Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2018

ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ Γ΄ ΛΟΥ­ΚΑ, ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


­
ΙΕ­ΡΑ ΜΗ­ΤΡΟ­ΠΟ­ΛΙΣ ΠΑ­ΦΟΥ
Ι­Ε­ΡΟΣ ΝΑ­ΟΣ Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΩΝ ΠΑΥ­ΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡ­ΝΑ­ΒΑ
ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ Γ΄ ΛΟΥ­ΚΑ
(7 Ο­ΚΤΩΒ­ΡΙΟΥ 2018)


Ο Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΟΣ (Ι­Θ’ ΕΠΙ­ΣΤΟ­ΛΩΝ)
Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ οἶδεν, ὁ ὢν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας, ὅτι οὐ ψεύδομαι. Ἐν Δαμασκῷ ὁ ἐθνάρχης ῾Αρέτα τοῦ βασιλέως ἐφρούρει τὴν πόλιν Δαμασκηνῶν πιάσαι με, καὶ διὰ θυρίδος ἐν σαργάνῃ ἐχαλάσθην διὰ τοῦ τείχους καὶ ἐξέφυγον τὰς χεῖρας αὐτοῦ. Καυχᾶσθαι δεῖ· οὐ συμφέρει μοι· ἐλεύσομαι δὲ εἰς ὀπτασίας καὶ ἀποκαλύψεις Κυρίου. Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ πρὸ ἐτῶν δεκατεσσάρων· εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα, εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ. Καὶ οἶδα τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον· εἴτε ἐν σώματι εἴτε χωρὶς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι. Ὑπὲρ τοῦ τοιούτου καυχήσομαι, ὑπὲρ δὲ ἐμαυτοῦ οὐ καυχήσομαι εἰ μὴ ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου. Ἐὰν γὰρ θελήσω καυχήσασθαι, οὐκ ἔσομαι ἄφρων· ἀλήθειαν γὰρ ἐρῶ· φείδομαι δέ, μή τις εἰς ἐμὲ λογίσηται ὑπὲρ ὃ βλέπει με ἢ ἀκούει τι ἐξ ἐμοῦ. Καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀποκαλύψεων, ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι, ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος Σατᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ, ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι. Ὑπὲρ τούτου τρὶς τὸν Κύριον παρεκάλεσα ἵνα ἀποστῇ ἀπ᾽ ἐμοῦ· καὶ εἴρηκέν μοι· ᾽Αρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται· ἥδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾽ ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ.
(Β΄ Κορ. ια΄[11] 31-33, ιβ΄[12] 1-9)

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΤΑΠΕΙΝΟΣ
 1. Τα­πει­νΟς στΑ Υ­ψη­λΑ
Ἡ ση­με­ρι­νὴ ἀ­πο­στο­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ ἀ­πὸ τὴν Β΄ πρὸς Κο­ριν­θί­ους ἐ­πι­στο­λὴ εἶ­ναι ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κή. Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νὰ μι­λή­σει γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, προ­κει­μέ­νου νὰ ὑ­πε­ρα­σπί­σει τὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ κύ­ρος καὶ τὴν αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα τοῦ κη­ρύγ­μα­τός του.
Ἐ­πι­κα­λού­με­νος τὸν Θε­ὸ γιὰ τὴν ἀ­λή­θεια ὅ­σων πρό­κει­ται νὰ κα­τα­θέ­σει, ἀρ­χί­ζει μὲ ἕ­να πε­ρι­στα­τι­κὸ ἀ­πὸ τὴ Δα­μα­σκό. Τό­τε, στὴν ἀρ­χὴ τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς του ζω­ῆς, ἤ­θε­λε νὰ τὸν συλ­λά­βει ὁ δι­οι­κη­τὴς τῆς πό­λε­ως, ἀλ­λὰ δι­έ­φυ­γε, ἀ­φοῦ τὸν κα­τέ­βα­σαν μέ­σα σὲ δι­κτυ­ω­τὸ κα­λά­θι ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο τοῦ τεί­χους της.
Κι ἐ­νῶ ὁ ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­να­φέ­ρει πολ­λὰ πα­ρό­μοι­α πε­ρι­στα­τι­κὰ ἀ­πὸ τοὺς δι­ωγ­μοὺς καὶ τὶς πε­ρι­πέ­τει­ές του, στα­μα­τᾶ νὰ μι­λᾶ γι’ αὐ­τὰ καί, γιὰ πρώ­τη φο­ρά, κά­νει λό­γο γιὰ ἀ­πο­κα­λύ­ψεις ποὺ τοῦ χά­ρι­σε ὁ Κύ­ριος. Γρά­φει:
─Γνω­ρί­ζω ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ποὺ βρί­σκε­ται σὲ στε­νὴ σχέ­ση καὶ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μὲ τὸν Χρι­στό. Ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς πρὶν ἀ­πὸ δε­κα­τέσ­σε­ρα χρό­νια ἁρ­πά­χθη­κε καὶ ἀ­νυ­ψώ­θη­κε «ἕ­ως τρί­του οὐ­ρα­νοῦ». Δὲν γνω­ρί­ζω ὅ­μως ἐ­ὰν ἦ­ταν μὲ τὸ σῶ­μα του τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη ἢ ἦ­ταν σὲ ἔκ­στα­ση, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα του. Ὁ Θε­ὸς τὸ γνω­ρί­ζει.
Πάν­τως γνω­ρί­ζω ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός (εἴ­τε μὲ τὸ σῶ­μα του, εἴ­τε ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σῶ­μα του, μό­νο μὲ τὴν ψυ­χή του, δὲν γνω­ρί­ζω, ὁ Θε­ὸς γνω­ρί­ζει) «ἡρ­πά­γη εἰς τὸν πα­ρά­δει­σον καὶ ἤ­κου­σεν ἄρ­ρη­τα ρή­μα­τα, ἃ οὐκ ἐ­ξὸν ἀν­θρώ­πῳ λα­λῆ­σαι»· με­τα­φέρ­θη­κε στὸν Πα­ρά­δει­σο κι ἄ­κου­σε λό­για ποὺ κα­νέ­νας ἄν­θρω­πος δὲν ἔ­χει τὸν τρό­πο νὰ τὰ ἐκ­φρά­σει κι οὔ­τε ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ τὰ πεῖ λό­γῳ τῆς ἱ­ε­ρό­τη­τός τους.
Γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο αὐ­τὸ θὰ καυ­χη­θῶ, δι­ό­τι αὐ­τὸς εἶ­ναι ἄλ­λος Παῦ­λος, στὸν ὁ­ποῖ­ο ὁ Κύ­ριος ἔ­δω­σε πολ­λὲς χά­ρι­τες. Γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου ὅ­μως δὲν θὰ καυ­χη­θῶ πα­ρὰ μό­νο γιὰ τὶς θλί­ψεις καὶ τοὺς πει­ρα­σμούς μου, ὅ­που μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­σθέ­νεια καὶ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α μου φα­νε­ρώ­νε­ται ἡ δύ­να­μη τοῦ Θε­οῦ. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ κι ἄλ­λα γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­ξί­ζει νὰ καυ­χη­θεῖ κα­νείς, ἀλ­λὰ δὲν θὰ πῶ, για­τὶ φο­βᾶ­μαι ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ με­γα­λο­ποι­η­θοῦν αὐ­τὰ ποὺ λέ­γω.
Στέ­κε­ται ἐκ­στα­τι­κὸς κα­νεὶς μπρο­στὰ στὸ με­γα­λεῖ­ο τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­πο­στό­λου! Ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς ποὺ εἶ­χε δε­χθεῖ τό­σες συγ­κλο­νι­στι­κὲς ἀ­πο­κα­λύ­ψεις τὶς ἔ­κρυ­βε στὴ σι­ω­πὴ ἐ­πὶ 14 χρό­νια καὶ τώ­ρα ποὺ ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νὰ μι­λή­σει γι᾿ αὐ­τές, τὶς πε­ρι­γρά­φει μὲ πολ­λὴ με­τρι­ο­φρο­σύ­νη, λι­τό­τη­τα καὶ φό­βο Θε­οῦ. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ τρί­το πρό­σω­πο, σὰν νὰ πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­ον ἄλ­λον· ὡ­στό­σο εἶ­ναι ὁ ἴ­διος αὐ­τὸς ποὺ ἔ­ζη­σε αὐ­τὴ τὴν ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α ποὺ τοῦ χά­ρι­σε ὁ Κύ­ριος, προ­κει­μέ­νου νὰ τὸν ἐ­νι­σχύ­σει καὶ νὰ τὸν στε­ρε­ώ­σει στὴν ἀ­πο­στο­λι­κή του δι­α­κο­νί­α.
Πό­σο ἀ­πέ­χου­με ἀ­πὸ τὸ ὕ­ψος τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης του!… Ἐ­μεῖς ἂν βλέ­πα­με ἔ­στω μί­α ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς ὀ­πτα­σί­ες, μᾶλ­λον θὰ σπεύ­δα­με νὰ τὴν κοι­νο­ποι­ή­σου­με καὶ νὰ δι­α­φη­μί­σου­με τὸν ἑ­αυ­τό μας!… Δυ­στυ­χῶς τὸ ὑ­ψη­λὸ καὶ ἐ­γω­ι­στι­κὸ φρό­νη­μα τυ­φλώ­νει τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν κά­νει νὰ πε­ρι­αυ­το­λο­γεῖ καὶ νὰ ἀ­πο­δί­δει στὸν ἑ­αυ­τό του ἀ­νύ­παρ­κτες ἀ­ρε­τὲς ἢ ἀ­σή­μαν­τα κα­τορ­θώ­μα­τα. Ὁ τα­πει­νὸς ἄν­θρω­πος ὅ­μως ἀ­πο­φεύ­γει συ­στη­μα­τι­κὰ νὰ μι­λᾶ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Κι ἂν ἀ­κό­μη φα­νε­ρω­θεῖ κά­τι κα­λὸ γι᾿ αὐ­τόν, στὸν Θε­ὸ τὸ ἀ­πο­δί­δει ὡς δι­κό Του δῶ­ρο. Ἐ­πι­πλέ­ον ὁ τα­πει­νὸς ἄν­θρω­πος δὲν ἔ­χει ἀ­παι­τή­σεις ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὶς ὅ­ποι­ες δο­κι­μα­σί­ες μὲ ἀ­πό­λυ­τη ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὴν Πρό­νοι­ά Του. Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς συ­νέ­βη καὶ μὲ τὸν ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο, ὅ­πως φαί­νε­ται στὴ συ­νέ­χεια τῆς πε­ρι­κο­πῆς:
2. «Αρ­κεΙ σοι Η χΑ­ρις μου»
Ἐ­ξαι­τί­ας τῶν πολ­λῶν καὶ με­γά­λων ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ων, γρά­φει ὁ ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος, ἐ­πέ­τρε­ψε ὁ Θε­ὸς καὶ μοῦ δό­θη­κε «σκό­λοψ τῇ σαρ­κί», ἕ­να πράγ­μα βα­σα­νι­στι­κὸ γιὰ τὸ σῶ­μα, ἄγ­γε­λος τοῦ σα­τα­νᾶ, γιὰ νὰ μὲ χτυ­πᾶ καὶ νὰ μὲ τα­λαι­πω­ρεῖ, ὥ­στε νὰ μὴν ὑ­πε­ρη­φα­νεύ­ο­μαι.
Τρεῖς φο­ρὲς πα­ρα­κά­λε­σα τὸν Κύ­ριο νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νει τὸν πει­ρα­σμὸ αὐ­τό, ἀλ­λὰ ὁ Κύ­ριος μοῦ εἶ­πε: «Ἀρ­κεῖ σοι ἡ χά­ρις μου· ἡ γὰρ δύ­να­μίς μου ἐν ἀ­σθε­νεί­ᾳ τε­λει­οῦ­ται»· σοῦ εἶ­ναι ἀρ­κε­τὴ ἡ Χά­ρις ποὺ σοῦ δί­νω. Δι­ό­τι ἡ δύ­να­μή μου ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται τέ­λεια, ὅ­ταν ὁ ἀ­δύ­να­μος ἄν­θρω­πος μὲ τὴν ἐ­νί­σχυ­ση τῆς Χά­ρι­τος κα­τορ­θώ­νει με­γά­λα καὶ θαυ­μα­στά.
Τὸ πι­θα­νό­τε­ρο εἶ­ναι ὅ­τι ὁ ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ κά­ποι­α χρό­νια ἀ­σθέ­νεια, τὴν ὁ­ποί­α ὀ­νο­μά­ζει «σκό­λο­πα». Μπο­ρεῖ βέ­βαι­α νὰ ὑ­παι­νίσ­σε­ται καὶ κά­ποι­α ἄλ­λη δο­κι­μα­σί­α ποὺ δὲν γνω­ρί­ζου­με. Πάν­τως, σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, εἶ­ναι νὰ ἀ­πο­ρεῖ κα­νεὶς για­τί ὁ Θε­ὸς δὲν ἀν­τα­πο­κρί­θη­κε στὸ αἴ­τη­μα τοῦ πι­στοῦ Ἀ­πο­στό­λου Του καὶ δὲν τὸν ἀ­πήλ­λα­ξε ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν πει­ρα­σμό, ποὺ τὸν τα­λαι­πω­ροῦ­σε κα­θη­με­ρι­νά. Ὡ­στό­σο δὲν τὸν ἄ­φη­σε καὶ σὲ ἀ­πο­ρί­α. Τοῦ φα­νέ­ρω­σε ὅ­τι ὁ πει­ρα­σμὸς αὐ­τὸς συν­τε­λεῖ στὸ νὰ συ­ναι­σθά­νε­ται τὴν ἀ­δυ­να­μί­α του καὶ νὰ μὴν πα­ρα­σύ­ρε­ται στὴν ὑ­πε­ρη­φά­νεια, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται μὲ πιὸ θαυ­μα­στὸ τρό­πο ἡ παν­το­δύ­να­μη Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τὴ τὴ δύ­να­μη τοῦ Χρι­στοῦ αἰ­σθα­νό­ταν ὁ ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος μέ­σα στὴν ἀ­δυ­να­μί­α του. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἔ­λε­γε ὅ­τι μὲ με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­χα­ρί­στη­ση καυ­χι­έ­μαι γιὰ τὶς ἀσθένει­ές μου πα­ρὰ γιὰ τὶς ἐν­τυ­πω­σια­κὲς ἀ­πο­κα­λύ­ψεις.
Ἂς μὴν ἀ­πο­ροῦ­με λοι­πὸν κι ἐ­μεῖς ὅ­ταν ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με κά­ποι­α δο­κι­μα­σί­α. Ὁ πα­νά­γα­θος Θε­ὸς ἐ­πι­τρέ­πει κά­θε θλί­ψη γιὰ τὸ κα­λό μας. Ἐ­πι­πλέ­ον μᾶς ἐ­νι­σχύ­ει μὲ τὴ Χά­ρη Του γιὰ νὰ ἀν­τέ­χου­με καὶ νὰ μὴν ἀ­πο­κά­μνου­με. Ἂς μὴν ἀ­πελ­πι­ζό­μα­στε λοι­πὸν κι ἂς ζη­τοῦ­με τὴ Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τὴ ἀρ­κεῖ.

ΤΟ Ι­Ε­ΡΟ ΕΥ­ΑΓ­ΓΕ­ΛΙΟ
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, ἐ­πο­ρε­ύ­ε­το ὁ Ἰ­η­σοῦς εἰς πό­λιν κα­λου­μέ­νην Να­ΐν· καὶ συ­νε­πο­ρε­ύ­ον­το αὐ­τῷ οἱ μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ ἱ­κα­νοὶ καὶ ὄ­χλος πο­λύς. ὡς δὲ ἤγ­γι­σε τῇ πύ­λῃ τῆς πό­λε­ως, καὶ ἰ­δοὺ ἐ­ξε­κο­μί­ζε­το τε­θνη­κὼς υἱ­ὸς μο­νο­γε­νὴς τῇ μη­τρὶ αὐ­τοῦ, καὶ αὕ­τη ἦν χή­ρα, καὶ ὄ­χλος τῆς πό­λε­ως ἱ­κα­νὸς ἦν σὺν αὐ­τῇ. καὶ ἰ­δὼν αὐ­τὴν ὁ Κύ­ριος ἐ­σπλαγ­χνί­σθη ἐ­π' αὐ­τῇ καὶ εἶ­πεν αὐ­τῇ· Μὴ κλαῖ­ε· καὶ προ­σελ­θὼν ἥ­ψα­το τῆς σο­ροῦ, οἱ δὲ βα­στά­ζον­τες ἔ­στη­σαν, καὶ εἶ­πε· Νε­α­νί­σκε, σοὶ λέ­γω, ἐ­γέρ­θη­τι. καὶ ἀ­νε­κά­θι­σεν ὁ νε­κρὸς καὶ ἤρ­ξα­το λα­λεῖν, καὶ ἔ­δω­κεν αὐ­τὸν τῇ μη­τρὶ αὐ­τοῦ. ἔ­λα­βε δὲ φό­βος πάν­τας, καὶ ἐ­δό­ξα­ζον τὸν Θε­ὸν, λέ­γον­τες ὅ­τι Προ­φή­της μέ­γας ἐ­γή­γερ­ται ἐν ἡ­μῖν, καὶ ὅ­τι ἐ­πε­σκέ­ψα­το ὁ Θε­ὸς τὸν λα­ὸν αὐ­τοῦ.
                                           (Λουκ. ζ΄[7] 11 – 16)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό πή­γαινε ὁ Ἰ­η­σοῦς σὲ μί­α πό­λη ποὺ λε­γό­τα­ν Να­ΐν. Μα­ζί του βά­δι­ζαν καί οἱ μα­θη­τές του, οἱ ὁποῖοι ἦ­ταν ἀρ­κε­τοί, κα­θὼς καὶ πλῆθος λα­οῦ πο­λύ. Μό­λις ὅ­μως πλη­σί­α­σε στὴν πύ­λη τῆς πό­λε­ως, ἔ­βγα­ζαν ἔ­ξω ἕ­να νε­κρό, τὸν μο­νά­κρι­βο γιὸ μιᾶς μητέρας πού ἦ­ταν χή­ρα καὶ δὲν εἶ­χε κα­νέ­ναν ἄλ­λο προστάτη στὸν κό­σμο. Καὶ μα­ζὶ μ' αὐ­τὴν ἦ­ταν καὶ πο­λὺς λαός ἀπ' τὴν πό­λη πού συ­νό­δευ­ε καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μέ με­γά­λη συμ­πό­νια τὴν κη­δεί­α. Ὅ­ταν εἶ­δε τὴ χή­ρα ὁ Ἰ­η­σοῦς, τὴν σπλα­χνί­σθη­κε, καί γνω­ρί­ζον­τας μὲ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι σὲ λί­γο θὰ ἀ­νέ­σται­νε τό γιὸ της τῆς εἶ­πε: Μὴν κλαῖς. Τό­τε πλη­σί­α­σε κι ἄγ­γι­ξε τὸ φέ­ρε­τρο. Κι ἐ­κεῖ­νοι πού τὸ σή­κω­ναν στά­θη­καν. Καὶ εἶ­πε ὁ Ἰ­η­σοῦς: Νέ­ε μου, σέ σέ­να μι­λῶ. Σή­κω. Τό­τε ὁ νε­κρὸς ἀ­να­ση­κώ­θη­κε καὶ κά­θι­σε ζωντανός πά­νω στὸ φέ­ρε­τρο κι ἄρ­χι­σε νὰ μι­λά­ει. Καὶ ὁ Ἰησοῦς τὸν πα­ρέ­δω­σε στὴ μη­τέ­ρα του. Ὅ­λους τό­τε τοὺς κυ­ρί­ευ­σε φό­βος, δι­ό­τι αἰσθάνονταν τὴν πα­ρου­σί­α θεί­ας δυ­νά­με­ως μέ­σα στὴν ἁμαρτωλότητα καὶ ἀ­να­ξι­ό­τη­τά τους. Καὶ δό­ξα­ζαν τὸν Θεό καὶ ἔ­λε­γαν ὅ­τι με­γά­λος προ­φή­της ἐμ­φα­νί­στη­κε ἀνάμεσά μας καὶ ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ἐ­πι­σκέ­φθη­κε τὸν λα­ό του γιὰ τὸν προ­στα­τεύ­σει.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου