ἐ­­­ξετάστε λοιπὸν προσεκτικὰ καὶ ἐκλέξτε ἀπὸ σᾶς τοὺς ἴδιους ἑπτὰ ἄνδρες ποὺ νὰ ἔ­­­χουν καλὴ μαρτυρία ἀπὸ ὅλους καὶ σύνεση καὶ νὰ εἶναι γεμάτοι ἀπὸ Ἅγιον Πνεῦμα, «ἄν­δρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά», γιὰ νὰ ἐπιτελοῦν τὴ διακονία αὐτή. Κι ἐμεῖς θὰ ἀφοσιωθοῦμε ἀποκλειστικὰ στὴν προσ­ευχὴ καὶ στὴ διακονία τοῦ κηρύγματος.

πρόταση αὐτὴ τῶν Ἀποστόλων φάνη­κε ἀρεστὴ στὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ διά­λεξαν τὸν Στέφανο, ἄνδρα γεμάτο μὲ πίστη καὶ πολλὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸν Φίλιππο, τὸν Πρόχορο καὶ τὸν Νικάνορα, τὸν Τίμωνα καὶ τὸν Παρμενᾶ καὶ τὸν Νικόλαο ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια. Αὐτοὺς τοὺς ἑπτὰ τοὺς παρουσίασαν ἐνώπιον τῶν Ἀπο­στόλων. Καὶ αὐτοί, ἀφοῦ προσ­ευ­χήθηκαν, ἔβαλαν ἐπάνω τους τὰ χέρια τους, γιὰ νὰ τοὺς μεταδοθεῖ ἡ θεία Χάρις. Ἔτσι τὸ κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ εἶχε θαυμαστὴ πρόοδο καὶ διάδοση. Καὶ ὁ ἀ­­­ριθμὸς τῶν πιστῶν στὰ Ἱεροσόλυμα μεγάλωνε πάρα πολύ. Ἀλλὰ καὶ πλῆθος πολὺ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τῶν Ἰουδαίων ἀποδέχον­ταν τὴν πίστη.

Πῶς λοιπὸν λύθηκε τὸ πρόβλημα τῶν γογ­­γυσμῶν; Μήπως τὸ ἔλυσαν οἱ γογγυστές; Κάθε ἄλλο. Τὸ ἔλυσαν ἄνθρωποι πλή­­ρεις Πνεύματος Ἁγίου. Ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν τὴν ἔξωθεν καλὴ μαρτυρία, ἀκέραιοι καὶ ἀξιόπιστοι, ἐνάρετοι καὶ ταπεινοί. Μὲ διοικητικὰ καὶ πνευματικὰ χαρίσματα. Τίμιοι στὴ διαχείριση, συνετοὶ στὴ συμπεριφορά τους. Διότι μὲ τὰ πολλὰ αὐτὰ χαρίσματα καὶ τὶς ἀρετές τους μποροῦσαν νὰ διευθετοῦν καλύτερα τὰ διάφορα προβλήματα ποὺ προέκυπταν· νὰ προλαβαί­νουν τὰ παράπονα τῶν πιστῶν καὶ νὰ διανέ­μουν­ τὰ ἀγαθὰ τῆς Ἐκκλησίας μὲ δικαιοσύνη.

Μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὑπάρ­χουν σὲ κάθε ἐποχὴ ἄνθρωποι ποὺ δια­κονοῦν στὰ ἱερά της ἔργα: κληρικοὶ καὶ λα­ϊκοί, ἐπίτροποι, ψάλτες, νεωκόροι, κυρίες­ τοῦ φιλοπτώχου, κύριοι καὶ κυρίες στὰ συσ­σίτια, στοὺς ἐράνους, στὶς φιλανθρωπίες, σὲ κάθε ἔργο. Ὅσοι λοιπὸν διακονοῦμε στὰ ἱερὰ ἔργα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ πολὺ πε­­­ρισ­σό­τερο ὅσοι διαχειριζόμαστε τὰ ἱε­ρὰ χρή­­ματα, πρέπει νὰ ἔχουμε φρόνηση, σύνεση­ καὶ φόβο Θεοῦ. Νὰ ἐπιτελοῦμε τὰ ἱερὰ ἔργα μὲ φόβο καὶ τρόμο. Μὲ τὴ συναίσθηση ὅτι θὰ δώσουμε κάποτε λόγο στὸν Θεό. Γι᾿ αὐ­τὸ νὰ ἐκζητοῦμε διαρκῶς τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιὰ νὰ ἐργαζόμαστε τὰ ἱερά μας ἔργα μὲ δικαι­οσύνη καὶ σοφία, μὲ πίστη καὶ φόβο Θεοῦ.

(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

 ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

          Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐλ­θὼν Ἰ­ω­σὴφ ὁ ἀ­πὸ Ἁ­ρι­μα­θα­ί­ας, εὐ­σχή­μων βου­λευ­τής, ς κα αὐ­τὸς ν προσ­δε­χό­με­νος τν βα­σι­λε­ί­αν το Θε­οῦ, τολ­μή­σας εἰ­σῆλ­θε πρς Πι­λᾶ­τον κα ᾐ­τή­σα­το τ σῶ­μα το Ἰ­η­σοῦ. δ Πι­λᾶ­τος ἐ­θα­ύ­μα­σεν ε ἤ­δη τέ­θνη­κε, κα προ­σκα­λε­σά­με­νος τν κεν­τυ­ρί­ω­να ἐ­πη­ρώ­τη­σεν αὐ­τὸν ε πά­λαι ἀ­πέ­θα­νε· κα γνος ἀ­πὸ το κεν­τυ­ρί­ω­νος ἐ­δω­ρή­σα­το τ σῶ­μα τ Ἰ­ω­σήφ. κα ἀ­γο­ρά­σας σιν­δό­να κα κα­θε­λὼν αὐ­τὸν ἐ­νε­ί­λη­σε τ σιν­δό­νι κα κα­τέ­θη­κεν αὐ­τὸν ν μνη­με­ί­ῳ ν λε­λα­το­μη­μέ­νον κ πέ­τρας, κα προ­σε­κύ­λι­σε λί­θον ἐ­πὶ τν θύ­ραν το μνη­με­ί­ου. δ Μα­ρί­α Μα­γδα­λη­νὴ κα Μα­ρί­α Ἰ­ω­σῆ ἐ­θε­ώ­ρουν πο τί­θε­ται. Κα δι­α­γε­νο­μέ­νου το σαβ­βά­του Μα­ρί­α Μα­γδα­λη­νὴ κα Μα­ρί­α το Ἰ­α­κώ­βου κα Σα­λώ­μη ἠ­γό­ρα­σαν ἀ­ρώ­μα­τα ἵ­να ἐλ­θοῦ­σαι ἀ­λε­ί­ψω­σιν αὐ­τόν. κα λί­αν πρω­ῒ τῆς μι­ᾶς σαβ­βά­των ἔρ­χον­ται ἐ­πὶ τ μνη­μεῖ­ον, ἀ­να­τε­ί­λαν­τος το ἡ­λί­ου. κα ἔ­λε­γον πρς ἑ­αυ­τάς· Τς ἀ­πο­κυ­λί­σει ἡ­μῖν τν λί­θον κ τς θύ­ρας το μνη­με­ί­ου; κα ἀ­να­βλέ­ψα­σαι θε­ω­ροῦ­σιν ὅ­τι ἀ­πο­κε­κύ­λι­σται ὁ λί­θος· ν γρ μέ­γας σφό­δρα. κα εἰ­σελ­θοῦ­σαι ες τ μνη­μεῖ­ον εἶ­δον νε­α­νί­σκον κα­θή­με­νον ν τος δε­ξι­οῖς, πε­ρι­βε­βλη­μέ­νον στο­λὴν λευ­κήν, κα ἐ­ξε­θαμ­βή­θη­σαν. δ λέ­γει αὐ­ταῖς· Μ ἐκ­θαμβεῖ­σθε· Ἰ­η­σοῦν ζη­τεῖ­τε τν Να­ζα­ρη­νὸν τν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νον· ἠ­γέρ­θη, οκ ἔ­στιν ὧ­δε· ἴ­δε ὁ τό­πος ὅ­που ἔ­θη­καν αὐ­τόν. ἀλ­λ' ὑ­πά­γε­τε εἴ­πα­τε τος μα­θη­ταῖς αὐ­τοῦ κα τ Πτρ ὅ­τι προ­ά­γει ὑ­μᾶς ες τν Γα­λι­λα­ί­αν· ἐ­κεῖ αὐ­τὸν ὄ­ψε­σθε, κα­θὼς εἶ­πεν ὑ­μῖν. κα ἐ­ξελ­θοῦ­σαι ἔ­φυ­γον ἀ­πὸ το μνη­με­ί­ου· εἶ­χε δ αὐ­τὰς τρό­μος κα ἔκ­στα­σις, κα οὐ­δε­νὶ οὐ­δὲν εἶ­πον· ἐ­φο­βοῦν­το γρ.

               (Μάρκ. ιε΄[15] 43 – 47, ιστ΄[16] 1 – 8)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἐκεῖνο τόν καιρό ἦλ­θε ὁ Ἰ­ω­σὴφ πού κα­τα­γό­ταν ἀ­π' τὴν πό­λη Ἀ­ρι­μαθαί­α, ἕ­να σε­βα­στὸ καὶ ἐ­πί­ση­μο μέ­λος τοῦ ἰ­ου­δα­ϊ­κοῦ συνε­δρί­ου, πού εἶ­χε πι­στέ­ψει κι αὐ­τὸς στὸ κή­ρυγ­μα τοῦ Ἰησοῦ γιὰ τὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θεοῦ καὶ πε­ρί­με­νε τὴ βα­σιλεί­α αὐ­τὴ χω­ρὶς νὰ κλο­νι­σθεῖ ἡ ἐλ­πί­δα του ἀ­πὸ τὸν θάνα­το τοῦ Ἰησοῦ· αὐ­τὸς λοι­πὸν τόλ­μη­σε καὶ πα­ρου­σιάστη­κε στὸν Πι­λά­το καὶ ζή­τη­σε τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ Πι­λά­τος μά­λι­στα ἔ­μει­νε ἔκ­πλη­κτος κι ἀ­πό­ρη­σε πού τό­σο γρή­γο­ρα εἶ­χε κι­ό­λας πε­θά­νει ὁ Ἰησοῦς. Κι ἀ­φοῦ προ­σκά­λε­σε τὸν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο, τὸν ρώ­τη­σε ἐ­ὰν εἶ­χε ὥ­ρα πολ­λὴ πού πέ­θα­νε. Κι ὅ­ταν ἔ­μα­θε ἀ­πὸ τὸν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο ὅ­τι πραγ­μα­τι­κὰ πέ­θα­νε ὁ Ἰ­η­σοῦς, χά­ρι­σε τὸ σῶ­μα του στὸν Ἰ­ω­σήφ. Κι ἐ­κεῖ­νος, ἀφοῦ ἀ­γό­ρα­σε και­νούρ­γιο καὶ ἀ­με­τα­χείρι­στο σεν­τό­νι καὶ κα­τέ­βα­σε τὸν Ἰησοῦ ἀ­πὸ τὸν σταυ­ρό, τύ­λι­ξε τὸ σῶ­μα του στὸ σεν­τό­νι καὶ τὸν ἔ­βα­λε κά­τω σ' ἕ­να μνη­μεῖ­ο, τὸ ὁποῖο ἦ­ταν σκα­λι­σμέ­νο μέ­σα στὸν βράχο· καὶ κύ­λι­σε ἕ­να με­γά­λο λί­θο πά­νω στὸ στό­μιο τοῦ μνη­μεί­ου κλεί­νον­τας ἔ­τσι τὴν εἴ­σο­δο τοῦ μνη­μεί­ου. Στὸ με­τα­ξὺ ἡ Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νὴ καὶ ἡ Μα­ρί­α τοῦ Ἰωσῆ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν προ­σε­κτι­κὰ καὶ μὲ πο­λὺ ἐν­διαφέ­ρον ποῦ το­πο­θε­τή­θη­κε τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ.

Ἀφοῦ πέ­ρα­σε τὸ Σάβ­βα­το, ἡ Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νὴ καὶ ἡ Μα­ρί­α ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Ἰ­α­κώ­βου καὶ ἡ Σα­λώ­μη ἀ­γό­ρα­σαν τὸ βρά­δυ τοῦ Σαβ­βά­του ἀ­ρώ­μα­τα, γιὰ νὰ ἔλ­θουν τὸ πρω­ὶ στὸν τά­φο καὶ νὰ ἀ­λεί­ψουν τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ. Καί πολύ πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται στό μνημεῖο τήν ὥρα πού ὁ ἥλιος ἄρχισε νά διαλύει τό πρωινό σκοτάδι, καθώς πῆρε ν’ ἀνατέλλει κάτω ἀπ’ τόν ὁ­ρί­ζον­τα. Κι ἔ­λε­γαν με­τα­ξύ τους: Ποι­ὸς θὰ μᾶς κυ­λί­σει τὴ με­γάλη πέ­τρα μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο τοῦ μνη­μεί­ου; Μό­λις ὅ­μως ἔ­στρε­ψαν τὰ μά­τια τους πρὸς τὰ ἐκεῖ, εἶ­δαν ὅ­τι εἶ­χε με­τα­το­πι­σθεῖ ἡ πέ­τρα μα­κριὰ ἀπ’ τό μνημεῖο. Καὶ τὰ ἔ­λε­γαν αὐ­τὰ με­τα­ξύ τους, δι­ό­τι ἡ πέ­τρα αὐ­τὴ ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λη καὶ δὲν ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ με­τα­κι­νη­θεῖ. Κι ἀφοῦ μπῆ­καν στὸ μνη­μεῖ­ο, εἶ­δαν ἕ­να νέ­ο πού καθόταν στὰ δε­ξιὰ τοῦ μνη­μεί­ου καὶ ἦ­ταν ντυ­μέ­νος μὲ λευκή στο­λή, καὶ γέ­μι­σαν μὲ τρό­μο καὶ κα­τά­πλη­ξη. Αὐ­τὸς ὅ­μως τοὺς εἶπε: Μὴν τρο­μά­ζε­τε καὶ μὴ φο­βάστε. Ξέ­ρω ποι­ὸν ζη­τᾶ­τε. Ζη­τᾶ­τε τὸν Ἰησοῦ τὸν Να­ζα­ρηνὸ τὸν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο. Ἀ­να­στή­θη­κε. Δέν εἶναι ἐ­δῶ. Νά, εἶ­ναι ἀ­δεια­νὸ τὸ μέ­ρος πού τὸν ἔ­βα­λαν. Ἀλ­λὰ πη­γαί­νε­τε καὶ πέ­στε στοὺς μα­θη­τές του καὶ ἰ­διαι­τέ­ρως στὸν Πέ­τρο, πού ἔ­χει ἀ­νάγ­κη πα­ρη­γο­ριᾶς καὶ βε­βαι­ώ­σε­ως ὅ­τι συγ­χω­ρή­θη­κε γιὰ τὴν ἄρ­νη­σή του, ὅ­τι πη­γαί­νει πρὶν ἀ­πό σᾶς στὴ Γα­λι­λαί­α καὶ σᾶς πε­ρι­μέ­νει ἐκεῖ. Ἐ­κεῖ θὰ τὸν δεῖ­τε, ὅ­πως σᾶς τὸ εἶπε πρίν σταυρωθεῖ. Ἐ­κεῖ­νες τό­τε βγῆ­καν κι ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ τὸ μνη­μεῖ­ο. Ἦ­ταν μά­λι­στα γε­μά­τες τρό­μο καὶ ἔκ­στα­ση. Δὲν εἶ­παν ὅ­μως τί­πο­τε σὲ κα­νέ­να, δι­ό­τι ἦ­ταν φο­βι­σμέ­νες.

 

 

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ

(19 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026)



ΕΩΘΙΝΟΝ Α΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, οἱ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς΄ καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν΄ καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων΄ Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν, καὶ Ἰδού, ἐγὼ μεθ' ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.

(Ματθ. κη΄[28]  16 – 20)


ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

 Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ οἱ ἕντεκα μαθητὲς πῆγαν στὴ Γαλιλαία, στὸ ὄρος ποὺ τοὺς καθόρισε ὁ Ἰησοῦς. Ἐκεῖ τὸν εἶδαν καὶ τὸν προσκύνησαν. Μερικοὶ ὅμως εἶχαν κάποια ἀμφιβολία ἂν ἦταν αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοὺς πλησίασε καὶ τοὺς μίλησε μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: Δόθηκε καὶ στὴν ἀνθρώπινη φύση μου κάθε ἐξουσία στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ. Λοιπὸν πηγαίνετε καὶ κάνετε μαθητές σας ὅλα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντάς τους στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντάς τους νὰ τηροῦν καὶ νὰ ἐφαρμόζουν στὴ ζωή τους ὅλα τὰ παραγγέλματα ποὺ σᾶς ἔδωσα ὡς ἐντολές. Καὶ ἰδού, ἐγὼ ποὺ ἔλαβα κάθε ἐξουσία, θὰ εἶμαι πάντα μαζί σας βοηθὸς καὶ συμπαραστάτης σας μέχρι νὰ τελειώσει ὁ αἰώνας αὐτός, μέχρι δηλαδὴ τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Ἀμήν.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, δι­ὰ τῶν χει­ρῶν τῶν ἀ­πο­στό­λων ἐ­γί­νε­το ση­μεῖ­α καὶ τέ­ρα­τα ἐν τῷ λα­ῷ πολ­λὰ· καὶ ἦ­σαν ὁ­μο­θυ­μα­δὸν ἅ­παν­τες ἐν τῇ στο­ᾷ Σο­λο­μῶν­τος· τῶν δὲ λοι­πῶν οὐ­δεὶς ἐ­τόλ­μα κολ­λᾶ­σθαι αὐ­τοῖς, ἀλ­λ' ἐ­με­γά­λυ­νεν αὐ­τοὺς ὁ λα­ός. Μᾶλ­λον δὲ προ­σε­τί­θεν­το πι­στε­ύ­ον­τες τῷ Κυ­ρί­ῳ πλή­θη ἀν­δρῶν τε καὶ γυ­ναι­κῶν, ὥ­στε κα­τὰ τὰς πλα­τε­ί­ας ἐκ­φέ­ρειν τοὺς ἀ­σθε­νεῖς καὶ τι­θέ­ναι ἐ­πὶ κλι­νῶν καὶ κρα­βάτ­των, ἵ­να ἐρ­χο­μέ­νου Πέτρου κἂν ἡ σκι­ὰ ἐ­πι­σκι­ά­σῃ τι­νὶ αὐ­τῶν. Συ­νήρ­χε­το δὲ καὶ τὸ πλῆ­θος τῶν πέ­ριξ πό­λε­ων εἰς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ φέ­ρον­τες ἀ­σθε­νεῖς καὶ ὀ­χλου­μέ­νους ὑ­πὸ πνευ­μά­των ἀ­κα­θάρ­των, οἵ­τι­νες ἐ­θε­ρα­πε­ύ­ον­το ἅ­παν­τες. Ἀ­να­στὰς δὲ ὁ ἀρ­χι­ε­ρεὺς καὶ πάν­τες οἱ σὺν αὐ­τῷ, ἡ οὖ­σα αἵ­ρε­σις τῶν Σαδ­δου­κα­ί­ων, ἐ­πλή­σθη­σαν ζή­λου καὶ ἐ­πέ­βα­λον τὰς χεῖ­ρας αὐ­τῶν ἐ­πὶ τοὺς ἀ­πο­στό­λους, καὶ ἔ­θεν­το αὐ­τοὺς ἐν τη­ρή­σει δη­μο­σί­ᾳ. Ἄγ­γε­λος δὲ Κυ­ρί­ου δι­ὰ τῆς νυ­κτὸς ἤ­νοι­ξε τὰς θύ­ρας τῆς φυ­λα­κῆς, ἐ­ξα­γα­γών τε αὐ­τοὺς εἶ­πε· Πο­ρεύ­ε­σθε καὶ στα­θέν­τες λα­λεῖ­τε ἐν τῷ ἱ­ε­ρῷ τῷ λα­ῷ πάν­τα τὰ ῥή­μα­τα τῆς ζω­ῆς τα­ύ­της.

                                      (Πράξ. Ἀποστ. ε΄[5] 12–20)

 

ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ

1. ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Μετά τήν Πεντηκοστή, μᾶς ἀναφέρει τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων, στίς πρῶτες ἡμέρες τῆς Ἐκκλησίας «ἐγίνετο σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τῷ λαῷ πολλά», γίνονταν πολλὰ καὶ ἐκπληκτικά θαύματα μὲ τὰ χέρια τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ποὺ ἀποδείκνυαν τὴν ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας τους καὶ προκαλοῦσαν θαυμασμὸ στὸν λαό. Καί ὅλοι μαζί, μὲ μία καρδιά, μαζεύονταν στή στοὰ τοῦ Σολομῶντος. 

Κανεὶς ἀπ᾿ τοὺς Ἰουδαίους δὲν εἶχε τὴν τόλμη νὰ ἀστειευθεῖ μαζί τους, καὶ ὁ πολὺς λαὸς τοὺς τιμοῦσε καὶ τοὺς ἐγκωμίαζε. Ἔτσι, ὅλο καὶ περισσότερα πλήθη ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν προσελκύονταν στήν πίστη. Τόσο πολὺ τοὺς σεβόταν μάλιστα ὁ λαός, ὥστε ἔβγαζαν τοὺς ἀρρώστους ἀπὸ τὰ σπίτια τους στίς πλατεῖες καὶ τοὺς ἔβαζαν ἐπάνω σὲ κρεβάτια ἢ σε φορεῖα μὲ σκοπό, ὅταν θὰ περνοῦσε ἀπό ἐκεῖ ὁ Πέτρος, νὰ πέσει ἔστω καὶ ἡ σκιά του σέ κάποιον ἀπὸ αὐτούς, γιὰ νὰ θεραπευθεῖ. 

«Συνήρχετο δὲ καὶ τὸ πλῆθος τῶν πέριξ πόλεων εἰς Ἱερουσαλήμ». Γινόταν κοσμοσυρροὴ στὴν Ἱερουσαλήμ, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως αὐτῆς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ γειτονικές πόλεις. Ὅλοι ἔφερναν ἀρρώστους κάθε εἴδους, καθὼς καὶ ἀνθρώπους ποὺ ἐνοχλοῦνταν ἀπὸ πονηρὰ πνεύματα, καὶ θεραπεύονταν ὅλοι. 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἀμέτρητα θαύματα τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ. Ἰδιαιτέρως ὅμως θαύματα πολλὰ σὲ ἀριθμὸ καὶ ἐντυπωσιακά ἔχουμε στὰ πρῶτα χρόνια τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονός. Διότι τὰ θαύματα αὐτὰ βεβαίωναν τοὺς πρώτους πιστοὺς γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς χριστιανικῆς τους πίστεως καὶ ἀποδείκνυαν περίτρανα τὸ κοσμοϊστορικὸ θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Αὐτὰ τὰ «σημεῖα» ἐνδυνάμωναν τοὺς Ἀποστόλους, ὅταν ἀντιμετώπιζαν τὸν διωγμὸ τῶν ἀρχόντων καὶ τῶν Φαρισαίων. Τοὺς ἔδιναν ἐνθουσιασμὸ νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο. Τοὺς ἐφωδίαζαν μ᾿ ἐκείνη τὴν ἀκαταμάχητη δύναμη ὥστε νὰ θυσιάζουν καὶ τὴ ζωή τους γιὰ τὸν Ἀναστάντα Κύριο. 

Θαύματα ὅμως γίνονται καὶ σ᾿ ὅλη τὴν ἱστορικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας. Καὶ ἡ δική μας ζωή, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ γεννηθήκαμε, γεμάτη ἀπὸ θαύματα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ εἶναι. Αὐτὰ μᾶς στηρίζουν στὴν πίστη καὶ στὸν ἀγῶνα μας καὶ μᾶς ἐπιβεβαιώνουν ὅτι καὶ σήμερα ζεῖ Κύριος ὁ Θεός. Ὅμως δυστυχῶς ἐμεῖς συνήθως ἐκτιμοῦμε τὰ θαύματα αὐτὰ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μόνον ὅταν τὰ ἔχουμε ἀνάγκη, ὅταν βρισκόμαστε σὲ δυσκολίες καὶ ἀδιέξοδα. Κατόπιν τὰ ξεχνοῦμε. 

Ἀδελφοί, μᾶς χρεώνουν τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ. Διότι μᾶς τὰ δίνει ὁ Θεὸς ὄχι μόνον γιὰ νὰ στερεωθοῦμε στὴν πίστη, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ συνέλθουμε, νά μετανοήσουμε, ν᾿ ἀλλάξουμε ζωή. Να γίνουμε πιό θερμοί, πιὸ πνευματικοί. Ν᾿ ἀγαπήσουμε περισσότερο τὸν Χριστὸ καὶ τὸν νόμο Του. 

2. ΟΛΟΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΙ

Ὅπως ἦταν πολὺ φυσικό, μᾶς λέγει στὴ συνέχεια τὸ ἱερὸ κείμενο, αὐτὴ ἡ κοσμοσυρροὴ πρὸς τοὺς Ἀποστόλους καὶ τὰ τόσα θαύματα δὲν μποροῦσαν νὰ μείνουν χωρίς ἀντίδραση. Ὁ φθόνος καὶ τὸ μῖσος ξεσήκωσε τὸν ἀρχιερέα καὶ τοὺς ὑποστηρικτές του, δηλαδὴ τὸ θρησκευτικό κόμμα τῶν Σαδδουκαίων. Αὐτοί, τυφλωμένοι ἀπὸ τὴν κακία τους, συνέλαβαν τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς ἔρριξαν στή φυλακή. Καὶ ἡσύχασαν, νομίζοντας ὅτι ἔτσι θὰ μποροῦσαν νὰ τοὺς κλείσουν τὸ στόμα. Ὅμως μέσα στή νύχτα ἄγγελος Κυρίου ἄνοιξε τίς θύρες τῆς φυλακῆς, τοὺς ἔβγαλε ἔξω καὶ τοὺς εἶπε: «Λαλεῖτε ἐν τῷ ἱερῷ πάντα τὰ ῥήματα τῆς ζωῆς ταύτης». Πηγαίνετε μέ θάρρος δημόσια στόν ἱερὸ περίβολο τοῦ Ναοῦ νὰ διδάσκετε στὸν λαὸ ὅλα τὰ λόγια τῆς νέας ζωῆς, τὴν ὁποία σᾶς μετέδωσε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. 

Η ΕΝΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ πρὸς τοὺς Ἀποστόλους ἦταν ἐντολὴ Θεοῦ. Καὶ τὴν προσταγὴ αὐτὴ τὴν ἄκουσαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ κήρυξαν τὸν Χριστὸ ὄχι μόνο στὸν Ναὸ τῆς Ἱερουσαλήμ, ἀλλὰ γύρισαν τά πέρατα τῆς οἰκουμένης καὶ μεταμόρφωσαν τὸν κόσμο. Στὸ ἔργο αὐτὸ τοὺς μιμήθηκαν ὅλοι οἱ πιστοί· ὁ καθένας μὲ τὸν τρόπο του ἦσαν ἱεραπόστολοι. Ὅπου κι ἂν βρίσκονταν, ὅ,τι ἐπάγγελμα κι ἂν ἔκαναν, ἀναζητοῦσαν εὐκαιρία νὰ ὁδηγήσουν καὶ ἄλλους στὴν πίστη. «Εἷς πρὸς ἕνα εἰς Χριστὸν» ἦταν τὸ σύνθημά τους. Ἔτσι πλημμύρισε ἡ γῆ μας ἀπὸ ἑκατομμύρια Χριστιανῶν. 

Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ ἀπευθύνεται καὶ πρὸς ἐμᾶς, τοὺς πιστοὺς τῆς δικῆς μας δύσκολης ὑλιστικῆς καὶ πνευματικὰ ἀδιάφορης ἐποχῆς. Καὶ σήμερα ὁ Χριστὸς μᾶς λέγει «λαλεῖτε τὰ ῥήματα τῆς ζωῆς ταύτης». Στοὺς ὤμους μας βαραίνει τό χρέος νὰ βοηθήσουμε τούς γύρω μας ἀνθρώπους, μικροὺς καὶ μεγάλους, νὰ ἀγαπήσουν περισσότερο τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία, νὰ μάθουν νὰ ἐκκλησιάζονται τακτικά, νὰ ἐξομολογοῦνται καὶ νὰ κοινωνοῦν μὲ συναίσθηση νὰ ἀποκτοῦν ἐμπειρίες πνευματικῆς ζωῆς, νὰ γίνονται ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. 

Γιὰ νὰ γίνει ὅμως αὐτό, θὰ πρέπει πρῶτα ἐμεῖς νὰ ζοῦμε αὐτὴ τὴ νέα ἐν Χριστῷ ζωή. Νὰ ἔχουμε μέσα μας δυνατὰ βιώματα, ποὺ νὰ ἀλλοιώνουν τὴ ζωή μας. Ἔτσι θὰ μιλάει πρῶτα τὸ παράδειγμά μας καί κατόπιν τὸ στόμα μας. Καὶ ὁ Χριστὸς θὰ μᾶς δίνει τὴ Χάρη Του καὶ θὰ κάνει θαύματα στὶς ψυχὲς τῶν γύρω μας ἀνθρώπων.

            (Διασκευή ἀπό παλαιό τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Οὔ­σης ὀ­ψί­ας τῇ ἡ­μέ­ρᾳ ἐ­κε­ί­νῃ τῇ μι­ᾷ σαβ­βά­των, καὶ τῶν θυ­ρῶν κε­κλει­σμέ­νων ὅ­που ἦ­σαν οἱ μα­θη­ταὶ συ­νηγ­μέ­νοι δι­ὰ τὸν φό­βον τῶν Ἰ­ου­δα­ί­ων, ἦλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς καὶ ἔ­στη εἰς τὸ μέ­σον, καὶ λέ­γει αὐ­τοῖς· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. Καὶ τοῦ­το εἰ­πὼν ἔ­δει­ξεν αὐ­τοῖς τὰς χεῖ­ρας καὶ τὴν πλευ­ρὰν αὐ­τοῦ. ἐ­χά­ρη­σαν οὖν οἱ μα­θη­ταὶ ἰ­δόν­τες τὸν Κύριον. εἶ­πεν οὖν αὐ­τοῖς ὁ Ἰ­η­σοῦς πά­λιν· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. κα­θὼς ἀ­πέ­σταλκέ με ὁ πα­τήρ, κἀ­γὼ πέμ­πω ὑ­μᾶς. καὶ τοῦ­το εἰ­πὼν ἐ­νε­φύ­ση­σε καὶ λέ­γει αὐ­τοῖς· Λάβετε Πνεῦ­μα ἅ­γι­ον· ἄν τι­νων ἀ­φῆ­τε τὰς ἁ­μαρ­τί­ας, ἀ­φί­εν­ται αὐ­τοῖς, ἄν τι­νων κρα­τῆ­τε, κεκρά­την­ται. Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώ­δε­κα ὁ λε­γό­με­νος Δίδυμος, οὐκ ἦν με­τ' αὐ­τῶν ὅ­τε ἦλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς. Ἔ­λε­γον οὖν αὐ­τῷ οἱ ἄλ­λοι μα­θη­ταί· Ἑ­ω­ρά­κα­μεν τὸν Κύριον. Ὁ δὲ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Ἐ­ὰν μὴ ἴ­δω ἐν ταῖς χερ­σὶν αὐ­τοῦ τὸν τύ­πον τῶν ἥ­λων, καὶ βά­λω τὸν δά­κτυ­λόν μου εἰς τὸν τύ­πον τῶν ἥ­λων, καὶ βά­λω τὴν χεῖ­ρά μου εἰς τὴν πλευ­ρὰν αὐ­τοῦ, οὐ μὴ πι­στε­ύ­σω. Καὶ με­θ' ἡ­μέ­ρας ὀ­κτὼ πά­λιν ἦ­σαν ἔ­σω οἱ μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ καὶ Θω­μᾶς με­τ' αὐ­τῶν. Ἔρ­χε­ται ὁ Ἰ­η­σοῦς τῶν θυ­ρῶν κε­κλει­σμέ­νων, καὶ ἔ­στη εἰς τὸ μέ­σον καὶ εἶ­πεν· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. Εἶ­τα λέ­γει τῷ Θω­μᾷ· Φέρε τὸν δά­κτυ­λόν σου ὧ­δε καὶ ἴ­δε τὰς χεῖ­ράς μου, καὶ φέ­ρε τὴν χεῖ­ρά σου καὶ βά­λε εἰς τὴν πλευ­ράν μου, καὶ μὴ γί­νου ἄ­πι­στος, ἀλ­λὰ πι­στός. Καὶ ἀ­πε­κρί­θη Θω­μᾶς καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θε­ός μου. Λέ­γει αὐ­τῷ ὁ Ἰ­η­σοῦς· Ὅ­τι ἑ­ώ­ρα­κάς με, πε­πί­στευ­κας· μα­κά­ρι­οι οἱ μὴ ἰ­δόν­τες καὶ πι­στε­ύ­σαν­τες. Πολ­λὰ μὲν οὖν καὶ ἄλ­λα ση­μεῖ­α ἐ­πο­ί­η­σεν ὁ Ἰ­η­σοῦς ἐ­νώ­πι­ον τῶν μα­θη­τῶν αὐ­τοῦ, ἃ οὐκ ἔ­στι γε­γραμ­μέ­να ἐν τῷ βι­βλί­ῳ το­ύ­τῳ· Ταῦ­τα δὲ γέ­γρα­πται ἵ­να πι­στε­ύ­ση­τε ὅ­τι Ἰ­η­σοῦς ἐ­στιν ὁ Χρι­στὸς ὁ υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ, καὶ ἵ­να πι­στε­ύ­ον­τες ζω­ὴν ἔ­χη­τε ἐν τῷ ὀ­νό­μα­τι αὐ­τοῦ.                      

(Ἰωάν. κ΄[20] 19 – 31)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ὅ­ταν βρά­δια­σε τήν ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη, τήν πρώ­τη τῆς ἑ­βδο­μά­δος, κι ἐ­νῷ οἱ μα­θη­τὲς ἦ­ταν μα­ζε­μέ­νοι σ' ἕ­να σπί­τι καὶ εἶ­χαν τὶς θύ­ρες κλει­στὲς ἐ­πει­δὴ φο­βοῦν­ταν τοὺς ἄρ­χον­τες τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, ἦλ­θε ὁ Ἰ­η­σοῦς καὶ στά­θη­κε στὴ μέ­ση καὶ τοὺς εἶ­πε: Ἂς εἶ­ναι εἰ­ρή­νη σὲ σᾶς. Κι ἀ­φοῦ τὸ εἶ­πε αὐ­τό, τοὺς ἔ­δει­ξε τὰ χέ­ρια του καὶ τὴν πλευ­ρά του, γιὰ νὰ δοῦν τὰ ση­μά­δια τῶν πλη­γῶν καὶ νὰ πει­σθοῦν ὅ­τι αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ Δι­δά­σκα­λός τους πού σταυ­ρώ­θη­κε. Ἀ­φοῦ λοι­πόν βε­βαι­ώ­θη­καν γι' αὐ­τὸ μὲ τὴν ἐ­πί­δει­ξη τῶν οὐ­λῶν του, χά­ρη­καν οἱ μα­θη­τὲς πού εἶ­δαν τὸν Κύ­ριο. Ὅ­ταν λοι­πὸν οἱ μα­θη­τὲς ἠ­ρέ­μη­σαν κά­πως ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη σφο­δρὴ συγ­κί­νη­ση πού αἰ­σθάν­θη­καν ἐ­ξαι­τί­ας τῆς με­γά­λης τους χα­ρᾶς, τοὺς εἶ­πε πά­λι ὁ Ἰ­η­σοῦς σὲ σχέ­ση μὲ τὴ μελ­λον­τι­κή τους τώ­ρα κλή­ση καὶ ἀ­πο­στο­λή: Ἂς εἶ­ναι εἰ­ρή­νη σὲ σᾶς. Ὅ­πως μὲ ἀ­πέ­στει­λε ὁ Πα­τέ­ρας μου γιὰ τὸ ἔρ­γο τῆς σω­τη­ρί­ας τῶν ἀν­θρώ­πων, ἔ­τσι κι ἐ­γώ σᾶς στέλ­νω νὰ συ­νε­χί­σε­τε τὸ ἴ­διο ἔρ­γο. Κι ἀ­φοῦ τὸ εἶ­πε αὐ­τό, προ­κει­μέ­νου νὰ τοὺς με­τα­δώ­σει τὴν πνο­ὴ τῆς νέ­ας οὐ­ρά­νιας ζω­ῆς ἐμ­φύ­ση­σε στὰ πρό­σω­πά τους, ὅ­πως κά­πο­τε ὁ Θε­ὸς στὸ πρό­σω­πο τοῦ Ἀ­δάμ, καὶ τοὺς εἶ­πε: Λά­βε­τε Πνεῦ­μα Ἅ­γιον.  Σ᾿ ὅ­ποι­ους συγ­χω­ρή­σε­τε τὶς ἁ­μαρ­τί­ες, θὰ τοὺς εἶ­ναι συγ­χω­ρη­μέ­νες κι ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Σ᾿ ὅ­ποι­ους ὅ­μως τὶς κρα­τᾶ­τε ἀσυγχώ­ρη­τες, θὰ μεί­νουν γιὰ πάν­τα κρα­τη­μέ­νες. Ὁ Θω­μᾶς ὅ­μως, πού ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πό τούς δώ­δε­κα ἀ­πο­στό­λους καὶ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὀ­νό­μα­ζαν Δί­δυ­μο ὅ­σοι Ἑ­βραῖ­οι μι­λοῦ­σαν τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα, δὲν ἦ­ταν μα­ζί τους ὅ­ταν ἦλ­θε ὁ Ἰ­η­σοῦς. Ὅ­ταν λοι­πὸν τὸν εἶ­δαν, τοῦ ἔ­λε­γαν οἱ ἄλ­λοι μα­θη­τές: Εἴ­δα­με τὸν Κύ­ριο. Αὐ­τὸς ὅ­μως τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: Ἐ­ὰν δὲν δῶ μὲ τὰ μά­τια μου στὰ χέ­ρια του τὸ ση­μά­δι τῶν καρ­φι­ῶν καὶ δὲν βά­λω τὸ δά­χτυ­λό μου στὸ ση­μά­δι τῶν καρ­φι­ῶν καὶ δὲν βά­λω τὸ χέ­ρι μου στὴν πλευ­ρά του, ὥ­στε ὄ­χι μό­νο μὲ τὰ μά­τια μου ἀλ­λά καὶ μὲ τά δά­χτυ­λά μου νὰ βε­βαι­ω­θῶ, δὲν θὰ πι­στέ­ψω.

Πράγ­μα­τι λοι­πόν, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ὀ­κτὼ ἡ­μέ­ρες ἦ­σαν πά­λι μέ­σα στὸ σπί­τι οἱ μα­θη­τές, καὶ μα­ζὶ μ' αὐ­τοὺς ἦ­ταν κι ὁ Θω­μᾶς. Ἔρ­χε­ται λοι­πὸν ὁ Ἰ­η­σοῦς, ἐ­νῶ ἦ­ταν κλει­στές οἱ θύ­ρες, καὶ στά­θη­κε ἀ­νά­με­σα στοὺς μα­θη­τὲς καί εἶ­πε: Ἂς εἶ­ναι εἰ­ρή­νη σὲ σᾶς. Ἔ­πει­τα λέ­ει στὸν Θω­μᾶ: Φέ­ρε τὸ δά­χτυ­λό σου ἐ­δῶ. Ψη­λά­φη­σε καὶ ἐ­ξέ­τα­σε τὰ ση­μά­δια τῶν πλη­γῶν μου, καί δὲς συγ­χρό­νως μὲ τὰ μά­τια σου τὰ χέ­ρια μου. Φέ­ρε τό χέ­ρι σου κά­τω ἀ­πὸ τὰ ἐν­δύ­μα­τά μου καὶ βά­λ' το στήν πλευ­ρά μου πού χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ λόγ­χη. Καὶ μὴν ἀ­φή­νεις τὸν ἑ­αυ­τό σου νὰ κυ­ρι­ευ­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πι­στί­α, ὥ­στε νὰ γί­νεις μό­νι­μα καὶ ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα ἄ­πι­στος, ἀλ­λά νά προ­ο­δεύ­εις καὶ νὰ στη­ρί­ζε­σαι στὴν πί­στη, ὥ­στε νὰ γί­νεις ἀ­με­τα­κί­νη­τος καὶ ἀ­δι­ά­σει­στος σ' αὐ­τή. Ὁ Θω­μᾶς τό­τε τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε: Πι­στεύ­ω καὶ ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι εἶ­σαι ὁ Κύ­ριός μου καὶ ὁ Θε­ός μου. Τοῦ λέ­ει ὁ Ἰ­η­σοῦς: Πί­στε­ψες ἐ­πει­δὴ μὲ εἶ­δες. Μα­κά­ριοι καὶ πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι πού πι­στεύ­ουν χω­ρὶς νὰ μὲ ἔ­χουν δεῖ μὲ τὰ μά­τια τους, ὅ­πως μὲ εἶ­δες ἐ­σύ. Καί θά πι­στέ­ψουν ἔ­τσι ὅ­λα τὰ μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μου στίς γε­νι­ές πού θὰ ἔλ­θουν.

Σύμ­φω­να λοι­πὸν μὲ ὅ­σα ἐ­ξι­στο­ρή­σα­με, ἐ­κτός ἀ­πό τό θαῦ­μα τῆς Ἀ­να­στά­σε­ώς του, ὀ Ἰ­η­σοῦς μπρο­στά στά μά­τια τῶν μα­θη­τῶν του ἔ­κα­νε καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα θαύ­μα­τα πού ἀ­πο­δεί­κνυ­αν τὴ θε­ό­τη­τά του καὶ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν εἶ­ναι γραμ­μέ­να στὸ βι­βλί­ο αὐ­τό. Αὐ­τὰ πού ἐκ­θέ­σα­με, γρά­φη­καν γιὰ νὰ πι­στέ­ψε­τε ὅ­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­ναι ὁ Χρι­στὸς πού προ­κη­ρύ­χθη­κε ἀ­πό τούς προ­φῆ­τες, ὁ μο­νο­γε­νὴς Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ· κι ἔ­τσι πι­στεύ­ον­τας νὰ ἔ­χε­τε ὡς ἀ­να­φαί­ρε­το κτῆ­μα σας τὴ νέ­α, θεί­α καὶ αἰ­ώ­νια ζω­ή, τὴν ὁ­ποί­α με­τα­δί­δει ὁ ἴ­διος στὶς ψυ­χὲς τῶν ἀν­θρώ­πων πού ἐ­πι­κα­λοῦν­ται τό ὄ­νο­μά του.