Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΑΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ  

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(6 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2026)

 


ΕΩΘΙΝΟΝ Γ΄

Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς πρωΐ πρώτῃ Σαββάτου ἐφάνη πρῶτον Μαρίᾳ τῇ Μαγδαληνῇ, ἀφ᾿ ἧς ἐκβεβλήκει ἑπτὰ δαιμόνια. Ἐκείνη πορευθεῖσα ἀπήγγειλε τοῖς μετ᾿ αὐτοῦ γενομένοις, πενθοῦσι καὶ κλαίουσι. Κἀκεῖνοι ἀκούσαντες ὅτι ζῇ καὶ ἐθεάθη ὑπ᾿ αὐτῆς ἠπίστησαν. Μετὰ δὲ ταῦτα δυσὶν ἐξ αὐτῶν περιπατοῦσιν ἐφανερώθη ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ, πορευομένοις, εἰς ἀγρόν. Κἀκεῖνοι ἀπελθόντες ἀπήγγειλαν τοῖς λοιποῖς, οὐδὲ ἐκείνοις ἐπίστευσαν. Ὕστερον, ἀνακειμένοις αὐτοῖς τοῖς ἕνδεκα ἐφανερώθη, καὶ ὠνείδισε τήν ἀπιστίαν αὐτῶν καὶ σκληροκαρδίαν, ὅτι τοῖς θεασαμένοις αὐτὸν ἐγηγερμένον, οὐκ ἐπίστευσαν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς΄ Πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα, κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθείς, σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας, κατακριθήσεται. Σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει. Ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι, γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς, ὄφεις ἀροῦσι, κἂν θανάσιμόν τι πίωσιν, οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει, ἐπὶ ἀῤῥώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι, καὶ καλῶς ἕξουσιν. Ὁ μὲν οὖν Κύριος, μετὰ τὸ λαλῆσαι αὐτοῖς, ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι δὲ ἐξελθόντες, ἐκήρυξαν πανταχοῦ, τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος, καὶ τὸν λόγον βεβαιοῦντος, διὰ τῶν ἐπακολουθούντων σημείων. Ἀμήν.

(Μᾶρκ. ιϚ΄[16] 9 – 20)

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἀφοῦ λοιπὸν ἀναστήθηκε ὁ Ἰησοῦς τὸ πρωὶ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, ἐμφανίστηκε πρῶτα στὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνή, ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχε βγάλει ἑπτὰ δαιμόνια. Ἐκείνη πῆγε καὶ τὸ ἀνήγγειλε αὐτὸ στοὺς μαθητὲς ποὺ ἦταν πρωτύτερα μαζί του καὶ τώρα πενθοῦσαν κι ἔκλαιγαν γιὰ τὸν θάνατο τοῦ διδασκάλου τους. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ζεῖ καὶ ὅτι αὐτὴ τὸν εἶδε, δὲν πίστεψαν στὰ λόγια της. Καὶ μετὰ ἀπ᾿ αὐτά, ἐμφανίστηκε μὲ ἄλλη μορφή, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη ποὺ εἶχε προτοῦ σταυρωθεῖ, σὲ δύο ἀπ᾿ αὐτούς, καθὼς βάδιζαν καὶ πήγαιναν σὲ κάποιο χωράφι. Κι ἐκεῖνοι πῆγαν καὶ τὸ ἀνήγγειλαν αὐτὸ στοὺς ὑπόλοιπους Ἀποστόλους. Ἀλλὰ οὔτε σὲ κείνους πίστεψαν. Ὕστερα ἐμφανίστηκε στοὺς ἕντεκα μαθητές, ὅταν αὐτοὶ εἶχαν καθίσει νὰ δειπνήσουν. Καὶ τοὺς ἐπέπληξε γιὰ τὴν ὁλιγοπιστία τους καὶ γιὰ τὴ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς τους, διότι δὲν πίστεψαν σ᾿ ἐκείνους ποὺ τὸν εἶδαν ἀναστημένο. Ἔπειτα τοὺς εἶπε: Νὰ πᾶτε σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη καὶ νὰ κηρύξετε τὸ εὐαγγέλιο σ᾿ ὅλη τὴ λογικὴ κτίση, σ᾿ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ἐκεῖνος ποὺ θὰ πιστέψει στὸ κήρυγμά σας καὶ θὰ βαπτισθεῖ, θὰ σωθεῖ. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ δὲν θὰ πιστέψει, θὰ καταδικασθεῖ. Καὶ σ᾿ ἐκείνους ποὺ θὰ πιστέψουν, θὰ ἀκολουθήσουν αὐτὰ τὰ ὑπερφυσικὰ σημάδια, ποὺ θὰ ἀποδεικνύουν τὴ θεία χάρη ποὺ θὰ ἐνεργεῖ μέσα ἀπ᾿ τοὺς κήρυκες τοῦ εὐαγγελίου καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεώς τους. Αὐτοὶ μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός μου θὰ βγάζουν δαιμόνια ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους, θὰ μιλοῦν ξένες γλῶσσες ποὺ θὰ εἶναι γι᾿ αὐτοὺς νέες κι ἄγνωστες μέχρι τὴ στιγμὴ ἐκείνη, θὰ πιάνουν στὰ χέρια τους φίδια φαρμακερά, χωρὶς νὰ παθαίνουν τίποτε ἀπ᾿ τὰ δαγκώματά τους· κι ἂν ἀκόμη πιοῦν δηλητήριο ποὺ φέρνει θάνατο, δὲν θὰ πάθουν τίποτε· θὰ βάζουν τὰ χέρια τους πάνω σὲ ἀρρώστους, κι ἐκεῖνοι θὰ γίνονται καλά. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Κύριος τοὺς μίλησε ἐπανειλημμένα καὶ τοὺς εἶπε μεταξὺ ἄλλων κι αὐτά, ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ κάθισε στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατρός. Κι ἐκεῖνοι βγῆκαν καὶ περιδιάβηκαν τὴν οἰκουμένη, καὶ κήρυξαν τὸ εὐαγγέλιο σὲ κάθε μέρος. Κι ὁ Κύριος ἦταν συνεργός τους καὶ ἐπιβεβαίωνε τὸν λόγο τοῦ κηρύγματός τους μὲ τὰ θαύματα ποὺ ἐπακολουθοῦσαν στὸ κήρυγμά τους. Ἀμήν.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Ἀδελφοί, εἰ ὁ δι᾿ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; Ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη, συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι καὶ Πνεύματος ῾Αγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν. Οὐ γὰρ ἀγγέλοις ὑπέταξε τὴν οἰκουμένην τὴν μέλλουσαν, περὶ ἧς λαλοῦμεν, διεμαρτύρατο δέ πού τις λέγων· «Τί ἐστιν ἄνθρωπος ὅτι μιμνήσκῃ αὐτοῦ, ἢ υἱὸς ἀνθρώπου ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν; Ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν, πάντα ὑπέταξας ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτοῦ»· ἐν γὰρ τῷ «ὑποτάξαι» αὐτῷ τὰ «πάντα» οὐδὲν ἀφῆκεν αὐτῷ ἀνυπότακτον. Νῦν δὲ οὔπω ὁρῶμεν αὐτῷ τὰ «πάντα ὑποτεταγμένα»· τὸν δὲ «βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλλους ἠλαττωμένον» βλέπομεν ᾿Ιησοῦν διὰ τὸ πάθημα τοῦ θανάτου «δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφανωμένον», ὅπως χάριτι Θεοῦ ὑπὲρ παντὸς γεύσηται θανάτου. Ἔπρεπε γὰρ αὐτῷ, δι᾿ ὃν τὰ πάντα καὶ δι᾿ οὗ τὰ πάντα, πολλοὺς υἱοὺς εἰς δόξαν ἀγαγόντα, τὸν ἀρχηγὸν τῆς σωτηρίας αὐτῶν διὰ παθημάτων τελειῶσαι.

                                (Ἑβρ. β΄[2] 2 – 10)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἀδελφοί,  λίμονό μας ν πέσουμε ξω. Διότι, άν νόμος πού νήγγειλε Θεός στόν Μωυσ διαμέσου γγέλων ποδείχθηκε γκυρος καί σχυρός, καί κάθε παράβασή του καί παρακοή τιμωρήθηκε δίκαια μέ τήν νάλογη τιμωρία, πς μες θά ξεφύγουμε τήν τιμωρία, άν μελήσουμε μιά τόσο μεγάλη καί σπουδαία σωτηρία; Τή σωτηρία ατή δέν μς τήν γνωστοποίησαν κάποιοι γγελοι, πως γινε στόν νόμο, λλά φο ρχισε νά τήν κηρύττει διος Κύριος, μς τήν παρέδωσαν ς ληθινή καί ξιόπιστη ο γιοι πόστολοι πού τήν κουσαν κατευθείαν πό τό στόμα το Κυρίου. Καί μαζί μέ τή μαρτυρία τν ποστόλων πρόσθεσε τή μαρτυρία του καί διος Θεός. Ατός πιβεβαίωνε τό κήρυγμα τν ποστόλων μέ θαύματα καί καταπληκτικά ργα καί ποικίλες περφυσικές δυνάμεις καί θεα χαρίσματα, τά ποα τό γιον Πνεμα διαμοίραζε στούς πιστούς σύμφωνα μέ τό θέλημά του. Πρέπει λοιπόν νά προσέξουμε πολύ ποιός εναι ατός πού μς κήρυξε τή σωτηρία ατή. Διότι Θεός δέν πέταξε σέ γγέλους τόν νέο κόσμο πού θά γκαθίδρυε Μεσσίας, καί γιά τόν ποο μιλομε, λλά τόν πέταξε στόν διο τόν Μεσσία. δωσε μάλιστα τή μαρτυρία του κάποιος σ᾿ να σημεο τς γίας Γραφς καί επε: «Κύριε, ποιά ξία χει νθρωπος στε νά τόν θυμσαι, πόγονος το νθρώπου, στε νά τόν πισκέπτεσαι καί νά φροντίζεις γι᾿ ατόν; Τόν κανες λίγο κατώτερο πό τούς γγέλους καί τόν στεφάνωσες μέ δόξα καί τιμή ς βασιλιά τς φύσεως. λα τά πέταξες κάτω πό τά πόδια του». Λοιπόν, φο πέταξε σ᾿ ατόν τά πάντα, δέν φησε τίποτε πού νά μήν το τό ποτάξει. Τώρα μως δέν βλέπουμε κόμη νά εναι λα ποταγμένα οτε στόν τέλειο κπρόσωπο τς νθρώπινης φύσεως ησο, φο κι ατός δέν ναγνωρίσθηκε π’ λους τούς νθρώπους ς βασιλιάς καί λυτρωτής, λλά καί κκλησία του διώκεται καί δοκιμάζεται. Βλέπουμε μως τόν ησο, ποος γιά να μικρό χρονικό διάστημα, ταν πέθανε καί τάφηκε, γινε κατώτερος πό τούς θάνατους γγέλους, νά χει στεφανωθε μέ δόξα καί τιμή λόγ το παθήματος πού το πέφερε τόν θάνατο. Καί πέστη τό πάθημα το θανάτου γιά τή χάρη πού εαρεστήθηκε Θεός νά δώσει στήν νθρωπότητα. Γιά νά συγχωρήσει δηλαδή Θεός τό νθρώπινο γένος, χρειάστηκε ησος νά γευθε τό πικρό ποτήρι το θανάτου γιά κάθε νθρωπο. Διότι πρεπε στόν Θεό, ποος δημιούργησε τά πάντα καί πρός τόν ποο ποβλέπουν τά πάντα καί λα τά κατευθύνει στό ριστο τέλος τους, νά μήν φήσει νά ματαιωθε τό σχέδιό του γιά τόν νθρωπο. Προκειμένου λοιπόν νά δηγήσει πολλούς νθρώπους στή δόξα, πρεπε νά ποδείξει τέλειο Σωτήρα καί νά νυψώσει σέ τέλεια δόξα τόν ρχηγό καί ατιο τς σωτηρίας τους. Καί νύψωση ατή γινε μέ παθήματα καί σκληρό θάνατο. Μ’ ατά ησος Χριστός μς ξιλέωσε γιά τίς μαρτίες μας καί ναδείχθηκε τέλειος Σωτήρας.

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν. πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων· εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους. οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὃς μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὃς δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν. ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε. τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ· ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι· πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους. καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων. εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου· καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη. τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοὶ, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.

                              (Ματθ. κβ΄[22] 2 – 14)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Εἶπεν ὁ Κύριος ατή τὴν παραβολὴ. βασιλεία τν ορανν μοιάζει μ κάποιον νθρωπο βασιλιά, ποος κανε ορτασμος γάμου γι τ γιό του. στειλε λοιπν τος δούλους του γι ν καλέσει ατος πο εχαν προσκληθε στ γάμο, λλ κενοι δν θελαν ν λθουν. στειλε ξαν λλους δούλους λέγοντας: Πετε στος καλεσμένους: δού, τοίμασα τ μεσημεριανό μου τραπέζι. Ο ταροι μου κα τ θρεφτάρια εναι σφαγμένα, κι λα εναι τοιμα. λτε στ γάμο. Ατο μως διαφόρησαν κι φυγαν, λλος στ χωράφι του κι λλος στν μπορική του πιχείρηση. Κα ο πόλοιποι, φο πιασαν τος δούλους του, τος κακοποίησαν κα τος σκότωσαν. ταν τ κουσε ατ βασιλις κενος, θύμωσε, κι φο στειλε τ στρατεύματά του, ξολόθρευσε τος φονιάδες κείνους κα κατέκαψε τν πόλη τους. (τσι τιμωρήθηκαν ο ουδαοι κα τ εροσόλυμα, τος ποίους πονοε παραβολή). Τότε λέει στος δούλους. Τ τραπέζι το γάμου εναι τοιμο· ο καλεσμένοι μως δν ταν ξιοι ν πάρουν μέρος σ᾿ ατό. Πηγαίνετε λοιπν στ σταυροδρόμια κα τ τρίστρατα, κι σους βρετε κε, καλέστε τους στος γάμους.  Βγκαν τότε κενοι ο δολοι στος δρόμους κα μάζεψαν λους σους βρκαν, κακος κα καλούς, κα γέμισε αθουσα το γάμου π νθρώπους πο κάθισαν στ τραπέζι. (Ατ πραγματοποιήθηκε μ τν κκλησία, στν ποία κλήθηκαν κα προσλθαν ο εδωλολάτρες πο πίστεψαν). Κι ταν μπκε βασιλις γι ν δε τος καθισμένους στ τραπέζι, εδε κε κι ναν νθρωπο πο δν φοροσε πίσημο νδυμα γάμου. Δν εχε δηλαδ μαζ μ τν πίστη κα τν καρπ τς πίστεως, δηλαδ τς ρετές. Κα το λέει: Φίλε, πς μπκες δ μέσα χωρς ν χεις νδυμασία γάμου; ταν εκολο ν πευθυνθες στν πηρεσία μου κα ν σο δώσει μι τέτοια νδυμασία. Κι ατς τότε ποστομώθηκε. Τότε βασιλις επε στος πηρέτες: Δέστε τ χέρια κα τ πόδια του κα πάρτε τον κα ρίξτε τον ξω, στ πι βαθ σκοτάδι, πο εναι μακρι π τ βασιλεία το Θεο. κε ο νθρωποι θ κλανε κα θ τρίζουν τ δόντια τους. Διότι πολλο εναι ο καλεσμένοι στ βασιλεία το Θεο, λίγοι μως εναι ο κλεκτοί, πο χουν τς ρετς κα θ κληρονομήσουν τ βασιλεία ατή.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου