Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
      ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ
(19 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2017)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΚΔ’ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)
Ἀ­δελ­φοί, Χρι­στός ἐ­στιν ἡ εἰ­ρή­νη ἡ­μῶν, ὁ ποι­ή­σας τὰ ἀμ­φό­τε­ρα ἓν καὶ τὸ με­σό­τοι­χον τοῦ φραγ­μοῦ λύ­σας, τὴν ἔ­χθραν, ἐν τῇ σαρ­κὶ αὐ­τοῦ τὸν νό­μον τῶν ἐν­το­λῶν ἐν δόγ­μα­σι κα­ταρ­γή­σας, ἵ­να τοὺς δύ­ο κτί­σῃ ἐν ἑ­αυ­τῷ εἰς ἕ­να και­νὸν ἄν­θρω­πον ποι­ῶν εἰ­ρή­νην, καὶ ἀ­πο­κα­ταλ­λά­ξῃ τοὺς ἀμ­φο­τέ­ρους ἐν ἑ­νὶ σώ­μα­τι τῷ Θε­ῷ διὰ τοῦ σταυ­ροῦ, ἀ­πο­κτε­ί­νας τὴν ἔ­χθραν ἐν αὐ­τῷ· καὶ ἐλ­θὼν εὐ­ηγ­γε­λί­σα­το εἰ­ρή­νην ὑ­μῖν τοῖς μα­κρὰν καὶ τοῖς ἐγ­γύς, ὅ­τι δι᾿ αὐ­τοῦ ἔ­χο­μεν τὴν προ­σα­γω­γὴν οἱ ἀμ­φό­τε­ροι ἐν ἑ­νὶ πνε­ύ­μα­τι πρὸς τὸν πα­τέ­ρα. Ἄ­ρα οὖν οὐ­κέ­τι ἐ­στὲ ξέ­νοι καὶ πά­ροι­κοι, ἀλ­λὰ συμ­πο­λῖ­ται τῶν ἁ­γί­ων καὶ οἰ­κεῖ­οι τοῦ Θε­οῦ, ἐ­ποι­κο­δο­μη­θέν­τες ἐ­πὶ τῷ θε­με­λί­ῳ τῶν ἀ­πο­στό­λων καὶ προ­φη­τῶν, ὄν­τος ἀ­κρο­γω­νι­α­ί­ου αὐ­τοῦ ᾿Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ἐν ᾧ πᾶ­σα οἰ­κο­δο­μὴ συ­ναρ­μο­λο­γου­μέ­νη αὔ­ξει εἰς να­ὸν ἅ­γιον ἐν Κυ­ρί­ῳ· ἐν ᾧ καὶ ὑ­μεῖς συ­νοι­κο­δο­μεῖ­σθε εἰς κα­τοι­κη­τή­ριον τοῦ Θε­οῦ ἐν Πνε­ύ­μα­τι. 
                                  (Εφεσ. β΄[2] 14-22)  

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
 Ἀ­δελ­φοί, ὁ Χριστός ε­ἶ­ν­αι ἡ ε­ἰ­ρ­ή­νη μ­ας. Α­ὐ­τ­ὸς ἔ­κ­α­νε κ­αὶ τ­ο­ὺς δ­ύο ἀ­ν­τ­ι­μ­α­χ­ό­μ­ε­ν­ο­υς κ­ό­σ­μ­ο­υς, τ­ὸν Ἰ­ο­υ­δ­α­ϊ­σ­μὸ κ­αὶ τ­ὸν Ἐ­θ­ν­ι­σ­μό, ἕ­να. Α­ὐ­τ­ὸς γκ­ρ­έ­μ­ι­σε κ­αὶ κ­α­τ­έ­λ­υ­σε τ­ὸν τ­οῖχο π­οὺ δ­η­μ­ι­ο­υ­ρ­γ­ο­ῦ­σε ὁ φ­ρ­α­γ­μ­ὸς τοῦ ν­ό­μου π­οὺ ὀ­ρ­θ­ω­ν­ό­τ­αν ἀ­ν­ά­μ­ε­σα σ­τ­ο­ὺς δ­ύο λ­α­ο­ὺς κ­αὶ τ­ο­ὺς χ­ώ­ρ­ι­ζε. Κ­α­τ­έ­λ­υ­σε δ­η­λ­α­δὴ τ­ὴν ἔ­χ­θ­ρα τ­ῶν δ­ύο λ­α­ῶν, ἀφοῦ κ­α­τ­ά­ρ­γ­η­σε μὲ τὸ α­ἷμά του τὸ ν­ό­μο τ­ῶν ἐ­ν­τ­ο­λ­ῶν, ὁ ὁποῖος, ἐνῶ π­ε­ρ­ι­ε­ῖ­χε ἐ­π­ι­β­λ­η­τ­ι­κ­ὲς π­ρ­ο­σ­τ­α­γ­ές, δ­ὲν ἔ­δ­ι­νε ὅμως κ­αὶ τὴ χ­ά­ρη γ­ιὰ τ­ὴν ἐ­φ­α­ρ­μ­ο­γὴ κ­αὶ τ­ὴν τ­ή­ρ­η­ση τ­ῶν π­ρ­ο­σ­τ­α­γ­μά­τ­ων α­ὐ­τ­ῶν. Κ­αὶ κ­α­τ­ή­ρ­γ­η­σε τὸ ν­ό­μο, ἔ­τ­σι ὥ­σ­τε ἑ­ν­ώ­ν­ο­ν­τ­ας τ­ο­ὺς δ­ύο λα­ο­ὺς μὲ τ­ὸν ἑαυτό του νά ­δ­η­μ­ι­ο­υ­ρ­γ­ή­σ­ει ἕ­να ν­έο ἀ­ν­θ­ρ­ω­πο, μ­ιὰ ν­έα ἀ­ν­θ­ρ­ω­π­ό­τ­η­τα, κι ἔ­τ­σι νὰ φ­έ­ρ­ει ε­ἰ­ρ­ή­νη μ­ε­τ­α­ξύ τ­ο­υς· κ­αὶ μὲ τὸ σ­τ­α­υ­ρ­ι­κὸ τ­ου θ­ά­να­το νά σ­υ­μ­φ­ι­λ­ι­ώ­σ­ει κ­αὶ τ­ο­ὺς δ­ύο λ­α­ο­ὺς μὲ τ­ὸν Θ­εό, ἑνωμένους τ­ώ­ρα σ' ἕ­να σ­ῶ­μα, ἀφοῦ π­ρ­ο­η­γ­ο­υ­μ­έ­ν­ως θὰ θ­α­ν­ά­τ­ω­νε τ­ὴν ἔ­χ­θ­ρα μὲ τὸ θ­ά­ν­α­τό του. Κι ἀφοῦ ἦ­λ­θε ὁ Χ­ρ­ι­σ­τ­ὸς σ­τὴ γῆ, κ­ή­ρ­υ­ξε τὸ χ­α­ρ­μ­ό­σ­υ­νο μ­ή­ν­υ­μα τ­ῆς εἰ­ρ­ή­ν­ης σὲ σ­ᾶς τ­ο­ὺς ἐ­θ­ν­ι­κ­ο­ύς, π­οὺ ἤ­σ­α­σ­τ­αν μ­α­κ­ρ­ιὰ ἀπό τ­ὸν Θ­εό, καὶ σὲ μ­ᾶς τ­ο­ὺς Ἰ­ο­υ­δ­α­ί­ο­υς, π­οὺ ἤ­μ­α­σ­τ­αν κ­ο­ν­τά τ­ου. Δ­ι­ό­τι α­ὐ­τ­ὸς μ­ᾶς ἔ­φε­ρε κ­αὶ τ­ο­ὺς δ­ύο λ­α­ο­ὺς μ­έ­σω τοῦ ἑνός Ἁ­γ­ί­ου Π­ν­ε­ύ­μ­α­τ­ος κ­ο­ν­τά σ­τ­ὸν Π­α­τ­έ­ρα. Δ­ι­α­μ­έ­σ­ου τοῦ Χ­ρ­ι­σ­τ­οῦ ἔ­γ­ι­νε ἡ π­ρ­ο­σ­έ­γ­γ­ι­σή μας α­ὐ­τὴ μὲ τ­ὸν Θεό. Ἀ­π' ὅλα αὐ­τὰ λ­ο­ι­π­ὸν β­γ­α­ί­ν­ει τὸ σ­υ­μ­π­έ­ρ­α­σ­μα ὅτι δ­ὲν ε­ἶ­σ­τε π­λ­έ­ον ξ­έ­ν­οι κ­αὶ π­ρ­ο­σ­ω­ρ­ι­ν­οὶ κ­ά­τ­ο­ι­κ­οι σ­τὴ β­α­σ­ι­λ­ε­ία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ε­ἶ­σ­τε σ­υ­μ­πο­λ­ί­τ­ες τ­ῶν ἁγίων κ­αὶ μ­έ­λη τ­ῆς ο­ἰ­κ­ο­γ­έ­ν­ε­ι­ας τοῦ Θεοῦ. Κ­αὶ σάν ζ­ω­ν­τ­α­νοὶ λ­ί­θ­οι κ­τ­ι­σθή­κ­α­τε π­ά­νω σ­τὸ θ­ε­μ­έ­λ­ιο. Κ­αὶ τὸ θ­ε­μ­έ­λ­ιο α­ὐ­τὸ ε­ἶ­ν­αι οἱ ἀ­π­ο­σ­τ­ο­λ­οι κ­αὶ οἱ π­ρ­ο­φ­ῆ­τ­ες, ἐνῶ ὁ ἀ­κ­ρ­ο­γ­ω­ν­ι­α­ῖ­ος λ­ί­θ­ος, τὸ ἀ­γ­κ­ω­ν­ά­ρι π­οὺ β­α­σ­τ­ά­ζ­ει κ­αὶ σ­τ­η­ρ­ί­ζ­ει ὅ­λο τὸ ο­ἰ­κ­ο­δ­ό­μ­η­μα, ε­ἶ­ν­αι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χ­ρ­ι­σ­τ­ός. Π­ά­νω σ' α­ὐ­τὸν λ­ο­ι­π­ὸν κ­αὶ δ­ι­α­μ­έ­σ­ου αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ ἡ οἰκοδομή ὅλη τ­ῆς Ἐ­κ­κ­λ­η­σ­ί­ας ἑ­ν­ώ­ν­ε­τ­αι ἁ­ρ­μ­ο­ν­ι­κά κ­αὶ σ­τ­ε­ρ­εὰ κ­αὶ α­ὐ­ξ­ά­ν­ει, ὥστε νὰ γ­ί­νε­τ­αι ν­α­ὸς ἅ­γ­ι­ος, ὅπως τόν θέλει ὁ Κ­ύ­ρ­ι­ος. Μὲ τ­ὴν ἕνωσή σ­ας μὲ τ­ὸν Κύ­ρ­ιο κι ἐ­σ­ε­ῖς ο­ἰ­κο­δ­ο­μ­ε­ῖ­σ­τε μ­α­ζὶ μὲ τ­ο­ὺς ἄ­λ­λ­ο­υς π­ι­σ­τ­ο­ὺς γ­ιὰ νὰ γ­ί­ν­ε­τε ν­α­ὸς κ­αὶ κατοικητήριο, στό ὁποῖο θὰ κ­α­τ­ο­ι­κ­εῖ ὁ Θ­ε­ὸς μὲ τὸ Π­ν­εῦ­μα τ­ου.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶ­πεν ὁ Κύριος τήν πα­ρα­βο­λὴν ταύτην.· Ἀν­θρώ­που τι­νὸς πλου­σί­ου εὐ­φό­ρη­σεν ἡ χώ­ρα· καὶ δι­ε­λο­γί­ζε­το ἐν ἑ­αυ­τῷ λέ­γων· τί ποι­ή­σω, ὅ­τι οὐκ ἔ­χω ποῦ συ­νά­ξω τοὺς καρ­πο­ύς μου; καὶ εἶ­πε· τοῦ­το ποι­ή­σω· κα­θε­λῶ μου τὰς ἀ­πο­θή­κας καὶ με­ί­ζο­νας οἰ­κο­δο­μή­σω, καὶ συ­νά­ξω ἐ­κεῖ πάν­τα τὰ γεν­νή­μα­τά μου καὶ τὰ ἀ­γα­θά μου, καὶ ἐ­ρῶ τῇ ψυ­χῇ μου· ψυ­χή, ἔ­χεις πολ­λὰ ἀ­γα­θὰ κε­ί­με­να εἰς ἔ­τη πολ­λά· ἀ­να­πα­ύ­ου, φά­γε, πί­ε, εὐ­φρα­ί­νου. εἶ­πε δὲ αὐ­τῷ ὁ Θε­ός· ἄ­φρον, τα­ύ­τῃ τῇ νυ­κτὶ τὴν ψυ­χήν σου ἀ­παι­τοῦ­σιν ἀ­πὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡ­το­ί­μα­σας τί­νι ἔ­σται; οὕ­τως ὁ θη­σαυ­ρί­ζων ἑ­αυ­τῷ καὶ μὴ εἰς Θε­ὸν πλου­τῶν. Ταῦτα λέγων ἐφώνει· Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω.
                                        (Λουκ. ιβ΄[12] 16 – 21)

ΚΕΡΔΗ ΕΠΙΓΕΙΑ ΚΑΙ ΟΥΡΑΝΙΑ
1. ΔΕΝ ΔΙΝΟΥΝ ΕΥΤΥΧΙΑ
Θέλοντας ὁ Κύριος νὰ δείξει πόσο ὀλέθριο εἶναι τὸ πάθος τῆς πλεονεξίας εἶπε τὴν παρακάτω Παραβολή: Κάποιου πλουσίου ἀνθρώπου τὰ ἐκτεταμένα χωράφια ἀπέδωσαν πλούσια παραγωγή. Κι ἀντὶ ὁ πλούσιος αὐτὸς νὰ χαρεῖ καὶ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Θεὸ γιὰ τὴν πλούσια σοδειά, κυριεύθηκε ἀπὸ ἔγνοιες καὶ συλλογισμούς: Τί νὰ κάνω; Ποῦ νὰ μαζέψω τοὺς καρποὺς πού μοῦ περισσεύουν; Ἔχασε τὴν εἰρήνη του, ἔχασε καὶ τὸν ὕπνο του. Ἐπιτέλους κάποτε ὕστερα ἀπὸ πολλὲς βασανιστικὲς σκέψεις βρῆκε τὴ λύση: Αὐτὸ θὰ κάνω! Θὰ γκρεμίσω τὶς ἀποθῆκες μου καὶ θὰ οἰκοδομήσω μεγαλύτερες. Καὶ θὰ μαζέψω ἐκεῖ ὅλα τὰ ἀγαθά μου. Κι ὕστερα θὰ πῶ στὴν ψυχή μου: Ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ καὶ σοῦ φθάνουν γιὰ πολλὰ χρόνια. Μὴ σκοτίζεσαι πλέον γιὰ τίποτε. Τώρα πλέον ἦρθε ἡ ὥρα νὰ χαρεῖς μὲ φαγοπότια καὶ διασκεδάσεις.
Ὁ δύστυχος! Νόμιζε ὅτι θὰ εὐτυχήσει μὲ τὰ πλούτη! Δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει ὅτι αὐτὰ δὲν κάνουν τὸν ἄνθρωπο εὐτυχισμένο. Ἄλλωστε κι ὅ ἴδιος ζοῦσε τὴ δυστυχία καὶ μόνο μὲ τὴ σκέψη τῶν πολλῶν ἀγαθῶν, πρὶν ἀκόμη τὰ συγκεντρώσει καὶ τὰ ἀποθηκεύσει. Δὲν μποροῦσε νὰ χαρεῖ τίποτε, διότι ἡ πλεονεξία του τὸν ταλαιπωροῦσε καὶ τὸν βασάνιζε. Ἤθελε νὰ κρατήσει ὅλους τοὺς καρποὺς για τὸν ἑαυτό του. Κι ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ κατορθώσει αὐτό, βυθιζόταν σὲ ἐναγώνιες σκέψεις. Θὰ μποροῦσε βέβαια νὰ γίνει εὐτυχισμένος, ἐὰν ἔπαιρνε μία γενναία ἀπόφαση. Νὰ δωρίσει τὰ ἀγαθὰ ποὺ τοῦ περίσσευαν στοὺς φτωχούς, νὰ χορτάσει τὰ πεινασμένα τους στόματα, καὶ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Θεὸ ποὺ τοῦ δώρισε μιὰ τέτοια εὐφορία καὶ δυνατότητα φιλανθρωπίας. Ἀλλὰ ἐπειδὴ σκοτίσθηκε ἀπὸ τὴν πλεονεξία κατήντησε δυστυχισμένος κι ἄρρωστος.
Τί κερδίζουμε λοιπὸν ἀπὸ τὴν προσκόλληση στὰ περιττὰ ἀγαθά μας; Ἀνάπαυση δὲν κερδίζουμε. Ἀνήσυχες καὶ βασανιστικὲς φροντίδες μᾶς αἰχμαλωτίζουν. Ὅσο περισσότερα ἀποκτοῦμε, τόσο περισσότερο βυθιζόμαστε σὲ συλλογισμοὺς καὶ ἀνησυχίες: πῶς θὰ διατηρήσουμε αὐτὰ ποὺ ἀποκτήσαμε, πῶς θὰ προσθέσουμε κι ἄλλα. Καὶ συμβαίνει νὰ χάνουμε συχνὰ καὶ τὸν ὕπνο μας μὲ τὶς ἐναγώνιες σκέψεις μας. Τὰ θέλουμε ὅλα δικά μας γιὰ νὰ τὰ ἀπολαμβάνουμε μόνο ἐμεῖς, νομίζοντας ὅτι ὅσα ἔχουμε εἶναι ὅλα δικά μας.
Καὶ πολὺ περισσότερο δὲν θέλουμε νὰ καταλάβουμε ὅτι ἡ ψυχή μας δὲν χορταίνει μὲ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Ἡ ψυχὴ ὡς πνευματικὴ ὀντότητα ζεῖ καὶ εὐτυχεῖ μόνο μὲ οὐράνια, πνευματικὰ ἀγαθά. Ἡ ἀφθονία τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, τῶν φαγητῶν, τῶν διασκεδάσεων δὲν μᾶς κάνουν εὐτυχισμένους. Κι ἔπειτα στὴ ζωὴ ὑπάρχουν προβλήματα ποὺ δὲν λύνονται μὲ τὸ χρῆμα, ἀρρώστιες καὶ θλίψεις, πειρασμοὶ καὶ ἐντάσεις, οἰκογενειακὰ καὶ ἄλλα προβλήματα ποὺ ἀφαιροῦν συχνὰ κάθε χαρὰ καὶ εἰρήνη. Μὴ γελιόμαστε λοιπόν. Ἂς συνειδητοποιήσουμε ὅτι τὰ ἀγαθὰ ποὺ δίνουν ἀνάπαυση καὶ εὐτυχία προέρχονται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κι ἐκεῖ καταλήγουν. Αὐτὰ νὰ ἀναζητοῦμε κι αὐτὰ νὰ ἐπιδιώκουμε.
2. Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΣ ΩΡΑ
Τὰ πράγματα δὲν ἐξελίχθηκαν ὅπως περίμενε ὁ πλούσιος. Πρὶν ἀκόμη προφθάσει νὰ πεῖ στὴν ψυχή του τὰ ὅσα σχεδίαζε, τοῦ μίλησε πρῶτα ὁ Θεός: Ἄμυαλε ἄνθρωπε! Τὴ νύχτα αὐτή, ποὺ τὴν ὀνειρευόσουν ὡς νύχτα εὐτυχίας, ἀπαίσιοι δαίμονες ζητοῦν νὰ πάρουν τὴν ψυχή σου. Σὲ λίγο θὰ πεθάνεις. Κι ὅλα αὐτὰ ποὺ ἀποθήκευσες, σὲ ποιὸν θὰ ἀνήκουν; Κι ὁ Κύριος ἔκλεισε τὴν Παραβολὴ λέγοντας: Τέτοιο τέλος θὰ ἔχει κι ὅποιος μαζεύει μόνο για τὸν ἑαυτό του τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ δὲν ἀποταμιεύει θησαυροὺς στὸν οὐρανὸ μὲ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης. Θὰ καταλήξει τὴν τελευταία μέρα ἢ νύχτα τῆς ζωῆς του στὴν αἰώνια νύχτα τῆς κολάσεως.
Ἀλήθεια· ἔχουμε σκεφθεῖ ἐμεῖς ποτὲ πῶς θὰ εἶναι τὸ δικό μας τέλος, ἡ δική μας τελευταία μέρα ἢ νύχτα; Ἡ νύχτα αὐτὴ τοῦ πλουσίου τῆς Παραβολῆς ἦταν ἡ πιὸ ἐφιαλτικὴ καὶ ἀποτρόπαιη νύχτα τῆς ζωῆς του. Ἦταν ἡ νύχτα τὴν ὁποία ὀνειρευόταν ὡς νύχτα εὐτυχίας, καὶ τὴν περίμενε μὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι θὰ ἄρχιζε νὰ ἀπολαμβάνει γιὰ πολλὰ χρόνια ἀκόμη τὰ πλούτη του. Ἐκείνη ἡ νύχτα ὅμως ἔγινε γι᾿ αὐτὸν νύχτα ἀγωνίας καὶ τρόμου. Μιὰ νύχτα ἀτελείωτη καὶ φρικτή.
Διότι ὅσοι εἶναι προσκολλημένοι στὰ ὑλικὰ ἀγαθά, τὴν ὥρα τοῦ θανάτου τους εἰσέρχονται σὲ μία νύχτα φοβερὴ καὶ ἀτελείωτη. Ἐγκαταλείπουν πίσω τους ὅλα ἐκεῖνα για τὰ ὁποῖα μόχθησαν καὶ μὲ πολλὲς ἀγωνιώδεις φροντίδες συγκέντρωσαν καὶ ἀπέρχονται πάμφτωχοι, ἄδειοι ἀπὸ καλὰ ἔργα κι ἀπ᾿ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Σκοτάδι ἀπογνώσεως ἁπλώνεται γύρω τους καθὼς παραλαμβάνουν τὴν ψυχή τους οἱ σκοτεινοὶ δαίμονες.
Γιὰ τοὺς δικαίους ὅμως, γιὰ τοὺς ἐλεήμονες καὶ φιλάνθρωπους, ἡ τελευταία μέρα ἢ νύχτα εἶναι ἡ ὡραιότερη ἀνατολὴ μιᾶς ἡμέρας ἀτελεύτητης καὶ ἄδυτης. Εἶναι ἡ εἴσοδος στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς ἄραγε πῶς θὰ βρεθοῦμε τὴν τελευταία μας ὥρα; Εἶναι φοβερὸ νὰ ἔχουμε τὴν κατάληξη τοῦ πλουσίου τῆς Παραβολῆς. Γι᾿ αὐτὸ ἂς καταπολεμοῦμε κάθε πλεονεξία, κι ἂς ἀποταμιεύουμε τὰ ἀγαθά μας στὶς ἀποθῆκες τοῦ οὐρανοῦ, μοιράζοντάς τα στοὺς πεινασμένους καὶ ἐνδεεῖς. Γιὰ νὰ μὴν παραλάβουν τὴν ψυχή μας οἱ ἀπαίσιοι δαίμονες ἀλλὰ οἱ ἀγαθοὶ ἄγγελοι καὶ νὰ τὴν ὁδηγήσουν στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ.
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου