Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016

ΙΕΡΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ ΤΟΝ ΜΗΝΑ ΟΚΤΩΒΡΙΟ 2016

ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
1
ΣΑΒΒΑΤΟΝ
Τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου
2
ΚΥΡΙΑΚΗ
Β' Λ­ο­υ­κᾶ.
Ἀ­π­ό­στ. (Β΄ Κ­ορ. δ΄[4] 6 – 15) , Ε­ὐ­α­γγ. (Λ­ο­υκ. Ϛ΄[6]  31 - 36)
Κ­υ­π­ρ­ι­α­ν­οῦ κ­αί Ἰ­ο­υ­σ­τ­ί­ν­ης τ­ῶν Μ­α­ρ­τ­ύ­ρ­ων, Θ­ε­ο­φ­ί­λου ὁ­σ­ί­ου κ­αὶ Π­ά­ν­τ­ων τ­ῶν ἐν τῇ Ν­ή­σῳ Κ­ύ­π­ρῳ δ­ι­αλ­α­μ­ψ­ά­ντων Ἁ­γ­ί­ων
9
ΚΥΡΙΑΚΗ
Γ' Λ­ο­υ­κᾶ.
Ἀ­π­ό­στ. (Β΄ Κ­ορ. Ϛ΄[6] 1 – 10) , Ε­ὐ­α­γγ. (Λ­ο­υκ. η΄[8]  26 - 39)
Ἰ­α­κ­ώ­β­ου ἀ­π­ο­στ., υ­ἱ­οῦ τ­οῦ Ἀ­λ­φ­α­ί­ου. Ὁ­σ­ί­ων Ἀ­ν­δ­ρ­ο­ν­ί­κου κ­αὶ Ἀ­θ­α­ν­α­σ­ί­ας, Ἀ­β­ρ­α­ὰμ τ­οῦ δ­ικ. κ­αὶ Λ­ὼτ τοῦ ἀ­ν­ε­ψ­ι­οῦ αὐ­τ­οῦ
11
ΤΡΙΤΗ
Φι­λίπ­που Ἀ­πο­στό­λου, ἑ­νὸς τῶν 7 Δι­α­κό­νων, Ζη­να­ϊ­δος καὶ Φι­λο­νίλ­λης τῶν αὐ­τα­δέλ­φων μαρ­τ., Ἰ­ω­νᾶ τοῦ ἐν Περ­γά­μῳ
16
ΚΥΡΙΑΚΗ
Δ' Λ­ο­υ­κᾶ. Τ­ῶν Ἁγ. Π­α­τ­έ­ρ­ων Ζ' Οἰκ. Σ­υ­ν­ό­δ­ου.
Ἀ­π­ό­στ. (Τίτ. γ΄[3] 8 – 15) , Ε­ὐ­α­γγ. (Λ­ο­υκ. η΄[8]  5 - 15)
Λ­ο­γ­γ­ί­ν­ου ἑ­κ­α­τ­ο­ν­τ­ά­ρ­χ­ου κ­αὶ τ­ῶν σ­υ­ν­α­ν­α­ι­ρ­ε­θ­έ­ντων αὐ­τῷ δ­ύο μ­α­ρ­τ­ύ­ρ­ων
18
ΤΡΙΤΗ
Ἀ­πο­στό­λου Λου­κᾶ τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ, Μαρίνου Γέροντος
20
ΠΕΜΠΤΗ
Ἀρ­τε­μί­ου με­γα­λο­μάρ­τ., Γε­ρα­σί­μου τοῦ ἐν Κε­φαλ­λη­νί­ᾳ, Μα­τρώ­νης Χι­ο­πο­λί­τι­δος
23
ΚΥΡΙΑΚΗ
Στ΄ Λ­ο­υ­κᾶ
Ἀ­π­ό­στ. (Γ­αλ. α΄[1] 11 – 19), Ε­ὐ­α­γγ.  (Λ­ο­υκ. η΄[8] 26 - 39),
Ἀ­π­ο­σ­τ­ό­λ­ου Ἰ­α­κ­ώ­β­ου τ­οῦ Ἀ­δ­ε­λ­φ­ο­θ­έ­ου, Ἰ­γ­ν­α­τ­ί­ου Πα­τ­ρ­ι­ά­ρ­χ­ου Κ­ω­ν­σ­τ­α­ν­τ­ι­ν­ο­υ­π­ό­λ­ε­ως, Μ­α­κ­α­ρ­ί­ου τοῦ ᾿Ρω­μ­α­ί­ου ὁσ.
26
ΤΕΤΑΡΤΗ
Δη­μη­τρί­ου Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος τοῦ Μυ­ρο­βλύ­του
29
ΣΑΒΒΑΤΟΝ
᾿Α­να­στα­σί­ας τῆς Ρω­μα­ί­ας, ὁ­σι­ο­παρ­θε­νο­μάρ­τυ­ρος, Ἀβραμίου ὁσίου, Σάββα Στρατηλάτου μάρτυρος
30
ΚΥΡΙΑΚΗ
Ε΄ Λ­ο­υ­κᾶ
Ἀ­π­ό­στ. (Β΄ Κ­ορ. ια΄[11] 21 – ιβ΄[12] 9) , Ε­ὐ­α­γγ. (Λ­ο­υκ. ιϚ΄[16]  19 - 31)
Ζ­η­ν­ο­β­ί­ου κ­αί Ζ­η­ν­ο­β­ί­ας τ­ῶν α­ὐ­τ­α­δ­έ­λ­φ­ων μ­α­ρτ., Κλε­ό­πα κ­αὶ Ἀ­ρ­τ­ε­μᾶ Ἀ­π­ο­σ­τ­ό­λ­ων, Μ­α­ρ­κ­ι­α­ν­οῦ Ἐ­πι­σ­κ­ό­π­ου Σ­υ­ρα­κ­ο­ύ­σ­ης Ἱ­ε­ρ­ομ., ὁ­σ­ί­ου Θ­ε­ρ­ά­π­ο­ντος τ­οῦ ἐν Λυ­θ­ρ­ο­δ­ό­ν­τᾳ
ΩΡΑΡΙΟ
ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ : 5.30 Μ.Μ.
ΟΡΘΡΟΣ  : 6.45 Π.Μ.

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΛΟΥΚΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΛΟΥΚΑ
(2 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2016)

Ο Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΟΣ (Ι­Ε΄ Ε­ΠΙ­ΣΤΟ­ΛΩΝ)
Ἀ­δελ­φοί, ὁ Θε­ὸς ὁ εἰ­πών͵ ἐκ σκό­τους φῶς λάμ­ψαι͵ ὃ ἔ­λαμ­ψεν ἐν ταῖς καρ­δί­αις ἡ­μῶν πρὸς φω­τι­σμὸν τῆς γνώ­σε­ως τῆς δό­ξης τοῦ Θε­οῦ ἐν προ­σώ­πῳ Χρι­στοῦ. Ἔ­χο­μεν δὲ τὸν θη­σαυ­ρὸν τοῦ­τον ἐν ὀ­στρα­κί­νοις σκε­ύ­ε­σιν͵ ἵ­να ἡ ὑ­περ­βο­λὴ τῆς δυ­νά­με­ως ᾖ τοῦ Θε­οῦ καὶ μὴ ἐξ ἡ­μῶν· ἐν παν­τὶ θλι­βό­με­νοι ἀλλ΄ οὐ στε­νο­χω­ρο­ύ­με­νοι͵ ἀ­πο­ρο­ύ­με­νοι ἀλλ΄ οὐκ ἐ­ξα­πο­ρο­ύ­με­νοι͵ δι­ω­κό­με­νοι ἀλλ΄ οὐκ ἐγ­κα­τα­λει­πό­με­νοι͵ κα­τα­βαλ­λό­με­νοι ἀλλ΄ οὐκ ἀ­πολ­λύ­με­νοι͵ πάν­το­τε τὴν νέ­κρω­σιν τοῦ Ἰ­η­σοῦ ἐν τῷ σώ­μα­τι πε­ρι­φέ­ρον­τες͵ ἵ­να καὶ ἡ ζω­ὴ τοῦ Ἰ­η­σοῦ ἐν τῷ σώ­μα­τι ἡ­μῶν φα­νε­ρω­θῇ. Ἀ­εὶ γὰρ ἡ­μεῖς οἱ ζῶν­τες εἰς θά­να­τον πα­ρα­δι­δό­με­θα διὰ Ἰ­η­σοῦν͵ ἵ­να καὶ ἡ ζω­ὴ τοῦ Ἰ­η­σοῦ φα­νε­ρω­θῇ ἐν τῇ θνη­τῇ σαρ­κὶ ἡ­μῶν. Ὥ­στε ὁ μέν θά­να­τος ἐν ἡ­μῖν ἐ­νερ­γεῖ­ται͵ ἡ δὲ ζω­ὴ ἐν ὑ­μῖν. Ἔ­χον­τες δὲ τὸ αὐ­τὸ πνεῦ­μα τῆς πί­στε­ως͵ κα­τὰ τὸ γε­γραμ­μέ­νον͵ ἐ­πί­στευ­σα͵ διὸ ἐ­λά­λη­σα͵ καὶ ἡ­μεῖς πι­στε­ύ­ο­μεν͵ διὸ καὶ λα­λοῦ­μεν͵ εἰ­δό­τες ὅ­τι ὁ ἐ­γε­ί­ρας τὸν Κύ­ριον Ἰ­η­σοῦν καὶ ἡ­μᾶς σὺν Ἰ­η­σοῦ ἐ­γε­ρεῖ καὶ πα­ρα­στή­σει σὺν ὑ­μῖν. Τὰ γὰρ πάν­τα δι΄ ὑ­μᾶς͵ ἵ­να ἡ χά­ρις πλε­ο­νά­σα­σα διὰ τῶν πλει­ό­νων τὴν εὐ­χα­ρι­στί­αν πε­ρισ­σε­ύ­σῃ εἰς τὴν δό­ξαν τοῦ Θε­οῦ.         
                (Β΄ Κο­ρινθ. δ΄[4]6-15)

1. Ο κρυμμένος θησαυρΟς
Στὴν περικοπὴ αὐτὴ ἀπὸ τὴν Β´ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὁμιλεῖ γιὰ τὸν ἀνεκτίμητο θησαυρὸ ποὺ κατέχουν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ κατ᾿ ἐπέκτασιν, ὅλοι οἱ πιστοί. Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ θησαυρός; Εἶναι τὸ ὅτι μὲ τὸν φωτισμὸ τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ ἀναγνωρίσαμε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός, καὶ στὸ Πρόσωπό Του λάμπει ἡ θεϊκὴ δόξα. Καὶ τὸ θαυμαστὸ εἶναι, γράφει ὁ ἅγιος Ἀπόστολος, ὅτι «ἔχομεν τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν». Δηλαδή, ἔχουμε τὸν θησαυρὸ τῆς πίστεως στὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἡ φωτιστικὴ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μᾶς ἀπεκάλυψε, μέσα στὰ σώματά μας, τὰ ἀδύναμα σὰν πήλινα εὔθραυστα δοχεῖα. Δῶρο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ εἶναι αὐτὴ ἡ σωτήρια γνώση. Ὁ Θεὸς λάμπει τὸν φωτισμό Του στὶς καρδιές μας καὶ μᾶς ἀποκαλύπτει τὴ θεϊκὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ μας.
Ἡ καρδιά μας πλημμυρίζει ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὴ ἡ χάρις, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, μᾶς συνοδεύει «ἀνεκφοιτήτως», δηλαδὴ μονίμως, καὶ συνεχίζει νὰ ὑπάρχει καὶ στὶς ψυχὲς καὶ στὰ σώματά μας καὶ μάλιστα τῶν ἁγίων ἀκόμη καὶ μετὰ τὸν θάνατό τους. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς τὰ ἅγια Λείψανα εὐωδιάζουν ἢ ἄλλοτε μυροβλύζουν. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὰ ἱερὰ Λείψανα καὶ τὰ διαφυλάττει ὡς πολύτιμο θησαυρὸ γιὰ νὰ τὰ ἀσπάζονται οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ καὶ νὰ λαμβάνουν χάρη, δύναμη καὶ ἁγιασμό.
2. Η θαρραλέα Ομολογία
Ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ σημεῖα τῆς ζωῆς τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ἦταν τὸ θάρρος ποὺ εἶχαν νὰ κηρύττουν τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου καὶ νὰ ὁμολογοῦν τὸν Χριστὸ ὡς Σωτήρα καὶ Λυτρωτή. Τὸ ἐπισημαίνει καὶ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἔχοντες τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν», γράφει. Ἐπειδὴ ἔχουμε τὸ ἴδιο Ἅγιον Πνεῦμα ποὺ μᾶς στηρίζει στὴν πίστη, ὅπως παλιοτέρα τὸ εἶχε καὶ ὁ Δαβίδ, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔγραψε «ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα», ἔτσι κι ἐμεῖς πιστεύουμε, καὶ γι᾿ αὐτὸ θαρραλέα ὁμολογοῦμε καὶ κηρύττουμε τὸν λόγο τῆς πίστεώς μας.
Πράγματι κάνει ἐντύπωση ἡ δυνατὴ πίστη καὶ ἡ θαρραλέα ὁμολογία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι δὲν δίσταζαν νὰ ὁμιλοῦν μπροστὰ στοὺς Ἰουδαίους ἄρχοντες ἀλλὰ καὶ σὲ φανατικοὺς εἰδωλολάτρες, καὶ μάλιστα παρὰ τὶς κακουχίες, τοὺς κινδύνους καὶ τὶς διώξεις ποὺ ἀντιμετώπιζαν.
Καθὼς βλέπουμε τὴν τεράστια ἄγνοια καὶ τὴ φοβερὴ σύγχυση ποὺ ἐπικρατεῖ στὸν σύγχρονο κόσμο, ἀντιλαμβανόμαστε τὴν ἀνάγκη γιὰ δυναμικὴ καὶ ξεκάθαρη μαρτυρία ὀρθῆς πίστεως καὶ ζωῆς. Ἂς μὴ δειλιάζουμε λοιπόν, κι ἂς μὴ φοβόμαστε τὶς τυχὸν εἰρωνεῖες ἢ ἀντιδράσεις. Τὸ ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ ἐνέπνεε τὸν προφήτη Δαβίδ, τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ κάθε Ἅγιο, θὰ κινεῖ, θὰ ἐμπνέει καὶ θὰ φωτίζει καὶ τὴ δική μας ψυχὴ γιὰ νὰ ὁμολογοῦμε τὴν πίστη μας «ἔργῳ καὶ λόγῳ»!
3. ΕΥγνώμονες ψυχΕς
Κάθε εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας ὀφείλουμε νὰ τὴν δεχόμαστε μὲ δοξολογητικὴ διάθεση καὶ ὁλοκάρδια εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν ἅγιο Θεό. Αὐτὸ ἐπισημαίνει κι ὁ ἅγιος Ἀπόστολος, ὁ ὁποῖος λέει ὅτι γι᾿ αὐτὸ ἀφηγεῖται στοὺς χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου ἀπὸ πόσους κινδύνους ἔσωσε ὁ Θεὸς καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους, γιὰ νὰ δοξάσουν περισσότεροι τὸν Θεό· «ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ»· δηλαδή, ἡ εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ νὰ γίνει εὐεργεσία καὶ χάρη ὅλων τῶν χριστιανῶν. Ἔτσι ἡ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεὸ θὰ πλεονάζει καὶ θὰ περισσεύει, γιὰ νὰ δοξάζεται τὸ ὄνομά Του.
Εἶναι πολὺ σημαντικὸ νὰ μὴ λησμονοῦμε τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ. Νὰ τὶς ἀναφέρουμε μὲ εὐγνωμοσύνη στὴν προσευχή μας ἀλλὰ καὶ νὰ τὶς μοιραζόμαστε μὲ τοὺς ἀδελφούς μας γιὰ νὰ ἀπευθύνεται ἀπὸ ὅλους θερμὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν πανάγαθο Θεὸ καὶ νὰ δοξάζεται τὸ τρισάγιο ὄνομά Του.
(Πε­ρι­ο­δι­κὸ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ Κύριος. κα­θὼς θέ­λε­τε ἵ­να ποι­ῶ­σιν ὑ­μῖν οἱ ἄν­θρω­ποι, καὶ ὑ­μεῖς ποι­εῖ­τε αὐ­τοῖς ὁ­μο­ί­ως. καὶ εἰ ἀ­γα­πᾶ­τε τοὺς ἀ­γα­πῶν­τας ὑ­μᾶς, πο­ί­α ὑ­μῖν χά­ρις ἐ­στί; καὶ γὰρ οἱ ἁ­μαρ­τω­λοὶ τοὺς ἀ­γα­πῶν­τας αὐ­τοὺς ἀ­γα­πῶ­σι. καὶ ἐ­ὰν ἀ­γα­θο­ποι­ῆ­τε τοὺς ἀ­γα­θο­ποι­οῦν­τας ὑ­μᾶς, πο­ί­α ὑ­μῖν χά­ρις ἐ­στί; καὶ γὰρ οἱ ἁ­μαρ­τω­λοὶ τὸ αὐ­τὸ ποι­οῦ­σι. καὶ ἐ­ὰν δα­νε­ί­ζη­τε πα­ρ' ὧν ἐλ­πί­ζε­τε ἀ­πο­λα­βεῖν, πο­ί­α ὑ­μῖν χά­ρις ἐ­στί; καὶ γὰρ ἁ­μαρ­τω­λοὶ ἁ­μαρ­τω­λοῖς δα­νε­ί­ζου­σιν ἵ­να ἀ­πο­λά­βω­σι τὰ ἴ­σα. πλὴν ἀ­γα­πᾶ­τε τοὺς ἐ­χθροὺς ὑ­μῶν καὶ ἀ­γα­θο­ποι­εῖ­τε καὶ δα­νε­ί­ζε­τε μη­δὲν ἀ­πελ­πί­ζον­τες, καὶ ἔ­σται ὁ μι­σθὸς ὑ­μῶν πο­λύς, καὶ ἔ­σε­σθε υἱ­οὶ ὑ­ψί­στου, ὅ­τι αὐ­τὸς χρη­στός ἐ­στιν ἐ­πὶ τοὺς ἀ­χα­ρί­στους καὶ πο­νη­ρο­ύς. Γίνεσθε οὖν οἰ­κτίρ­μο­νες κα­θὼς καὶ ὁ πα­τὴρ ὑ­μῶν οἰ­κτίρ­μων ἐ­στί.
                                         (Λουκ. Στ΄ [6] 31 – 36)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Εἶπεν ὁ Κύριος, ὅ­πως θέ­λε­τε νὰ σᾶς συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται καὶ νὰ σᾶς κά­νουν οἱ ἄν­θρω­ποι, ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σθε κι ἐσεῖς σ' αὐ­τοὺς καὶ νὰ τοὺς κά­νε­τε τὰ ἴ­δια. Δι­ό­τι ἐ­ὰν ἀ­γα­πᾶ­τε μό­νον ἐ­κεί­νους πού σᾶς ἀ­γα­ποῦν, ποι­ὰ εὔ­νοι­α καὶ ποι­ὰ ἀ­μοι­βὴ σᾶς ἀ­νή­κει ἀ­πὸ τὸν Θε­ό; Κα­μί­α. Δι­ό­τι καὶ οἱ ἁ­μαρ­τω­λοὶ ἀ­γα­ποῦν ἐ­κεί­νους πού τοὺς ἀ­γα­ποῦν. Κι ἂν κά­νε­τε τὸ κα­λὸ σ' ἐ­κεί­νους ποῦ σᾶς εὐ­ερ­γε­τοῦν, ποι­ὰ εὔ­νοι­α καὶ χά­ρη καὶ ἀν­τα­μοι­βὴ σᾶς ἀ­νή­κει ἀ­πὸ τὸν Θε­ό; Κα­μί­α. Δι­ό­τι καὶ οἱ ἁ­μαρ­τω­λοὶ τὸ ἴ­διο κά­νουν. Κι ἂν δα­νεί­ζε­τε σ' ἐ­κεί­νους ἀ­πό τους ὁ­ποί­ους ἐλ­πί­ζε­τε νὰ πά­ρε­τε πί­σω αὐ­τὰ πού δα­νεί­σα­τε, ποι­ὰ χά­ρη καὶ ἀν­τα­πό­δο­ση ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ σᾶς ἀ­νή­κει; Κα­μί­α. Δι­ό­τι καὶ οἱ ἁ­μαρ­τω­λοὶ δα­νεί­ζουν σὲ ἄλ­λους ἁ­μαρ­τω­λοὺς γιὰ νὰ πά­ρουν πί­σω ὁ­λό­κλη­ρο τὸ πο­σὸ πού δά­νει­σαν ἢ καὶ σὲ ὥ­ρα ἀ­νάγ­κης νὰ πά­ρουν κι αὐ­τοὶ ἴ­σα ὀ­φέ­λη καὶ δά­νεια ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους στοὺς ὁ­ποί­ους δά­νει­σαν. Ἐ­σεῖς ὅ­μως νὰ ἀ­γα­πᾶ­τε τοὺς ἐ­χθρούς σας καί νά τοὺς εὐ­ερ­γε­τεῖ­τε καὶ νὰ τοὺς δα­νεί­ζε­τε χω­ρὶς νὰ ἐλπίζετε σέ κα­μί­α ἀν­τα­πό­δο­ση ἀ­π' αὐ­τούς. Καὶ θὰ εἶναι πολύς ὁ μι­σθός σας καὶ με­γά­λη ἡ ἀν­τα­μοι­βή σας ἀ­πὸ τόν Θε­ό. Καὶ θὰ εἶ­στε στὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν κα­τὰ χάριν παιδιά τοῦ ὑψίστου Θε­οῦ, μὲ τὸν ὁποῖο θά μοιάζετε πνευ­μα­τι­κῶς. Δι­ό­τι κι αὐ­τὸς εἶ­ναι εὐ­ερ­γε­τι­κὸς καὶ ὠφέλιμος στοὺς ἀν­θρώ­πους πού δεί­χνουν ἀ­χα­ρι­στί­α στίς τό­σες εὐ­ερ­γε­σί­ες του καὶ πού δὲν ἔ­χουν κα­λὴ διάθεση καὶ προ­αί­ρε­ση ἀλλά εἶ­ναι πο­νη­ροί. Νὰ γί­νε­στε λοι­πὸν σπλα­χνι­κοὶ πρὸς τὸν συ­νάνθρωπό σας καὶ συμ­πο­νε­τι­κοὶ στὶς δυ­στυ­χί­ες του καὶ στίς ἀ­νάγ­κες του, ὅ­πως καὶ ὁ οὐ­ρά­νιος Πα­τέ­ρας σας εἶναι σπλα­χνι­κὸς σὲ ὅ­λους.


Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΟΜΙΛΙΑ

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις Πάφου καὶ ὁ Ἱερὸς Ναὸς Ἀποστόλων Παύλου καὶ Βαρνάβα
σᾶς προσκαλοῦν στὴν Ὁμιλία,
ποὺ θὰ γίνει στὴν Αἴθουσα τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου Ἀποστόλου Παύλου
σήμερα, Τρίτη 27η Σεπτεμβρίου 2016
στὶς 7.00 τὸ ἀπόγευμα.
Ὁμιλητής:
Ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης
Κος Ἀπόστολος Τσολάκης   
Ἱεροκήρυκας, Θεολόγος καὶ Φιλόλογος  

Θέμα: «Εἴμαστε πνευματικοὶ ἄνθρωποι;»

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΕΙΑΣ ΑΥΤΟΥ


20 Σεπτεμβρίου

Ἁγίου Μάρτυρος Εὐσταθίου

 


Εὐστάθιον βοῦς παγγενῆ χαλκοῦς φλέγει,
Καὶ παγγενῆ σὺ τοῦ Θεοῦ σῴζεις Λόγε.
Εἰκάδι Εὐστάθιος γενεῇ ἅμα βοῒ καύθη.
.

 

Ὁ καλλίνικος Μεγαλομάρτυρας Εὐστάθιος ἦταν Στρατηλάτης στὴν Ρώμη τὴν ἐποχὴ τοῦ Τραϊανοῦ τὸ 98 μ.Χ. Ἦταν ὀνομαστὸς καὶ ἐπιφανὴς γιὰ τὶς νίκες του στοὺς πολέμους καὶ γιὰ τὰ ἔξοχα καὶ μεγάλα ἀνδραγαθήματά του.

Κατάγονταν ἀπὸ εὐγενεῖς γονεῖς ἀρκετὰ πλούσιους. Πρὶν βαπτισθεῖ χριστιανὸς ὀνομαζόταν Πλακίδας. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς στρατιωτικὲς ἀρετές ποὺ τὸν διέκριναν, ἦταν ἐγκρατής, σώφρων, φιλοδίκαιος, ἐλεήμων καὶ γενικὰ ἐνάρετος.

Εἶχε δύο ἄρρενα τέκνα, τὰ ὁποῖα σ᾿ ὅλα ἔμοιαζαν μ᾿ αὐτὸν καὶ στὰ σωματικὰ καὶ στὰ πνευματικὰ χαρίσματα. Ἡ σύζυγός του ἐνάρετη καὶ αὐτὴ ὀνομαζόταν Τατιανή. Στὸν καιρὸ τῆς εἰρήνης γιὰ νὰ μὴ συνηθίζει ὁ στρατὸς στὴν ἀνανδρεία καὶ ὀκνηρία, ἐγύμναζε τοὺς στρατιῶτες στὸ κυνήγι διαφόρων ζώων.

Μία μέρα ποὺ εἶχε βγεῖ γιὰ κυνήγι μὲ τοὺς στρατιῶτες του καὶ κυνηγοῦσε ἀπεγνωσμένα νὰ πιάσει μία ἐλαφίνα, βλέπει ὅτι στὸ μέσο τῶν κεράτων της ὑπῆρχε λαμπρὸς σταυρὸς μὲ τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ σταυρωμένο.

Ἄκουσε τὸτε μιὰ φωνὴ νὰ λέει: «Διατί, ὦ Πλακίδα, μὲ διώκεις; Ἐγὼ εἶμαι ὁ Χριστός, τὸν ὁποῖον δὲν ἠξεύρεις καὶ τιμᾶς μὲ τὰ ἔργα, σου καὶ διὰ σὲ ἐφάνηκα ἐπάνω εἰς τοῦτο τὸ ζῶον». Ὁ Ἅγιος μόλις ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπο κατὰ γῆς καὶ εἶπε: «Πιστεύω, Κύριε, ὅτι ἐσὺ εἶσαι ὁ κτίστης καὶ δημιουργὸς τοῦ κόσμου, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς καὶ κανεὶς ἄλλος». Ὁ Κύριος λέει τότε σ᾿ αὐτόν: «Ἐὰν πιστεύεις σὲ μένα, πήγαινε νὰ βρεῖς τὸν ἀρχιερέα τῆς πατρίδας σου νὰ σὲ βαπτίσει καθὼς βαπτίζει καὶ τοὺς ἄλλους χριστιανοὺς».

Ὅταν ὁ Κύριος εἶπε αὐτά, ἡ ἐλαφίνα ἐξαφανίσθηκε καὶ ὁ Ἅγιος ἔφιππος ἐπέστρεψε στοὺς στρατιῶτες του. Τὸ ἀπόγευμα, ἀφοῦ δείπνησε μὲ τὴ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά του, τοὺς ἐξιστόρησε τὸ γεγονὸς καὶ ἔτσι ὅλη ἡ οἰκογένεια μετὰ ἀπὸ συζήτηση μέχρι ἀργὰ τὰ μεσάνυκτα ἀπεφάσισε νὰ βαπτισθεῖ.

Καὶ ὁ μὲν Πλακίδας ὀνομάστηκε Εὐστάθιος, ἡ δὲ γυναίκα του Τατιανὴ (ὀνομάστηκε) Θεοπίστη, καὶ τὰ παιδιὰ (ὀνομάστηκαν) Ἀγάπιος καὶ Θεόπιστος. Λίγες μέρες μετὰ τὴν ὀπτασία καὶ τὶς βαπτίσεις πεθαίνουν ἀπὸ λοιμὸ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῆς οἰκίας του.

Τότε κατάλαβε ὅτι ἡ ἀπώλεια αὐτὴ ἦταν μία ἀπὸ τὶς δοκιμασίες τοῦ Θεοῦ. Ἔπειτα ἔπεσε ἀρρώστεια στὰ ζῶα του, τὰ ὁποῖα ψόφησαν. Μία μέρα εἶχε πάει ἐκδρομὴ μὲ τὴν οἰκογένειά του καὶ ὅσο ἔλειπε, οἱ κλέφτες, ποὺ γνώριζαν ὅτι τὸ σπίτι ἦταν ἔρημο, μπῆκαν μέσα καὶ τοῦ πῆραν ὅλα τὰ πράγματα, ἔτσι ὥστε ἔμειναν μόνο μὲ τὰ ροῦχα, κι ἐνῶ πρωτύτερα ἦταν εὐκατάστατοι, κατόπιν αὐτῶν ἔγιναν οἱ πλέον φτωχοὶ καὶ ἀξιοδάκρυτοι.

Οἱ εἰδωλολάτρες στὴ Ρώμη ἔτυχε ἐκεῖνες τὶς μέρες νὰ ἔχουν μεγάλη πανήγυρη, ἀπὸ τὴν ὁποία οὔτε ὁ αὐτοκράτορας, οὔτε ὁ ἀρχιστράτηγος ἔπρεπε νὰ λείπουν. Ζήτησαν τότε παντοῦ τὸν Ἅγιο, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν βροῦν.

Μετά τὴν ἑορτὴ λέγει ἡ Θεοπίστη στὸν ἄνδρα της: «Τί καθόμαστε ἐδῶ σ᾿ αὐτὸν τὸν τόπον καὶ εἴμαστε ὄνειδος ὅλου τοῦ κόσμου; Νὰ φύγουμε, νὰ πᾶμε σ᾿ ἄλλο τόπο, ὅπου δὲν μᾶς γνωρίζουν». Ὁ Ἅγιος τὴν ρώτησε ποῦ νόμιζε ὅτι εἶνα καλὸ νὰ πᾶνε, κι᾿ ἐκείνη ἀπεκρίθη ὅτι «κατάλληλον τόπο νομίζω τὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου οἱ Χριστιανοὶ λένε ὅτι ὑπάρχει ὁ τάφος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ὁ Ἅγιος συγκατένευσε σ᾿ αὐτὸ καὶ μέσα στὴ νύχτα ἀνεχώρησαν γιὰ τὴν Αἴγυπτο. Στὴ διαδρομή ὁ πλοίαρχος ποὺ τοὺς μετέφερε, ρίχνει τὸν Ἅγιο στὴ θάλασσα καὶ κρατάει τὴν πανέμορφη γυναίκα του.

Ὁ Ἅγιος σώθηκε καὶ ἔφθασε σὲ κάποια πόλη ὅπου ἔμεινε καὶ ἐργάζονταν μὲ ἡμερομίσθιο, ἄλλοτε σκάβοντας τὴ γῆ καὶ ἄλλοτε θερίζοντας. Μετά ἀπὸ ἕνα χρόνο διορίστηκε ἀμπελοφύλακας και σ᾿ αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα ἔμεινε 15 ἔτη. Ὁ Πανάγαθος ὅμως Θεὁς δὲν ξέχασε τὸν δοῦλο του: Ἔμαθε ὅτι ἡ σύζυγός του Θεοπίστη, ἔμεινε ἀβλαβὴς ἀπὸ τὶς αἰσχρὲς ἐπιθυμίες τοῦ πλοιάρχου, γιατὶ μετὰ τὴν ἀπαγωγὴ πέθανε, καὶ τὰ δύο του παιδιά εἶχαν σωθεί ἀπὸ βοσκοὺς καὶ γεωργούς.

Ἡ πόλη, στὴν ὁποία βρισκόταν ἡ Θεοπίστη ἐπαναστάτησε κατά τῶν Ρωμαίων καὶ ὁ Τραϊανός, γιὰ νὰ καταδαμάσει τοὺς ἀποστάτες θυμήθηκε τὶς ἀνδραγαθίες τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου, ἀλλά δὲν μποροῦσε νὰ μάθει ποῦ βρισκόταν· οἱ δὲ στρατιῶτες τοῦ ἔλεγαν ὅτι «χωρίς τὸν ἀρχιστράτηγό μας Πλακίδα στὸν πόλεμο δὲν πηγαίνουμε».

Τότε ὁ Τραϊανός ἔστειλε ἀπό δύο ἀνθρώπους του σ' ὅλες τὶς πόλεις καὶ τὰ φρούρια πρὸς ἀναζήτηση καὶ ἀνεύρεσή του. Ἀπὸ αὐτούς δύο ἦταν στρατιωτικοὶ φίλοι τοῦ Ἁγίου, ὁ Ἀντίοχος καὶ ὁ Ἀκάκιος. Ἀφοῦ γύρισαν διάφορους τόπους ἔφθασαν στὴν πόλη, ὅπου βρισκόταν ὁ Ἅγιος·

Ἐπειδὴ ὅμως ἦταν ἁπλοϊκὰ ντυμένος καὶ ἡ ὄψη του ἀπὸ τὶς ταλαιπωρίες εἶχε μεταβληθεῖ, δὲν τὸν γνώρισαν. Ὁ Ἅγιος τοὺς φιλοξένησε καὶ τοὺς ὑπηρέτησε φιλοφρόνως, συλλογιζόμενος τὴν προτέρα κατάσταση μὴν μπορώντας νὰ κρατήσει τὰ δάκρυά του. Μετὰ ἀπὸ λίγο οἱ φίλοι του ἄρχισαν νὰ τὸν ἀναγνωρίζουν καὶ στὸ τέλος τοὺς ἀπεκάλυψε μὲ παρρησία ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ στρατηγὸς ποὺ ζητοῦσαν.

Ἀφοῦ τοῦ παρουσίασαν τὴν αὐτοκρατορικὴ διαταγή, τὸν ἔντυσαν μὲ τὴν στρατιωτικὴ στολή του καὶ ἀνεχώρησαν γιὰ τὴν Ρώμη. Σὲ διάστημα 15 ἡμερῶν ἔφθασαν στή Ρώμη. Ὁ Τραϊανὸς μόλις τὸ ἔμαθε βγῆκε νὰ τὸν ὑποδεχτεῖ μὲ τιμὲς καὶ τοῦ ἔδωσε τὴ ζώνη τοῦ στρατηλάτου.

Ὁ Ἅγιος ἀμέσως ἀρίθμησε τὸν στρατὸ καὶ ἐπειδὴ τὸν βρῆκε λιγώτερο, ἔλαβε αὐτοκρατορικὴ διαταγὴ νὰ στρατολογήσει ὅσους ἤθελε ἀπ᾿ ὅλη τὴν αὐτοκρατορία. Ἡ διαταγὴ ἔφθασε καὶ στὴν πόλη ὅπου βρίσκονταν τὰ παιδιὰ τοῦ Ἁγίου. Ἔτσι οἱ ἀρχὲς τὰ κατέγραψαν στὴ στρατολογία.

Ἀφοῦ συγκεντρώθηκαν οἱ νεοσύλλεκτοι καὶ χωρίσθηκαν σὲ δεκαρχίες, ἑκατονταρχίες καὶ τάγματα, τὰ δύο ἐκεῖνα παιδιά, ἐπειδὴ ὁ Ἅγιος τὰ εἶδε πολὺ γενναῖα καὶ συνετὰ διέταξε νὰ τὸν ὑπηρετοῦν στὴν τράπεζά του. Ἡ ἐκστρατεία εὐδοκίμησε, ἀφοῦ ὅλες τὶς πόλεις καὶ τὰ φρούρια τὰ ἀνέκτησε ἀπὸ τοὺς ἐπαναστάτες.

Ἔπειτα ἀφοῦ πέρασε τὸν ποταμὸ Χρύσπιν κυρίευσε τὴν ἐχθρικὴ χώρα στὴν ὁποία βρισκόταν ἡ Θεοπίστη καὶ μὴ γνωρίζοντας κατέλυσε στὸ σπίτι ποὺ ἔμενε ἡ γυναίκα του καὶ κατέστησε τὴ σκηνὴ του στὸν κῆπο της. Ἐκεῖ ἔγινε ἡ μεγάλη ἀποκάλυψη, καὶ ὁ Ἅγιος ξανασυνάντησε τὴ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά του.

Ἐπέστρεψε στὴ Ρώμη διπλὰ νικητής. Ὅταν πέθανε ὁ Τραϊανὸς τὸν διαδέχθηκε ὁ ἀνηψιός του Ἀδριανός. Αὐτὸς μόλις ἔμαθε ὅτι ἔφθασε, ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος νικητὴς καὶ τροπαιοῦχος βγῆκε νὰ τὸν προϋπαντήσει.

Διέταξε τότε νὰ προσφέρουν μεγάλη θυσία στὰ εἴδωλα, ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ Ἀδριανὸς πῆγε στὸ ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνα, γιὰ νὰ προσφέρει θυσία στοὺς θεούς. Ὁ Ἅγιος ὅμως δὲν πῆγε καὶ ὁ αὐτοκράτορας τοῦ ζήτησε ἐξηγήσεις. Τότε τοῦ ἀπεκρίθει: «Βασιλιᾶ, ἐγὼ στὸν Χριστὸ θυσιάζω. Αὐτὸν δοξάζω, Αὐτὸν εὐχαριστῶ. Ἄλλο Θεὸ οὔτε γνωρίζω, οὔτε πιστεύω».

Τότε ὀ Ἀδριανὸς τὸν διέταξε νὰ ξεζωσθεῖ τὴ στρατηγικὴ ζώνη καὶ νὰ παρουσιασθεῖ μπροστά του σὰν κατάδικος, ὁ ἴδιος, ἡ γυναίκα του καὶ τὰ παιδιά του. Ἄρχισε τότε νὰ τοὺς ἐξετάζει, προσπαθώντας νὰ τοὺς μεταπείσει, ἀλλὰ ἐπειδὴ μὲ κανένα τρόπο δὲν τὸ κατόρθωσε, διέταξε νὰ τοὺς ἐκθέσουν σὲ μιὰ πεδιάδα καὶ νὰ ξαμολύσουν ἐναντίον τους ἕνα μεγάλο πεινασμένο λιοντάρι. Αὐτὸ μόλις πλησίασε, ἀντὶ νὰ τοὺς φάει ἔσκυψε τὸ κεφάλι καὶ τοὺς προσκύνησε. Ὁ αὐτοκράτορας διέταξε τοὺς στρατιῶτες νὰ πυρώσουν ἕνα χάλκινο κλουβὶ καὶ νὰ τοὺς κλείσουν.

Ἀφοῦ προσευχήθηκαν, παραδόθηκαν προθυμότατα στὸ μαρτύριο καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο παρέδωσαν τὶς ἅγιες ψυχές τους στὸν Κύριο τὸ 126 μ.Χ.. Μετὰ ἀπὸ 3 μέρες πρόσταξε ὁ Ἀδριανὸς νὰ ἀνοίξουν τὸ χάλκωμα. Ἀφοῦ τὸ ἄνοιξαν καὶ εἶδε οὔτε μιὰ τρίχα τους καμμένη, νόμισε ὅτι ἦταν ζωντανοί.

Ὁ κόσμος ἄρχισε νὰ φωνάζει «Μέγας ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν. Αὐτὸς μόνος εἶναι Θεὸς ἀληθινὸς καὶ κανεὶς ἄλλος». Ἔτσι ὁ Ἀδριανὸς ἀνεχώρησε τρομοκρατημένος. Πάνω στὸ θόρυβο μερικοὶ Χριστιανοὶ πῆραν κρυφὰ τὰ Λείψανα τῶν Ἁγίων καὶ ἐπὶ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἀνήγειραν ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου.