Παρασκευή 20 Ιουλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(22 ΙΟΥΛΙΟΥ 2018)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀ­δελ­φοί, πα­ρα­κα­λῶ ὑ­μᾶς, δι­ὰ το ὀ­νό­μα­τος το Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ἵ­να τ αὐ­τὸ λέ­γη­τε πάν­τες, κα μ ν ὑ­μῖν σχί­σμα­τα, ἦ­τε δ κα­τηρ­τι­σμέ­νοι ν τ αὐ­τῷ νο­ῒ κα ν τ αὐ­τῇ γνώ­μῃ. ἐ­δη­λώ­θη γρ μοι πε­ρὶ ὑ­μῶν, ἀ­δελ­φοί μου, ὑ­πὸ τν Χλό­ης ὅ­τι ἔ­ρι­δες ἐν ὑ­μῖν εἰ­σι. λέ­γω δ τοῦ­το, ὅ­τι ἕ­κα­στος ὑ­μῶν λέ­γει· ἐ­γὼ μν εἰ­μι Πα­ύ­λου, ἐ­γὼ δ Ἀ­πολ­λώ, ἐ­γὼ δ Κη­φᾶ, ἐ­γὼ δ Χρι­στοῦ. με­μέ­ρι­σται Χρι­στός; μ Παῦ­λος ἐ­σταυ­ρώ­θη ὑ­πὲρ ὑ­μῶν; ες τ ὄ­νο­μα Πα­ύ­λου ἐ­βα­πτί­σθη­τε; εὐ­χα­ρι­στῶ τ Θε­ῷ ὅ­τι οὐ­δέ­να ὑ­μῶν ἐ­βά­πτι­σα ε μ Κρί­σπον κα Γϊον, ἵ­να μ τις εἴ­πῃ ὅ­τι ες τ ἐ­μὸν ὄ­νο­μα ἐ­βά­πτι­σα. ἐ­βά­πτι­σα δ κα τν Στε­φα­νᾶ οἶ­κον· λοι­πὸν οκ οἶ­δα ε τι­να ἄλ­λον ἐ­βά­πτι­σα. ο γρ ἀ­πέ­στει­λέ με Χρι­στὸς βα­πτί­ζειν, ἀλ­λ' εὐ­αγ­γε­λί­ζε­σθαι, οκ ν σο­φί­ᾳ λό­γου, ἵ­να μ κε­νω­θῇ σταυ­ρὸς το Χρι­στοῦ.                                                             
   (Α΄ Κορ. α΄[1] 10 – 17)

ΧΡΙΣΤΟΚΕΝΤΡΙΚΟΙ
1.       ΓΙΑ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ!
Ἕ­να με­γά­λο πρό­βλη­μα τα­λά­νι­ζε τοὺς πι­στοὺς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Κο­ρίν­θου: Πολ­λοὶ Χρι­στια­νοὶ σχη­μά­τι­ζαν φα­τρί­ες γύ­ρω ἀ­πὸ συγ­κε­κρι­μέ­νους ἐρ­γά­τες τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, στοὺς ὁ­ποί­ους ἔ­δει­χναν με­γά­λη προ­σκόλ­λη­ση. Αὐ­τὸ ὅ­μως ὄ­χι μό­νο δη­μι­ουρ­γοῦ­σε σχί­σμα­τα, ἀλ­λὰ καὶ δι­έ­στρε­φε τὴν πνευ­μα­τι­κή τους ζω­ή, δι­ό­τι πα­ρα­με­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ τὴν κεν­τρι­κὴ θέ­ση ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χει στὴν ζω­ή τους ὁ θε­άν­θρω­πος Κύ­ριος Ἰ­η­σοῦς. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος τοὺς πα­ρα­κα­λεῖ ἐ­πι­κα­λού­με­νος τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου λέ­γον­τας: Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, ἀ­δελ­φοί, γιὰ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, στα­μα­τῆ­στε τὶς με­τα­ξύ σας δι­αι­ρέ­σεις καὶ ἑ­νω­θῆ­τε στὴν κοι­νὴ πί­στη μας μὲ τὰ ἴ­δια φρο­νή­μα­τα ὅ­λοι σας. Ἀ­πὸ αὐ­τὴν τὴν προ­τρο­πὴ τοῦ ἱ­ε­ροῦ Ἀ­πο­στό­λου μᾶς προ­ξε­νεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση ἡ ἐ­πί­κλη­ση τοῦ ὀ­νό­μα­τος τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Για­τί ἄ­ρα­γε ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος τὸ κά­νει αὐ­τό;
Ἀρ­χι­κῶς ἐ­πει­δὴ πρό­κει­ται νὰ τοὺς ἐ­πι­πλή­ξει, καὶ μά­λι­στα γιὰ ἕ­να θέ­μα τό­σο σο­βα­ρὸ καὶ δύ­σκο­λο, γνω­ρί­ζον­τας ὅ­τι ἡ προ­τρο­πή του αὐ­τὴ θὰ συ­ναν­τοῦ­σε ἀν­τι­δρά­σεις. Ἐ­πι­πλέ­ον ὅ­μως μὲ τὴν ἐ­πί­κλη­ση τοῦ ὀ­νό­μα­τος τοῦ Κυ­ρί­ου εἶ­ναι σὰν νὰ τοὺς λέ­γει: Μὲ τὶς δι­αι­ρέ­σεις σας ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στὸς ἀ­δι­κεῖ­ται καὶ ὑ­βρί­ζε­ται. Αὐ­τὸς λοι­πὸν ὁ ἀ­δι­κη­μέ­νος Κύ­ριος σᾶς πα­ρα­κα­λεῖ. Ἐ­ὰν ἔ­χε­τε κά­ποι­ο σε­βα­σμὸ πρὸς τὸ ἔν­δο­ξο αὐ­τὸ ὄ­νο­μα, ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­λά­βα­τε τὴν ὀ­νο­μα­σί­α σας ὡς λα­ὸς τοῦ Χρι­στοῦ, ἑ­νω­θεῖ­τε ὅ­λοι γύ­ρω του. Δι­ό­τι ὁ Κύ­ριος δί­δα­ξε τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴν ἐ­νό­τη­τα, χο­ρή­γη­σε τὴν εἰ­ρή­νη καὶ τὴν χά­ρη του, ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος γιὰ νὰ ἐ­νώ­σει σὲ ἕ­να σῶ­μα ὅ­λους μας. Μὲ τὸ αἷ­μα του μᾶς ἐ­ξα­γό­ρα­σε, σ' Αὐ­τὸν ἀ­νή­κου­με. Μὲ τὸν θά­να­τό του ζή­σα­με καὶ ζοῦ­με. Στὸ ὄ­νο­μά του ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με τὴν χά­ρη τοῦ Βα­πτί­σμα­τος καὶ ἀ­να­λαμ­βά­νου­με τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­ση νὰ ἀ­νή­κου­με σ' Αὐ­τόν. Ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι τὸ μο­να­δι­κὸ θε­μέ­λιο τῆς ζω­ῆς μας, ἡ μο­να­δι­κὴ πη­γὴ τῆς χά­ρι­τος.
2. ΠΡΟΣΚΟΛΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΧΙΣΜΑΤΑ
Στὴν Κό­ριν­θο ὑ­πῆρ­χαν με­τα­ξὺ τῶν πι­στῶν φι­λο­νι­κί­ες καὶ ἀν­τα­γω­νι­σμοί. Ὁ κα­θέ­νας προ­έ­βαλ­λε τὸν πνευ­μα­τι­κό του πα­τέ­ρα μὲ ἐ­γω­ι­στι­κὴ καύ­χη­ση προ­βάλ­λον­τας ἔ­τσι ἐμ­μέ­σως καὶ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ δι­αι­ρών­τας τὸ σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἄλ­λοι καυ­χι­όν­ταν πὼς ἦ­σαν πνευ­μα­τι­κὰ τέ­κνα τοῦ Πέ­τρου, ἄλ­λοι τοῦ Παύ­λου, ἄλ­λοι τοῦ Ἀ­πολ­λὼ καὶ ἄλ­λοι τοῦ Χρι­στοῦ. Καὶ κά­θε ὁ­μά­δα εἶ­χε τὴν πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἦ­ταν ἡ κα­λύ­τε­ρη, καὶ ὅ­τι μό­νον αὐ­τὴ ἐκ­φρά­ζει ἀ­πό­λυ­τα τὴν ἀ­λή­θεια. Βέ­βαι­α δὲν τὸ ἔ­κα­ναν αὐ­τὸ ὅ­λοι οἱ πι­στοί. Τὸ πρό­βλη­μα ὅ­μως ἤ­δη εἶ­χε πά­ρει τό­σο με­γά­λες δι­α­στά­σεις, ὥ­στε ἡ φθο­ρὰ ἀ­πει­λοῦ­σε ὅ­λο τὸ σῶ­μα τῆς το­πι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
Ποῦ ὠ­φει­λό­ταν ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ δι­αί­ρε­ση; Αὐ­τὸ ποὺ σί­γου­ρα γνω­ρί­ζου­με εἶ­ναι ὅ­τι γι' αὐ­τὴ τὴν δι­α­στρο­φὴ δὲν εὐ­θύ­νον­ταν οἱ Ἀ­πό­στο­λοι τοῦ Χρι­στοῦ, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­λα­ζο­νεί­α καὶ ὁ ἐ­γω­ι­σμός, ὁ φα­να­τι­σμὸς καὶ ἡ μα­ται­ο­δο­ξί­α κά­ποι­ων πι­στῶν. Δι­ό­τι τό­σο πο­λὺ δι­α­στρέ­φει τὴ φύ­ση μας ὁ ἐ­γω­ι­σμός, ὥ­στε καὶ στὶς με­τα­ξύ μας ἔ­ρι­δες νὰ τολ­μοῦ­με νὰ θέ­του­με ὡς ἀν­τι­πά­λους τοὺς πνευ­μα­τι­κούς μας πα­τέ­ρες καὶ δι­δα­σκά­λους, ἐ­νῶ αὐ­τοὶ δὲν ἔ­χουν καμ­μί­α ἀ­πο­λύ­τως ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση με­τα­ξύ τους.
Κι ἐ­πει­δὴ πα­ρό­μοι­α θλι­βε­ρὰ φαι­νό­με­να συ­νέ­βη­σαν σὲ δι­ά­φο­ρες ἐ­πο­χὲς τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας, θὰ πρέ­πει νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με ὅ­λοι μας ὅ­τι δὲν ἔ­χου­με δι­καί­ω­μα στὸ ὄ­νο­μα ἀ­κό­μη καὶ τῶν πλέ­ον ἁ­γι­α­σμέ­νων ποι­μέ­νων, δι­δα­σκά­λων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας νὰ δη­μι­ουρ­γοῦ­με σχί­σμα­τα, φα­τρί­ες καὶ κόμ­μα­τα, καὶ νὰ προ­σβάλ­λου­με ἔ­τσι τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ. Ὅ­σο κι ἂν κά­ποι­οι λει­τουρ­γοὶ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας συ­νε­τέ­λε­σαν στὸ νὰ γνω­ρί­σου­με τὸν Χρι­στὸ καὶ νὰ ὁ­δη­γη­θοῦ­με σ' Αὐ­τόν, αὐ­τοὶ εἶ­ναι μό­νον ὄρ­γα­να τοῦ Χρι­στοῦ, καὶ γιὰ κα­νέ­να λό­γο δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ τοὺς δεί­χνου­με με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­γά­πη, ἀ­φο­σί­ω­ση καὶ σε­βα­σμὸ ἀπ᾿ ὅ,τι στὸν Θε­άν­θρω­πο Κύ­ριό μας. Δι­ό­τι μό­νον Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Σω­τή­ρας μας. Αὐ­τὸς νὰ εἶ­ναι καὶ ὁ μό­νος Κύ­ριός μας.
3. Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ
Ἐ­πει­δὴ οἱ Χρι­στια­νοὶ τῆς Κο­ρίν­θου συ­σπει­ρώ­νον­ταν ὁ κα­θέ­νας τους γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν λει­τουρ­γὸ ὁ ὁ­ποῖ­ος τὸν βά­πτι­σε, ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος στὴ συ­νέ­χεια λέ­γει ὅ­τι ὁ ἴ­διος δὲν ἔ­κα­νε κύ­ριο ἔρ­γο του τὸ Βά­πτι­σμα ἀλ­λὰ τὸν εὐ­αγ­γε­λι­σμὸ τῶν ψυ­χῶν. Δι­ό­τι ὁ Χρι­στὸς δὲν τοῦ ἀ­νέ­θε­σε τὴν δι­α­κο­νί­α τοῦ ἀ­πο­στό­λου γιὰ νὰ βα­πτί­ζει, πρᾶγ­μα ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει κά­θε λει­τουρ­γός, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ κη­ρύτ­τει τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο τοῦ Χρι­στοῦ.
Βέ­βαι­α μὲ τοὺς λό­γους του αὐ­τοὺς ὁ θεῖ­ος Παῦ­λος δὲν ὑ­πο­τι­μᾶ τὸ Μυ­στή­ριο τοῦ ἁ­γί­ου Βα­πτί­σμα­τος. Ἀλ­λὰ θέ­λει νὰ το­νί­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν ἀ­νάγ­κη τοῦ εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ τοῦ λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἔρ­γο δύ­σκο­λο καὶ ἐ­πί­πο­νο. Ἔρ­γο ποὺ ἀ­παι­τεῖ εἰ­δι­κὰ πνευ­μα­τι­κὰ χα­ρί­σμα­τα ἀλ­λὰ καὶ γεν­ναι­ό­τη­τα καὶ δι­ά­θε­ση γιὰ κό­πο καὶ πό­νο, γιὰ κα­κο­πά­θεια καὶ πει­ρα­σμούς, γιὰ δά­κρυ­α καὶ μαρ­τύ­ριο, γιὰ ζω­ὴ καὶ γιὰ θά­να­το.
Καὶ δι­δά­σκει μὲ τὸ πα­ρά­δειγ­μά του ὁ Ἀ­πό­στο­λος τοῦ Χρι­στοῦ ὅ­λους μας, κλη­ρι­κοὺς καὶ λα­ϊ­κούς, ὅ­τι θὰ πρέ­πει μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α νὰ δι­α­κο­νοῦ­με ὄ­χι ἐ­κεῖ ὅ­που προ­βαλ­λό­μα­στε πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ ὅ­που ὁ Θε­ὸς κα­λεῖ τὸν κα­θέ­να ξε­χω­ρι­στὰ καὶ μᾶς ἔ­χει δώ­σει ἰ­δι­αί­τε­ρο χά­ρι­σμα γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­α­κό­νη­μα. Ἄλ­λος στὴν ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή, ἄλ­λος στὴν φι­λαν­θρω­πί­α, ἄλ­λος στὴν κα­τή­χη­ση, ἄλ­λος σὲ χει­ρω­να­κτι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες. Ὄ­χι ἐ­κεῖ ποὺ μᾶς ἀ­ρέ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἢ ἀ­παι­τοῦν­ται λι­γώ­τε­ροι κό­ποι, ἀλ­λὰ ὅ­που θὰ ἀ­πο­δώ­σουν οἱ κό­ποι μας, θὰ ὠ­φε­λη­θοῦν οἱ ψυ­χὲς καὶ θὰ δο­ξα­σθεῖ ὁ Θε­ός.
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
      Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἶ­δεν Ἰ­η­σοῦς πο­λὺν ὄ­χλον, κα ἐ­σπλαγ­χνί­σθη ἐ­π' αὐ­τοῖς κα ἐ­θε­ρά­πευ­σε τος ἀρ­ρώ­στους αὐ­τῶν. ὀ­ψί­ας δ γε­νο­μέ­νης προ­σῆλ­θον αὐ­τῷ ο μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ λέ­γον­τες· Ἔ­ρη­μός ἐ­στιν ὁ τό­πος κα ὥ­ρα ἤ­δη πα­ρῆλ­θεν· ἀ­πό­λυ­σον τος ὄ­χλους, ἵ­να ἀ­πελ­θόν­τες ες τς κώ­μας ἀ­γο­ρά­σω­σιν ἑ­αυ­τοῖς βρώ­μα­τα. δ Ἰ­η­σοῦς εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Ο χρεί­αν ἔ­χου­σιν ἀ­πελ­θεῖν· δό­τε αὐ­τοῖς ὑ­μεῖς φα­γεῖν. ο δ λέ­γου­σιν αὐ­τῷ· Οκ ἔ­χο­μεν ὧ­δε ε μ πέν­τε ἄρ­τους κα δύ­ο ἰ­χθύ­ας. δ εἶ­πε· Φρετ μοι αὐ­το­ύς ὧ­δε. κα κε­λε­ύ­σας τος ὄ­χλους ἀ­να­κλι­θῆ­ναι ἐ­πὶ τος χόρ­τους, λα­βὼν τος πέν­τε ἄρ­τους κα τος δύ­ο ἰ­χθύ­ας, ἀ­να­βλέ­ψας ες τν οὐ­ρα­νὸν εὐ­λό­γη­σε, κα κλά­σας ἔ­δω­κε τος μα­θη­ταῖς τος ἄρ­τους ο δ μα­θη­ταὶ τος ὄ­χλοις. κα ἔ­φα­γον πάν­τες κα ἐ­χορ­τά­σθη­σαν, κα ἦ­ραν τ πε­ρισ­σεῦ­ον τν κλα­σμά­των δώ­δε­κα κο­φί­νους πλή­ρεις. ο δ ἐ­σθί­ον­τες ἦ­σαν ἄν­δρες ὡ­σεὶ πεν­τα­κι­σχί­λι­οι χω­ρὶς γυ­ναι­κῶν κα παι­δί­ων. Κα εὐ­θέ­ως ἠ­νάγ­κα­σεν ὁ Ἰ­η­σοῦς τος μα­θη­τὰς αὐ­τοῦ ἐμ­βῆ­ναι ες τ πλοῖ­ον κα προ­ά­γειν αὐ­τὸν ες τ πέ­ραν, ἕ­ως ο ἀ­πο­λύ­σῃ τος ὄ­χλους.
                                       (Ματθ. ιδ΄[14] 14 – 22)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­δε πο­λὺν κό­σμο καὶ τοὺς σπλα­χνί­στη­κε, καὶ θε­ρά­πευ­σε τοὺς ἄρ­ρω­στούς τους. Κα­θὼς ὅ­μως πλη­σί­α­ζε νὰ βρα­διά­σει, τὸν πλη­σί­α­σαν οἱ μα­θη­τές του καὶ τοῦ εἶ­παν: Εἶ­ναι ἔ­ρη­μος ὁ τό­πος καὶ ἡ ὥ­ρα πλέ­ον πέ­ρα­σε. Δῶ­σε δι­α­τα­γὴ νὰ δι­α­λυ­θοῦν τὰ πλή­θη τοῦ λα­οῦ, γιὰ νὰ πᾶ­νε στὰ χω­ριὰ καὶ νὰ ἀ­γο­ρά­σουν γιὰ τοὺς ἑ­αυ­τοὺς τους τρο­φὲς νὰ φᾶ­νε. Ὁ Ἰ­η­σοῦς ὅ­μως τοὺς εἶ­πε: Δὲν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ φύ­γουν καὶ νὰ ἀ­γο­ρά­σουν τρό­φι­μα. Δῶ­στε τους ἐ­σεῖς νὰ φᾶ­νε. Ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νοι τοῦ εἶ­παν: Δὲν ἔ­χου­με ἐ­δῶ τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ μό­νο πέν­τε ψω­μιὰ καὶ δύ­ο ψά­ρια. Ὁ Κύ­ριος τό­τε εἶ­πε: Φέρ­τε τά μου ἐ­δῶ. Κι ἀ­φοῦ πα­ρα­κί­νη­σε τὰ πλή­θη τοῦ λα­οῦ νά ἀ­να­κλι­θοῦν στὴν πρα­σι­νά­δα, πῆ­ρε τὰ πέν­τε ψω­μιὰ καὶ τὰ δύ­ο ψά­ρια, σή­κω­σε τὰ μά­τια του στὸν οὐ­ρα­νὸ κι εὐ­χα­ρί­στη­σε καὶ ἐ­πι­κα­λέ­στη­κε τὸν Πα­τέ­ρα του. Κι ἀ­φοῦ ἔ­κο­ψε τὰ ψω­μιά, τὰ ἔ­δω­σε στοὺς μα­θη­τὲς καὶ οἱ μα­θη­τὲς στὰ πλή­θη τοῦ λα­οῦ. Κι ἔ­φα­γαν ὅ­λοι καὶ χόρ­τα­σαν, καὶ μά­ζε­ψαν ὅ­σα κομ­μά­τια εἶ­χαν πε­ρισ­σέ­ψει, δώ­δε­κα δη­λα­δὴ κο­φί­νια γε­μά­τα. Ἐ­κεῖ­νοι μά­λι­στα πού ἔ­φα­γαν ἦ­ταν πε­ρί­που πέν­τε χι­λιά­δες ἄν­δρες, χω­ρὶς νὰ συ­νυ­πο­λο­γί­ζον­ται στὸν ἀ­ριθ­μὸ αὐ­τὸ οἱ γυ­ναῖ­κες καὶ τὰ παι­διά. Κι ἀ­μέ­σως ὁ Ἰ­η­σοῦς, γιὰ νὰ μὴν πα­ρα­συρ­θοῦν οἱ μα­θη­τές του ἀ­πὸ τὸν ἐν­θου­σια­σμὸ τοῦ πλή­θους πού ἤ­θε­λε νὰ τὸν ἀ­να­κη­ρύ­ξει βα­σι­λιά, τοὺς ἀ­νάγ­κα­σε νὰ μποῦν στὸ πλοῖ­ο καὶ νὰ πε­ρά­σουν πρὶν ἀ­π' αὐ­τὸν στὸ ἀ­πέ­ναν­τι μέ­ρος τῆς λί­μνης, ὡ­σό­του αὐ­τὸς δι­α­λύ­σει τὰ πλή­θη τοῦ λα­οῦ.


Παρασκευή 6 Ιουλίου 2018

ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΟΥΛΙΟΥ 2018


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠ.ΠΑΥΛΟΥ και ΒΑΡΝΑΒΑ

ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΟΥΛΙΟΥ 2018


1 ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ Ε' Μ­Α­Τ­Θ­Α­Ι­ΟΥ (Ἀ­πό­στ. Α΄ Κορ. ιβ΄[12] 27 – ιγ΄[13] 8, Εὐ­αγ­γ.  Ματθ. η΄[8] 28-θ΄[9] 1), Κο­σμᾶ καὶ Δα­μια­νοῦ τῶν Ἀ­ναρ­γύ­ρων, Κων­σταν­τί­νου τοῦ ἐν Ὁρ­μη­δεί­ᾳ τῆς Κύ­πρου μάρ­τυ­ρος
7 ΣΑΒΒΑΤΟΝ Κυ­ρια­κῆς Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος, Θω­μᾶ τοῦ ἐν Μα­λε­ῷ ὁ­σί­ου
8 Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Ϛ' Μ­Α­Τ­Θ­Α­Ι­ΟΥ (Ἀ­πό­στ.  Ρωμ. ιβ΄ [12] 6-14, Εὐ­αγ­γ.  Ματθ. θ΄[9] 1- 8), Προ­κο­πί­ου Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος καὶ Θε­ο­δο­σί­ας τῆς μη­τρὸς αὐ­τοῦ μάρ­τυ­ρος
11 Τ­Ε­Τ­Α­Ρ­ΤΗ Εὐ­φη­μί­ας Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος, Ὄλ­γας βα­σι­λίσ­σης καί Ἰ­σα­πο­στό­λου
12 Π­Ε­Μ­Π­ΤΗ Π­ρ­ό­κ­λ­ου κ­αί Ἱ­λ­α­ρ­ί­ου Μ­α­ρ­τ­ύ­ρων, Β­ε­ρ­ο­ν­ί­κ­ης α­ἱ­μ­ο­ρ­ρ­ο­ο­ύ­σης, Μ­ι­χ­α­ήλ τ­οῦ Μα­λ­ε­ΐ­ν­ου ὁ­σ­ί­ου, Π­α­ϊ­σ­ί­ου τ­οῦ Ἁ­γ­ι­ο­ρ­ε­ί­τ­ου ὁ­σ­.­
15 Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Τῶν Ἁ­γί­ων 630 Θε­ο­φό­ρων Πα­τέ­ρων τῆς ἐν Χαλ­κη­δό­νι Δ΄ Οἰ­κ. Συ­νό­δου (451). (Ἀ­πό­στ. Τίτ. γ΄[3] 8-15, Εὐ­αγ­γ.  Ματθ. ε΄[5] 14-19), Κη­ρύ­κου καὶ Ἰ­ου­λίτ­της τῆς μη­τρὸς αὐ­τοῦ Μαρ­τύ­ρων
17 Τ­Ρ­Ι­ΤΗ Μα­ρί­νης Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος
20 Π­Α­Ρ­Α­Σ­Κ­Ε­ΥΗ Προ­φή­του Ἠ­λιοῦ το Θε­σβί­του
22 Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Η'  ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ἀ­πό­στ. Α΄ Κορ. α΄ [1] 10 – 17), Εὐ­αγ­γ.  Ματθ. ιδ΄[14] 14 – 22, Μα­ρί­ας Μα­γδα­λη­νῆς τ­ῆς Μυ­ρο­φόρ. κ­αὶ Ἰ­σα­πο­στό­λου. Μαρ­κέλ­λης Ὁ­σι­ο­μάρτ., Θε­ο­φί­λου τ­οῦ νέ­ου Μάρ­τυ­ρος  
24 Τ­Ρ­Ι­ΤΗ Χρι­στί­νης Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος
25  Τ­Ε­Τ­Α­Ρ­ΤΗ Κ­ο­ί­μ­η­σ­ις τ­ῆς Ἁ­γ­ί­ας Ἄ­ν­ν­ης μ­η­τρός τ­ῆς Ὑ­π­ε­ρ­α­γ­ί­ας Θ­ε­ο­τ­ό­κ­ου. Τ­ῶν Ἁ­γ­ί­ων 165 Π­α­τέ­ρ­ων τ­ῶν ἐν τῇ Ε΄ Ο­ἰκ. Σ­υν. σ­υ­ν­ε­λ­θ­ό­ν­τ­ων, Ὀ­λ­υ­μ­π­ι­ά­δ­ος δ­ι­α­κ­όν.­, Ε­ὐ­π­ρ­α­ξ­ί­ας ὁ­σ­ί­ας
26 Π­Ε­Μ­Π­ΤΗ Πα­ρα­σκευ­ῆς Ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρος, Ἑρ­μο­λά­ου ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος καί τῶν σύν αὐ­τῷ Ἑρ­μίπ­που καί Ἑρ­μο­κρά­τους
27 Π­Α­Ρ­Α­Σ­Κ­Ε­ΥΗ Παν­τε­λε­ή­μο­νος Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος τοῦ Ἰ­α­μα­τι­κοῦ  
28 ΣΑΒΒΑΤΟΝ Εἰ­ρή­νης Ὁ­σί­ας τῆς Χρυ­σο­βα­λάντου
29 ΚΥΡΙΑΚΗ Θ' Μ­Α­Τ­Θ­Α­Ι­ΟΥ (Ἀ­πό­στ. Α΄ Κορ. γ΄[3] 9 – 17, Εὐ­αγγ.  Ματθ. ιδ΄[14] 22 – 34), Καλ­λι­νί­κου καὶ Θε­ο­δό­της Μαρ­τύ­ρων
Ε­ΣΠΕ­ΡΙ­ΝΟΣ: 6.30 Μ.Μ.
ΟΡ­ΘΡΟΣ: 6.30 Π.Μ.



ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
   ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Ϛ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(8 ΙΟΥΛΙΟΥ 2018)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀ­δελ­φοί, ἔ­χον­τες χα­ρί­σμα­τα κα­τὰ τὴν χά­ριν τὴν δο­θεῖ­σαν ἡ­μῖν δι­ά­φο­ρα, εἴ­τε προ­φη­τε­ί­αν, κα­τὰ τὴν ἀ­να­λο­γί­αν τῆς πί­στε­ως, εἴ­τε δι­α­κο­νί­αν, ἐν τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ, εἴ­τε ὁ δι­δά­σκων, ἐν τῇ δι­δα­σκα­λί­ᾳ, εἴ­τε ὁ πα­ρα­κα­λῶν, ἐν τῇ πα­ρα­κλή­σει, ὁ με­τα­δι­δο­ύς, ἐν ἁ­πλό­τη­τι, ὁ προ­ϊ­στά­με­νος, ἐν σπου­δῇ, ὁ ἐ­λε­ῶν, ἐν ἱ­λα­ρό­τη­τι. ῾Η ἀ­γά­πη ἀ­νυ­πό­κρι­τος. Ἀ­πο­στυ­γοῦν­τες τὸ πο­νη­ρόν, κολ­λώ­με­νοι τῷ ἀ­γα­θῷ, τῇ φι­λα­δελ­φί­ᾳ εἰς ἀλ­λή­λους φι­λό­στορ­γοι, τῇ τι­μῇ ἀλ­λή­λους προ­η­γο­ύ­με­νοι, τῇ σπου­δῇ μὴ ὀ­κνη­ροί, τῷ πνε­ύ­μα­τι ζέ­ον­τες, τῷ Κυ­ρί­ῳ δου­λε­ύ­ον­τες, τῇ ἐλ­πί­δι χα­ί­ρον­τες, τῇ θλί­ψει ὑ­πο­μέ­νον­τες, τῇ προ­σευ­χῇ προ­σκαρ­τε­ροῦν­τες, ταῖς χρε­ί­αις τῶν ἁ­γί­ων κοι­νω­νοῦν­τες, τὴν φι­λο­ξε­νί­αν δι­ώ­κον­τες. Εὐ­λο­γεῖ­τε τοὺς δι­ώ­κον­τας ὑ­μᾶς, εὐ­λο­γεῖ­τε καὶ μὴ κα­τα­ρᾶ­σθε.      
                                                  (Ρωμ. Ιβ΄[12] 6-14)

ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΝΟΤΗΤΑ
1. ΤΑ XAΡΙΣΜΑΤΑ
Στὸ ση­με­ρι­νὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μᾶς δι­δά­σκει ὅ­τι ὅ­λοι οἱ πι­στοὶ ἔ­χου­με «χα­ρί­σμα­τα κα­τὰ τὴν χά­ριν τὴν δο­θεῖ­σαν ἡ­μῖν δι­ά­φο­ρα». Ἔ­χου­με δι­ά­φο­ρα χα­ρί­σμα­τα ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ποὺ μᾶς δό­θη­κε. Γι᾿ αὐ­τὸ ἂς ἀρ­κού­μα­στε σ᾿ αὐ­τὰ κι ἂς μὴ ζη­τοῦ­με ἐ­γω­ι­στι­κὰ ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν ἔ­χου­με. Ὅ­ποι­ος δη­λα­δὴ ἔ­χει τὸ χά­ρι­σμα τῆς προ­φη­τεί­ας, ἂς δι­δά­σκει σύμ­φω­να μὲ τὸν βαθ­μὸ τοῦ χα­ρί­σμα­τος, ποὺ τοῦ δό­θη­κε ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν πί­στη του. Ὅ­ποι­ος ἔ­χει χά­ρι­σμα δι­α­κο­νί­ας, μέ­νει στὸ χά­ρι­σμα αὐ­τὸ τῆς δι­α­κο­νί­ας· κι ὅ­ποι­ος εἶ­ναι δι­δά­σκα­λος τῶν θεί­ων ἀ­λη­θει­ῶν, ἂς ἀρ­κεῖ­ται νὰ ἐ­ξη­γεῖ τὶς ἀ­λή­θει­ες ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὸ λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Κι ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἔ­χει τὸ χά­ρι­σμα νὰ προ­τρέ­πει στὴν ἀ­ρε­τὴ καὶ στὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ τῶν θεί­ων ἀ­λη­θει­ῶν, ἂς μέ­νει στὸ ἔρ­γο τῆς προ­τρο­πῆς. Ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἔ­χει κλί­ση νὰ μοι­ρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­θά του στοὺς φτω­χούς, ἂς τὸ κά­νει αὐ­τὸ μὲ ἁ­πλό­τη­τα, χω­ρὶς ἐ­πί­δει­ξη ἢ ἄλ­λα ἐ­γω­ι­στι­κὰ ἐ­λα­τή­ρια. Ἐ­κεῖ­νος στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­τέ­θη­κε ἡ φρον­τί­δα καὶ ἡ ἐ­πι­μέ­λεια ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε κα­λοῦ ἔρ­γου, ἂς ἐ­πι­στα­τεῖ μὲ προ­θυ­μί­α καὶ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Κι ἐ­κεῖ­νος ποὺ κά­νει ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, ἂς ἐ­λε­εῖ μὲ χα­ρὰ καὶ κα­τα­δε­κτι­κό­τη­τα.
Μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ ὅ­λοι οἱ πι­στοὶ ἔ­χου­με πολ­λὰ καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ χα­ρί­σμα­τα. Συ­χνὰ ὅ­μως πα­ρα­τη­ρεῖ­ται τὸ φαι­νό­με­νο κά­ποι­οι πι­στοὶ νὰ κά­νουν συγ­κρί­σεις, νὰ ζη­λεύ­ουν καὶ νὰ γογ­γύ­ζουν. Για­τί ἐ­γὼ νὰ ἔ­χω λι­γό­τε­ρα χα­ρί­σμα­τα καὶ ὁ ἄλ­λος πε­ρισ­σό­τε­ρα; Μᾶς ἀ­παν­τᾶ λοι­πὸν ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ὅ­τι ὁ Θε­ὸς δὲν ἔ­δω­σε τυ­χαῖ­α καὶ ἄ­δι­κα στὸν κα­θέ­να μας τὰ δι­ά­φο­ρα χα­ρί­σμα­τα. Ἀλ­λὰ μᾶς τὰ ἔ­δω­σε ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴ δε­κτι­κό­τη­τα καὶ τὴν πί­στη τοῦ κα­θε­νός μας. Ὁ κα­θέ­νας ἀ­πὸ μᾶς γί­νε­ται αἴ­τιος νὰ λά­βει με­γα­λύ­τε­ρο ἢ μι­κρό­τε­ρο χά­ρι­σμα. Δι­ό­τι τὰ χα­ρί­σμα­τα μᾶς τὰ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴ χω­ρη­τι­κό­τη­τα τοῦ σκεύ­ους ποὺ προ­σφέ­ρου­με στὸν Θε­ό, ἀ­νά­λο­γα δη­λα­δὴ μὲ τὴ δε­κτι­κό­τη­τα καὶ τὴν πί­στη μας.
Αὐ­τὸ τί ἔ­χει νὰ πεῖ γιὰ μᾶς; ὅ­τι ὁ κα­θέ­νας μας θὰ πρέ­πει νὰ ἀρ­κεῖ­ται στὰ χα­ρί­σμα­τα ποὺ τοῦ δό­θη­καν καὶ νὰ τὰ καλ­λι­ερ­γεῖ ὅ­σο μπο­ρεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο, χω­ρὶς νὰ πα­ρα­σύ­ρε­ται ἀ­πὸ τὴ φι­λαυ­τί­α καὶ τὴ ζή­λεια. Ἄλ­λοι εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στοι στὴ δι­δα­σκα­λί­α καὶ ἄλ­λοι ὄ­χι. Κά­ποι­οι ἔ­χουν χά­ρι­σμα στὴν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α κι ἄλ­λοι εἶ­ναι ψυ­χροὶ καὶ ἀ­δέ­ξιοι. Καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά: Κά­ποι­ος ἔ­χει ἀ­νάγ­κη νὰ δι­δα­χθεῖ ἀ­πὸ κά­ποι­ο φω­τι­σμέ­νο δι­δά­σκα­λο, κά­ποι­ος ἄλ­λος ἐ­πι­ζη­τεῖ νὰ πα­ρη­γο­ρη­θεῖ ἀ­πὸ μιὰ θερ­μὴ καρ­διά. Τὰ χα­ρί­σμα­τα δὲν συγ­κεν­τρώ­νον­ται ὅ­λα σ᾿ ἕ­να πρό­σω­πο, ἀλ­λὰ εἶ­ναι κα­τα­νε­μη­μέ­να σὲ δι­ά­φο­ρα πρό­σω­πα. Ἔ­τσι τὸ ποι­μαν­τι­κὸ ἔρ­γο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἐ­πι­τε­λεῖ­ται κα­λύ­τε­ρα μὲ μιὰ σω­στὴ κα­τα­νο­μὴ τοῦ ἔρ­γου της. Καὶ ὅ­λοι ἀ­παρ­τί­ζου­με μιὰ ἑ­νό­τη­τα, μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια, ὅ­που ὅ­λοι εἴ­μα­στε ἀ­πα­ραί­τη­τοι, ὅ­λοι πρέ­πει νὰ ἐ­πι­τε­λοῦ­με τὸ ἔρ­γο, ποὺ μᾶς ἀ­νέ­θε­σε ὁ Θε­ός.
2. ΑΓΑΠΗ ΕΜΠΡΑΚΤΗ
Στὴ συ­νέ­χεια ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος το­νί­ζει ὅ­τι ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ χα­ρί­σμα­τα ποὺ ἔ­χει ὁ κα­θέ­νας μας, κοι­νὸ χά­ρι­σμα καὶ κα­θῆ­κον ὅ­λων μας εἶ­ναι ἡ ἀ­νυ­πό­κρι­τη ἀ­γά­πη. Ἡ ἀ­γά­πη μας, λέ­ει, ἂς εἶ­ναι εἰ­λι­κρι­νὴς καὶ ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­πὸ ὑ­πο­κρι­σί­α. Καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἀ­να­φέ­ρει κά­ποι­ες πρα­κτι­κὲς συμ­βου­λὲς ἐ­φαρ­μο­γῆς αὐ­τῆς τῆς ἀ­γά­πης. Ἡ ἀ­γά­πη σας αὐ­τὴ νὰ μὴν ἔ­χει πο­νη­ρί­α, το­νί­ζει. Νὰ εἶ­στε φι­λό­στορ­γοι με­τα­ξύ σας. Νὰ προ­λα­βαί­νει ὁ κα­θέ­νας τοὺς ἄλ­λους καὶ νὰ τοὺς ἀ­πο­δί­δει πρῶ­τος τὴν τι­μή. Νὰ μὴν εἶ­στε δυ­σκί­νη­τοι στὰ θε­ά­ρε­στα ἔρ­γα ἀλ­λὰ πρό­θυ­μοι. Οἱ πνευ­μα­τι­κές σας δυ­νά­μεις νὰ εἶ­ναι γε­μά­τες ἀ­φο­σί­ω­ση καὶ ζέ­ου­σες ἀ­πὸ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ φλό­γα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Καὶ μ᾿ ὅ­λα αὐ­τὰ νὰ ὑ­πη­ρε­τεῖ­τε τὸν Κύ­ριο ὡς ἀ­φο­σι­ω­μέ­νοι δοῦ­λοι του. Ἡ ἐλ­πί­δα σας στὰ αἰ­ώ­νια ἀ­γα­θὰ νὰ σᾶς γε­μί­ζει χα­ρὰ καὶ νὰ σᾶς ἐ­νι­σχύ­ει γιὰ νὰ δεί­χνε­τε ὑ­πο­μο­νὴ στὶς θλί­ψεις. Νὰ ἐ­πι­μέ­νε­τε στὴν προ­σευ­χή, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α θὰ παίρ­νε­τε με­γά­λη βο­ή­θεια. Νὰ βο­η­θᾶ­τε στὶς ἀ­νάγ­κες τῶν χρι­στια­νῶν καὶ νὰ ἐ­πι­δι­ώ­κε­τε τὴ φι­λο­ξε­νί­α χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νε­τε οἱ ξε­νι­τε­μέ­νοι ἀ­δελ­φοὶ νὰ σᾶς τὴ ζη­τή­σουν. Νὰ εὔ­χε­στε γιὰ ἐ­κεί­νους ποὺ σᾶς κα­τα­δι­ώ­κουν· καὶ πο­τὲ νὰ μὴν τοὺς κα­τα­ρι­έ­σθε.
Ὅ­πως γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτό, κοι­νὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν προ­τρο­πῶν τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου εἶ­ναι ἡ ἀ­νυ­πό­κρι­τη ἀ­γά­πη. Ἀ­γά­πη ὄ­χι πλα­σμα­τι­κὴ ἀλ­λὰ εἰ­λι­κρι­νής. Ἀ­γά­πη ποὺ δὲν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται σὲ ὡ­ραῖ­α λό­για χω­ρὶς οὐ­σί­α. Μιὰ ἀ­γά­πη θερ­μὴ καὶ δι­ά­πυ­ρη, αὐ­θόρ­μη­τη καὶ ἐγ­κάρ­δια καὶ ὄ­χι ἀ­ναγ­κα­στι­κή. Καὶ αὐ­τὴ ἡ ἀ­γά­πη μας πρέ­πει νὰ εἶ­ναι τὸ κύ­ριο ἔρ­γο μας. Ὅ­ποι­α δι­α­κο­νί­α κι ἂν κά­νου­με, ὅ­ταν τὴν κά­νου­με μὲ ἀ­νυ­πό­κρι­τη ἀ­γά­πη, τό­τε ἐ­πι­δι­ώ­κου­με μὲ ὅ­λες μας τὶς δυ­νά­μεις νὰ τὴν κά­νου­με ἄρ­τια· δὲν τὴν ἐ­πι­τε­λοῦ­με πρό­χει­ρα, μὲ χλι­α­ρό­τη­τα καὶ ρα­θυ­μί­α, οὔ­τε δυ­σκο­λευ­ό­μα­στε νὰ θυ­σι­ά­σου­με τὴν ἄ­νε­ση καὶ τὴν ἀ­νά­παυ­σή μας. Ὅ­ταν ἔ­χου­με ἀ­γά­πη ἀ­νυ­πό­κρι­τη, τό­τε ὅ­λα γί­νον­ται μὲ πνευ­μα­τι­κὴ θερ­μό­τη­τα καὶ ζέ­ση. Μὲ θερ­μὸ πό­θο πρὸς τὸν Θε­ὸ καὶ τὰ τοῦ Θε­οῦ. Ἡ θερ­μό­τη­τα τῆς ἀ­φο­σι­ώ­σε­ώς μας αὐ­τῆς μᾶς προ­σφέ­ρει ἀ­σύγ­κρι­τη χα­ρὰ στὴ δι­α­κο­νί­α μας. Αὐ­τὴ μᾶς τε­λει­ο­ποι­εῖ καὶ μᾶς ἀ­νοί­γει τὶς πύ­λες τοῦ Πα­ρα­δεί­σου.    
  (Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐμ­βὰς ὁ Ἰ­η­σοῦς ες πλοῖ­ον δι­ε­πέ­ρα­σεν κα ἦλ­θεν ες τν ἰ­δί­αν πό­λιν. Κα ἰ­δοὺ προ­σέ­φε­ρον αὐ­τῷ πα­ρα­λυ­τι­κὸν ἐ­πὶ κλί­νης βε­βλη­μέ­νον. κα ἰ­δὼν ὁ Ἰ­η­σοῦς τν πί­στιν αὐ­τῶν εἶ­πεν τ πα­ρα­λυ­τι­κῷ· Θρσει, τέ­κνον· ἀ­φέ­ων­ταί σοι α ἁ­μαρ­τί­αι σου. κα ἰ­δού τι­νες τν γραμ­μα­τέ­ων εἶ­πον ν ἑ­αυ­τοῖς· Οὗ­τος βλα­σφη­μεῖ. κα εἰ­δὼς ὁ Ἰ­η­σοῦς τς ἐν­θυ­μή­σεις αὐ­τῶν εἶ­πεν· Ἵ­να τ ὑ­μεῖς ἐν­θυ­μεῖ­σθε πο­νη­ρὰ ν τας καρ­δί­αις ὑ­μῶν; τ γρ ἐ­στιν εὐ­κο­πώ­τε­ρον, εἰ­πεῖν, ἀ­φέ­ων­ταί σου α ἁ­μαρ­τί­αι, εἰ­πεῖν, ἔ­γει­ρε κα πε­ρι­πά­τει; ἵ­να δ εἰ­δῆ­τε ὅ­τι ἐ­ξου­σί­αν ἔ­χει ὁ υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που ἐ­πὶ τς γς ἀ­φι­έ­ναι ἁ­μαρ­τί­ας – τό­τε λέ­γει τ πα­ρα­λυ­τι­κῷ· Ἐ­γερ­θεὶς ἆ­ρόν σου τν κλί­νην κα ὕ­πα­γε ες τν οἶ­κόν σου. κα ἐ­γερ­θεὶς ἀ­πῆλ­θεν ες τν οἶ­κον αὐ­τοῦ. ἰ­δόν­τες δ ο ὄ­χλοι ἐ­θα­ύ­μα­σαν κα ἐ­δό­ξα­σαν τν Θε­ὸν τν δόν­τα ἐ­ξου­σί­αν τοι­α­ύ­την τος ἀν­θρώ­ποις.
                                                                                      (Ματθ. θ΄[9]  1 –8)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ Ἰ­η­σοῦς ἀ­φοῦ μπῆ­κε σ᾿ ἕ­να πλοῖ­ο, πέ­ρα­σε στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ὄ­χθη τς λί­μνης, καί ἦλ­θε στὴ δι­κή του πό­λη, τὴν Κα­περ­να­ούμ. Τό­τε τοῦ ἔ­φε­ραν ἕ­ναν πα­ρά­λυ­το, πού τόν εἶ­χαν βά­λει πά­νω σ᾿ ἕ­να κρε­βά­τι. Καὶ κα­θὼς ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­δε τήν πί­στη ποὺ εἶ­χε καὶ ὁ πα­ρά­λυ­τος κι ἐ­κεῖ­νοι ποὺ τὸν με­τέ­φε­ραν, εἶ­πε στὸν πα­ρά­λυ­το, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­νη­συ­χοῦ­σε καί φο­βό­ταν μή­πως οἱ ἁ­μαρ­τί­ες του γί­νουν ἐμ­πό­διο στή θε­ρα­πεί­α του: Ἔ­χε θάρ­ρος, παι­δί μου· σοῦ ἔ­χουν συγ­χω­ρη­θεῖ οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου. Τό­τε ὅ­μως με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς γραμ­μα­τεῖς εἶ­παν μέ­σα τους: Αὐ­τός βλα­σφη­μεῖ, δι­ό­τι σφε­τε­ρί­ζε­ται δι­καί­ω­μα πού μό­νον ὁ Θε­ός ἔ­χει. Ὁ Ἰ­η­σοῦς τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ εἶ­δε στά βά­θη τῆς καρ­διᾶς τους τίς σκέ­ψεις τους καί εἶ­πε: Για­τὶ κά­νε­τε μέ­σα στίς καρ­δι­ές σας σκέ­ψεις πο­νη­ρὲς καὶ κα­κο­προ­αί­ρε­τες; Καὶ εἶ­ναι πράγ­μα­τι οἱ σκέ­ψεις σας αὐ­τὲς κα­κό­βου­λες καὶ κα­κο­προ­αί­ρε­τες, δι­ό­τι, τὶ εἶ­ναι εὐ­κο­λό­τε­ρο: νά πεῖ κα­νείς· εἶ­ναι συγ­χω­ρη­μέ­νες οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου, ἢ νὰ πεῖ, σή­κω ὄρ­θιος καὶ περ­πά­τα; Ἐ­σεῖς θε­ω­ρεῖ­τε δυ­σκο­λό­τε­ρο αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο. Γιὰ νὰ μά­θε­τε λοι­πὸν τώ­ρα ὅ­τι ὁ υἱ­ός τοῦ ἀν­θρώ­που, ὁ Μεσ­σί­ας, ὁ ἐκ­πρό­σω­πος τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τος καὶ ἔν­δο­ξος Κρι­τής της κα­τά τὴ δευ­τέ­ρα πα­ρου­σί­α του, ἔ­χει ἐ­ξου­σί­α νά συγ­χω­ρεῖ στή γῆ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τῶν ἀν­θρώ­πων, τό­τε λέ­ει στὸν πα­ρά­λυ­το: Σή­κω ὄρ­θιος καί πά­ρε στοὺς ὤ­μους σου τὸ κρε­βά­τι σου καὶ πή­γαι­νε στὸ σπί­τι σου. Καὶ πραγ­μα­τι­κά ἐ­κεῖ­νος ση­κώ­θη­κε καὶ πῆ­γε στὸ σπί­τι του. Ὅ­ταν λοι­πὸν τὰ πλή­θη τοῦ λα­οῦ εἶ­δαν αὐ­τὸ ποὺ ἔ­γι­νε, θαύ­μα­σαν καὶ δό­ξα­σαν τὸν Θε­ό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­δω­σε δι­α­μέ­σου τοῦ Χρι­στοῦ στοὺς ἀν­θρώ­πους τέ­τοι­α ἐ­ξου­σί­α, νὰ συγ­χω­ροῦν­ται δη­λα­δὴ οἱ ἁ­μαρ­τί­ες, καί συγ­χρό­νως νὰ γι­α­τρεύ­ον­ται μ᾿ ἕ­να λό­γο ἀ­θε­ρά­πευ­τες ἀ­σθέ­νει­ες τοῦ σώ­μα­τος.