ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
(12 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026)
ΣΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗ
ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ
καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν τὸν
Ἰησοῦν. Καὶ λίαν πρωΐ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον ἀνατείλαντος
τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς, Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας
τοῦ μνημείου; καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος, ἦν γὰρ μέγας
σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον, εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς
δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. ὁ δὲ λέγει αὐταῖς, Μὴ
ἐκθαμβεῖσθε, Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον, ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὦδε,
ἴδε, ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν, ἀλλ' ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ
Πέτρῳ, ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν.
Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου, εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις,
καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον, ἐφοβοῦντο γάρ.
(Μᾶρκ. ιϚ΄[16] 1 – 8)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
1 Αφοῦ πέρασε τό Σάββατο, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ Μαρία ἡ
μητέρα τοῦ Ἰακώβου καί ἡ Σαλώμη ἀγόρασαν τό βράδυ τοῦ Σαββάτου ἀρώματα, γιά νά ἔλθουν
τό πρωί στόν τάφο καί νά ἀλείψουν τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 2 Καί πολύ πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος
ἔρχονται στό μνημεῖο τήν ὥρα πού ὁ ἥλιος ἄρχισε νά διαλύει τό πρωινό σκοτάδι,
καθώς πῆρε ν’ ἀνατέλλει κάτω ἀπ’ τόν ὁρίζοντα. 3 Κι ἔλεγαν μεταξύ τους: Ποιός θά μᾶς
κυλίσει τή μεγάλη πέτρα μακριά ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ μνημείου; 4 Μόλις ὅμως ἔστρεψαν τά μάτια τους
πρός τά ἐκεῖ, εἶδαν ὅτι εἶχε μετατοπισθεῖ ἡ πέτρα μακριά ἀπ’ τό μνημεῖο. Καί τά
ἔλεγαν αὐτά μεταξύ τους, διότι ἡ πέτρα αὐτή ἦταν πολύ μεγάλη καί δέν ἦταν εὔκολο
νά μετακινηθεῖ. 5 Κι ἀφοῦ
μπῆκαν στό μνημεῖο, εἶδαν ἕνα νέο πού καθόταν στά δεξιά τοῦ μνημείου καί ἦταν
ντυμένος μέ λευκή στολή, καί γέμισαν μέ τρόμο καί κατάπληξη. 6 Αὐτός ὅμως τούς εἶπε: Μήν τρομάζετε
καί μή φοβάστε. Ξέρω ποιόν ζητᾶτε. Ζητᾶτε τόν Ἰησοῦ τόν Ναζαρηνό τόν ἐσταυρωμένο.
Ἀναστήθηκε. Δέν εἶναι ἐδῶ. Νά, εἶναι ἀδειανό
τό μέρος πού τόν ἔβαλαν. 7
Ἀλλά πηγαίνετε καί πέστε στούς μαθητές του καί ἰδιαιτέρως στόν Πέτρο, πού ἔχει ἀνάγκη
παρηγοριᾶς καί βεβαιώσεως ὅτι συγχωρήθηκε γιά τήν ἄρνησή του, ὅτι πηγαίνει πρίν
ἀπό σᾶς στή Γαλιλαία καί σᾶς περιμένει ἐκεῖ. Ἐκεῖ θά τόν δεῖτε, ὅπως σᾶς τό εἶπε
πρίν σταυρωθεῖ. 8 Ἐκεῖνες
τότε βγῆκαν κι ἔφυγαν ἀπό τό μνημεῖο. Ἦταν μάλιστα γεμάτες τρόμο καί ἔκσταση.
Δέν εἶπαν ὅμως τίποτε σέ κανένα, διότι ἦταν φοβισμένες.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Τὸν
μὲν πρῶτον λόγον ἐποιησάμην περὶ πάντων, ὦ Θεόφιλε, ὧν ἤρξατο ὁ ᾿Ιησοῦς
ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν ἄχρι ἧς ἡμέρας ἐντειλάμενος τοῖς ἀποστόλοις
διὰ Πνεύματος ῾Αγίου οὓς ἐξελέξατο ἀνελήφθη· οἷς καὶ παρέστησεν
ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι᾿ ἡμερῶν
τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας
τοῦ Θεοῦ. Καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ ῾Ιεροσολύμων
μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ
μου· ὅτι ᾿Ιωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν
Πνεύματι Ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας. Οἱ μὲν οὖν συνελθόντες
ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις
τὴν βασιλείαν τῷ ᾿Ισραήλ; Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι
χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, ἀλλὰ λήψεσθε
δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι
μάρτυρες ἔν τε ῾Ιερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ ᾿Ιουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ
καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς.
(Πράξ. Ἀποστ.
a΄[1]
1 – 8)
ΑΝΑΣΤΑΣΗ
ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ
ΟΜΙΛΙΑ
ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ
1.
ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΘΕΟΥ
Τὰ
ἀποστολικὰ ἀναγνώσματα τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπὸ τὴ μέρα τῆς Ἀναστάσεως και μέχρι
τήν Πεντηκοστὴ προέρχονται ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν «Πράξεων τῶν Ἀποστόλων», ὅπου
παρουσιάζονται τὰ ἐκπληκτικὰ ἔργα καὶ τὰ ἀναρίθμητα θαύματα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων·
διότι αὐτὰ ἀποτελοῦν μεγάλη ἀπόδειξη τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας.
Στὸ
σημερινὸ ἀνάγνωσμα ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου, ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, ἀπευθύνεται
στὸν ἄρχοντα Θεόφιλο καὶ τοῦ λέει: Τὸ πρῶτο βιβλίο (δηλαδὴ τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο)
τὸ ἔγραψα γιὰ νὰ ἐξιστορήσω περιληπτικὰ ὅσα ἔκανε καὶ ἐδίδαξε ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ
τῆς δημοσίας δράσεώς Του μέχρι τή μέρα ποὺ ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανούς.
Προηγουμένως ὅμως, μὲ συνεργὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἔδωσε τις τελευταῖες Του ὁδηγίες
καὶ ἐντολὲς στοὺς Ἀποστόλους, τοὺς ὁποίους εἶχε ἐκλέξει. Σ᾿ αὐτοὺς «παρέστησεν ἑαυτὸν
ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις», παρουσίασε τὸν ἑαυτό του
ζωντανὸ μετὰ τὸ πάθος Του· καὶ μὲ πολλὲς ἀποδείξεις τοὺς βεβαίωσε ὅτι πράγματι ἦταν
ζωντανός. Μέσα σέ χρονικό διάστημα σαράντα ἡμερῶν ἐμφανιζόταν σ᾿ αὐτοὺς καὶ τοὺς
μιλοῦσε «περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ».
ΓΙΑΤΙ
ΟΜΩΣ ὁ Κύριος μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του ἀπεκάλυπτε ἀκόμη μυστήρια τῆς Βασιλείας
Του; Πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος Του, ἐπί τρία χρόνια, γι᾿ αὐτὸ τὸ εὐαγγέλιο τῆς
Βασιλείας Του δὲν μιλοῦσε; Καὶ μάλιστα ἀπεκάλυπτε τόσες θαυμαστές ἀλήθειες γιὰ
τὰ μεγαλεῖα τῆς Βασιλείας Του, ὅσες βέβαια μποροῦσε νὰ ἀντέξει ὁ ἀνθρώπινος νοῦς.
Τί περισσότερο λοιπὸν εἶχε τώρα νὰ τοὺς πεῖ;
Τώρα,
μετὰ τὸ πάθος Του, ὁ Ἀναστάς Κύριος ἔπρεπε νὰ τοὺς δώσει τίς τελευταῖες ὁδηγίες
γιὰ τὴν ἐπίγεια Βασιλεία Του, δηλαδὴ τὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία σὲ λίγες ἡμέρες θά
θεμελιωνόταν. Ἔπρεπε νὰ τοὺς ἐξηγήσει ὅτι, κι ὅταν ἀκόμη ἀναληφθεῖ στοὺς οὐρανούς,
δὲν θὰ τοὺς ἀφήσει μόνους, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀοράτως παρών μέσα στὴν Ἐκκλησία Του
γιὰ νὰ βοηθεῖ αὐτούς, ἀλλὰ καὶ κάθε πιστό, στίς δυσκολίες καὶ τοὺς πειρασμούς
τους.
Ἔπρεπε
ἀκόμη, πρὶν ἀναχωρήσει γιά τοὺς οὐρανούς, νὰ τοὺς ἀποκαλύψει κάποια βαθύτερα
μυστήρια τῆς Βασιλείας Του: Νὰ τοὺς ἐξηγήσει ὅτι, μέ τή Σταύρωσή Του, τὸ τίμιο
αἷμα Του ποὺ ἀνέβλυσε ἀπὸ τὴ ζωηφόρο πλευρὰ ἔγινε ἡ πηγὴ ποὺ ζωογονεῖ τήν
Βασιλεία Του ἐπὶ τῆς γῆς, τὴν Ἐκκλησία· ὅτι μὲ τὴν Ἀνάστασή Του συνέτριψε τά
δεσμά τοῦ Ἅδου καὶ ἄνοιξε γιά πάντα τίς πύλες τῆς οὐρανίου Βασιλείας· ὅτι ἡ Ἐκκλησία
Του δὲν ἔχει ἐγκόσμιο χαρακτῆρα, ἀλλὰ εἶναι μιὰ πρόγευση τῆς αἰωνίου πολιτείας
τοῦ Παραδείσου, τὴν ὁποία μᾶς ἔχει ἑτοιμάσει πρὸ πάντων τῶν αἰώνων. Καὶ μᾶς
περιμένει ἐκεῖ, μέσα στὸ ἀνέσπερο φῶς, γιὰ νὰ μᾶς κάμει μετόχους τῆς δόξης Του
σὲ μιὰ Βασιλεία χωρίς τέλος.
2. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
Ἐνῶ
λοιπὸν ὁ Κύριος ἐπὶ σαράντα μέρες τοὺς ἐξηγοῦσε τὰ μυστήρια τῆς Βασιλείας Του,
τοὺς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ μὴν ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, ἀλλὰ νὰ
περιμένουν τήν πραγματοποίηση τῆς ὑποσχέσεως ποὺ τοὺς εἶχε δώσει γιὰ τὴν ἐπιφοίτηση
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο θὰ ἔστελνε ὁ Πατήρ. Τοὺς εἶχε πεῖ ὅτι ὁ Ἰωάννης μὲν
βάπτισε μὲ ἁπλὸ νερὸ μόνο, ἐνῶ ἐσεῖς σὲ λίγες ἡμέρες θά βαπτισθῆτε μὲ τὸ Ἅγιο
Πνεῦμα.
Ὕστερα
λοιπόν ἀπὸ τὶς ἐλπίδες ποὺ ἔδωσε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητάς Του, ἦλθαν ὅλοι μαζὶ
καὶ τὸν ρωτοῦσαν: Κύριε, πές μας ἐὰν κατὰ τὸ χρονικὸ διάστημα τῶν ἡμερῶν αὐτῶν
πρόκειται νὰ ἀποκαταστήσεις στήν παλαιά της δύναμη καὶ δόξα τὴ βασιλεία γιὰ
τὸν Ἰσραήλ.
Ὁ
Κύριος ὅμως τοὺς ἀπάντησε: Δὲν εἶναι δικό σας θέμα νά γνωρίσετε τὰ χρόνια ἢ τοὺς
ὡρισμένους μῆνες καὶ μέρες, τὰ ὁποῖα ὁ Πατήρ κράτησε στήν ἀποκλειστική Του ἐξουσία.
Θα λάβετε ὅμως δύναμη, ὅταν θὰ ἔλθει πάνω σας τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. «Καὶ ἔσεσθέ μοι
μάρτυρες», θὰ εἶσθε μάρτυρες τῆς ζωῆς μου, τῆς διδασκαλίας μου καὶ τῆς Ἀναστάσεώς
μου στὴν Ἱερουσαλήμ καὶ σ᾿ ὅλη την Ἰουδαία καί τήν Σαμάρεια καὶ «ἕως ἐσχάτου τῆς
γῆς».
ΜΑΡΤΥΡΕΣ
τῆς Ἀναστάσεως λοιπὸν ἔγιναν ὅλοι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. Τὸ
γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως ἦταν τόσο συγκλονιστικὸ καὶ κεντρικό στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας,
ὥστε ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν μάρτυρες ἀξιόπιστοι ποὺ νὰ τὸ βεβαιώνουν. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ
Κύριος ἐμφανιζόταν στοὺς μαθητάς Του, ἐπανειλημμένως ἐπί σαράντα μέρες, καὶ ὄχι
μόνον στοὺς δώδεκα ἀλλὰ κάποτε καὶ σὲ περισσότερους ἀπό πεντακόσιους. Ὥστε τὸ
θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως νὰ μὴν ἐπιδέχεται καμμία ἀμφισβήτηση. Διότι ἐπάνω σ᾿ αὐτὸ
στηρίζεται ὅλο τὸ οἰκοδόμημα τῆς πίστεώς μας, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ Ἀνάσταση τοῦ
Χριστοῦ εἶναι ἡ προϋπόθεση καὶ τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως.
Μὲ
τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως ἔχυσαν τὸ αἷμα τους ἑκατομμύρια Μαρτύρων. Μὲ τὴν
πίστη αὐτὴ ἀμέτρητες ψυχὲς ἐλάτρευσαν τὸν Ἀναστάντα Κύριο, ἀφωσιώθηκαν σ᾿ Αὐτὸν
καὶ ἔφθασαν σέ δυσθεώρητα ὕψη ἀρετῆς καὶ ἁγιότητος.
Μάρτυρες
τῆς Ἀναστάσεως καλούμαστε νὰ γίνουμε ὅλοι μας. Νὰ μαρτυροῦμε τὴν Ἀνάσταση τοῦ
Κυρίου καὶ νὰ τὴν ζοῦμε ὄχι μόνον ὡς ἱστορικό γεγονός, ἀλλὰ ὡς πνευματικὴ ἐμπειρία
στή ζωή μας. Δηλαδὴ νὰ ζοῦμε καινούργια ζωή ἀναστημένη ἐν Χριστῷ ἀναστάντι.
(Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Ἐν
ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν. πάντα δι'
αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν ὃ γέγονεν. ἐν αὐτῷ
ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει,
καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν. Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ
Θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης· οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ
περὶ τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσιν δι᾿ αὐτοῦ. οὐκ ἦν ἐκεῖνος τὸ
φῶς, ἀλλ᾿ ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός. Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει
πάντα ἄνθρωπον, ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον. ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος
δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω. εἰς τὰ ἴδια ἦλθεν, καὶ
οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον. ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν
τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, οἳ οὐκ ἐξ
αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκὸς, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς, ἀλλ᾿
ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν. Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν,
καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός,
πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας. Ἰωάννης μαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ καὶ κέκραγεν
λέγων· Οὗτος ἦν ὃν εἶπον, Ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἔμπροσθέν μου γέγονεν,
ὅτι πρῶτός μου ἦν. Καὶ ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν,
καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος· ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ
ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο.
(Ἰωάν. a΄[1] 1 – 17)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ
(Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Στὴν
ἀρχή τῆς δημιουργίας ὑπῆρχε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ποὺ γεννήθηκε ἀχρόνως
ἀπὸ τὸν Πατέρα ὡς ἄπειρος καὶ ζωντανὸς Λόγος ἀπὸ ἀπειροτέλειο καὶ
πάνσοφο Νοῦ. Καὶ ὁ Λόγος ὡς δεύτερο πρόσωπο τῆς Θεότητος ἦταν ἀχώριστος
ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ πάντοτε ἑνωμένος μαζί του. Καὶ ἦταν Θεὸς τέλειος
ὁ Λόγος. Στὴν ἀρχή τῆς δημιουργίας αὐτὸς ὑπῆρχε ἑνωμένος μὲ τὸν Θεὸ
Πατέρα. Ὅλα τὰ δημιουργήματα δημιουργήθηκαν δι᾿ αὐτοῦ σὲ συνεργασία
μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα· καὶ χωρὶς αὐτὸν δὲν ἔγινε τὸ παραμικρὸ
ἀπ᾿ ὅλα ὅσα ἔχουν γίνει. Εἶχε μέσα του τὴ ζωή, καὶ αὐτός, ὡς πηγὴ τῆς
ζωῆς ποὺ εἶναι, δημιούργησε καὶ συντηρεῖ κάθε ζωή. Καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους,
ποὺ εἶναι λογικὰ ὄντα, ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχή καὶ τὸ πνευματικὸ φῶς, ποὺ
φωτίζει τὸ νοῦ τους καὶ τοὺς ὁδηγεῖ στὴν ἀλήθεια. Τὸ φῶς βέβαια σκορπίζει
τὴ λάμψη του καὶ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶναι σκοτισμένοι ἀπὸ
τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν πλάνη, γιὰ νὰ τοὺς φωτίσει κι αὐτούς. Ἀλλὰ οἱ σκοτισμένοι
αὐτοί ἄνθρωποι δὲν τὸ ἀντιλήφθηκαν καὶ δὲν τὸ ἐγκολπώθηκαν, ἀλλά
καὶ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸ ἐξουδετερώσουν καὶ νὰ τὸ κατανικήσουν. Γιὰ νὰ
γνωρίσουν λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι τὸ φῶς, ἐμφανίστηκε κάποιος ἄνθρωπος
ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ λεγόταν Ἰωάννης. Αὐτὸς ἦλθε ἔχοντας
ὡς κύρια ἀποστολή του νὰ δώσει τὴ μαρτυρία του γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό.
Ἦλθε δηλαδὴ νὰ δώσει τὴ μαρτυρία ὅτι αὐτὸς εἶναι τὸ φῶς, γιὰ νὰ πιστέψουν ὅλοι
οἱ ἄνθρωποι μὲ τὸ κήρυγμά του στὸν Ἰησοῦ Χριστό. Δὲν ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης
τὸ φῶς, ἄλλα ἦλθε ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν
Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ φῶς. Ὡς Λόγος καὶ ὡς δεύτερο πρόσωπο
τῆς Θεότητος ἦταν πάντοτε ὁ Χριστὸς τὸ ἀπολύτως τέλειο φῶς, ἡ μοναδικὴ
πηγὴ τοῦ φωτός, ποὺ φωτίζει κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο. Ἦταν
ἀπὸ τὴν ἀρχή στὸν κόσμο, προνοοῦσε καί κυβερνοῦσε τὸν κόσμο. Καὶ ὅλα
τὰ ὁρατὰ καὶ ἀόρατα κτίσματα ἀπ᾿ τὰ ὁποῖα ἀποτελεῖται ὁ ἐπίγειος
κι ὁ οὐράνιος κόσμος, διαμέσου αὐτοῦ ἔγιναν. Κι ὅμως, ὅταν αὐτὸς
σαρκώθηκε κι ἔγινε ἄνθρωπος, ὁ διεφθαρμένος κόσμος τῶν ἀνθρώπων
ποὺ ἦταν προσκολλημένος στὰ γήινα δὲν τὸν ἀναγνώρισε ὡς δημιουργό
του. Καὶ ὄχι μόνο ὁ κόσμος, ἀλλά καὶ οἱ δικοὶ του οἱ Ἰουδαῖοι, τὸν ἀπέρριψαν.
Ἦλθε ἀπ᾿ τὸν οὐρανὸ κι ἔζησε ὡς ἄνθρωπος στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, ποὺ
ἦταν ξεχωρισμένη πρὶν ἀπὸ πολλοὺς αἰῶνες ἀπὸ τὸν Θεό ὡς ἰδιαιτέρως
δική του. Μὰ οἱ δικοί του ἄνθρωποι, οἱ Ἰουδαῖοι, δὲν τὸν παραδέχθηκαν,
ἀλλά τόν ἀρνήθηκαν σὰν ξένο καὶ ἐχθρό. Ὅσοι ὅμως τὸν δέχθηκαν καὶ τὸν
ἐγκολπώθηκαν ὡς σωτήρα τους, καὶ πίστεψαν ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός
τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ σώσει τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἔδωσε
τὸ δικαίωμα καὶ τὴ χάρη νὰ γὶνουν τέκνα τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ δὲν γεννήθηκαν
ἀπὸ γυναικεῖα αἵματα, οὔτε ἀπὸ σαρκικὴ ἐπιθυμία, οὔτε ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία
κάποιου ἄνδρα, ἀλλά γεννήθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Γιά νὰ ἐντυπωθεῖ
περισσότερο στὸν καθένα ποιός ἐπιτέλεσε τὴν ὑπερφυσικὴ αὐτὴ γέννηση
καὶ υἱοθεσία, ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ Λόγος ἔγινε μέσα στὸν χρόνο ἄνθρωπος.
Καὶ ἔχοντας ὡς σκηνὴ καὶ ὡς ναὸ ἅγιο τήν ἀνθρώπινη φύση, παρέμεινε
μὲ πολλὴ οἰκειότητα μεταξύ μας σὰν ἕνας ἀπό μᾶς. Κι ἐμεῖς χορτάσαμε
νὰ βλέπουμε μὲ τὰ μάτια μας τὴν ὑπέρλαμπρη καὶ θεοπρεπῆ δόξα του, ἡ ὁποία
φανερωνόταν μὲ τὰ θαύματά του καί τὴ διδασκαλία του καὶ τὴ λαμπρότητα
τῆς ἀναμάρτητης καὶ ὁλοκληρωτικὰ ἅγιας ζωῆς του. Ἦταν δόξα πού δὲν
πῆρε ὡς χάρισμα καὶ δωρεά, ὅπως τὴν παίρνουν τά λογικά δημιουργήματα,
ἀλλά τὴν εἶχε φυσικὴ ἀπό τὸν Πατέρα του, ὡς Υἱὸς μονάκριβος ποὺ ἦταν·
Yἱός γεμάτος χάρη, μὲ τὴν ὁποία τότε θαυματουργοῦσε καί τώρα μᾶς ἀναγεννᾶ,
καὶ γεμάτος ἀλήθεια, μὲ τὴν ὁποία μᾶς φωτίζει καὶ μᾶς διδάσκει. Ὁ Ἰωάννης
μαρτυρεῖ γι᾿ αὐτὸν καὶ φωνάζει δημόσια καὶ χωρὶς κανένα δισταγμό,
μὲ παρρησία, λέγοντας: Αὐτὸς ἦταν ἐκεῖνος γιὰ τὸν ὁποῖο εἶπα ὅτι:
αὐτὸς ποὺ ἔρχεται στὴ δημόσια δράση ὕστερα ἀπὸ μένα ὑπῆρξε ἀσυγκρίτως
λαμπρότερος καὶ ἐνδοξότερος πολὺ πρὶν ἀπὸ μένα. Αὐτὸν ἔβλεπαν καὶ
κήρυτταν ὅλοι οἱ πατριάρχες καὶ οἱ προφῆτες· διότι ὡς πρωτότοκος
καὶ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ μένα. Ἀπὸ τὸν ἀνεξάντλητο
πλοῦτο τῆς τελειότητος καὶ τῶν δωρεῶν του πήραμε ὅλοι ἐμεῖς. Πήραμε
τὴ μία χάρη πάνω στὴν ἄλλη. Μετὰ τὴ χάρη τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν
μας λάβαμε καὶ τὴ χάρη τῆς υἱοθεσίας καὶ τῆς μακάριας ζωῆς. Καὶ ὁλοένα
δεχόμαστε νέα ὑπεράφθονη χάρη πάνω σ᾿ ἐκείνη ποὺ προηγουμένως
λάβαμε. Διότι ὁ νόμος, ποὺ τὸν παρέβαιναν οἱ ἄνθρωποι καὶ γιὰ τὸν λόγο
αὐτὸ γίνονταν ἔνοχοι καὶ ἀνάξιοι νὰ λάβουν τὴ χάρη τῆς υἱοθεσίας,
δόθηκε διαμέσου ἀνθρώπου καὶ δούλου, τοῦ Μωυσῆ. Ἐνῶ ἡ χάρη καὶ ἡ τέλεια
ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας, ἡ ὁποία ἀντικατέστησε τὶς σκιὲς καὶ τὰ
σύμβολα τοῦ νόμου, ἦλθαν διαμέσου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ αὐτὴ ἡ χάρη
καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώνουν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ δουλεία τῆς ἁμαρτίας
καὶ τὸν ἀναγεννοῦν.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ
Χριστός ἀνέστη ἐκ
νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου