Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ, ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
(19 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2015)



Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, δι­ὰ τῶν χει­ρῶν τῶν ἀ­πο­στό­λων ἐ­γί­νε­το ση­μεῖ­α καὶ τέ­ρα­τα ἐν τῷ λα­ῷ πολ­λὰ· καὶ ἦ­σαν ὁ­μο­θυ­μα­δὸν ἅ­παν­τες ἐν τῇ στο­ᾷ Σο­λο­μῶν­τος· τῶν δὲ λοι­πῶν οὐ­δεὶς ἐ­τόλ­μα κολ­λᾶ­σθαι αὐ­τοῖς, ἀλ­λ' ἐ­με­γά­λυ­νεν αὐ­τοὺς ὁ λα­ός. Μᾶλ­λον δὲ προ­σε­τί­θεν­το πι­στε­ύ­ον­τες τῷ Κυ­ρί­ῳ πλή­θη ἀν­δρῶν τε καὶ γυ­ναι­κῶν, ὥ­στε κα­τὰ τὰς πλα­τε­ί­ας ἐκ­φέ­ρειν τοὺς ἀ­σθε­νεῖς καὶ τι­θέ­ναι ἐ­πὶ κλι­νῶν καὶ κρα­βάτ­των, ἵ­να ἐρ­χο­μέ­νου Πέτρου κἂν ἡ σκι­ὰ ἐ­πι­σκι­ά­σῃ τι­νὶ αὐ­τῶν. Συ­νήρ­χε­το δὲ καὶ τὸ πλῆ­θος τῶν πέ­ριξ πό­λε­ων εἰς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ φέ­ρον­τες ἀ­σθε­νεῖς καὶ ὀ­χλου­μέ­νους ὑ­πὸ πνευ­μά­των ἀ­κα­θάρ­των, οἵ­τι­νες ἐ­θε­ρα­πε­ύ­ον­το ἅ­παν­τες. Ἀ­να­στὰς δὲ ὁ ἀρ­χι­ε­ρεὺς καὶ πάν­τες οἱ σὺν αὐ­τῷ, ἡ οὖ­σα αἵ­ρε­σις τῶν Σαδ­δου­κα­ί­ων, ἐ­πλή­σθη­σαν ζή­λου καὶ ἐ­πέ­βα­λον τὰς χεῖ­ρας αὐ­τῶν ἐ­πὶ τοὺς ἀ­πο­στό­λους, καὶ ἔ­θεν­το αὐ­τοὺς ἐν τη­ρή­σει δη­μο­σί­ᾳ. Ἄγ­γε­λος δὲ Κυ­ρί­ου δι­ὰ τῆς νυ­κτὸς ἤ­νοι­ξε τὰς θύ­ρας τῆς φυ­λα­κῆς, ἐ­ξα­γα­γών τε αὐ­τοὺς εἶ­πε· Πο­ρε­ύ­ε­σθε καὶ στα­θέν­τες λα­λεῖ­τε ἐν τῷ ἱ­ε­ρῷ τῷ λα­ῷ πάν­τα τὰ ῥή­μα­τα τῆς ζω­ῆς τα­ύ­της.    
                                       (Πράξ. Ἀποστ. ε΄[5] 12–20)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Στὸ με­τα­ξὺ μὲ τὰ χέ­ρια τῶν ἀ­πο­στό­λων γί­νον­ταν συ­νε­χῶς πολ­λὰ ἐκ­πλη­κτι­κὰ καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ θαύ­μα­τα, πού ἐ­πι­βε­βαί­ω­ναν ὅ­τι ἡ δι­δα­σκα­λί­α τους ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νὴ καὶ προ­κα­λοῦ­σαν κα­τά­πλη­ξη στὸ λα­ό. Κι ὅ­λοι οἱ πι­στοὶ μα­ζὶ, μὲ μιὰ καρ­διὰ, μα­ζεύ­ον­ταν στὴ στο­ὰ τοῦ Σο­λο­μῶντος. Καὶ ἀ­πό τους ὑ­πό­λοι­πους πού δὲν εἶ­χαν πι­στέ­ψει, κα­νεὶς δὲν τολ­μοῦ­σε ν' ἀ­να­κα­τευ­θεῖ μ' αὐ­τούς, νὰ ἀ­στει­ευ­θεῖ μα­ζί τους καὶ νὰ τοὺς συμ­πε­ρι­φερ­θεῖ σὰν συ­νη­θι­σμέ­νους ἀν­θρώ­πους τοῦ δρό­μου∙ ἀλλά ὁ πο­λὺς λα­ὸς τοὺς τι­μοῦ­σε καὶ τοὺς ἐγ­κω­μί­α­ζε. Ἔ­τσι ὁ­λο­έ­να καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­σελ­κύ­ον­ταν πλή­θη ἀν­δρῶν καὶ γυ­ναι­κῶν, οἱ ὁποῖοι πί­στευ­αν στὸν Κύ­ριο καὶ γί­νον­ταν μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, αὐ­ξά­νον­τας κα­τὰ πο­λὺ τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν πι­στῶν. Τό­σο πο­λὺ μά­λι­στα τοὺς σε­βό­ταν ὁ λα­ός, ὥ­στε ἔ­βγα­ζαν τοὺς ἀρρώστους ἀ­πὸ τὰ σπί­τια τους στὶς πλα­τεῖ­ες καὶ τοὺς ἔ­βα­ζαν πά­νω σὲ πο­λυ­τε­λῆ κρε­βά­τια οἱ πλου­σι­ό­τε­ροι, καὶ σὲ φτω­χι­κὰ καὶ πρό­χει­ρα φο­ρεῖ­α οἱ φτω­χό­τεροι, ἔ­τσι ὥ­στε, ὅ­ταν θὰ περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ πλῆ­θος ἐ­κεῖ­νο ὁ Πέ­τρος, νὰ πέ­σει ἔ­στω καὶ ἡ σκιά του σὲ κά­ποι­ον ἀ­πό τους ἀρρώστους αὐ­τοὺς γιὰ νὰ τὸν θε­ρα­πεύ­σει. Ἐ­πι­πλέ­ον μα­ζεύ­ον­ταν στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ καὶ πλή­θη ἀ­πό τούς κα­τοί­κους τῶν γει­το­νι­κῶν πό­λε­ων· ὅ­λοι αὐ­τοὶ ἔ­φερ­ναν κά­θε εἴ­δους ἀρρώστους, κα­θὼς καὶ ἀν­θρώ­πους πού ὑ­πέ­φε­ραν ἀ­πὸ ἀ­κά­θαρ­τα πνεύ­μα­τα, καὶ ὅ­λοι τους θε­ρα­πεύ­ον­ταν. Ὅ­λα ὅ­μως αὐ­τὰ προ­κά­λε­σαν τὴν ἀν­τί­δρα­ση τοῦ ἀρχιερέως καὶ ὅ­λων ὅ­σων ἦ­ταν μα­ζί του καὶ ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν τὴ θρη­σκευ­τι­κὴ πα­ρά­τα­ξη τῶν Σαδ­δου­καί­ων. Γέ­μι­σαν οἱ καρ­δι­ές τους ἀ­πὸ φθό­νο καὶ κα­κί­α καὶ ἑ­τοι­μά­στη­καν νὰ δρά­σουν. Ἅ­πλω­σαν λοι­πὸν τὰ χέ­ρια τους πά­νω στοὺς ἀ­πο­στό­λους, τοὺς συ­νέ­λα­βαν καὶ τοὺς ἔ­ρι­ξαν στὴ δη­μό­σια φυ­λα­κή. Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου ὅ­μως μέ­σα στὴ νύ­χτα ἄ­νοι­ξε τὶς θύ­ρες τῆς φυ­λα­κῆς, τοὺς ἔ­βγα­λε ἔ­ξω καὶ τοὺς εἶ­πε: Πη­γαί­νε­τε ἀ­μέ­σως καὶ στα­θεῖ­τε γε­μά­τοι θάρ­ρος στὸν ἱ­ε­ρὸ πε­ρί­βο­λο τοῦ να­οῦ καὶ κη­ρύξ­τε δη­μό­σια στὸ λα­ὸ ὅ­λα τὰ λό­για της νέ­ας αὐ­τῆς ζω­ῆς, τὴν ὁποία σᾶς με­τέ­δω­σε ὁ Ἰ­η­σοῦς καὶ ἀ­πὸ πεί­ρα γνω­ρί­σα­τε.
ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Οὔ­σης ὀ­ψί­ας τῇ ἡ­μέ­ρᾳ ἐ­κε­ί­νῃ τῇ μι­ᾷ σαβ­βά­των, καὶ τῶν θυ­ρῶν κε­κλει­σμέ­νων ὅ­που ἦ­σαν οἱ μα­θη­ταὶ συ­νηγ­μέ­νοι δι­ὰ τὸν φό­βον τῶν Ἰ­ου­δα­ί­ων, ἦλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς καὶ ἔ­στη εἰς τὸ μέ­σον, καὶ λέ­γει αὐ­τοῖς· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. Καὶ τοῦ­το εἰ­πὼν ἔ­δει­ξεν αὐ­τοῖς τὰς χεῖ­ρας καὶ τὴν πλευ­ρὰν αὐ­τοῦ. ἐ­χά­ρη­σαν οὖν οἱ μα­θη­ταὶ ἰ­δόν­τες τὸν Κύριον. εἶ­πεν οὖν αὐ­τοῖς ὁ Ἰ­η­σοῦς πά­λιν· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. κα­θὼς ἀ­πέ­σταλκέ με ὁ πα­τήρ, κἀ­γὼ πέμ­πω ὑ­μᾶς. καὶ τοῦ­το εἰ­πὼν ἐ­νε­φύ­ση­σε καὶ λέ­γει αὐ­τοῖς· Λάβετε Πνεῦ­μα ἅ­γι­ον· ἄν τι­νων ἀ­φῆ­τε τὰς ἁ­μαρ­τί­ας, ἀ­φί­εν­ται αὐ­τοῖς, ἄν τι­νων κρα­τῆ­τε, κεκρά­την­ται. Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώ­δε­κα ὁ λε­γό­με­νος Δίδυμος, οὐκ ἦν με­τ' αὐ­τῶν ὅ­τε ἦλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς. Ἔ­λε­γον οὖν αὐ­τῷ οἱ ἄλ­λοι μα­θη­ταί· Ἑ­ω­ρά­κα­μεν τὸν Κύριον. Ὁ δὲ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Ἐ­ὰν μὴ ἴ­δω ἐν ταῖς χερ­σὶν αὐ­τοῦ τὸν τύ­πον τῶν ἥ­λων, καὶ βά­λω τὸν δά­κτυ­λόν μου εἰς τὸν τύ­πον τῶν ἥ­λων, καὶ βά­λω τὴν χεῖ­ρά μου εἰς τὴν πλευ­ρὰν αὐ­τοῦ, οὐ μὴ πι­στε­ύ­σω. Καὶ με­θ' ἡ­μέ­ρας ὀ­κτὼ πά­λιν ἦ­σαν ἔ­σω οἱ μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ καὶ Θω­μᾶς με­τ' αὐ­τῶν. Ἔρ­χε­ται ὁ Ἰ­η­σοῦς τῶν θυ­ρῶν κε­κλει­σμέ­νων, καὶ ἔ­στη εἰς τὸ μέ­σον καὶ εἶ­πεν· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. Εἶ­τα λέ­γει τῷ Θω­μᾷ· Φέρε τὸν δά­κτυ­λόν σου ὧ­δε καὶ ἴ­δε τὰς χεῖ­ράς μου, καὶ φέ­ρε τὴν χεῖ­ρά σου καὶ βά­λε εἰς τὴν πλευ­ράν μου, καὶ μὴ γί­νου ἄ­πι­στος, ἀλ­λὰ πι­στός. Καὶ ἀ­πε­κρί­θη Θω­μᾶς καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θε­ός μου. Λέ­γει αὐ­τῷ ὁ Ἰ­η­σοῦς· Ὅ­τι ἑ­ώ­ρα­κάς με, πε­πί­στευ­κας· μα­κά­ρι­οι οἱ μὴ ἰ­δόν­τες καὶ πι­στε­ύ­σαν­τες. Πολ­λὰ μὲν οὖν καὶ ἄλ­λα ση­μεῖ­α ἐ­πο­ί­η­σεν ὁ Ἰ­η­σοῦς ἐ­νώ­πι­ον τῶν μα­θη­τῶν αὐ­τοῦ, ἃ οὐκ ἔ­στι γε­γραμ­μέ­να ἐν τῷ βι­βλί­ῳ το­ύ­τῳ· Ταῦ­τα δὲ γέ­γρα­πται ἵ­να πι­στε­ύ­ση­τε ὅ­τι Ἰ­η­σοῦς ἐ­στιν ὁ Χρι­στὸς ὁ υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ, καὶ ἵ­να πι­στε­ύ­ον­τες ζω­ὴν ἔ­χη­τε ἐν τῷ ὀ­νό­μα­τι αὐ­τοῦ.
                           (Ἰωάν. κ΄[20] 19 – 31)
«Τῌ ΜΙᾼ ΤΩΝ ΣΑΒΒΑΤΩΝ»
ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ    
ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς σκέπαζε ἀκόμη βαρὺ τὶς ψυχὲς τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Μέσα ὅμως στὴν καταθλιπτικὴ καὶ σκοτεινὴ αὐτὴ ἀτμόσφαιρα εἶχαν φανεῖ ἤδη κάποιες ἀκτίνες φωτός. Οἱ μαθηταὶ δὲν τολμοῦσαν ἀκόμη νὰ πιστεύσουν στὸ μήνυμα τῶν Μυροφόρων γυναικῶν καὶ ἔμεναν κλεισμένοι στὸ ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλὴμ «δια τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων».
ΗΤΑΝ ΤΟ ΒΡΑΔΥ τῆς «μιᾶς τῶν Σαββάτων», τῆς πρώτης μέρας μετά τό Σάββατο, τὸ βράδυ δηλαδὴ τῆς δικῆς μας Κυριακῆς, ὅταν «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν» φανερώθηκε ξαφνικά ὁ Κύριος καὶ στάθηκε στὸ μέσο τοῦ κύκλου τῶν μαθητῶν Του λέγοντάς τους: «εἰρήνη ὑμῖν». Ἡ κατάπληξή τους ἦταν ἀπερίγραπτη, τόσο ποὺ ὁ Κύριος, γιὰ νὰ διαλύσει τὶς ἀνησυχίες τους, τοὺς ἔδειξε τὰ πληγωμένα χέρια καὶ πόδια Του, ὥστε νά μή τούς μείνει καμμία ἀμφιβολία ὅτι εἶναι ὁ Ἴδιος ἀναστημένος καὶ ὅτι δὲν τοὺς γελοῦν τὰ μάτια τους, οὔτε βλέπουν κάποιο ἄσαρκο φάντασμα.
ΜΕΓΑΛΗ Η ΧΑΡΑ τῶν μαθητῶν! Ἀκόμη μεγαλύτερη ἡ συγκίνησή τους. Ἀλλά ὁ Κύριος καὶ πάλιν τοὺς καθησυχάζει. «Εἰρήνη ὑμῖν», τοὺς λέγει. Εἰρηνεῦστε. Ἡσυχάστε. Μὴ ταράζεσθε. Ὅπως μὲ ἔστειλε ὁ Πατήρ μου στὸν κόσμο, ἔτσι καὶ ἐγώ ἀποστέλλω ἐσᾶς. Καὶ φυσώντας στὰ προσωπά τους, συνεπλήρωσε: «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον». Σᾶς δίνω τὴν ἐξουσία νά συγχωρεῖτε τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων. Ὅσων ἀνθρώπων τὶς συγχωρεῖτε, θὰ συγχωρηθοῦν ὅσων δὲν τὶς συγχωρεῖτε — λόγω τῆς ἀμετανοησίας τους — θὰ μείνουν ἀσυγχώρητες.
ΔΕΟΣ, ΚΑΤΑΠΛΗΞΗ, χαρά, θαυμασμός! Οἱ καρδιὲς τῶν μαθητῶν κινδυνεύουν νὰ σπάσουν. Ὁ Κύριος φεύγει, ἐκεῖνοι πετοῦν ἀπό τή χαρά τους. Ἕνας ὅμως...
Ὁ Θωμᾶς εἶναι ἀκόμη βυθισμένος στὸ πένθος. Ἀπουσίαζε βεβαίως τὴν ὥρα τῆς ἐμφάνισης τοῦ Κυρίου. Ὅμως ἡ χαρὰ καὶ ἡ συγκίνηση καί ἡ ἐπίμονη βεβαίωση τῶν ἄλλων μαθητῶν θὰ ἔπρεπε νά τὸν πείσουν.
Νὰ τὸν πείσουν; Ὄχι καὶ νὰ τὸν πείσουν! Ὁ Θωμᾶς δὲν πείθεται ἔτσι. Θέλει ξεκάθαρες ἀποδείξεις. Θέλει νὰ δεῖ μὲ τὰ μάτια του, νά βάλει τὸ δάκτυλο του «εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων», στὰ σημάδια τῶν καρφιῶν, νὰ ψηλαφήσει μὲ τὰ χέρια του τὴν λογχισμένη πλευρά τοῦ Κυρίου. Διαφορετικά, τὸ δηλώνει εὐθέως: «οὐ μὴ πιστεύσω»!
ΗΤΑΝ Η ΟΓΔΟΗ μέρα ἀπό τήν Ἀνάσταση. Οἱ μαθηταί συγκεντρωμένοι καὶ πάλιν ἐκεῖ. Αὐτὴν ὅμως τή φορά εἶναι καὶ ὁ Θωμᾶς μαζί τους. Οἱ πόρτες καὶ τώρα κλειστές... καὶ ξαφνικά: ἰδοὺ καὶ πάλιν ὁ Κύριος μαζί τους. «Εἰρήνη ὑμῖν»! Καὶ πρὸς τὸν Θωμᾶ πλέον: Ἔλα, Θωμᾶ! Φέρε τὸν δὰκτυλόν σου «εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων», βάλε τὸ χέρι σου στὴν πλευρά μου, «καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλά πιστός».
Πιστός! Καὶ ὁ ἔκθαμβος Θωμᾶς, ὁ δύσπιστος καὶ μελαγχολικὸς μαθητής, ἐκρήγνυται. Καὶ προβαίνει αὐτὸς πρῶτος στὴ θαυμαστὴ ὁμολογία: «ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου»! Γιὰ πρώτη φορά ἔχουμε μία τόσο κρυστάλλινη ἀναγνώριση τῆς ἀλήθειας ὅτι ὁ Κύριος δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας μεγάλος Προφήτης ἢ ὁ κατ' ἐξοχὴν ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ, ὁ Μεσσίας, ἀλλὰ ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός! «Αὕτη ἡ χάρις Θωμᾷ ἐδόθη», αὐτὴ ἡ ἐξαίρετη χάρις μιᾶς τόσο θαυμαστῆς ὁμολογίας δόθηκε στόν Θωμᾶ. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο οἱ ὑμνογράφοι ἀναφωνοῦν: «ὦ καλή ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ»! «Ἀπιστία πίστιν βεβαίαν ἐγέννησεν»!
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΩΣΤΟΣΟ δὲν παραλείπει νὰ ἐλέγξει τὸν Θωμᾶ. Ἐπίστευσες, τοῦ λέγει, διότι μὲ εἶδες. Μακάριοι ὅμως θὰ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ πιστεύσουν χωρὶς νὰ μὲ ἔχουν δεῖ μὲ τὰ μάτια τους. Ὅλοι δηλαδὴ οἱ πιστοί ὅλων τῶν μετέπειτα αἰώνων καί γενεῶν.
ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ τῆς ἐμφάνισης τοῦ Κυρίου στὸν Θωμᾶ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ μόνο. Ἀναρίθμητα ὑπῆρξαν τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου, λέγει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής, ἀπό τά ὁποῖα ἐλάχιστα περιέγραψε στὸ βιβλίο του. Αὐτὰ δὲ τὰ σημείωσε, ὥστε νὰ πιστεύσουμε στὴ λυτρωτική ἀποστολή τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἔτσι νὰ κληρομήσουμε τὴν αἰώνια ζωή.
Ο ΘΕΟΣ ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΙΝΕΙ
Ὁ μαθητὴς ἀπιστεῖ, ἀλλ’ ὁ Κύριος δὲν ἀγανακτεῖ! Συγκαταβαίνει στὴν ἀδυναμία του καί τοῦ φανερώνει τὸν ἑαυτὸ Του τόσο ἁπτά, ὥστε νά Τόν ψηλαφήσει μὲ τὰ χέρια του, γιά νά μή τοῦ μείνει καμμία ἀμφιβολία.
Ὁ Θεὸς δὲν ἐνοχλεῖται ἀπό τὴν ἀπιστία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς ἐμποδίζεται μόνο ἀπό τὴν ἐσωτερικὴ διάθεση τῆς ψυχῆς, ἀπό τὴν ἔλλειψη εἰλικρίνειας στὴν ἀναζήτησή της. Ὅταν ὁ Θεὸς διακρίνει εἰλικρινῆ ἀναζήτηση, σπεύδει νὰ συναντήσει τόν ἄνθρωπο, νά τοῦ φανερώσει τὸν ἑαυτό Του, νά τοῦ παράσχει τίς ἀποδείξεις πού ἔχει ἀνάγκη. Ὁ Θωμᾶς ὀλιγοπιστεῖ, ἀλλά μέ διάθεση εἰλικρινῆ. Αὐτὸ εἶναι ἑπομένως τελικὰ τὸ ζητούμενο: Ἡ εἰλικρινὴς διάθεση, ἡ γνήσια ἀναζήτηση. Καὶ τότε ὁ Θεὸς συγκαταβαίνει. Πλησιάζει τὸν ἄνθρωπο, τοῦ ἀποκαλύπτεται. Καί ἡ εἰλικρινὴς ψυχὴ ξεσπᾶ στὴ φλογερή καί θριαμβικὴ ὁμολογία τῆς ἐμπειρίας της: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου»!
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου