ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΟΥ
ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ
(10 ΜΑΪΟΥ 2026)
ΕΩΘΙΝΟΝ Ζ΄
Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται
πρωΐ σκοτίας ἔτι οὔσης, εἰς τὸ μνημεῖον· καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ
μνημείου. Τρέχει οὖν, καὶ ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον, καὶ πρὸς τὸν ἄλλον μαθητὴν,
ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς, καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἦραν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ μνημείου, καὶ οὐκ
οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν. Ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητής, καὶ ἤρχοντο
εἰς τὸ μνημεῖον. Ἔτρεχον δὲ οἱ δύο ὁμοῦ· καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς προέδραμε τάχιον
τοῦ Πέτρου, καὶ ἦλθε πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας, βλέπει κείμενα τὰ ὀθόνια,
οὐ μέντοι εἰσῆλθεν. Ἔρχεται οὖν Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ
μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα, καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς
αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον. Τότε
οὖν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε, καὶ ἐπίστευσεν.
Οὐδέπω γὰρ ᾔδεισαν τὴν Γραφήν, ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι. Ἀπῆλθον οὖν πάλιν
πρὸς ἑαυτοὺς οἱ μαθηταί.
(Ἰωάν. κ΄[20] 1 – 10)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἀφοῦ πέρασε τὸ Σάββατο, τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, ποὺ ἦταν ἡ
πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται στὸ μνημεῖο πρωί, ὅταν ἦταν
ἀκόμη σκοτάδι, καὶ βλέπει ὅτι ὁ λίθος ποὺ ἔφραζε τὴν εἴσοδο τοῦ τάφου ἦταν
σηκωμένος ἀπὸ τὸ μνῆμα. Ὅταν λοιπὸν εἶδε τὸ μνῆμα ἀνοιχτό, τρέχει κι ἔρχεται στὸν
Σίμωνα Πέτρο καὶ στὸν ἄλλο μαθητὴ τὸν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς, καὶ τοὺς εἶπε: Πῆραν
τὸν Κύριο ἀπὸ τὸ μνημεῖο καὶ δὲν ξερουμε ποῦ τὸν ἔβαλαν. Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἀνέλπιστη
αὐτὴ εἴδηση, βγῆκε ὁ Πέτρος ἀπὸ τὸ σπίτι ποὺ ἔμενε, καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν βγῆκε καὶ
ὁ ἄλλος μαθητής, καὶ ἔρχονταν στὸ μνημεῖο. Ἔτρεχαν λοιπὸν καὶ οἱ δύο μαζί· ἀλλὰ
ὁ ἄλλος μαθητής, ἐπειδὴ ἦταν νεότερος, ἔτρεξε μπροστὰ πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὸν Πέτρο
καὶ ἔφθασε πρῶτος στὸ μνημεῖο. Καὶ σκύβοντας ἀπ᾿ ἔξω βλέπει τοὺς
νεκρικοὺς ἐπιδέσμους νὰ εἶναι κάτω στὴ γῆ· ἐπειδὴ ὅμως ἦταν πολὺ συγκινημένος,
δὲν προχώρησε νὰ μπεῖ μέσα. Ἐνῶ λοιπὸν περίμενε ἀπ᾿ ἔξω, ἔρχεται καὶ ὁ Σίμων
Πέτρος ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὸν καί, θαρραλέος καὶ ὁρμητικὸς ὅπως ἦταν ἀπὸ τὸν
χαρακτήρα του, μπῆκε στὸ μνημεῖο καὶ παρατήρησε ἀπὸ κοντὰ ὅτι οἱ νεκρικοὶ ἐπίδεσμοι
ἦταν κάτω στὴ γῆ καὶ δὲν ἔλειπαν, ὅπως θὰ ἦταν φυσικὸ νὰ συμβεῖ ἐὰν τὸ σῶμα εἶχε
κλαπεῖ. Παρατήρησε ἀκόμη ὅτι τὸ ὕφασμα μὲ τὸ ὁποῖο εἶχαν σκεπάσει τὸ κεφάλι τοῦ
Ἰησοῦ, δὲν ἦταν ἀνακατεμένο μὲ τοὺς ἐπιδέσμους ἀκατάστατα, ἀλλὰ ἦταν τυλιγμένο
χωριστὰ κάπου ἐκεῖ μὲ τάξη, ποὺ δὲν πρόδιδε βιασύνη καὶ σπουδή. Τότε λοιπὸν καὶ
ὁ ἄλλος μαθητὴς ποὺ εἶχε ἔλθει πρῶτος στὸ μνῆμα, παρακινημένος ἀπὸ τὸ
παράδειγμα τοῦ Πέτρου, μπῆκε μέσα, καὶ τὰ εἶδε αὐτὰ ἀπὸ κοντὰ καὶ πίστεψε ὅτι ὁ
Ἰησοῦς ἀναστήθηκε. Δὲν εἶχε πιστέψει πιὸ πρίν, ἀλλὰ μόλις τώρα ποὺ εἶδε ἀδειανὸ
τὸν τάφο· διότι καὶ αὐτὸς καὶ ὁ Πέτρος δὲν γνώριζαν ἀκόμη τὴν ἀληθινὴ σημασία τῶν
προφητειῶν τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ ὁ Μεσσίας ἔπρεπε
νὰ ἀναστηθεῖ ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐξέτασαν τὸν τάφο καὶ πείσθηκαν ὅτι
κάθε ἄλλη ἔρευνα ἦταν περιττή, ἐπέστρεψαν πάλι στὰ καταλύματά τους οἱ μαθητές.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, διασπαρέντες οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ τῆς θλίψεως τῆς γενομένης ἐπὶ Στεφάνῳ διῆλθον ἕως Φοινίκης καὶ Κύπρου καὶ ᾿Αντιοχείας, μηδενὶ λαλοῦντες τὸν λόγον εἰ μὴ μόνον ᾿Ιουδαίοις. ῏Ησαν δέ τινες ἐξ αὐτῶν ἄνδρες Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι, οἵτινες εἰσελθόντες εἰς ᾿Αντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς τοὺς ῾Ελληνιστάς, εὐαγγελιζόμενοι τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν. Καὶ ἦν χεὶρ Κυρίου μετ᾿ αὐτῶν, πολύς τε ἀριθμὸς πιστεύσας ἐπέστρεψεν ἐπὶ τὸν Κύριον. ᾿Ηκούσθη δὲ ὁ λόγος εἰς τὰ ὦτα τῆς ἐκκλησίας τῆς ἐν ῾Ιεροσολύμοις περὶ αὐτῶν, καὶ ἐξαπέστειλαν Βαρνάβαν διελθεῖν ἕως ᾿Αντιοχείας· ὃς παραγενόμενος καὶ ἰδὼν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐχάρη, καὶ παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος ῾Αγίου καὶ πίστεως· καὶ προσετέθη ὄχλος ἱκανὸς τῷ Κυρίῳ. Ἐξῆλθε δὲ εἰς Ταρσὸν ὁ Βαρνάβας ἀναζητῆσαι Σαῦλον, καὶ εὑρὼν αὐτὸν ἤγαγεν αὐτὸν εἰς ᾿Αντιόχειαν. Ἐγένετο δὲ αὐτοὺς ἐνιαυτὸν ὅλον συναχθῆναι ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ διδάξαι ὄχλον ἱκανόν, χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν ᾿Αντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς Χριστιανούς. ᾿Εν ταύταις δὲ ταῖς ἡμέραις κατῆλθον ἀπὸ ῾Ιεροσολύμων προφῆται εἰς ᾿Αντιόχειαν· ἀναστὰς δὲ εἷς ἐξ αὐτῶν ὀνόματι ῎Αγαβος ἐσήμανε διὰ τοῦ Πνεύματος λιμὸν μέγαν μέλλειν ἔσεσθαι ἐφ᾿ ὅλην τὴν οἰκουμένην· ὅστις καὶ ἐγένετο ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος. Τῶν δὲ μαθητῶν καθὼς ηὐπορεῖτό τις, ὥρισαν ἕκαστος αὐτῶν εἰς διακονίαν πέμψαι τοῖς κατοικοῦσιν ἐν τῇ ᾿Ιουδαίᾳ ἀδελφοῖς· ὃ καὶ ἐποίησαν ἀποστείλαντες πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους διὰ χειρὸς Βαρνάβα καὶ Σαύλου.
(Πράξ. ια΄ [11]
19 – 30)
ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ
ΟΜΙΛΙΑ
ΕΙΣ ΤΟΝ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΝ
1. ΑΝΑΓΚΗ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑΣ
Mετὰ
τὸν λιθοβολισμό τοῦ
πρωτομάρτυρα
Στεφάνου ἀκολούθησε μεγάλος διωγμός τῶν
πιστῶν τῆς
Ἰουδαίας.
Γι᾿
αὐτὸ
πολλοὶ ἔφυγαν
ἀπὸ
τὰ Ἱεροσόλυμα,
διασκορπίσθηκαν μέχρι τή Φοινίκη, τήν
Κύπρο καὶ τὴν
Ἀντιόχεια,
κι ἐκεῖ
ἐκήρυτταν
τὸν λόγο τοῦ
Θεοῦ στοὺς
Ἰουδαίους.
Κάποιοι μάλιστα στήν Ἀντιόχεια
ἐκήρυτταν
τὸ Εὐαγγέλιο
τῆς ἐν
Χριστῷ σωτηρίας στοὺς
«Ἑλληνιστές», τοὺς
Ἰουδαίους
δηλαδὴ ποὺ
εἶχαν ὡς
μητρική τους γλῶσσα τὴν
ἑλληνική.
«Καὶ ἦν
χειρ Κυρίου μετ᾿
αὐτῶν»
καὶ τὰ
ἀποτελέσματα
ἦταν
θαυμαστά. Πλήθη ἀπὸ
τοὺς Ἰουδαίους
αὐτοὺς
ἐπίστευσαν
στόν
Κύριο.
Ἡ
Ἐκκλησία
τῶν Ἱεροσολύμων
αἰσθάνθηκε μεγάλη χαρὰ
ἀκούοντας
τίς
εὐχάριστες
αὐτὲς
εἰδήσεις. Γι᾿
αὐτὸ
κι ἔστειλε στήν
Ἀντιόχεια
τὸν Βαρνάβα, προκειμένου νά
στηρίξει τοὺς ἐκεῖ
πιστούς, οἱ ὁποῖοι
ἀργὰ
ἢ
γρήγορα θὰ ἀντιμετώπιζαν
κι αὐτοὶ
διωγμούς. Καί
πραγματικά, ὁ Βαρνάβας ἦταν
ὁ
πλέον κατάλληλος ἄνθρωπος γιὰ
τὴν ἀποστολή
αὐτή.
Διότι ἦταν «ἀνὴρ
ἀγαθὸς
καὶ πλήρης Πνεύματος ̔Αγίου καὶ
πίστεως». Γι ̓ αὐτὸ
καὶ μποροῦσε
νὰ στηρίζει καὶ
νὰ παρηγορεῖ.
Καὶ τὸ
ὄνομά
του ἄλλωστε «Βαρνάβας» σημαίνει
«υἱὸς παρακλήσεως», ἄνθρωπος
δηλαδὴ ποὺ
μπορεῖ νὰ
παρηγορεῖ
καὶ νὰ
ἐνισχύει
τὶς ἀδύναμες
ψυχές. Αὐτὸς
λοιπόν, ὅταν ἦλθε
στὴν Ἀντιόχεια
καὶ εἶδε
τὴν πλούσια Χάρη
τοῦ Θεοῦ,
ποὺ τὴν
μαρτυροῦσαν οἱ
νέοι πιστοὶ μὲ
τὰ λόγια τους καὶ
τὴ ζωή τους, ἐχάρηκε
καὶ τοὺς
προέτρεπε νὰ μένουν ἀφωσιωμένοι
στὸν Κύριο μὲ
ὅλη
τους τὴ δύναμη.
Ἔτσι
πολλοὶ πιστοὶ
προστέθηκαν στὴν Ἐκκλησία
τοῦ Χριστοῦ
καὶ παρηγορήθηκαν.
ΑΥΤΗ
τὴν παρηγορία τὴν
εἶχαν μεγάλη ανάγκη οἱ
νεοφώτιστοι πιστοί τῆς Ἀντιοχείας,
τὴν ἔχουν
ὅμως
ἰδιαιτέρως
σήμερα ἀνάγκη – γιὰ
ἄλλους
λόγους βέβαια καὶ οἱ
κουρασμένοι ἄνθρωποι τῆς
ἐποχῆς
μας. Διότι ἔχουν ἀπογοητευθεῖ
ἀπὸ
τὸν κόσμο, τήν
ἁμαρτία,
τοὺς ἀνθρώπους
καὶ τὶς
ἰδεολογίες.
Κυρίως ὅμως εἶναι
ἀπαρηγόρητοι,
διότι ὅσο ἀπομακρύνονται
ἀπὸ
τὸν Θεό, τόσο πιό
δύσκολη, βασανιστικὴ καὶ
δραματική γίνεται ἡ ζωή τους. Ἡ
στιγμιαία κοσμικὴ χαρὰ
δὲν τοὺς
ἱκανοποιεῖ.
Αἰσθάνονται ὅπως
ὅταν
τὸ παιδὶ
ἀπομακρυνθεῖ
ἀπὸ
τὴ μάνα του. Στίς
δοκιμασίες ἀπελπίζονται. Τρέχουν σέ
γιατρούς γιὰ νὰ
ἠρεμήσουν,
καὶ παρηγοριὰ
δὲν βρίσκουν. Δὲν
τοὺς λείπει τίποτε, ἀλλὰ
τοὺς λείπει ὁ
Θεός. Διότι μόνο κοντά Του μπορεῖ
νὰ βρεῖ
ὁ
ἄνθρωπος
τὴν πραγματική
παρηγοριά.
Αὐτὴ
τὴ μεγάλη ἀλήθεια
θὰ πρέπει πρῶτα
ἐμεῖς
νὰ τὴ
βιώνουμε καὶ κατόπιν νὰ
τὴ μεταδίδουμε καὶ
στοὺς ἄλλους.
Νὰ ζοῦμε
πρῶτα ἐμεῖς
τὴ θεϊκὴ
παρηγοριὰ στὴ
ζωή μας, καὶ κατόπιν νὰ
γινόμαστε κι ἐμεῖς,
ὅπως
ὁ
ἀπόστολος
Βαρνάβας, υἱοὶ
παρακλήσεως στοὺς σημερινοὺς
ἀναστατωμένους
κι ἀπελπισμένους ἀνθρώπους.
Νὰ τοὺς
δείχνουμε τόν
δρόμο τῆς μετανοίας καὶ
ἐξομολογήσεως.
Μόνον ἐκεῖ
ὁ
ἄνθρωπος
βρίσκει πραγματικὴ ἀνάπαυση
ψυχῆς καὶ
θεϊκὴ παρηγοριά.
2.
ΑΝΑΓΚΗ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑΣ
Ὁ
ἀπόστολος
Βαρνάβας, βλέποντας τὴν καλὴ
διάθεση
τῶν Ἰουδαίων
τῆς Αντιόχειας, κατάλαβε ὅτι
τὸ ἔργο αὐτὸ
θὰ ἔπαιρνε
μεγάλη ἔκταση
καὶ ὅτι
θὰ εἶχε
ἀνάγκη
ἀπὸ
κάποιον βοηθὸ ἱκανὸ
γι᾿
αὐτὴ
τὴ μεγάλη ἀποστολή.
Ὡς
τὸν πλέον κατάλληλο ἔκρινε
τόν
Σαῦλο, τὸν
ἀπόστολο
Παῦλο δηλαδή, ὁ
ὁποῖος
πρὶν ἀπὸ
λίγα χρόνια εἶχε
γνωρίσει τὸν Χριστὸ
καὶ ἦταν
γεμᾶτος ζῆλο
καὶ δύναμη
καὶ εἶχε
ἱκανότητες
μοναδικές. Αὐτὸν
λοιπὸν ἔψαξε
να βρεῖ ὁ
Βαρνάβας στήν
πατρίδα του, τήν
Ταρσό. Κι ἀφοῦ
τὸν βρῆκε,
τὸν ἔφερε
ὡς
βοηθό του στήν
Ἀντιόχεια.
Γιὰ ἕνα
χρόνο οἱ δύο Απόστολοι δίδασκαν τοὺς
πιστούς, οἱ ὁποῖοι
αὐξήθηκαν
πολύ. Ἐκεῖ
μάλιστα γιά
πρώτη φορά οἱ μαθητὲς
τοῦ Κυρίου ὠνομάσθηκαν
Χριστιανοί.
Τίς
μέρες ἐκεῖνες
κατέβηκαν ἀπὸ
τὰ Ἱεροσόλυμα
στὴν Ἀντιόχεια
μερικοὶ προφῆτες.
Ἕνας
ἀπὸ
αὐτούς, ὁ
Ἄγαβος,
φωτισμένος ἀπὸ
τὸ Ἅγιον
Πνεῦμα, ἀπεκάλυψε
ὅτι
θὰ γινόταν μεγάλη πείνα στόν
κόσμο, πρᾶγμα ποὺ
ἔγινε
μετὰ ἀπὸ
λίγο, μεταξὺ τοῦ
44 καὶ 47 μ.Χ., ἐπὶ
τῆς αὐτοκρατορίας
τοῦ Κλαυδίου. Μόλις ἄκουσαν
την προφητεία αὐτή,
οἱ πιστοὶ
τῆς Ἀντιοχείας
συγκινήθηκαν πολὺ καί, ἀνάλογα
μέ
τίς
δυνατότητές τους ὁ καθένας, μάζεψαν βοήθεια
γιὰ τοὺς
πιστοὺς τῆς
Ἰουδαίας.
Τὴν εἰσφορά
τους αὐτὴ
τὴν ἔστειλαν
στούς
πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας
τῶν Ἱεροσολύμων
μὲ τὸν
ἀπόστολο
Βαρνάβα καὶ τὸν
Παῦλο.
ΑΣ
ΜΑΘΗΤΕΥΣΟΥΜΕ λοιπὸν κι ἐμεῖς
στὸ πνεῦμα
αὐτό τῆς
φιλανθρωπίας τῶν πιστῶν
τῆς Ἀντιοχείας.
Διότι δυστυχῶς τὸ
πνεῦμα αὐτὸ
στὴν ἐποχή
μας ἀπουσιάζει ἀπὸ
πολλούς, ποὺ εἶναι
βυθισμένοι στήν
φιλαυτία τους καὶ δὲν
σκέπτονται τοὺς ἄλλους.
Προτιμοῦν νὰ
σπαταλοῦν τά χρήματά τους σὲ
ἀνέσεις
καὶ νὰ
πετοῦν τὰ
περισσεύματα τῶν φαγητῶν
τους στὰ σκουπίδια, παρὰ
νὰ βοηθοῦν
ὅσους πεινοῦν.
Ἔτσι
ὅμως
ταλαιπωροῦνται μέσα στὰ
πλούτη τους, τὰ ὁποῖα
ποτὲ δὲν
τοὺς φθάνουν. Ποῦ
χρόνος γιὰ φιλανθρωπίες; Πῶς
νά ᾿ρθει
μετὰ ἡ
Χάρις τοῦ Θεοῦ
στὴ ζωή τους;
Θὰ
πρέπει ὅμως νὰ
ὁμολογήσουμε
ὅτι
στὶς μέρες μας τὸ
πνεῦμα τῆς
φιλανθρωπίας παρατηρεῖται σὲ
πολλοὺς πιστοὺς
τῆς Ἐκκλησίας
μας. Πολλοὶ εἶναι
οἱ πιστοὶ
σήμερα ποὺ δίνουν χρήματα σὲ
πτωχοὺς ἢ
πολυτέκνους, ὀργανώνουν συσσίτια πτωχῶν
καὶ γερόντων, διακονοῦν
σὲ ἱδρύματα,
ἀνεγείρουν
Ναούς, προσφέρουν χρήματα στὴν
Ἐξωτερικὴ
Ἱεραποστολή.
Αὐτὸ
λοιπὸν τὸ
πνεῦμα τῆς
φιλανθρωπίας θὰ πρέπει νὰ
τὸ καλλιεργήσουμε περισσότερο
στή
ζωή μας. Μὴ λέμε πὼς
δὲν ὑπάρχουν
σήμερα πτωχοί. Δίπλα μας εἶναι
καὶ πεινοῦν.
Ἂς
ψάξουμε νὰ τοὺς
βροῦμε καὶ
νὰ τοὺς
βοηθήσουμε μέ
πόνο καὶ ἀγάπη.
Ἔτσι
ἡ
χαρά μας θὰ εἶναι
ἀσύγκριτη.
Διότι αὐτὸς
ποὺ παίρνει, δέχεται χαρὰ
ἀνθρώπινη.
Αὐτὸς
ὅμως
ποὺ δίνει, δέχεται χαρὰ
θεϊκή. Χαρά καὶ εὐλογία.
(Διασκευὴ ἀπὸ
παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ,
ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχὰρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ. ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. ὁ οὖν Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη.
ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Δός μοι πιεῖν. οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν, ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· Πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν παρ' ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτὸν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· ὃς δ' ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχομαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· Οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. ἀλλ' ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι. καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἤ τί λαλεῖς μετ' αὐτῆς; Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· Δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν. Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· Ραββί, φάγε. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· Μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμόν ἤδη. καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινὸς, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε. Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικὸς, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ' αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός.
(Ἰωάν. δ[4] 5- 42)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἒρχεται ὁ Ἰησοῦς σὲ μιά πόλη τῆς Σαμάρειας πού λεγόταν Συχάρ, ἡ ὁποία ἦταν κοντὰ στὴν περιοχὴ πού εἶχε δώσει ὁ Ἰακὼβ στὸ γιὸ του τὸν Ἰωσήφ. Ὑπῆρχε μάλιστα ἐκεῖ κι ἕνα πηγάδι πού εἶχε ἀνοίξει ὁ Ἰακώβ. Ὁ Ἰησοῦς λοιπόν, ὅπως ἦταν κουρασμὲνος ἀπό τήν πεζοπορία, καθόταν κοντὰ στὸ πηγάδι. Ἡ ὥρα ἦταν περίπου ἔξι ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου, δηλαδὴ δώδεκα τὸ μεσημέρι. Ἔρχεται τότε μία γυναίκα πού καταγόταν ἀπὸ τὴ Σαμάρεια, νὰ βγάλει ἀπὸ τὸ πηγάδι νερό. Ὁ Ἰησοῦς τότε ὁ ὁποῖος πραγματικὰ διψοῦσε, τῆς εἶπε: Δῶσ'
μου νὰ πιῶ. Καὶ ζήτησε ἀπὸ τὴ γυναίκα νερό, διότι οἱ μαθητὲς Tου, πού θὰ φρόντιζαν νὰ βγάλουν νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι, εἶχαν πάει στὴν πόλη ν' ἀγοράσουν τρόφιμα. Τοῦ λέει λοιπὸν ἡ γυναίκα ἡ Σαμαρείτιδα: Πῶς
ἐσύ πού
εἶσαι
Ἰουδαῖος, καταδέχεσαι
καὶ ζητᾶς
νὰ πιεῖς
νερὸ ἀπὸ μένα,
πού εἶμαι γυναίκα
Σαμαρείτιδα; Κι ἔκανε ἡ γυναίκα τὴν
ἐρώτηση αὐτή, διότι οἱ Ἰουδαῖοι μισοῦσαν τοὺς Σαμαρεῖτες καὶ δὲν εἶχαν σχέσεις μαζί τους. Ὁ Ἰησοῦς τῆς ἀπάντησε: Ἐὰν
γνώριζες
τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
πού δίνει ὁ Θεὸς
στοὺς ἀνθρώπους, καὶ ποιὸς
εἶναι
ἐκεῖνος
ποῦ σοῦ λέει τώρα, δῶσ'
μου νὰ πιῶ, ἐσύ θά
τοῦ ζητοῦσες καὶ θὰ σοῦ ἔδινε νερὸ τρεχούμενο,
πού δὲ στερεύει ποτέ. Θὰ σοῦ ἔδινε αὐτὸς τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
ἡ ὁποία σὰν πνευματικὸ νερὸ καθαρίζει, δροσίζει,
παρηγορεῖ καὶ ζωοποεῖ τίς
ψυχές, χωρὶς
νὰ στερεύει
ποτέ. Τοῦ λέει ἡ γυναίκα: Κύριε, ἀσφαλῶς
τὸ νερὸ αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶς
δὲν εἶναι
ἀπὸ τὸ πηγάδι
αὐτὸ. Διότι οὔτε ἀγγεῖο ἔχεις, μέ τό ὁποῖο θά μποροῦσες νά βγάλεις ἀπό ἐδῶ νερό, ἀλλά καί τό πηγάδι εἶναι βαθύ. Ἀπό ποῦ λοιπόν ἔχεις τό τρεχούμενο καί ἀστείρευτο νερό; Μήπως ἐσύ εἶσαι ἀνώτερος στήν ἀξία καί τή δύναμη ἀπό τόν πατέρα μας τόν Ἰακώβ, πού μᾶς ἔδωσε ὡς κληρονομιά τό πηγάδι αὐτό καί δέν ζήτησε ἄλλο καλύτερο νερό, ἀλλά ἀπ’ αὐτό ἤπιε καί ὁ ἴδιος, ὅπως καί τά παιδιά του καί
τά ζῶα του πού ἔτρεφε καί ἔβοσκε; Τῆς ἀποκρίθηκε τότε ὁ Ἰησοῦς: Βεβαίως δέν ἐννοῶ τό νερό τοῦ πηγαδιοῦ αὐτοῦ. Διότι ὅποιος πίνει ἀπό τό νερό αὐτό, θά διψάσει πάλι. Ἐκεῖνος ὅμως πού θά πιεῖ ἀπό τό νερό πού θά τοῦ δώσω ἐγώ, δέν θά διψάσει ποτέ
στόν αἰώνα· ἀλλά τό νερό πού θά τοῦ δώσω θά μεταβληθεῖ μέσα του σέ πηγή νεροῦ πού δέν θά στερεύει, ἀλλά θά ἀναβλύζει καί θά ἀναπηδᾶ καί θά τρέχει πάντοτε
γιά νά τοῦ μεταγγίζει ζωή αἰώνια. Τοῦ λέει τότε ἡ γυναίκα: Κύριε, δῶσ’ μου τό νερό αὐτό, γιά νά μή διψῶ καί νά μήν ὑποβάλλομαι σέ τόσο κόπο νά
ἔρχομαι ἐδῶ γιά νά βγάζω νερό ἀπό τό πηγάδι. Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Ἐφόσον τό νερό αὐτό δέν τό θέλεις μόνο γιά
τόν ἑαυτό σου, ἀλλά καί γιά ἐκείνους μέ τούς ὁποίους συζεῖς, πήγαινε, φώναξε τόν ἄνδρα σου κι ἔλα ἐδῶ μαζί μ’ αὐτόν, ὥστε κι ἐκεῖνος νά δεχθεῖ μαζί σου τή δωρεά αὐτή. Τοῦ ἀποκρίθηκε τότε ἡ γυναίκα: Δέν ἔχω ἄνδρα. Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Καλά εἶπες «δέν ἔχω ἄνδρα». Διότι ἔχεις πάρει πέντε ἄνδρες, τόν ἕνα ὕστερα ἀπό τόν ἄλλο. Καί τώρα μ’ αὐτόν πού ζεῖς, εἶσαι συνδεδεμένη κρυφά,
καί γι’ αὐτό δέν εἶναι ἄνδρας σου. Αὐτό πού εἶπες εἶναι ἀλήθεια. Τοῦ λέει ἡ γυναίκα: Κύριε,
καταλαβαίνω ὅτι ἐσύ εἶσαι προφήτης. Διότι μοῦ εἶπες κάποια μυστικά τῆς ζωῆς μου, ἐνῶ δέν μ’ ἔχεις συναντήσει ἄλλη φορά, ἀλλά μόλις σήμερα μέ
βλέπεις γιά πρώτη φορά. Σέ παρακαλῶ λοιπόν νά μέ διαφωτίσεις πάνω στό παρακάτω
σπουδαῖο ζήτημα: Οἱ πατέρες μας προσκύνησαν
καί λάτρευσαν τόν Θεό στό ὄρος αὐτό τό Γαριζείν, ἐνῶ ἐσεῖς οἱ Ἰουδαῖοι λέτε ὅτι στά Ἱεροσόλυμα εἶναι ὁ τόπος πού πρέπει νά λατρεύουμε τόν Θεό. Ἐσύ λοιπόν ὡς προφήτης τί λές γι’ αὐτό; Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Πίστεψέ με, γυναίκα, ὅτι γρήγορα ἔρχεται ὁ καιρός πού οὔτε σ’ αὐτό τό βουνό τό Γαριζείν
μόνο, οὔτε στά Ἱεροσόλυμα ἀποκλειστικά θά λατρεύσετε
τόν οὐράνιο Πατέρα. Ἐσεῖς οἱ Σαμαρεῖτες ἀπορρίψατε τά βιβλία τῶν προφητῶν καί προσκυνᾶτε ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο δέν ἔχετε σαφή καί πλήρη
γνώση. Ἐμεῖς οἱ Ἰουδαῖοι προσκυνοῦμε ἐκεῖνο πού γνωρίζουμε
περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον. Ἀπόδειξη μάλιστα γι’ αὐτό εἶναι τό ὅτι ὁ Μεσσίας πού θά σώσει τόν
κόσμο προέρχεται ἀπό τούς Ἰουδαίους. Αὐτούς διάλεξε ὁ Θεός ὡς λαό δικό του καί αὐτοί τόν γνώρισαν καί τόν
λάτρευσαν τελειότερα ἀπό κάθε ἄλλον λαό. Πολύ σύντομα ὅμως ἔρχεται ὥρα, καί μπορῶ νά πῶ ὅτι ἡ ὥρα αὐτή ἔχει ἤδη ἔλθει, πού οἱ πραγματικοί προσκυνητές
θά προσκυνήσουν καί θά λατρεύσουν τόν Πατέρα πνευματικά καί ἀληθινά· δηλαδή μέ
θεοφώτιστες τίς πνευματικές τους δυνάμεις καί μέ λατρεία ὄχι τυπική καί σκιώδη, ἀλλά πραγματική καί ἐμπνευσμένη ἀπό πλήρη ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας. Διότι καί ὁ Πατήρ ζητᾶ ἐπίμονα τέτοιοι ἀληθινοί καί πραγματικοί
προσκυνητές νά εἶναι ἐκεῖνοι πού τόν λατρεύουν. Ὁ Θεός εἶναι πνεῦμα, γι’ αὐτό καί δέν περιορίζεται σέ τόπους. Κι ἐκεῖνοι πού τόν λατρεύουν
πρέπει νά τόν προσκυνοῦν μέ τίς ἐσωτερικές τους
πνευματικές δυνάμεις, μέ ἀφοσίωση τῆς καρδιᾶς καί τοῦ νοῦ, ἀλλά καί μέ ἀληθινή ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ καί τῆς λατρείας πού τοῦ ἁρμόζει. Τοῦ λέει ἡ γυναίκα: Γνωρίζω ὅτι ἔρχεται ὁ Μεσσίας, ὄνομα πού μεταφράζεται μέ
τή λέξη Χριστός. Ὅταν ἔλθει ἐκεῖνος, θά μᾶς τά διδάξει ὅλα. Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Ἐγώ εἶμαι ὁ Μεσσίας, ἐγώ πού τή στιγμή αὐτή σοῦ μιλάω. Καί τή στιγμή αὐτή ἀκριβῶς ἦλθαν οἱ μαθητές του καί ἀπόρησαν πού ὁ διδάσκαλος μιλοῦσε δημοσίως μέ γυναίκα,
κάτι πού ἀπαγορευόταν ἀπό τίς παραδόσεις τῶν ραββίνων. Κανείς ὅμως δέν τοῦ εἶπε: Τί ζητᾶς νά σοῦ κάνει ἡ γυναίκα αὐτή, ἤ γιά ποιό θέμα μιλᾶς μαζί της;
Στὸ μεταξὺ ἡ γυναίκα, γεμάτη συγκίνηση ὕστερα ἀπ' αὐτὰ πού ἄκουσε, ἄφησε τὴ στάμνα της στὸ πηγάδι καὶ πῆγε τρέχοντας στὴν πόλη κι ἄρχισε νὰ λέει στοὺς ἀνθρώπους: Ἐλᾶτε νὰ δεῖτε ἕναν ἄνθρωπο πού μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔχω κάνει, καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ μυστικὰ καὶ προσωπικὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς μου. Μήπως εἶναι αὐτὸς ὁ Χριστός; Βγῆκαν λοιπὸν ἀπὸ τὴν πόλη οἱ Σαμαρεῖτες κι ἄρχισαν νὰ ἔρχονται πρὸς αὐτόν.
Στὸ μεταξὺ ὅμως, μέχρι νὰ εἰδοποιηθοῦν οἱ Σαμαρεῖτες καὶ νὰ ἔλθουν νὰ συναντήσουν τὸν Ἰησοῦ, ἐπειδὴ ὁ Κύριος εἶχε ἀπορροφηθεῖ ἀπ' τὸ πνευματικό του ἔργο καὶ δὲν ἐνδιαφερόταν καθόλου γιὰ φαγητό, τὸν παρακαλοῦσαν οἱ μαθητὲς καὶ τοῦ ἔλεγαν: Διδάσκαλε, φάε κάτι. Αὐτὸς ὅμως τοὺς εἶπε: Ἐγώ ἔχω φαγητὸ νὰ φάω πού ἐσεῖς δὲν τὸ ξέρετε. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν κατάλαβαν οἱ μαθητὲς τὴ σημασία τῶν λόγων αὐτῶν τοῦ Κυρίου, ἔλεγαν μεταξύ τους: Μήπως τὴν ὥρα πού λείπαμε τοῦ ἔφερε κανεὶς ἄλλος φαγητὸ κι ἔφαγε; Τοὺς λέει ὁ Ἰησοῦς: Δικό μου φαγητό, πού μὲ χορταίνει καὶ μὲ τρέφει, εἶναι νὰ κάνω πάντοτε τὸ θέλημα ἐκείνου πού μὲ ἀπέστειλε στὸν κόσμο καὶ νὰ ὁλοκληρώσω τὸ ἔργο του, τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Καὶ τὸ θερμὸ ἐνδιαφέρον μου γιὰ τὸ ἔργο αὐτὸ μὲ ἀπορρόφησε ὁλόκληρο τώρα πού πρόκειται νὰ ἔλθουν ἐδῶ οἱ Σαμαρεῖτες, καὶ μοῦ ἔκοψε κάθε ὄρεξη πού προέρχεται ἀπὸ τὴ φυσικὴ πείνα. Δὲν λέτε ἐσεῖς ὅτι τέσσερις μῆνες μένουν ἀκόμη καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; Στὴν πνευματικὴ ὅμως σπορὰ εἶναι δυνατὸν ὁ λόγος
τοῦ Θεοῦ νὰ καρποφορήσει καὶ σὲ χρονικό
διάστημα πολὺ πιὸ σύντομο. Καὶ γιὰ νὰ πεισθεῖτε γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ πού
σᾶς λέω, σηκῶστε τὰ μάτια σας
καὶ κοιτάξτε
τὸ πλῆθος
αὐτὸ τῶν Σαμαρειτῶν
πού ἔρχονται. Μοιάζουν οἱ ψυχές τους
μὲ χωράφια,
στὰ ὁποῖα
δέν πρόφθασε νά
σπαρεῖ ὁ λόγος τῆς ἀλήθειας, κι
ὅμως
εἶναι
λευκὰ καὶ ὥριμα
πλέον, ἕτοιμα νὰ θερισθοῦν. Ἔτσι
καὶ σ'
ὅλα
τὰ μέρη τοῦ κόσμου οἱ ψυχὲς
τῶν ἀνθρώπων εἶναι
τώρα ὥριμες γιὰ νὰ δεχθοῦν
τὴ σωτηρία. Κι
ἐκεῖνος
πού θερίζει στὸν πνευματικὸ αὐτὸ ἀγρὸ παίρνει
μισθό, ὄχι
μόνο διότι
χαίρεται
καὶ ἐδῶ βλέποντας
τὴν πνευματικὴ συγκομιδή,
ἀλλά καὶ διότι
θὰ ἀνταμειφθεῖ καὶ στὴ μελλοντικὴ ζωὴ ἀπὸ τὸν
Κύριο. Ἐπειδή λοιπὸν
ἑλκύει στὴ σωτηρία ψυχὲς
ἀθάνατες,
συναθροίζει
καρπὸ γιὰ τὴν
αἰώνια ζωή. Κι
ἔτσι,
στὴν πνευματικὴ σπορὰ πού
γίνεται
τώρα, χαίρομαι
κι ἐγώ
πού σπέρνω
μαζὶ μὲ σᾶς
πού θὰ θερίσετε.
Διότι
στὴ δική μας
περίπτωση ἐφαρμόζεται ἡ ἀληθινή παροιμία, ὅτι
ἄλλος
ἔσπειρε κι
ἄλλος
θερίζει.
Ἔσπειρα ἐγώ καὶ θὰ θερίσετε ἐσεῖς,
ὅπως
καὶ μελλοντικὰ θὰ σπέρνετε ἐσεῖς
καί θά θερίζουν
οἱ διάδοχοί σας.
Ἐγώ,
ὁ Κύριος τοῦ ἀγροῦ, σᾶς
ἔστειλα γιὰ νὰ θερίζετε
καρπὸ γιὰ τὸν
ὁποῖο
ἐσεῖς
δὲν ἔχετε κοπιάσει
γιὰ νὰ σπαρεῖ. Ἄλλοι,
δηλαδὴ ἐγώ καί
οἱ προφῆτες πρὶν ἀπὸ μένα, ἔχουν
κοπιάσει
κι ἔχουν σπείρει, κι
ἐσεῖς
ἔχετε μπεῖ στοὺς κόπους καὶ τὴ σπορά τους
γιὰ νὰ θερίσετε. Ἀπὸ τὴν πόλη ἐκείνη Συχὰρ πολλοὶ ἀπό τους Σαμαρεῖτες πίστεψαν σ'
αὐτὸν ὅτι ἦταν ὁ Μεσσίας, ἐξαιτίας τῆς μαρτυρίας τῆς γυναίκας πού ἔλεγε «μοῦ εἶπε
ὅλα
ὅσα
ἔχω
κάνει, κι
αὐτὰ ἀκόμη τὰ μυστικά
μου, τὰ ὁποῖα δὲν ἤξεραν οὔτε ἐκεῖνοι
μὲ τοὺς ὅποιους συζῶ καὶ μέ γνωρίζουν
ἀπὸ πολὺ καιρό».
Ὅταν λοιπὸν ἦλθαν κοντὰ του οἱ Σαμαρεῖτες, τὸν παρακαλοῦσαν νὰ μείνει γιὰ πάντα μαζί τους. Κι ἔμεινε ἐκεῖ δύο ἡμέρες. Καὶ ἀπὸ τὴ διδασκαλία
πού τοὺς ἔκανε τὶς δύο αὐτὲς ἡμέρες πίστεψαν πολὺ περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους πού ἦλθαν στὸ πηγάδι καὶ τὸν παρακάλεσαν νὰ μείνει στὴν πόλη τους. Καὶ στὴ γυναίκα ἔλεγαν ὅτι δὲν πιστεύουμε πλέον γιὰ τὰ ὅσα
μᾶς εἶπες ἐσύ. Διότι
ἐμεῖς
οἱ ἴδιοι
τὸν ἔχουμε τώρα ἀκούσει καὶ γνωρίζουμε πλέον ὅτι
αὐτὸς εἶναι
ἀληθινὰ ὁ Σωτήρας
ὅλου
τοῦ κόσμου, ὁ ἀναμενόμενος
Μεσσίας,
ὁ Χριστός.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου