Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Α΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ. ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

Α΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

(1 ΜΑΡΤΙΟΥ 2026)

(ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ)




ΕΩΘΙΝΟΝ Ε΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὁ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα΄ καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτὸν θαυμάζων τὸ γεγονός. Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ Ἱερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα Ἐμμαούς΄ καὶ αὐτοὶ ὡμίλουν πρὸς ἀλλήλους περὶ πάντων τῶν συμβεβηκότων τούτων. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν, καί αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς΄ οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς΄ Τίνες οἱ λόγοι οὗτοι οὓς ἀντιβάλλετε πρὸς ἀλλήλους περιπατοῦντες, καὶ ἐστὲ σκυθρωποὶ; Ἀποκριθείς δὲ ὁ εἷς, ᾧ ὄνομα Κλεόπας, εἶπε πρὸς αὐτόν ΄ Σὺ μόνος παροικεῖς ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἔγνως τὰ γενόμενα ἐν αὐτῇ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις; καὶ εἶπεν αὐτοῖς, Ποῖα; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ, Τὰ περὶ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ΄ ὅπως τε παρέδωκαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρῖμα θανάτου, καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν΄ ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν ὅτι αὐτὸς ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ. Ἀλλὰ γε οὖν σὺν πᾶσι τούτοις τρίτην ταύτην ἡμέραν ἄγει σήμερον, ἀφ' οὗ ταῦτα ἐγένετο. ἀλλὰ καὶ γυναῖκές τινες ἐξ ἡμῶν ἐξέστησαν ἡμᾶς, γενόμεναι ὂρθριαι ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ μὴ εὑροῦσαι τὸ σῶμα αὐτοῦ, ἦλθον λέγουσαι καὶ ὀπτασίαν ἀγγέλων ἑωρακέναι, οἳ λέγουσιν αὐτὸν ζῆν. Καὶ ἀπῆλθόν τινες τῶν σὺν ἡμῖν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ εὗρον οὕτω καθὼς καὶ αἱ γυναῖκες εἶπον΄ αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον. Καὶ αὐτὸς εἶπε πρὸς αὐτούς΄ Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ Προφῆται. Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ; Καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν, διηρμήνευεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς Γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ. Καὶ ἤγγισαν εἰς τὴν κώμην οὗ ἐπορεύοντο, καὶ αὐτὸς προσεποιεῖτο ποῤῥωτέρω πορεύεσθαι. Καὶ παρεβιάσαντο αὐτόν , λέγοντες΄ Μεῖνον μεθ' ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστὶ καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα. Καὶ εἰσῆλθε τοῦ μεῖναι σὺν αὐτοῖς. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ' αὐτῶν, λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς. Αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν΄ καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτῶν. Καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους΄ Οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς Γραφάς; Καὶ ἀναστάντες αὐτῇ τῇ ὥρᾳ, ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ εὗρον συνηθροισμένους τοὺς ἕνδεκα καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς, λέγοντας, ὅτι ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως, καὶ ὤφθη Σίμωνι. Καὶ αὐτοὶ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου.

(Λουκ. κδ΄[24]  12 – 35)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Παρόλα αὐτά ὅμως ὁ Πέτρος σηκώθηκε κι ἔτρεξε στό μνημεῖο. Κι ἀφοῦ ἔσκυψε ἀπό τή θύρα, βλέπει μόνο τούς νεκρικούς ἐπιδέσμους νά εἶναι κάτω στό μνημεῖο, χωρίς τό σῶμα. Τότε ἐπέστρεψε στό σπίτι πού ἔμενε γεμάτος ἀπορία κι ἔκπληξη γι’ αὐτό πού εἶχε γίνει. Καί ἰδού, τήν ἴδια ἡμέρα δύο ἀπό τούς μαθητές τοῦ Ἰησοῦ πήγαιναν σέ κάποιο χωριό πού ἀπεῖχε ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ ἑξήντα στάδια, ἕντεκα περίπου χιλιόμετρα. Καί τό χωριό αὐτό ὀνομαζόταν Ἐμμαούς. Αὐτοί μιλοῦσαν μεταξύ τους γιά ὅλα αὐτά πού εἶχαν συμβεῖ· δηλαδή γιά τά περιστατικά τοῦ θανάτου καί τῆς ταφῆς τοῦ Ἰησοῦ, καθώς καί γιά τά ὅσα ἀνήγγειλαν οἱ μυροφόρες στούς μαθητές. Καθώς ὅμως αὐτοί μιλοῦσαν καί συζητοῦσαν, τούς πλησίασε ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς καί προχωροῦσε μαζί τους. Τά μάτια τους ὅμως ἦταν κρατημένα γιά νά μήν τόν ἀναγνωρίσουν. Κι αὐτό συνέβαινε εἴτε διότι ἡ μορφή τοῦ ἀναστημένου Κυρίου εἶχε τήν ὥρα ἐκείνη ἀλλάξει, εἴτε διότι ὁ Θεός μέ ὑπερφυσική δύναμη ἐμπόδιζε τίς αἰσθήσεις τους νά τόν ἀναγνωρίσουν. Καί ὁ Ἰησοῦς τούς ρώτησε: Γιά ποιό ζήτημα συζητᾶτε μεταξύ σας καί ἀνταλλάσσετε τίς σκέψεις σας καθώς περπατᾶτε, καί εἶστε σκυθρωποί; Τότε ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτούς, πού ὀνομαζόταν Κλεόπας, τοῦ ἀποκρίθηκε: Ἐσύ μόνο ἀπ’ τούς ξένους πού ἦλθαν τό Πάσχα νά προσκυνήσουν διαμένεις στήν Ἱερουσαλήμ καί δέν ἔμαθες ὅσα ἔγιναν στήν πόλη αὐτή τίς ἡμέρες αὐτές; Ποιά; τούς ρώτησε. Κι αὐτοί τοῦ ἀπάντησαν: Αὐτά πού ἔγιναν μέ τόν Ἰησοῦ τόν Ναζωραῖο, πού ἦταν προφήτης καί ἀποδείχθηκε δυνατός καί σέ ὑπερφυσικά ἔργα καί σέ διδασκαλία θεόπνευστη καί τέλεια· δυνατός ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί ὅλου τοῦ λαοῦ. Δέν ἔμαθες ἀκόμη καί μέ ποιό τρόπο τόν παρέδωσαν οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ ἄρχοντές μας σέ καταδίκη θανάτου καί τόν σταύρωσαν; Ἐμεῖς ὅμως ἐλπίζαμε ὅτι αὐτός εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ ὁποῖος πρόκειται νά ἐλευθερώσει τόν Ἰσραήλ καί νά ἀποκαταστήσει τό βασίλειό του. Ἀλλά ἡ ἐλπίδα μας αὐτή κλονίστηκε, διότι ἐκτός ἀπό τή σταύρωσή του κι ἀπ’ ὅλα τά ἄλλα πού ἔγιναν, εἶναι ἡ τρίτη ἡμέρα σήμερα ἀπό τότε πού ἔγιναν αὐτά, καί δέν εἴδαμε ἀκόμη τίποτε πού νά στηρίξει τίς ἐλπίδες μας. Ἀλλά καί κάτι ἄλλο πού στό μεταξύ ἔγινε, αὔξησε τήν ἀπορία μας. Μερικές δηλαδή γυναῖκες ἀπό τόν κύκλο μας, τόν κύκλο δηλαδή τῶν πιστῶν μαθητῶν του, μᾶς γέμισαν μέ ἔκπληξη. Διότι πῆγαν πολύ πρωί στό μνημεῖο καί δέν βρῆκαν ἐκεῖ τό σῶμα του. Ἦλθαν λοιπόν καί μᾶς εἶπαν ὅτι εἶδαν καί ὀπτασία ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι τούς ἀνήγγειλαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ζεῖ. Τότε μερικοί ἀπό τούς δικούς μας πῆγαν στό μνημεῖο καί βρῆκαν τά πράγματα ἔτσι ὅπως τά εἶπαν καί οἱ γυναῖκες· δηλαδή βρῆκαν ἀνοιχτό τό μνημεῖο, τόν ἴδιο ὅμως τόν Ἰησοῦ δέν τόν εἶδαν.  Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε στούς δύο μαθητές: Ὤ ἄνθρωποι πού δέν ἔχετε φωτισμένο νοῦ γιά νά κατανοεῖ τίς Γραφές, καί ἡ καρδιά σας εἶναι βραδυκίνητη καί δύσκολη νά πιστέψει σ’ ὅλα ὅσα εἶπαν οἱ προφῆτες! Σύμφωνα μέ τή βουλή καί τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, πού προκήρυξαν οἱ προφῆτες, αὐτά δέν ἔπρεπε νά πάθει ὁ Χριστός καί μέσα ἀπ’ τά παθήματα αὐτά νά εἰσέλθει στή δόξα του; Ἡ δόξα του αὐτή ἄρχισε μέ τήν ἀνάστασή του καί θά τελειωθεῖ μέ τήν ἀνάληψή του. Κι ἀφοῦ ἄρχισε ἀπό τίς προφητεῖες καί τίς προεικονίσεις πού περιέχονται στά βιβλία τοῦ Μωυσῆ, κατόπιν τούς ἀνέφερε ἀπ’ ὅλους τούς προφῆτες τά χωρία πού μιλοῦν γιά τόν Μεσσία. Καί στή συνέχεια τούς ἐξηγοῦσε τίς προφητεῖες πού ἀναφέρονταν στόν ἑαυτό του. Κάποτε πλησίασαν στό χωριό πού σκόπευαν νά πᾶνε οἱ δύο μαθητές. Τότε αὐτός προσποιήθηκε ὅτι θά πήγαινε πιό μακριά. Καί πραγματικά θά τούς ἀποχωριζόταν, ἐάν αὐτοί δέν ἐπέμεναν νά τόν κρατήσουν. Ἀλλά αὐτοί τόν πίεζαν καί τόν παρακαλοῦσαν λέγοντας: Μεῖνε μαζί μας, διότι κοντεύει νά βραδιάσει, καί ἡ ἡμέρα ἔχει προχωρήσει πολύ πρός τή δύση τοῦ ἥλιου. Τότε ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στό χωριό τους κι ἔπειτα στό σπίτι γιά νά μείνει μαζί τους. Καί τότε συνέβη αὐτό: Ὅταν αὐτός ἔγειρε μαζί τους στήν τράπεζα τοῦ φαγητοῦ, ἀφοῦ πῆρε στά χέρια του τόν ἄρτο, τόν εὐλόγησε εὐχαριστώντας τόν Θεό, ὅπως συνήθιζε νά κάνει πρίν ἀπό τό φαγητό, κι ἀφοῦ τόν ἔκοψε σέ κομμάτια, τούς ἔδινε. Ὅταν ὅμως αὐτοί εἶδαν τήν εὐλογία καί τόν τεμαχισμό τοῦ ἄρτου νά γίνεται μέ τόν τρόπο πού συνήθιζε ὁ Διδάσκαλός τους, τότε καί μέ θεϊκή ἐπενέργεια ἄνοιξαν τά μάτια τους καί τόν ἀναγνώρισαν ξεκάθαρα. Ἀλλά τή στιγμή ἐκείνη κι αὐτός ἔγινε ἄφαντος ἀπό μπροστά τους. Εἶπαν τότε ὁ ἕνας στόν ἄλλο: Ἡ καρδιά μας δέν αἰσθανόταν μέσα μας τήν πνευματική φλόγα τοῦ θείου ζήλου καί τῆς ἀγάπης πρός τόν Χριστό καί δέν ζεσταινόταν ἀπό τή θερμότητα τοῦ φωτός τῆς θείας ἀλήθειας, ὅταν μᾶς μιλοῦσε στό δρόμο καί μᾶς ἐξηγοῦσε τίς Γραφές; Πῶς δέν μπορέσαμε λοιπόν νά τόν ἀναγνωρίσουμε ἀμέσως; Κι ἀφοῦ σηκώθηκαν τήν ἴδια αὐτή περασμένη ὥρα, ἐπέστρεψαν στήν Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ βρῆκαν συναθροισμένους τούς ἕνδεκα ἀποστόλους καί τούς ἄλλους πού ἦταν μαζί τους, κι ὅλοι αὐτοί ἔλεγαν ὅτι πραγματικά ἀναστήθηκε ὁ Κύριος καί ἐμφανίσθηκε στό Σίμωνα Πέτρο. Τότε κι αὐτοί οἱ δύο ἄρχισαν νά τούς διηγοῦνται τά ὅσα τούς εἶχαν συμβεῖ στό δρόμο καί πῶς τόν ἀναγνώρισαν ὅταν ἔκοβε σέ κομμάτια τόν ἄρτο.

 

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  

Ἀ­δελ­φοί, πί­στει Μω­σῆς μέ­γας γε­νό­με­νος ἠρ­νή­σα­το λέ­γε­σθαι υἱ­ὸς θυ­γα­τρὸς Φα­ραώ, μᾶλ­λον ἑ­λό­με­νος συγ­κα­κου­χεῖ­σθαι τῷ λα­ῷ τοῦ Θε­οῦ ἢ πρό­σκαι­ρον ἔ­χειν ἁ­μαρ­τί­ας ἀ­πό­λαυ­σιν,  με­ί­ζο­να πλοῦ­τον ἡ­γη­σά­με­νος τῶν Αἰ­γύ­πτου θη­σαυ­ρῶν τὸν ὀ­νει­δι­σμὸν τοῦ Χρι­στοῦ, ἀ­πέ­βλε­πεν γὰρ εἰς τὴν μι­σθα­πο­δο­σί­αν. Καὶ τί ἔ­τι λέ­γω; ἐ­πι­λε­ί­ψει γὰρ με δι­η­γο­ύ­με­νον ὁ χρό­νος πε­ρὶ Γε­δε­ών, Βα­ράκ, Σαμ­ψών, Ἰ­ε­φθά­ε, Δαυ­ῒδ τε καὶ Σα­μου­ὴλ καὶ τῶν προ­φη­τῶν, οἳ δι­ὰ πί­στε­ως κα­τη­γω­νί­σαν­το βα­σι­λε­ί­ας, εἰρ­γά­σαν­το δι­και­ο­σύ­νην, ἐ­πέ­τυ­χον ἐ­παγ­γε­λι­ῶν, ἔ­φρα­ξαν στό­μα­τα λε­όν­των, ἔ­σβε­σαν δύ­να­μιν πυ­ρός, ἔ­φυ­γον στό­μα­τα μα­χα­ί­ρας, ἐ­νε­δυ­να­μώ­θη­σαν ἀ­πὸ ἀ­σθε­νε­ί­ας, ἐ­γε­νή­θη­σαν ἰ­σχυ­ροὶ ἐν πο­λέ­μῳ, πα­ρεμ­βο­λὰς ἔ­κλι­ναν ἀλ­λο­τρί­ων· ἔ­λα­βον γυ­ναῖ­κες ἐξ ἀ­να­στά­σε­ως τοὺς νε­κροὺς αὐ­τῶν· ἄλ­λοι δὲ ἐ­τυμ­πα­νί­σθη­σαν, οὐ προσ­δε­ξά­με­νοι τὴν ἀ­πο­λύ­τρω­σιν, ἵ­να κρε­ίτ­το­νος ἀ­να­στά­σε­ως τύ­χω­σιν· ἕ­τε­ροι δὲ ἐμ­παιγ­μῶν καὶ μα­στί­γων πεῖ­ραν ἔ­λα­βον, ἔ­τι δὲ δε­σμῶν καὶ φυ­λα­κῆς· ἐ­λι­θά­σθη­σαν, ἐ­πρί­σθη­σαν, ἐ­πει­ρά­σθη­σαν, ἐν φό­νῳ μα­χα­ί­ρας ἀ­πέ­θα­νον, πε­ρι­ῆλ­θον ἐν μη­λω­ταῖς, ἐν αἰ­γε­ί­οις δέρ­μα­σιν, ὑ­στε­ρο­ύ­με­νοι, θλι­βό­με­νοι, κα­κου­χού­με­νοι, ὧν οὐκ ἦν ἄ­ξι­ος ὁ κό­σμος, ἐ­πὶ ἐ­ρη­μί­αις πλα­νώ­με­νοι καὶ ὄ­ρε­σι καὶ σπη­λα­ί­οις καὶ ταῖς ὀ­παῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗ­τοι πάν­τες μαρ­τυ­ρη­θέν­τες δι­ὰ τῆς πί­στε­ως οὐκ ἐ­κο­μί­σαν­το τὴν ἐ­παγ­γε­λί­αν, τοῦ Θε­οῦ πε­ρὶ ἡ­μῶν κρεῖτ­τόν τι προ­βλε­ψα­μέ­νου, ἵ­να μὴ χω­ρὶς ἡ­μῶν τε­λει­ω­θῶ­σι.                    

     (Ἑβρ. ια΄[11]  24 – 26, 32 - 40)

 

ΑΠΟ ΤΗ ΘΛΙΨΗ ΣΤΗ ΜΑΚΑΡΙΟΤΗΤΑ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ

1. Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΝΕΣΕΩΝ

Σήμερα, Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸ Ἀποστολικό ἀνάγνωσμα μᾶς παρουσιάζει μορφές τῆς Πίστεώς μας, ποὺ μᾶς ἐμπνέουν καὶ μᾶς καθοδηγοῦν. 

Τόσο μεγάλη πίστη εἶχε ὁ Μωϋσῆς, μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὥστε, ὅταν μεγάλωσε καὶ ἔγινε ἄνδρας, ἀρνήθηκε νὰ ὀνομάζεται βασιλόπουλο, γιὸς τῆς κόρης τοῦ Φαραώ. Προτίμησε νά κακοπαθεῖ μαζί μὲ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, παρὰ νὰ ἔχει τὴν πρόσκαιρη ἀπόλαυση τῆς ἁμαρτίας, νὰ ζεῖ δηλαδὴ ὡς ἄρχοντας με τιμὲς καὶ ἀνέσεις στά ἀνάκτορα τοῦ Φαραώ, μαζὶ μὲ τοὺς Αἰγυπτίους εἰδωλολάτρες ποὺ καταπίεζαν τούς Ἰσραηλίτες. 

ΗΤΑΝ πραγματικά μεγάλο τό δίλημμα τοῦ Μωϋσῆ. Ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ ἡ δόξα καὶ τὸ μεγαλεῖο, οἱ ἀνέσεις καὶ τὰ πλούτη τῶν ἀνακτόρων, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ πτωχεία καί ἡ ἀφάνεια. Ἀλλὰ ὁ Μωϋσῆς ἦταν ἄνθρωπος πίστεως. Καὶ γι᾿ αὐτὸ πῆρε τὴ μεγάλη ἀλλὰ καὶ πολὺ δύσκολη ἀπόφαση τῆς ζωῆς του. Ἐγκατέλειψε τὰ ἀνάκτορα καὶ τὶς ἀνέσεις καὶ ἔγινε γιὰ σαράντα ὁλόκληρα χρόνια βοσκὸς καὶ μάλιστα ἐξόριστος καί καταδιωκόμενος. Μποροῦμε νὰ σκεφθοῦμε τὶς συνέπειες ἀλλὰ καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς ἐπιλογῆς του; Αὐτὸς ἱεράρχησε σωστά τίς ἀξίες. Καὶ ἄφησε παράδειγμα θυσίας καὶ αὐταπαρνήσεως σ᾿ ὅλους μας. 

Βέβαια, θὰ πεῖ κανεὶς πώς τέτοια μεγάλα διλήμματα δὲν ἔχει καθένας ἀπὸ ἐμᾶς. Κι ὅμως, ἐνῶ ἐμεῖς δὲν ζοῦμε σὲ παλάτια, συχνὰ ἡ καρδιά μας προσκολλᾶται στὰ μικροπαλάτια μας, στὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ποὺ ὁ καθένας μας ἔχει ἢ θὰ ἤθελε νὰ ἔχει. Προσκολλᾶται ἡ καρδιά μας σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γῆ, τὴν «αἰγυπτία γῆ», καὶ λησμονοῦμε τή «γῆ τῆς ἐπαγγελίας», τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Δυστυχῶς πολλοὶ γονεῖς σήμερα διαπαιδαγωγοῦν τά παιδιά τους μὲ τέτοιους στόχους, τόν εὔκολο πλουτισμό, τὸ συμφέρον, τὴν ἄνεση, τή χλιδή. Καὶ ἀνατρέφουν ἔτσι παιδιὰ ποὺ δὲν ἀντέχουν νά ζήσουν μέ στερήσεις καί δυσκολίες· παιδιὰ δυστυχισμένα, χωρὶς Θεὸ καὶ ἰδανικά. 

Θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ μαθητεύσουμε στὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ εἶναι πνεῦμα πτωχείας καὶ αὐταπαρνήσεως. Ὁ Μωϋσῆς μᾶς ἔδωσε τό παράδειγμα. 

2. ΜΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ

Δὲν εἶναι βέβαια μόνον τὸ παράδειγμα τοῦ Μωϋσῆ παράδειγμα αὐταπαρνήσεως καὶ πίστεως, Ὑπάρχουν πολλοὶ ἄλλοι μέσα στὴν ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, μᾶς λέει στή συνέχεια ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Αὐτοί, ἐπειδὴ εἶχαν μεγάλη πίστη, ὑπέταξαν βασίλεια, κυβέρνησαν τὸν λαὸ μὲ δικαιοσύνη, ἐπέτυχαν τήν πραγματοποίηση τῶν ὑποσχέσεων ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεός, ἔφραξαν στόματα λιονταριῶν, ἔσβησαν τήν καταστρεπτική δύναμη τῆς φωτιᾶς, διέφυγαν τὸν κίνδυνο νὰ σφαγοῦν, ἐπῆραν δύναμη καὶ ἔγιναν καλὰ ἀπὸ ἀρρώστιες, ἀναδείχθηκαν ἀνίκητοι στόν πόλεμο, ἔτρεψαν σέ φυγὴ τὰ στρατεύματα τῶν ἐχθρῶν. 

Ἄλλοι δέθηκαν σὲ βασανιστικὰ ὄργανα καὶ δάρθηκαν σκληρά μέχρι θανάτου, ἐπειδὴ δὲν δέχθηκαν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους. Ἄλλοι ἐδοκίμασαν ἐμπαιγμούς καὶ μαστιγώσεις, ἀκόμη καὶ δεσμὰ καὶ φυλακή. Ἐλιθοβολήθηκαν, ἐπριονίσθηκαν, ἐδοκίμασαν πολλοὺς πειρασμούς, πέθαναν μέ μαχαίρι, περιφέρονταν σάν πλανόδιοι ἐδῶ καὶ ἐκεῖ. Καὶ φοροῦσαν γιὰ ἐνδύματα γιδοδέρματα, στερούμενοι, θλιβόμενοι καὶ κακοπαθοῦντες. Περιπλανιόνταν στίς ἐρημιές, στὰ βουνὰ καὶ στὶς σπηλιές τῆς γῆς. 

Καὶ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἅγιοι «μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν», δὲν ἀπόλαυσαν πλήρη τὴν ὑπόσχεση τῆς οὐρανίου κληρονομίας. Διότι ὁ Θεὸς ὥρισε νὰ μὴ λάβουν αὐτοὶ σὲ τέλειο βαθμὸ τὴ σωτηρία χωρὶς ἐμᾶς, ἀλλὰ περιμένουν νὰ τὴ λάβουμε ὅλοι μαζί. Ἔτσι ἐμεῖς βρισκόμαστε σε πλεονεκτικότερη θέση, διότι ὄχι μόνο ζοῦμε στοὺς χρόνους τῆς ἀπολυτρώσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ περίοδος τῆς ἀναμονῆς εἶναι μικρότερη γιά μᾶς. 

ΚΑΙ ΝΑ ΣΚΕΦΘΕΙ κανεὶς πὼς ὅλα αὐτὰ τά παραδείγματα πού ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶναι μέ πρόσωπα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἀλήθεια, τί θὰ μποροῦσε ἆραγε νὰ πῇ κανείς γιὰ τὸ ἀνυπέρβλητο μεγαλεῖο τῶν ἑκατομμυρίων Μαρτύρων καὶ Ἁγίων τῆς Καινῆς Διαθήκης; Ὅλοι πάντως οἱ Ἅγιοι δὲν ἀπόλαυσαν ἀκόμη στὸν τέλειο βαθμὸ τὴν οὐράνια κληρονομία. Βρίσκονται βέβαια στὸν οὐρανὸ καὶ ἀπολαμβάνουν τήν κοινωνία τους μὲ τὸν Θεό, ὄχι ὅμως σέ τέλειο βαθμό. Αὐτὸ ποὺ τώρα ζοῦν εἶναι πρόγευση καὶ ἕνα μέρος μόνον ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ ἀπολαύσουν μαζί μὲ μᾶς μετὰ τὴ Δευτέρα τοῦ Χριστοῦ Παρουσία. Τώρα εἶναι μόνο πνεύματα. Τὰ σώματά τους βρίσκονται ἐδῶ κάτω στὴ γῆ. Περιμένουν λοιπόν. Περιμένουν τή γενικὴ ἀνάσταση, μετὰ τὴν ὁποία θὰ ἀπολαύσουν σέ τέλειο βαθμὸ τὴν εὐτυχία τοῦ Παραδείσου. 

Μᾶς περιμένουν λοιπὸν οἱ Ἅγιοι. Μὴν ἀδιαφορήσουμε στήν προσμονή τους. Ἂς ἀγωνιζόμαστε ὅπως ἐκεῖνοι τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς ἀρετῆς, ἔτσι ὥστε νὰ μᾶς ὑποδεχθοῦν τότε οἱ Ἅγιοί μας στόν Οὐρανό, καὶ ὅλοι μαζὶ νὰ ἀπολαύσουμε τὴν ἄφατη δόξα καὶ πλήρη χαρὰ τοῦ Παραδείσου.

 (Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ ἠ­θέ­λη­σεν ὁ Ἰ­η­σοῦς ἐ­ξελ­θεῖν εἰς τὴν Γα­λι­λα­ί­αν, καὶ εὑ­ρί­σκει Φίλιππον καὶ λέ­γει αὐ­τῷ· ἀ­κο­λο­ύ­θει μοι. Ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀ­πὸ Βηθ­σα­ϊ­δά, ἐκ τῆς πό­λε­ως Ἀν­δρέ­ου καὶ Πέτρου. εὑ­ρί­σκει Φίλιππος τὸν Να­θα­να­ὴλ καὶ λέ­γει αὐ­τῷ· ὄν ἔ­γρα­ψε Μω­ϋ­σῆς ἐν τῷ νό­μῳ καὶ οἱ προ­φῆ­ται, εὑ­ρή­κα­μεν, Ἰ­η­σοῦν τὸν υἱ­ὸν τοῦ Ἰ­ω­σὴφ τὸν ἀ­πὸ Να­ζα­ρέτ. καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ Να­θα­να­ήλ· ἐκ Να­ζα­ρὲτ δύ­να­ταί τι ἀ­γα­θὸν εἶ­ναι; λέ­γει αὐ­τῷ Φίλιππος· ἔρ­χου καὶ ἴ­δε. εἶ­δεν ὁ Ἰ­η­σοῦς τὸν Να­θα­να­ὴλ ἐρ­χό­με­νον πρὸς αὐ­τὸν καὶ λέ­γει πε­ρὶ αὐ­τοῦ· ἴ­δε ἀ­λη­θῶς Ἰσ­ρα­η­λί­της ἐν ᾧ δό­λος οὐκ ἔ­στι. λέ­γει αὐ­τῷ Να­θα­να­ήλ· πόθεν με γι­νώ­σκεις; ἀ­πε­κρί­θη Ἰ­η­σοῦς καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ· πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φω­νῆ­σαι, ὄν­τα ὑ­πὸ τὴν συ­κῆν εἶ­δόν σε. ἀ­πε­κρί­θη Να­θα­να­ήλ καὶ λέ­γει αὐ­τῷ· Ραβ­βί, σὺ εἶ ὁ υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ, σὺ εἶ ὁ βα­σι­λεὺς τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ. ἀ­πε­κρί­θη Ἰ­η­σοῦς καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ· ὄ­τι εἶ­πόν σοι, εἶ­δόν σε ὑ­πο­κά­τω τῆς συ­κῆς, πι­στε­ύ­εις; με­ί­ζω το­ύ­των ὄ­ψῃ.  καὶ λέ­γει αὐ­τῷ· ἀ­μὴν ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν, ἀ­π' ἄρ­τι ὄ­ψε­σθε τὸν οὐ­ρα­νὸν ἀ­νε­ῳ­γό­τα, καὶ τοὺς ἀγ­γέ­λους τοῦ Θε­οῦ ἀ­να­βα­ί­νον­τας καὶ κα­τα­βα­ί­νον­τας ἐ­πὶ τὸν υἱ­ὸν τοῦ ἀν­θρώ­που.

                                              (Ιω. α΄[1] 44 – 52 )

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ ἀ­πο­φά­σι­σε ὁ Ἰ­η­σοῦς νὰ ἀ­να­χω­ρή­σει γιὰ τὴ Γα­λι­λαί­α. Βρί­σκει τό­τε τὸν Φί­λιπ­πο καὶ τοῦ λέ­ει: Ἀ­κο­λού­θη­σέ με στὸ τα­ξί­δι ποὺ πρό­κει­ται νὰ κά­νω. Ὁ Φί­λιπ­πος μά­λι­στα κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὴ Βηθ­σα­ϊ­δά, τὴν πα­τρί­δα τοῦ Ἀν­δρέ­α καὶ τοῦ Πέ­τρου. Βρί­σκει στὸ με­τα­ξὺ ὁ Φί­λιπ­πος τὸν Να­θα­να­ὴλ καί τοῦ λέ­ει: Ἐ­κεῖ­νον γιὰ τὸν ὁποῖο ἔ­γρα­ψε ὁ Μω­υ­σῆς στό νό­μο καὶ προ­α­νήγ­γει­λαν οἱ προ­φῆ­τες, τὸν βρή­κα­με, εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ὁ γιός τοῦ Ἰ­ω­σήφ, καὶ κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τή Να­ζα­ρέτ. Ἀλ­λὰ ὁ Να­θα­να­ὴλ τοῦ εἶ­πε: Ἀ­πὸ τὴ Να­ζα­ρέτ, τὸ κακό καὶ ἄ­ση­μο αὐ­τὸ χω­ριό, μπο­ρεῖ νὰ βγεῖ τί­πο­τε κα­λὸ; Τοῦ λέ­ει ὁ Φί­λιπ­πος: Ἔ­λα, κι ὅ­ταν τὸν δεῖς μὲ τὰ μά­τια σου, θὰ πει­σθεῖς. Εἶ­δε ὁ Ἰησοῦς τὸν Να­θα­να­ὴλ νὰ ἔρ­χε­ται κον­τά του καὶ λέ­ει γι' αὐ­τόν: Νὰ ἕ­νας γνή­σιος καὶ πραγ­μα­τι­κὸς Ἰσ­ρα­η­λί­της, ποὺ δὲν ἔ­χει στὴν καρ­διὰ του κα­μί­α πο­νη­ριὰ καὶ δό­λο, ἀλλά πο­θεῖ μὲ εἰ­λι­κρί­νεια νὰ βρεῖ τὴν ἀ­λή­θεια. Τοῦ λέ­ει ὁ Να­θα­να­ήλ: Ἀ­πὸ ποῦ μὲ ξέ­ρεις; Καὶ πῶς γνω­ρί­ζεις τὴν εἰ­λι­κρί­νεια τῶν μυ­στι­κῶν μου σκέ­ψε­ων καὶ ἐ­λα­τη­ρί­ων; Τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε τό­τε ὁ Ἰησοῦς: Πρὶν ἀ­κό­μη σὲ φω­νά­ξει ὁ Φί­λιπ­πος, ὅ­ταν ἤ­σουν κά­τω ἀ­πὸ τὴ συ­κιὰ καὶ προ­σευ­χό­σουν μα­κριὰ ἀ­πὸ κά­θε μά­τι ἀνθρώπου, ἐγώ μὲ τὸ ὑ­περ­φυ­σι­κὸ καὶ θεῖ­ο μου βλέμ­μα σὲ εἶ­δα. Τό­τε ὁ Να­θα­να­ὴλ τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε: Δι­δά­σκα­λε, ἐσύ πράγ­μα­τι εἶ­σαι ὁ Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ, ἐσύ εἶ­σαι ὁ βα­σι­λεὺς τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ ποὺ πε­ρι­μέ­να­με σύμ­φω­να μὲ τὶς προ­φη­τεῖ­ες. Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: Ἐ­πει­δὴ σοῦ εἶ­πα ὅ­τι σὲ εἶ­δα κά­τω ἀ­πὸ τὴ συ­κιὰ πι­στεύ­εις; Θὰ δεῖς  πιὸ με­γά­λα καὶ πιὸ θαυ­μα­στὰ πράγ­μα­τα ἀ­π᾿ αὐ­τά. Καὶ τοῦ λέ­ει: Ἀ­λη­θι­νά σᾶς δι­α­βε­βαι­ώ­νω ὅ­τι ἀ­πὸ τώ­ρα ποὺ ἄ­νοι­ξε ὁ οὐ­ρα­νὸς κα­τὰ τὴ βά­πτι­σή μου, θὰ δεῖ­τε κι ἐ­σεῖς τὸν οὐ­ρα­νὸ ἀ­νοιγ­μέ­νο, καὶ τοὺς ἀγ­γέ­λους τοῦ Θεοῦ νὰ ἀ­νε­βαί­νουν καὶ νὰ κα­τε­βαί­νουν στὸν Υἱ­ὸ τοῦ Θεοῦ. Αὐ­τὸς ἔ­γι­νε καὶ τέ­λει­ος ἄν­θρω­πος, καὶ ὡς υἱ­ὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶ­ναι μο­να­δι­κὸς ἀν­τι­πρό­σω­πος τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου γέ­νους· καὶ πρό­κει­ται νὰ ἔλ­θει καὶ πά­λι ὡς Κρι­τὴς ἔν­δο­ξος κα­θι­σμέ­νος πά­νω σὲ νε­φέ­λες. Θὰ ἀ­νε­βαί­νουν καὶ θὰ κα­τε­βαί­νουν οἱ ἄγ­γε­λοι προ­κει­μέ­νου νὰ ὑ­πη­ρε­τοῦν αὐ­τὸν καὶ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α του.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου