Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΛΟΥΚΑ. (ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ  

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΛΟΥΚΑ

(Ἀσώτου)

 (8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026)

 


ΕΩΘΙΝΟΝ Β΄

Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν τὸν Ἰησοῦν. Καὶ λίαν πρωΐ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς, Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος, ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον, εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. ὁ δὲ λέγει αὐταῖς, Μὴ ἐκθαμβεῖσθε, Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον, ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὦδε, ἴδε, ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν, ἀλλ' ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ, ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου, εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον, ἐφοβοῦντο γάρ.

(Μᾶρκ. ιϚ΄[16] 1 – 8)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἀφοῦ πέρασε τό Σάββατο, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καί ἡ Σαλώμη ἀγόρασαν τό βράδυ τοῦ Σαββάτου ἀρώματα, γιά νά ἔλθουν τό πρωί στόν τάφο καί νά ἀλείψουν τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Καί πολύ πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται στό μνημεῖο τήν ὥρα πού ὁ ἥλιος ἄρχισε νά διαλύει τό πρωινό σκοτάδι, καθώς πῆρε ν᾿ ἀνατέλλει κάτω ἀπ᾿ τόν ὁρίζοντα. Κι ἔλεγαν μεταξύ τους: Ποιός θά μᾶς κυλίσει τή μεγάλη πέτρα μακριά ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ μνημείου; Μόλις ὅμως ἔστρεψαν τά μάτια τους πρός τά ἐκεῖ, εἶδαν ὅτι εἶχε μετατοπισθεῖ ἡ πέτρα μακριά ἀπ᾿ τό μνημεῖο. Καί τά ἔλεγαν αὐτά μεταξύ τους, διότι ἡ πέτρα αὐτή ἦταν πολύ μεγάλη καί δέν ἦταν εὔκολο νά μετακινηθεῖ. Κι ἀφοῦ μπῆκαν στό μνημεῖο, εἶδαν ἕνα νέο πού καθόταν στά δεξιά τοῦ μνημείου καί ἦταν ντυμένος μέ λευκή στολή, καί γέμισαν μέ τρόμο καί κατάπληξη. Αὐτός ὅμως τούς εἶπε: Μήν τρομάζετε καί μή φοβάστε. Ξέρω ποιόν ζητᾶτε. Ζητᾶτε τόν Ἰησοῦ τόν Ναζαρηνό τόν ἐσταυρωμένο. Ἀναστήθηκε. Δέν εἶναι ἐδῶ. Νά, εἶναι ἀδειανό τό μέρος πού τόν ἔβαλαν. Ἀλλά πηγαίνετε καί πέστε στούς μαθητές του καί ἰδιαιτέρως στόν Πέτρο, πού ἔχει ἀνάγκη παρηγοριᾶς καί βεβαιώσεως ὅτι συγχωρήθηκε γιά τήν ἄρνησή του, ὅτι πηγαίνει πρίν ἀπό σᾶς στή Γαλιλαία καί σᾶς περιμένει ἐκεῖ. Ἐκεῖ θά τόν δεῖτε, ὅπως σᾶς τό εἶπε πρίν σταυρωθεῖ. Ἐκεῖνες τότε βγῆκαν κι ἔφυγαν ἀπό τό μνημεῖο. Ἦταν μάλιστα γεμάτες τρόμο καί ἔκσταση. Δέν εἶπαν ὅμως τίποτε σέ κανένα, διότι ἦταν φοβισμένες.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Τοῦ Ἀσώτου)

Ἀδελφοί, πάντα μοι ἔ­ξε­στιν, ἀλ­λ' ο πάν­τα συμ­φέ­ρει· πάν­τα μοι ἔ­ξε­στιν, ἀλ­λ' οκ ἐ­γὼ ἐ­ξου­σι­α­σθή­σο­μαι ὑ­πό τι­νος. τ βρώ­μα­τα τ κοι­λί­ᾳ, κα κοι­λί­α τος βρώ­μα­σιν· δ Θε­ὸς κα τα­ύ­την κα ταῦ­τα κα­ταρ­γή­σει. τ δ σῶ­μα ο τ πορ­νε­ί­ᾳ, ἀλ­λὰ τ Κυ­ρί­ῳ, κα Κριος τ σώ­μα­τι· δ Θε­ὸς κα τν Κριον ἤ­γει­ρε κα ἡ­μᾶς ἐ­ξε­γε­ρεῖ δι­ὰ τς δυ­νά­με­ως αὐ­τοῦ. οκ οἴ­δα­τε ὅ­τι τ σώ­μα­τα ὑ­μῶν μέ­λη Χρι­στοῦ ἐ­στιν; ἄ­ρας ον τ μέ­λη το Χρι­στοῦ ποι­ή­σω πόρ­νης μέ­λη; μ γέ­νοι­το. οκ οἴ­δα­τε ὅ­τι ὁ κολ­λώ­με­νος τ πόρ­νῃ ν σῶ­μά ἐ­στιν; ἔ­σον­ται γρ, φη­σίν, ο δύ­ο ες σάρ­κα μί­αν· δ κολ­λώ­με­νος τ Κυ­ρί­ῳ ν πνεῦ­μά ἐ­στι. φε­ύ­γε­τε τν πορ­νε­ί­αν. πν ἁ­μάρ­τη­μα ὃ ἐ­ὰν ποι­ή­σῃ ἄν­θρω­πος ἐ­κτὸς το σώ­μα­τός ἐ­στιν, δ πορ­νε­ύ­ων ες τ ἴ­δι­ον σῶ­μα ἁ­μαρ­τά­νει. οκ οἴ­δα­τε ὅ­τι τ σῶ­μα ὑ­μῶν να­ὸς το ν ὑ­μῖν ἁ­γί­ου Πνε­ύ­μα­τός ἐ­στιν, ο ἔ­χε­τε ἀ­πὸ Θε­οῦ, κα οκ ἐ­στὲ ἑ­αυ­τῶν; ἠ­γο­ρά­σθη­τε γρ τι­μῆς· δο­ξά­σα­τε δ τν Θε­ὸν ν τ σώ­μα­τι ὑ­μῶν κα ν τ πνε­ύ­μα­τι ὑ­μῶν ἅ­τι­νά ἐ­στι το Θε­οῦ.           

                        (Α΄ Κορινθ. στ΄[6] 12 – 20)

 

ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ

1. ΣΩΜΑ ΙΕΡΟ ΚΑΙ ΑΓΙΟ

πόστολος Παλος μς παρουσιάζει σήμερα να ξ πρόβλημα τν πιστν τς Κορίνθου. Κάποιοι «φιλελεύθεροι» Κορίνθιοι, προκειμένου ν δικαιολογήσουν τά πάθη τους, λεγαν στος λλους: φο εμαστε λεύθεροι, μπορομε ν κάνουμε ,τι θέλουμε. πόστολος Παλος διαβλέποντας τόν μεγάλο κίνδυνο παντ: «Πάντα μοι ξεστιν, λλ ̓ ο πάντα συμφέρει». λα σα δν παγορεύει νόμος το Θεο μπορ ν τ κάνω. Δν μ συμφέρουν μως λα. λα εναι στν ξουσία μου, λλ γ δν θ γίνω δολος σ τίποτε. 

Τά φαγητά χουν γίνει γι τν κοιλι κα κοιλιά γιά τά φαγητά. Θες μως θ καταργήσει στν μέλλουσα ζωή καί ατν κι κενα. Μπορετε λοιπν ν τρτε ,τι θέλετε, ρκε μόνο νά μή γίνεσθε δολοι το φαγητο κα τς κοιλίας σας. Τ σμα μας μως δν χει γίνει γιά τήν πορνεία, λλ γι τν Κύριο, γι ν νήκει σ ̓ Ατν κα ν κατοικε διος στ σμα μας. Δεν χει λοιπόν σημασία τ τι τ σμα μ τν θάνατο θ διαλυθε, φο κάποια στιγμ θ τ ναστήσει Θεός, ποος μ τ δύναμή Του νέστησε κα τν Κύριο ησο Χριστό. 

«Οκ οδατε τι τ σώματα μν μέλη Χριστο στιν;» Δέν ξέρετε τι τα σώματά σας εναι μέλη Χριστο; Ν ποσπάσω λοιπν τ μέλη το Χριστο κα ν τ κάνω μέλη πόρνης; Ποτέ νά μή γίνει ατό! δν ξέρετε τι κενος πο παραδίδει τ σμα του στν νηθικότητα γίνεται να σμα μ τ τομο πο μαρτάνει; Διότι λέγει Γραφ τι θ γίνουν ο δύο μία σάρκα. κενος μως που προσκολλται στν Κύριο διευθύνεται λόκληρος π τ Πνεμα το Κυρίου καί γίνεται να μ᾿ κενον. Φεύγετε λοιπόν μακρι π τν πορνεία. κενος πο πορνεύει, μαρτάνει στ διο του τ σμα, δηλαδή μολύνει τη ρίζα τς ζως κα τς οκογένειας, τν ποία βέβαια τσι θανατώνει. 

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ατ κα ξ πρόβλημα τν πιστν τς Κορίνθου δυστυχς κδηλώνεται κα σ λλες περιπτώσεις κα ποχές. Κι λλες φορές μέσα στν κκλησιαστικ στορία παρουσιάσθηκαν κάποιοι «νεωτεριστές», πο θέλησαν ν συνταιριάσουν τή χριστιανική ζωή μ τ σαρκικότητα, κα ν διαστρέψουν τόν νόμο το Κυρίου μας. Δυστυχς μως τ πρόβλημα ατ εναι διαίτερα πίκαιρο στν ποχή μας. Διότι καί σήμερα παρουσιάζονται κάποιοι «προοδευτικοί», πο ποστηρίζουν τι θικ διδασκαλία το Κυρίου δν σχύει στν ποχή μας και πρέπει ν τροποποιηθε προκειμένου νά προσεγγίσουμε τος νέους. Κάποιοι μάλιστα φθάνουν στ ξωφρενικό καί δαιμονικ σημεο ν ποστηρίζουν πώς μέσα πό τή σαρκικότητα μπορεί να φθάσει κανείς στν τέλειο βαθμό νώσεως μ τν Θεό. Εναι πραγματικ ατ φαινόμενο διαστροφς, σημεο τν καιρν μας. 

δελφοί, στμεν καλς. Διότι ο πιστοί σήμερα δέν κινδυνεύουμε τόσο π ξωτερικος χθρος τς κκλησίας μας, λλ π τέτοιες αρετικές καί βλάσφημες θεωρίες, πο ποσκάπτουν τά θεμέλια τς πνευματικς ζως κα ο ποες ταλαιπώρησαν κα ποπροσανατόλισαν πολλος πιστος στν ποχή μας. Μή ξεγελιώμαστε. ταν λλοιώνουμε τόν νόμο το Θεο, δν κερδίζουμε τούς κοσμικούς νέους, λλ δηγομε κα τος λίγους πιστος στν νηθικότητα. Προσοχή λοιπόν. Ατ τ ερ σμα το βαπτισμένου Χριστιανο, πο νώνεται στ θεία Κοινωνία μ τ πανάγιο Σμα το Χριστο, χουν χρέος ο πιστο ν τ κρατήσουν γν κα μόλυντο, καί μέχρι τν ερ ρα το γάμου· λλ κα στ συνέχεια, σ᾿ λη τους τ ζω ν ζον ζω προσεκτικ κα γία. Διότι τ σμα μας εναι ναός το Θεο, πως μς λέγει στή συνέχεια θεος πόστολος. 

2. ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

«Οκ οδατε τι τ σμα μν νας το ν μν γίου Πνεύματός στιν»; Δν ξέρετε λοιπν τι τ σμα σας εναι νας το γίου Πνεύματος, τ ποο κατοικε μέσα σας; Συνεπς δν νήκετε στν αυτό σας. Διότι «γοράσθητε τιμς», ξαγορασθήκατε μ τίμημα βαρύ, μ τ τίμητο Αμα το Χριστο μας. Ν ποφεύγετε λοιπν κάθε πράξη ασχρή πού γίνεται μ τ σμα. Κα ν διώχνετε κάθε πονηρή πιθυμία π τ πνεμα σας. «Δοξάσατε δ τν Θεν ν τ σώματι μν κα ν τ πνεύματι μν». Ν δοξάζετε δηλαδ τν Θε μ τ σμα σας κα μ τ πνεμα σας, τ ποα νήκουν στόν Θεό. 

ΜΥΣΤΗΡΙΟ μέγα. Τ σμα μας εναι μυστικός ναός το γίου Πνεύματος. Νας γορασμένος πανάκριβα μ τ τίμητο αμα το Θεανθρώπου. Νας στολισμένος μ τς πλούσιες χάριτες το γίου Πνεύματος. Νας πο γκαινιάσθηκε κατ τ γιο Βάπτισμά μας. Νας πο νακαινίζεται κάθε φορ πο προσερχόμαστε στό Μυστήριο τς ερς ξομολογήσεως. Νας πο λειτουργεται κα γίνεται πι ερς κα π τν γία Τράπεζα, κάθε φορά πού «μετά φόβου Θεο» προσερχόμαστε στό Μυστήριο τς ζως κα τς θανασίας. 

δελφοί. Φοβερό τό μυστήριο. Τ σμα μας δν νήκει οτε σ μς οτε στν μαρτία. νήκει στν Θεό. Μ τ σμα μας μπορομε ν μαρτάνουμε, μπορομε κα ν γιαζόμαστε. Μπορομε ν τ κάνουμε κατοικητήριο δαιμόνων θυσιαστήριο το Θεο. Ν δηγομε τ σμα μας στή θέωση στν κόλαση. Προσοχή! Μήν παρασυρόμαστε πό τή νοοτροπία τς ποχς μας, που τ νθρώπινο σμα γίνεται ντικείμενο φιλαρέσκειας, λατρείας, κμεταλλεύσεως, μαρτίας. Δν χουμε δικαίωμα ν τ μαυρώνουμε. Μ᾿ ατ θ ναστηθομε, μ᾿ ατ θ κριθομε. ς τ κρατομε καθαρό, μόλυντο, σπου μιά μέρα, μ τ Χάρη το Θεο, ν τ παραδόσουμε στν Θε γιο κα ερό. 

            (Διασκευή ἀπό παλαιό τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶ­πεν ὁ Κύ­ρι­ος τήν πα­ρα­βο­λήν ταύ­την. Ἄν­θρω­πός τις εἶ­χε δύ­ο υἱ­ο­ύς. κα εἶ­πεν νε­ώ­τε­ρος αὐ­τῶν τ πα­τρί· πά­τερ, δς μοι τ ἐ­πι­βάλ­λον μέ­ρος τς οὐ­σί­ας. κα δι­εῖ­λεν αὐ­τοῖς τν βί­ον. κα με­τ᾿ ο πολ­λὰς ἡ­μέ­ρας συ­να­γα­γὼν ἅ­παν­τα ὁ νε­ώ­τε­ρος υἱ­ὸς ἀ­πε­δή­μη­σεν ες χώ­ραν μα­κράν, κα ἐ­κεῖ δι­ε­σκόρ­πι­σεν τν οὐ­σί­αν αὐ­τοῦ ζν ἀ­σώ­τως. δα­πα­νή­σαν­τος δ αὐ­τοῦ πάν­τα ἐ­γέ­νε­το λι­μὸς ἰ­σχυ­ρός κα­τὰ τν χώ­ραν ἐ­κε­ί­νην, κα αὐ­τὸς ἤρ­ξα­το ὑ­στε­ρεῖ­σθαι. κα πο­ρευ­θεὶς ἐ­κολ­λή­θη ἑ­νὶ τν πο­λι­τῶν τς χώ­ρας ἐ­κε­ί­νης, κα ἔ­πεμ­ψεν αὐ­τὸν ες τος ἀ­γροὺς αὐ­τοῦ βό­σκειν χο­ί­ρους· κα ἐ­πε­θύ­μει γε­μί­σαι τν κοι­λί­αν αὐ­τοῦ ἀ­πὸ τν κε­ρα­τί­ων ν ἤ­σθι­ον ο χοῖ­ροι, κα οὐ­δεὶς ἐ­δί­δου αὐ­τῷ. ες ἑ­αυ­τὸν δ ἐλ­θὼν εἶ­πε· πό­σοι μί­σθι­οι το πα­τρός μου πε­ρισ­σε­ύ­ου­σιν ἄρ­των, ἐ­γὼ δ λι­μῷ  ἀ­πόλ­λυ­μαι! ἀ­να­στὰς πο­ρε­ύ­σο­μαι πρς τν πα­τέ­ρα μου κα ἐ­ρῶ αὐ­τῷ· πά­τερ, ἥ­μαρ­τον ες τν οὐ­ρα­νὸν κα ἐ­νώ­πι­όν σου·  οὐ­κέ­τι εἰ­μὶ ἄ­ξι­ος κλη­θῆ­ναι υἱ­ός σου· πο­ί­η­σόν με ς ἕ­να τν μι­σθί­ων σου.  κα ἀ­να­στὰς ἦλ­θε πρς τν πα­τέ­ρα ἑ­αυ­τοῦ. ἔ­τι δ αὐ­τοῦ μα­κρὰν ἀ­πέ­χον­τος εἶ­δεν αὐ­τὸν πα­τὴρ αὐ­τοῦ κα ἐ­σπλαγ­χνί­σθη, κα δρα­μὼν ἐ­πέ­πε­σεν ἐ­πὶ τν τρά­χη­λον αὐ­τοῦ κα κα­τε­φί­λη­σεν αὐ­τόν. εἶ­πε δ αὐ­τῷ υἱ­ὸς· πά­τερ, ἥ­μαρ­τον ες τν οὐ­ρα­νὸν κα ἐ­νώ­πι­όν σου, κα οὐ­κέ­τι εἰ­μὶ ἄ­ξι­ος κλη­θῆ­ναι υἱ­ός σου. εἶ­πε δ πα­τὴρ πρς τος δο­ύ­λους αὐ­τοῦ· ἐ­ξε­νέγ­κα­τε τν στολὴν τν πρώ­την κα ἐν­δύ­σα­τε αὐ­τόν, κα δό­τε δα­κτύ­λι­ον ες τν χεῖ­ρα αὐ­τοῦ κα ὑ­πο­δή­μα­τα ες τος πό­δας, κα ἐνέγ­καν­τες τν μό­σχον τν σι­τευ­τόν θύ­σα­τε, κα φα­γόν­τες εὐ­φραν­θῶ­μεν,   ὅ­τι οὗ­τος υἱ­ός μου νε­κρὸς ν κα ἀ­νέ­ζη­σεν, κα ἀ­πο­λω­λὼς ἦν κα εὑ­ρέ­θη. κα ἤρ­ξαν­το εὐ­φρα­ί­νε­σθαι. ν δ υἱ­ὸς αὐ­τοῦ πρε­σβύ­τε­ρος ν ἀ­γρῷ· κα ς ἐρ­χό­με­νος ἤγ­γι­σε τ οἰ­κί­ᾳ, ἤ­κου­σε συμ­φω­νί­ας κα χο­ρῶν,  κα προ­σκα­λε­σά­με­νος ἕ­να τν πα­ί­δων ἐ­πυν­θά­νε­το τ εἴ­η ταῦ­τα. δ εἶ­πεν αὐ­τῷ ὅ­τι ὁ ἀ­δελ­φός σου ἥ­κει, κα ἔ­θυ­σεν ὁ πα­τήρ σου τν μό­σχον τν σι­τευ­τόν, ὅ­τι ὑ­γι­α­ί­νον­τα αὐ­τὸν ἀ­πέ­λα­βεν. ὠρ­γί­σθη δ κα οκ ἤ­θε­λεν εἰ­σελ­θεῖν. ον πα­τὴρ αὐ­τοῦ ἐξελθὼν πα­ρε­κά­λει αὐ­τόν. δ ἀ­πο­κρι­θεὶς εἶ­πε τ πα­τρὶ· ἰ­δοὺ το­σαῦ­τα ἔ­τη δου­λε­ύ­ω σοι κα οὐ­δέ­πο­τε ἐν­το­λήν σου πα­ρῆλ­θον, κα ἐ­μοὶ οὐ­δέ­πο­τε ἔ­δω­κας ἔ­ρι­φον ἵ­να με­τὰ τν φί­λων μου εὐ­φραν­θῶ· ὅ­τε δ υἱ­ός σου οὗ­τος, κα­τα­φα­γών σου τν βί­ον με­τὰ πορ­νῶν, ἦλ­θεν, ἔ­θυ­σας αὐ­τῷ τν μό­σχον τν σι­τευ­τὸν.  δ εἶ­πεν αὐ­τῷ· τέ­κνον, σ πάν­το­τε με­τ' ἐ­μοῦ ε, κα πάν­τα τ ἐ­μὰ σ ἐ­στιν· εὐ­φραν­θῆ­ναι δ κα χα­ρῆ­ναι ἔ­δει, ὅ­τι ὁ ἀ­δελ­φός σου οὗ­τος νε­κρὸς ν κα ἀ­νέ­ζη­σε, κα ἀ­πο­λω­λὼς ἦν κα εὑ­ρέ­θη.

                                                                                   (Λου­κᾶ ι­ε΄ [15] 11 – 32 )

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Εἶ­πε ὁ Κύ­ριος αὐ­τὴ τὴν πα­ρα­βο­λή: Ἕ­νας ἄν­θρω­πος, ὁ Θε­ὸς δη­λα­δή, εἶ­χε δύ­ο γι­ούς. Ὁ μι­κρό­τε­ρος γι­ὸς εἰ­κο­νί­ζει τὸν ἀ­πο­στά­τη ἁ­μαρ­τω­λό, πού φεύ­γει ἀ­πὸ τὴν ὑ­πα­κο­ὴ καὶ τὴν προ­στα­σί­α τοῦ ἐ­που­ρα­νί­ου Πα­τρός. Εἶ­πε λοι­πὸν ὁ μι­κρό­τε­ρος γιὸς στὸν πα­τέ­ρα του: Πα­τέ­ρα, δώ­σ' μου τὸ με­ρί­διο τῆς πε­ρι­ου­σί­ας ποὺ μοῦ ἀ­νή­κει. Καὶ ὁ πα­τέ­ρας μοί­ρα­σε καὶ στοὺς δυ­ὸ γι­οὺς τὴν πε­ρι­ου­σί­α. Ὁ Θε­ὸς δη­λα­δὴ καὶ στὸν ἁ­μαρ­τω­λὸ ποὺ θέ­λει νὰ ζεῖ μα­κριὰ ἀ­π᾿ αὐ­τὸν δί­νει τὰ μέ­σα τῆς συν­τη­ρή­σε­ώς του καὶ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τά πνευ­μα­τι­κὰ καὶ ὑ­λι­κὰ χα­ρί­σμα­τα ποὺ θὰ τὸν ἔ­κα­ναν πνευ­μα­τι­κὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νο, ἐ­ὰν αὐ­τὸς δὲν τὰ κα­τα­σπα­τα­λοῦ­σε. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γες μέ­ρες ὁ νε­ό­τε­ρος γι­ὸς μά­ζε­ψε ὅ­λα ὅ­σα τοῦ ἔ­δω­σε ὁ πα­τέ­ρας του καὶ τα­ξί­δε­ψε σὲ χώ­ρα μα­κρι­νή. Ἐ­κεῖ δι­α­σκόρ­πι­σε τὴν πε­ρι­ου­σί­α του κά­νον­τας μι­ὰ ζω­ὴ ἄ­σω­τη καὶ ἀ­κό­λα­στη. Ἔ­τσι καὶ κά­θε ἁ­μαρ­τω­λὸς ἐ­ξαι­τί­ας τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν του χω­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ καὶ ὁ­δη­γεῖ­ται πο­λὺ μα­κριὰ ἀ­π᾿ αὐ­τόν. Καὶ μὲ τὴν κα­τά­χρη­ση τῶν χα­ρι­σμά­των ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε ὁ ἐ­που­ρά­νιος Πα­τὴρ ἐ­ξα­χρει­ώ­νε­ται καὶ δι­α­φθεί­ρε­ται. Ὅ­ταν ὁ νε­ό­τε­ρος γι­ὸς ξό­δε­ψε ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χε, ἔ­πε­σε με­γά­λη πεί­να στὴ χώ­ρα ἐ­κεί­νη, κι αὐ­τὸς ἄρ­χι­σε νὰ στε­ρεῖ­ται. Κά­θε ἁ­μαρ­τω­λὸς δη­λα­δὴ δὲν ἔ­χει ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στες ἀ­πο­λαύ­σεις. Ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα θὰ αἰ­σθαν­θεῖ τὴν ἀ­θλι­ό­τη­τα καὶ τὸ κε­νὸ ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ στὴν καρ­διά του ἡ ἄ­σω­τη ζω­ὴ καὶ ἡ στέ­ρη­ση τῆς θεί­ας πα­ρη­γο­ριᾶς. Καὶ ὁ ἄ­σω­τος γι­ὸς ἐ­ξαι­τί­ας τῶν στε­ρή­σε­ων καὶ τῆς πεί­νας του πῆ­γε σ᾿ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς πο­λί­τες ἐ­κεί­νης τῆς χώ­ρας, ὁ ὁ­ποῖ­ος τὸν προ­σέ­λα­βε ὡς δοῦ­λο. Καὶ τὸν ἔ­στει­λε στὰ χω­ρά­φια του νὰ βό­σκει χοί­ρους, ζῶ­α δη­λα­δὴ ἀ­κά­θαρ­τα, ποὺ προ­κα­λοῦ­σαν τὴν ἀ­η­δί­α καὶ τὴν ἀ­πο­στρο­φὴ σ᾿ ἕ­ναν Ἰ­ου­δαῖ­ο, ὅ­πως ἦ­ταν ὁ νε­ό­τε­ρος γι­ός. Σὲ τὶ ἐ­ξευ­τε­λι­σμὸ κα­ταν­τᾶ καὶ πό­σο χά­νει τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πειά του ὁ τα­λαί­πω­ρος ἁ­μαρ­τω­λός! Καὶ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε ὁ νε­ό­τε­ρος γι­ὸς νὰ γε­μί­σει τὴν κοι­λιά του μὲ τὰ ξυ­λο­κέ­ρα­τα ποὺ ἔ­τρω­γαν οἱ χοῖ­ροι. Μὰ κα­νεὶς δὲν τοῦ ἔ­δι­νε, δι­ό­τι οἱ ὑ­πη­ρέ­τες ποὺ ἔ­κα­ναν τὴ δι­α­νο­μὴ πα­ρα­τη­ροῦ­σαν μὲ προ­σο­χὴ νὰ μὴν μεί­νουν χω­ρὶς τρο­φὴ οἱ χοῖ­ροι. Σὲ κά­ποι­α ὅ­μως στιγ­μὴ αὐ­τὸς ἦλ­θε στὸν ἑ­αυ­τό του ἀ­πὸ τὴ μέ­θη καὶ τὴν τρέ­λα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ εἶ­πε: Πό­σοι μι­σθω­τοὶ ἐρ­γά­τες τοῦ πα­τέ­ρα μου ἔ­χουν ἄ­φθο­νο καὶ πε­ρίσ­σιο ψω­μί, ἐ­νῶ ἐ­γώ κιν­δυ­νεύ­ω νὰ πε­θά­νω ἀ­πὸ τὴν πεί­να! Τὸ πρῶ­το βῆ­μα δη­λα­δὴ τῆς με­τα­νοί­ας τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ εἶ­ναι ἡ συ­ναί­σθη­ση τῆς ἀ­θλι­ό­τη­τάς του. Με­τὰ τὴ συ­ναί­σθη­ση αὐ­τὴ ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ σω­τη­ρι­ώ­δης ἀ­πό­φα­ση. Θὰ ση­κω­θῶ, λέ­ει ὁ ἄ­σω­τος, καὶ θὰ πά­ω στὸν πα­τέ­ρα μου καὶ θὰ τοῦ πῶ: Πα­τέ­ρα, ἁ­μάρ­τη­σα στὸν οὐ­ρα­νό. (Δι­ό­τι ἐ­κεῖ οἱ ἄγ­γε­λοι ἐ­κτε­λοῦν μὲ εὐ­λά­βεια τὸ θεῖ­ο θέ­λη­μα, καὶ ὅ­πως ὑ­πα­κοῦν αὐ­τοί, ἔ­τσι ἀ­ξι­ώ­νουν καὶ ὅ­λα τὰ κτί­σμα­τα νὰ ὑ­πα­κοῦν σ᾿ αὐ­τό, καὶ λυ­ποῦν­ται γι­ὰ τὴν ἀ­πο­στα­σί­α κά­θε ἄν­θρω­που). Ἁ­μάρ­τη­σα καὶ σὲ σέ­να, δι­ό­τι πε­ρι­φρό­νη­σα τὴ στορ­γή σου καὶ δὲν λο­γά­ρια­σα τὴ λύ­πη πού δο­κί­μα­ζες ὅ­ταν ἔ­φευ­γα μα­κριά σου. Δὲν εἶ­μαι πλέ­ον ἄ­ξιος νὰ ὀ­νο­μά­ζο­μαι γι­ός σου. Δὲν ζη­τῶ νὰ προσ­λη­φθῶ οὔ­τε ὡς μό­νι­μος δοῦ­λος σου πα­ρα­μέ­νον­τας διαρκῶς στὸ σπί­τι σου. Κά­νε με σάν ἕ­ναν ἀ­πό τους μι­σθω­τοὺς ἐρ­γά­τες σου.

Καὶ ἡ σω­τη­ρι­ώ­δης ἀ­πό­φα­ση ἄρ­χι­σε νὰ ἐ­νερ­γο­ποιεῖ­ται. Ὁ ἄ­σω­τος ση­κώ­θη­κε καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ πά­ει στὸν πα­τέ­ρα του. Κι ἐ­νῶ βρι­σκό­ταν ἀ­κό­μη μα­κριά, τὸν εἶ­δε ὁ πα­τέ­ρας του καὶ τὸν σπλα­χνί­σθη­κε. Ἔ­τρε­ξε τό­τε γι­ὰ νὰ τὸν προ­ϋ­παν­τή­σει, ἔ­πε­σε στὸν τρά­χη­λό του, τὸν ἀγ­κά­λια­σε σφι­χτὰ καὶ τὸν κα­τα­φι­λοῦ­σε μὲ στορ­γή. Ὁ Θε­ός δη­λα­δή ὄ­χι μό­νο δέ­χε­ται τὸν ἁ­μαρ­τω­λὸ ποὺ με­τα­νο­εῖ καὶ ἐ­πι­στρέ­φει κον­τά του, ἀλ­λὰ καὶ προ­τοῦ ἀ­κό­μη πλη­σιά­σει ὁ ἁ­μαρ­τω­λός, σπεύ­δει νὰ τὸν ἀ­να­ζη­τή­σει, καὶ τὸν ἀγ­κα­λιά­ζει μὲ στορ­γή. Ἐ­νῶ λοι­πὸν ὁ Πα­τέ­ρας ἔ­δει­ξε τέ­τοι­α στορ­γὴ κι ἐ­νῶ ἀ­κο­λού­θη­σε μι­ὰ τό­σο θερ­μὴ συν­δι­αλ­λα­γή, ὁ γι­ὸς συν­τε­τριμ­μέ­νος ἔ­κα­νε τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­σή του λέ­γον­τας: Πα­τέ­ρα, ἁ­μάρ­τη­σα στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ σὲ σέ­να καὶ δέν εἶ­μαι πλέ­ον ἄ­ξιος νὰ ὀ­νο­μά­ζο­μαι γι­ός σου. Ὁ πα­τέ­ρας τό­τε τὸν δι­έ­κο­ψε καὶ εἶ­πε στούς δού­λους του: Βγάλ­τε ἔ­ ξω τὴν πι­ὸ κα­λὴ φο­ρε­σιὰ ἀ­π᾿ ὅ­σες ἔ­χου­με, σὰν αὐ­τὴ ποὺ φο­ροῦ­σε πρὶν φύ­γει ἀ­π᾿ τὸ σπί­τι μου. Κι ἐ­πει­δὴ αὐ­τός, στὴν κα­τά­στα­ση ποὺ εἶ­ναι, θἂ ντρέ­πε­ται νὰ τὴν φο­ρέ­σει, ντύ­στε τον ἐ­σεῖς, γιὰ νὰ μὴν εἶ­ναι πλέ­ον γυ­μνὸς καὶ κου­ρε­λιά­ρης. Καὶ δῶ­στε του δα­χτυ­λί­δι νὰ τὸ φο­ρά­ει στὸ χέ­ρι του, ὅ­πως φο­ροῦν οἱ κύ­ριοι καὶ οἱ ἐ­λεύ­θε­ροι. Δῶ­στε του καὶ ὑ­πο­δὴ­μα­τα στά πό­δια του, γιὰ νὰ μὴν περ­πα­τᾶ ξυ­πό­λυ­τος ὅ­πως οἱ σκλά­βοι. Τὸν ἀ­πο­κα­θι­στῶ δη­λα­δὴ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά στὴ θέ­ση καὶ στὰ δι­και­ώ­μα­τα πού εἶ­χε πρὶν ἀ­σω­τεύ­σει. Καὶ φέρ­τε καὶ σφάξ­τε ἐ­κεῖ­νο ἀ­πὸ τὰ μο­σχά­ρια πού τὸ τρέ­φου­με ξε­χω­ρι­στὰ γι­ὰ κά­ποι­α χαρ­μό­συ­νη καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κή πε­ρί­στα­ση. Ἂς φᾶ­με λοι­πόν, ἂς χα­ροῦ­με καὶ ἂς δι­α­σκε­δά­σου­με μὲ τρα­γού­δια καὶ μὲ χο­ρούς, δι­ό­τι ὁ γι­ός μου αὐ­τὸς μέ­χρι πρὶν ἀ­πὸ λί­γο ἦ­ταν νε­κρός, καί ἀ­να­στή­θη­κε· ἦ­ταν χα­μέ­νος, καὶ βρέ­θη­κε. Καί ἄρ­χι­σαν νὰ εὐ­φραί­νον­ται.

Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ὅ­μως γι­ός, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­μοια­ζαν οἱ Φα­ρι­σαῖ­οι, ἦ­ταν στὸ χω­ρά­φι. Καὶ κα­θὼς ἐρ­χό­ταν καί πλη­σί­α­ζε στὸ σπί­τι, ἄ­κου­σε ὄρ­γα­να καὶ τρα­γού­δια καί χο­ρούς. Κά­λε­σε λοι­πὸν ἕ­ναν ἀ­πό τους ὑ­πη­ρέ­τες πού στε­κό­ταν ἀ­π᾿ ἔ­ξω, καὶ ρω­τοῦ­σε νὰ μά­θει τὶ συμ­βαί­νει, τὶ τά­χα νὰ σή­μαι­ναν ὅ­λα αὐ­τά. Κι αὐ­τὸς τοῦ εἶ­πε: Γύ­ρι­σε ὁ ἀ­δελ­φός σου, καὶ ὁ πα­τέ­ρας σου ἔ­σφα­ξε τὸ κα­λο­θρεμ­μέ­νο μο­σχά­ρι, δι­ό­τι τοῦ γύ­ρι­σε πά­λι πί­σω γε­ρὸς καὶ ὑ­γι­ής. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ὅ­μως γι­ὸς θύ­μω­σε καὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ μπεῖ στὸ σπί­τι. (Ἔ­τσι συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ταν καὶ οἱ Φα­ρι­σαῖ­οι, ποὺ σκαν­δα­λί­ζον­ταν ὅ­ταν ἔ­βλε­παν τὸν Κύ­ριο νὰ συ­να­να­στρέ­φε­ται καὶ νὰ δι­δά­σκει τοὺς ἁ­μαρ­τω­λούς). Ὁ πα­τέ­ρας του λοι­πὸν βγῆ­κε ἔ­ξω καὶ τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε μὲ τὴν ἴ­δια στορ­γὴ ποὺ δέ­χθη­κε τὸν νε­ό­τε­ρο γι­ό του. Ἀλ­λά ὁ με­γα­λύ­τε­ρος γι­ὸς ἀ­πο­κρί­θη­κε στὸν πα­τέ­ρα του: Τό­σα χρό­νια εἶ­μαι στὴ δού­λε­ψή σου καὶ πο­τὲ δὲν πα­ρά­κου­σα κά­ποι­α προ­στα­γή σου· καὶ πα­ρό­λα αὐ­τὰ δὲν μοῦ ἔ­δω­σες πο­τὲ οὔ­τε ἕ­να κα­τσι­κά­κι γι­ὰ νὰ δι­α­σκε­δά­σω μὲ τοὺς φί­λους μου. (Πό­σο πλα­νᾶ­ται ὁ με­γα­λύ­τε­ρος γι­ός! Ἐ­άν ὑ­πῆρ­ξε τό­σο πει­θαρ­χι­κὸς στὸν πα­τέ­ρα του, πῶς τώ­ρα τὸν πα­ρα­κού­ει μὲ τέ­τοι­ο πεῖ­σμα; Καὶ πό­τε ζή­τη­σε κα­τσι­κά­κι ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του, κι ἐ­κεῖ­νος δὲν τοῦ ἔ­δω­σε;­). Ὅ­ταν ὅ­μως ἦλ­θε ὁ προ­κομ­μέ­νος αὐ­τὸς γι­ός σου, πού κα­τα­σπα­τά­λη­σε τὴν πε­ρι­ου­σί­α σου μὲ πόρ­νες, ἔ­σφα­ξες γι᾿ αὐ­τὸν τὸ κα­λύ­τε­ρο μο­σχά­ρι ποὺ τὸ εἴ­χα­με θρε­φτά­ρι. (Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος γι­ὸς με­τα­χει­ρί­στη­κε τὴν ἀ­λα­ζο­νι­κὴ γλώσ­σα τῶν Φα­ρι­σαί­ων, ποὺ πε­ρι­φρο­νοῦ­σαν τοὺς ἁ­μαρ­τω­λοὺς καὶ νό­μι­ζαν ὅ­τι μό­νο αὐ­τοὶ ἦ­ταν δί­και­οι καὶ γι᾿ αὐ­τὸ εἶ­χαν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ δι­και­ώ­μα­τα στὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ). Ὁ πα­τέ­ρας τό­τε τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: Παι­δί μου, ἐ­σύ εἶ­σαι πάν­το­τε μα­ζί μου. Κι ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χω, δι­κά σου εἶ­ναι. Ἔ­πρε­πε λοι­πὸν κι ἐ­σύ νὰ εὐ­φραν­θεῖς καὶ νὰ χα­ρεῖς, δι­ό­τι ὁ ἀ­δελ­φός σου αὐ­τός, γι­ὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο μὲ τό­ση πε­ρι­φρό­νη­ση μι­λᾶς, ἦ­ταν νε­κρός, καὶ ἀ­να­στή­θη­κε. Ἦ­ταν χα­μέ­νος, καὶ βρέ­θη­κε.