ΙΕΡΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ
ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΛΟΥΚΑ
(Ἀσώτου)
(8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026)
ΕΩΘΙΝΟΝ Β΄
Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ
καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν τὸν
Ἰησοῦν. Καὶ λίαν πρωΐ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον ἀνατείλαντος
τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς, Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας
τοῦ μνημείου; καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος, ἦν γὰρ μέγας
σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον, εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς
δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. ὁ δὲ λέγει αὐταῖς, Μὴ
ἐκθαμβεῖσθε, Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον, ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὦδε,
ἴδε, ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν, ἀλλ' ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ
Πέτρῳ, ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν.
Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου, εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις,
καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον, ἐφοβοῦντο γάρ.
(Μᾶρκ. ιϚ΄[16] 1 – 8)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἀφοῦ πέρασε τό Σάββατο, ἡ Μαρία ἡ
Μαγδαληνή καί ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καί ἡ Σαλώμη ἀγόρασαν τό βράδυ τοῦ
Σαββάτου ἀρώματα, γιά νά ἔλθουν τό πρωί στόν τάφο καί νά ἀλείψουν τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.
Καί πολύ πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται στό μνημεῖο τήν ὥρα πού ὁ
ἥλιος ἄρχισε νά διαλύει τό πρωινό σκοτάδι, καθώς πῆρε ν᾿ ἀνατέλλει κάτω ἀπ᾿ τόν
ὁρίζοντα. Κι ἔλεγαν μεταξύ τους: Ποιός θά μᾶς κυλίσει τή μεγάλη πέτρα μακριά ἀπό
τήν εἴσοδο τοῦ μνημείου; Μόλις ὅμως ἔστρεψαν τά μάτια τους πρός τά ἐκεῖ, εἶδαν ὅτι
εἶχε μετατοπισθεῖ ἡ πέτρα μακριά ἀπ᾿ τό μνημεῖο. Καί τά ἔλεγαν αὐτά μεταξύ
τους, διότι ἡ πέτρα αὐτή ἦταν πολύ μεγάλη καί δέν ἦταν εὔκολο νά μετακινηθεῖ.
Κι ἀφοῦ μπῆκαν στό μνημεῖο, εἶδαν ἕνα νέο πού καθόταν στά δεξιά τοῦ μνημείου
καί ἦταν ντυμένος μέ λευκή στολή, καί γέμισαν μέ τρόμο καί κατάπληξη. Αὐτός ὅμως
τούς εἶπε: Μήν τρομάζετε καί μή φοβάστε. Ξέρω ποιόν ζητᾶτε. Ζητᾶτε τόν Ἰησοῦ
τόν Ναζαρηνό τόν ἐσταυρωμένο. Ἀναστήθηκε. Δέν εἶναι ἐδῶ. Νά, εἶναι ἀδειανό τό
μέρος πού τόν ἔβαλαν. Ἀλλά πηγαίνετε καί πέστε στούς μαθητές του καί ἰδιαιτέρως
στόν Πέτρο, πού ἔχει ἀνάγκη παρηγοριᾶς καί βεβαιώσεως ὅτι συγχωρήθηκε γιά τήν ἄρνησή
του, ὅτι πηγαίνει πρίν ἀπό σᾶς στή Γαλιλαία καί σᾶς περιμένει ἐκεῖ. Ἐκεῖ θά τόν
δεῖτε, ὅπως σᾶς τό εἶπε πρίν σταυρωθεῖ. Ἐκεῖνες τότε βγῆκαν κι ἔφυγαν ἀπό τό
μνημεῖο. Ἦταν μάλιστα γεμάτες τρόμο καί ἔκσταση. Δέν εἶπαν ὅμως τίποτε σέ
κανένα, διότι ἦταν φοβισμένες.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
(Τοῦ Ἀσώτου)
Ἀδελφοί,
πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ' οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ' οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος.
τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ, καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι· ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; ἄρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη;
μὴ γένοιτο. ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν· ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι. φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει. ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν; ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.
(Α΄
Κορινθ. στ΄[6] 12 – 20)
ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
ΟΜΙΛΙΑ
ΣΤΟΝ
ΑΠΟΣΤΟΛΟ
1.
ΣΩΜΑ ΙΕΡΟ ΚΑΙ ΑΓΙΟ
Ὁ
ἀπόστολος
Παῦλος
μᾶς
παρουσιάζει σήμερα ἕνα
ὀξὺ πρόβλημα τῶν πιστῶν τῆς Κορίνθου. Κάποιοι
«φιλελεύθεροι» Κορίνθιοι, προκειμένου νὰ
δικαιολογήσουν τά
πάθη τους, ἔλεγαν
στοὺς
ἄλλους:
ἀφοῦ εἴμαστε ἐλεύθεροι, μποροῦμε νὰ κάνουμε ὅ,τι θέλουμε. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος διαβλέποντας τόν
μεγάλο κίνδυνο ἀπαντᾷ: «Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ ̓
οὐ
πάντα συμφέρει». Ὅλα
ὅσα
δὲν
ἀπαγορεύει
ὁ
νόμος τοῦ
Θεοῦ
μπορῶ
νὰ
τὰ
κάνω. Δὲν
μὲ
συμφέρουν ὅμως
ὅλα.
Ὅλα
εἶναι
στὴν
ἐξουσία
μου, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν θὰ γίνω δοῦλος σὲ τίποτε.
Τά
φαγητά ἔχουν
γίνει γιὰ
τὴν
κοιλιὰ
καὶ
ἡ
κοιλιά γιά τά φαγητά.
Ὁ
Θεὸς
ὅμως
θὰ
καταργήσει στὴν
μέλλουσα ζωή καί αὐτὴν κι ἐκεῖνα. Μπορεῖτε
λοιπὸν
νὰ
τρῶτε
ὅ,τι
θέλετε, ἀρκεῖ μόνο
νά μή γίνεσθε δοῦλοι
τοῦ
φαγητοῦ
καὶ
τῆς
κοιλίας σας. Τὸ
σῶμα
μας ὅμως
δὲν
ἔχει
γίνει γιά τήν πορνεία, ἀλλὰ γιὰ τὸν Κύριο, γιὰ νὰ ἀνήκει σ ̓
Αὐτὸν καὶ νὰ κατοικεῖ ὁ
Ἴδιος
στὸ
σῶμα
μας. Δεν ἔχει
λοιπόν σημασία τὸ
ὅτι
τὸ
σῶμα
μὲ
τὸν
θάνατο θὰ
διαλυθεῖ,
ἀφοῦ κάποια στιγμὴ θὰ τὸ ἀναστήσει ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος μὲ τὴ δύναμή
Του ἀνέστησε
καὶ
τὸν
Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.
«Οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν;» Δέν
ξέρετε ὅτι
τα σώματά σας εἶναι
μέλη Χριστοῦ;
Νὰ
ἀποσπάσω
λοιπὸν
τὰ
μέλη τοῦ
Χριστοῦ
καὶ
νὰ
τὰ
κάνω μέλη πόρνης; Ποτέ νά μή
γίνει αὐτό!
Ἢ
δὲν
ξέρετε ὅτι
ἐκεῖνος ποὺ παραδίδει τὸ σῶμα του στὴν ἀνηθικότητα
γίνεται ἕνα
σῶμα
μὲ
τὸ
ἄτομο
ποὺ
ἁμαρτάνει;
Διότι λέγει ἡ
Γραφὴ
ὅτι
θὰ
γίνουν οἱ
δύο μία σάρκα. Ἐκεῖνος ὅμως που προσκολλᾶται στὸν Κύριο διευθύνεται ὁλόκληρος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου καί
γίνεται ἕνα
μ᾿ Ἐκεῖνον. Φεύγετε λοιπόν μακριὰ ἀπὸ τὴν πορνεία. Ἐκεῖνος ποὺ πορνεύει, ἁμαρτάνει στὸ ἴδιο του τὸ σῶμα, δηλαδή μολύνει τη ρίζα
τῆς
ζωῆς
καὶ
τῆς
οἰκογένειας,
τὴν
ὁποία
βέβαια ἔτσι
θανατώνει.
ΤΟ
ΜΕΓΑΛΟ αὐτὸ καὶ ὀξὺ πρόβλημα τῶν πιστῶν τῆς Κορίνθου δυστυχῶς ἐκδηλώνεται καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις καὶ ἐποχές. Κι ἄλλες φορές μέσα στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία παρουσιάσθηκαν
κάποιοι «νεωτεριστές», ποὺ
θέλησαν νὰ
συνταιριάσουν τή
χριστιανική ζωή μὲ
τὴ
σαρκικότητα, καὶ
νὰ
διαστρέψουν τόν
νόμο τοῦ
Κυρίου μας. Δυστυχῶς
ὅμως
τὸ
πρόβλημα αὐτὸ εἶναι ἰδιαίτερα ἐπίκαιρο στὴν ἐποχή μας. Διότι καί
σήμερα παρουσιάζονται κάποιοι «προοδευτικοί», ποὺ ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ ἠθικὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου δὲν ἰσχύει στὴν ἐποχή μας και πρέπει νὰ τροποποιηθεῖ
προκειμένου νά
προσεγγίσουμε τοὺς
νέους. Κάποιοι μάλιστα φθάνουν στὸ
ἐξωφρενικό
καί
δαιμονικὸ
σημεῖο
νὰ
ὑποστηρίζουν
πώς
μέσα ἀπό
τή σαρκικότητα μπορεί να
φθάσει κανείς στὸν
τέλειο βαθμό ἑνώσεως
μὲ
τὸν
Θεό. Εἶναι
πραγματικὰ
αὐτὸ φαινόμενο διαστροφῆς, σημεῖο τῶν καιρῶν μας.
Ἀδελφοί, στῶμεν καλῶς. Διότι οἱ πιστοί σήμερα δέν
κινδυνεύουμε τόσο ἀπὸ ἐξωτερικοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλὰ ἀπὸ τέτοιες αἱρετικές καί
βλάσφημες θεωρίες, ποὺ
ὑποσκάπτουν
τά
θεμέλια τῆς
πνευματικῆς
ζωῆς
καὶ
οἱ
ὁποῖες ταλαιπώρησαν καὶ ἀποπροσανατόλισαν πολλοὺς πιστοὺς στὴν ἐποχή μας. Μή
ξεγελιώμαστε. Ὅταν
ἀλλοιώνουμε
τόν
νόμο τοῦ
Θεοῦ,
δὲν
κερδίζουμε τούς
κοσμικούς νέους, ἀλλὰ ὁδηγοῦμε καὶ τοὺς λίγους πιστοὺς στὴν ἀνηθικότητα. Προσοχή λοιπόν.
Αὐτὸ τὸ ἱερὸ σῶμα τοῦ βαπτισμένου Χριστιανοῦ, ποὺ ἑνώνεται στὴ θεία Κοινωνία μὲ τὸ πανάγιο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἔχουν χρέος οἱ πιστοὶ νὰ τὸ κρατήσουν ἁγνὸ καὶ ἀμόλυντο, καί
μέχρι τὴν
ἱερὴ ὥρα τοῦ γάμου·
ἀλλὰ καὶ στὴ συνέχεια, σ᾿ ὅλη
τους τὴ
ζωὴ
νὰ
ζοῦν
ζωὴ
προσεκτικὴ
καὶ
ἁγία.
Διότι τὸ
σῶμα
μας εἶναι
ναός τοῦ
Θεοῦ,
ὅπως
μᾶς
λέγει στή
συνέχεια ὁ
θεῖος
Ἀπόστολος.
2.
ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
«Οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου
Πνεύματός ἐστιν»;
Δὲν
ξέρετε λοιπὸν
ὅτι
τὸ
σῶμα
σας εἶναι
ναὸς
τοῦ
Ἁγίου
Πνεύματος, τὸ
Ὁποῖο κατοικεῖ
μέσα σας; Συνεπῶς
δὲν
ἀνήκετε
στὸν
ἑαυτό
σας. Διότι «ἠγοράσθητε
τιμῆς»,
ἐξαγορασθήκατε
μὲ
τίμημα βαρύ, μὲ
τὸ
ἀτίμητο
Αἷμα
τοῦ
Χριστοῦ
μας. Νὰ
ἀποφεύγετε
λοιπὸν
κάθε πράξη
αἰσχρή
πού
γίνεται μὲ
τὸ
σῶμα.
Καὶ
νὰ
διώχνετε κάθε πονηρή ἐπιθυμία
ἀπὸ τὸ πνεῦμα σας. «Δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν». Νὰ δοξάζετε δηλαδὴ τὸν Θεὸ μὲ τὸ σῶμα σας καὶ μὲ τὸ πνεῦμα σας, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν στόν
Θεό.
ΜΥΣΤΗΡΙΟ
μέγα. Τὸ
σῶμα
μας εἶναι
μυστικός ναός τοῦ
Ἁγίου
Πνεύματος. Ναὸς
ἀγορασμένος
πανάκριβα μὲ
τὸ
ἀτίμητο
αἷμα
τοῦ
Θεανθρώπου. Ναὸς
στολισμένος μὲ
τὶς
πλούσιες χάριτες τοῦ
Ἁγίου
Πνεύματος. Ναὸς
ποὺ
ἐγκαινιάσθηκε
κατὰ
τὸ
Ἅγιο
Βάπτισμά μας. Ναὸς
ποὺ
ἀνακαινίζεται
κάθε φορὰ
ποὺ
προσερχόμαστε στό
Μυστήριο τῆς
ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως. Ναὸς ποὺ λειτουργεῖται καὶ γίνεται πιὸ ἱερὸς καὶ ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα, κάθε φορά πού
«μετά φόβου Θεοῦ»
προσερχόμαστε στό
Μυστήριο τῆς
ζωῆς
καὶ
τῆς
ἀθανασίας.
Ἀδελφοί. Φοβερό τό
μυστήριο.
Τὸ
σῶμα
μας δὲν
ἀνήκει
οὔτε
σὲ
μᾶς
οὔτε
στὴν
ἁμαρτία.
Ἀνήκει
στὸν
Θεό. Μὲ
τὸ
σῶμα
μας μποροῦμε
νὰ
ἁμαρτάνουμε,
μποροῦμε
καὶ
νὰ
ἁγιαζόμαστε.
Μποροῦμε
νὰ
τὸ
κάνουμε κατοικητήριο δαιμόνων ἢ
θυσιαστήριο τοῦ
Θεοῦ.
Νὰ
ὁδηγοῦμε
τὸ
σῶμα
μας στή
θέωση ἢ
στὴν
κόλαση.
Προσοχή! Μήν
παρασυρόμαστε
ἀπό
τή νοοτροπία τῆς
ἐποχῆς μας, ὅπου τὸ ἀνθρώπινο σῶμα γίνεται ἀντικείμενο φιλαρέσκειας,
λατρείας, ἐκμεταλλεύσεως,
ἁμαρτίας.
Δὲν
ἔχουμε
δικαίωμα νὰ
τὸ
ἀμαυρώνουμε.
Μ᾿
αὐτὸ θὰ ἀναστηθοῦμε, μ᾿
αὐτὸ θὰ κριθοῦμε. Ἂς τὸ κρατοῦμε καθαρό, ἀμόλυντο, ὥσπου μιά
μέρα, μὲ
τὴ
Χάρη
τοῦ
Θεοῦ,
νὰ
τὸ
παραδόσουμε
στὸν
Θεὸ
ἅγιο
καὶ
ἱερό.
(Διασκευή
ἀπό παλαιό τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν
ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην. Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισεν τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρός κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους· καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν
με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα ἑαυτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱὸς· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησεν, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, καὶ προσκαλεσάμενος
ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει, καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρὶ· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ' ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.
(Λουκᾶ ιε΄ [15] 11
– 32 )
ΕΡΜΗΝΕΙΑ
(Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Εἶπε ὁ Κύριος αὐτὴ τὴν παραβολή:
Ἕνας ἄνθρωπος, ὁ Θεὸς δηλαδή,
εἶχε δύο γιούς. Ὁ μικρότερος γιὸς εἰκονίζει τὸν ἀποστάτη ἁμαρτωλό,
πού φεύγει ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν προστασία τοῦ ἐπουρανίου Πατρός.
Εἶπε λοιπὸν ὁ μικρότερος γιὸς στὸν πατέρα του: Πατέρα, δώσ' μου τὸ μερίδιο τῆς περιουσίας ποὺ μοῦ ἀνήκει.
Καὶ ὁ πατέρας μοίρασε καὶ στοὺς δυὸ γιοὺς τὴν περιουσία. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ
καὶ στὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ θέλει νὰ ζεῖ μακριὰ ἀπ᾿ αὐτὸν δίνει τὰ μέσα τῆς
συντηρήσεώς του καὶ ὅλα ἐκεῖνα τά πνευματικὰ καὶ ὑλικὰ χαρίσματα
ποὺ θὰ τὸν ἔκαναν πνευματικὰ εὐτυχισμένο, ἐὰν αὐτὸς δὲν τὰ κατασπαταλοῦσε.
Ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες ὁ νεότερος γιὸς μάζεψε ὅλα ὅσα τοῦ ἔδωσε ὁ
πατέρας του καὶ ταξίδεψε σὲ χώρα μακρινή. Ἐκεῖ διασκόρπισε τὴν περιουσία
του κάνοντας μιὰ ζωὴ ἄσωτη καὶ ἀκόλαστη. Ἔτσι καὶ κάθε ἁμαρτωλὸς ἐξαιτίας
τῶν ἁμαρτιῶν του χωρίζεται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὁδηγεῖται πολὺ μακριὰ ἀπ᾿
αὐτόν. Καὶ μὲ τὴν κατάχρηση τῶν χαρισμάτων ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ ἐπουράνιος
Πατὴρ ἐξαχρειώνεται καὶ διαφθείρεται. Ὅταν ὁ νεότερος γιὸς ξόδεψε
ὅλα ὅσα εἶχε, ἔπεσε μεγάλη πείνα στὴ χώρα ἐκείνη, κι αὐτὸς ἄρχισε
νὰ στερεῖται. Κάθε ἁμαρτωλὸς δηλαδὴ δὲν ἔχει ἀπεριόριστες ἀπολαύσεις.
Ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ αἰσθανθεῖ τὴν ἀθλιότητα καὶ τὸ κενὸ ποὺ δημιουργεῖ
στὴν καρδιά του ἡ ἄσωτη ζωὴ καὶ ἡ στέρηση τῆς θείας παρηγοριᾶς. Καὶ ὁ
ἄσωτος γιὸς ἐξαιτίας τῶν στερήσεων καὶ τῆς πείνας του πῆγε σ᾿ ἕναν ἀπὸ
τοὺς πολίτες ἐκείνης τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος τὸν προσέλαβε ὡς δοῦλο. Καὶ
τὸν ἔστειλε στὰ χωράφια του νὰ βόσκει χοίρους, ζῶα δηλαδὴ ἀκάθαρτα,
ποὺ προκαλοῦσαν τὴν ἀηδία καὶ τὴν ἀποστροφὴ σ᾿ ἕναν Ἰουδαῖο, ὅπως
ἦταν ὁ νεότερος γιός. Σὲ τὶ ἐξευτελισμὸ καταντᾶ καὶ πόσο χάνει τὴν
ἀξιοπρέπειά του ὁ ταλαίπωρος ἁμαρτωλός! Καὶ ἐπιθυμοῦσε ὁ νεότερος
γιὸς νὰ γεμίσει τὴν κοιλιά του μὲ τὰ ξυλοκέρατα ποὺ ἔτρωγαν οἱ χοῖροι.
Μὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἔδινε, διότι οἱ ὑπηρέτες ποὺ ἔκαναν τὴ διανομὴ
παρατηροῦσαν μὲ προσοχὴ νὰ μὴν μείνουν χωρὶς τροφὴ οἱ χοῖροι. Σὲ κάποια
ὅμως στιγμὴ αὐτὸς ἦλθε στὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴ μέθη καὶ τὴν τρέλα τῆς ἁμαρτίας
καὶ εἶπε: Πόσοι μισθωτοὶ ἐργάτες τοῦ
πατέρα μου ἔχουν ἄφθονο καὶ περίσσιο ψωμί, ἐνῶ ἐγώ κινδυνεύω νὰ πεθάνω
ἀπὸ τὴν πείνα! Τὸ πρῶτο βῆμα δηλαδὴ τῆς μετανοίας τοῦ ἁμαρτωλοῦ
εἶναι ἡ συναίσθηση τῆς ἀθλιότητάς του. Μετὰ τὴ συναίσθηση αὐτὴ ἀκολουθεῖ
ἡ σωτηριώδης ἀπόφαση. Θὰ σηκωθῶ,
λέει ὁ ἄσωτος, καὶ θὰ πάω στὸν πατέρα
μου καὶ θὰ τοῦ πῶ: Πατέρα, ἁμάρτησα στὸν οὐρανό. (Διότι ἐκεῖ οἱ ἄγγελοι
ἐκτελοῦν μὲ εὐλάβεια τὸ θεῖο θέλημα, καὶ ὅπως ὑπακοῦν αὐτοί, ἔτσι ἀξιώνουν
καὶ ὅλα τὰ κτίσματα νὰ ὑπακοῦν σ᾿ αὐτό, καὶ λυποῦνται γιὰ τὴν ἀποστασία
κάθε ἄνθρωπου). Ἁμάρτησα καὶ σὲ σένα,
διότι περιφρόνησα τὴ στοργή σου καὶ δὲν λογάριασα τὴ λύπη πού δοκίμαζες
ὅταν ἔφευγα μακριά σου. Δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομάζομαι γιός
σου. Δὲν ζητῶ νὰ προσληφθῶ οὔτε ὡς μόνιμος δοῦλος σου παραμένοντας
διαρκῶς στὸ σπίτι σου. Κάνε με σάν ἕναν ἀπό τους μισθωτοὺς ἐργάτες σου.
Καὶ ἡ σωτηριώδης ἀπόφαση ἄρχισε
νὰ ἐνεργοποιεῖται. Ὁ ἄσωτος σηκώθηκε καὶ ξεκίνησε νὰ πάει στὸν πατέρα
του. Κι ἐνῶ βρισκόταν ἀκόμη μακριά, τὸν εἶδε ὁ πατέρας του καὶ τὸν
σπλαχνίσθηκε. Ἔτρεξε τότε γιὰ νὰ τὸν προϋπαντήσει, ἔπεσε στὸν τράχηλό
του, τὸν ἀγκάλιασε σφιχτὰ καὶ τὸν καταφιλοῦσε μὲ στοργή. Ὁ Θεός δηλαδή
ὄχι μόνο δέχεται τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ μετανοεῖ καὶ ἐπιστρέφει κοντά
του, ἀλλὰ καὶ προτοῦ ἀκόμη πλησιάσει ὁ ἁμαρτωλός, σπεύδει νὰ τὸν ἀναζητήσει,
καὶ τὸν ἀγκαλιάζει μὲ στοργή. Ἐνῶ λοιπὸν ὁ Πατέρας ἔδειξε τέτοια
στοργὴ κι ἐνῶ ἀκολούθησε μιὰ τόσο θερμὴ συνδιαλλαγή, ὁ γιὸς συντετριμμένος
ἔκανε τὴν ἐξομολόγησή του λέγοντας: Πατέρα, ἁμάρτησα στὸν οὐρανὸ καὶ σὲ σένα καὶ δέν εἶμαι πλέον ἄξιος
νὰ ὀνομάζομαι γιός σου. Ὁ πατέρας τότε τὸν διέκοψε καὶ εἶπε
στούς δούλους του: Βγάλτε ἔ ξω τὴν πιὸ
καλὴ φορεσιὰ ἀπ᾿ ὅσες ἔχουμε, σὰν αὐτὴ ποὺ φοροῦσε πρὶν φύγει ἀπ᾿ τὸ
σπίτι μου. Κι ἐπειδὴ αὐτός, στὴν κατάσταση ποὺ εἶναι, θἂ ντρέπεται νὰ
τὴν φορέσει, ντύστε τον ἐσεῖς, γιὰ νὰ μὴν εἶναι πλέον γυμνὸς καὶ κουρελιάρης.
Καὶ δῶστε του δαχτυλίδι νὰ τὸ φοράει στὸ χέρι του, ὅπως φοροῦν οἱ κύριοι
καὶ οἱ ἐλεύθεροι. Δῶστε του καὶ ὑποδὴματα στά πόδια του, γιὰ νὰ μὴν
περπατᾶ ξυπόλυτος ὅπως οἱ σκλάβοι. Τὸν ἀποκαθιστῶ δηλαδὴ ὁλοκληρωτικά
στὴ θέση καὶ στὰ δικαιώματα πού εἶχε πρὶν ἀσωτεύσει. Καὶ φέρτε καὶ
σφάξτε ἐκεῖνο ἀπὸ τὰ μοσχάρια πού τὸ τρέφουμε ξεχωριστὰ γιὰ κάποια
χαρμόσυνη καὶ ἐξαιρετική περίσταση. Ἂς φᾶμε λοιπόν, ἂς χαροῦμε καὶ
ἂς διασκεδάσουμε μὲ τραγούδια καὶ μὲ χορούς, διότι ὁ γιός μου αὐτὸς
μέχρι πρὶν ἀπὸ λίγο ἦταν νεκρός, καί ἀναστήθηκε· ἦταν χαμένος, καὶ
βρέθηκε. Καί ἄρχισαν νὰ εὐφραίνονται.
Ὁ μεγαλύτερος ὅμως γιός, μὲ τὸν
ὁποῖο ἔμοιαζαν οἱ Φαρισαῖοι, ἦταν στὸ χωράφι. Καὶ καθὼς ἐρχόταν
καί πλησίαζε στὸ σπίτι, ἄκουσε ὄργανα καὶ τραγούδια καί χορούς. Κάλεσε
λοιπὸν ἕναν ἀπό τους ὑπηρέτες πού στεκόταν ἀπ᾿ ἔξω, καὶ ρωτοῦσε νὰ
μάθει τὶ συμβαίνει, τὶ τάχα νὰ σήμαιναν ὅλα αὐτά. Κι αὐτὸς τοῦ εἶπε: Γύρισε ὁ ἀδελφός σου, καὶ ὁ πατέρας
σου ἔσφαξε τὸ καλοθρεμμένο μοσχάρι, διότι τοῦ γύρισε πάλι πίσω γερὸς
καὶ ὑγιής. Ὁ μεγαλύτερος ὅμως γιὸς θύμωσε καὶ δὲν ἤθελε νὰ μπεῖ
στὸ σπίτι. (Ἔτσι συμπεριφέρονταν καὶ οἱ Φαρισαῖοι, ποὺ σκανδαλίζονταν
ὅταν ἔβλεπαν τὸν Κύριο νὰ συναναστρέφεται καὶ νὰ διδάσκει τοὺς ἁμαρτωλούς).
Ὁ πατέρας του λοιπὸν βγῆκε ἔξω καὶ τὸν παρακαλοῦσε μὲ τὴν ἴδια στοργὴ
ποὺ δέχθηκε τὸν νεότερο γιό του. Ἀλλά ὁ μεγαλύτερος γιὸς ἀποκρίθηκε
στὸν πατέρα του: Τόσα χρόνια εἶμαι
στὴ δούλεψή σου καὶ ποτὲ δὲν παράκουσα κάποια προσταγή σου· καὶ παρόλα
αὐτὰ δὲν μοῦ ἔδωσες ποτὲ οὔτε ἕνα κατσικάκι γιὰ νὰ διασκεδάσω μὲ
τοὺς φίλους μου. (Πόσο πλανᾶται ὁ μεγαλύτερος γιός! Ἐάν ὑπῆρξε
τόσο πειθαρχικὸς στὸν πατέρα του, πῶς τώρα τὸν παρακούει μὲ τέτοιο
πεῖσμα; Καὶ πότε ζήτησε κατσικάκι ἀπὸ τὸν πατέρα του, κι ἐκεῖνος δὲν
τοῦ ἔδωσε;). Ὅταν ὅμως ἦλθε ὁ προκομμένος
αὐτὸς γιός σου, πού κατασπατάλησε τὴν περιουσία σου μὲ πόρνες, ἔσφαξες
γι᾿ αὐτὸν τὸ καλύτερο μοσχάρι ποὺ τὸ εἴχαμε θρεφτάρι. (Ὁ μεγαλύτερος
γιὸς μεταχειρίστηκε τὴν ἀλαζονικὴ γλώσσα τῶν Φαρισαίων, ποὺ περιφρονοῦσαν
τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ νόμιζαν ὅτι μόνο αὐτοὶ ἦταν δίκαιοι καὶ γι᾿ αὐτὸ
εἶχαν ἀποκλειστικὰ δικαιώματα στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ). Ὁ πατέρας τότε
τοῦ ἀπάντησε: Παιδί μου, ἐσύ εἶσαι
πάντοτε μαζί μου. Κι ὅλα ὅσα ἔχω, δικά σου εἶναι. Ἔπρεπε λοιπὸν κι ἐσύ
νὰ εὐφρανθεῖς καὶ νὰ χαρεῖς, διότι ὁ ἀδελφός σου αὐτός, γιὰ τὸν ὁποῖο
μὲ τόση περιφρόνηση μιλᾶς, ἦταν νεκρός, καὶ ἀναστήθηκε. Ἦταν χαμένος,
καὶ βρέθηκε.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου