Παρασκευή 9 Ιουλίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΕΥΦΗΜΙΑΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(ΕΥΦΗΜΙΑΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ)

(11 ΙΟΥΛΙΟΥ 2021)

 



Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ)

Ἀ­δελ­φοί, συ­νερ­γοῦν­τες πα­ρα­κα­λοῦ­μεν μὴ εἰς κε­νὸν τὴν χά­ριν τοῦ Θε­οῦ δέ­ξα­σθαι ὑ­μᾶς — λέ­γει γάρ· και­ρῷ δε­κτῷ ἐ­πή­κου­σά σου καὶ ἐν ἡ­μέ­ρᾳ σω­τη­ρί­ας ἐ­βο­ή­θη­σά σοι· ἰ­δοὺ νῦν και­ρὸς εὐ­πρόσ­δε­κτος, ἰ­δοὺ νῦν ἡ­μέ­ρα σω­τη­ρί­ας — μη­δε­μί­αν ἐν μη­δε­νὶ δι­δόν­τες προ­σκο­πήν, ἵ­να μὴ μω­μη­θῇ ἡ δι­α­κο­νί­α, ἀλλ᾿ ἐν παν­τὶ συ­νι­στῶν­τες ἑ­αυ­τοὺς ὡς Θε­οῦ δι­ά­κο­νοι, ἐν ὑ­πο­μο­νῇ πολ­λῇ, ἐν θλί­ψε­σιν, ἐν ἀ­νάγ­καις, ἐν στε­νο­χω­ρί­αις, ἐν πλη­γαῖς, ἐν φυ­λα­καῖς, ἐν ἀ­κα­τα­στα­σί­αις, ἐν κό­ποις, ἐν ἀ­γρυ­πνί­αις, ἐν νη­στε­ί­αις, ἐν ἁ­γνό­τη­τι, ἐν γνώ­σει, ἐν μα­κρο­θυ­μί­ᾳ, ἐν χρη­στό­τη­τι, ἐν Πνε­ύ­μα­τι ῾Α­γί­ῳ, ἐν ἀ­γά­πῃ ἀ­νυ­πο­κρί­τῳ, ἐν λό­γῳ ἀ­λη­θε­ί­ας, ἐν δυ­νά­μει Θε­οῦ, διὰ τῶν ὅ­πλων τῆς δι­και­ο­σύ­νης τῶν δε­ξι­ῶν καὶ ἀ­ρι­στε­ρῶν, διὰ δό­ξης καὶ ἀ­τι­μί­ας, διὰ δυ­σφη­μί­ας καὶ εὐ­φη­μί­ας, ὡς πλά­νοι καὶ ἀ­λη­θεῖς, ὡς ἀ­γνο­ο­ύ­με­νοι καὶ ἐ­πι­γι­νω­σκό­με­νοι, ὡς ἀ­πο­θνή­σκον­τες καὶ ἰ­δοὺ ζῶ­μεν, ὡς παι­δευ­ό­με­νοι καὶ μὴ θα­να­το­ύ­με­νοι, ὡς λυ­πο­ύ­με­νοι ἀ­εὶ δὲ χα­ί­ρον­τες, ὡς πτω­χοὶ πολ­λοὺς δὲ πλου­τί­ζον­τες, ὡς μη­δὲν ἔ­χον­τες καὶ πάν­τα κα­τέ­χον­τες.

                                         (Β΄ Κορ. Ϛ΄[6] 1 – 10)

 

ΕΓΕΡΤΗΡΙΟ ΣΑΛΠΙΣΜΑ

1. Και­ρὸς σω­τη­ρί­ας

Μὲ συ­νο­χὴ ψυ­χῆς ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἀ­πευ­θύ­νε­ται στοὺς Χρι­στια­νοὺς τῆς Κο­ρίν­θου μὲ σκο­πὸ νὰ κα­τα­δεί­ξει τὴν καί­ρια ση­μα­σί­α τοῦ εὐ­αγ­γε­λι­κοῦ κη­ρύγ­μα­τος, τὸ ὁ­ποῖ­ο δι­α­κο­νοῦν οἱ ἅ­γιοι Ἀ­πό­στο­λοι, καὶ τὴν εὐ­θύ­νη τῶν πι­στῶν γιὰ τὴν ἀ­πο­δο­χὴ τοῦ θεί­ου λό­γου.

Λέ­γει λοι­πὸν τὰ ἑ­ξῆς: Ἐ­μεῖς οἱ Ἀ­πό­στο­λοι συ­νερ­γα­ζό­μα­στε μὲ τὸν Θε­ὸ στὸ ἔρ­γο τῆς κα­ταλ­λα­γῆς, δη­λα­δὴ τῆς συμ­φι­λι­ώ­σε­ως τῶν ἀν­θρώ­πων μὲ τὸν Θε­ό. Γι’ αὐ­τὸ καὶ σᾶς πα­ρα­κα­λοῦ­με νὰ φρον­τί­σε­τε νὰ μὴν πά­ει χα­μέ­νη ἡ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ ποὺ δε­χθή­κα­τε. Δι­ό­τι στὴν Ἁ­γί­α Γρα­φὴ ἀ­να­φέ­ρε­ται τὸ ἑ­ξῆς: Στὸν κα­τάλ­λη­λο και­ρὸ σὲ ἄ­κου­σα καὶ τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ σοῦ δό­θη­κε εὐ­και­ρί­α σω­τη­ρί­ας σὲ βο­ή­θη­σα· «ἰ­δοὺ νῦν και­ρὸς εὐ­πρόσ­δε­κτος, ἰ­δοὺ νῦν ἡ­μέ­ρα σω­τη­ρί­ας». Τώ­ρα εἶ­ναι ὁ κα­τάλ­λη­λος και­ρός, τώ­ρα εἶ­ναι ἡ­μέ­ρα σω­τη­ρί­ας.

Οἱ ἀ­φυ­πνι­στι­κοὶ αὐ­τοὶ λό­γοι κα­λοῦν καὶ ἐ­μᾶς νὰ ἀ­να­λά­βου­με τὶς εὐ­θύ­νες μας. Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ὁ πα­νά­γα­θος Θε­ὸς μᾶς χα­ρί­ζει ἀ­να­ρίθ­μη­τες εὐ­και­ρί­ες ποὺ μᾶς κα­λοῦν στὴ με­τά­νοι­α καὶ τὴ σω­τη­ρί­α: χρι­στι­α­νι­κὰ βι­βλί­α καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ γιὰ νὰ με­λε­τοῦ­με τὸν θεῖ­ο λό­γο, συ­νά­ξεις μὲ ὁ­μι­λί­ες πνευ­μα­τι­κῆς οἰ­κο­δο­μῆς, ἱ­ε­ρὲς Ἀ­κο­λου­θί­ες καὶ ἅ­για Μυ­στή­ρια, πρω­τί­στως δὲ τὴν ἱ­ε­ρὰ Ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καὶ τὴ θεί­α Κοι­νω­νί­α. Ἆ­ρα­γε ἀ­ξι­ο­ποι­οῦ­με αὐ­τὲς τὶς εὐ­και­ρί­ες ποὺ μᾶς πα­ρέ­χον­ται τό­σο πλου­σι­ο­πά­ρο­χα ἢ μή­πως ἀ­να­βάλ­λου­με γιὰ ἀρ­γό­τε­ρα;… Ἀ­λί­μο­νο! Καὶ ποῦ ξέ­ρου­με ἂν θὰ ἔ­χου­με κι αὔ­ριο αὐ­τὲς τὶς εὐ­και­ρί­ες; Ποῦ ξέ­ρου­με ἂν θὰ ἔ­χου­με αὔ­ριο τὴν ὑ­γεί­α μας καὶ θὰ μπο­ροῦ­με νὰ με­λε­τοῦ­με τὴν Ἁ­γί­α Γρα­φὴ ἢ νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦ­με; Γι’ αὐ­τὸ κι ὁ ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος τὸ το­νί­ζει: Τώ­ρα εἶ­ναι ἡ εὐ­και­ρί­α! Σή­με­ρα! Μὴν πε­ρι­φρο­νεῖ­τε τὴν κλή­ση τοῦ Θε­οῦ! Ἀ­κοῦ­στε μας… Γιὰ τὸ κα­λό σας πα­σχί­ζου­με ἐ­μεῖς οἱ Ἀ­πό­στο­λοι!

2. Πλού­σιοι πνευ­μα­τι­κὰ

Καὶ γιὰ νὰ ἀ­πο­δεί­ξει τὶς γνή­σι­ες προ­θέ­σεις τῶν κη­ρύ­κων τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, ὁ θε­ό­πνευ­στος Ἀ­πό­στο­λος προ­χω­ρεῖ σὲ πε­ρι­γρα­φὴ τῆς ζω­ῆς τῶν Ἀ­πο­στό­λων:

Ἐ­μεῖς, λέ­γει, προ­σπα­θοῦ­με νὰ μὴ δί­νου­με πο­τὲ κά­ποι­α ἀ­φορ­μὴ σκαν­δά­λου, ὥ­στε νὰ μὴ βρε­θεῖ κα­νεὶς νὰ κα­τη­γο­ρή­σει τὴ δι­α­κο­νί­α τοῦ κη­ρύγ­μα­τος.

Ἀν­τί­θε­τα, ἐ­πι­δι­ώ­κου­με μὲ κά­θε τρό­πο νὰ ἐρ­γα­ζό­μα­στε «ὡς Θε­οῦ δι­ά­κο­νοι» δεί­χνον­τας πολ­λὴ ὑ­πο­μο­νὴ σὲ ὅ­λα: ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με θλί­ψεις, στε­ρή­σεις καὶ στε­νο­χώ­ρι­ες, ἀλ­λὰ δὲν ἀ­πο­γο­η­τευ­ό­μα­στε. Μᾶς πλη­γώ­νουν οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ βί­αι­α μέ­σα, μᾶς φυ­λα­κί­ζουν καὶ μᾶς κα­τα­δι­ώ­κουν δια­ρκῶς, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πο­χω­ροῦ­με. Κο­πι­ά­ζου­με κα­θη­με­ρι­νά, μέ­νου­με ἄ­γρυ­πνοι ἢ καὶ νη­στι­κοὶ πολ­λὲς φο­ρές, ἀλ­λὰ δὲν ἀ­πο­κά­μνου­με. Μὲ ὅ­λα αὐ­τὰ καλ­λι­ερ­γοῦ­με τὴν ἀ­ρε­τὴ τῆς ὑ­πο­μο­νῆς.

Πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως τὸ ἔρ­γο μας φρον­τί­ζου­με νὰ τὸ ἐ­πι­τε­λοῦ­με μὲ ἁ­γνό­τη­τα, μὲ ὀρ­θὴ ἐ­πί­γνω­ση τῆς ἀ­λη­θεί­ας, μὲ μα­κρο­θυ­μί­α καὶ κα­λο­σύ­νη, μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, μὲ ἀ­νυ­πό­κρι­τη ἀ­γά­πη, μὲ λό­γο ποὺ φα­νε­ρώ­νει τὴν ἀ­λή­θεια καὶ μὲ τὴ δύ­να­μη τοῦ Θε­οῦ ποὺ ἐκ­δη­λώ­νε­ται μέ­σα ἀ­πὸ θαυ­μα­στὰ ση­μεῖ­α. Ἐ­πι­πλέ­ον χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με ὅ­πλα πνευ­μα­τι­κά, ἀ­μυν­τι­κὰ καὶ ἐ­πι­θε­τι­κά, γιὰ νὰ φέ­ρου­με τὴ δι­και­ο­σύ­νη.

Δια­ρκῶς βι­ώ­νου­με ἔν­το­νες ἀν­τι­θέ­σεις: Ἄλ­λοι μᾶς δο­ξά­ζουν, ἄλ­λοι μᾶς προ­σβάλ­λουν, ἄλ­λοι μᾶς συ­κο­φαν­τοῦν κι ἄλ­λοι μᾶς ἐ­παι­νοῦν, ὥ­στε νὰ θε­ω­ρού­μα­στε ἄλ­λο­τε ἀ­πα­τε­ῶ­νες κι ἄλ­λο­τε γνή­σιοι δι­ά­κο­νοι τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Πολ­λοὶ μᾶς ἀ­γνο­οῦν, πολ­λοὶ ὅ­μως μᾶς γνω­ρί­ζουν κα­λά. Πολ­λὲς φο­ρὲς φτά­νου­με μέ­χρι τὸ χεῖ­λος τοῦ θα­νά­του, κι ὅ­μως τε­λι­κὰ εἴ­μα­στε ζων­τα­νοί! Μᾶς παι­δα­γω­γεῖ μὲ δο­κι­μα­σί­ες ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λὰ δὲν μᾶς ἀ­φή­νει νὰ χα­θοῦ­με. Στὰ μά­τια τῶν ἀν­θρώ­πων ἡ ζω­ή μας φαί­νε­ται ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τη, ἐ­μεῖς ὅ­μως πάν­το­τε χαι­ρό­μα­στε γιὰ ὅ­λα. Μᾶς θε­ω­ροῦν φτω­χούς, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὅ­μως εἴ­μα­στε πάμ­πλου­τοι· ζοῦ­με «ὡς μη­δὲν ἔ­χον­τες καὶ πάν­τα κα­τέ­χον­τες», ὡ­σὰν νὰ μὴν ἔ­χου­με τί­πο­τα ποὺ νὰ μᾶς ἀ­νή­κει, ἐ­νῶ οὐ­σι­α­στι­κὰ κα­τέ­χου­με τὰ πάν­τα!

Εἶ­ναι πα­ρά­δο­ξες οἱ ἀν­τι­θέ­σεις ποὺ κα­τα­γρά­φει ὁ ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος, ἀλ­λὰ τό­σο ἀ­λη­θι­νές! Πράγ­μα­τι, ἔ­χει δί­και­ο νὰ λέ­γει ὅ­τι οἱ Ἀ­πό­στο­λοι κα­τέ­χουν τὰ πάν­τα κι ἂς μὴν ἔ­χουν κα­μί­α πε­ρι­ου­σί­α. Δι­ό­τι, ἐ­νῶ δὲν εἶ­χαν τί­πο­τε, εἶ­χαν τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴν ἐ­κτί­μη­ση τῶν Χρι­στια­νῶν, ποὺ ὁ­μο­λο­γοῦ­σαν ὅ­τι θὰ ἔ­βγα­ζαν καὶ τὰ μά­τια τους καὶ τὴν ἴ­δια τους τὴ ζω­ὴ θὰ ἔ­δι­ναν γιὰ νὰ τοὺς ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σουν.

Ἂν ἤ­θε­λαν οἱ Ἀ­πό­στο­λοι, θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἐκ­με­ταλ­λευ­θοῦν τὰ χα­ρί­σμα­τά τους καὶ νὰ πλου­τί­σουν. Θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀ­παι­τοῦν νὰ πλη­ρώ­νον­ται γιὰ τὶς ὁ­μι­λί­ες τους, τὶς θε­ρα­πεῖ­ες τῶν ἀ­σθε­νῶν, τὴν ὀρ­γά­νω­ση τῶν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν κοι­νο­τή­των, τὰ τα­ξί­δια τους γιὰ τὴ δι­ά­δο­ση τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Πο­τὲ ὅ­μως δὲν θέ­λη­σαν κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ ἀ­ναγ­καῖ­α. Κι αἰ­σθά­νον­ταν πραγ­μα­τι­κὰ πλού­σιοι. Ὄ­χι μό­νο δι­ό­τι κα­λύ­πτον­ταν οἱ ὑ­λι­κές τους ἀ­νάγ­κες, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως δι­ό­τι εἶ­χαν μέ­σα στὴν καρ­διά τους τὸν κρυμ­μέ­νο πο­λύ­τι­μο μαρ­γα­ρί­τη, τὸν ἀ­λη­θι­νὸ θη­σαυ­ρό, τὰ ἀ­μύ­θη­τα πλού­τη τοῦ Χρι­στοῦ.

Ἂς τὸ μά­θου­με λοι­πὸν κα­λά: Ἀ­λη­θι­νὰ πλού­σιο δὲν σὲ κά­νουν οὔ­τε τὰ χρή­μα­τα οὔ­τε τὰ κτή­μα­τα. Εἶ­σαι πλού­σιος πραγ­μα­τι­κά, ἂν ζεῖς ἑ­νω­μέ­νος μὲ τὸν Χρι­στό. Δι­ό­τι, ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ ὅ­σιος Πορ­φύ­ριος ὁ Καυ­σο­κα­λυ­βί­της, «ὅ­ποι­ος κα­τέ­χει τὸν Χρι­στό, κα­τέ­χει τὸ πᾶν»!

 (Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶπεν ὁ Κύριος. Ὁ λύ­χνος τοῦ σώ­μα­τός ἐ­στιν ὁ ὀ­φθαλ­μός. ἐ­ὰν οὖν ὁ ὀ­φθαλ­μός σου ἁ­πλοῦς ᾖ, ὅ­λον τὸ σῶ­μά σου φω­τει­νὸν ἔ­σται· ἐ­ὰν δὲ ὁ ὀ­φθαλ­μός σου πο­νη­ρὸς ᾖ, ὅ­λον τὸ σῶ­μά σου σκο­τει­νὸν ἔ­σται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκό­τος ἐ­στί, τὸ σκό­τος πό­σον; Οὐ­δεὶς δύ­να­ται δυ­σὶ κυ­ρί­οις δου­λε­ύ­ειν· ἢ γὰρ τὸν ἕ­να μι­σή­σει καὶ τὸν ἕ­τε­ρον ἀ­γα­πή­σει, ἢ ἑ­νὸς ἀν­θέ­ξε­ται καὶ τοῦ ἑ­τέ­ρου κα­τα­φρο­νή­σει· οὐ δύ­να­σθε Θε­ῷ δου­λε­ύ­ειν καὶ μα­μω­νᾷ. Δι­ὰ τοῦ­το λέ­γω ὑ­μῖν, μὴ με­ρι­μνᾶ­τε τῇ ψυ­χῇ ὑ­μῶν τί φά­γη­τε καὶ τί πί­η­τε, μη­δὲ τῷ σώ­μα­τι ὑ­μῶν τί ἐν­δύ­ση­σθε· οὐ­χὶ ἡ ψυ­χὴ πλεῖ­όν ἐ­στιν τῆς τρο­φῆς καὶ τὸ σῶ­μα τοῦ ἐν­δύ­μα­τος; ἐμ­βλέ­ψα­τε εἰς τὰ πε­τει­νὰ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, ὅ­τι οὐ σπε­ί­ρου­σιν οὐ­δὲ θε­ρί­ζου­σιν οὐ­δὲ συ­νά­γου­σιν εἰς ἀ­πο­θή­κας, καὶ ὁ πα­τὴρ ὑ­μῶν ὁ οὐ­ρά­νι­ος τρέ­φει αὐ­τά· οὐχ ὑ­μεῖς μᾶλ­λον δι­α­φέ­ρε­τε αὐ­τῶν; τίς δὲ ἐξ ὑ­μῶν με­ρι­μνῶν δύ­να­ται προ­σθεῖ­ναι ἐ­πὶ τὴν ἡ­λι­κί­αν αὐ­τοῦ πῆ­χυν ἕ­να; καὶ πε­ρὶ ἐν­δύ­μα­τος τί με­ρι­μνᾶ­τε; κα­τα­μά­θε­τε τὰ κρί­να τοῦ ἀ­γροῦ πῶς αὐ­ξά­νει· οὐ κο­πι­ᾷ οὐ­δὲ νή­θει· λέ­γω δὲ ὑ­μῖν ὅ­τι οὐ­δὲ Σο­λο­μὼν ἐν πά­σῃ τῇ δό­ξῃ αὐ­τοῦ πε­ρι­ε­βά­λε­το ὡς ἓν το­ύ­των. Εἰ δὲ τὸν χόρ­τον τοῦ ἀ­γροῦ, σή­με­ρον ὄν­τα καὶ αὔ­ρι­ον εἰς κλί­βα­νον βαλ­λό­με­νον, ὁ Θε­ὸς οὕ­τως ἀμ­φι­έν­νυ­σιν, οὐ πολ­λῷ μᾶλ­λον ὑ­μᾶς, ὀ­λι­γό­πι­στοι; μὴ οὖν με­ρι­μνή­ση­τε λέ­γον­τες, τί φά­γω­μεν ἤ τί πί­ω­μεν ἤ τί πε­ρι­βα­λώ­με­θα; πάν­τα γὰρ ταῦ­τα τὰ ἔ­θνη ἐ­πι­ζη­τεῖ· οἶ­δε γὰρ ὁ πα­τὴρ ὑ­μῶν ὁ οὐ­ρά­νι­ος ὅ­τι χρῄ­ζε­τε το­ύ­των ἁ­πάν­των. ζη­τεῖ­τε δὲ πρῶ­τον τὴν βα­σι­λε­ί­αν τοῦ Θε­οῦ καὶ τὴν δι­και­ο­σύ­νην αὐ­τοῦ, καὶ ταῦ­τα πάν­τα προ­στε­θή­σε­ται ὑ­μῖν.         

   (Ματθ.Ϛ΄[6] 22 – 33)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

            Εἶπεν ὁ Κύριος. Τὸ λυχνάρι ποὺ δίνει φῶς στὸ σῶμα εἶναι τὸ μάτι· καὶ τὸ λυχνάρι ποὺ φωτίζει τὴν ψυχὴ εἶναι ὁ νοῦς. Ἐὰν λοιπὸν τὸ μάτι σου εἶναι ὑγιές, ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι γεμάτο φῶς, σὰν νὰ ἦταν ὁλόκληρο τὸ σῶμα σου μάτι. Ἔτσι θὰ φωτίζεται καὶ ἡ ψυχή σου, ἐὰν ὁ νοῦς σου καὶ ἡ καρδιά σου δὲν ἔχουν τυφλωθεῖ ἀπ' τὴ φιλαργυρία καὶ τὴν προσκόλληση στὰ μάταια. Ἐὰν ὅμως τὸ μάτι σου εἶναι βλαμμένο καὶ τυφλωμένο, ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι βυθισμένο στὸ σκοτάδι. Ἐὰν λοιπὸν ἐκεῖνο ποὺ σοῦ δόθηκε γιὰ νὰ σοῦ μεταδίδει φῶς γίνει σκοτάδι, σὲ πόσο σκοτάδι θὰ βυθισθεῖς; Κάτι ἀνάλογο θὰ συμβεῖ, ἐὰν καὶ ὁ νοῦς σκοτισθεῖ  ἀπὸ  τὴν  προσκόλληση  στὸν πλοῦτο. Σὲ πόσο ἠθικὸ σκοτάδι θὰ βυθισθεῖ τότε ἡ ψυχή σου! Μὴν ἀπατᾶτε τὸν ἑαυτό σας μὲ τὴν ἰδέα ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ θησαυρίζει κανεὶς καὶ στὴ γῆ καὶ ταυτόχρονα νὰ εἶναι προσκολλημένος καὶ στὸ Θεό. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι συγχρόνως δοῦλος σὲ δύο κυρίους. Διότι ἢ θὰ μισήσει τὸν ἕνα καὶ θὰ ἀγαπήσει τὸν ἄλλο, ἢ θὰ προσκολληθεῖ στὸν ἕνα καὶ θὰ περιφρονήσει τὸν ἄλλο. Δὲν μπορεῖτε νὰ εἶστε συγχρόνως δοῦλοι καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ μαμωνᾶ, δηλαδὴ τοῦ πλούτου. Ἢ θὰ μισήσετε τὸν πλοῦτο γιὰ νὰ ἀγαπήσετε τὸν Θεό, ἢ θὰ προσκολληθεῖτε στὸν πλοῦτο καὶ θὰ περιφρονήσετε τότε τὸν Θεό.

Ἡ καρδιά σας λοιπὸν πρέπει νὰ ἀνήκει ἀποκλειστικὰ στὸν Θεό. Γι᾿ αὐτὸ σᾶς λέω, κόψτε τὴ ρίζα τῆς πλεονεξίας· καὶ μὴ φροντίζετε μὲ ἀγωνία καὶ στενοχώρια γιὰ τὴ ζωή σας τί θὰ φᾶτε καὶ τί θὰ πιεῖτε, οὔτε γιὰ τὸ σῶμα σας τί ἔνδυμα θὰ φορέσετε. Δὲν ἀξίζει ἡ ζωὴ περισσότερο ἀπὸ τὴν τροφή, καὶ τὸ σῶμα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ ἔνδυμα; Ὁ Θεὸς λοιπὸν ποὺ σᾶς ἔδωσε αὐτὰ τὰ ἀνώτερα, θὰ σᾶς δώσει καὶ τὰ κατώτερα, τὴν τροφὴ δηλαδὴ καὶ τὸ ἔνδυμα. Κοιτάξτε τὰ πουλιὰ ποὺ πετοῦν στὸν ἀέρα καὶ δεῖτε ὅτι αὐτὰ δὲν σπέρνουν οὔτε θερίζουν οὔτε μαζεύουν τροφὲς σὲ ἀποθῆκες γιὰ τὸ χειμώνα ἢ τὸν καιρὸ τῆς στερήσεως. Κι ὅμως ὁ ἐπουράνιος Πατέρας σας τὰ τρέφει. Ἐσεῖς δὲν ἀξίζετε πολὺ περισσότερο ἀπὸ αὐτά; Καὶ γιὰ νὰ καταλάβετε πόσο ἀνόητη καὶ ἀνίσχυρη εἶναι αὐτή σας ἡ μέριμνα, σᾶς ρωτῶ: Ποιὸς ἀπὸ σᾶς, ὁσοδήποτε κι ἂν φροντίσει, μπορεῖ νὰ προσθέσει στὸ ἀνάστημά του ἕναν πήχη; Κανένας. Τί κατορθώνετε λοιπὸν μὲ τὴ μέριμνά σας; Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἔνδυμα γιατί κυριεύεσθε ἀπὸ ἀνήσυχη καὶ ἀγωνιώδη φροντίδα; Παρατηρῆστε τὰ ἀγριολούλουδα, ποὺ φυτρώνουν μόνα τους στὸν ἀγρό, μὲ ποιὸ τρόπο αὐξάνουν. Δὲν κοπιάζουν οὔτε γνέθουν· κι ὅμως σᾶς λέω ὅτι οὔτε ὁ σοφὸς σὲ ἐπινοήσεις Σολομών, μὲ ὅλη τὴν ξακουσμένη βασιλική του μεγαλοπρέπεια καὶ τὴ λαμπρὴ καὶ ἔνδοξη περιβολὴ καὶ ἐμφάνισή του, δὲν ντύθηκε μὲ ἔνδυμα τόσο ὡραῖο καὶ θαυμάσιο, ὅπως περιβάλλεται ἕνα ἀπὸ τὰ ἀγριολούλουδα αὐτά. Κι ἂν ὁ Θεὸς ντύνει μὲ τόση μεγαλοπρέπεια τὰ ἀγριόχορτα, ποὺ φυτρώνουν μόνα τους στὸν ἀγρὸ καὶ δὲν ἔχουν προορισμὸ νὰ ζήσουν αἰώνια, ὅπως ἐσεῖς, ἀλλὰ σήμερα ὑπάρχουν καὶ αὔριο ρίχνονται στὸ φοῦρνο ὡς καύσιμη ὕλη, δὲν θὰ φροντίσει πολὺ περισσότερο γιὰ σᾶς καὶ δὲν θὰ σᾶς δώσει ἔνδυμα, ὀλιγόπιστοι; Μὴν καταληφθεῖτε λοιπὸν ποτὲ ἀπὸ ἀγωνιώδη φροντίδα λέγοντας: τί θὰ φᾶμε, ἢ τί θὰ πιοῦμε, ἢ μὲ ποιὸ ἔνδυμα θὰ ντυθοῦμε; Διότι οἱ ἐθνικοὶ καὶ εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦν ἐντελῶς τὰ οὐράνια ἀγαθὰ ποὺ ἔχουν ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀξία, ζητοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ μάταια καὶ φθαρτὰ ὡς τὰ μόνα σοβαρὰ καὶ ἀπαραίτητα. Ἐσεῖς ὅμως μὴν ἀνησυχεῖτε γι' αὐτά, διότι ὁ οὐράνιος Πατέρας σας γνωρίζει ὄτι ἔχετε ἀνάγκη ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ καὶ συνεπῶς θὰ σᾶς τὰ δώσει. Νὰ ζητᾶτε πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν ποὺ ὁ Θεὸς σᾶς ζητᾶ ὡς ὅρο γιὰ νὰ σᾶς χαρίσει τὰ ἀγαθὰ αὐτά. Καὶ τότε ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπίγεια θὰ σᾶς δοθοῦν μαζὶ μ' ἐκεῖνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου