Παρασκευή 28 Αυγούστου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ IΒ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ IΒ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(30 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2020)

 


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Ἀ­δελ­φοί,  γνω­ρί­ζω ὑ­μῖν, ἀ­δελ­φοί, τὸ εὐ­αγ­γέ­λιον ὃ εὐ­ηγ­γε­λι­σά­μην ὑ­μῖν, ὃ καὶ πα­ρε­λά­βε­τε, ἐν ᾧ καὶ ἑ­στή­κα­τε, δι᾿ οὗ καὶ σῴ­ζε­σθε, τί­νι λό­γῳ εὐ­ηγ­γε­λι­σά­μην ὑ­μῖν εἰ κα­τέ­χε­τε, ἐ­κτὸς εἰ μὴ εἰ­κῇ ἐ­πι­στε­ύ­σα­τε. Πα­ρέ­δω­κα γὰρ ὑ­μῖν ἐν πρώ­τοις ὃ καὶ πα­ρέ­λα­βον, ὅ­τι Χρι­στὸς ἀ­πέ­θα­νεν ὑ­πὲρ τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν ἡ­μῶν κα­τὰ τὰς γρα­φάς, καὶ ὅ­τι ἐ­τά­φη, καὶ ὅ­τι ἐ­γή­γερ­ται τῇ τρί­τῃ ἡ­μέ­ρᾳ κα­τὰ τὰς γρα­φάς, καὶ ὅ­τι ὤ­φθη Κη­φᾷ, εἶ­τα τοῖς δώ­δε­κα· ἔ­πει­τα ὤ­φθη ἐ­πά­νω πεν­τα­κο­σί­οις ἀ­δελ­φοῖς ἐ­φά­παξ, ἐξ ὧν οἱ πλε­ί­ους μέ­νου­σιν ἕ­ως ἄρ­τι, τι­νὲς δὲ καὶ ἐ­κοι­μή­θη­σαν· ἔ­πει­τα ὤ­φθη ᾿Ι­α­κώ­βῳ, εἶ­τα τοῖς ἀ­πο­στό­λοις πᾶ­σιν· ἔ­σχα­τον δὲ πάν­των ὡ­σπε­ρεὶ τῷ ἐ­κτρώ­μα­τι ὤ­φθη κἀ­μοί. Ἐ­γὼ γάρ εἰ­μι ὁ ἐ­λά­χι­στος τῶν ἀ­πο­στό­λων, ὃς οὐκ εἰ­μὶ ἱ­κα­νὸς κα­λεῖ­σθαι ἀ­πό­στο­λος, δι­ό­τι ἐ­δί­ω­ξα τὴν ἐκ­κλη­σί­αν τοῦ Θε­οῦ· χά­ρι­τι δὲ Θε­οῦ εἰ­μι ὅ εἰ­μι· καὶ ἡ χά­ρις αὐ­τοῦ ἡ εἰς ἐ­μὲ οὐ κε­νὴ ἐ­γε­νή­θη, ἀλ­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρον αὐ­τῶν πάν­των ἐ­κο­πί­α­σα, οὐκ ἐ­γὼ δέ, ἀλλ᾿ ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ ἡ σὺν ἐ­μοί. Εἴ­τε οὖν ἐ­γὼ εἴ­τε ἐ­κεῖ­νοι, οὕ­τω κη­ρύσ­σο­μεν καὶ οὕ­τως ἐ­πι­στεύ­σα­τε.      

  (Α΄ Κορ. ιε΄[15] 1 –11)

 

Ο  ΑΓΩΝΑΣ  ΚΑΙ  Η  ΕΥΛΟΓΙΑ  ΤΗΣ  ΧΑΡΙΤΟΣ.

Δὲν ὑ­πάρ­χει πι­στὸς ποὺ νὰ ἀ­γνο­εῖ τὸν Ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο. Ὅ­σο μά­λι­στα κα­νεὶς με­λε­τᾶ τὶς θε­ό­πνευ­στες ἐ­πι­στο­λὲς καὶ τὴν ἀ­πο­στο­λι­κή του δρά­ση καὶ ζω­ὴ ποὺ ἀ­να­δύ­ε­ται­  μέ­σα ἀ­πὸ τὰ ἱ­ε­ρὰ κεί­με­να, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο θαυ­μά­ζει μὰ καὶ ἐμ­πνέ­ε­ται ἀ­πὸ τὴν μο­να­δι­κὴ αὐ­τὴ προ­σω­πι­κό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Μα­ζὶ δὲ μὲ τὸν Ἀπ. Πέ­τρο ἀ­πο­τε­λοῦν τοὺς πρω­το­κο­ρυ­φαί­ους τοῦ Ἀ­πο­στο­λι­κοῦ χο­ροῦ.

Ἀλ­λὰ ὁ πρώ­ην δι­ώ­κτης, ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶς κα­τα­γρά­φει, «πε­ρισ­σό­τε­ρον αὐ­τῶν πάν­των» ἐ­κο­πί­α­σε, «οὐκ ἐ­γὼ δὲ ἀλλ᾿ ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ ἡ σὺν ἐ­μοί». Ὄν­τως, ἀ­λή­θεια με­γά­λη ποὺ μᾶς ὁ­δη­γεῖ στὸ νὰ ἐμ­βα­θύ­νου­με στὸ θέ­μα τῆς χά­ρι­τος. Ἄλ­λω­στε γιὰ τὸν κά­θε πι­στό, ὅ­ταν δι­α­πι­στώ­νε­ται προ­κο­πὴ στὴν ὀρ­θό­δο­ξη πνευ­μα­τι­κό­τη­τα ἰ­σχύ­ει ὁ παύ­λει­ος λό­γος «χά­ρι­τι Θε­οῦ εἰ­μὶ ὁ εἰ­μὶ» (Α' Κορ. ι­ε'[15] 10).

Ἡ χά­ρις ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν δω­ρε­ὰ τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ στὸν ἄν­θρω­πο ποὺ ἀ­πο­δέ­χε­ται τὴν πί­στη καὶ τὴν θε­ϊ­κὴ ἀ­γά­πη. Εἶ­ναι ἡ εὐ­λο­γί­α διὰ τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, στὴν ὁ­ποί­α ὀ­φεί­λε­ται ὅ,τι κα­λὸ ἔ­χου­με στὴν ὕ­παρ­ξή μας καὶ στὸν βί­ον μας. Αὐ­τὴ ἡ χά­ρις ὄ­χι ἁ­πλῶς μᾶς ἐ­πι­σκέ­πτε­ται καὶ μᾶς συν­τη­ρεῖ στὴ ζω­ή, ἀλ­λὰ μᾶς το­νώ­νει καὶ μᾶς ἐ­νι­σχύ­ει δια­ρκῶς πρὸς κα­ταρ­τι­σμὸν καὶ πρὸς τὴν πο­ρεί­α τοῦ καθ᾿ ὁ­μοί­ω­σιν ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ τὸν σκο­πὸ τῆς ζω­ῆς μας.

Σὰν ἄλ­λο ὀ­ξυ­γό­νο ἀ­να­νε­ώ­νει καὶ ζω­ο­γο­νεῖ τὸ εἶ­ναι μας καὶ δι­α­τη­ρεῖ πάν­το­τε μέ­σα μας τὴν ἀ­κα­ταί­σχυν­τον ἐλ­πί­δα ποὺ ἐ­κτρέ­φε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Καὶ φυ­σι­κὰ ἡ ἐ­νί­σχυ­σις αὐ­τὴ ποὺ δω­ρί­ζει ἡ χά­ρις ποὺ ἀ­πέρ­ρευ­σε ἀ­πὸ τὸν αἱ­μα­το­βαμ­μέ­νο Σταυ­ρὸ τοῦ Χρι­στοῦ, δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­πο­κύ­η­μα τῆς φαν­τα­σί­ας καὶ οὐ­το­πί­α. Εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κό­της. Εἶ­ναι βί­ω­μα ποὺ τὸ ἔ­ζη­σαν καὶ τὸ ζοῦν ὅ­λοι οἱ ἅ­γιοι, οἱ ὁ­ποῖ­οι μὲ αὐ­τὴ τὴν ἐ­νί­σχυ­ση τῆς θεί­ας Χά­ρι­τος «τὴν σάρ­κα ἐ­σταύ­ρω­σαν σὺν τοῖς πα­θή­μα­σι καὶ ταῖς ἐ­πι­θυ­μί­αις» (Γαλ. ε'[5] 24) καὶ ἔ­ζη­σαν «ἐν και­νό­τη­τι ζω­ῆς» (Ρωμ. στ'[6] 4).

Φυ­σι­κὰ ὁ κά­θε πι­στὸς ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ πρό­σω­πο ποὺ ἔ­χει λά­βει διὰ τοῦ βα­πτί­σμα­τος τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα δῶ­ρα τῆς χά­ρι­τος καὶ τὰ ἰ­δι­κά του τά­λαν­τα. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος ποὺ δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται ἡ ἀν­τι­γρα­φὴ τῶν ἄλ­λων, ἀλ­λὰ ἡ καλ­λι­έρ­γεια τῆς ἰ­δί­ας τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τος ἐν Χρι­στῷ.

Καὶ ὅ­πως πο­λὺ ὡ­ραῖ­α ἐ­πὶ τοῦ θέ­μα­τος αὐ­τοῦ ἐκ­φρά­ζον­ται οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ὅ­πως τὸ ἴ­διο νε­ρὸ πο­τί­ζει τὰ δέν­δρα καὶ τὰ ἄν­θη, τὸ κα­θέ­να ὅ­μως ἀπ᾿ αὐ­τὰ πα­ρά­γει τὸν ἰ­δι­αί­τε­ρο καρ­πό του καὶ τὸ ὀ­μορ­φο­στό­λι­στο λου­λού­δι, ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς καὶ ἡ κοι­νὴ Τρι­α­δι­κὴ ἄ­κτι­στος χά­ρις προ­σφέ­ρει τὴν ποι­κι­λί­α τῶν χα­ρι­σμά­των στὴν κο­ρω­νί­δα τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας, τὸν ἄν­θρω­πο καὶ μά­λι­στα τὸ συ­νει­δη­τὸ μέ­λος τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας μας.

Βε­βαί­ως ἡ ἐ­νί­σχυ­σις αὐ­τὴ τῆς Χά­ρι­τος οὐ­δέ­πο­τε ἕ­ως τὸ τέ­λος τῶν αἰ­ώ­νων θὰ παύ­σει νὰ κά­μει αἰ­σθη­τὴ τὴν πα­ρου­σί­α της στὰ πρό­σω­πα τῶν Ἁ­γί­ων. Τὸ βλέ­που­με ἄλ­λω­στε ὅ­λοι μας σ᾿ αὐ­τὴ τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Μό­νο ὅ­σοι ὁ­πλί­ζον­ται διὰ τῶν ἱ­ε­ρῶν μυ­στη­ρί­ων, τῆς ἀ­κα­τα­παύ­στου νο­ε­ρᾶς-καρ­δια­κῆς προ­σευ­χῆς καὶ ὅ­σοι ἀ­πο­λαμ­βά­νουν τὸν εὐ­λο­γη­μέ­νο ἀ­γώ­να ἐ­ναν­τί­ον τοῦ δι­α­βό­λου, τοῦ κό­σμου καὶ τοῦ κα­κοῦ ἑ­αυ­τοῦ τους, αἰ­σθά­νον­ται τὴν πα­ρου­σί­α τῆς χά­ρι­τος. Βι­ώ­νουν μέ­σα τοὺς τὴν τό­νω­ση ποὺ χα­ρί­ζει Ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἐν­θαρ­ρί­νει τοὺς δι­κούς Του: «Θαρ­σεῖ­τε, ἐ­γὼ νε­νί­κη­κα τὸν κό­σμον» (Ἰ­ω­άν. ι­στ'[16] 33).

Ἐξ᾿ ἀν­τι­θέ­του τώ­ρα, δυ­νά­με­θα νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με τί αἰ­σθά­νον­ται μέ­σα στὴν ὕ­παρ­ξή τους ὅ­σοι ἀ­γνο­οῦν, ὅ­σοι ἔρ­χον­ται σὲ ἀν­τί­θε­ση καὶ ὅ­σοι, ἀλ­λοί­μο­νο, δι­ώ­κουν συ­νει­δη­τὰ τὴν δω­ρε­ὰ τῆς χά­ρι­τος. Ὑ­πάρ­χει ἀ­λή­θεια με­γα­λύ­τε­ρος καρ­δια­κὸς πό­νος καὶ βα­θύ­τε­ρο ὑ­παρ­ξια­κὸ κε­νὸ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο ποὺ ζοῦν ὅ­σοι ἀρ­νοῦν­ται τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ; Ὑ­φί­στα­ται με­γα­λυ­τέ­ρα κό­λα­σις, ξε­κι­νών­τας ἀπ᾿ αὐ­τὴ τὴν ζω­ή, ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη ποὺ ζοῦν ὅ­σοι διὰ τῆς ἀ­πι­στί­ας κα­ταν­τοῦν χει­ρό­τε­ροι τῶν φρι­κτῶν δαι­μό­νων καὶ διὰ τῆς σαρ­κι­κῆς δι­α­στρο­φῆς κα­τώ­τε­ροι καὶ αὐ­τῶν τῶν ἀ­λό­γων κτη­νῶν; Ἀ­ναμ­φι­βό­λως οὐ­δε­μί­α ἀρ­νη­τι­κὴ κα­τά­στα­σις μπο­ρεῖ νὰ συγ­κρι­θεῖ μὲ τὴν πί­κρα, τὴν δυ­στυ­χί­α, τὸν πα­ρα­λο­γι­σμὸ καὶ τὸν δαι­μο­νι­σμὸ ποὺ βι­ώ­νουν ὅ­σοι τό­σο αἰ­σχρῶς ἀ­πο­μα­κρύ­νουν διὰ τῶν ἐ­πι­λο­γῶν τους τὴν χά­ρη, ὅ­πως καὶ οἱ ἴ­διοι ἐν τα­πει­νώ­σει μαρ­τυ­ροῦν ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους συ­νέλ­θουν καὶ ἐ­πι­στρέ­ψουν στὸν δρό­μο τῆς ἀ­λη­θεί­ας καὶ ξε­δι­ψά­σουν ἀ­πὸ τὰ γάρ­γα­ρα νε­ρὰ τῆς χά­ρι­τος. Τί νὰ πεῖ τώ­ρα κα­νεὶς γιὰ ὅ­σους ἐκ τῶν ἰ­θυ­νόν­των ὑ­πο­δαυ­λί­ζουν, χρη­μα­το­δο­τοῦν καὶ ἀ­νε­ρυ­θριά­στως χαι­ρε­τοῦν τὰ πα­ραρ­τή­μα­τα αὐ­τὰ τῆς κο­λά­σε­ως (βλέ­πε πα­ρέ­λα­ση δι­ε­στραμ­μέ­νων κ.τ.λ.);

Γι᾿ αὐ­τὲς τὶς πε­ρι­πτώ­σεις, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὸ Ἔ­θνος μας καὶ φυ­σι­κὰ γιὰ τὸ παγ­κό­σμιο κα­τάν­τη­μα, ἐ­ὰν ἔ­χου­με δά­κρυ­α, ἂς τὰ προ­σφέ­ρου­με μή­πως καὶ ὡς ἄλ­λοι Νι­νευ­ί­τες σω­θοῦ­με ἀ­πὸ τὴν δι­καί­α ὀρ­γὴ τῆς Θεί­ας δι­και­ο­σύ­νης ποὺ ἐ­πέρ­χε­ται «ἐ­πὶ τοὺς υἱ­οὺς τῆς ἀ­πει­θεί­ας» καὶ φυ­σι­κὰ μα­ζὶ μὲ αὐ­τοὺς σὲ ὅ­σους ἀ­νέ­χον­ται τὴν βλα­σφη­μί­α τοῦ ὀ­νό­μα­τος τοῦ Θε­οῦ καὶ τὰ ἔρ­γα τῆς σαρ­κός.  

Πό­τε ἀ­λή­θεια οἱ ἄν­θρω­ποι θὰ ἐν­νο­ή­σου­με ὅ­τι ἡ χα­ρά, ἡ εὐ­τυ­χί­α, ἡ εὐ­δαι­μο­νί­α ὑ­πάρ­χουν μό­νο στὴν χά­ρη τοῦ Θε­οῦ καὶ ὄ­χι μα­κριὰ Αὐ­τοῦ; Πό­τε ἐ­πι­τέ­λους θὰ ἀ­νοί­ξουν τὰ μά­τια τῆς ψυ­χῆς μας ὥ­στε νὰ δοῦ­με ποῦ θὰ βροῦ­με ἐ­κεῖ­να ποὺ μὲ ὅ­λη μας τὴν ὕ­παρ­ξη πο­θοῦ­με;

Μέ­σα στὸ λει­τουρ­γι­κὸ σῶ­μα τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας μας, δι­α­σαλ­πί­ζει πρὸς τὸν κα­θέ­να μας ὁ με­γά­λος Ἀ­πό­στο­λος τῶν ἐ­θνῶν: «Ἀ­γω­νί­ζου τὸν κα­λὸν ἀ­γώ­να»! Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ εὐ­λο­γη­μέ­νο σύν­θη­μα πρὸς ὅ­λους καὶ ἐφ᾿ ὅ­ρου ζω­ῆς. Μᾶς βε­βαι­ώ­νει μά­λι­στα ὁ κή­ρυ­κας τῆς Οἰ­κου­μέ­νης στὰ τέ­λη τοῦ βί­ου του ὅ­τι ἡ ὅ­λη του ζω­ὴ ὑ­πῆρ­ξε εὐ­λο­γη­μέ­νη προ­σπά­θεια καὶ ἱ­ε­ρὸς ἀ­γώ­νας, καὶ ὅ­τι τὸν ἀ­γώ­να αὐ­τὸν τὸν ἔ­φε­ρε εἰς αἴ­σιον πέ­ρας.

Ἂς τὸ ὁ­μο­λο­γή­σου­με. Εἴ­μα­στε ἁ­μαρ­τω­λοί. Μπο­ροῦ­με ὅ­μως ἐ­ὰν τὸ θε­λή­σου­με νὰ κα­τα­κτή­σου­με τὴν ἀ­ρε­τὴ καὶ τὴν ἁ­γι­ό­τη­τα. Μπο­ροῦ­με νὰ ξε­κι­νή­σου­με τὸν ἀ­γώ­να τῆς κα­θάρ­σε­ως καὶ νὰ ἀ­πο­λαύ­σου­με τὰ ἐ­πί­πε­δά του φω­τι­σμοῦ. Καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ μπο­ροῦ­με νὰ τὰ κα­τορ­θώ­σου­με ὅ­ταν ἔ­χου­με πλου­σί­α τὴν χά­ρη τοῦ Θε­οῦ. Στὸ χέ­ρι μας εἶ­ναι λοι­πὸν εἴ­τε ὁ ξε­πε­σμός, εἴ­τε ἡ χα­ρὰ καὶ ἡ εὐ­λο­γί­α ποὺ ξε­κι­νοῦν ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ περ­νοῦν στὴν εὐ­λο­γη­μέ­νη αἰ­ω­νι­ό­τη­τα.

Καὶ ἂς μὴ λη­σμο­νοῦ­με­  πο­τὲ πὼς ὅ­ταν ὁ Χρι­στὸς κα­τέ­χει τὴν πρώ­τη θέ­ση στὴ ζω­ή μας, τό­τε ὅ­λα τ᾿ ἄλ­λα βρί­σκουν τὴ σω­στή τους θέ­ση. Ἀ­μήν.

 

ΠΗΓΗ: http://kirigmata.blogspot.com/2015/08/blog-post_22.html#more

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, νε­α­νί­σκος τις προ­σῆλ­θε τῷ ᾿Ι­η­σοῦ, γο­νυ­πε­τῶν αὐ­τῷ, καὶ λέ­γων· Δι­δά­σκα­λε ἀ­γα­θέ, τί ἀ­γα­θὸν ποι­ή­σω ἵ­να ἔ­χω ζω­ὴν αἰ­ώ­νιον; Ὁ δὲ εἶ­πεν αὐ­τῷ· Τί με λέ­γεις ἀ­γα­θόν; οὐ­δεὶς ἀ­γα­θὸς, εἰ μὴ εἷς ὁ Θε­ός. Εἰ δὲ θέ­λεις εἰ­σελ­θεῖν εἰς τὴν ζω­ήν, τή­ρη­σον τὰς ἐν­το­λάς. Λέγει αὐ­τῷ· Πο­ί­ας; Ὁ δὲ ᾿Ι­η­σοῦς εἶ­πε· Τὸ· Οὐ φο­νε­ύ­σεις· Οὐ μοι­χε­ύ­σεις· Οὐ κλέ­ψεις· Οὐ ψευ­δο­μαρ­τυ­ρή­σεις· Τίμα τὸν πα­τέ­ρα σου καὶ τὴν μη­τέ­ρα· καὶ· Ἀ­γα­πή­σεις τὸν πλη­σί­ον σου ὡς σε­αυ­τόν. Λέγει αὐ­τῷ ὁ νε­α­νί­σκος· Πάντα ταῦ­τα ἐ­φυ­λα­ξά­μην ἐκ νε­ό­τη­τός μου· τί ἔ­τι ὑ­στε­ρῶ;  Ἔ­φη αὐ­τῷ ὁ ᾿Ι­η­σοῦς· Εἰ θέ­λεις τέ­λει­ος εἶ­ναι, ὕ­πα­γε, πώ­λη­σόν σου τὰ ὑ­πάρ­χον­τα, καὶ δὸς πτω­χοῖς· καὶ ἕ­ξεις θη­σαυ­ρὸν ἐν οὐ­ρα­νῷ· καὶ δεῦ­ρο, ἀ­κο­λο­ύ­θει μοι. Ἀ­κο­ύ­σας δὲ ὁ νε­α­νί­σκος τὸν λό­γον, ἀ­πῆλ­θε λυ­πο­ύ­με­νος· ἦν γὰρ ἔ­χων κτή­μα­τα πολ­λά. ῾Ο δὲ ῾Ι­η­σοῦς εἶ­πε τοῖς Μα­θη­ταῖς αὐ­τοῦ· Ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν, ὅ­τι πλο­ύ­σιος δυ­σκό­λως εἰ­σε­λε­ύ­σε­ται εἰς τὴν βα­σι­λε­ί­αν τῶν οὐ­ρα­νῶν. Πάλιν δὲ λέ­γω ὑ­μῖν, εὐ­κο­πώ­τε­ρόν ἐ­στι κά­μη­λον διὰ τρυ­πή­μα­τος ῥα­φί­δος δι­ελ­θεῖν ἢ πλο­ύ­σιον εἰς τὴν βα­σι­λε­ί­αν τοῦ Θε­οῦ εἰ­σελ­θεῖν. Ἀ­κού­σαν­τες δὲ οἱ Μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ, ἐ­ξε­πλήσ­σον­το σφό­δρα, λέ­γον­τες· Τίς ἄ­ρα δύ­να­ται σω­θῆ­ναι; Ἐμ­βλέ­ψας δὲ ὁ ᾿Ι­η­σοῦς εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Πα­ρὰ ἀν­θρώ­ποις τοῦ­το ἀ­δύ­να­τόν ἐ­στι, πα­ρὰ δὲ Θε­ῷ πάν­τα δυ­να­τά ἐ­στι.                                     

                                        (Ματθ. ιθ΄[19] 16 – 26)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸν, κάποιος πλησίασε τὸν Ἰησοῦ καί τοῦ εἶπε: Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί καλό νά κάνω γιά νά ἀποκτήσω τήν αἰώνια ζωή;  Κι ὁ Κύριος τοῦ εἶπε: Ἀφοῦ ἀπευθύνεσαι σέ μένα θεωρώντας ὅτι εἶμαι ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, γιατί μέ ὀ­νο­μάζεις ἀγαθό; Κανείς δέν εἶναι ἀπό τόν ἑαυτό του πραγ­ματικά ἀγαθός παρά μόνο ἕνας, ὁ Θεός. Ἐάν ὅ­μως θέλεις νά μπεῖς στήν αἰώνια καί μακάρια ζωή, τήρησε σ’ ὅλη τή ζωή σου τίς ἐντολές. Τοῦ λέει ὁ νέος: Ποιές ἐντολές; Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: Τό νά μή σκοτώσεις, νά μή μοιχεύσεις, νά μήν κλέψεις, νά μήν ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τόν πατέρα καί τή μητέρα, καί νά ἀγαπήσεις τόν συνάνθρωπό σου σάν τόν ἑαυτό σου. Τοῦ λέει ὁ νέος, ὁ ὁποῖος δέν εἶχε διδαχθεῖ ποι­ά εἶ­­­ναι καί πῶς ἐφαρμόζεται ἡ ἀγά­πη πρός τόν συνάν­­­­θρω­πο:­ Ὅλα αὐτά τά φύλαξα ἀπό τότε πού ἤμουν νέ­­­ος. Τί ἄλλο μοῦ λείπει ἀκόμη; Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: Ἐάν θέλεις νά εἶσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε τά ὑπάρχοντά σου καί μοίρασέ τα στούς φτωχούς, καί θά ἔχεις θησαυρό στούς οὐρανούς. Κι ἔλα νά μέ ἀκολουθήσεις. Μόλις ὅμως ὁ νέος ἄκουσε τόν λόγο αὐτό, ἔφυγε λυπημένος· διότι εἶχε πολλά κτήματα, καί ἡ καρδιά του ἦταν κολλημένη σ’ αὐτά. Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε στούς μαθητές του: Ἀληθινά σᾶς λέω ὅτι δύσκολα ἕνας πλούσιος ἄνθρωπος θά μπεῖ στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Πάλι σᾶς λέω, εὐκολότερο εἶναι νά περάσει μιά καμήλα ἀπό τήν τρύπα πού ἀνοίγει ἡ βελόνα, παρά ὁ πλούσιος νά μπεῖ στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ὅταν οἱ μαθητές του τό ἄκουσαν αὐτό, ἔνιωσαν πολύ μεγάλη ἔκπληξη καί εἶπαν: Ποιός τάχα μπορεῖ νά σωθεῖ; Ὁ Ἰησοῦς τότε τούς κοίταξε ἐκφραστικά καί τούς εἶ­πε: Στούς ἀνθρώπους αὐτό εἶναι ἀδύνατο, στό Θεό ὅμως ὅλα εἶναι δυνατά. Μπορεῖ λοιπόν ὁ Θεός μέ τή χάρη του νά λύσει τούς δεσμούς τῆς καρδιᾶς κάθε καλοπροαίρετου πλουσίου μέ τό χρῆμα καί νά τόν καταστήσει ἄξιο τῆς σωτηρίας.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου