ΟΤΑΝ ΘΥΜΩΝΟΥΝ ΟΙ
ΚΑΙΡΟΙ
Κάποτε
θυμώνουν οἱ καιροί!
Πνίγουν τίς πόλεις, καῖνε
τά δάση, καῖνε
ἀνθρώπους
ζωντανούς, καταστρέφουν καλλιέργειες, ἀφανίζουν
κόπους πολλῶν ἐτῶν.
Ἔτσι
θύμωσαν ἀρκετές φορές
ἐφέτος, ὅπως καί ὅλα σχεδόν τά τελευταῖα χρόνια.
Ἄ!
Φταίει ἡ κλιματική ἀλλαγή, μᾶς λένε. Φταίει ὁ ἄνθρωπος, πού μέ τήν καταναλωτική
του μανία ρυπαίνει τό περιβάλλον, ἀνατρέπει
τήν ἰσορροπία τῶν στοιχείων τῆς φύσεως καί προκαλεῖ τή βίαιη ἀντίδρασή της μέ τά καταστροφικά ἀποτελέσματα.
Καί
ποιά εἶναι ἡ λύση; Μά ἡ πράσινη ἐπανάσταση, λένε. Νά υἱοθετηθοῦν ἀμέσως ἐναλλακτικές μορφές ἐνέργειας φιλικές πρός τό
περιβάλλον, ὥστε
νά σταματήσει ή καταστροφή του καί νά ἀναστραφεῖ ἡ ξέφρενη ἀποδιοργανωτική του πορεία.
Μιά
έπανάσταση ὅμως,
πού δέν λέει νά ξεκινήσει, πέρα ἀπό
κάποια περιορισμένης ἐμβέλειας
μέτρα, ἀδύναμα νά ἀντιμετωπίσουν τό φοβερό πρόβλημα. Ὁ θυμός τῶν στοιχείων τῆς φύσεως ἐξακολουθεῖ νά ξεσπᾶ βίαιος καί αὐτοκαταστροφικός.
Εἴκοσι αἰῶνες πρίν ὁ «υἱὸς τῆς βροντῆς», μέσα σέ μιά σπηλιά τῆς Πάτμου, ἔβλεπε τόν θυμό τῶν ἄψυχων στοιχείων πού ἐπερχόταν ως τιμωρία γιά τήν ἀσέβεια καί τήν κακία τῶν κατοίκων τῆς γῆς καί σημείωνε ἐπανειλημμένως μέ πόνο ὅτι οἱ ἄνθρωποι «οὐ μετενόησαν ἐκ τῶν ἔργων αὐτῶν» (Ἀποκ. ιστ ́ [16] 11). Μασοῦσαν τίς γλῶσσες τους από τόν πόνο, βλασφημοῦσαν μέ μανία τόν Θεό «καὶ οὐ μετενόησαν» (στίχ. 10,
11).
Ὁ
θεοφόρος Ἀπόστολος εἶδε τό μέλλον, εἶδε τήν ἐποχή μας, τήν περίοδο τούτη τῆς μεγάλης ἀποστασίας ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καί μᾶς προειδοποίησε ὅτι ὁ θυμός τῶν στοιχείων τῆς φύσεως θά συνεχιστεῖ αὐξανόμενος. Σέ λίγο θά μασοῦμε τίς γλῶσσες μας ἀπό τόν πόνο. Πολλοί θά ἐπιμένουν να φωνάζουν γιά μέτρα, οἱ πάντες ὅμως θά περιφρονοῦν τόν ἕνα καί μοναδικό δρόμο: τή
μετάνοια. Γι᾿
αὐτό καί ὁ τραγικός λόγος «οὐ μετενόησαν» τοῦ θεολόγου Μαθητοῦ θά ἀντηχεῖ στήν ἐρημωμένη γῆ σάν ἀπό ραγισμένη καμπάνα, πένθιμος
καί ἀπειλητικός!
«Οὐ
μετενόησαν»!
Ἤδη
μετροῦμε μέ θλίψη
καί πόνο τό μέγεθος τῆς
συντελούμενης καταστροφῆς.
Χειρότερη ὡστόσο ἀπό τό φυσικό κακό εἶναι ἡ καταστροφή πού συντελεῖται στό πνεῦμα, στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Ὁδηγούμαστε σέ κοινωνία παρανοϊκή. Τό ἱερό Εὐαγγέλιο
σ᾿ αὐτά τά χρόνια καταπατεῖται αἰσχρῶς. Μάλιστα μέ τό πρόσχημα μιᾶς νόθου ἀγάπης. Τό καλό παρουσιάζεται ὡς ψυχασθένεια, ἐνῶ τό κακό προβάλλεται ὡς πρόοδος καί δημιουργία. Πλέον οἱ διαστροφές θεωροῦνται ἁπλῶς διαφορετικός προσανατολισμός, ἐνῶ ἡ φυσιολογική σκέψη καί
συμπεριφορά παρουσιάζεται ὡς
ἀποτρόπαιος
ρατσισμός. Κι ἀκόμη
εἴμαστε στήν ἀρχή τοῦ φαινομένου. Αὔριο ποῦ θά ὁδηγηθοῦμε;
Διότι
κάθε μέρα πού περνάει, προσθέτει ἀνομία
στήν ἀνομία, ἀσέβεια στήν ἀσέβεια, ἀποστασία στήν ἀποστασία. Ἔχουν ἤδη σκληρύνει ἀπίστευτα οἱ καρδιές. Ἀπολιθώθηκαν μέσα στήν πείσμονα ἀμετανοησία τους. Κι ὅπως φαίνεται, ή σκληροκαρδία θά
συνεχίζει νά αὐξάνει.
Θά φτάσει καί θά ξεπεράσει ἐκείνη
τῶν ἀνθρώπων πρό τοῦ Κατακλυσμοῦ.
Γι'
αὐτό καί εἶναι καιρός πένθους ὁ παρών καιρός. Πένθους καί
θρήνων. Ἄς
θρηνήσουμε, ἄς
πενθήσουμε μέ μετάνοια οἱ
πιστοί. Μήπως μᾶς
λυπηθεῖ ὁ Κύριος καί ματαιώσει τίς ἄφρονες ἐνέργειές μας.
Αὔριο θά εἶναι πολύ αργά!
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Ν. ΜΠΟΖΟΒΙΤΗ, «ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΣΤΑΧΤΕΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ «Ο ΣΩΤΗΡ», σελ. 81-83
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου