Σάββατο 11 Απριλίου 2026

ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ ΤΟΥ ΠΑ­ΣΧΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΑΤΑ

 

Ι­Ε­ΡΑ ΜΗ­ΤΡΟ­ΠΟ­ΛΙΣ ΠΑ­ΦΟΥ

 Ι­Ε­ΡΟΣ ΝΑ­ΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ        

ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ ΤΟΥ ΠΑ­ΣΧΑ

(12 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026)



ΣΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

 ΕΩΘΙΝΟΝ Β΄

 

Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν τὸν Ἰησοῦν. Καὶ λίαν πρωΐ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς, Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος, ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον, εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. ὁ δὲ λέγει αὐταῖς, Μὴ ἐκθαμβεῖσθε, Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον, ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὦδε, ἴδε, ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν, ἀλλ' ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ, ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου, εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον, ἐφοβοῦντο γάρ.

(Μᾶρκ. ιϚ΄[16] 1 – 8)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

1 Αφοῦ πέρασε τό Σάββατο, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καί ἡ Σαλώμη ἀγόρασαν τό βράδυ τοῦ Σαββάτου ἀρώματα, γιά νά ἔλθουν τό πρωί στόν τάφο καί νά ἀλείψουν τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.  2 Καί πολύ πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται στό μνημεῖο τήν ὥρα πού ὁ ἥλιος ἄρχισε νά διαλύει τό πρωινό σκοτάδι, καθώς πῆρε ν’ ἀνατέλλει κάτω ἀπ’ τόν ὁρίζοντα.  3 Κι ἔλεγαν μεταξύ τους: Ποιός θά μᾶς κυλίσει τή μεγάλη πέτρα μακριά ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ μνημείου;  4 Μόλις ὅμως ἔστρεψαν τά μάτια τους πρός τά ἐκεῖ, εἶδαν ὅτι εἶχε μετατοπισθεῖ ἡ πέτρα μακριά ἀπ’ τό μνημεῖο. Καί τά ἔλεγαν αὐτά μεταξύ τους, διότι ἡ πέτρα αὐτή ἦταν πολύ μεγάλη καί δέν ἦταν εὔκολο νά μετακινηθεῖ.  5 Κι ἀφοῦ μπῆκαν στό μνημεῖο, εἶδαν ἕνα νέο πού καθόταν στά δεξιά τοῦ μνημείου καί ἦταν ντυμένος μέ λευκή στολή, καί γέμισαν μέ τρόμο καί κατάπληξη.  6 Αὐτός ὅμως τούς εἶπε: Μήν τρομάζετε καί μή φοβάστε. Ξέρω ποιόν ζητᾶτε. Ζητᾶτε τόν Ἰησοῦ τόν Ναζαρηνό τόν ἐσταυρωμένο. Ἀναστήθηκε. Δέν εἶναι ἐδῶ. Νά, εἶναι ἀδειανό
τό μέρος πού τόν ἔβαλαν.  7 Ἀλλά πηγαίνετε καί πέστε στούς μαθητές του καί ἰδιαιτέρως στόν Πέτρο, πού ἔχει ἀνάγκη παρηγοριᾶς καί βεβαιώσεως ὅτι συγχωρήθηκε γιά τήν ἄρνησή του, ὅτι πηγαίνει πρίν ἀπό σᾶς στή Γαλιλαία καί σᾶς περιμένει ἐκεῖ. Ἐκεῖ θά τόν δεῖτε, ὅπως σᾶς τό εἶπε πρίν σταυρωθεῖ.  8 Ἐκεῖνες τότε βγῆκαν κι ἔφυγαν ἀπό τό μνημεῖο. Ἦταν μάλιστα γεμάτες τρόμο καί ἔκσταση. Δέν εἶπαν ὅμως τίποτε σέ κανένα, διότι ἦταν φοβισμένες.

 

 

Ο Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΟΣ

Τὸν μὲν πρῶ­τον λό­γον ἐ­ποι­η­σά­μην πε­ρὶ πάν­των, ὦ Θε­ό­φι­λε, ὧν ἤρ­ξα­το ὁ ᾿Ι­η­σοῦς ποι­εῖν τε καὶ δι­δά­σκειν ἄ­χρι ἧς ἡ­μέ­ρας ἐν­τει­λά­με­νος τοῖς ἀ­πο­στό­λοις διὰ Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου οὓς ἐ­ξε­λέ­ξα­το ἀ­νε­λή­φθη· οἷς καὶ πα­ρέ­στη­σεν ἑ­αυ­τὸν ζῶν­τα με­τὰ τὸ πα­θεῖν αὐ­τὸν ἐν πολ­λοῖς τεκ­μη­ρί­οις, δι᾿ ἡ­με­ρῶν τεσ­σα­ρά­κον­τα ὀ­πτα­νό­με­νος αὐ­τοῖς καὶ λέ­γων τὰ πε­ρὶ τῆς βα­σι­λε­ί­ας τοῦ Θε­οῦ. Καὶ συ­να­λι­ζό­με­νος πα­ρήγ­γει­λεν αὐ­τοῖς ἀ­πὸ ῾Ι­ε­ρο­σο­λύ­μων μὴ χω­ρί­ζε­σθαι, ἀλ­λὰ πε­ρι­μέ­νειν τὴν ἐ­παγ­γε­λί­αν τοῦ πα­τρὸς ἣν ἠ­κο­ύ­σα­τέ μου· ὅ­τι ᾿Ι­ω­άν­νης μὲν ἐ­βά­πτι­σεν ὕ­δα­τι, ὑ­μεῖς δὲ βα­πτι­σθή­σε­σθε ἐν Πνε­ύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ οὐ με­τὰ πολ­λὰς τα­ύ­τας ἡ­μέ­ρας. Οἱ μὲν οὖν συ­νελ­θόν­τες ἐ­πη­ρώ­των αὐ­τὸν λέ­γον­τες· Κύ­ρι­ε, εἰ ἐν τῷ χρό­νῳ το­ύ­τῳ ἀ­πο­κα­θι­στά­νεις τὴν βα­σι­λε­ί­αν τῷ ᾿Ισ­ρα­ήλ; Εἶ­πε δὲ πρὸς αὐ­τούς· Οὐχ ὑ­μῶν ἐ­στι γνῶ­ναι χρό­νους ἢ και­ροὺς οὓς ὁ πα­τὴρ ἔ­θε­το ἐν τῇ ἰ­δί­ᾳ ἐ­ξου­σί­ᾳ, ἀλ­λὰ λή­ψε­σθε δύ­να­μιν ἐ­πελ­θόν­τος τοῦ ῾Α­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος ἐφ᾿ ὑ­μᾶς, καὶ ἔ­σε­σθέ μοι μάρ­τυ­ρες ἔν τε ῾Ι­ε­ρου­σα­λὴμ καὶ ἐν πά­σῃ τῇ ᾿Ι­ου­δα­ί­ᾳ καὶ Σα­μα­ρε­ί­ᾳ καὶ ἕ­ως ἐ­σχά­του τῆς γῆς.

                                          (Πράξ. Ἀ­πο­στ. a΄[1] 1 – 8)

 

ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ

1. ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΘΕΟΥ

Τὰ ἀποστολικὰ ἀναγνώσματα τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπὸ τὴ μέρα τῆς Ἀναστάσεως και μέχρι τήν Πεντηκοστὴ προέρχονται ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν «Πράξεων τῶν Ἀποστόλων», ὅπου παρουσιάζονται τὰ ἐκπληκτικὰ ἔργα καὶ τὰ ἀναρίθμητα θαύματα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων· διότι αὐτὰ ἀποτελοῦν μεγάλη ἀπόδειξη τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας. 

Στὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου, ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, ἀπευθύνεται στὸν ἄρχοντα Θεόφιλο καὶ τοῦ λέει: Τὸ πρῶτο βιβλίο (δηλαδὴ τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο) τὸ ἔγραψα γιὰ νὰ ἐξιστορήσω περιληπτικὰ ὅσα ἔκανε καὶ ἐδίδαξε ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημοσίας δράσεώς Του μέχρι τή μέρα ποὺ ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανούς. Προηγουμένως ὅμως, μὲ συνεργὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἔδωσε τις τελευταῖες Του ὁδηγίες καὶ ἐντολὲς στοὺς Ἀποστόλους, τοὺς ὁποίους εἶχε ἐκλέξει. Σ᾿ αὐτοὺς «παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις», παρουσίασε τὸν ἑαυτό του ζωντανὸ μετὰ τὸ πάθος Του· καὶ μὲ πολλὲς ἀποδείξεις τοὺς βεβαίωσε ὅτι πράγματι ἦταν ζωντανός. Μέσα σέ χρονικό διάστημα σαράντα ἡμερῶν ἐμφανιζόταν σ᾿ αὐτοὺς καὶ τοὺς μιλοῦσε «περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ». 

ΓΙΑΤΙ ΟΜΩΣ ὁ Κύριος μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του ἀπεκάλυπτε ἀκόμη μυστήρια τῆς Βασιλείας Του; Πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος Του, ἐπί τρία χρόνια, γι᾿ αὐτὸ τὸ εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας Του δὲν μιλοῦσε; Καὶ μάλιστα ἀπεκάλυπτε τόσες θαυμαστές ἀλήθειες γιὰ τὰ μεγαλεῖα τῆς Βασιλείας Του, ὅσες βέβαια μποροῦσε νὰ ἀντέξει ὁ ἀνθρώπινος νοῦς. Τί περισσότερο λοιπὸν εἶχε τώρα νὰ τοὺς πεῖ; 

Τώρα, μετὰ τὸ πάθος Του, ὁ Ἀναστάς Κύριος ἔπρεπε νὰ τοὺς δώσει τίς τελευταῖες ὁδηγίες γιὰ τὴν ἐπίγεια Βασιλεία Του, δηλαδὴ τὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία σὲ λίγες ἡμέρες θά θεμελιωνόταν. Ἔπρεπε νὰ τοὺς ἐξηγήσει ὅτι, κι ὅταν ἀκόμη ἀναληφθεῖ στοὺς οὐρανούς, δὲν θὰ τοὺς ἀφήσει μόνους, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀοράτως παρών μέσα στὴν Ἐκκλησία Του γιὰ νὰ βοηθεῖ αὐτούς, ἀλλὰ καὶ κάθε πιστό, στίς δυσκολίες καὶ τοὺς πειρασμούς τους. 

Ἔπρεπε ἀκόμη, πρὶν ἀναχωρήσει γιά τοὺς οὐρανούς, νὰ τοὺς ἀποκαλύψει κάποια βαθύτερα μυστήρια τῆς Βασιλείας Του: Νὰ τοὺς ἐξηγήσει ὅτι, μέ τή Σταύρωσή Του, τὸ τίμιο αἷμα Του ποὺ ἀνέβλυσε ἀπὸ τὴ ζωηφόρο πλευρὰ ἔγινε ἡ πηγὴ ποὺ ζωογονεῖ τήν Βασιλεία Του ἐπὶ τῆς γῆς, τὴν Ἐκκλησία· ὅτι μὲ τὴν Ἀνάστασή Του συνέτριψε τά δεσμά τοῦ Ἅδου καὶ ἄνοιξε γιά πάντα τίς πύλες τῆς οὐρανίου Βασιλείας· ὅτι ἡ Ἐκκλησία Του δὲν ἔχει ἐγκόσμιο χαρακτῆρα, ἀλλὰ εἶναι μιὰ πρόγευση τῆς αἰωνίου πολιτείας τοῦ Παραδείσου, τὴν ὁποία μᾶς ἔχει ἑτοιμάσει πρὸ πάντων τῶν αἰώνων. Καὶ μᾶς περιμένει ἐκεῖ, μέσα στὸ ἀνέσπερο φῶς, γιὰ νὰ μᾶς κάμει μετόχους τῆς δόξης Του σὲ μιὰ Βασιλεία χωρίς τέλος. 

2. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Ἐνῶ λοιπὸν ὁ Κύριος ἐπὶ σαράντα μέρες τοὺς ἐξηγοῦσε τὰ μυστήρια τῆς Βασιλείας Του, τοὺς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ μὴν ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, ἀλλὰ νὰ περιμένουν τήν πραγματοποίηση τῆς ὑποσχέσεως ποὺ τοὺς εἶχε δώσει γιὰ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο θὰ ἔστελνε ὁ Πατήρ. Τοὺς εἶχε πεῖ ὅτι ὁ Ἰωάννης μὲν βάπτισε μὲ ἁπλὸ νερὸ μόνο, ἐνῶ ἐσεῖς σὲ λίγες ἡμέρες θά βαπτισθῆτε μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. 

Ὕστερα λοιπόν ἀπὸ τὶς ἐλπίδες ποὺ ἔδωσε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητάς Του, ἦλθαν ὅλοι μαζὶ καὶ τὸν ρωτοῦσαν: Κύριε, πές μας ἐὰν κατὰ τὸ χρονικὸ διάστημα τῶν ἡμερῶν αὐτῶν πρόκειται νὰ ἀποκαταστήσεις στήν παλαιά της δύναμη καὶ δόξα τὴ βασιλεία γιὰ τὸν Ἰσραήλ. 

Ὁ Κύριος ὅμως τοὺς ἀπάντησε: Δὲν εἶναι δικό σας θέμα νά γνωρίσετε τὰ χρόνια ἢ τοὺς ὡρισμένους μῆνες καὶ μέρες, τὰ ὁποῖα ὁ Πατήρ κράτησε στήν ἀποκλειστική Του ἐξουσία. Θα λάβετε ὅμως δύναμη, ὅταν θὰ ἔλθει πάνω σας τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. «Καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες», θὰ εἶσθε μάρτυρες τῆς ζωῆς μου, τῆς διδασκαλίας μου καὶ τῆς Ἀναστάσεώς μου στὴν Ἱερουσαλήμ καὶ σ᾿ ὅλη την Ἰουδαία καί τήν Σαμάρεια καὶ «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς». 

ΜΑΡΤΥΡΕΣ τῆς Ἀναστάσεως λοιπὸν ἔγιναν ὅλοι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. Τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως ἦταν τόσο συγκλονιστικὸ καὶ κεντρικό στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν μάρτυρες ἀξιόπιστοι ποὺ νὰ τὸ βεβαιώνουν. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος ἐμφανιζόταν στοὺς μαθητάς Του, ἐπανειλημμένως ἐπί σαράντα μέρες, καὶ ὄχι μόνον στοὺς δώδεκα ἀλλὰ κάποτε καὶ σὲ περισσότερους ἀπό πεντακόσιους. Ὥστε τὸ θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως νὰ μὴν ἐπιδέχεται καμμία ἀμφισβήτηση. Διότι ἐπάνω σ᾿ αὐτὸ στηρίζεται ὅλο τὸ οἰκοδόμημα τῆς πίστεώς μας, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ προϋπόθεση καὶ τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως. 

Μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως ἔχυσαν τὸ αἷμα τους ἑκατομμύρια Μαρτύρων. Μὲ τὴν πίστη αὐτὴ ἀμέτρητες ψυχὲς ἐλάτρευσαν τὸν Ἀναστάντα Κύριο, ἀφωσιώθηκαν σ᾿ Αὐτὸν καὶ ἔφθασαν σέ δυσθεώρητα ὕψη ἀρετῆς καὶ ἁγιότητος. 

Μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως καλούμαστε νὰ γίνουμε ὅλοι μας. Νὰ μαρτυροῦμε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ νὰ τὴν ζοῦμε ὄχι μόνον ὡς ἱστορικό γεγονός, ἀλλὰ ὡς πνευματικὴ ἐμπειρία στή ζωή μας. Δηλαδὴ νὰ ζοῦμε καινούργια ζωή ἀναστημένη ἐν Χριστῷ ἀναστάντι. 

                      (Δι­α­σκευ­ ­πὸ πα­λαι­ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

    

ΤΟ Ι­Ε­ΡΟ ΕΥ­ΑΓ­ΓΕ­ΛΙΟ

Ἐν ἀρ­χῇ ἦν ὁ Λό­γος, καὶ ὁ Λό­γος ἦν πρὸς τὸν Θε­όν, καὶ Θε­ὸς ἦν ὁ Λό­γος.  Οὗ­τος ἦν ἐν ἀρ­χῇ πρὸς τὸν Θε­όν. πάν­τα δι' αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το, καὶ χω­ρὶς αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το οὐ­δὲ ἕν ὃ γέ­γο­νεν. ἐν αὐ­τῷ ζω­ὴ ἦν, καὶ ἡ ζω­ὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀν­θρώπων καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκο­τί­ᾳ φαί­νει, καὶ ἡ σκο­τί­α αὐ­τὸ οὐ κα­τέ­λα­βεν. Ἐ­γέ­νε­το ἄν­θρω­πος ἀ­πε­σταλ­μέ­νος πα­ρὰ Θε­οῦ, ὄ­νο­μα αὐ­τῷ Ἰ­ω­άν­νης· οὗ­τος ἦλ­θεν εἰς μαρ­τυ­ρί­αν, ἵ­να μαρ­τυ­ρή­σῃ πε­ρὶ τοῦ φω­τός, ἵ­να πάν­τες πι­στε­ύ­σω­σιν δι᾿ αὐ­τοῦ. οὐκ ἦν ἐ­κεῖ­νος τὸ φῶς, ἀλ­λ᾿ ἵ­να μαρ­τυ­ρή­σῃ πε­ρὶ τοῦ φω­τός. Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀ­λη­θι­νόν, ὃ φω­τί­ζει πάν­τα ἄν­θρω­πον, ἐρ­χό­με­νον εἰς τὸν κό­σμον. ἐν τῷ κό­σμῳ ἦν, καὶ ὁ κό­σμος δι᾿ αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το, καὶ ὁ κό­σμος αὐ­τὸν οὐκ ἔ­γνω. εἰς τὰ ἴ­δια ἦλ­θεν, καὶ οἱ ἴ­διοι αὐ­τὸν οὐ πα­ρέ­λα­βον. ὅ­σοι δὲ ἔ­λα­βον αὐ­τόν, ἔ­δω­κεν αὐ­τοῖς ἐ­ξου­σί­αν τέ­κνα Θε­οῦ γε­νέ­σθαι, τοῖς πι­στε­ύ­ου­σιν εἰς τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ, οἳ οὐκ ἐξ αἱ­μά­των, οὐ­δὲ ἐκ θε­λή­μα­τος σαρ­κὸς, οὐ­δὲ ἐκ θε­λή­μα­τος ἀν­δρὸς, ἀλ­λ᾿ ἐκ Θε­οῦ ἐ­γεν­νή­θη­σαν. Καὶ ὁ Λό­γος σὰρξ ἐ­γέ­νε­το καὶ ἐ­σκή­νω­σεν ἐν ἡ­μῖν, καὶ ἐ­θε­α­σά­με­θα τὴν δό­ξαν αὐ­τοῦ, δό­ξαν ὡς μο­νο­γε­νοῦς πα­ρὰ πα­τρός, πλή­ρης χά­ρι­τος καὶ ἀ­λη­θε­ί­ας. Ἰ­ω­άν­νης μαρ­τυ­ρεῖ πε­ρὶ αὐ­τοῦ καὶ κέ­κρα­γεν λέ­γων· Οὗ­τος ἦν ὃν εἶ­πον, Ὁ ὀ­πί­σω μου ἐρ­χό­με­νος ἔμ­προ­σθέν μου γέ­γο­νεν, ὅ­τι πρῶ­τός μου ἦν. Καὶ ἐκ τοῦ πλη­ρώ­μα­τος αὐ­τοῦ ἡ­μεῖς πάν­τες ἐ­λά­βο­μεν, καὶ χά­ριν ἀν­τὶ χά­ρι­τος· ὅ­τι ὁ νό­μος δι­ὰ Μω­ϋ­σέ­ως ἐ­δό­θη, ἡ χά­ρις καὶ ἡ ἀ­λή­θεια δι­ὰ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἐ­γέ­νε­το.              

             (Ἰ­ω­άν. a΄[1] 1 – 17)

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Στὴν ἀρ­χή τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας ὑ­πῆρ­χε ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ, ποὺ γεν­νή­θη­κε ἀ­χρό­νως ἀ­πὸ τὸν Πα­τέ­ρα ὡς ἄ­πει­ρος καὶ ζων­τα­νὸς Λό­γος ἀ­πὸ ἀ­πει­ρο­τέ­λει­ο καὶ πάν­σο­φο Νοῦ. Καὶ ὁ Λό­γος ὡς δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο τῆς Θε­ό­τη­τος ἦ­ταν ἀ­χώ­ρι­στος ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ Πα­τέ­ρα καὶ πάντο­τε ἑ­νω­μέ­νος μα­ζί του. Καὶ ἦ­ταν Θε­ὸς τέ­λει­ος ὁ Λό­γος. Στὴν ἀρ­χή τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας αὐ­τὸς ὑ­πῆρ­χε ἑ­νω­μέ­νος μὲ τὸν Θε­ὸ Πα­τέ­ρα. Ὅ­λα τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τα δη­μι­ουρ­γή­θη­καν δι᾿ αὐ­τοῦ σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Πα­τέ­ρα καὶ τὸ Ἅ­γιον Πνεῦ­μα· καὶ χω­ρὶς αὐ­τὸν δὲν ἔ­γι­νε τὸ πα­ρα­μι­κρὸ ἀ­π᾿ ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χουν γί­νει. Εἶ­χε μέ­σα του τὴ ζω­ή, καὶ αὐ­τός, ὡς πη­γὴ τῆς ζω­ῆς ποὺ εἶ­ναι, δη­μι­ούρ­γη­σε καὶ συν­τη­ρεῖ κά­θε ζω­ή. Καὶ γιὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους, ποὺ εἶ­ναι λο­γι­κὰ ὄν­τα, ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή καὶ τὸ πνευ­μα­τι­κὸ φῶς, ποὺ φω­τί­ζει τὸ νοῦ τους καὶ τοὺς ὁ­δη­γεῖ στὴν ἀ­λή­θεια. Τὸ φῶς βέ­βαι­α σκορ­πί­ζει τὴ λάμ­ψη του καὶ ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ εἶ­ναι σκο­τι­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ τὴν πλά­νη, γιὰ νὰ τοὺς φω­τί­σει κι αὐ­τούς. Ἀλ­λὰ οἱ σκο­τι­σμέ­νοι αὐ­τοί ἄν­θρω­ποι δὲν τὸ ἀν­τι­λή­φθη­καν καὶ δὲν τὸ ἐγ­κολ­πώ­θη­καν, ἀλ­λά καὶ δὲν μπό­ρε­σαν νὰ τὸ ἐ­ξου­δε­τε­ρώ­σουν καὶ νὰ τὸ κα­τα­νι­κή­σουν. Γιὰ νὰ γνω­ρί­σουν λοι­πὸν οἱ ἄν­θρω­ποι τὸ φῶς, ἐμ­φα­νί­στη­κε κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος ἀ­πε­σταλ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, ποὺ λεγό­ταν Ἰ­ω­άν­νης. Αὐ­τὸς ἦλ­θε ἔ­χον­τας ὡς κύ­ρια ἀ­πο­στο­λή του νὰ δώ­σει τὴ μαρ­τυ­ρί­α του γιὰ τὸν Ἰ­η­σοῦ Χριστό. Ἦλθε δηλαδὴ νὰ δώσει τὴ μαρτυρία ὅτι αὐτὸς εἶ­ναι τὸ φῶς, γιὰ νὰ πι­στέ­ψουν ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ τὸ κή­ρυγ­μά του στὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Δὲν ἦ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ Ἰ­ω­άν­νης τὸ φῶς, ἄλ­λα ἦλ­θε ἀ­πε­σταλ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ γιὰ νὰ μαρ­τυ­ρή­σει γιὰ τὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι τὸ φῶς. Ὡς Λό­γος καὶ ὡς δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο τῆς Θε­ό­τη­τος ἦ­ταν πάν­το­τε ὁ Χρι­στὸς τὸ ἀ­πο­λύ­τως τέ­λει­ο φῶς, ἡ μο­να­δι­κὴ πη­γὴ τοῦ φω­τός, ποὺ φω­τί­ζει κά­θε ἄν­θρω­πο ποὺ ἔρ­χε­ται στὸν κό­σμο. Ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή στὸν κό­σμο, προ­νο­οῦ­σε καί κυ­βερ­νοῦ­σε τὸν κό­σμο. Καὶ ὅ­λα τὰ ὁ­ρα­τὰ καὶ ἀ­ό­ρα­τα κτί­σμα­τα ἀ­π᾿ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ὁ ἐ­πί­γει­ος κι ὁ οὐ­ρά­νιος κό­σμος, δι­α­μέ­σου αὐ­τοῦ ἔ­γι­ναν. Κι ὅ­μως, ὅ­ταν αὐ­τὸς σαρ­κώ­θη­κε κι ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος, ὁ δι­ε­φθαρ­μέ­νος κό­σμος τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἦ­ταν προ­σκολ­λη­μέ­νος στὰ γή­ι­να δὲν τὸν ἀ­να­γνώ­ρι­σε ὡς δη­μι­ουρ­γό του. Καὶ ὄ­χι μό­νο ὁ κό­σμος, ἀλ­λά καὶ οἱ δι­κοὶ του οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι, τὸν ἀ­πέρ­ρι­ψαν. Ἦλ­θε ἀ­π᾿ τὸν οὐ­ρα­νὸ κι ἔ­ζη­σε ὡς ἄν­θρω­πος στὴ γῆ τῆς ἐ­παγ­γε­λί­ας, ποὺ ἦ­ταν ξε­χω­ρι­σμέ­νη πρὶν ἀ­πὸ πολ­λοὺς αἰ­ῶ­νες ἀ­πὸ τὸν Θε­ό ὡς ἰ­δι­αι­τέ­ρως δι­κή του. Μὰ οἱ δι­κοί του ἄν­θρω­ποι, οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι, δὲν τὸν πα­ρα­δέ­χθη­καν, ἀλ­λά τόν ἀρ­νή­θη­καν σὰν ξέ­νο καὶ ἐ­χθρό. Ὅ­σοι ὅ­μως τὸν δέ­χθη­καν καὶ τὸν ἐγ­κολ­πώ­θη­καν ὡς σω­τή­ρα τους, καὶ πί­στε­ψαν ὅ­τι αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ ποὺ ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος γιὰ νὰ σώ­σει τοὺς ἀν­θρώ­πους, τοὺς ἔ­δω­σε τὸ δι­καί­ω­μα καὶ τὴ χά­ρη νὰ γὶ­νουν τέ­κνα τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τοὶ δὲν γεν­νή­θη­καν ἀ­πὸ γυ­ναι­κεῖ­α αἵ­μα­τα, οὔ­τε ἀ­πὸ σαρ­κι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α, οὔ­τε ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α κά­ποι­ου ἄν­δρα, ἀλ­λά γεν­νή­θη­καν ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν Θε­ό. Γιά νὰ ἐν­τυ­πω­θεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸν κα­θέ­να ποι­ός ἐ­πι­τέ­λε­σε τὴν ὑ­περ­φυ­σι­κὴ αὐ­τὴ γέν­νη­ση καὶ υἱ­ο­θε­σί­α, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω ὅ­τι ὁ Λό­γος ἔ­γι­νε μέ­σα στὸν χρό­νο ἄν­θρω­πος. Καὶ ἔ­χον­τας ὡς σκη­νὴ καὶ ὡς να­ὸ ἅ­γιο τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, πα­ρέ­μει­νε μὲ πολ­λὴ οἰ­κει­ό­τη­τα με­τα­ξύ μας σὰν ἕ­νας ἀ­πό μᾶς. Κι ἐ­μεῖς χορ­τά­σα­με νὰ βλέ­που­με μὲ τὰ μά­τια μας τὴν ὑ­πέρ­λαμ­πρη καὶ θε­ο­πρε­πῆ δό­ξα του, ἡ ὁ­ποί­α φα­νε­ρω­νό­ταν μὲ τὰ θαύ­μα­τά του καί τὴ δι­δα­σκα­λί­α του καὶ τὴ λαμπρό­τη­τα τῆς ἀ­να­μά­ρτη­της καὶ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ ἅ­γιας ζω­ῆς του. Ἦ­ταν δό­ξα πού δὲν πῆ­ρε ὡς χά­ρι­σμα καὶ δω­ρε­ά, ὅ­πως τὴν παίρ­νουν τά λο­γι­κά δη­μι­ουρ­γή­μα­τα, ἀλ­λά τὴν εἶ­χε φυ­σι­κὴ ἀ­πό τὸν Πα­τέ­ρα του, ὡς Υἱ­ὸς μο­νά­κρι­βος ποὺ ἦ­ταν· Y­ἱός γε­μά­τος χά­ρη, μὲ τὴν ὁ­ποί­α τό­τε θαυ­μα­τουρ­γοῦ­σε καί τώ­ρα μᾶς ἀ­να­γεν­νᾶ, καὶ γε­μά­τος ἀ­λή­θεια, μὲ τὴν ὁ­ποί­α μᾶς φω­τί­ζει καὶ μᾶς δι­δά­σκει. Ὁ Ἰ­ω­άν­νης μαρ­τυ­ρεῖ γι᾿ αὐ­τὸν καὶ φω­νά­ζει δη­μό­σια καὶ χω­ρὶς κα­νέ­να δι­σταγ­μό, μὲ παρ­ρη­σί­α, λέ­γον­τας: Αὐ­τὸς ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­πα ὅ­τι: αὐ­τὸς ποὺ ἔρ­χε­ται στὴ δη­μό­σια δρά­ση ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μέ­να ὑ­πῆρ­ξε ἀ­συγ­κρί­τως λαμ­πρό­τε­ρος καὶ ἐν­δο­ξό­τε­ρος πο­λὺ πρὶν ἀ­πὸ μέ­να. Αὐ­τὸν ἔ­βλε­παν καὶ κή­ρυτ­ταν ὅ­λοι οἱ πα­τριά­ρχες καὶ οἱ προ­φῆ­τες· δι­ό­τι ὡς πρω­τό­το­κος καὶ μο­νο­γε­νὴς Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ ὑ­πῆρ­χε πρὶν ἀ­πὸ μέ­να. Ἀ­πὸ τὸν ἀ­νε­ξάν­τλη­το πλοῦ­το τῆς τε­λει­ό­τη­τος καὶ τῶν δω­ρε­ῶν του πή­ρα­με ὅ­λοι ἐ­μεῖς. Πή­ρα­με τὴ μί­α χά­ρη πά­νω στὴν ἄλ­λη. Με­τὰ τὴ χά­ρη τῆς ἀ­φέ­σε­ως τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μας λά­βα­με καὶ τὴ χά­ρη τῆς υἱ­ο­θε­σί­ας καὶ τῆς μα­κά­ριας ζω­ῆς. Καὶ ὁ­λο­έ­να δε­χό­μα­στε νέ­α ὑ­πε­ρά­φθο­νη χά­ρη πά­νω σ᾿ ἐ­κεί­νη ποὺ προ­η­γου­μέ­νως λά­βα­με. Δι­ό­τι ὁ νό­μος, ποὺ τὸν πα­ρέ­βαι­ναν οἱ ἄν­θρω­ποι καὶ γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τὸ γί­νον­ταν ἔ­νο­χοι καὶ ἀ­νά­ξιοι νὰ λά­βουν τὴ χά­ρη τῆς υἱ­ο­θε­σί­ας, δό­θη­κε δι­α­μέ­σου ἀν­θρώ­που καὶ δού­λου, τοῦ Μω­υ­σῆ. Ἐ­νῶ ἡ χά­ρη καὶ ἡ τέ­λεια ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῆς ἀ­λή­θειας, ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε τὶς σκι­ὲς καὶ τὰ σύμ­βο­λα τοῦ νό­μου, ἦλθαν δι­α­μέ­σου τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Καὶ αὐ­τὴ ἡ χά­ρη καὶ ἡ ἀ­λή­θεια ἐ­λευ­θε­ρώ­νουν τὸν ἄν­θρω­πο ἀ­πὸ τὴ δου­λεί­α τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ τὸν ἀ­να­γεν­νοῦν. 

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου