Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

­ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ    

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ

(10 ΜΑΪΟΥ 2026)

 


ΕΩΘΙΝΟΝ Ζ΄

Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται πρωΐ σκοτίας ἔτι οὔσης, εἰς τὸ μνημεῖον· καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου. Τρέχει οὖν, καὶ ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον, καὶ πρὸς τὸν ἄλλον μαθητὴν, ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς, καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἦραν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ μνημείου, καὶ οὐκ οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν. Ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητής, καὶ ἤρχοντο εἰς τὸ μνημεῖον. Ἔτρεχον δὲ οἱ δύο ὁμοῦ· καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς προέδραμε τάχιον τοῦ Πέτρου, καὶ ἦλθε πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας, βλέπει κείμενα τὰ ὀθόνια, οὐ μέντοι εἰσῆλθεν. Ἔρχεται οὖν Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα, καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον. Τότε οὖν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε, καὶ ἐπίστευσεν. Οὐδέπω γὰρ ᾔδεισαν τὴν Γραφήν, ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι. Ἀπῆλθον οὖν πάλιν πρὸς ἑαυτοὺς οἱ μαθηταί.

(Ἰωάν. κ΄[20] 1 – 10)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἀφοῦ πέρασε τὸ Σάββατο, τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, ποὺ ἦταν ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται στὸ μνημεῖο πρωί, ὅταν ἦταν ἀκόμη σκοτάδι, καὶ βλέπει ὅτι ὁ λίθος ποὺ ἔφραζε τὴν εἴσοδο τοῦ τάφου ἦταν σηκωμένος ἀπὸ τὸ μνῆμα. Ὅταν λοιπὸν εἶδε τὸ μνῆμα ἀνοιχτό, τρέχει κι ἔρχεται στὸν Σίμωνα Πέτρο καὶ στὸν ἄλλο μαθητὴ τὸν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς, καὶ τοὺς εἶπε: Πῆραν τὸν Κύριο ἀπὸ τὸ μνημεῖο καὶ δὲν ξερουμε ποῦ τὸν ἔβαλαν. Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἀνέλπιστη αὐτὴ εἴδηση, βγῆκε ὁ Πέτρος ἀπὸ τὸ σπίτι ποὺ ἔμενε, καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν βγῆκε καὶ ὁ ἄλλος μαθητής, καὶ ἔρχονταν στὸ μνημεῖο. Ἔτρεχαν λοιπὸν καὶ οἱ δύο μαζί· ἀλλὰ ὁ ἄλλος μαθητής, ἐπειδὴ ἦταν νεότερος, ἔτρεξε μπροστὰ πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὸν Πέτρο καὶ ἔφθασε πρῶτος στὸ μνημεῖο. Καὶ σκύβοντας ἀπ᾿ ἔξω βλέπει τοὺς νεκρικοὺς ἐπιδέσμους νὰ εἶναι κάτω στὴ γῆ· ἐπειδὴ ὅμως ἦταν πολὺ συγκινημένος, δὲν προχώρησε νὰ μπεῖ μέσα. Ἐνῶ λοιπὸν περίμενε ἀπ᾿ ἔξω, ἔρχεται καὶ ὁ Σίμων Πέτρος ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὸν καί, θαρραλέος καὶ ὁρμητικὸς ὅπως ἦταν ἀπὸ τὸν χαρακτήρα του, μπῆκε στὸ μνημεῖο καὶ παρατήρησε ἀπὸ κοντὰ ὅτι οἱ νεκρικοὶ ἐπίδεσμοι ἦταν κάτω στὴ γῆ καὶ δὲν ἔλειπαν, ὅπως θὰ ἦταν φυσικὸ νὰ συμβεῖ ἐὰν τὸ σῶμα εἶχε κλαπεῖ. Παρατήρησε ἀκόμη ὅτι τὸ ὕφασμα μὲ τὸ ὁποῖο εἶχαν σκεπάσει τὸ κεφάλι τοῦ Ἰησοῦ, δὲν ἦταν ἀνακατεμένο μὲ τοὺς ἐπιδέσμους ἀκατάστατα, ἀλλὰ ἦταν τυλιγμένο χωριστὰ κάπου ἐκεῖ μὲ τάξη, ποὺ δὲν πρόδιδε βιασύνη καὶ σπουδή. Τότε λοιπὸν καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ποὺ εἶχε ἔλθει πρῶτος στὸ μνῆμα, παρακινημένος ἀπὸ τὸ παράδειγμα τοῦ Πέτρου, μπῆκε μέσα, καὶ τὰ εἶδε αὐτὰ ἀπὸ κοντὰ καὶ πίστεψε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀναστήθηκε. Δὲν εἶχε πιστέψει πιὸ πρίν, ἀλλὰ μόλις τώρα ποὺ εἶδε ἀδειανὸ τὸν τάφο· διότι καὶ αὐτὸς καὶ ὁ Πέτρος δὲν γνώριζαν ἀκόμη τὴν ἀληθινὴ σημασία τῶν προφητειῶν τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ ὁ Μεσσίας ἔπρεπε νὰ ἀναστηθεῖ ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐξέτασαν τὸν τάφο καὶ πείσθηκαν ὅτι κάθε ἄλλη ἔρευνα ἦταν περιττή, ἐπέστρεψαν πάλι στὰ καταλύματά τους οἱ μαθητές.

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  

     Ἐν ταῖς ἡ­μέ­ραις ἐ­κεί­ναις, δι­α­σπα­ρέν­τες οἱ ἀ­πό­στο­λοι ἀ­πὸ τῆς θλί­ψε­ως τῆς γε­νο­μέ­νης ἐ­πὶ Στε­φά­νῳ δι­ῆλ­θον ἕ­ως Φοι­νί­κης καὶ Κύ­πρου καὶ ᾿Αν­τι­ο­χε­ί­ας, μη­δε­νὶ λα­λοῦν­τες τὸν λό­γον εἰ μὴ μό­νον ᾿Ι­ου­δα­ί­οις. ῏Η­σαν δέ τι­νες ἐξ αὐ­τῶν ἄν­δρες Κύ­πριοι καὶ Κυ­ρη­ναῖ­οι, οἵ­τι­νες εἰ­σελ­θόν­τες εἰς ᾿Αν­τι­ό­χειαν ἐ­λά­λουν πρὸς τοὺς ῾Ελ­λη­νι­στάς, εὐ­αγ­γε­λι­ζό­με­νοι τὸν Κύ­ριον ᾿Ι­η­σοῦν. Καὶ ἦν χεὶρ Κυ­ρί­ου μετ᾿ αὐ­τῶν, πο­λύς τε ἀ­ριθ­μὸς πι­στε­ύ­σας ἐ­πέ­στρε­ψεν ἐ­πὶ τὸν Κύ­ριον. ᾿Η­κο­ύ­σθη δὲ ὁ λό­γος εἰς τὰ ὦ­τα τῆς ἐκ­κλη­σί­ας τῆς ἐν ῾Ι­ε­ρο­σο­λύ­μοις πε­ρὶ αὐ­τῶν, καὶ ἐ­ξα­πέ­στει­λαν Βαρ­νά­βαν δι­ελ­θεῖν ἕ­ως ᾿Αν­τι­ο­χε­ί­ας· ὃς πα­ρα­γε­νό­με­νος καὶ ἰ­δὼν τὴν χά­ριν τοῦ Θε­οῦ ἐ­χά­ρη, καὶ πα­ρε­κά­λει πάν­τας τῇ προ­θέ­σει τῆς καρ­δί­ας προ­σμέ­νειν τῷ Κυ­ρί­ῳ, ὅ­τι ἦν ἀ­νὴρ ἀ­γα­θὸς καὶ πλή­ρης Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου καὶ πί­στε­ως· καὶ προ­σε­τέ­θη ὄ­χλος ἱ­κα­νὸς τῷ Κυ­ρί­ῳ. Ἐ­ξῆλ­θε δὲ εἰς Ταρ­σὸν ὁ Βαρ­νά­βας ἀ­να­ζη­τῆ­σαι Σαῦ­λον, καὶ εὑ­ρὼν αὐ­τὸν ἤ­γα­γεν αὐ­τὸν εἰς ᾿Αν­τι­ό­χειαν. Ἐ­γέ­νε­το δὲ αὐ­τοὺς ἐ­νια­υτὸν ὅ­λον συ­να­χθῆ­ναι ἐν τῇ ἐκ­κλη­σί­ᾳ καὶ δι­δά­ξαι ὄ­χλον ἱ­κα­νόν, χρη­μα­τί­σαι τε πρῶ­τον ἐν ᾿Αν­τι­ο­χε­ί­ᾳ τοὺς μα­θη­τὰς Χρι­στι­α­νο­ύς. ᾿Εν τα­ύ­ταις δὲ ταῖς ἡ­μέ­ραις κα­τῆλ­θον ἀ­πὸ ῾Ι­ε­ρο­σο­λύ­μων προ­φῆ­ται εἰς ᾿Αν­τι­ό­χειαν· ἀ­να­στὰς δὲ εἷς ἐξ αὐ­τῶν ὀ­νό­μα­τι ῎Α­γα­βος ἐ­σή­μα­νε διὰ τοῦ Πνε­ύ­μα­τος λι­μὸν μέ­γαν μέλ­λειν ἔ­σε­σθαι ἐφ᾿ ὅ­λην τὴν οἰ­κου­μέ­νην· ὅ­στις καὶ ἐ­γέ­νε­το ἐ­πὶ Κλαυ­δί­ου Κα­ί­σα­ρος. Τῶν δὲ μα­θη­τῶν κα­θὼς ηὐ­πο­ρεῖ­τό τις, ὥ­ρι­σαν ἕ­κα­στος αὐ­τῶν εἰς δι­α­κο­νί­αν πέμ­ψαι τοῖς κα­τοι­κοῦ­σιν ἐν τῇ ᾿Ι­ου­δα­ί­ᾳ ἀ­δελ­φοῖς· ὃ καὶ ἐ­πο­ί­η­σαν ἀ­πο­στε­ί­λαν­τες πρὸς τοὺς πρε­σβυ­τέ­ρους διὰ χει­ρὸς Βαρ­νά­βα καὶ Σαύ­λου.  

 (Πράξ. ια΄ [11] 19 – 30)

 

ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟΝ

1. ΑΝΑΓΚΗ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑΣ

Mετὰ τὸν λιθοβολισμό τοῦ πρωτομάρτυρα Στεφάνου ἀκολούθησε μεγάλος διωγμός τῶν πιστῶν τῆς Ἰουδαίας. Γι᾿ αὐτὸ πολλοὶ ἔφυγαν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, διασκορπίσθηκαν μέχρι τή Φοινίκη, τήν Κύπρο καὶ τὴν Ἀντιόχεια, κι ἐκεῖ ἐκήρυτταν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ στοὺς Ἰουδαίους. Κάποιοι μάλιστα στήν Ἀντιόχεια ἐκήρυτταν τὸ Εὐαγγέλιο τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας στοὺς «Ἑλληνιστές», τοὺς Ἰουδαίους δηλαδὴ ποὺ εἶχαν ὡς μητρική τους γλῶσσα τὴν ἑλληνική. «Καὶ ἦν χειρ Κυρίου μετ᾿ αὐτῶν» καὶ τὰ ἀποτελέσματα ἦταν θαυμαστά. Πλήθη ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους αὐτοὺς ἐπίστευσαν στόν Κύριο. 

Ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων αἰσθάνθηκε μεγάλη χαρὰ ἀκούοντας τίς εὐχάριστες αὐτὲς εἰδήσεις. Γι᾿ αὐτὸ κι ἔστειλε στήν Ἀντιόχεια τὸν Βαρνάβα, προκειμένου νά στηρίξει τοὺς ἐκεῖ πιστούς, οἱ ὁποῖοι ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἀντιμετώπιζαν κι αὐτοὶ διωγμούς. Καί πραγματικά, ὁ Βαρνάβας ἦταν ὁ πλέον κατάλληλος ἄνθρωπος γιὰ τὴν ἀποστολή αὐτή. Διότι ἦταν «ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος  ̔Αγίου καὶ πίστεως». Γι ̓ αὐτὸ καὶ μποροῦσε νὰ στηρίζει καὶ νὰ παρηγορεῖ. Καὶ τὸ ὄνομά του ἄλλωστε «Βαρνάβας» σημαίνει «υἱὸς παρακλήσεως», ἄνθρωπος δηλαδὴ ποὺ μπορεῖ νὰ παρηγορεῖ καὶ νὰ ἐνισχύει τὶς ἀδύναμες ψυχές. Αὐτὸς λοιπόν, ὅταν ἦλθε στὴν Ἀντιόχεια καὶ εἶδε τὴν πλούσια Χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὴν μαρτυροῦσαν οἱ νέοι πιστοὶ μὲ τὰ λόγια τους καὶ τὴ ζωή τους, ἐχάρηκε καὶ τοὺς προέτρεπε νὰ μένουν ἀφωσιωμένοι στὸν Κύριο μὲ ὅλη τους τὴ δύναμη. Ἔτσι πολλοὶ πιστοὶ προστέθηκαν στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ παρηγορήθηκαν. 

ΑΥΤΗ τὴν παρηγορία τὴν εἶχαν μεγάλη ανάγκη οἱ νεοφώτιστοι πιστοί τῆς Ἀντιοχείας, τὴν ἔχουν ὅμως ἰδιαιτέρως σήμερα ἀνάγκη – γιὰ ἄλλους λόγους βέβαια καὶ οἱ κουρασμένοι ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας. Διότι ἔχουν ἀπογοητευθεῖ ἀπὸ τὸν κόσμο, τήν ἁμαρτία, τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὶς ἰδεολογίες. Κυρίως ὅμως εἶναι ἀπαρηγόρητοι, διότι ὅσο ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν Θεό, τόσο πιό δύσκολη, βασανιστικὴ καὶ δραματική γίνεται ἡ ζωή τους. Ἡ στιγμιαία κοσμικὴ χαρὰ δὲν τοὺς ἱκανοποιεῖ. Αἰσθάνονται ὅπως ὅταν τὸ παιδὶ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴ μάνα του. Στίς δοκιμασίες ἀπελπίζονται. Τρέχουν σέ γιατρούς γιὰ νὰ ἠρεμήσουν, καὶ παρηγοριὰ δὲν βρίσκουν. Δὲν τοὺς λείπει τίποτε, ἀλλὰ τοὺς λείπει ὁ Θεός. Διότι μόνο κοντά Του μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἄνθρωπος τὴν πραγματική παρηγοριά. 

Αὐτὴ τὴ μεγάλη ἀλήθεια θὰ πρέπει πρῶτα ἐμεῖς νὰ τὴ βιώνουμε καὶ κατόπιν νὰ τὴ μεταδίδουμε καὶ στοὺς ἄλλους. Νὰ ζοῦμε πρῶτα ἐμεῖς τὴ θεϊκὴ παρηγοριὰ στὴ ζωή μας, καὶ κατόπιν νὰ γινόμαστε κι ἐμεῖς, ὅπως ὁ ἀπόστολος Βαρνάβας, υἱοὶ παρακλήσεως στοὺς σημερινοὺς ἀναστατωμένους κι ἀπελπισμένους ἀνθρώπους. Νὰ τοὺς δείχνουμε τόν δρόμο τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως. Μόνον ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος βρίσκει πραγματικὴ ἀνάπαυση ψυχῆς καὶ θεϊκὴ παρηγοριά. 

2. ΑΝΑΓΚΗ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑΣ

Ὁ ἀπόστολος Βαρνάβας, βλέποντας τὴν καλὴ διάθεση τῶν Ἰουδαίων τῆς Αντιόχειας, κατάλαβε ὅτι τὸ ἔργο αὐτὸ θὰ ἔπαιρνε μεγάλη ἔκταση καὶ ὅτι θὰ εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ κάποιον βοηθὸ ἱκανὸ γι᾿ αὐτὴ τὴ μεγάλη ἀποστολή. Ὡς τὸν πλέον κατάλληλο ἔκρινε τόν Σαῦλο, τὸν ἀπόστολο Παῦλο δηλαδή, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια εἶχε γνωρίσει τὸν Χριστὸ καὶ ἦταν γεμᾶτος ζῆλο καὶ δύναμη καὶ εἶχε ἱκανότητες μοναδικές. Αὐτὸν λοιπὸν ἔψαξε να βρεῖ ὁ Βαρνάβας στήν πατρίδα του, τήν Ταρσό. Κι ἀφοῦ τὸν βρῆκε, τὸν ἔφερε ὡς βοηθό του στήν Ἀντιόχεια. Γιὰ ἕνα χρόνο οἱ δύο Απόστολοι δίδασκαν τοὺς πιστούς, οἱ ὁποῖοι αὐξήθηκαν πολύ. Ἐκεῖ μάλιστα γιά πρώτη φορά οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου ὠνομάσθηκαν Χριστιανοί. 

Τίς μέρες ἐκεῖνες κατέβηκαν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα στὴν Ἀντιόχεια μερικοὶ προφῆτες. Ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ὁ Ἄγαβος, φωτισμένος ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἀπεκάλυψε ὅτι θὰ γινόταν μεγάλη πείνα στόν κόσμο, πρᾶγμα ποὺ ἔγινε μετὰ ἀπὸ λίγο, μεταξὺ τοῦ 44 καὶ 47 μ.Χ., ἐπὶ τῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Κλαυδίου. Μόλις ἄκουσαν την προφητεία αὐτή, οἱ πιστοὶ τῆς Ἀντιοχείας συγκινήθηκαν πολὺ καί, ἀνάλογα μέ τίς δυνατότητές τους ὁ καθένας, μάζεψαν βοήθεια γιὰ τοὺς πιστοὺς τῆς Ἰουδαίας. Τὴν εἰσφορά τους αὐτὴ τὴν ἔστειλαν στούς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων μὲ τὸν ἀπόστολο Βαρνάβα καὶ τὸν Παῦλο. 

ΑΣ ΜΑΘΗΤΕΥΣΟΥΜΕ λοιπὸν κι ἐμεῖς στὸ πνεῦμα αὐτό τῆς φιλανθρωπίας τῶν πιστῶν τῆς Ἀντιοχείας. Διότι δυστυχῶς τὸ πνεῦμα αὐτὸ στὴν ἐποχή μας ἀπουσιάζει ἀπὸ πολλούς, ποὺ εἶναι βυθισμένοι στήν φιλαυτία τους καὶ δὲν σκέπτονται τοὺς ἄλλους. Προτιμοῦν νὰ σπαταλοῦν τά χρήματά τους σὲ ἀνέσεις καὶ νὰ πετοῦν τὰ περισσεύματα τῶν φαγητῶν τους στὰ σκουπίδια, παρὰ νὰ βοηθοῦν ὅσους πεινοῦν. Ἔτσι ὅμως ταλαιπωροῦνται μέσα στὰ πλούτη τους, τὰ ὁποῖα ποτὲ δὲν τοὺς φθάνουν. Ποῦ χρόνος γιὰ φιλανθρωπίες; Πῶς νά ᾿ρθει μετὰ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή τους; 

Θὰ πρέπει ὅμως νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι στὶς μέρες μας τὸ πνεῦμα τῆς φιλανθρωπίας παρατηρεῖται σὲ πολλοὺς πιστοὺς τῆς Ἐκκλησίας μας. Πολλοὶ εἶναι οἱ πιστοὶ σήμερα ποὺ δίνουν χρήματα σὲ πτωχοὺς ἢ πολυτέκνους, ὀργανώνουν συσσίτια πτωχῶν καὶ γερόντων, διακονοῦν σὲ ἱδρύματα, ἀνεγείρουν Ναούς, προσφέρουν χρήματα στὴν Ἐξωτερικὴ Ἱεραποστολή. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ πνεῦμα τῆς φιλανθρωπίας θὰ πρέπει νὰ τὸ καλλιεργήσουμε περισσότερο στή ζωή μας. Μὴ λέμε πὼς δὲν ὑπάρχουν σήμερα πτωχοί. Δίπλα μας εἶναι καὶ πεινοῦν. Ἂς ψάξουμε νὰ τοὺς βροῦμε καὶ νὰ τοὺς βοηθήσουμε μέ πόνο καὶ ἀγάπη. Ἔτσι ἡ χαρά μας θὰ εἶναι ἀσύγκριτη. Διότι αὐτὸς ποὺ παίρνει, δέχεται χαρὰ ἀνθρώπινη. Αὐτὸς ὅμως ποὺ δίνει, δέχεται χαρὰ θεϊκή. Χαρά καὶ εὐλογία.

 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

     

ΤΟ ΙΕΡΟΝ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

          Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ,  ἔρ­χε­ται ὁ Ἰ­η­σοῦς εἰς πό­λιν τῆς Σα­μα­ρε­ί­ας λε­γο­μέ­νην Συ­χὰρ, πλη­σί­ον τοῦ χω­ρί­ου ὃ ἔ­δω­κεν Ἰ­α­κὼβ Ἰ­ω­σὴφ τῷ υἱ­ῷ αὐ­τοῦ. ἦν δὲ ἐ­κεῖ πη­γὴ τοῦ Ἰ­α­κώβ. ὁ οὖν Ἰ­η­σοῦς κε­κο­πια­κὼς ἐκ τῆς ὁ­δοι­πο­ρί­ας ἐ­κα­θέ­ζε­το οὕ­τως ἐ­πὶ τῇ πη­γῇ· ὥ­ρα ἦν ὡ­σεὶ ἕ­κτη.  ἔρ­χε­ται γυ­νὴ ἐκ τῆς Σα­μα­ρε­ί­ας ἀν­τλῆ­σαι ὕ­δωρ. λέ­γει αὐ­τῇ ὁ Ἰ­η­σοῦς· Δός μοι πι­εῖν. οἱ γὰρ μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ ἀ­πε­λη­λύ­θει­σαν εἰς τὴν πό­λιν, ἵ­να τρο­φὰς ἀ­γο­ρά­σω­σι. λέ­γει οὖν αὐ­τῷ ἡ γυ­νὴ ἡ Σα­μα­ρεῖ­τις· Πῶς σὺ Ἰ­ου­δαῖ­ος ὢν πα­ρ' ἐ­μοῦ πι­εῖν αἰ­τεῖς, οὔ­σης γυ­ναι­κὸς Σα­μα­ρε­ί­τι­δος; οὐ γὰρ συγ­χρῶν­ται Ἰ­ου­δαῖ­οι Σα­μα­ρε­ί­ταις. ἀ­πε­κρί­θη Ἰ­η­σοῦς καὶ εἶ­πεν αὐ­τῇ· Εἰ ᾔ­δεις τὴν δω­ρε­ὰν τοῦ Θε­οῦ καὶ τίς ἐ­στιν ὁ λέ­γων σοι, δός μοι πι­εῖν, σὺ ἂν ᾔ­τη­σας αὐ­τὸν, καὶ ἔ­δω­κεν ἄν σοι ὕ­δωρ ζῶν. λέ­γει αὐ­τῷ ἡ γυ­νή· Κύριε, οὔ­τε ἄν­τλη­μα ἔ­χεις, καὶ τὸ φρέ­αρ ἐ­στὶ βα­θύ· πό­θεν οὖν ἔ­χεις τὸ ὕ­δωρ τὸ ζῶν; μὴ σὺ με­ί­ζων εἶ τοῦ πα­τρὸς ἡ­μῶν Ἰ­α­κώβ, ὃς ἔ­δω­κεν ἡ­μῖν τὸ φρέ­αρ, καὶ αὐ­τὸς ἐξ αὐ­τοῦ ἔ­πι­ε καὶ οἱ υἱ­οὶ αὐ­τοῦ καὶ τὰ θρέμ­μα­τα αὐ­τοῦ; ἀ­πε­κρί­θη Ἰ­η­σοῦς καὶ εἶ­πεν αὐ­τῇ· Πᾶς ὁ πί­νων ἐκ τοῦ ὕ­δα­τος το­ύ­του δι­ψή­σει πά­λιν· ὃς δ' ἂν πί­ῃ ἐκ τοῦ ὕ­δα­τος οὗ ἐ­γὼ δώ­σω αὐ­τῷ, οὐ μὴ δι­ψή­σει εἰς τὸν αἰ­ῶ­να, ἀλ­λὰ τὸ ὕ­δωρ ὃ δώ­σω αὐ­τῷ, γε­νή­σε­ται ἐν αὐ­τῷ πη­γὴ ὕ­δα­τος ἁλ­λο­μέ­νου εἰς ζω­ὴν αἰ­ώ­νιον. λέ­γει πρὸς αὐ­τὸν ἡ γυ­νή· Κύριε, δός μοι τοῦ­το τὸ ὕ­δωρ, ἵ­να μὴ δι­ψῶ μη­δὲ ἔρ­χο­μαι ἐν­θά­δε ἀν­τλεῖν. λέ­γει αὐ­τῇ ὁ Ἰ­η­σοῦς· Ὕ­πα­γε φώ­νη­σον τὸν ἄν­δρα σου καὶ ἐλ­θὲ ἐν­θά­δε. ἀ­πε­κρί­θη ἡ γυ­νὴ καὶ εἶ­πεν· Οὐκ ἔ­χω ἄν­δρα. λέ­γει αὐ­τῇ ὁ Ἰ­η­σοῦς· Κα­λῶς εἶ­πας ὅ­τι ἄν­δρα οὐκ ἔ­χω· πέν­τε γὰρ ἄν­δρας ἔ­σχες, καὶ νῦν ὃν ἔ­χεις οὐκ ἔ­στι σου ἀ­νήρ· τοῦ­το ἀ­λη­θὲς εἴ­ρη­κας. λέ­γει αὐ­τῷ ἡ γυ­νή· Κύριε, θε­ω­ρῶ ὅ­τι προ­φή­της εἶ σύ. οἱ πα­τέ­ρες ἡ­μῶν ἐν τῷ ὄ­ρει το­ύ­τῳ προ­σε­κύ­νη­σαν· καὶ ὑ­μεῖς λέ­γε­τε ὅ­τι ἐν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μοις ἐ­στὶν ὁ τό­πος ὅ­που δεῖ προ­σκυ­νεῖν. λέ­γει αὐ­τῇ ὁ Ἰ­η­σοῦς· Γύναι, πί­στευ­σόν μοι ὅ­τι ἔρ­χε­ται ὥ­ρα ὅ­τε οὔ­τε ἐν τῷ ὄ­ρει το­ύ­τῳ οὔ­τε ἐν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μοις προ­σκυ­νή­σε­τε τῷ πα­τρί. ὑ­μεῖς προ­σκυ­νεῖ­τε ὃ οὐκ οἴ­δα­τε, ἡ­μεῖς προ­σκυ­νοῦ­μεν ὃ οἴ­δα­μεν· ὅ­τι ἡ σω­τη­ρί­α ἐκ τῶν Ἰ­ου­δα­ί­ων ἐ­στίν. ἀλ­λ' ἔρ­χε­ται ὥ­ρα, καὶ νῦν ἐ­στιν, ὅ­τε οἱ ἀ­λη­θι­νοὶ προ­σκυ­νη­ταὶ προ­σκυ­νή­σου­σι τῷ πα­τρὶ ἐν πνε­ύ­μα­τι καὶ ἀ­λη­θε­ί­ᾳ· καὶ γὰρ ὁ πα­τὴρ τοι­ο­ύ­τους ζη­τεῖ τοὺς προ­σκυ­νοῦν­τας αὐ­τόν. πνεῦ­μα ὁ Θε­ός, καὶ τοὺς προ­σκυ­νοῦν­τας αὐ­τὸν ἐν πνε­ύ­μα­τι καὶ ἀ­λη­θε­ί­ᾳ δεῖ προ­σκυ­νεῖν. λέ­γει αὐ­τῷ ἡ γυ­νή· Οἶ­δα ὅ­τι Μεσ­σί­ας ἔρ­χε­ται ὁ λε­γό­με­νος Χρι­στός· ὅ­ταν ἔλ­θῃ ἐ­κεῖ­νος, ἀ­ναγ­γε­λεῖ ἡ­μῖν πάν­τα. λέ­γει αὐ­τῇ ὁ Ἰ­η­σοῦς· Ἐ­γώ εἰ­μι, ὁ λα­λῶν σοι. καὶ ἐ­πὶ το­ύ­τῳ ἦλ­θαν οἱ μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ, καὶ ἐ­θα­ύ­μα­σαν ὅ­τι με­τὰ γυ­ναι­κὸς ἐ­λά­λει· οὐ­δεὶς μέν­τοι εἶ­πε, τί ζη­τεῖς ἤ τί λα­λεῖς με­τ' αὐ­τῆς; Ἀ­φῆ­κεν οὖν τὴν ὑ­δρί­αν αὐ­τῆς ἡ γυ­νὴ καὶ ἀ­πῆλ­θεν εἰς τὴν πό­λιν, καὶ λέ­γει τοῖς ἀν­θρώ­ποις· Δεῦ­τε ἴ­δε­τε ἄν­θρω­πον ὃς εἶ­πέ μοι πάν­τα ὅ­σα ἐ­πο­ί­η­σα· μή­τι οὗ­τός ἐ­στιν ὁ Χρι­στός; ἐ­ξῆλ­θον οὖν ἐκ τῆς πό­λε­ως καὶ ἤρ­χον­το πρὸς αὐ­τόν. Ἐν δὲ τῷ με­τα­ξὺ ἠ­ρώ­των αὐ­τὸν οἱ μα­θη­ταὶ λέ­γον­τες· Ραβ­βί, φά­γε. ὁ δὲ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Ἐ­γὼ βρῶ­σιν ἔ­χω φα­γεῖν, ἣν ὑ­μεῖς οὐκ οἴ­δα­τε. ἔ­λε­γον οὖν οἱ μα­θη­ταὶ πρὸς ἀλ­λή­λους· Μή τις ἤ­νεγ­κεν αὐ­τῷ φα­γεῖν; λέ­γει αὐ­τοῖς ὁ Ἰ­η­σοῦς· Ἐ­μὸν βρῶ­μά ἐ­στιν ἵ­να ποι­ῶ τὸ θέ­λη­μα τοῦ πέμ­ψαν­τός με καὶ τε­λει­ώ­σω αὐ­τοῦ τὸ ἔρ­γον. οὐχ ὑ­μεῖς λέ­γε­τε ὅ­τι ἔ­τι τε­τρά­μη­νός ἐ­στι καὶ ὁ θε­ρι­σμὸς ἔρ­χε­ται; ἰ­δοὺ λέ­γω ὑ­μῖν, ἐ­πά­ρα­τε τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς ὑ­μῶν καὶ θε­ά­σα­σθε τὰς χώ­ρας, ὅ­τι λευ­καί εἰ­σι πρὸς θε­ρι­σμόν ἤ­δη. καὶ ὁ θε­ρί­ζων μι­σθὸν λαμ­βά­νει καὶ συ­νά­γει καρ­πὸν εἰς ζω­ὴν αἰ­ώ­νιον, ἵ­να καὶ ὁ σπε­ί­ρων ὁ­μοῦ χα­ί­ρῃ καὶ ὁ θε­ρί­ζων. ἐν γὰρ το­ύ­τῳ ὁ λό­γος ἐ­στὶν ὁ ἀ­λη­θι­νὸς, ὅ­τι ἄλ­λος ἐ­στὶν ὁ σπε­ί­ρων καὶ ἄλ­λος ὁ θε­ρί­ζων. ἐ­γὼ ἀ­πέ­στει­λα ὑ­μᾶς θε­ρί­ζειν ὃ οὐχ ὑ­μεῖς κε­κο­πι­ά­κα­τε· ἄλ­λοι κε­κο­πι­ά­κα­σι, καὶ ὑ­μεῖς εἰς τὸν κό­πον αὐ­τῶν εἰ­σε­λη­λύ­θα­τε. Ἐκ δὲ τῆς πό­λε­ως ἐ­κε­ί­νης πολ­λοὶ ἐ­πί­στευ­σαν εἰς αὐ­τὸν τῶν Σα­μα­ρει­τῶν δι­ὰ τὸν λό­γον τῆς γυ­ναι­κὸς, μαρ­τυ­ρο­ύ­σης ὅ­τι εἶ­πέ μοι πάν­τα ὅ­σα ἐ­πο­ί­η­σα. ὡς οὖν ἦλ­θον πρὸς αὐ­τὸν οἱ Σα­μα­ρεῖ­ται, ἠ­ρώ­των αὐ­τὸν μεῖ­ναι πα­ρ' αὐ­τοῖς· καὶ ἔ­μει­νεν ἐ­κεῖ δύ­ο ἡ­μέ­ρας. καὶ πολ­λῷ πλε­ί­ους ἐ­πί­στευ­σαν δι­ὰ τὸν λό­γον αὐ­τοῦ, τῇ τε γυ­ναι­κὶ ἔ­λε­γον ὅ­τι οὐ­κέ­τι δι­ὰ τὴν σὴν λα­λιὰν πι­στε­ύ­ο­μεν· αὐ­τοὶ γὰρ ἀ­κη­κό­α­μεν, καὶ οἴ­δα­μεν ὅ­τι οὗ­τός ἐ­στιν ἀ­λη­θῶς ὁ σω­τὴρ τοῦ κό­σμου ὁ Χρι­στός.

                          (Ἰωάν. δ[4] 5- 42)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἒρ­χε­ται ὁ Ἰησοῦς σὲ μιά πό­λη τῆς Σα­μάρειας πού λε­γό­ταν Συ­χάρ, ἡ ὁποία ἦ­ταν κον­τὰ στὴν πε­ρι­ο­χὴ πού εἶχε δώσει ὁ Ἰ­α­κὼβ στὸ γιὸ του τὸν Ἰ­ω­σήφ. Ὑ­πῆρ­χε μά­λι­στα ἐκεῖ κι ἕνα πηγάδι πού εἶχε ἀνοίξει ὁ Ἰ­α­κώβ. Ὁ Ἰ­η­σοῦς λοι­πόν, ὅ­πως ἦ­ταν κου­ρα­σμὲνος ἀπό τήν πεζοπορία, κα­θό­ταν κον­τὰ στὸ πη­γά­δι. Ἡ ὥρα ἦ­ταν πε­ρί­που ἔ­ξι ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­το­λὴ τοῦ ἡλίου, δη­λα­δὴ δώ­δε­κα τὸ με­ση­μέ­ρι. Ἔρ­χε­ται τό­τε μί­α γυ­ναί­κα πού κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὴ Σαμάρεια, νὰ βγά­λει ἀ­πὸ τὸ πη­γά­δι νε­ρό. Ὁ Ἰ­η­σοῦς τότε ὁ ὁποῖος πραγ­μα­τι­κὰ δι­ψοῦ­σε, τῆς εἶ­πε: Δῶ­σ' μου νὰ πι­ῶ. Καὶ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὴ γυ­ναί­κα νε­ρό, δι­ό­τι οἱ μα­θη­τὲς Tου, πού θὰ φρόν­τι­ζαν νὰ βγά­λουν νε­ρὸ ἀ­πὸ τὸ πη­γά­δι, εἶχαν πά­ει στὴν πό­λη ν' ἀ­γο­ρά­σουν τρό­φι­μα. Τοῦ λέ­ει λοι­πὸν ἡ γυ­ναί­κα ἡ Σα­μα­ρεί­τι­δα: Πῶς ἐσύ πού εἶ­σαι Ἰ­ου­δαῖ­ος, κα­τα­δέ­χε­σαι καὶ ζη­τᾶς νὰ πι­εῖς νε­ρὸ ἀ­πὸ μέ­να, πού εἶ­μαι γυ­ναί­κα Σα­μα­ρεί­τι­δα; Κι ἔ­κα­νε ἡ γυ­ναί­κα τὴν ἐ­ρώ­τη­ση αὐ­τή, δι­ό­τι οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι μι­σοῦ­σαν τοὺς Σα­μα­ρεῖ­τες καὶ δὲν εἶ­χαν σχέ­σεις μα­ζί τους. Ὁ Ἰ­η­σοῦς τῆς ἀ­πάν­τη­σε: Ἐ­ὰν γνώ­ρι­ζες τὴ δω­ρε­ὰ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, πού δίνει ὁ Θε­ὸς στοὺς ἀν­θρώ­πους, καὶ ποι­ὸς εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποῦ σοῦ λέ­ει τώ­ρα, δῶ­σ' μου νὰ πι­ῶ, ἐσύ θά τοῦ ζη­τοῦ­σες καὶ θὰ σοῦ ἔ­δι­νε νε­ρὸ τρε­χού­με­νο, πού δὲ στε­ρεύ­ει πο­τέ. Θὰ σοῦ ἔ­δι­νε αὐ­τὸς τὴ χά­ρη τοῦ Ἁγίου Πνεύ­μα­τος, ἡ ὁποία σὰν πνευ­μα­τι­κὸ νε­ρὸ κα­θα­ρί­ζει, δρο­σί­ζει, πα­ρη­γο­ρεῖ καὶ ζω­οποεῖ τίς ψυ­χές, χω­ρὶς νὰ στε­ρεύ­ει πο­τέ. Τοῦ λέει ἡ γυ­ναί­κα: Κύ­ρι­ε, ἀ­σφα­λῶς τὸ νε­ρὸ αὐ­τὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μι­λᾶς δὲν εἶ­ναι ἀ­πὸ τὸ πη­γά­δι αὐ­τὸ. Διότι οὔτε ἀγγεῖο ἔχεις, μέ τό ὁποῖο θά μποροῦσες νά βγάλεις ἀπό ἐδῶ νερό, ἀλλά καί τό πηγάδι εἶναι βαθύ. Ἀπό ποῦ λοιπόν ἔχεις τό τρεχούμενο καί ἀστείρευτο νερό; Μήπως ἐσύ εἶσαι ἀνώτερος στήν ἀξία καί τή δύναμη ἀπό τόν πατέρα μας τόν Ἰακώβ, πού μᾶς ἔδωσε ὡς κληρονομιά τό πηγάδι αὐτό καί δέν ζήτησε ἄλλο καλύτερο νερό, ἀλλά ἀπ’ αὐτό ἤπιε καί ὁ ἴδιος, ὅπως καί τά παιδιά του καί τά ζῶα του πού ἔτρεφε καί ἔβοσκε; Τῆς ἀποκρίθηκε τότε ὁ Ἰησοῦς: Βεβαίως δέν ἐννοῶ τό νερό τοῦ πηγαδιοῦ αὐτοῦ. Διότι ὅποιος πίνει ἀπό τό νερό αὐτό, θά διψάσει πάλι. Ἐκεῖνος ὅμως πού θά πιεῖ ἀπό τό νερό πού θά τοῦ δώσω ἐγώ, δέν θά διψάσει ποτέ στόν αἰώνα· ἀλλά τό νερό πού θά τοῦ δώσω θά μεταβληθεῖ μέσα του σέ πηγή νεροῦ πού δέν θά στερεύει, ἀλλά θά ἀναβλύζει καί θά ἀναπηδᾶ καί θά τρέχει πάντοτε γιά νά τοῦ μεταγγίζει ζωή αἰώνια. Τοῦ λέει τότε ἡ γυναίκα: Κύριε, δῶσ’ μου τό νερό αὐτό, γιά νά μή διψῶ καί νά μήν ὑποβάλλομαι σέ τόσο κόπο νά ἔρχομαι ἐδῶ γιά νά βγάζω νερό ἀπό τό πηγάδι. Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Ἐφόσον τό νερό αὐτό δέν τό θέλεις μόνο γιά τόν ἑαυτό σου, ἀλλά καί γιά ἐκείνους μέ τούς ὁποίους συζεῖς, πήγαινε, φώναξε τόν ἄνδρα σου κι ἔλα ἐδῶ μαζί μ’ αὐτόν, ὥστε κι ἐκεῖνος νά δεχθεῖ μαζί σου τή δωρεά αὐτή. Τοῦ ἀποκρίθηκε τότε ἡ γυναίκα: Δέν ἔχω ἄνδρα. Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Καλά εἶπες «δέν ἔχω ἄνδρα». Διότι ἔχεις πάρει πέντε ἄνδρες, τόν ἕνα ὕστερα ἀπό τόν ἄλλο. Καί τώρα μ’ αὐτόν πού ζεῖς, εἶσαι συνδεδεμένη κρυφά, καί γι’ αὐτό δέν εἶναι ἄνδρας σου. Αὐτό πού εἶπες εἶναι ἀλήθεια. Τοῦ λέει ἡ γυναίκα: Κύριε, καταλαβαίνω ὅτι ἐσύ εἶσαι προφήτης. Διότι μοῦ εἶπες κάποια μυστικά τῆς ζωῆς μου, ἐνῶ δέν μ’ ἔχεις συναντήσει ἄλλη φορά, ἀλλά μόλις σήμερα μέ βλέπεις γιά πρώτη φορά. Σέ παρακαλῶ λοιπόν νά μέ διαφωτίσεις πάνω στό παρακάτω σπουδαῖο ζήτημα: Οἱ πατέρες μας προσκύνησαν καί λάτρευσαν τόν Θεό στό ὄρος αὐτό τό Γαριζείν, ἐνῶ ἐσεῖς οἱ Ἰουδαῖοι λέτε ὅτι στά Ἱεροσόλυμα εἶναι ὁ τόπος πού πρέπει νά λατρεύουμε τόν Θεό. Ἐσύ λοιπόν ὡς προφήτης τί λές γι’ αὐτό; Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Πίστεψέ με, γυναίκα, ὅτι γρήγορα ἔρχεται ὁ καιρός πού οὔτε σ’ αὐτό τό βουνό τό Γαριζείν μόνο, οὔτε στά Ἱεροσόλυμα ἀποκλειστικά θά λατρεύσετε τόν οὐράνιο Πατέρα. Ἐσεῖς οἱ Σαμαρεῖτες ἀπορρίψατε τά βιβλία τῶν προφητῶν καί προσκυνᾶτε ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο δέν ἔχετε σαφή καί πλήρη γνώση. Ἐμεῖς οἱ Ἰουδαῖοι προσκυνοῦμε ἐκεῖνο πού γνωρίζουμε περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον. Ἀπόδειξη μάλιστα γι’ αὐτό εἶναι τό ὅτι ὁ Μεσσίας πού θά σώσει τόν κόσμο προέρχεται ἀπό τούς Ἰουδαίους. Αὐτούς διάλεξε ὁ Θεός ὡς λαό δικό του καί αὐτοί τόν γνώρισαν καί τόν λάτρευσαν τελειότερα ἀπό κάθε ἄλλον λαό. Πολύ σύντομα ὅμως ἔρχεται ὥρα, καί μπορῶ νά πῶ ὅτι ἡ ὥρα αὐτή ἔχει ἤδη ἔλθει, πού οἱ πραγματικοί προσκυνητές θά προσκυνήσουν καί θά λατρεύσουν τόν Πατέρα πνευματικά καί ἀληθινά· δηλαδή μέ θεοφώτιστες τίς πνευματικές τους δυνάμεις καί μέ λατρεία ὄχι τυπική καί σκιώδη, ἀλλά πραγματική καί ἐμπνευσμένη ἀπό πλήρη ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας. Διότι καί ὁ Πατήρ ζητᾶ ἐπίμονα τέτοιοι ἀληθινοί καί πραγματικοί προσκυνητές νά εἶναι ἐκεῖνοι πού τόν λατρεύουν. Ὁ Θεός εἶναι πνεῦμα, γι’ αὐτό καί δέν περιορίζεται σέ τόπους. Κι ἐκεῖνοι πού τόν λατρεύουν πρέπει νά τόν προσκυνοῦν μέ τίς ἐσωτερικές τους πνευματικές δυνάμεις, μέ ἀφοσίωση τῆς καρδιᾶς καί τοῦ νοῦ, ἀλλά καί μέ ἀληθινή ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ καί τῆς λατρείας πού τοῦ ἁρμόζει. Τοῦ λέει ἡ γυναίκα: Γνωρίζω ὅτι ἔρχεται ὁ Μεσσίας, ὄνομα πού μεταφράζεται μέ τή λέξη Χριστός. Ὅταν ἔλθει ἐκεῖνος, θά μᾶς τά διδάξει ὅλα. Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Ἐγώ εἶμαι ὁ Μεσσίας, ἐγώ πού τή στιγμή αὐτή σοῦ μιλάω. Καί τή στιγμή αὐτή ἀκριβῶς ἦλθαν οἱ μαθητές του καί ἀπόρησαν πού ὁ διδάσκαλος μιλοῦσε δημοσίως μέ γυναίκα, κάτι πού ἀπαγορευόταν ἀπό τίς παραδόσεις τῶν ραββίνων. Κανείς ὅμως δέν τοῦ εἶπε: Τί ζητᾶς νά σοῦ κάνει ἡ γυναίκα αὐτή, ἤ γιά ποιό θέμα μιλᾶς μαζί της;

Στὸ με­τα­ξὺ ἡ γυ­ναί­κα, γε­μά­τη συγ­κί­νη­ση ὕ­στε­ρα ἀ­π' αὐ­τὰ πού ἄ­κου­σε, ἄ­φη­σε τὴ στά­μνα της στὸ πη­γά­δι καὶ πῆ­γε τρέ­χον­τας στὴν πό­λη κι ἄρ­χι­σε νὰ λέ­ει στοὺς ἀν­θρώ­πους: Ἐλᾶτε νὰ δεῖ­τε ἕ­ναν ἄν­θρω­πο πού μοῦ εἶ­πε ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χω κά­νει, καὶ αὐ­τὰ ἀ­κό­μη τὰ μυ­στι­κὰ καὶ προ­σω­πι­κὰ στοι­χεῖ­α τῆς ζω­ῆς μου. Μή­πως εἶ­ναι αὐ­τὸς ὁ Χρι­στός; Βγῆ­καν λοι­πὸν ἀ­πὸ τὴν πό­λη οἱ Σα­μα­ρεῖ­τες κι ἄρ­χι­σαν νὰ ἔρ­χον­ται πρὸς αὐ­τόν.

Στὸ με­τα­ξὺ ὅ­μως, μέ­χρι νὰ εἰ­δο­ποι­η­θοῦν οἱ Σα­μα­ρεῖ­τες καὶ νὰ ἔλ­θουν νὰ συ­ναν­τή­σουν τὸν Ἰ­η­σοῦ, ἐ­πει­δὴ ὁ Κύ­ριος εἶ­χε ἀ­πορ­ρο­φη­θεῖ ἀ­π' τὸ πνευ­ματικό του ἔρ­γο καὶ δὲν ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν κα­θό­λου γιὰ φα­γη­τό, τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν οἱ μα­θη­τὲς καὶ τοῦ ἔ­λε­γαν: Δι­δά­σκα­λε, φά­ε κά­τι. Αὐ­τὸς ὅ­μως τοὺς εἶ­πε: Ἐγώ ἔ­χω φα­γη­τὸ νὰ φά­ω πού ἐσεῖς δὲν τὸ ξέ­ρε­τε. Ἐ­πει­δὴ λοι­πὸν δὲν κα­τά­λα­βαν οἱ μα­θη­τὲς τὴ ση­μα­σί­α τῶν λό­γων αὐ­τῶν τοῦ Κυ­ρί­ου, ἔ­λε­γαν με­τα­ξύ τους: Μή­πως τὴν ὥ­ρα πού λεί­πα­με τοῦ ἔ­φε­ρε κα­νεὶς ἄλ­λος φα­γη­τὸ κι ἔ­φα­γε; Τοὺς λέ­ει ὁ Ἰ­η­σοῦς: Δι­κό μου φα­γη­τό, πού μὲ χορ­ταί­νει καὶ μὲ τρέ­φει, εἶ­ναι νὰ κά­νω πάν­το­τε τὸ θέ­λη­μα ἐ­κεί­νου πού μὲ ἀ­πέ­στει­λε στὸν κό­σμο καὶ νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σω τὸ ἔρ­γο του, τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ σω­τη­ρί­α τῶν ἀν­θρώ­πων. Καὶ τὸ θερ­μὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μου γιὰ τὸ ἔρ­γο αὐ­τὸ μὲ ἀ­πορ­ρό­φη­σε ὁ­λό­κλη­ρο τώ­ρα πού πρό­κει­ται νὰ ἔλ­θουν ἐ­δῶ οἱ Σα­μα­ρεῖ­τες, καὶ μοῦ ἔ­κο­ψε κά­θε ὄ­ρε­ξη πού προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ φυ­σι­κὴ πεί­να. Δὲν λέ­τε ἐσεῖς ὅ­τι τέσ­σε­ρις μῆ­νες μέ­νουν ἀ­κό­μη καὶ ὁ θε­ρι­σμὸς ἔρ­χε­ται; Στὴν πνευ­μα­τι­κὴ ὅ­μως σπο­ρὰ εἶ­ναι δυ­να­τὸν ὁ λόγος τοῦ Θε­οῦ νὰ καρ­πο­φο­ρή­σει καὶ σὲ χρονικό δι­ά­στη­μα πο­λὺ πιὸ σύν­το­μο. Καὶ γιὰ νὰ πει­σθεῖ­τε γιὰ τὸ θέ­μα αὐ­τὸ πού σᾶς λέ­ω, ση­κῶ­στε τὰ μά­τια σας καὶ κοι­τάξ­τε τὸ πλῆ­θος αὐ­τὸ τῶν Σα­μα­ρει­τῶν πού ἔρ­χονται. Μοιά­ζουν οἱ ψυ­χές τους μὲ χω­ρά­φια, στὰ ὁποῖα δέν πρόφθασε νά σπαρεῖ ὁ λό­γος τῆς ἀ­λή­θειας, κι ὅ­μως εἶ­ναι λευ­κὰ καὶ ὥ­ρι­μα πλέ­ον, ἕ­τοι­μα νὰ θε­ρι­σθοῦν. Ἔ­τσι καὶ σ' ὅ­λα τὰ μέ­ρη τοῦ κό­σμου οἱ ψυ­χὲς τῶν ἀν­θρώ­πων εἶ­ναι τώ­ρα ὥ­ρι­μες γιὰ νὰ δε­χθοῦν τὴ σω­τη­ρί­α. Κι ἐ­κεῖ­νος πού θε­ρί­ζει στὸν πνευ­μα­τι­κὸ αὐ­τὸ ἀ­γρὸ παίρ­νει μι­σθό, ὄ­χι μό­νο δι­ό­τι χαί­ρε­ται καὶ ἐ­δῶ βλέ­πον­τας τὴν πνευ­μα­τι­κὴ συγ­κο­μι­δή, ἀλλά καὶ δι­ό­τι θὰ ἀνταμειφθεῖ καὶ στὴ μελ­λον­τι­κὴ ζω­ὴ ἀ­πὸ τὸν Κύ­ριο. Ἐ­πει­δή λοι­πὸν ἑλ­κύ­ει στὴ σω­τη­ρί­α ψυ­χὲς ἀ­θά­να­τες, συ­να­θροίζει καρ­πὸ γιὰ τὴν αἰ­ώ­νια ζω­ή. Κι ἔ­τσι, στὴν πνευ­μα­τι­κὴ σπο­ρὰ πού γί­νε­ται τώ­ρα, χαί­ρο­μαι κι ἐγώ πού σπέρ­νω μα­ζὶ μὲ σᾶς πού θὰ θε­ρί­σε­τε. Δι­ό­τι στὴ δι­κή μας πε­ρί­πτω­ση ἐ­φαρ­μό­ζε­ται ἡ ἀληθινή πα­ροι­μί­α, ὅ­τι ἄλ­λος ἔ­σπει­ρε κι ἄλ­λος θε­ρί­ζει. Ἔσπειρα ἐγώ καὶ θὰ θε­ρί­σε­τε ἐσεῖς, ὅ­πως καὶ μελ­λον­τι­κὰ θὰ σπέρ­νε­τε ἐσεῖς καί θά θερίζουν οἱ δι­ά­δο­χοί σας. Ἐ­γώ, ὁ Κύ­ριος τοῦ ἀγροῦ, σᾶς ἔ­στει­λα γιὰ νὰ θερίζετε καρ­πὸ γιὰ τὸν ὁποῖο ἐσεῖς δὲν ἔ­χε­τε κο­πιά­σει γιὰ νὰ σπαρεῖ. Ἄλ­λοι, δη­λα­δὴ ἐγώ καί οἱ προ­φῆ­τες πρὶν ἀ­πὸ μέ­να, ἔ­χουν κο­πιά­σει κι ἔ­χουν σπεί­ρει, κι ἐσεῖς ἔ­χε­τε μπεῖ στοὺς κό­πους καὶ τὴ σπο­ρά τους γιὰ νὰ θε­ρί­σε­τε. Ἀ­πὸ τὴν πό­λη ἐ­κεί­νη Συ­χὰρ πολ­λοὶ ἀ­πό τους Σα­μαρεῖτες πί­στε­ψαν σ' αὐ­τὸν ὅ­τι ἦ­ταν ὁ Μεσ­σί­ας, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς μαρ­τυ­ρί­ας τῆς γυ­ναί­κας πού ἔ­λε­γε «μοῦ εἶ­πε ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χω κά­νει, κι αὐ­τὰ ἀ­κό­μη τὰ μυ­στι­κά μου, τὰ ὁποῖα δὲν ἤ­ξε­ραν οὔτε ἐ­κεῖ­νοι μὲ τοὺς ὅ­ποι­ους συ­ζῶ καὶ μέ γνω­ρί­ζουν ἀ­πὸ πο­λὺ και­ρό». Ὅ­ταν λοι­πὸν ἦλ­θαν κον­τὰ του οἱ Σα­μα­ρεῖ­τες, τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν νὰ μεί­νει γιὰ πάν­τα μα­ζί τους. Κι ἔ­μει­νε ἐκεῖ δύο ἡμέρες. Καὶ ἀ­πὸ τὴ δι­δα­σκα­λί­α πού τοὺς ἔ­κα­νε τὶς δύ­ο αὐ­τὲς ἡμέρες πί­στε­ψαν πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους πού ἦλ­θαν στὸ πη­γά­δι καὶ τὸν πα­ρα­κά­λε­σαν νὰ μεί­νει στὴν πό­λη τους. Καὶ στὴ γυ­ναί­κα ἔ­λε­γαν ὅ­τι δὲν πι­στεύ­ου­με πλέ­ον γιὰ τὰ ὅ­σα μᾶς εἶπες ἐσύ. Διότι ἐμεῖς οἱ ἴ­διοι τὸν ἔ­χου­με τώ­ρα ἀ­κού­σει καὶ γνω­ρί­ζου­με πλέ­ον ὅ­τι αὐ­τὸς εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νὰ ὁ Σω­τή­ρας ὅ­λου τοῦ κό­σμου, ὁ ἀ­να­με­νό­με­νος Μεσ­σί­ας, ὁ Χρι­στός.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου