Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ Α­Κ­Ο­Λ­Ο­Υ­Θ­Ι­ΕΣ Ι­Ο­Υ­Λ­Ι­ΟΥ

 

ΙΕΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ



Α­Κ­Ο­Λ­Ο­Υ­Θ­Ι­ΕΣ Ι­Ο­Υ­Λ­Ι­ΟΥ

5

Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ

Ε' ΜΑΤ­ΘΑΙ­ΟΥ, Ἀθανασίου τοῦ ἐν Ἄθῳ· Λαμπαδοῦ ὁσίου τοῦ θαυματουργοῦ.

7

ΤΡΙΤΗ

Κυριακῆς Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος, Θωμᾶ τοῦ ἐν Μαλεῷ. Βλασίου ἱερομ. τοῦ ἐν Σκλαβαίνοις καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.

12

Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ

Ϛ' ΜΑΤ­ΘΑΙ­ΟΥ Πρό­κλου κ­αί Ἱ­λα­ρί­ου Μαρ­τύ­ρων, Βε­ρο­νί­κης αἱ­μορ­ρο­ού­σης, Μι­χα­ήλ τ­οῦ Μα­λε­ΐ­νου ὁ­σίου.

Πα­ϊ­σί­ου τ­οῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του ὁ­σί­ου.

19

Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ

Τ­ῶν Ἁ­γί­ων 630 Θε­ο­φό­ρων Πα­τέ­ρων τ­ῆς ἐν Χαλ­κη­δό­νι Δ΄ Ο­ἰκ. Συ­νό­δου (451). Μακρίνης ὁσίας , ἀδελφῆς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου· Δίου ὁσίου τοῦ  θαυματουργοῦ· ἡ ἀνακομιδή τῶν Λειψάνων ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ.

Ἐκ μεταθέσεως Προφήτου Ἠλιοῦ τοῦ Θεσβίτου.

25

ΣΑΒΒΑΤΟΝ

Ἡ Κοί­μη­σις τ­ῆς Ἁ­γί­ας Ἄν­νης μη­τρός τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου.

Ἐκ μεταθέσεως Χριστίνης μεγαλομάρτυρος

26

Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ

Η’ Μ­Α­Τ­Θ­Α­Ι­ΟΥ. Πα­ρα­σκευ­ῆς Ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρος, Ἑρ­μο­λά­ου ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος κ­αί τ­ῶν σ­ύν αὐ­τῷ Ἑρ­μίπ­που κ­αί Ἑρ­μο­κρά­τους ἱερομαρτύρων

27

ΔΕΥΤΕΡΑ

Παν­τε­λε­ή­μο­νος Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος τ­οῦ Ἰ­α­μα­τι­κοῦ.

28

ΤΡΙΤΗ

Εἰ­ρή­νης Ὁ­σί­ας τ­ῆς Χρυ­σο­βα­λάν­του

 

           Ω­Ρ­Α­Ρ­ΙΟ Ι­Ο­Υ­Λ­Ι­ΟΥ

Ε­Σ­Π­Ε­Ρ­Ι­Ν­ΟΣ : 6.00 Μ.Μ.

Ο­Ρ­Θ­Ρ­ΟΣ : 6.30 Π.Μ.

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ  

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 (5 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026)

 


ΕΩΘΙΝΟΝ Ε΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὁ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα΄ καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτὸν θαυμάζων τὸ γεγονός. Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ Ἱερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα Ἐμμαούς΄ καὶ αὐτοὶ ὡμίλουν πρὸς ἀλλήλους περὶ πάντων τῶν συμβεβηκότων τούτων. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν, καί αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς΄ οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς΄ Τίνες οἱ λόγοι οὗτοι οὓς ἀντιβάλλετε πρὸς ἀλλήλους περιπατοῦντες, καὶ ἐστὲ σκυθρωποὶ; Ἀποκριθείς δὲ ὁ εἷς, ᾧ ὄνομα Κλεόπας, εἶπε πρὸς αὐτόν ΄ Σὺ μόνος παροικεῖς ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἔγνως τὰ γενόμενα ἐν αὐτῇ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις; καὶ εἶπεν αὐτοῖς, Ποῖα; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ, Τὰ περὶ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ΄ ὅπως τε παρέδωκαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρῖμα θανάτου, καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν΄ ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν ὅτι αὐτὸς ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ. Ἀλλὰ γε οὖν σὺν πᾶσι τούτοις τρίτην ταύτην ἡμέραν ἄγει σήμερον, ἀφ' οὗ ταῦτα ἐγένετο. ἀλλὰ καὶ γυναῖκές τινες ἐξ ἡμῶν ἐξέστησαν ἡμᾶς, γενόμεναι ὂρθριαι ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ μὴ εὑροῦσαι τὸ σῶμα αὐτοῦ, ἦλθον λέγουσαι καὶ ὀπτασίαν ἀγγέλων ἑωρακέναι, οἳ λέγουσιν αὐτὸν ζῆν. Καὶ ἀπῆλθόν τινες τῶν σὺν ἡμῖν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ εὗρον οὕτω καθὼς καὶ αἱ γυναῖκες εἶπον΄ αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον. Καὶ αὐτὸς εἶπε πρὸς αὐτούς΄ Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ Προφῆται. Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ; Καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν, διηρμήνευεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς Γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ. Καὶ ἤγγισαν εἰς τὴν κώμην οὗ ἐπορεύοντο, καὶ αὐτὸς προσεποιεῖτο ποῤῥωτέρω πορεύεσθαι. Καὶ παρεβιάσαντο αὐτόν , λέγοντες΄ Μεῖνον μεθ' ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστὶ καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα. Καὶ εἰσῆλθε τοῦ μεῖναι σὺν αὐτοῖς. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ' αὐτῶν, λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς. Αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν΄ καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτῶν. Καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους΄ Οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς Γραφάς; Καὶ ἀναστάντες αὐτῇ τῇ ὥρᾳ, ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ εὗρον συνηθροισμένους τοὺς ἕνδεκα καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς, λέγοντας, ὅτι ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως, καὶ ὤφθη Σίμωνι. Καὶ αὐτοὶ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου.

(Λουκ. κδ΄[24]  12 – 35)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Παρόλα αὐτά ὅμως ὁ Πέτρος σηκώθηκε κι ἔτρεξε στό μνημεῖο. Κι ἀφοῦ ἔσκυψε ἀπό τή θύρα, βλέπει μόνο τούς νεκρικούς ἐπιδέσμους νά εἶναι κάτω στό μνημεῖο, χωρίς τό σῶμα. Τότε ἐπέστρεψε στό σπίτι πού ἔμενε γεμάτος ἀπορία κι ἔκπληξη γι’ αὐτό πού εἶχε γίνει. Καί ἰδού, τήν ἴδια ἡμέρα δύο ἀπό τούς μαθητές τοῦ Ἰησοῦ πήγαιναν σέ κάποιο χωριό πού ἀπεῖχε ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ ἑξήντα στάδια, ἕντεκα περίπου χιλιόμετρα. Καί τό χωριό αὐτό ὀνομαζόταν Ἐμμαούς. Αὐτοί μιλοῦσαν μεταξύ τους γιά ὅλα αὐτά πού εἶχαν συμβεῖ· δηλαδή γιά τά περιστατικά τοῦ θανάτου καί τῆς ταφῆς τοῦ Ἰησοῦ, καθώς καί γιά τά ὅσα ἀνήγγειλαν οἱ μυροφόρες στούς μαθητές. Καθώς ὅμως αὐτοί μιλοῦσαν καί συζητοῦσαν, τούς πλησίασε ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς καί προχωροῦσε μαζί τους. Τά μάτια τους ὅμως ἦταν κρατημένα γιά νά μήν τόν ἀναγνωρίσουν. Κι αὐτό συνέβαινε εἴτε διότι ἡ μορφή τοῦ ἀναστημένου Κυρίου εἶχε τήν ὥρα ἐκείνη ἀλλάξει, εἴτε διότι ὁ Θεός μέ ὑπερφυσική δύναμη ἐμπόδιζε τίς αἰσθήσεις τους νά τόν ἀναγνωρίσουν. Καί ὁ Ἰησοῦς τούς ρώτησε: Γιά ποιό ζήτημα συζητᾶτε μεταξύ σας καί ἀνταλλάσσετε τίς σκέψεις σας καθώς περπατᾶτε, καί εἶστε σκυθρωποί; Τότε ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτούς, πού ὀνομαζόταν Κλεόπας, τοῦ ἀποκρίθηκε: Ἐσύ μόνο ἀπ’ τούς ξένους πού ἦλθαν τό Πάσχα νά προσκυνήσουν διαμένεις στήν Ἱερουσαλήμ καί δέν ἔμαθες ὅσα ἔγιναν στήν πόλη αὐτή τίς ἡμέρες αὐτές; Ποιά; τούς ρώτησε. Κι αὐτοί τοῦ ἀπάντησαν: Αὐτά πού ἔγιναν μέ τόν Ἰησοῦ τόν Ναζωραῖο, πού ἦταν προφήτης καί ἀποδείχθηκε δυνατός καί σέ ὑπερφυσικά ἔργα καί σέ διδασκαλία θεόπνευστη καί τέλεια· δυνατός ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί ὅλου τοῦ λαοῦ. Δέν ἔμαθες ἀκόμη καί μέ ποιό τρόπο τόν παρέδωσαν οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ ἄρχοντές μας σέ καταδίκη θανάτου καί τόν σταύρωσαν; Ἐμεῖς ὅμως ἐλπίζαμε ὅτι αὐτός εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ ὁποῖος πρόκειται νά ἐλευθερώσει τόν Ἰσραήλ καί νά ἀποκαταστήσει τό βασίλειό του. Ἀλλά ἡ ἐλπίδα μας αὐτή κλονίστηκε, διότι ἐκτός ἀπό τή σταύρωσή του κι ἀπ’ ὅλα τά ἄλλα πού ἔγιναν, εἶναι ἡ τρίτη ἡμέρα σήμερα ἀπό τότε πού ἔγιναν αὐτά, καί δέν εἴδαμε ἀκόμη τίποτε πού νά στηρίξει τίς ἐλπίδες μας. Ἀλλά καί κάτι ἄλλο πού στό μεταξύ ἔγινε, αὔξησε τήν ἀπορία μας. Μερικές δηλαδή γυναῖκες ἀπό τόν κύκλο μας, τόν κύκλο δηλαδή τῶν πιστῶν μαθητῶν του, μᾶς γέμισαν μέ ἔκπληξη. Διότι πῆγαν πολύ πρωί στό μνημεῖο καί δέν βρῆκαν ἐκεῖ τό σῶμα του. Ἦλθαν λοιπόν καί μᾶς εἶπαν ὅτι εἶδαν καί ὀπτασία ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι τούς ἀνήγγειλαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ζεῖ. Τότε μερικοί ἀπό τούς δικούς μας πῆγαν στό μνημεῖο καί βρῆκαν τά πράγματα ἔτσι ὅπως τά εἶπαν καί οἱ γυναῖκες· δηλαδή βρῆκαν ἀνοιχτό τό μνημεῖο, τόν ἴδιο ὅμως τόν Ἰησοῦ δέν τόν εἶδαν.  Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε στούς δύο μαθητές: Ὤ ἄνθρωποι πού δέν ἔχετε φωτισμένο νοῦ γιά νά κατανοεῖ τίς Γραφές, καί ἡ καρδιά σας εἶναι βραδυκίνητη καί δύσκολη νά πιστέψει σ’ ὅλα ὅσα εἶπαν οἱ προφῆτες! Σύμφωνα μέ τή βουλή καί τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, πού προκήρυξαν οἱ προφῆτες, αὐτά δέν ἔπρεπε νά πάθει ὁ Χριστός καί μέσα ἀπ’ τά παθήματα αὐτά νά εἰσέλθει στή δόξα του; Ἡ δόξα του αὐτή ἄρχισε μέ τήν ἀνάστασή του καί θά τελειωθεῖ μέ τήν ἀνάληψή του. Κι ἀφοῦ ἄρχισε ἀπό τίς προφητεῖες καί τίς προεικονίσεις πού περιέχονται στά βιβλία τοῦ Μωυσῆ, κατόπιν τούς ἀνέφερε ἀπ’ ὅλους τούς προφῆτες τά χωρία πού μιλοῦν γιά τόν Μεσσία. Καί στή συνέχεια τούς ἐξηγοῦσε τίς προφητεῖες πού ἀναφέρονταν στόν ἑαυτό του. Κάποτε πλησίασαν στό χωριό πού σκόπευαν νά πᾶνε οἱ δύο μαθητές. Τότε αὐτός προσποιήθηκε ὅτι θά πήγαινε πιό μακριά. Καί πραγματικά θά τούς ἀποχωριζόταν, ἐάν αὐτοί δέν ἐπέμεναν νά τόν κρατήσουν. Ἀλλά αὐτοί τόν πίεζαν καί τόν παρακαλοῦσαν λέγοντας: Μεῖνε μαζί μας, διότι κοντεύει νά βραδιάσει, καί ἡ ἡμέρα ἔχει προχωρήσει πολύ πρός τή δύση τοῦ ἥλιου. Τότε ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στό χωριό τους κι ἔπειτα στό σπίτι γιά νά μείνει μαζί τους. Καί τότε συνέβη αὐτό: Ὅταν αὐτός ἔγειρε μαζί τους στήν τράπεζα τοῦ φαγητοῦ, ἀφοῦ πῆρε στά χέρια του τόν ἄρτο, τόν εὐλόγησε εὐχαριστώντας τόν Θεό, ὅπως συνήθιζε νά κάνει πρίν ἀπό τό φαγητό, κι ἀφοῦ τόν ἔκοψε σέ κομμάτια, τούς ἔδινε. Ὅταν ὅμως αὐτοί εἶδαν τήν εὐλογία καί τόν τεμαχισμό τοῦ ἄρτου νά γίνεται μέ τόν τρόπο πού συνήθιζε ὁ Διδάσκαλός τους, τότε καί μέ θεϊκή ἐπενέργεια ἄνοιξαν τά μάτια τους καί τόν ἀναγνώρισαν ξεκάθαρα. Ἀλλά τή στιγμή ἐκείνη κι αὐτός ἔγινε ἄφαντος ἀπό μπροστά τους. Εἶπαν τότε ὁ ἕνας στόν ἄλλο: Ἡ καρδιά μας δέν αἰσθανόταν μέσα μας τήν πνευματική φλόγα τοῦ θείου ζήλου καί τῆς ἀγάπης πρός τόν Χριστό καί δέν ζεσταινόταν ἀπό τή θερμότητα τοῦ φωτός τῆς θείας ἀλήθειας, ὅταν μᾶς μιλοῦσε στό δρόμο καί μᾶς ἐξηγοῦσε τίς Γραφές; Πῶς δέν μπορέσαμε λοιπόν νά τόν ἀναγνωρίσουμε ἀμέσως; Κι ἀφοῦ σηκώθηκαν τήν ἴδια αὐτή περασμένη ὥρα, ἐπέστρεψαν στήν Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ βρῆκαν συναθροισμένους τούς ἕνδεκα ἀποστόλους καί τούς ἄλλους πού ἦταν μαζί τους, κι ὅλοι αὐτοί ἔλεγαν ὅτι πραγματικά ἀναστήθηκε ὁ Κύριος καί ἐμφανίσθηκε στό Σίμωνα Πέτρο. Τότε κι αὐτοί οἱ δύο ἄρχισαν νά τούς διηγοῦνται τά ὅσα τούς εἶχαν συμβεῖ στό δρόμο καί πῶς τόν ἀναγνώρισαν ὅταν ἔκοβε σέ κομμάτια τόν ἄρτο.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΑΘΩ)

Ἀδελφοί, ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος. Οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις. Εἰ ζῶμεν πνεύματι, πνεύματι καὶ στοιχῶμεν. Μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες. ᾽Αδελφοί, ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πραότητος· σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς. ᾽Αλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ.              

                     (Γαλ.ε΄[5] 22 – Ϛ[6] ΄2)

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἀδελφοί, ὁ καρπός μως πού παράγει τό γιον Πνεμα μέ τό φωτισμό καί τή χάρη πού χορηγε στίς ψυχές μας, εναι γάπη, χαρά πού προέρχεται πό τήν γαθή συνείδηση, ερήνη πού εναι χώριστη π᾿ ατήν, νοχή καί πλατιά καρδιά στίς δικίες πού μς κάνουν ο λλοι, γαθή διάθεση καί καλοσύνη, εεργετική διάθεση καί συμπεριφορά, πίστη καί ξιοπιστία στά λόγια καί τίς ποσχέσεις μας, πραότητα, γκράτεια σέ τιδήποτε πονηρό. πέναντι στούς νθρώπους πού χουν τίς ρετές ατές δέν σχύει νόμος. Κι σοι νήκουν πραγματικά στόν Χριστό, χουν νεκρώσει τόν σαρκικό νθρωπο μέ τά πάθη καί τίς πιθυμίες του. άν ζομε σύμφωνα μέ τίς μπνεύσεις το γίου Πνεύματος, ς συμπεριφερόμαστε καί σύμφωνα μέ τίς προσταγές το γίου Πνεύματος καί χι κινούμενοι πό λατήρια διοτέλειας καί ματαιοδοξίας. ς μή γινόμαστε ματαιόδοξοι, προκαλώντας νας τόν λλο σέ φιλονικίες καί φθονώντας νας τόν λλο. Σς κάνω προσεκτικούς στή ματαιοδοξία καί τόν φθόνο, διότι ο δυναμίες τν δελφν γίνονται φορμή νά κδηλώνει νας κι λλος τή φιλαρχία του. χι, δελφοί· κι άν πό δυναμία πέσει νας νθρωπος σέ κάποιο μάρτημα, σες πού εστε πνευματικά σχυροί, νά τόν διορθώνετε καί νά τόν παιδαγωγετε μέ πνεμα πραότητος. σύ μάλιστα πού διορθώνεις τόν λλο πρόσεχε τόν αυτό σου μήν πέσεις κι σύ σέ πειρασμό· καί θά συμβε ατό ετε μέ τό νά παρασυρθες στό διο μάρτημα, ετε μέ τό νά κυριευθες πό νυπομονησία ματαιοδοξία καί φιλαρχία, καί γενικότερα πό γωισμό. Γιά νά προστατεύεστε λοιπόν πό τόν κίνδυνο νά πέσετε κι σες, νά πομένετε νας τίς νοχλήσεις το λλου, πού φείλονται στά λαττώματα καί τίς λλείψεις του· κι τσι, μέ τήν πομονετική ατή νοχή, κπληρστε τελείως τόν νόμο το Χριστο, δηλαδή τήν ντολή τς γάπης. νθρωπος πού δέν πομένει μέ γάπη τήν δυναμία το λλου, δέν συναισθάνεται τι χει κι ατός λαττώματα, λλά χει μεγάλη δέα γιά τόν αυτό του. δέα του μως ατή εναι ψεύτικη.

 

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ

1. Ο ΚΑΡΠΟΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ 

πόστολος Παλος στό σημερινό ποστολικό νάγνωσμα μς ποκαλύπτει ποιός εναι πραγματικ πνευματικς νθρωπος: Ατς πο χει στή ζωή του τς ρετς πο τ γιο Πνεμα χαρίζει. Μς λέγει λοιπόν: « καρπς το Πνεύματός στιν γάπη, χαρά, ερήνη, μακροθυμία, χρηστότης, γαθωσύνη, πίστις, πραότης, γκράτεια». καρπς δηλαδ πο παρέχει τό γιο Πνεμα στίς ψυχές μας εναι γάπη, χαρά, ερήνη, μακροθυμία, καλωσύνη, γαθότητα, πίστη, πραότητα, γκράτεια. Γι τος νθρώπους πο χουν τς ρετς ατς δν σχύει νόμος. Διότι σοι νήκουν πραγματικ στν Χριστ χουν νεκρώσει μέσα τους τν σαρκικ νθρωπο μ τ πάθη κα τς πιθυμίες του. Γι᾿ ατ λοιπόν, συνεχίζει, «ε ζμεν Πνεύματι, πνεύματι κα στοιχμεν», ἐὰν ζομε σύμφωνα μ τς μπνεύσεις το γίου Πνεύματος, ς κολουθομε κα τς ντολές Του. 

ΕΙΝΑΙ πραγματικ ξιοπρόσεκτο τι πόστολος Παλος δ δν ναφέρεται σ ννέα καρπος το γίου Πνεύματος λλ σ ναν καρπ μ ννέα ρετές. Διότι ο ννέα ρετς πο παρουσιάζει δν ποτελον ατόνομες διότητες λλ να νιαο σύνολο. Εναι ρετές πού στολίζουν τν νθρωπο πο ζε μέσα στ Χάρη το Παναγίου Πνεύματος. δ μως γεννται να μεγάλο ρώτημα: Ατς τς ρετς δν μπορον ν τς χουν ο νθρωποι πο ζον μακρι π τν Θε κα τν Χάρη το γίου Πνεύματος; Σέ πλήρη βαθμ χι! Διότι νθρωπος, πρν βαπτισθε, εναι να γριόδενδρο πο δν μπορε ν παράγει καρπ παράγει καρπ ρρωστο. Μ τ γιο Βάπτισμα μως μβολιάζεται π τν κκλησία κα γίνεται δένδρο καρποφόρο. Μέσα στη Χάρη το γίου Πνεύματος νθρωπος πλέον μπορε ν λευθερωθε π τ σκλαβι τς μαρτίας κα ν γίνει νθρωπος ρετς, γιος. 

Γιατί μως συμβαίνει ατό; Διότι ληθιν ρετ δν πιτυγχάνεται μ ξωτερικά σχήματα μ τν τυπική τήρηση κάποιων κανόνων, λλ μ τν μεταμόρφωση πο συντελε μέσα μας τ γιο Πνεμα. ταν νθρωπος μπιστευθε τ ζωή του στή ζωογόνο κα νακαινιστική δύναμη το Πνεύματος κα ζε μέσα στ Χάρη τν Μυστηρίων τς κκλησίας μας, τότε νώνεται μ τ γιο Πνεμα, λοκληρώνεται κα νακαινίζεται πνευματικά, ποκτ λες ατές τίς ρετές, γίνεται πνευματικός νθρωπος. Κι σο περισσότερο μετέχει τς Χάριτος το γίου Πνεύματος, τόσο περισσότερο τελειοποιεται· μπορε νά φθάσει στ θέωση

ς κζητομε λοιπν τ γιο Πνεμα στίς προσευχές μας· ν το δώσουμε τ τιμόνι τς ζως μας. Κα ν κάνουμε γνα καθαρότητος κα γνήσιας πνευματικς ζως. Γι ν λθει Βασιλες οράνιος κα ν σκηνώνει στίς ψυχές μας, ν μς χαρίσει τος θησαυρος τν γαθν Του, ν μς κάνει νθρώπους πνευματικούς, γίους. 

2. ΠΩΣ ΔΙΟΡΘΩΝΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ; 

Στη συνέχεια θεος Παλος μς δίνει να πρακτικό παράδειγμα, γι ν συνειδητοποιήσουμε κι μες πόσο πνευματικο νθρωποι εμαστε. Μς λέγει λοιπόν: «ἐὰν κα προληφθ νθρωπος ν τινι παραπτώματι», ἐὰν π δυναμία ποπέσει κανες νθρωπος σέ κάποιο μάρτημα, «μες ο πνευματικο καταρτίζετε τν τοιοτον ν πνεύματι πραότητος», σες ο πνευματικς σχυρο ν τν διορθώνετε κα τν παιδαγωγετε μ πνεμα πραότητος. Παράλληλα μως ν προσέχετε μν παρασυρθτε κι σες σέ πειρασμό. «λλήλων τ βάρη βαστάζετε», ν πομένετε νας τς νοχλήσεις το λλου, πού σς γίνονται π τ λαττώματά του, κα τσι ν φαρμόσετε τελείως τν νόμο το Χριστο, τν ντολ τς γάπης. 

ΔΕΝ ΖΟΥΜΕ σ κοινωνία γγέλων, μς λέγει πόστολος Παλος. Ζομε κα συναναστρεφόμαστε μ νθρώπους τελες, πο σφαλς θ παρουσιάσουν στή ζωή τους διοτροπίες, δυναμίες, παραπτώματα. Σ᾿ ατ λοιπν τ συναναστροφή μας με τέτοιους νθρώπους φαίνεται πόσο πνευματικο νθρωποι εμαστε. Σ᾿ ατς τς δύσκολες στιγμές ποκαλύπτεται πνευματικότητά μας. Διότι μπορε σ λλες στιγμς ν φαινόμαστε ρεμοι, καλωσυνάτοι, ελαβες. μως ατ πο κυρίως ποκαλύπτει τή γνησιότητα τν ρετν μας εναι τ πς ντιδρομε στίς δύσκολες στιγμς στος νθρώπους πο συναναστρεφόμαστε: στ σπίτι, στν ργασία, παντο. Σ᾿ ατς λοιπν τίς δύσκολες ρες θά πρέπει ν ντιμετωπίζουμε τος νθρώπους πού σφάλλουν μ νοχή, καλωσύνη κα γάπη. Ν πομένουμε τίς δυναμίες τους κα ν τος βοηθομε ν διορθωθον, μ πνεμα πραότητος κα γάπης. Κι ν κάποτε χρειασθε ν μιλήσουμε αστηρ κα σταθερά, πάλι μ πνεμα γάπης, πραότητος κα καλωσύνης ν τ κάνουμε. τσι μόνο θ «ναπληρώσουμε τν νόμο το Χριστο», τσι θ φαρμόσουμε σέ τέλειο βαθμ τν ντολ τς γάπης. τσι θ φανε πόσο πνευματικο νθρωποι εμαστε. ς γωνισθομε λοιπόν.

(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ ᾿Ιησοῦ εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι, ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης. Καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν, λέγοντες· Τί ἡμῖν καὶ σοί, ᾿Ιησοῦ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; Ἦν δὲ μακρὰν ἀπ᾿ αὐτῶν ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη. Οἱ δὲ δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν λέγον τες· Εἰ ἐκβάλλεις ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν ἀπελθεῖν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ὑπάγετε. Οἱ δὲ ἐξελθόντες, ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων. Καὶ ἰδοὺ, ὥρμησε πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν. Οἱ δὲ βόσκοντες ἔφυγον· καὶ ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν, ἀπήγγειλαν πάντα καὶ τὰ τῶν δαιμονιζομένων. Καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τῷ ᾿Ιησοῦ· καὶ ἰδόντες αὐτὸν, παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν.  Καὶ ἐμβὰς εἰς πλοῖον, διεπέρασε, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.     

                           (Ματθ. η΄[8] 28 –θ΄[9] 1)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ, ὅταν ὁ Κύριος ἦλθε στὴν ἀπέναντι ὄχθη, στὴ χώρα τῶν Γεργεσηνῶν, τὸν συνάντησαν δύο δαιμονισμένοι ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τὰ μνήματα ποὺ ὑπῆρχαν ἐκεῖ, στὰ ὁποῖα εὐχαριστιοῦνταν νὰ κατοικοῦν. Ἦταν καὶ οἱ δύο ἐπιθετικοὶ καὶ πολὺ ἐπικίνδυνοι· τόσο, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ κανεὶς νὰ περάσει ἀπ᾿ τὸν δρόμο ἐκεῖνο. Καὶ ξαφνικὰ ἀπ᾿ τὸν φόβο τους κραύγασαν δυνατὰ καὶ εἶπαν: Ποιὰ σχέση ὑπάρχει ἀνάμεσα σὲ μᾶς καὶ σὲ σένα, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ; Ἦλθες ἐδῶ πρόωρα, πρὶν ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς παγκόσμιας κρίσεως, γιὰ νᾶ μᾶς βασανίσεις; Στὸ μεταξὺ ὑπῆρχε μακριὰ ἀπ᾿ αὐτοὺς ἕνα κοπάδι μὲ πολλοὺς χοίρους, ποὺ ἔβοσκαν ἐκεῖ. Οἱ δαίμονες τότε ἄρχισαν νὰ τὸν παρακαλοῦν λέγοντας: Ἐὰν πρόκειται νὰ μᾶς βγάλεις ἔξω ἀπὸ ἐδῶ, δῶσ᾿ μας τὴν ἄδεια νὰ φύγουμε καὶ νὰ μποῦμε μέσα στὸ κοπάδι τῶν χοίρων. Κι ἐπειδὴ αὐτοὶ ποὺ ἔτρεφαν τοὺς χοίρους τὸ ἔκαναν αὐτὸ παραβαίνοντας τὸν Μωσαϊκὸ νόμο, ποὺ ἀπαγόρευε ὡς ἀκάθαρτο τὸ χοιρινὸ κρέας, ὁ Κύριος τιμωρώντας τὴν παρανομία τους αὐτὴ εἶπε στοὺς δαίμονες: Πηγαίνετε. Κι αὐτοὶ βγῆκαν ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους καὶ πῆγαν στοὺς χοίρους. Καὶ ξαφνικὰ ὅλο τὸ κοπάδι τῶν χοίρων ὄρμησε μὲ μανία ἀπὸ τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ γκρεμοῦ πρὸς τὰ κάτω, στὴ θάλασσα, καὶ πνίγηκαν στὰ νερὰ τῆς λίμνης. Τότε ἐκεῖνοι ποὺ ἔβοσκαν τοὺς χοίρους ἔφυγαν, κι ἀφοῦ πῆγαν στὴν πόλη, ἀνήγγειλαν ὅλα ὅσα ἔγιναν, καὶ ἰδιαιτέρως τὸ τί συνέβη μὲ τοὺς δαιμονισμένους. Καὶ τότε ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως βγῆκαν γιὰ νὰ συναντήσουν τὸν Ἰησοῦ· κι ὅταν τὸν εἶδαν, τὸν παρακάλεσαν νὰ φύγει ἀπὸ τὰ σύνορά τους, ἀπὸ φόβο μήπως πάθουν καὶ μεγαλύτερα κακά. Καὶ ἀφοῦ μπῆκε σ' ἕνα πλοῖο, πέρασε στὴν ἀπέναντι ὄχθη τῆς λίμνης, καὶ ἦλθε στὴ δική του πόλη, τὴν Καπερναούμ.