Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Στ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ     

ΚΥΡΙΑΚΗ Στ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(12 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026)



ΕΩΘΙΝΟΝ Ϛ΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἐκ νεκρῶν ἔστη ἐν μέσῳ τῶν Μαθητῶν, καὶ λέγει αὐτοῖς΄ Εἰρήνη ὑμῖν. Πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι, ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς΄ Τὶ τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατὶ διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγὼ εἰμι, ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε΄ ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει, καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα. Καὶ τοῦτο εἰπών, ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. Ἒτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς, καὶ θαυμαζόντων, εἶπεν αὐτοῖς΄ Ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε; Οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος, καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου. Καὶ λαβὼν, ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν. Εἶπε δὲ αὐτοῖς΄ Οὗτοι οἱ λόγοι, οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωσέως καὶ Προφήταις καὶ Ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ. Τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν, τοῦ συνιέναι τὰς Γραφάς΄ καὶ εἶπεν αὐτοῖς΄ Ὃτι οὕτω γέγραπται, καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστόν, καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. Ὑμεῖς δὲ ἐστε μάρτυρες τούτων. Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ' ὑμᾶς΄ ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ, ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους. Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ, εὐλόγησεν αὐτούς. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτόν αὐτούς, διέστη ἀπ' αὐτῶν, καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. Καὶ αὐτοὶ, προσκυνήσαντες αὐτόν, ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης. Καὶ ἦσαν διαπαντός ἐν τῷ Ἱερῷ, αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν. Ἀμήν.

(Λουκ. κδ΄[24] 36 – 53]

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἀφοῦ ἀναστήθηκε ὁ Ἰησοῦς στάθηκε ἀνάμεσά τους καί τούς λέει: Νά εἶναι μαζί σας εἰρήνη. Εἰρήνη  μέ τόν Θεό καί μεταξύ σας. Εἰρήνη καί στίς ψυχές σας. Ἡ αἰφνιδιαστική ὅμως ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου τούς κατατρόμαξε. Κι ἐπειδή κυριεύθηκαν ἀπό φόβο, νόμιζαν ὅτι ἔβλεπαν φάντασμα, δηλαδή ψυχή πεθαμένου πού ἦλθε ἀπό τόν Ἅδη χωρίς νά ἔχει σῶμα. Ὁ Κύριος ὅμως τούς εἶπε: Γιατί εἶστε ταραγμένοι; Καί γιατί γεννιοῦνται στίς σκέψεις σας λογισμοί ἀμφιβολίας γιά τό ἄν πράγματι εἶμαι ὁ ἀναστημένος Διδάσκαλός σας; Δεῖτε τά χέρια μου καί τά πόδια μου ὅτι ἔχουν τά σημάδια τῶν καρφιῶν, καί βεβαιωθεῖτε ὅτι εἶμαι ἐγώ ὁ ἴδιος ὁ Διδάσκαλός σας πού σταυρώθηκε. Ψηλαφῆστε με μέ τά χέρια σας καί βεβαιωθεῖτε ὅτι δέν εἶμαι ἄσαρκο πνεῦμα. Διότι ἡ ψυχή καί τό φάντασμα ἑνός νεκροῦ δέν ἔχει σῶμα καί ὀστά, ὅπως βλέπετε καί πείθεσθε ὅτι ἔχω ἐγώ. Κι ἀφοῦ εἶπε αὐτό, τούς ἔδειξε τά χέρια του καί τά πόδια του. Ἐπειδή ὅμως αὐτοί ἀπό τή χαρά τους δέν πίστευαν στά μάτια τους καί νόμιζαν ἀκόμη ὅτι ἔβλεπαν ὄνειρο, καί θαύμαζαν γιά τά πρωτοφανή αὐτά καί ἀνέλπιστα γεγονότα, τούς εἶπε ὁ Κύριος: Ἔχετε ἐδῶ τίποτε φαγώσιμο γιά νά φάω κι ἔτσι νά πεισθεῖτε ἀκόμη περισσότερο ὅτι δέν εἶμαι φάντασμα; Κι αὐτοί τοῦ ἔδωσαν ἕνα κομμάτι ψάρι ψημένο καί λίγη κηρήθρα. Τότε τά πῆρε κι ἔφαγε μπροστά τους. Καί τό ἔκανε αὐτό ὄχι γιατί τό σῶμα του εἶχε ἀνάγκη τροφῆς, ἀλλά γιά νά τούς βεβαιώσει ὅτι πραγματικά ἀναστήθηκε. Τούς εἶπε ἐπίσης: Αὐτά τά γεγονότα πού βλέπετε καί σᾶς προκαλοῦν θαυμασμό εἶναι ἡ πραγματοποίηση τῶν λόγων πού σᾶς εἶχα πεῖ προφητικῶς, ὅταν ἤμουν ἀκόμη μαζί σας πρίν σταυρωθῶ. Σᾶς ἔλεγα δηλαδή ὅτι σύμφωνα μέ τό προκαθορισμένο σχέδιο τοῦ Θεοῦ πρέπει νά ἐκπληρωθοῦν καί νά πραγματοποιηθοῦν ὅλα ὅσα ἔχουν γραφεῖ γιά μένα στόν νόμο τοῦ Μωυσῆ καί στούς προφῆτες καί στούς ψαλμούς.  45 Τότε τούς μετέδωσε θεῖο φωτισμό καί τούς ἄνοιξε τό νοῦ γιά νά κατανοοῦν τίς Γραφές. Κι ἀφοῦ τούς ἀνέπτυξε τίς κυριότερες προφητεῖες, τούς εἶπε ὅτι ἔτσι ἔχει γραφεῖ προφητικά στίς Γραφές, κι ἔτσι ἔπρεπε σύμφωνα μέ τίς προφητεῖες αὐτές νά πάθει ὁ Χριστός καί τήν τρίτη ἡμέρα ἀπό τόν θάνατό του ν᾿ ἀναστηθεῖ ἀπό τούς νεκρούς, καθώς καί ὅτι πρέπει νά κηρυχθεῖ σ᾿ ὅλα τά ἔθνη μετάνοια καί ἄφεση ἁμαρτιῶν στό ὄνομά μου (σύμφωνα δηλαδή μέ ὅσα διδαχθήκατε καί μάθατε γιά τό ὄνομά μου, ὅτι εἶμαι ὁ μόνος Σωτήρας καί Λυτρωτής τῶν ἀνθρώπων). Καί τό κήρυγμα αὐτό πρέπει ν᾿ ἀρχίσει ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ. Ἐσεῖς εἶστε μάρτυρες ὅλων αὐτῶν, δηλαδή τοῦ κηρύγματός μου, τῆς ζωῆς μου, τοῦ Πάθους μου καί τῆς Ἀναστάσεώς μου. Καί μέ τή μαρτυρία πού θά δώσετε γιά μένα θά συντελεσθεῖ τό μεγάλο αὐτό ἔργο τοῦ κηρύγματος τῆς μετανοίας καί τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν σ᾿ ὅλα τά ἔθνη. Κι ἐγώ σᾶς ὑπόσχομαι νά σᾶς βοηθήσω ἀποτελεσματικά στό ἔργο αὐτό. Ἰδού ἐγώ, πού ἀπό τώρα εἶμαι καί ὡς ἄνθρωπος ὁ βασιλεύς τοῦ κόσμου καί ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, θά σᾶς στείλω σέ λίγο ἀπό τόν οὐρανό ἐπάνω σας αὐτό πού σᾶς ὑποσχέθηκε ὁ Πατέρας μου, δηλαδή τό Πνεῦμα τό Ἅγιον. Αὐτό τό Πνεῦμα προανήγγειλαν οἱ προφῆτες ὅτι θά δοθεῖ σέ κάθε ἄνθρωπο. Ἐσεῖς λοιπόν καθίστε στήν πόλη Ἱερουσαλήμ καί μήν ἀπομακρυνθεῖτε ἀπ’ αὐτήν, μέχρι νά φορέσετε ὡς πνευματικό ἔνδυμα τή δύναμη καί τήν ἐνίσχυση πού θά σᾶς ἔλθει ἀπό τόν οὐρανό μέ τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅταν ὁ Κύριος τελείωσε τίς διδασκαλίες αὐτές, τούς ὁδήγησε ἔξω ἀπό τά Ἱεροσόλυμα, μέχρι πού πλησίασαν στή Βηθανία. Κι ἐκεῖ ὕψωσε τά χέρια του καί τούς εὐλόγησε. Καί καθώς τούς εὐλογοῦσε, ἄρχισε νά ἀπομακρύνεται ἀπ᾿ αὐτούς καί ν᾿ ἀνεβαίνει ἐπάνω, πρός τόν οὐρανό. Κι αὐτοί, ἀφοῦ τόν προσκύνησαν, ἐπέστρεψαν στήν Ἱερουσαλήμ μέ μεγάλη χαρά γιά τήν ἔνδοξη ἀνάληψη τοῦ Διδασκάλου τους καί γιά τήν ἐπαγγελία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιά τήν ὁποία τούς βεβαίωσε. Καί ἦταν πάντοτε στό ἱερό τίς ὧρες τῆς προσευχῆς καί τῆς λατρείας, ὑμνώντας καί δοξολογώντας τόν Θεό. Ἀμήν.

 

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Στ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)

Ἀδελφοί, ἔχοντες χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα, εἴτε προφητείαν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως, εἴτε διακονίαν, ἐν τῇ διακονίᾳ, εἴτε ὁ διδάσκων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ, εἴτε ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει, ὁ μεταδιδούς, ἐν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι. Ἡ ἀγάπη ἀνυπόκριτος. ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρόν, κολλώμενοι τῷ ἀγαθῷ, τῇ φιλαδελφίᾳ εἰς ἀλλήλους φιλόστοργοι, τῇ τιμῇ ἀλλήλους προηγούμενοι, τῇ σπουδῇ μὴ ὀκνηροί, τῷ πνεύματι ζέοντες, τῷ Κυρίῳ δουλεύοντες, τῇ ἐλπίδι χαίροντες, τῇ θλίψει ὑπομένοντες, τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες, ταῖς χρείαις τῶν ἁγίων κοινωνοῦντες, τὴν φιλοξενίαν διώκοντες. εὐλογεῖτε τοὺς διώκοντας ὑμᾶς, εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε.      

 (Ρωμ. ιβ΄ [12] 6-14)

 

ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΝΟΤΗΤΑ

1. ΤΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ

Στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς διδάσκει ὅτι ὅλοι οἱ πιστοὶ ἔχουμε «χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα». Ἔχουμε διάφορα χαρίσματα ἀνάλογα μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ μᾶς δόθηκε. Γι’ αὐτὸ ἂς ἀρκούμαστε σ᾿ αὐτὰ κι ἂς μὴ ζητοῦμε ἐγωιστικὰ ἐκεῖνα ποὺ δὲν ἔχουμε. Ὅποιος δηλαδὴ ἔχει τὸ χάρισμα τῆς προφητείας, ἂς διδάσκει σύμφωνα μὲ τὸ βαθμὸ τοῦ χαρίσματος, ποὺ τοῦ δόθηκε ἀνάλογα μὲ τὴν πίστη του. Ὅποιος ἔχει χάρισμα διακονίας, ἂς μένει στὸ χάρισμα αὐτὸ τῆς διακονί­ας· κι ὅποιος εἶναι διδάσκαλος τῶν θεί­­ων ἀληθειῶν, ἂς ἀρκεῖται νὰ ἐξηγεῖ τὶς ἀλήθειες ποὺ περιλαμβάνονται στὸν λό­γο τοῦ Θεοῦ. Κι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὸ χά­­ρισμα νὰ προτρέπει στὴν ἀρετὴ καὶ στὴν ἐφαρμογὴ τῶν θείων ἀληθειῶν, ἂς μέ­­νει στὸ ἔργο τῆς προτροπῆς. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει κλίση νὰ μοιράζει ἀπὸ τὰ ἀγαθά του στοὺς φτωχούς, ἂς τὸ κάνει αὐτὸ μὲ ἁπλότητα, χωρὶς ἐπίδειξη ἢ ἄλλα ἐ­­­γω­ι­στικὰ ἐλατήρια. Ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο ἀνα­­τέθηκε ἡ φροντίδα καὶ ἡ ἐπιμέλεια ὁ­­­ποιουδήποτε καλοῦ ἔργου, ἂς ἐπιστατεῖ μὲ προθυμία καὶ δραστηριότητα. Κι ἐκεῖ­νος ποὺ κάνει ἐλεημοσύνη, ἂς ἐλεεῖ μὲ χαρὰ καὶ καταδεκτικότητα.

Μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὅλοι οἱ πιστοὶ ἔχουμε πολλὰ καὶ διαφορετικὰ χαρίσματα. Συχνὰ ὅμως παρατηρεῖται τὸ φαινόμενο κάποιοι πιστοὶ νὰ κάνουν συγ­κρίσεις, νὰ ζηλεύουν καὶ νὰ γογγύζουν. Γιατί ἐγὼ νὰ ἔχω λιγότερα χαρίσματα καὶ ὁ ἄλλος περισσότερα; Μᾶς ἀπαντᾶ λοιπὸν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἔδωσε τυχαῖα καὶ ἄδικα στὸν καθένα μας τὰ διάφορα χαρίσματα. Ἀλλὰ μᾶς τὰ ἔδωσε ἀνάλογα μὲ τὴ δεκτικότητα καὶ τὴν πίστη τοῦ καθενός μας. Ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς γίνεται αἴτιος νὰ λάβει μεγαλύτερο ἢ μικρότερο χάρισμα. Διότι τὰ χαρίσματα μᾶς τὰ ἔδωσε ὁ Θεὸς ἀνάλογα μὲ τὴ χωρητικότητα τοῦ σκεύους ποὺ προσφέρουμε στὸν Θεό, ἀνάλογα δηλαδὴ μὲ τὴ δεκτικότητα καὶ τὴν πίστη μας.

Αὐτὸ τί ἔχει νὰ πεῖ γιὰ μᾶς; ὅτι ὁ καθένας μας θὰ πρέπει νὰ ἀρκεῖται στὰ χαρίσματα ποὺ τοῦ δόθηκαν καὶ νὰ τὰ καλλιεργεῖ ὅσο μπορεῖ περισσότερο, χωρὶς νὰ παρασύρεται ἀπὸ τὴ φιλαυτία καὶ τὴ ζήλεια. Ἄλλοι εἶναι ἀξιοθαύμαστοι στὴ διδασκαλία καὶ ἄλλοι ὄχι. Κάποιοι ἔχουν χάρισμα στὴν ἐπικοινωνία κι ἄλλοι εἶναι ψυχροὶ καὶ ἀδέξιοι. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά: Κάποιος ἔχει ἀνάγκη νὰ διδαχθεῖ ἀπὸ κάπoιο φωτισμένο διδάσκαλο, κάποιος­ ἄλλος ἐπιζητεῖ νὰ παρηγορηθεῖ ἀπὸ μιὰ θερμὴ καρδιά. Τὰ χαρίσματα δὲν συγκεντρώνονται ὅλα σ᾿ ἕνα πρόσωπο, ἀλλὰ εἶναι κατανεμημένα σὲ διάφορα πρό­σ­ω­πα. Ἔτσι τὸ ποιμαντικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλη­σίας ἐπιτελεῖται καλύτερα μὲ μιὰ σω­­στὴ κατανομὴ τοῦ ἔργου της. Καὶ ὅλοι ἀ­­­­­­παρ­τίζουμε μιὰ ἑνότητα, μιὰ οἰκογένεια, ὅπου ὅλοι εἴμαστε ἀπαραίτητοι, ὅλοι πρέ­πει νὰ ἐπιτελοῦμε τὸ ἔργο, ποὺ μᾶς ἀνέ­θεσε ὁ Θεός.

2. ΑΓΑΠΗ ΕΜΠΡΑΚΤΗ

Στὴ συνέχεια ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει ὅτι ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὰ διαφορετικὰ χαρίσματα ποὺ ἔχει ὁ καθένας μας, κοινὸ χάρισμα καὶ καθῆκον ὅλων μας εἶναι ἡ ἀνυπόκριτη ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη μας, λέει, ἂς εἶναι εἰλικρινὴς καὶ ἐλεύθερη ἀπὸ ὑπο­κρισία. Καὶ στὴ συνέχεια ἀναφέρει κάποιες πρακτικὲς συμβουλὲς ἐφαρμογῆς αὐτῆς τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη σας αὐτὴ νὰ μὴν ἔχει πονηρία, τονίζει. Νὰ εἶστε φιλόστοργοι μεταξύ σας. Νὰ προλαβαίνει ὁ καθένας τοὺς ἄλλους καὶ νὰ τοὺς ἀπο­δίδει πρῶτος τὴν τιμή. Νὰ μὴν εἶστε δυσ­κίνητοι στὰ θεάρεστα ἔργα ἀλλὰ πρόθυμοι. Οἱ πνευματικές σας δυνάμεις νὰ εἶναι γε­μάτες ἀφοσίωση καὶ ζέουσες ἀπὸ τὴν πνευματικὴ φλόγα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ μ’ ὅλα αὐτὰ νὰ ὑπηρετεῖτε τὸν Κύριο ὡς ἀφοσιωμένοι δοῦλοι του. Ἡ ἐλπίδα σας στὰ αἰώνια ἀγαθὰ νὰ σᾶς γεμίζει χαρὰ καὶ νὰ σᾶς ἐνισχύει γιὰ νὰ δείχνετε ὑπομονὴ στὶς θλίψεις. Νὰ ἐπι­μένετε στὴν προσευχή, ἀπὸ τὴν ὁ­­­ποία θὰ παίρνετε μεγάλη βοήθεια. Νὰ βοηθᾶ­τε στὶς ἀνάγκες τῶν χριστιανῶν καὶ νὰ ἐπιδιώκετε τὴ φιλοξενία χωρὶς νὰ περιμέ­νετε οἱ ξενιτεμένοι ἀδελφοὶ νὰ σᾶς τὴ ζη­τήσουν. Νὰ εὔχεστε γιὰ ἐκείνους ποὺ σᾶς καταδιώκουν· καὶ ποτὲ νὰ μὴν τοὺς καταριέσθε.

Ὅπως γίνεται ἀντιληπτό, κοινὸ χαρα­­κτη­ριστικὸ ὅλων αὐτῶν τῶν προ­τρο­πῶν τοῦ ἀποστόλου Παύλου εἶ­­­ναι ἡ ἀνυ­πό­κριτη ἀγάπη. Ἀγά­πη ὄχι πλασματικὴ­ ἀλ­λὰ εἰλικρινής. Ἀγά­πη ποὺ δὲν περιο­ρίζεται σὲ ὡραῖα λόγια χω­­ρὶς οὐ­σία. Μιὰ ἀγάπη θερμὴ καὶ διάπυ­ρη, αὐθόρ­μητη καὶ ἐγκάρδια καὶ ὄχι ἀναγκαστική. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀγάπη μας πρέπει νὰ εἶναι τὸ κύριο ἔργο μας. Ὅποια διακονία κι ἂν κάνουμε, ὅταν τὴν κάνουμε μὲ ἀνυπόκρι­τη ἀγάπη, τότε ἐπιδιώκουμε μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις νὰ τὴν κάνουμε ἄρτια· δὲν τὴν ἐπιτελοῦμε πρόχειρα, μὲ χλιαρότητα καὶ ραθυμία, οὔτε δυσκολευόμαστε νὰ θυσιάσουμε τὴν ἄνεση καὶ τὴν ἀνάπαυσή μας. Ὅταν ἔχουμε ἀγά­πη ἀνυπόκριτη, τότε ὅλα γίνονται μὲ πνευ­ματικὴ θερμότητα καὶ ζέση. Μὲ θερμὸ πό­θο πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ. Ἡ θερμότητα τῆς ἀφοσιώσεώς μας αὐτῆς μᾶς προσφέρει ἀσύγκριτη χαρὰ στὴ διακονία μας. Αὐτὴ μᾶς τελειοποιεῖ καὶ μᾶς ἀνοίγει τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου.

(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐμ­βὰς ­η­σοῦς ες πλοῖ­ον δι­ε­πέ­ρα­σεν κα ἦλ­θεν ες τν ­δί­αν πό­λιν. Κα ­δοὺ προ­σέ­φε­ρον αὐ­τῷ πα­ρα­λυ­τι­κὸν ­πὶ κλί­νης βε­βλη­μέ­νον. κα ­δὼν ­η­σοῦς τν πί­στιν αὐ­τῶν εἶ­πεν τ πα­ρα­λυ­τι­κῷ· Θρσει, τέ­κνον· ­φέ­ων­ταί σοι α ­μαρ­τί­αι σου. κα ­δού τι­νες τν γραμ­μα­τέ­ων εἶ­πον ν ­αυ­τοῖς· Οὗ­τος βλα­σφη­μεῖ. κα εἰ­δὼς ­η­σοῦς τς ἐν­θυ­μή­σεις αὐ­τῶν εἶ­πεν· ­να τ ­μεῖς ἐν­θυ­μεῖ­σθε πο­νη­ρὰ ν τας καρ­δί­αις ­μῶν; τ γρ ­στιν εὐ­κο­πώ­τε­ρον, εἰ­πεῖν, ἀφέ­ων­ταί σου α ­μαρ­τί­αι, εἰ­πεῖν, ­γει­ρε κα πε­ρι­πά­τει; ­να δ εἰ­δῆ­τε ­τι ­ξου­σί­αν ­χει υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που ­πὶ τς γς ­φι­­ναι ­μαρ­τί­ας τό­τε λέ­γει τ πα­ρα­λυ­τι­κῷ· ­γερ­θεὶς ­ρόν σου τν κλί­νην κα ­πα­γε ες τν οἶ­κόν σου. κα ­γερ­θεὶς ­πῆλ­θεν ες τν οἶ­κον αὐ­τοῦ. ­δόν­τες δ ο ­χλοι ­θα­­μα­σαν κα ­δό­ξα­σαν τν Θε­ὸν τν δόν­τα ­ξου­σί­αν τοι­α­­την τος ἀν­θρώ­ποις.  

             (Ματθ. θ΄[9] 1 –8)

 

Ε­Ρ­Μ­Η­Ν­Ε­ΙΑ (Π.Ν.Τ­Ρ­Ε­Μ­Π­Ε­ΛΑ)

Ἐκεῖνο τόν καιρό, ­η­σοῦς ἀφοῦ μπῆκε σ' ἕνα πλοῖο, πέρασε στὴν ἀπέναντι ὄχθη τῆς λίμνης, καὶ ἦλθε στὴ δική του πόλη, τὴν Καπερναούμ. Τότε τοῦ ἔφεραν ἕναν παράλυτο, ποὺ τὸν εἶχαν βάλει πάνω σ' ἕνα κρεβάτι. Καὶ καθὼς ὁ Ἰησοῦς εἶδε τὴν πίστη ποὺ εἶχε καὶ ὁ παράλυτος κι ἐκεῖνοι ποὺ τὸν μετέφεραν, εἶπε στὸν παράλυτο, ὁ ὁποῖος ἀνησυχοῦσε καὶ φοβόταν μήπως οἱ ἁμαρτίες του γίνουν ἐμπόδιο στὴ θεραπεία του: Ἔχε θάρρος, παιδί μου· σοῦ ἔχουν συγχωρηθεῖ οἱ ἁμαρτίες σου. Τότε ὅμως μερικοὶ ἀπό τούς γραμματεῖς εἶπαν μέσα τους: Αὐτὸς βλασφημεῖ, διότι σφετερίζεται δικαίωμα ποὺ μόνον ὁ Θεὸς ἔχει. Ὁ Ἰησοῦς τὴν ἴδια στιγμὴ εἶδε στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς τους τὶς σκέψεις τους καὶ εἶπε: Γιατί κάνετε μέσα στὶς καρδιὲς σας σκέψεις πονηρὲς καὶ κακοπροαίρετες; Καὶ εἶναι πράγματι οἱ σκέψεις σας αὐτὲς κακόγνωμες καὶ κακοπροαίρετες, διότι, τί εἶναι εὐκολότερο: νὰ πεῖ κανείς· εἶναι συγχωρημένες οἱ ἁμαρτίες σου, ἢ νά πεῖ, σήκω ὄρθιος καὶ περπάτα; Ἐσεῖς θεωρεῖτε δυσκολότερο αὐτὸ τὸ τελευταῖο. Γιὰ νὰ μάθετε λοιπὸν τώρα ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσσίας, ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ἀνθρωπότητος καὶ ἔνδοξος Κριτὴς τῆς κατὰ τὴ δευτέρα παρουσία του, ἔχει ἐξουσία νά συγχωρεῖ στὴ γῆ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων, τότε λέει στὸν παράλυτο: Σήκω ὄρθιος καὶ πάρε στοὺς ὤμους σου τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου. Καὶ πραγματικὰ ἐκεῖνος σηκώθηκε καὶ πῆγε στὸ σπίτι του. Ὅταν λοιπὸν τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ εἶδαν αὐτὸ ποὺ ἔγινε, θαύμασαν καὶ δόξασαν τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος ἔδωσε διαμέσου τοῦ Χριστοῦ στοὺς ἀνθρώπους τέτοια ἐξουσία, νὰ συγχωροῦνται δηλαδή οί ἁμαρτίες, καί συγχρόνως νά γιατρεύονται μ' ένα λόγο ἀθεράπευτες ἀσθένειες τοῦ σώματος.