Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
  ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
Γ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
(11 ΜΑΡΤΙΟΥ 2018)
(ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, ἔ­χον­τες ἀρ­χι­ε­ρέ­α μέ­γαν δι­ε­λη­λυ­θό­τα τος οὐ­ρα­νο­ύς, Ἰ­η­σοῦν τν υἱ­ὸν το Θε­οῦ, κρα­τῶ­μεν τς ὁ­μο­λο­γί­ας. ο γρ ἔ­χο­μεν ἀρ­χι­ε­ρέ­α μ δυ­νά­με­νον συμ­πα­θῆ­σαι τας ἀ­σθε­νε­ί­αις ἡ­μῶν, πε­πει­ρα­σμέ­νον δ κα­τὰ πάν­τα κα­θ' ὁ­μοι­ό­τη­τα χω­ρὶς ἁ­μαρ­τί­ας. προ­σερ­χώ­με­θα ον με­τὰ παρ­ρη­σί­ας τ θρό­νῳ τς χά­ρι­τος, ἵ­να λά­βω­μεν ἔ­λε­ον κα χά­ριν εὕ­ρω­μεν ες εὔ­και­ρον βο­ή­θειαν.  Πς γρ ἀρ­χι­ε­ρεὺς ἐξ ἀν­θρώ­πων λαμ­βα­νό­με­νος ὑ­πὲρ ἀν­θρώ­πων κα­θί­στα­ται τ πρς τν Θε­όν, ἵ­να προ­σφέ­ρῃ δῶ­ρά τε κα θυ­σί­ας ὑ­πὲρ ἁ­μαρ­τι­ῶν, με­τρι­ο­πα­θεῖν δυ­νά­με­νος τος ἀ­γνο­οῦ­σι κα πλα­νω­μέ­νοις, ἐ­πεὶ κα αὐ­τὸς πε­ρί­κει­ται ἀ­σθέ­νειαν· κα δι τα­ύ­την ὀ­φε­ί­λει, κα­θὼς πε­ρὶ το λα­οῦ, οὕ­τω κα πε­ρὶ ἑ­αυ­τοῦ προ­σφέ­ρειν ὑ­πὲρ ἁ­μαρ­τι­ῶν. κα οχ ἑ­αυ­τῷ τις λαμ­βά­νει τν τι­μήν, ἀλ­λὰ κα­λο­ύ­με­νος ὑ­πὸ το Θε­οῦ, κα­θά­περ κα Ἀ­α­ρών. οὕ­τω κα Χρι­στὸς οχ ἑ­αυ­τὸν ἐ­δό­ξα­σε γε­νη­θῆ­ναι ἀρ­χι­ε­ρέ­α, ἀλ­λ' ὁ λα­λή­σας πρς αὐ­τόν· υἱ­ός μου ε σ, ἐ­γὼ σή­με­ρον γε­γέν­νη­κά σε· κα­θὼς κα ν ἑ­τέ­ρῳ λέ­γει· σ ἱ­ε­ρεὺς ες τν αἰ­ῶ­να κα­τὰ τν τά­ξιν Μελ­χι­σε­δέκ.     
                                  (Ἑβρ. δ΄[4] 14 – ε΄[5] 6)

Ο ΑΡΧΙΕΡΕΥΣ ΤΟΥ ΕΛΕΟΥΣ
1. ΜΑΣ ΚΑΤΑΝΟΕΙ
Σήμερα Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία προβάλ­λει ἐμπρός μας τόν Τίμιο Σταυρό, πάνω στόν ὁποῖο ὁ Κύριός μας πρόσφερε τή μοναδική καί ἀτίμητη θυσία, πού μᾶς ἄνοιξε τόν δρόμο πρός τόν οὐρανό. Ἐκεῖ στό Γολγοθᾶ ὁ Χριστός προσφέροντας τή φοβερή ἐκείνη θυσία του, ἀποκα­λύφθηκε σέ μᾶς ὡς ὁ μόνος ἀληθινός ἀρχιερεύς. Γι᾿ αὐτό καί τό ἀπόστολικό Ἀνάγνωσμα ἀναφέρεται στό μεγάλο αὐτό μυστήριο τῆς ἀρχιερωσύνης τοῦ σταυρωθέντος Κυρίου μας.
Ἔχουμε μεγάλο Ἀρχιερέα, μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Αὐτός μετά τή σταυ­ρική του θυσία, τόν θάνατο, τήν Ἀνά­σταση καί τήν Ἀνάληψή του, ἔχει πλέον εἰσέλθει στούς οὐρανούς κι ἔφθασε στό θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ μᾶς περιμένει. Διό­τι δέν εἶναι ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, ἀλλά εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτό ἄς κρατᾶμε γερά τήν πίστη μας σ᾿ Αὐτόν κι ἄς τήν ὁμολογοῦμε πάντοτε. Καί μήν περάσει ποτέ ἀπό τό νοῦ μας ὅτι, ἀφοῦ Αὐτός εἶναι τώρα στούς οὐρανούς, δέν θά δεί­ξει ἐνδιαφέρον γιά μᾶς. Διότι δέν ἔχουμε ἀρχιερέα πού δείχνει ἀσυμπάθεια στίς ἀδυναμίες μας. Ἀντίθετα, ἐνῶ ὑψώθηκε τόσο πολύ ὡς ἄνθρωπος, δέν ἀδιαφο­ρεῖ γιά μᾶς, ἀλλά γνωρίζει ὅλα ὅσα μᾶς συμβαίνουν. Ἄλλωστε καί ὁ Ἴδιος ὡς ἄνθρωπος ἐδῶ στή γῆ ἀντιμετώπισε κάθε εἴδους πειρασμό. Ἔχει δοκιμασθεῖ μέ κάθε τρόπο, χωρίς ὅμως νά διαπράξει καμία ἁμαρτία. Γι᾿ αὐτό μᾶς παροτρύνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος νά πλησιάζουμε μέ θάρρος καί ἐμπιστοσύνη στό βασι­λικό θρόνο τῆς Χάριτός του γιά νά λά­βουμε συγχώρηση γιά τίς ἁμαρτίες μας καί νά βροῦμε ἔλεος καί χάρη καί ἄμεση βοήθεια σέ κάθε κρίσιμη ὥρα τοῦ πειρασμοῦ.
Ἀπό τόν θρόνο του ὁ ἐσταυρωμένος Κύ­ριος θά μᾶς δωρίσει πλούσιο τό ἔλεός του. Διότι καί ὁ Ἴδιος ἔχει δεχθεῖ κάθε δοκιμασία, εἶναι «πεπειρασμένος κατά πάντα». Σ᾿ ὅλη του τή ζωή πόσες δοκιμασίες, περιφρονήσεις και κατατρεγμούς δέν πέρασε! Ἰδιαιτέρως ὅμως ὅταν πρόσ­φερε τήν ἀρχιερατική του θυσία ἐπάνω στό Σταυρό, δέχθηκε ὅλα ἐκεῖνα τά φρι­κτά μαρτύρια. Ἐκείνη τή φοβερή ὥρα πρόσφερε καταπληγωμένος τή θυσία του ὑποφέροντας μεγάλους πόνους ὄχι μόνο ἀπό τό μαρτύριο ἀλλά ἀσυγκρίτως περισσότερο ἀπό τίς ἁμαρτίες τῶν παιδιῶν του, πού βάσταζε σάν νά ἦταν κακοῦργος.
Γνωρίζει λοιπόν ὁ Κύριος ἀπό δοκιμα­σίες, γνωρίζει τί θά πεῖ πόνος. Ὁ ἀναμάρτητος δέχθηκε τόσους πειρασμούς. Γι᾿ αὐ­τό δείχνει κατανόηση στίς ἀδυναμίες μας, τούς πειρασμούς μας καί τίς δοκιμασίες μας. Μᾶς καταλαβαίνει, μᾶς συμπονᾶ, μᾶς ἀγαπᾶ. Καί μᾶς περιμένει στό θρόνο τῆς Χάριτός του, στόν Τίμιο Σταυρό του, νά συγχωρήσει τίς ἁμαρτίες μας, πού μᾶς τσακίζουν καί μᾶς ἀπογοητεύουν. Μᾶς περιμένει στό Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως νά μᾶς ξεκουράσει καί νά μᾶς εἰρηνεύσει. Μᾶς περιμένει στήν Ἁγία Τράπεζα νά μᾶς μεταγγίσει ζωή καί σωτηρία.
2. ΘΑ ΜΑΣ ΔΟΞΑΣΕΙ
Στή συνέχεια ὁ ἅγιος Ἀπόστολος μᾶς λέει ὅτι κάθε ἀρχιερέας στήν ἱερωσύνη τῶν Ἰουδαίων ἐπιτελεῖ τό ἱερό αὐτό ἔργο του γιά τήν ὠφέλεια τῶν ἀνθρώπων στήν τέλεση τῆς λατρείας· γιά νά προσφέρει θυσίες γιά τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ. Καί μπορεῖ νά δείχνει συμπά­θεια σ᾿ ὅσους ἁμαρτάνουν, ἐπειδή κι αὐτός ὡς ἄνθρωπος ἔχει ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Καί γι᾿ αὐτό ὁ Νόμος τοῦ ἐπι­βάλλει νά προσφέρει θυσία ὄχι μόνο γιά τίς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ του, ἀλλά καί μία ἀκόμη θυσία γιά τίς δικές του ἁμαρτίες.
Καί συνεχίζει ὁ Ἀπόστολος λέγοντας ὅτι κανείς δέν παίρνει μόνος του τήν ὑ­ψηλή τιμή τῆς ἀρχιερωσύνης, ἀλλά ὅταν τόν καλέσει ὁ Θεός, ὅπως κάλεσε στό ἀξίωμα αὐτό καί τόν Ἀαρών. Ἔτσι καί ὁ Χριστός «οὐχ ἑαυτόν ἐδόξασε γενηθῆναι ἀρχιερέα, ἀλλ᾿ ὁ λαλήσας πρός αὐτόν», δέν δόξασε μόνος του τόν Ἑαυτό του μέ τό νά γίνει Ἀρχιερεύς, ἀλλά Τόν δόξασε ὁ Θεός Πατήρ, ὁ Ὁποῖος Τοῦ εἶπε: Ἐσύ εἶσαι ὁ Υἱός μου· ἐγώ Σέ γέννησα σή­μερα, ὅταν Σοῦ ἔδωσα τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν δόξασα μέ τήν Ἀνάσταση καί τήν ἐνθρόνισή σου ἐκ δεξιῶν μου. Καί σ᾿ ἄλλο μέρος τῆς Ἁγίας Γραφῆς λέει: Ἐσύ εἶσαι ἱερέας αἰώνιος, πού Σέ προτύπωνε ὁ Μελχισεδέκ.
Ὁ Κύριός μας λοιπόν δοξάστηκε καί ὡς ἄνθρωπος μέ θεϊκή δόξα ἀπό τόν Θεό Πατέρα του. Αὐτός πού τόσο πολύ τα­πεινώθηκε ὡς ἄνθρωπος, πολύ περισ­σότερο ὑψώθηκε. Ἐπειδή ἀκριβῶς ἔδειξε ὑπακοή μέχρι θανάτου. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς ὁ Θεός Πατήρ στεφάνωσε τόν Κύριό μας ὡς ἄνθρωπο μέ θεϊκή δόξα καί τιμή. Καί Τοῦ ἔδωσε ἐξουσία στά ἐπουράνια, τά ἐπίγεια καί τά καταχθόνια. Ὥστε ὅλα τά λογικά ὄντα νά ἀναγνωρίσουν ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς.
Αὐτός ὁ δρόμος ἀπό τή θυσία στήν ὕψωση, ἀπό τήν ταπείνωση στή δόξα εἶναι καί ὁ δρόμος ὅλων τῶν πιστῶν. Στόν ἀνηφορικό δρόμο τοῦ Γολγοθᾶ βρίσκε­ται ἡ ἀληθινή ὕψωση. Στό δρόμο τῆς θυ­σίας καί τῆς ταπεινώσεως. Ὑψωνόμαστε ὅταν θυσιαζόμαστε. Ὅταν ὑπομένουμε πειρασμούς, περιφρονήσεις, ἀδικίες. Ὅταν μένουμε στό περιθώριο. Ὅταν ὑπο­μένουμε δίπλα μας ἀνθρώπους δύσκο­λους καί μένουμε εἰρηνικοί ἀπέναντί τους. Ὅταν ὅσους μᾶς ἀδικοῦν ἤ μᾶς ἀντιπαθοῦν, τούς συγχωροῦμε, τούς δεί­χνουμε ἀγάπη. Βέβαια κάτι τέτοιο δέν εἶναι εὔκολο. Μέ τή βοήθεια ὅμως τοῦ Θεοῦ εἶναι κατορθωτό. Ἄς πάρουμε λοιπόν κι ἐμεῖς μέ προθυμία τόν ἀνηφορικό δρό­μο τοῦ Γολγοθᾶ. Γιά νά ὁδηγηθούμε ἀπό τήν ταπείνωση στή δόξα, τήν ἀληθινή καί αἰώνια.
 (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
      Εἶπεν ὁ Κύριος· Ὅ­στις θέ­λει ὀ­πί­σω μου ἐλθεῖν, ἀ­παρ­νη­σά­σθω ἑ­αυ­τὸν κα ἀ­ρά­τω τν σταυ­ρὸν αὐ­τοῦ, κα ἀ­κο­λου­θε­ί­τω μοι. ς γρ ν θέ­λῃ τν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ σῶ­σαι, ἀ­πο­λέ­σει αὐ­τήν· ς δ' ν ἀ­πο­λέ­σῃ τν ἑ­αυ­τοῦ ψυ­χὴν ἕ­νε­κεν ἐ­μοῦ κα το εὐ­αγ­γε­λί­ου, οὗ­τος σώ­σει αὐ­τήν. τ γρ ὠ­φε­λή­σει ἄν­θρω­πον ἐ­ὰν κερ­δή­σῃ τν κό­σμον ὅ­λον, κα ζη­μι­ω­θῇ τν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ; τ δώ­σει ἄν­θρω­πος ἀν­τάλ­λαγ­μα τς ψυ­χῆς αὐ­τοῦ; ς γρ ἐ­ὰν ἐ­παι­σχυν­θῇ  με  κα τος  ἐ­μοὺς λό­γους ν τ γε­νε­ᾷ τα­ύ­τῃ τ μοι­χα­λί­δι ­ κα ἁ­μαρ­τω­λῷ, κα υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που ἐ­παι­σχυν­θή­σε­ται αὐ­τὸν ὅ­ταν ἔλ­θῃ ἐν τ δό­ξῃ το πα­τρὸς αὐ­τοῦ με­τὰ τν ἀγ­γέ­λων τν ἁ­γί­ων. Κα ἔ­λε­γεν αὐ­τοῖς· Ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν ὅ­τι εἰ­σί τι­νες τῶν ὧ­δε ἑ­στη­κό­των, οἵ­τι­νες ο μ γεύσωνται θανάτου ἕ­ως ἂν ἴ­δω­σι τν βα­σι­λεί­αν το Θε­οῦ ἐ­λη­λυ­θυῖ­αν ἐν δυ­νά­μει. 
                                     (Μᾶρκ. η΄[8] 34 - θ΄[9]  1)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ὁ Ἰ­η­σοῦς κά­λε­σε τὰ πλή­θη τοῦ λα­οῦ μα­ζὶ μὲ τοὺς μα­θη­τές του καὶ τοὺς εἶ­πε: Ἐ­κεῖ­νος ποὺ θέ­λει νὰ γί­νει δι­κός μου καὶ νὰ μὲ ἀ­κο­λου­θεῖ ὡς μα­θη­τής μου, ἂς δι­α­κό­ψει κά­θε φι­λί­α καὶ σχέ­ση μὲ τὸν δι­ε­φθαρ­μέ­νο ἀ­π' τὴν ἁ­μαρ­τί­α ἑ­αυ­τό του κι ἂς πά­ρει τὴ στα­θε­ρὴ ἀ­πό­φα­ση νὰ ὑ­πο­στεῖ γιὰ μέ­να ὄ­χι μό­νο κά­θε θλί­ψη καὶ δο­κι­μα­σί­α, ἀλ­λά ἀ­κό­μα καὶ θά­να­το σταυ­ρι­κό, καὶ τό­τε ἂς μὲ ἀ­κο­λου­θεῖ μι­μού­με­νος τὸ πα­ρά­δειγ­μά μου. Καὶ μὴ δι­στά­σει κα­νεὶς νὰ κά­νει τὶς θυ­σί­ες αὐ­τές. Δι­ό­τι ὅ­ποι­ος θέ­λει νὰ σώ­σει τὴ ζω­ή του, θὰ χά­σει τὴν πνευ­μα­τι­κή, εὐ­τυ­χι­σμέ­νη καὶ αἰ­ώ­νια ζω­ή. Ὅ­ποι­ος ὅ­μως χά­σει καὶ θυ­σιά­σει τὴ ζω­ή του γιὰ τὴν ὁ­μο­λο­γί­α καὶ τὴν ὑ­πα­κο­ή του σὲ μέ­να καὶ τὸ εὐ­αγ­γέ­λιό μου, αὐ­τὸς θὰ σώ­σει τὴν ψυ­χή του στὴ μέλ­λου­σα ζω­ή, ὅ­που θὰ κερ­δί­σει τὴν αἰ­ώ­νια εὐ­τυ­χί­α. Κι ἐ­κεί­νη ἡ σω­τη­ρί­α εἶ­ναι τὸ πᾶν. Δι­ό­τι τί θὰ ὠ­φε­λή­σει τὸν ἄν­θρω­πο, ἐ­ὰν κερ­δί­σει ὅ­λον αὐ­τὸν τὸν ὑ­λι­κὸ κό­σμο, καὶ στὸ τέ­λος χά­σει τὴν ψυ­χή του; Δι­ό­τι ἡ ψυ­χή του, ποὺ εἶ­ναι πνευ­μα­τι­κὴ καὶ αἰ­ώ­νια, δὲν συγ­κρί­νε­ται μὲ κα­νέ­να ἀ­π' τὰ ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θὰ τοῦ φθαρ­τοῦ κό­σμου. Ἤ, ἐ­ὰν ἕ­νας ἄν­θρω­πος χά­σει τὴν ψυ­χή του, τί μπο­ρεῖ νὰ δώ­σει ὡς ἀν­τάλ­λαγ­μα γιὰ νὰ τὴν ἐ­ξα­γο­ρά­σει ἀ­π' τὴν αἰ­ώ­νια ἀ­πώ­λεια; Κι ἀ­σφα­λῶς θὰ χά­σει τὴν ψυ­χὴ του ἐ­κεῖ­νος ποὺ δὲν θὰ ὑ­πο­στεῖ γιὰ μέ­να τὶς θυ­σί­ες αὐ­τές. Δι­ό­τι ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ντρα­πεῖ ἐ­μέ­να καί τά λό­για μου ἐ­πη­ρε­α­σμέ­νος ἀ­π' τὶς πε­ρι­φρο­νή­σεις καὶ τοὺς χλευα­σμοὺς τῶν ἀν­θρώ­πων τῆς γε­νιᾶς αὐ­τῆς ποὺ ἀ­πο­στά­τη­σε ἀ­π' τὸν πνευ­μα­τι­κό της νυμ­φί­ο καὶ εἶ­ναι ἁ­μαρ­τω­λή, αὐ­τὸν θὰ τὸν ντρα­πεῖ καὶ ὁ υἱ­ός τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ θὰ τὸν ἀ­πο­κη­ρύ­ξει ὡς ξέ­νο, ὅ­ταν θά ἔλ­θει μέ τούς ἁ­γί­ους ἀγ­γέ­λους πε­ρι­βε­βλη­μέ­νος μέ τή δό­ξα τοῦ Πα­τρός του. Τούς ἔ­λε­γε ἀ­κό­μη: Σᾶς λέ­ω ἀ­λη­θι­νά ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν με­ρι­κοί ἀ­π’ αὐ­τούς πού στέ­κον­ται ἐ­δῶ, οἱ ὁ­ποῖ­οι δέν θά γευ­θοῦν θά­να­το προ­τοῦ νά δοῦν με­τά τήν κά­θο­δο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος νά κα­τα­λύ­ε­ται ἡ πα­λαι­ά θεί­α τά­ξη καί δι­α­θή­κη μέ τήν κα­τα­στρο­φή τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ καί τοῦ να­οῦ της καί μέ δύ­να­μη ἀ­κα­τα­γώ­νι­στη καί ὑ­περ­φυ­σι­κή ἡ νέ­α τά­ξη στόν κό­σμο, τήν ὁ­ποί­α θά ἐκ­προ­σω­πεῖ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ὡς ἄλ­λη βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ πά­νω στή γῆ.
Ἀπολυτίκιον τοῦ Σταυροῦ Ἦχος α'
Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς Βασιλεῦσι κατὰ βαρβάρων δωρούμενος καὶ τὸ σὸν φυλάττων διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα


Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

Β΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
Β΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
(4 ΜΑΡΤΙΟΥ 2018)
(ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ)



Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Κα­τ' ἀρ­χάς σύ, Κριε, τν γν ἐ­θε­με­λί­ω­σας, κα ἔρ­γα τν χει­ρῶν σο εἰ­σιν ο οὐ­ρα­νοί· αὐ­τοὶ ἀ­πο­λοῦν­ται, σ δ δι­α­μέ­νεις· κα πάν­τες ς ἱ­μά­τιον πα­λαι­ω­θή­σον­ται, κα ὡ­σεὶ πε­ρι­βό­λαι­ον ἑ­λί­ξεις αὐ­το­ύς, κα ἀλ­λα­γή­σον­ται· σ δ αὐ­τὸς ε, κα τ ἔ­τη σου οκ ἐ­κλε­ί­ψου­σι. πρς τί­να δ τν ἀγ­γέ­λων εἴ­ρη­κέ πο­τε· κά­θου κ δε­ξι­ῶν μου ἕ­ως ἂν θ τος ἐχ­θρο­ύς σου ὑ­πο­πό­διον τν πο­δῶν σου; Οὐ­χὶ πάν­τες εἰ­σὶ λει­τουρ­γι­κὰ πνε­ύ­μα­τα ες δι­α­κο­νί­αν ἀ­πο­στελ­λό­με­να δι τος μέλ­λον­τας κλη­ρο­νο­μεῖν σω­τη­ρί­αν; Δι τοῦ­το δε πε­ρισ­σο­τέ­ρως ἡ­μᾶς προ­σέ­χειν τος ἀ­κου­σθεῖ­σι, μή­πο­τε πα­ραρ­ρυ­ῶ­μεν. Εγρ δι' ἀγ­γέ­λων λα­λη­θεὶς λό­γος ἐ­γέ­νε­το βέ­βαι­ος, κα πᾶ­σα πα­ρά­βα­σις κα πα­ρα­κο­ὴ ἔ­λα­βεν ἔν­δι­κον μι­σθα­πο­δο­σί­αν, πς ἡ­μεῖς ἐκ­φευ­ξό­με­θα τη­λι­κα­ύ­της ἀ­με­λή­σαν­τες σω­τη­ρί­ας; ἥ­τις ἀρ­χὴν λα­βοῦ­σα λα­λεῖ­σθαι δι το Κυ­ρί­ου, ὑ­πὸ τν ἀ­κου­σάν­των ες ἡ­μᾶς ἐ­βε­βαι­ώ­θη.
                                               (Ἑβρ. α΄[1]10 – β΄[2] 3)

ΧΡΙΣΤΟΣ, Η ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ
1. ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΟΣΚΑΙΡΑ ΣΤΑ ΑΙΩΝΙΑ
Στό ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα τῆς Β' Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν ὁ ἀπόστολος Παῦλος διατυπώνει ἐπιγραμματικά ἕνα μεγάλο μυστήριο τῆς πίστεώς μας: ὅτι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶναι μόνο ἄνθρωπος, ἀλλά εἶναι καί ὁ προαι­ώνιος καί ἀναλλοίωτος Θεός. Καί τεκμη­ριώνει τή μεγάλη αὐτή δογματική ἀλήθεια ἀναφέροντας ἕνα χωρίο τῆς Παλαιᾶς Δι­αθήκης πού ἀπευθύνεται στόν Υἰό τοῦ Θεοῦ καί λέει: Ἐσύ, Κύριε, στήν ἀρχή τῆς δημιουργίας θεμελίωσες τή γῆ στό οὐρά­νιο στερέωμα, καί «ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί· αὐτοί ἀπολοῦνται, σύ δέ διαμένεις». Αὐτοί θά ἐξαφανιστοῦν καί τό σχῆμα τους θά ἀλλάξει. Ἐσύ ὅμως παρα­μένεις ἀμετάβλητος. Ὅλος ὁ κόσμος σάν ἔνδυμα θά παλιώσει. Κι Ἐσύ θά τόν περι­τυλίξεις σάν ροῦχο καί θά γίνει καινούρ­γιος. Ἐσύ ὅμως εἶσαι πάντοτε ὁ ἴδιος καί τά ἔτη σου θά εἶναι ἀτελείωτα. Στή συνέχεια ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐξηγεῖ ὅτι ὁ Κύριός μας εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερος ἀπό τούς ἀγγέλους, θέτοντας τό ἑξῆς ἐ­ρώτημα: Σέ ποιόν ἀπό τούς ἀγγέλους ἔχει πεῖ ποτέ ὁ Θεός Πατήρ: Κάθισε στά δεξιά μου, μέχρι νά ὑποτάξω τούς ἐ­χθρούς σου καί νά τούς βάλω κάτω ἀπό τά πόδια σου; Σέ κανένα. Μόνο στόν Υἱό του τό εἶπε.
Διότι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ προαιώ­νιος Υἱός τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὁ δημιουργός τῆς κτίσεως. Αὐτός δημιούργησε τόν οὐ­ρανό καί τή γῆ καί ὅλη τήν οἰκουμένη. Ὅλα μέσα στήν κτίση φθείρονται, γηρά­σκουν και χάνονται. Τό σύμπαν ὁλόκλη­ρο εἶναι ὑπόδουλο στή φθορά καί ὁδηγεῖται πρός τό τέλος του. Ἀλλά καί ἡ ἱστορία τῶν ἀνθρώπων διαρκῶς μεταβάλλεται. Βασιλεῖες καί αὐτοκρατορίες ἐμφανίζον­ται, ἀκμάζουν, παρακμάζουν καί τελικά ἐξαφανίζονται. Ὅλα κάποτε τελειώνουν. Καί οἱγκόσμιες ἐπιτυχίες σβήνουν. Οἱ γενιές διαδέχονται ἡ μία τήν ἄλλη. Κι ἐμεῖς ὁλοένα ἀλλάζουμε. Στόν κόσμο αὐτό ὅλοι εἴμαστε προσωρινοί. Ἤμασταν παι­διά, μεγαλώσαμε, θά γεράσουμε, θά φύ­γουμε. Ἡ ζωή μας κλίνει πρός τή δύση της. Θά πεθάνουμε καί τό σῶμα μας θά διαλυθεῖ στόν τάφο. Ἀλλά μετά ἀπό τόν μακρύ αὐτόν ὕπνο θά ἀναστηθοῦμε καί θά εἰσέλθουμε στήν αἰώνια ζωή.
Ἄς μήν ἀφήνουμε λοιπόν τήν καρδιά μας νά προσκολλᾶται στά ἐπίγεια καί φθαρτά, πού φεύγουν καί χάνονται. Ἀλλά νά ζοῦμε μέ τόν πόθο καί τήν ἀγάπη γιά τόν ἀσυγκρίτως ἀνώτερο ἐκεῖνο κόσμο πού θά ἀνατείλει, τόν αἰώνιο καί ἄφθαρτο καί ἀληθινό. Νά ποθοῦμε τόν οὐρανό καί τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ νά στρέφου­με τή σκέψη μας καί τή ζωή μας. Ἐκεῖ νά εἶναι τά ὄνειρά μας καί οἱ προσδοκίες μας. Καί νά εἴμαστε πάντοτε ἄγρυπνοι γιά νά τήν κατακτήσουμε.
2. ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΟΥ
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στή συνέχεια μᾶς θέτει ἐνώπιον τῶν εὐθυνῶν μας. Ἀφοῦ λοιπόν, λέει, ὁ Κύριός μας εἶναι ὁ προ­αιώνιος Θεός, «διά τοῦτο δεῖ περισσοτέρως ἡμᾶς προσέχειν τοῖς ἀκουσθεῖσι». Πρέπει περισσότερο νά προσέχουμε σ᾿ αὐτά πού ἀκούσαμε καί εἶναι λόγοι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Διότι ἐάν δέν προσέξουμε, διατρέχουμε τόν κίνδυνο νά παρασυρθοῦμε καί νά πέσουμε ἔξω. Καί ἀλίμονό μας, ἄν μᾶς συμβεῖ αὐτό. Διότι, ἄν ὁ νόμος πού ἔδωσε ὁ Θεός στόν Μωυσῆ διά μέσου ἀγγέλων, ἀπο­δείχθηκε βέβαιος, καί κάθε παράβασή του τιμωρήθηκε δίκαια, πῶς ἐμεῖς θά ξε­φύγουμε τήν τιμωρία, ἐάν ἀμελήσουμε μία τόσο σπουδαία σωτηρία; Ἡ σωτηρία αὐτή ἀφοῦ ἄρχισε νά κηρύττεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο, μᾶς παραδόθηκε ἀπό τούς Ἀποστόλους, πού τήν ἄκουσαν ἀ­πευθείας ἀπό τόν Κύριο.
Στό ἱερό αὐτό κείμενο ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς προειδοποιεῖ ὅτι κινδυνεύ­ουμε νά χάσουμε τή σωτηρία μας, ἐάν δέν δείξουμε τήν ἀνάλογη προσοχή στίς θεῖες ἀλήθειες πού μᾶς ἀποκάλυψε ὁ Κύ­ριος. Κινδυνεύουμε νά τίς συνηθίσουμε καί σιγά-σιγά νά χάσουμε τό δρόμο μας. Καί τότε θά εἴμαστε ἀναπολόγητοι τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Διότι δέν μπορούμε νά παίζουμε μέ τό νόμο τοῦ Θεοῦ καί νά τόν περιφρονοῦμε.
Γι᾿ αὐτό ὁ θεῖος Ἀπόστολος μᾶς ζητᾶ νά δείξουμε σοβαρότητα καί ὑπευθυνότη­τα ἀπέναντι στό νόμο τοῦ Θεοῦ. Νά τόν ἀκοῦμε μέ προσοχή καί ἐνδιαφέρον. Πό­σες φορές ἀκοῦμε στήν ἐκκλησία τό ἱερό Εὐαγγέλιο ἤ κάποιο κήρυγμα; Πόσες φο­ρές διαβάζουμε στό σπίτι μας τήν Ἁγία Γραφή ἤ κάποιο πνευματικό βιβλίο! Κάθε φορά λοιπόν πού ἀκοῦμε τόν θεῖο λόγο, νά κατανοοῦμε ὅτι εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος. Καί γι᾿ αὐτό νά τόν ἀκοῦμε μέ πίστη καί φόβο Θεοῦ. Νά τόν μελετοῦμε συχνά καί μέ προσοχή, συγκρατώντας τά θεῖα νοήματα στή μνήμη μας καί στις καρδιές μας. Κι ἔτσι νά εὐθυγραμμίζουμε τή ζωή μας μέ τό θεῖο νόμο. Γιά νά μή χάσουμε τήν ψυχή μας, ἀλλά νά κερδί­σουμε τή σωτηρία μας καί νά ἀξιωθοῦμε νά ζήσουμε κι ἐμεῖς μαζί μέ τόν Κύριο στή Βασιλεία του αἰωνίως.
(Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ   
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ εἰ­σῆλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς ες Κα­περ­να­οὺμ κα ἠ­κο­ύ­σθη ὅ­τι ες οἶ­κόν ἐ­στι. Κα εὐ­θέ­ως συ­νή­χθη­σαν πολ­λοὶ, ὥ­στε μη­κέ­τι χω­ρεῖν μη­δὲ τ πρς τν θύ­ραν· κα ἐ­λά­λει αὐ­τοῖς τν λό­γον. κα ἔρ­χον­ται πρς αὐ­τὸν πα­ρα­λυ­τι­κὸν φέ­ρον­τες, αἰ­ρό­με­νον ὑ­πὸ τεσ­σά­ρων. Κα μ δυ­νά­με­νοι προ­σεγ­γί­σαι αὐ­τῷ δι τν ὄ­χλον, ἀ­πε­στέ­γα­σαν τν στέ­γην ὅ­που ἦν, κα ἐ­ξο­ρύ­ξαν­τες χα­λῶ­σι τν κρά­βατ­τον ἐφ' ᾧ πα­ρα­λυ­τι­κὸς κα­τέ­κει­το. Ἰ­δὼν δ Ἰ­η­σοῦς τν πί­στιν αὐ­τῶν λέ­γει τ πα­ρα­λυ­τι­κῷ· Τκνον, ἀ­φέ­ων­ταί σοι α ἁ­μαρ­τί­αι σου. Ἦ­σαν δ τι­νες τν γραμ­μα­τέ­ων ἐ­κεῖ κα­θή­με­νοι κα δι­α­λο­γι­ζό­με­νοι ν τας καρ­δί­αις αὐ­τῶν· Τ οὗ­τος οὕ­τως λα­λεῖ βλα­σφη­μί­ας; τς δύ­να­ται ἀ­φι­έ­ναι ἁ­μαρ­τί­ας ε μ ες Θε­ός; Κα εὐ­θέ­ως ἐ­πι­γνοὺς ὁ Ἰ­η­σοῦς τ πνε­ύ­μα­τι αὐ­τοῦ ὅ­τι οὕ­τως αὐ­τοὶ δι­α­λο­γί­ζον­ται ν ἑ­αυ­τοῖς εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Τ ταῦ­τα δι­α­λο­γί­ζε­σθε ν τας καρ­δί­αις ὑ­μῶν; Τ ἐ­στιν εὐ­κο­πώ­τε­ρον, εἰ­πεῖν τ πα­ρα­λυ­τι­κῷ, ἀ­φέ­ων­ταί σου α ἁ­μαρ­τί­αι, εἰ­πεῖν, ἔ­γει­ρε κα ἆ­ρον τν κρά­ββατόν σου κα πε­ρι­πά­τει; Ἵ­να δ εἰ­δῆ­τε ὅ­τι ἐ­ξου­σί­αν ἔ­χει ὁ υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που ἀ­φι­έ­ναι ἐ­πὶ τς γς ἁ­μαρ­τί­ας (λέ­γει τ πα­ρα­λυ­τι­κῷ). Σο λέ­γω, ἔ­γει­ρε κα ἆ­ρον τν κρά­βατ­τόν σου κα ὕ­πα­γε ες τν οἶ­κόν σου. Κα ἠ­γέρ­θη εὐ­θέ­ως, κα ἄ­ρας τν κρά­βατ­τον ἐ­ξῆλ­θεν ἐ­ναν­τί­ον πάν­των, ὥ­στε ἐ­ξί­στα­σθαι πάν­τας κα δο­ξά­ζειν τν Θε­ὸν λέ­γον­τας ὅ­τι οὐ­δέ­πο­τε οὕ­τως εἴ­δο­μεν. 
                                             (Μᾶρκ. β΄[2] 1 - 12)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἐκεῖνο τόν καιρόν μπῆ­κε πά­λι ὁ Ἰ­η­σοῦς στὴν Κα­περ­να­ούμ· κι ἔ­γι­νε γνω­στὸ ὅ­τι βρί­σκε­ται σὲ κά­ποι­ο σπί­τι. Ἀ­μέ­σως λοι­πὸν μα­ζεύ­τη­καν τό­σο πολ­λοί, ὥ­στε νὰ γε­μί­σει τὸ σπί­τι καὶ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος πλέ­ον οὔτε δί­πλα στὴ θύ­ρα. Καὶ τοὺς δί­δα­σκε τὸ λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Ἔρ­χον­ται τό­τε καὶ τοῦ φέρ­νουν ἕ­ναν πα­ρά­λυ­το, ποὺ τὸν σή­κω­ναν πά­νω σ' ἕ­να κρε­βά­τι τέσ­σε­ρις. Κι ἐ­πει­δὴ δὲν μπο­ροῦ­σαν ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ πλή­θους νὰ τὸν πλη­σιά­σουν, ξε­σκέ­πα­σαν τὴ σκε­πὴ στὸ μέ­ρος ὅ­που βρι­σκό­ταν ὁ Κύ­ριος, κι ἀ­φοῦ ἔ­κα­ναν ἕ­να ἄ­νοιγ­μα, ἔ­ρι­ξαν ἀ­πὸ κεῖ κά­τω σι­γὰ-σι­γὰ τὸ κρε­βά­τι, πά­νω στὸ ὁποῖο ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος ὁ πα­ρά­λυ­τος. Ὅ­ταν ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­δε τὴν πί­στη ποὺ εἶχαν ὅ­λοι αὐ­τοί, καὶ ὁ πα­ρά­λυ­τος καὶ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ τὸν ἔ­φε­ραν, λέ­ει στὸν πα­ρά­λυ­το, ποὺ ἀ­γω­νι­οῦ­σε μή­πως οἱ ἁ­μαρ­τί­ες του γί­νουν ἐμ­πό­διο στὴ θε­ρα­πεί­α του: «Παι­δί μου, σοῦ ἔ­χουν συγ­χω­ρη­θεῖ οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου, οἱ ὁποῖες εἶ­ναι καὶ ἡ αἰ­τί­α τῆς σω­μα­τι­κῆς σου πα­ρα­λυ­σί­ας.» Ἦ­ταν ὅ­μως με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς γραμ­μα­τεῖς ποὺ κά­θον­ταν ἐκεῖ καὶ συλ­λο­γί­ζον­ταν μέ­σα τους: «Για­τί ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς μι­λά­ει ἔ­τσι καὶ ξε­στο­μί­ζει βλα­σφη­μί­ες; Ποι­ὸς ἄλ­λος μπο­ρεῖ νὰ συγ­χω­ρεῖ ἁ­μαρ­τί­ες πα­ρὰ μό­νον ἕ­νας, ὁ Θε­ός;» Ἀ­μέ­σως ὅ­μως ὁ Ἰησοῦς, μὲ ὑ­περ­φυ­σι­κὴ πλη­ρο­φο­ρί­α ποὺ ἔ­δι­νε στὸ πνεῦμα του ἡ θε­ό­τη­τά του, ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι ἔ­τσι σκέ­φτον­ται αὐ­τοὶ μέ­σα τους, καὶ τοὺς εἶ­πε: «Για­τί δέ­χε­στε καὶ κυ­κλο­φο­ρεῖ­τε τέ­τοι­ους λο­γι­σμοὺς μέ­σα στὶς καρ­δι­ές σας; Τί εἶ­ναι εὐ­κο­λό­τε­ρο· νὰ πῶ στὸν πα­ρα­λυ­τι­κό, εἶ­ναι συγ­χω­ρη­μέ­νες οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου, ἤ νὰ τοῦ πῶ, σή­κω καὶ πά­ρε στὸν ὦ­μο σου τὸ κρε­βά­τι σου καὶ περπάτα; Ἐσεῖς θε­ω­ρεῖ­τε δυ­σκο­λό­τε­ρο αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο. Γιὰ νὰ μά­θε­τε λοι­πὸν ὅ­τι ὁ υἱ­ὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσ­σί­ας, ὁ μο­να­δι­κὸς ἐκ­πρό­σω­πος τῆς ἀν­θρω­πό­τητος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλ­θει καὶ πά­λι πά­νω στὶς νε­φέ­λες ὡς Κρι­τὴς ἔν­δο­ξος, ἔ­χει ἐ­ξου­σί­α νὰ συγ­χω­ρεῖ πά­νω στὴ γῆ ἁ­μαρ­τί­ες· λέ­ει στὸν πα­ρά­λυ­το: Σὲ σέ­να ποὺ πι­στεύ­εις μι­λῶ. Σή­κω καὶ πά­ρε στὸν ὦ­μο σου τὸ κρε­βά­τι σου καὶ πή­γαι­νε στὸ σπί­τι σου.» Κι ἐ­κεῖ­νος ση­κώ­θη­κε ἀ­μέ­σως, πῆ­ρε τὸ κρε­βά­τι του καὶ βγῆ­κε ἀ­π' τὸ σπί­τι ἐ­κεῖ­νο μπρο­στὰ σ' ὅ­λους. Κι ἔ­τσι τὸν εἶ­δαν ὅ­λοι μὲ τὰ μά­τια τους καὶ γέ­μι­σαν μὲ ἔκ­πλη­ξη. Καὶ δό­ξα­σαν τὸν Θε­ὸ λέ­γον­τας ὅ­τι πο­τὲ μέ­χρι τώ­ρα δὲν εἴ­δα­με κά­τι τέ­τοι­ο, ἕ­νας πα­ρά­λυ­τος μὲ μί­α προ­στα­γὴ νὰ ση­κώ­νε­ται ἀ­μέ­σως ὑ­γι­ὴς καὶ νὰ περ­πα­τᾶ.