Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

­ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

(22 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026)



ΕΩΘΙΝΟΝ Δ΄

Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων, ὄρθρου βαθέος ἦλθον ἐπὶ τὸ μνῆμα, φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα, καί τινες σὺν αὐταῖς. Εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου, καὶ εἰσελθοῦσαι οὐχ εὗρον τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου, καὶ Ἰδού, δύο ἄνδρες ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις. ἐμφόβων δὲ γενομένων αὐτῶν καὶ κλινουσῶν τὰ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν, εἶπον πρὸς αὐτάς, Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; οὐκ ἔστιν ᾧδε, ἀλλ' ἠγέρθη. μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ὑμῖν, ἔτι ὢν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, λέγων, ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδοθῆναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν, καὶ σταυρωθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι. καὶ ἐμνήσθησαν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ, καὶ ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ μνημείου, ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς. ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ Ἰωάννα καὶ Μαρία Ἰακώβου, καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς, αἳ ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποστόλους ταῦτα. καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς. ὁ δὲ Πέτρος ἀναστὰς ἒδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα, καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτόν θαυμάζων τὸ γεγονός.

(Λουκ. κδ΄[24] 1 – 12)

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Τὴν πρώτη ὅμως ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος ἀπὸ τὰ βαθιὰ χαράματα ἦλθαν οἱ γυναῖκες στὸ μνῆμα φέρνοντας τὰ ἀρώματα ποὺ εἶχαν ἑτοιμάσει. Μαζί τους ἦλθαν καὶ μερικὲς ἄλλες. Βρῆκαν τότε τὴν πέτρα ποὺ ἔφραζε τὸ μνημεῖο νὰ εἶναι κυλισμένη μακριὰ ἀπ᾿ αὐτό. Κι ὅταν μπῆκαν στὸ μνημεῖο, δὲν βρῆκαν τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Κι ἐνῶ βρίσκονταν σὲ μεγάλη ἀπορία γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτό,  ξαφνικά, δύο ἄγγελοι παρουσιάσθηκαν μπροστά τους ὡς ἄνδρες μὲ στολὲς ποὺ ἄστραφταν ἀπὸ λαμπρότητα. Κι ἐνῶ αὐτὲς κατατρομαγμένες ἔγερναν τὸ πρόσωπό τους στὴ γῆ ἀπὸ εὐλάβεια κι ἐπειδὴ δὲν ἄντεχαν τὴ λάμψη τῶν ἀγγέλων, εἶπαν οἱ ἄγγελοι σ᾿ αὐτές: Γιατί ζητᾶτε ἀνάμεσα στοὺς νεκροὺς αὐτὸν ποὺ τώρα πλέον εἶναι ζωντανός; Δὲν εἶναι ἐδῶ, ἀλλὰ ἀναστήθηκε. Θυμηθεῖτε πῶς σᾶς μίλησε καὶ τί σᾶς εἶχε πεῖ ὅταν ἀκόμη ἦταν στὴ Γαλιλαία, λέγοντας ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ προκαθορισμένο σχέδιο τοῦ Θεοῦ πρέπει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ παραδοθεῖ σὲ χέρια ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καὶ νὰ σταυρωθεῖ, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τὸ θάνατό του νὰ ἀναστηθεῖ. Τότε οἱ μυροφόρες γυναῖκες θυμήθηκαν τὰ λόγια τοῦ Κυρίου. Κι ἀφοῦ ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὸ μνημεῖο, τὰ ἀνήγγειλαν ὅλα αὐτὰ στοὺς ἕνδεκα μαθητὲς καὶ σ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους ποὺ ἦταν μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους. Οἱ γυναῖκες ποὺ τὰ ἔλεγαν αὐτὰ στοὺς ἀποστόλους ἦταν ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ ἡ Ἰωάννα καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ οἱ ὑπόλοιπες ποὺ ἦταν μαζί τους. Τὰ λόγια τους ὅμως αὐτὰ φάνηκαν στοὺς μαθητὲς σὰν φλυαρία καὶ ἐπινόηση τῆς φαντασίας τους. Καὶ δὲν τὶς πίστευαν. Παρόλα αὐτά ὅμως ὁ Πέτρος σηκώθηκε κι ἔτρεξε στό μνημεῖο. Κι ἀφοῦ ἔσκυψε ἀπό τή θύρα, βλέπει μόνο τούς νεκρικούς ἐπιδέσμους νά εἶναι κάτω στό μνημεῖο, χωρίς τό σῶμα. Τότε ἐπέστρεψε στό σπίτι πού ἔμενε γεμάτος ἀπορία κι ἔκπληξη γι᾿ αὐτό πού εἶχε γίνει.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Τῆς Τυρινῆς)

Ἀδελφοί, νῦν ἐγ­γύ­τε­ρον ἡ­μῶν ἡ σω­τη­ρί­α ἢ ὅ­τε ἐ­πι­στε­ύ­σα­μεν.  ἡ νὺξ προ­έ­κο­ψεν, ἡ δὲ ἡ­μέ­ρα ἤγ­γι­κεν. ἀ­πο­θώ­με­θα οὖν τὰ ἔρ­γα τοῦ σκό­τους καὶ ἐν­δυ­σώ­με­θα τὰ ὅ­πλα τοῦ φω­τός. ὡς ἐν ἡ­μέ­ρᾳ εὐ­σχη­μό­νως πε­ρι­πα­τή­σω­μεν, μὴ κώ­μοις καὶ μέ­θαις, μὴ κο­ί­ταις καὶ ἀ­σελ­γε­ί­αις, μὴ ἔ­ρι­δι καὶ ζή­λῳ, ἀλ­λ᾿ ἐν­δύ­σα­σθε τὸν Κύριον Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν, καὶ τῆς σαρ­κὸς πρό­νοι­αν μὴ ποι­εῖ­σθε εἰς ἐ­πι­θυ­μί­ας. Τὸν δὲ ἀ­σθε­νοῦν­τα τῇ πί­στει προσ­λαμ­βά­νε­σθε, μὴ εἰς δι­α­κρί­σεις δι­α­λο­γι­σμῶν. ὃς μὲν πι­στε­ύ­ει φα­γεῖν πάν­τα, ὁ δὲ ἀ­σθε­νῶν λά­χα­να ἐ­σθί­ει. ὁ ἐ­σθί­ων τὸν μὴ ἐ­σθί­ον­τα μὴ ἐ­ξου­θε­νε­ί­τω, καὶ ὁ μὴ ἐ­σθί­ων τὸν ἐ­σθί­ον­τα μὴ κρι­νέ­τω· ὁ Θε­ὸς γὰρ αὐ­τὸν προ­σε­λά­βε­το. σὺ τίς εἶ ὁ κρί­νων ἀλ­λό­τριον οἰ­κέ­την; τῷ ἰ­δί­ῳ Κυ­ρί­ῳ στή­κει ἢ πί­πτει· στα­θή­σε­ται δέ· δυ­να­τὸς γάρ ἐ­στιν ὁ Θε­ὸς στῆ­σαι αὐ­τόν.             

       (Ρωμ. ιγ΄[13] 11 – ιδ΄[14] 4)

 

METANOIA ΑΛΗΘΙΝΗ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ

Σήμερα, καθώς εἰσερχόμαστε στήν Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἀνοίγει τίς νοητές πύλες τοῦ «σταδίου τῶν ἀρετῶν». Τὸ δὲ σημερινὸ Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα εἶναι ἕνα ἐγερτήριο σάλπισμα ποὺ μᾶς καλεῖ σὲ μετάνοια ἔμπρακτη καὶ ἀληθινή. 

1. ΝΑ ΠΕΤΑΞΟΥΜΕ ΤΑ ΒΑΡΗ

Εἶναι πλέον καιρὸς μετανοίας, μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος· καιρὸς νὰ σηκωθοῦμε ἀπὸ τὸν ὕπνο τῆς ἀμελείας. Διότι ἡ ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας εἶναι πλησιέστερη σὲ ἐμᾶς παρὰ τότε, τὸν πρῶτο καιρὸ ποὺ ἐγνωρίσαμε τὴν πίστη. Ἐὰν λοιπὸν τότε ἐδείξαμε ζῆλο, πολύ περισσότερο πρέπει νὰ δείξουμε τώρα. 

Διότι ἡ ζωή μας αὐτή, ποὺ μοιάζει μὲ σκοτεινή νύχτα, προχώρησε, καὶ ἡ ἡμέρα τῆς μελλούσης ζωῆς πλησιάζει. Καὶ ἐὰν ἀκόμη ὁ Κύριος δὲν ἔλθει σύντομα μὲ τὴν Δευτέρα Παρουσία Του, ἔρχεται ὅμως γιὰ τὸν καθένα μας μὲ τὸν θάνατό του. «Ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους». Ἂς ἀποθέσουμε λοιπὸν σὰν ἄλλα ἀκάθαρτα ἐνδύματα τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, ποὺ γίνονται στὸ σκοτάδι. Ὅπως συμπεριφέρεται κανεὶς τὴν ἡμέρα, ποὺ τὰ βλέμματα πολλῶν τὸν παρακολουθοῦν, ἔτσι καὶ ἐμεῖς ἂς συμπεριφερθοῦμε μὲ εὐπρέπεια· ὄχι μὲ ἄσεμνα φαγοπότια καὶ μέθες, οὔτε μὲ πράξεις αἰσχρότητος καὶ ἀσελγείας, οὔτε μὲ φιλονικίες καὶ ζηλοτυπίες. 

ΤΟ ΠΡΩΤΟ βῆμα λοιπὸν τῆς μετανοίας, στὸ ὁποῖο μᾶς καλεῖ σήμερα ὁ θεῖος Ἀπόστολος, εἶναι νὰ πετάξουμε ἀπὸ πάνω μας τὰ ἔργα τοῦ σκότους, τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας. Καὶ μὴ νομίσουμε ὅτι ἡ προτροπὴ τοῦ ἱεροῦ Ἀποστόλου ἀναφέρεται μόνο σὲ ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἀναφέρεται σὲ ὅλους μας. Διότι ἔργα τοῦ σκότους δέν εἶναι μόνον τὰ βαριά ἁμαρτήματα, οἱ ἐξωτερικές πράξεις· εἶναι ἀκόμη καὶ οἱ ἐσωτερικές καταστάσεις τῆς ψυχῆς. Εἶναι καὶ οἱ ἁμαρτωλές σκέψεις καὶ διαθέσεις. Εἶναι ἀκόμη καὶ αὐτὴ ἡ ἀπολέμητη ἕλξη πρὸς τὴν ἁμαρτία. Πόσες φορές συλλαμβάνουμε καὶ ἐμεῖς τὸν ἑαυτό μας νὰ σκέπτεται, νὰ ἐπιθυμεῖ ἢ νὰ ἐνεργεῖ ἀντίθετα ἀπὸ τὸ θεῖο θέλημα; Ἔχουμε λοιπὸν ὅλοι μας ἀνάγκη μετανοίας, μετανοίας ἔμπρακτης καὶ ἀληθινῆς. 

Καὶ μετάνοια ἔμπρακτη θὰ πεῖ νὰ μισήσουμε τὰ ἁμαρτήματά μας καὶ νὰ τὰ ρίξουμε στὴν ἀπέραντη θάλασσα τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ. Νὰ πετάξουμε ἀπὸ πάνω μας κάθε βάρος ποὺ μᾶς κρατάει προσηλωμένους στή γῆ καὶ μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἀνέλθουμε ψηλὰ στὸν οὐρανό. Καὶ νὰ προσέλθουμε στὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως μὲ συντριβὴ καὶ ἀποφάσεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη κίνηση τῆς μετανοίας. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως μόνον αὐτή. Θὰ πρέπει νὰ ὁλοκληρώσουμε τή μετάνοιά μας καί μέ κάτι ἄλλο, ὅπως μᾶς λέει στὴ συνέχεια τὸ Ἀποστολικό μας ἀνάγνωσμα. 

2. ΝΑ ΝΤΥΘΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΡΕΤΗ

«Ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός», μᾶς λέγει ὁ θεῖος Ἀπόστολος. Νὰ ντυθοῦμε σὰν ἄλλα ὅπλα τὰ φωτεινὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς. Οὐσιαστικὰ δηλαδὴ νὰ φορέσουμε σὰν ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μας τὸν ἴδιο τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, νὰ ζοῦμε τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, νὰ μοιάσουμε τέλεια μ᾿ Αὐτόν, νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του. 

Στή συνέχεια ὁ θεῖος Ἀπόστολος δίνει ὁδηγίες στοὺς χριστιανοὺς σχετικὰ μὲ τὸ μεγάλο πρόβλημα ποὺ εἶχαν ἐκείνη τὴν ἐποχὴ κάποιοι ἀδύνατοι χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι σκανδαλίζονταν ὅταν ἔβλεπαν τοὺς ἄλλους πιστοὺς νὰ ἀγοράζουν ἀπὸ τὰ κρεοπωλεῖα καὶ νὰ τρῶνε κρέατα ποὺ προέρχονταν ἀπὸ θυσίες τῶν εἰδώλων· διότι πίστευαν ὅτι τὰ κρέατα αὐτὰ ἦταν ἱερὰ καὶ ὅτι ὅποιος ἔτρωγε ἀπὸ αὐτὰ ἁμάρτανε. Οἱ περισσότεροι ὅμως Χριστιανοὶ τὰ ἔτρωγαν, ἐπειδὴ ἤξεραν ὅτι οἱ θεοὶ τῶν εἰδώλων ἦταν ἀνύπαρκτοι. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λοιπὸν συμβουλεύει τοὺς πιστοὺς νὰ μὴν κατακρίνουν αὐτοὺς τοὺς εὐαίσθητους Χριστιανούς, ἀλλὰ νὰ τοὺς δέχονται μὲ καλωσύνη. Τὸ ἴδιο ὅμως συνιστᾷ καὶ στοὺς ἀσθενεῖς στὴν πίστη, νὰ μὴ σκανδαλίζονται οὔτε νὰ κατακρίνουν τοὺς ὑπόλοιπους. 

ΤΟ ΘΕΜΑ αὐτὸ τῆς διακρίσεως καὶ τῆς νηστείας βέβαια τὸ θίξαμε καὶ ἄλλη φορά. Τώρα ἄς σταθοῦμε στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ποὺ συγκεφαλαιώνει τό μεγάλο θέμα τῆς μετανοίας. Τί μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος; Ὅτι τὸ ἔργο τῆς μετανοίας εἶναι διπλό. Δὲν εἶναι μόνο ἄρνηση τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀποδοχὴ τοῦ καλοῦ. Δὲν ἀρκεῖ μόνο νά πετάξουμε ἀπὸ πάνω μας τὰ βάρη τῆς ἁμαρτίας. Γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἡ μετάνοιά μας θά πρέπει νὰ κάνουμε καί δεύτερο βῆμα, νά ντυθοῦμε τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. Ποιά εἶναι ὅμως αὐτὰ τὰ ὅπλα τοῦ φωτός; Εἶναι οἱ ἀρετές· τὰ ἀγαθὰ ἔργα· τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης καί φιλανθρωπίας πρὸς τὸν συνάνθρωπο, ὁ ἀγώνας γιά τήν κατάκτηση τῶν ἀρετῶν, ἡ βιωματική προσευχή, ἡ τακτική μελέτη τοῦ θείου λόγου, ἡ συνειδητὴ μυστηριακή ζωή. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ὅπλα ἰσχυρά ἐναντίον τοῦ σατανᾶ καὶ τῆς ἁμαρτίας. Μόνο αὐτὰ πλέον θὰ πρέπει νὰ θωρακίζουν τήν ψυχή μας. 

Νὰ ἀποστραφοῦμε λοιπὸν τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ ἀγαπήσουμε μέ ὅλη μας τή δύναμη τὴν ἀρετή. Δηλαδή, σέ τελικὴ ἀνάλυση, νὰ ἀγαπήσουμε τὸν Χριστὸ καὶ τὸ θέλημά Του. Χωρὶς καὶ τὰ δύο αὐτὰ στοιχεῖα πραγματική μετάνοια δὲν ὑπάρχει. Διότι ἡ μετάνοια δὲν εἶναι μιὰ στιγμιαία ἀπόφαση ζωῆς, ἀλλὰ εἶναι δρόμος καὶ τρόπος ζωῆς. Γι᾿ αὐτό χρειάζεται διαρκής ἀγώνας μέχρι τελευταίας μας ἀναπνοῆς. Ἂς ἀγωνισθοῦμε λοιπόν γιὰ τὸ μεγάλο καὶ καθημερινὸ αὐτὸ ἔργο τῆς μετανοίας. Καὶ ὁ ἅγιος Θεὸς θὰ μᾶς δώσει τὴ Χάρη καὶ τὴν εὐλογία Του. Καὶ θὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ γίνουμε ἄνθρωποι εἰρηνικοί, χαρούμενοι, εὐτυχισμένοι, κληρονόμοι τῆς αἰωνίου βασιλείας Του. 

 (Δι­α­σκευὴ ἀ­πὸ πα­λαιὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶπεν ὁ Κύριος· Ἐ­ὰν ἀ­φῆ­τε τοῖς ἀν­θρώ­ποις τὰ πα­ρα­πτώ­μα­τα αὐ­τῶν, ἀ­φή­σει καὶ ὑ­μῖν ὁ πα­τὴρ ὑ­μῶν ὁ οὐ­ρά­νι­ος· ἐ­ὰν δὲ μὴ ἀ­φῆ­τε τοῖς ἀν­θρώ­ποις τὰ πα­ρα­πτώ­μα­τα αὐ­τῶν, οὐ­δὲ ὁ πα­τὴρ ὑ­μῶν ἀ­φή­σει τὰ πα­ρα­πτώ­μα­τα ὑ­μῶν. Ὅ­ταν δὲ νη­στε­ύ­η­τε, μὴ γί­νε­σθε ὥ­σπερ οἱ ὑ­πο­κρι­ταὶ  σκυ­θρω­ποί,  ἀ­φα­νί­ζου­σι  γὰρ  τὰ  πρό­σω­πα αὐ­τῶν ὅ­πως φα­νῶ­σι τοῖς ἀν­θρώ­ποις νη­στε­ύ­ον­τες· ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν, ὅ­τι ἀ­πέ­χου­σιν τὸν μι­σθὸν αὐ­τῶν.  σὺ δὲ νη­στε­ύ­ων ἄ­λει­ψαί σου τὴν  κε­φα­λὴν καὶ τὸ πρό­σω­πόν σου νί­ψαι,  ὅ­πως μὴ φα­νῇς τοῖς ἀν­θρώ­ποις νη στεύ­ων ἀλ­λὰ τῷ πα­τρί σου τῷ ἐν τῷ κρυ­πτῷ· καὶ ὁ πα­τήρ σου ὁ βλέ­πων ἐν τῷ κρυ­πτῷ ἀ­πο­δώ­σει σοι ἐν τῷ φα­νε­ρῷ.  Μὴ θη­σαυ­ρί­ζε­τε ὑ­μῖν θη­σαυ­ροὺς ἐ­πὶ τῆς γῆς, ὅ­που σὴς καὶ βρῶ­σις ἀ­φα­νί­ζει, καὶ ὅ­που κλέ­πται δι­ο­ρύσ­σου­σιν καὶ κλέ­πτου­σιν·  θη­σαυ­ρί­ζε­τε δὲ ὑ­μῖν θη­σαυ­ροὺς ἐν οὐ­ρα­νῷ, ὅ­που οὔ­τε σὴς οὔ­τε βρῶ­σις ἀ­φα­νί­ζει, καὶ ὅ­που κλέ­πται οὐ δι­ο­ρύσ­σου­σιν οὐ­δὲ κλέ­πτου­σιν· ὅ­που γάρ ἐ­στιν ὁ θη­σαυ­ρός ὑ­μῶν, ἐ­κεῖ ἔ­σται καὶ ἡ καρ­δί­α ὑ­μῶν.     

        (Ματθ. στ΄[6] 14 -21)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος· «Ὅ­ταν ζη­τᾶ­τε τὴ συγ­χώ­ρη­ση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν σας, πρέ­πει νὰ συγ­χω­ρεῖ­τε κι ἐ­σεῖς τοὺς ἄλ­λους. Δι­ό­τι ἐ­ὰν συγ­χω­ρή­σε­τε τὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τα ποὺ σᾶς ἔ­κα­ναν οἱ ἄν­θρω­ποι, καὶ ὁ Πα­τέ­ρας σας ὁ οὐ­ρά­νιος θὰ συγ­χω­ρή­σει καὶ τὰ δι­κά σας ἁ­μαρ­τή­μα­τα. Ἐ­ὰν ὅ­μως δὲν συγ­χω­ρή­σε­τε τοὺς ἀν­θρώ­πους πού ἁ­μάρ­τη­σαν ἀ­πέ­ναν­τί σας, οὔ­τε ὁ Πα­τέ­ρας σας θὰ συγ­χω­ρή­σει τὶς δι­κές σας ἁ­μαρ­τί­ες πρὸς αὐ­τόν. Κι ὅ­ταν νη­στεύ­ε­τε, μὴ γί­νε­στε σκυ­θρω­ποὶ καὶ πε­ρί­λυ­ποι σὰν τοὺς ὑ­πο­κρι­τές. Δι­ό­τι αὐ­τοὶ ἀλ­λοι­ώ­νουν τὰ πρό­σω­πά τους καὶ παίρ­νουν τὴν ὄ­ψη καὶ τὴν ἔκ­φρα­ση ἀν­θρώ­που κα­τα­βε­βλη­μέ­νου ἀ­πὸ τὶς στε­ρή­σεις, γι­ὰ νὰ φα­νοῦν στοὺς ἀν­θρώ­πους ὅ­τι νη­στεύ­ουν. Ἀ­λη­θι­νά σᾶς λέ­ω ὅ­τι πῆ­ραν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ τὴν ἀ­μοι­βή τους ἀ­πὸ τοὺς ἐ­παί­νους τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἐ­σὺ ὅ­μως ὅ­ταν νη­στεύ­εις, ἄ­λει­ψε τὸ κε­φά­λι σου καὶ νί­ψε τὸ πρό­σω­πό σου, ὥ­στε νὰ φαί­νε­σαι χα­ρού­με­νος, καὶ νὰ μὴ φα­νεῖς στοὺς ἀν­θρώ­πους ὅ­τι νη­στεύ­εις. Ἀλ­λὰ ἡ νη­στεί­α σου νὰ φα­νεῖ μό­νο στὸν Πα­τέ­ρα σου, ποὺ εἶ­ναι βέ­βαι­α ἀ­ό­ρα­τος, ἀλ­λὰ βρί­σκε­ται πα­ρὼν καὶ στὰ πι­ὸ ἀ­πό­κρυ­φα μέ­ρη. Κι ὁ Πα­τέ­ρας σου ποὺ βλέ­πει στὰ κρυ­φά, θὰ σοῦ ἀ­πο­δώ­σει τὴν ἀ­μοι­βή σου στὰ φα­νε­ρά. Μὴ μα­ζεύ­ε­τε γι­ὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ σας θη­σαυ­ροὺς πά­νω στὴ γῆ, ὅ­που ὁ σκό­ρος καὶ ἡ φθο­ρὰ τῆς σα­πί­λας ἢ τῆς σκου­ριᾶς ἀ­φα­νί­ζουν τὰ ἀ­πο­θη­κευ­μέ­να εἴ­δη τοῦ πλού­του κι ὅ­που οἱ κλέ­φτες τρυ­ποῦν τοὺς τοί­χους τῶν θη­σαυ­ρο­φυ­λα­κί­ων καὶ τὰ κλέ­βουν. Μα­ζεύ­ε­τε γι­ὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ σας θη­σαυ­ροὺς στὸν οὐ­ρα­νό, ὅ­που οὔ­τε ὁ σκό­ρος οὔ­τε ἡ σα­πί­λα καὶ ἡ σκου­ριὰ ἀ­φα­νί­ζουν τοὺς ἀ­πο­θη­κευ­μέ­νους θη­σαυ­ρούς σας κι ὅ­που οἱ κλέ­φτες δὲν τρυ­ποῦν τοὺς τοί­χους τῶν θη­σαυ­ρο­φυ­λα­κί­ων σας οὔ­τε κλέ­βουν. Πρέ­πει λοι­πὸν νὰ θη­σαυ­ρί­ζε­τε θη­σαυ­ροὺς στὸν οὐ­ρα­νό, γι­ὰ νὰ εἶ­ναι καὶ ἡ καρ­διὰ σας προ­σκολ­λη­μέ­νη στὸν Θε­ὸ καὶ στὰ οὐ­ρά­νια. Δι­ό­τι ἐ­κεῖ ὅ­που εἶ­ναι ὁ θη­σαυ­ρός σας, ἐ­κεῖ θά εἶ­ναι καί ἡ καρ­διά σας.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου