Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ
(16 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2018)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  
Ἀ­δελ­φοί εἰ­δό­τες ὅ­τι ο δι­και­οῦ­ται ἄν­θρω­πος ἐξ ἔρ­γων νό­μου ἐ­ὰν μ δι­ὰ πί­στε­ως Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, κα ἡ­μεῖς ες Χρι­στὸν Ἰ­η­σοῦν ἐ­πι­στε­ύ­σα­μεν, ἵ­να δι­και­ω­θῶ­μεν κ πί­στε­ως Χρι­στοῦ κα οκ ξ ἔρ­γων νό­μου, δι­ό­τι ο δι­και­ω­θή­σε­ται ξ ἔρ­γων νό­μου πᾶ­σα σρξ. Ε δ ζη­τοῦν­τες δι­και­ω­θῆ­ναι ν Χρι­στῷ εὑ­ρέ­θη­μεν κα αὐ­τοὶ ἁ­μαρ­τω­λοί, ἆ­ρα Χρι­στὸς ἁ­μαρ­τί­ας δι­ά­κο­νος; μ γέ­νοι­το. ε γρ κα­τέ­λυ­σα ταῦ­τα πά­λιν οἰ­κο­δο­μῶ, πα­ρα­βά­την ἐ­μαυ­τὸν συ­νί­στη­μι. ἐ­γὼ γρ δι­ὰ νό­μου νό­μῳ ἀ­πέ­θα­νον, ἵ­να Θε­ῷ ζή­σω. Χρι­στῷ συ­νε­στα­ύ­ρω­μαι· ζ δ οὐ­κέ­τι ἐ­γώ, ζ δ ν ἐ­μοὶ Χρι­στός· δ νν ζ ν σαρκ, ν πί­στει ζ τ το υἱ­οῦ το Θε­οῦ το ἀ­γα­πή­σαν­τός με κα πα­ρα­δόν­τος ἑ­αυ­τὸν ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ.
                                                    (Γαλ. β΄[2] 16 – 20)

«ΖΗ ΕΝ ΕΜΟΙ ΧΡΙΣΤΟΣ»
1. Η ΙΣΧΥΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ
Στὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα τῆς Κυ­ρια­κῆς με­τὰ τὴν ἑ­ορ­τὴ τῆς Ὑ­ψώ­σε­ως τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ, ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἀ­πο­λο­γεῖ­ται ἀ­πέ­ναν­τι σὲ πολ­λοὺς Ἰ­ου­δαί­ους ἐ­πι­κρι­τές του, οἱ ὁ­ποῖ­οι τὸν κα­τη­γο­ροῦ­σαν ὅ­τι ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὸν ἰ­ου­δα­ϊ­κὸ νό­μο. Καὶ λέ­ει:
Ἐ­πει­δὴ μά­θα­με ἀ­πὸ τὴν προ­σω­πι­κή μας πεί­ρα ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος δὲν μπο­ρεῖ νὰ σω­θεῖ μὲ τὴν τή­ρη­ση τῶν δι­α­τά­ξε­ων τοῦ μω­σα­ϊ­κοῦ νό­μου ἀλ­λὰ μό­νο μὲ τὴν πί­στη στόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, κι ἐ­μεῖς πι­στεύ­σα­με σ᾿ Αὐ­τὸν γιὰ νὰ σω­θοῦ­με ἀ­πὸ τὴν πί­στη στὸν Χρι­στὸ καὶ ὄ­χι ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα τοῦ νό­μου. Δι­ό­τι, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρε­ται στοὺς Ψαλ­μούς, μὲ τὰ ἔρ­γα τοῦ νό­μου δὲν θὰ σω­θεῖ κα­νέ­νας ἄν­θρω­πος. Ἀλ­λὰ ἐ­ὰν ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι ἡ τή­ρη­ση τοῦ μω­σα­ϊ­κοῦ νό­μου εἶ­ναι ἐ­πι­βε­βλη­μέ­νη καὶ συ­νε­πῶς ἐ­μεῖς ποὺ τὸν ἀ­φή­σα­με ἁ­μαρ­τή­σα­με, τό­τε γεν­νι­έ­ται τὸ ἄ­το­πο ἐ­ρώ­τη­μα: Ἄ­ρα ὁ Χρι­στὸς μᾶς ὁ­δη­γεῖ στὴν ἁ­μαρ­τί­α, ἀ­φοῦ μᾶς ὤ­θη­σε νὰ ἀ­φή­σου­με τὸν νό­μο; Μὴ συμ­βεῖ νὰ ποῦ­με μιὰ τέ­τοι­α βλα­σφη­μί­α. Δι­ό­τι, ἂν ἐ­κεῖ­να ποὺ κα­τάρ­γη­σα ὡς ἀ­νώ­φε­λα, αὐ­τὰ πά­λι τὰ τη­ρῶ ὡς ἀ­ναγ­καῖ­α, ἀ­πο­δει­κνύ­ω τὸν ἑ­αυ­τό μου πα­ρα­βά­τη· δι­ό­τι βε­βαι­ώ­νω ἔμ­πρα­κτα ὅ­τι ἔ­κα­να λά­θος ποὺ ἄ­φη­σα τὸν νό­μο· καὶ ἁ­μάρ­τη­σα ὅ­ταν προ­τί­μη­σα τὴ σω­τη­ρί­α ποὺ δί­νει ὁ Χρι­στός. Ὅ­μως δὲν ἁ­μάρ­τη­σα. «Ἐ­γὼ γὰρ διὰ νό­μου νό­μῳ ἀ­πέ­θα­νον, ἵ­να Θε­ῷ ζή­σω». Ἐ­γὼ μὲ κρι­τή­ριο τὸν μω­σα­ϊ­κὸ νό­μο, ποὺ τι­μω­ρεῖ μὲ θά­να­το κά­θε πα­ρα­βά­τη του, πέ­θα­να ὡς πρὸς τὸν νό­μο, γιὰ νὰ ζή­σω γιὰ τὴ δό­ξα τοῦ Θε­οῦ.
Βέ­βαι­α ἐ­μεῖς σή­με­ρα δὲν μπο­ροῦ­με νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με τί σή­μαι­νε γιὰ τὸν ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο αὐ­τὴ ἡ ἐ­πι­λο­γή του. Ἦ­ταν ἕ­νας Ἰ­ου­δαῖ­ος, ξα­κου­στὸς νο­μο­δι­δά­σκα­λος καὶ τη­ρη­τὴς τῶν ἰ­ου­δα­ϊ­κῶν πα­ρα­δό­σε­ων. Καὶ τὰ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὅ­λα αὐ­τά, ἀ­παρ­νή­θη­κε μιὰ πα­ρά­δο­ση αἰ­ώ­νων καὶ μιὰ νο­ο­τρο­πί­α συ­νυ­φα­σμέ­νη μὲ τὴ ζω­ὴ τοῦ ἔ­θνους του. Αὐ­τὸ ὅ­μως ἦ­ταν ἐ­πα­νά­στα­ση γιὰ τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη. Καὶ τοῦ στοί­χι­σε τὴν ἴ­διά του τὴ ζω­ή.
Καὶ στὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ αὐ­τὸ ἀ­νά­γνω­σμα τεκ­μη­ρι­ώ­νει τὴν ἐ­πι­λο­γή του αὐ­τὴ βα­σι­σμέ­νος στὸν ἴ­διο τὸν νό­μο καὶ κά­νον­τας κυ­ρί­ως τὸν ἑ­ξῆς συλ­λο­γι­σμό: Ὁ νό­μος τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης ἦ­ταν κα­λός, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­δι­νε στοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ τὴ χά­ρη καὶ τὴ δύ­να­μη νὰ τὸν τη­ρή­σουν. Κι ἐ­πι­πλέ­ον τι­μω­ροῦ­σε μὲ θά­να­το κά­θε πα­ρα­βά­τη τῶν ἐν­το­λῶν του. Ποι­ὸς ὅ­μως Ἰ­ου­δαῖ­ος θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τη­ρή­σει ὅ­λες τὶς δι­α­τά­ξεις τοῦ μω­σα­ϊ­κοῦ νό­μου; Κα­νείς. Ἄ­ρα λοι­πόν, κα­νεὶς δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ σω­θεῖ τη­ρών­τας τὶς δι­α­τά­ξεις αὐ­τές, καὶ μά­λι­στα ὅ­πως τὶς ἑρ­μή­νευ­αν οἱ νο­μο­δι­δά­σκα­λοι. Σύμ­φω­να δὲ μὲ τὶς δι­α­τά­ξεις τοῦ νό­μου ἔ­πρε­πε νὰ θα­να­τω­θεῖ κά­θε πα­ρα­βά­της του. Ἀ­φοῦ λοι­πόν, λέ­ει ὁ θεῖ­ος Παῦ­λος, οὕ­τως ἢ ἄλ­λως ἦ­ταν χα­μέ­νος καὶ κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σὲ θά­να­το ὡς πρὸς τὸν νό­μο, για­τί νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θεῖ; Για­τί νὰ τη­ρεῖ τὶς δι­α­τά­ξεις του, ἀ­φοῦ δὲν θὰ τὸν ὁ­δη­γοῦ­σαν στὴ σω­τη­ρί­α; Αὐ­τὸς ἤ­θε­λε πά­νω ἀπ᾿ ὅ­λα τὴ σω­τη­ρί­α του, γιὰ νὰ ζεῖ μὲ τὸν Θε­ὸ αἰ­ω­νί­ως.
2. Η ΝΕΑ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩι ΖΩΗ
Ὁ ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος στὴ συ­νέ­χεια μᾶς πε­ρι­γρά­φει μέ­σα ἀ­πὸ τὴν προ­σω­πι­κή του ἐμ­πει­ρί­α τὸ μυ­στή­ριο τῆς νέ­ας ἐν Χρι­στῷ ἐ­σταυ­ρω­μέ­νης καὶ ἀ­να­στη­μέ­νης ζω­ῆς. Λέ­ει λοι­πόν: Μὲ τὸ Βά­πτι­σμα ἔ­χω σταυ­ρω­θεῖ κι ἔ­χω πε­θά­νει μα­ζὶ μὲ τὸν Χρι­στό. Κι ἀ­φοῦ εἶ­μαι πε­θα­μέ­νος, δὲν ἔ­χει πλέ­ον κα­μί­α ἰ­σχὺ γιὰ μέ­να ὁ νό­μος. Ἔ­γι­να κοι­νω­νὸς τοῦ σταυ­ρι­κοῦ θα­νά­του τοῦ Χρι­στοῦ. «Ζῶ δὲ οὐ­κέ­τι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐ­μοὶ Χρι­στός». Δὲν ζῶ πλέ­ον ἐ­γώ, ἀλ­λὰ ζεῖ μέ­σα μου ὁ Χρι­στός. Καὶ τὴ ζω­ὴ ποὺ ζῶ, τὴ ζῶ ἐμ­πνε­ό­με­νος ἀ­πὸ τὴν πί­στη στὸν Υἱ­ὸ τοῦ Θε­οῦ, ὁ Ὁ­ποῖ­ος μὲ ἀ­γά­πη­σε καὶ πα­ρέ­δω­σε τὸν Ἑ­αυ­τό του σὲ θά­να­το γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α μου.
Βέ­βαι­α εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ ἐ­ξη­γή­σει κα­νεὶς μέ­σα σὲ λί­γες γραμ­μὲς τὸ μυ­στή­ριο τῆς νέ­ας ἐν Χρι­στῷ ζω­ῆς ποῦ ζοῦ­σε ὁ ἀπ. Παῦ­λος. Ἂς πε­ρι­γρά­ψου­με ἐ­δῶ σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μὲς κά­ποι­α βα­σι­κὰ στοι­χεῖ­α της. Γιὰ νὰ ζή­σει ὁ ἄν­θρω­πος τὴ νέ­α αὐ­τὴ ζω­ή, πρέ­πει πρῶ­τα νὰ πε­θά­νει. Αὐ­τὸς ὁ θά­να­τος πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται μυ­στη­ρια­κῶς μὲ τὸ ἅ­γιο Βά­πτι­σμα. Νε­κρώ­νε­ται ὁ πα­λιὸς ἄν­θρω­πος τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ παίρ­νει ὁ πι­στὸς τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ ζεῖ μό­νο γιὰ τὸν Χρι­στὸ καὶ μὲ τὸν Χρι­στό. Ἀ­πο­τάσ­σε­ται τὸν σα­τα­νᾶ καὶ τὰ ἔρ­γα του καὶ συν­τάσ­σε­ται μὲ τὸν Χρι­στὸ καὶ τὶς ἅ­γι­ες ἐν­το­λές του. Μὲ τὸ ἱ­ε­ρὸ Χρί­σμα ἐ­φο­δι­ά­ζε­ται μὲ τὰ χα­ρί­σμα­τα καὶ τὶς δω­ρε­ὲς τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Καὶ εἰ­σέρ­χε­ται σὲ μιὰ νέ­α ζω­ή. Τώ­ρα πλέ­ον ἀ­γω­νι­ζό­με­νος κα­θη­με­ρι­νὰ νὰ ζεῖ κα­τὰ τὸ ἅ­γιο θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, ἀ­να­νε­ώ­νε­ται καὶ με­τα­μορ­φώ­νε­ται δια­ρκῶς καὶ ζεῖ ἐμ­πει­ρί­ες πνευ­μα­τι­κὲς καὶ ἅ­γι­ες. Κι ἐ­πει­δὴ ὡς ἄν­θρω­πος ρέ­πει πρὸς τὴν ἁ­μαρ­τί­α, ἀ­γω­νί­ζε­ται κα­θη­με­ρι­νὰ νὰ τη­ρεῖ τὶς ὑ­πο­σχέ­σεις ποὺ ἔ­δω­σε πρὶν ἀ­πὸ τὸ ἅ­γιο Βά­πτι­σμά του. Ἀ­γω­νί­ζε­ται δη­λα­δὴ κα­θη­με­ρι­νὰ μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καὶ τῶν ἱ­ε­ρῶν Μυ­στη­ρί­ων νὰ νε­κρώ­νει μέ­σα του τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ νὰ ζεῖ μιὰ ζω­ὴ πλή­ρους ἀ­φο­σι­ώ­σε­ως στὸν Θε­ό. Σταυ­ρώ­νε­ται ὡς πρὸς τὸν κό­σμο, ἀλ­λὰ ζεῖ γιὰ τὸν Χρι­στό. Τώ­ρα πιὰ μέ­σα στὴν ψυ­χή του δὲν ἐ­νερ­γεῖ ὁ πα­λαι­ὸς ἄν­θρω­πος ἀλ­λὰ ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός. Αὐ­τὸς κυ­ρια­ρχεῖ στὶς σκέ­ψεις του, στὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες του, στὶς ἀ­πο­φά­σεις του, στὰ λό­για του, στὶς ἐ­νέρ­γει­ές του. Αὐ­τὸς ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ τὸ φῶς του. Καὶ ὁ ἄν­θρω­πος προ­γεύ­ε­ται ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ ζω­ὴ τὸν Πα­ρά­δει­σο. Αὐ­τὴν τὴν ἐμ­πει­ρί­α εἶ­χαν ὅ­λοι οἱ ἅ­γιοι. Αὐ­τὸ τὸ ἅ­γιο βί­ω­μα κα­λού­μα­στε νὰ ἀ­πο­κτή­σου­με καὶ μεῖς  Ἂς ξε­κι­νή­σου­με λοι­πὸν ἕ­ναν κα­θη­με­ρι­νὸ ἀ­γώ­να θα­νά­του καὶ ζω­ῆς, νε­κρώ­σε­ως καὶ ἀ­να­στά­σε­ως.  
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶ­πεν ὁ Κύ­ρι­ος, Ὅ­στις θέ­λει ὀ­πί­σω μου ἀ­κο­λου­θεῖν, ἀ­παρ­νη­σά­σθω ἑ­αυ­τὸν κα ἀ­ρά­τω τν σταυ­ρὸν αὐ­τοῦ, κα ἀ­κο­λου­θε­ί­τω μοι. ς γρ ν θέ­λῃ τν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ σῶ­σαι, ἀ­πο­λέ­σει αὐ­τήν· ς δ' ν ἀ­πο­λέ­σῃ τν ἑ­αυ­τοῦ ψυ­χὴν ἕ­νε­κεν ἐ­μοῦ κα το εὐ­αγ­γε­λί­ου, οὗ­τος σώ­σει αὐ­τήν. τ γρ ὠ­φε­λήσει ἄν­θρω­πον ἐ­ὰν κερ­δή­σῃ τν κό­σμον ὅ­λον, κα ζη­μι­ω­θῇ τν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ; τ δώ­σει ἄν­θρω­πος ἀν­τάλ­λαγ­μα τς ψυ­χῆς αὐ­τοῦ; ς γρ ἐ­ὰν ἐ­παι­σχυν­θῇ με κα τος ἐ­μοὺς λό­γους ν τ γε­νε­ᾷ τα­ύ­τῃ τ μοι­χα­λί­δι κα ἁ­μαρ­τω­λῷ, κα υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που ἐ­παι­σχυν­θή­σε­ται αὐ­τὸν ὅ­ταν ἔλ­θῃ ἐν τ δό­ξῃ το πα­τρὸς αὐ­τοῦ με­τὰ τν ἀγ­γέ­λων τν ἁ­γί­ων. Κα ἔ­λε­γεν αὐ­τοῖς· Ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν ὅ­τι εἰ­σί τι­νες τν ὧ­δε ἑ­στη­κό­των, οἵ­τι­νες ο μ γε­ύ­σων­ται θα­νά­του ἕ­ως ἂν ἴ­δω­σι τν βα­σι­λε­ί­αν το Θε­οῦ ἐ­λη­λυ­θυῖ­αν ἐν δυ­νά­μει. 
                                      (Μάρκ. η΄[8] 34 – θ΄[9] 1)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ὁ Ἰ­η­σοῦς κά­λε­σε τὰ πλή­θη τοῦ λα­οῦ μα­ζὶ μὲ τοὺς μα­θη­τές του καὶ τοὺς εἶ­πε: Ἐ­κεῖ­νος πού θέ­λει νὰ γί­νει δι­κός μου καὶ νὰ μὲ ἀ­κο­λου­θεῖ ὡς μα­θη­τής μου, ἂς δι­α­κό­ψει κά­θε φι­λί­α καὶ σχέ­ση μὲ τὸν δι­ε­φθαρ­μέ­νο ἀ­π' τὴν ἁ­μαρ­τί­α ἑ­αυ­τό του κι ἂς πά­ρει τὴ στα­θε­ρὴ ἀ­πό­φα­ση νὰ ὑ­πο­στεῖ γιὰ μέ­να ὄ­χι μό­νο κά­θε θλί­ψη καὶ δο­κι­μα­σί­α, ἀλλά ἀ­κό­μα καὶ θά­να­το σταυ­ρι­κό, καὶ τό­τε ἂς μὲ ἀ­κο­λου­θεῖ μι­μού­με­νος τὸ πα­ρά­δειγ­μά μου. Καὶ μὴ δι­στά­σει κα­νεὶς νὰ κά­νει τὶς θυ­σί­ες αὐ­τές. Δι­ό­τι ὅ­ποι­ος θέ­λει νὰ σώ­σει τὴ ζω­ή του, θὰ χά­σει τὴν πνευ­μα­τι­κή, εὐ­τυ­χι­σμέ­νη καὶ αἰ­ώ­νια ζω­ή. Ὅ­ποι­ος ὅ­μως χά­σει καὶ θυ­σιά­σει τὴ ζω­ή του γιὰ τὴν ὁ­μο­λο­γί­α καὶ τὴν ὑ­πα­κο­ή του σὲ μέ­να καὶ τὸ εὐ­αγ­γέ­λιό μου, αὐ­τὸς θὰ σώ­σει τὴν ψυ­χή του στὴ μέλ­λου­σα ζω­ή, ὅ­που θὰ κερ­δί­σει τὴν αἰ­ώ­νια εὐ­τυ­χί­α. Κι ἐ­κεί­νη ἡ σω­τη­ρί­α εἶ­ναι τὸ πᾶν. Δι­ό­τι τί θὰ ὠ­φε­λή­σει τὸν ἄν­θρω­πο, ἐ­ὰν κερ­δί­σει ὅ­λον αὐ­τὸν τὸν ὑ­λι­κὸ κό­σμο, καὶ στὸ τέ­λος χά­σει τὴν ψυ­χή του; Δι­ό­τι ἡ ψυ­χή του, πού εἶ­ναι πνευ­μα­τι­κὴ καὶ αἰ­ώ­νια, δὲν συγ­κρί­νε­ται μὲ κα­νέ­να ἀ­π' τὰ ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θὰ τοῦ φθαρ­τοῦ κό­σμου. Ἤ, ἐ­ὰν ἕ­νας ἄν­θρω­πος χά­σει τὴν ψυ­χή του, τί μπο­ρεῖ νὰ δώ­σει ὡς ἀν­τάλ­λαγ­μα γιὰ νὰ τὴν ἐ­ξα­γο­ρά­σει ἀ­π' τὴν αἰ­ώ­νια ἀ­πώ­λεια; Κι ἀ­σφα­λῶς θὰ χά­σει τὴν ψυ­χὴ του ἐ­κεῖ­νος πού δὲν θὰ ὑ­πο­στεῖ γιὰ μέ­να τὶς θυ­σί­ες αὐ­τές. Δι­ό­τι ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ντρα­πεῖ ἐμένα καὶ τὰ λό­γιά μου ἐ­πη­ρε­α­σμέ­νος ἀ­π' τὶς πε­ρι­φρο­νή­σεις καὶ τοὺς χλευα­σμοὺς τῶν ἀν­θρώ­πων τῆς γε­νιᾶς αὐ­τῆς πού ἀ­πο­στά­τη­σε ἀπ' τὸν πνευ­μα­τι­κό της νυμ­φί­ο καὶ εἶ­ναι ἁ­μαρ­τω­λή, αὐ­τὸν θὰ τὸν ντρα­πεῖ καὶ ὁ υἱ­ὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ θὰ τὸν ἀ­πο­κη­ρύ­ξει ὡς ξέ­νο, ὅ­ταν θὰ ἔλ­θει μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους περιβε­βλη­μέ­νος μὲ τὴ δό­ξα τοῦ Πα­τρός του. Τοὺς ἔ­λε­γε ἀ­κό­μη: Σᾶς λέ­ω ἀ­λη­θι­νὰ ὅτι ὑπάρχουν με­ρι­κοὶ ἀ­π' αὐ­τοὺς πού στέ­κον­ται ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι δέν θά γευθοῦν θάνατο προτοῦ νά δοῦν μετά τήν κά­θο­δο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος νὰ κα­τα­λύ­ε­ται ἡ παλαιά θεί­α τά­ξη καὶ δι­α­θή­κη μὲ τὴν κα­τα­στρο­φὴ τῆς Ἱερουσαλήμ καί τοῦ ναοῦ της καὶ μὲ τὸν δι­α­σκορ­πισμό τοῦ Ἰσραήλ· γιὰ νὰ θε­με­λι­ω­θεῖ μὲ δύ­να­μη ἀκαταγώνιστη καί ὑ­περ­φυ­σι­κὴ ἡ νέ­α θεί­α τά­ξη στὸν κό­σμο, τήν ὁποία θά ἐκ­προ­σω­πεῖ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ὡς ἄλ­λη βα­σι­λεία τοῦ Θεοῦ πάνω στή γῆ.
­


Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2018

Ἡ Παγκόσμιος Ὕψωσις τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ.


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ

Ἡ Παγκόσμιος Ὕψωσις τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ.




Τὸ ἔτος 628 μ.Χ. ὁ αὐτοκράτορας τῆς Κωνσταντινούπολης Ἡράκλειος, ἀφοῦ κατατρόπωσε τοὺς Πέρσες (οἱ ὁποῖοι πρὶν ἀπὸ 14 χρόνια τὸ 614 μ.Χ. ἀφοῦ κατέλαβαν μὲ καταστροφικὴ ἐπιδρομὴ τὴν Παλαιστίνη, εἶχαν ἁρπάξει μὲ βίαιο τρόπο τὸ εὑρισκόμενο στὰ Ἱεροσόλυμα μέρος τοῦ Τιμίου Σταυροῦ), ἐπανέκτησε αὐτὸ, καὶ τὴν 14ην Σεπτεμβρίου ἀνυπόδητος καὶ πενιχρὰ ντυμένος καὶ φέροντας στὸν ὦμο τὸ Τίμιο Ξύλο ἀνῆλθε λιτανευτικῶς στὸν Ναὸ τῆς Ἀναστάσεως.
Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου μας ἐνέπνευσε τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, τὴν ὑμνογραφία τῆς ὀρθοδόξου λατρείας, τὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα, τὴ λαϊκὴ εὐσέβεια ἀλλὰ καὶ τὴν τέχνη. Διασώζονται πολλοὶ αὐτοτελεῖς λόγοι καὶ ὕμνοι μὲ θέμα τὸν σταυρό. Γιὰ τὸν Σταυρὸ ἐπίσης παρατίθενται καὶ πολλὲς ἱστορικὲς πληροφορίες ὡς καὶ μεγάλο πλῆθος ἀναφορῶν κατὰ τὴν πραγμάτευση ἄλλων ζητημάτων σὲ λόγους τῶν Ἁγίων Πατέρων.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, ἡ ποικίλη μούσα τῆς Ἐκκλησίας, «θεωρεῖ τὴν σφραγίδα καὶ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ τῶν κακῶν ἀλεξιτήριον». Ὁ ἴδιος ἅγιος Πατέρας μᾶς πληροφορεῖ γιὰ τὴν ἀξία τοῦ συμβόλου τοῦ σταυροῦ ὡς καὶ τῆς συνήθειας νὰ θεωρεῖται ὡς «φυλακτὸ» τεμάχιο ἱεροῦ ξύλου προερχομένου ἀπὸ τὸν Τίμιο Σταυρὸ τοῦ Σωτήρα.
Ἡ Ὀρθόδοξος Καθολικὴ Ἐκκλησία μας, ἀποδίδει τὴν προσήκουσα τιμὴ στν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ.Ὅμως, ὁ προτεσταντικὸς κόσμος δὲν ἀποδίδει καμιὰ τιμὴ στὸν Σταυρό. Οἱ προτεστάντες δὲν κάνουν τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ χρησιμοποιοῦν αὐτὸν μόνο ὡς διακοσμητικὸ στοιχεῖο! Οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβὰ πολεμοῦν τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, ὡς εἰδωλολατρικὸ σύμβολο.
 Ἡ Ἐκκλησία μας θέσπισε πολλὲς φορὲς προσκύνησης καὶ τιμῆς τοῦ Σταυροῦ καθ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ ἔτους, μὲ ἀποκορύφωμα τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως, στὶς 14 Σεπτεμβρίου. Οἱ πιστοὶ τὴν ἡμέρα αὐτὴ καλοῦνται νὰ τιμήσουν καὶ νὰ προσκυνήσουν τὸν Τίμιο Σταυρὸ τοῦ Κυρίου ὥστε νὰ ἀντλήσουν δύναμη καὶ χάρη ἀπὸ αὐτόν.
Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ γιὰ τὴ χριστιανικὴ πίστη κορυφαῖο σύμβολο θυσίας καὶ ἁγιασμοῦ, διότι ἡ σημασία του εἶναι πραγματικὰ τεράστια.
Ὁ Σταυρὸς μαζὶ μὲ τὴν Ἀνάσταση λειτουργοῦν ὡς δύο βασικοὶ ἄξονες πάνω στοὺς ὁποίους κινεῖται ἡ ζωὴ τῶν πιστῶν χριστιανῶν. Ἡ Ἀνάσταση ἕπεται τοῦ Σταυροῦ καὶ προϋποθέτει τὸν Σταυρὸ καὶ ὁ Σταυρὸς προμηνύει τὴν Ἀνάσταση. Χωρὶς Σταυρὸ δὲν γίνεται Ἀνάσταση. Πάνω σὲ αὐτὲς τὶς ἀρχὲς στηρίζεται ἡ θεολογία τοῦ Σταυροῦ καὶ ἡ σπουδαία σημασία του γιὰ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Χάρη στὴν ἄμετρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὸ φρικτὸ φονικὸ ὄργανο τῶν ἀνθρώπων μετεβλήθη σὲ πηγὴ ἁγιασμοῦ καὶ ἀπολύτρωσης. Το ἱερότατο αὐτὸ σύμβολο εἶναι πιὰ συνυφασμένο μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ἀπὸ Ἐκεῖνον ἀντλεῖ τὴν ἀνίκητη δύναμή του, τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴ χάρη.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν εἶναι εἰδωλολατρία νὰ προσκυνεῖται ἀπὸ τοὺς πιστούς, διότι προσκύνηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, σημαίνει προσκύνηση τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ὁποίου εἶναι τὸ σημεῖο καὶ ἡ ἐνθύμηση τῆς ἀπολυτρωτικῆς Του θυσίας.
Τὰ δύο ἐγκάρσια ξύλα, ποὺ συνθέτουν τὸ σύμβολο τοῦ Σταυροῦ, συμβολίζουν τὴν ἕνωση τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν Θεὸ (κάθετο ξύλο) καὶ τὴν ἕνωση τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους (ἐγκάρσιο ξύλο). Τὸ ἐγκάρσιο ξύλο παριστᾶ, ἐπίσης, τὰ δύο χέρια τοῦ Ἐσταυρωμένου Λυτρωτῆ μας, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνοιγμένα γιὰ νὰ ἀγκαλιάσουν ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα. 
Ἡ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ εἶναι μία ἀκόμα εὐκαιρία γιὰ ὅλους μας νὰ σκεφτοῦμε τὶς ἄπειρες δωρεὲς τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας. Αποδεχόμενοι τὴ λυτρωτικὴ δύναμη τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ θὰ σωθοῦμε, διαφορετικὰ παραμένουμε δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας καὶ φορεῖς τοῦ κακοῦ καὶ χανόμαστε.
Διασκευὴ ἀπὸ Ὁμιλία τοῦ Σέβ. Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ κ. Δανιὴλ «Ἡ περὶ τοῦ Σταυροῦ Διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας» καὶ  ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «Ὁ Σταυρὸς» (www.apostoliki-diakonia.gr)
Χρυσόστομος Ρουσής, πρώην γυμνασιάρχης (Σεπτέμβρης 2018)



Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


­ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ
(9 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2018)



Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, ἲ­δε­τε πη­λί­κοις ὑ­μῖν γράμ­μα­σιν ἔ­γρα­ψα τ ἐ­μῇ χει­ρί.  ὅ­σοι θέ­λου­σιν εὐ­προ­σω­πῆ­σαι ν σαρκ, οὗ­τοι ἀ­ναγ­κά­ζου­σιν ὑ­μᾶς πε­ρι­τέ­μνε­σθαι, μό­νον ἵ­να μ τ σταυ­ρῷ το Χρι­στοῦ δι­ώ­κων­ται. οὐ­δὲ γρ ο πε­ρι­τε­τμη­μέ­νοι αὐ­τοὶ νό­μον φυ­λάσ­σου­σιν, ἀλ­λὰ θέ­λου­σιν ὑ­μᾶς πε­ρι­τέ­μνε­σθαι, ἵ­να ἐν τ ὑ­με­τέ­ρᾳ σαρ­κὶ καυ­χή­σων­ται. Ἐ­μοὶ δ μ γέ­νοι­το καυ­χᾶ­σθαι ε μ ν τ σταυ­ρῷ το Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, δι' ο ἐ­μοὶ κό­σμος ἐ­στα­ύ­ρω­ται κἀ­γὼ τ κό­σμῳ. ν γρ Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ οὔ­τε πε­ρι­το­μή τι ἰ­σχύ­ει οὔ­τε ἀ­κρο­βυ­στί­α, ἀλ­λὰ και­νὴ κτί­σις. κα ὅ­σοι τ κα­νό­νι το­ύ­τῳ στοι­χή­σου­σιν, εἰ­ρή­νη ἐ­π' αὐ­τοὺς κα ἔ­λε­ος, κα ἐ­πὶ τν Ἰσ­ρα­ὴλ το Θε­οῦ. Το λοι­ποῦ κό­πους μοι μη­δεὶς πα­ρε­χέ­τω· ἐ­γὼ γρ τ στίγ­μα­τα το Κυ­ρί­ου Ἰ­η­σοῦ ἐν τ σώ­μα­τί μου βα­στά­ζω. χά­ρις το Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ με­τὰ το πνε­ύ­μα­τος ὑ­μῶν, ἀ­δελ­φοί· ἀ­μήν.
                                      (Γαλ. στ΄[6] 11 – 18 )

ΛΟ­ΓΟΣ ΣΤΟΝ Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΟ
«Τὰ στίγ­μα­τα τοῦ Κυ­ρί­ου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώ­μα­τί μου βα­στά­ζω».
Οἱ κα­κώ­σεις, οἱ δι­ωγ­μοὶ κι οἱ πλη­γὲς τοῦ κο­ρυ­φαί­ου ἀ­πο­στό­λου, εἶ­ναι τὰ δι­α­μαν­το­κά­μω­τα πα­ρά­ση­μά του. Μα­τω­μέ­να πα­ρά­ση­μα, ἔν­δο­ξα καὶ ἱ­ε­ρά. Μα­τω­μέ­νες πλη­γὲς πού τὶς δέ­χτη­κε γιὰ χά­ρη τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου. Ἀ­νε­ξί­τη­λα στίγ­μα­τα, πού τὰ πε­ρι­φέ­ρει παντοῦ σὰν δο­ξα­σμέ­νος στρα­τη­λά­της. Πονεῖ, ἀλλά χαί­ρει. Ὑ­πο­φέ­ρει ἀλ­λὰ δέ­χε­ται τὰ πα­θή­μα­τα δί­χως γογ­γυ­σμούς. Μοιά­ζει μὲ στρα­τι­ώ­τη πού τραυ­μα­τι­σμέ­νος γυ­ρί­ζει ἀ­π' τὴ μά­χη νι­κη­τὴς καὶ τροπαιοῦχος. Τὰ τραύ­μα­τά του γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ καύ­χη­σή του. Τὰ ὀ­δυ­νη­ρὰ αὐ­τὰ «στίγ­μα­τα», τώ­ρα, στὴ δύ­ση τῆς ζω­ῆς του, τοῦ θυ­μί­ζουν ἀ­γῶ­νες καὶ μά­χες καὶ νί­κες.
Πολ­λὰ τοῦ με­γά­λου ἀ­πο­στό­λου τὰ «στίγ­μα­τα» πού ὑ­πό­φε­ρε γιὰ τὸν Ἰησοῦ. Ποι­ὰ τὰ δι­κά μας πα­θή­μα­τα;
α) Ε­ΚΕΙ­ΝΟΥ
Ὅ­πως οἱ κύ­ριοι τὴν πα­λη­ὰ ἐ­πο­χὴ ση­μεί­ω­ναν ἀ­νε­ξί­τη­λα στὸ μέ­τω­πο ἢ στὰ χέ­ρια τῶν δού­λων μὲ πυ­ρα­κτω­μέ­νο σί­δε­ρο τ' ὄ­νο­μά τους, ἔ­τσι κι ὁ με­γά­λος ἀ­πό­στο­λος εἶ­χε κά­ποι­α ἄλ­λα «στίγ­μα­τα» στὸ σῶ­μα του. «Στίγ­μα­τα» ὀ­δυ­νη­ρὰ πού τοῦ προ­κά­λε­σαν οἱ ἐ­χθροὶ τοῦ Χριστοῦ. Πλη­γὲς καὶ τραύ­μα­τα πού δέ­χτη­κε στὸν ἀ­γώ­να του γιὰ τὴ δι­ά­δο­ση τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου. Κό­ποι καὶ μό­χθοι πο­λυ­χρό­νιοι. Πεῖνα καὶ δί­ψα καὶ πα­γω­νιὰ καὶ κα­κου­χί­ες, καὶ ρα­βδι­σμοὶ καί μα­στι­γώ­σεις, ναυά­για κι ὁ­δοι­πο­ρί­ες κι ἀ­γρυ­πνί­ες καὶ πό­νοι καὶ θλί­ψεις καὶ κίν­δυ­νοι καὶ δι­ωγ­μοί. Καὶ μα­ζὶ μ' αὐ­τὰ κι ὁ «σκό­λοψ τῆς σαρ­κός». Ὅ­λα τους ἄ­φη­σαν μιὰ ἱ­ε­ρὴ σφρα­γί­δα στὸ πο­νε­μέ­νο του σῶ­μα. Ὁ ἴ­διος δι­η­γεῖ­ται καὶ μὲ θεί­α καύ­χη­ση πε­ρι­γρά­φει τὰ «στίγ­μα­τά» του στὴ δεύ­τε­ρη πρὸς Κο­ριν­θί­ους ἐ­πι­στο­λή του: «Ἐν κό­ποις πε­ρισ­σο­τέ­ρως, ἐν πληγαῖς ὑ­περ­βαλ­λόν­τως, ἐν φυλακαῖς πε­ρισ­σο­τέ­ρως, ἐν θανάτοις πολ­λά­κις· ὑ­πὸ Ἰ­ου­δαί­ων πεν­τά­κις τεσ­σα­ρά­κον­τα πα­ρὰ μί­αν ἔ­λα­βον, τρὶς ἐρ­ρα­βδίσθην, ἅ­παξ ἐλιθάσθην, τρίς ἐναυάγησα, νυ­χθη­με­ρὸν ἐν τῷ βυθῷ πε­ποί­η­κα, ὁδοιπορίαις πολ­λά­κις, κιν­δύ­νοις ἐν πό­λει, κιν­δύ­νοις ἐν ἐρημίᾳ, κιν­δύ­νοις ἐν θαλάσσῃ, κιν­δύ­νοις ἐν ψευ­δα­δέλ­φοις· ἐν κόπῳ καί μόχθῳ, ἐν ἀγρυπνίαις πολ­λά­κις, ἐν λιμῷ καὶ δί­ψει, ἐν νη­στεί­αις πολ­λά­κις, ἐν ψύ­χει καὶ γυ­μνό­τη­τι».
Ποι­ὸς δὲν ὑ­πο­κλί­νε­ται μπρο­στὰ στοῦ Παύ­λου τ' ἀ­τί­μη­τα «στίγ­μα­τα»; Ποι­ὸς δὲ θαυ­μά­ζει τὰ ση­μεῖ­α τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς του προ­σφο­ρᾶς; Ποι­ὸς δὲν εἶν’ ἕ­τοι­μος νὰ φι­λή­σει τὰ τραύ­μα­τά του; Στ' ἀ­λή­θεια, «οἵους δι­ωγ­μοὺς ὑπήνεγκε καί οἷα πα­θή­μα­τα» γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Κυ­ρί­ου! Αὐ­τὴ ἡ ἀ­γά­πη ἦ­ταν τὸ μυ­στι­κό της ἰ­σχυ­ρῆς του ἀν­το­χῆς. Ἀ­π' τὴ στιγ­μὴ πού δέ­χτη­κε τὴν οὐ­ρά­νια πρό­σκλη­ση στὸ δρό­μο τῆς Δαμασκοῦ, δό­θη­κε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ Ἰησοῦ. «Ὁ ἐμ­πνέ­ων ἀ­πει­λῆς καὶ φό­βου εἰς τούς μαθητάς τοῦ Κυ­ρί­ου», με­τα­βάλ­λε­ται σὲ μάρ­τυ­ρα πα­θη­μά­των. Ὑ­πο­βὰλλε­ται σὲ δι­ωγ­μούς, ἐ­κεῖ­νος πού πο­λε­μοῦ­σε τοὺς χρι­στια­νούς. Δέ­χε­ται πο­λυ­χρό­νι­ες φυ­λα­κί­σεις, ἐ­κεῖ­νος πού ζη­τοῦ­σε νὰ συλ­λά­βει τοὺς μα­θη­τὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τοὺς ρί­ξει στὴ φυ­λα­κή. Ἁ­λυ­σο­δέ­νουν τὸν δι­ώ­χτη πού, ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν ἀρ­χι­ε­ρέ­α «ὅ­πως ἐ­άν τινας εὕρῃ τῆς ὁδοῦ ὄν­τας, ἄν­δρας τε καὶ γυ­ναῖ­κας, δε­δε­μέ­νους ἀγάγῃ εἰς Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ» (Πραξ. θ΄[9] 2). «Κα­θ' ἡμέραν ἀ­πο­θνή­σκει», ἐ­κεῖ­νος πού ποθοῦσε τὸν θά­να­το τῶν πι­στῶν τοῦ Χριστοῦ ὀ­πα­δῶν.
Τί θαυ­μα­στὴ με­τα­βο­λή! Ὁ χρι­στι­α­νι­ο­μά­χος γί­νε­ται ὁ κυ­νη­γη­μέ­νος ἔ­νο­χος Ἰ­ου­δαί­ων καὶ ἐ­θνι­κῶν. Γί­νε­ται «στιγ­μα­τι­σμέ­νος» καὶ πε­ρι­φρο­νη­μέ­νος ὅ­λου τοῦ κό­σμου. Γί­νε­ται «μω­ρὸς διὰ Χρι­στὸν» καὶ «θέ­α­τρον» καὶ «πάν­των πε­ρίψημα καί περικάθαρμα τοῦ κό­σμου». Μὲ ἀ­νε­κλά­λη­τη χα­ρὰ τὰ δέ­χε­ται ὅ­λα, δι­ό­τι «ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συ­νέ­χει», τὴν καρ­διά του. Ὁ­λό­κλη­ρος ἀ­νή­κει στὸν Ἰησοῦ.
Πλῆ­θος λοι­πόν, τὰ «στίγ­μα­τα» ἐ­κεί­νου. Ἀλλά,
β) ΤΑ ΔΙ­ΚΑ ΜΑΣ;
Ποι­ὰ τὰ δι­κά μας τὰ «στίγ­μα­τα»; Ποι­ὲς οἱ δι­κές μας πλη­γές; Πό­σο πο­νέ­σα­με γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Χριστοῦ; Πό­τε καὶ πό­σο ὑ­πο­φέ­ρα­με; Πολ­λοὶ «ὑ­πο­θέ­τουν» πώς ἀγαποῦνε τό Θεό! Ἀλλά ἡ «ὑ­πό­θε­ση» τού­τη πο­λὺ ἀ­πέ­χει ἀ­πὸ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Οἱ ἅγιοι τῆς ἀρ­χαί­ας καὶ νε­ώ­τε­ρης ἀ­κό­μα ἐ­πο­χῆς, δὲν ἔ­λε­γαν «ὑ­πο­θέ­τω», «νο­μί­ζω», ἀλλά μιλοῦσαν θε­τι­κὰ καὶ κα­θα­ρά. «Οἶδα γάρ ᾧ πε­πί­στευ­κα», λέ­ει ὁ Ἀπ. Παῦ­λος. ­Ἀγαποῦσε τὸν Κύ­ριο, για­τί Τὸν πί­στευ­ε βα­θιά, καὶ Τὸν πί­στευ­ε, για­υτὸ καὶ Τὸν ἀγαποῦσε. Τὸ με­γα­λεῖ­ο Του, ἡ ἀ­γα­θό­τη­τά Του, ἡ ὡ­ραι­ό­τη­τά Του, ἑ­νώ­νον­ται γιὰ νὰ γο­η­τέ­ψου­νε τὴν ψυ­χή, ὡς ὅ­του γε­μά­τη ἀ­πὸ χα­ρὰ ἀ­να­φω­νή­σει: Εἶ­ναι «ὁ ὡραῖος κάλ­λει».
Τί θαυ­μά­σιο πρᾶγμα νὰ στη­ρί­ζεται κανείς στόν Ἰησοῦ! Νὰ στη­ρί­ζε­ται ὅ­μως μὲ βε­βαι­ό­τη­τα κι ὄ­χι μὲ ἀμ­φι­βο­λί­α. Οἱ ἀμ­φι­βο­λί­ες κεντοῦν τὴν ψυ­χὴ σὰν τὶς σφῆ­κες. Πολ­λοὶ γνω­ρί­ζουν τὸν Ἰησοῦ, ἀλλά δὲν Τὸν ἀ­πο­λαμ­βά­νουν. Εἶ­ναι κον­τὰ στὸ χρυ­σά­φι, ἀλλ’ οἱ ἴδιοι φτω­χοί. Τί μᾶς ὠ­φε­λεῖ τὸ χρυ­σά­φι σὰν δὲν τὸ κα­τέ­χου­με; Ὑ­πάρ­χουν ζη­τιά­νοι στὸ χρυ­σο­φό­ρο Πε­ροῦ καὶ τὴ Νό­τια Ἀ­φρι­κή, καὶ πει­να­σμέ­νοι στοὺς πλού­σιους σι­το­βο­λῶ­νες τῆς Κα­λι­φόρ­νιας. Πό­σο καὶ μεῖς εἴ­μα­στε φτω­χοὶ ἀ­πὸ ἀ­γά­πη! Ἐ­κεῖ­νος «ἐκένωσεν ἑ­αυ­τὸν μορ­φὴν δού­λου λαβών», «γε­νό­με­νος ὑ­πή­κο­ος μέ­χρι θα­νά­του», καὶ μεῖς ἀ­δι­ά­φο­ροι καὶ πα­γω­μέ­νοι ἀ­πὸ ἀ­γά­πη στε­κό­μα­στε μα­κρυ­ά. Ψυ­χὴ πού ἀγαπᾶ τὸν Θεό, δὲ μπο­ρεῖ νὰ μέ­νει ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νη μὲ τοὺς ἁ­πλοὺς ἐ­ξω­τε­ρι­κοὺς θρη­σκευ­τι­κοὺς τύ­πους. Ψυ­χὴ πού ἀ­γα­πᾶ ἀ­λη­θι­νά, δὲν ἀρ­κεῖ­ται σὲ με­ρι­κὰ τυ­πι­κὰ προ­σκυ­νή­μα­τα εἰ­κό­νων.
Ὅποιος γιά τόν Ἰησοῦ ὑ­πο­φέ­ρει «στίγ­μα­τα», δὲν εἶ­ναι μα­κρυ­ὰ ἀπ' τὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν. «Οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χρι­στῷ Ἰησοῦ δι­ω­χθή­σον­ται» (Β' Τιμ. γ'[3] 12). Οἱ δι­ωγ­μοὶ εἶ­ναι τὰ «στίγ­μα­τα» τῶν ὀ­πα­δῶν Του· ἀλλά τὰ «στίγ­μα­τα» αὐ­τὰ εἶ­ναι τὸ εἰ­σι­τή­ριο τῆς βα­σι­λεί­ας Του. «Ὁ ὑ­πο­μεί­νας εἰς τέ­λος οὗ­τος σω­θή­σε­ται». Ἐ­κεῖ­νος πού θὰ ὑ­πο­φέ­ρει τοὺς χλευα­σμούς, τὶς βλα­στή­μι­ες, τὶς εἰ­ρω­νεῖ­ες, τοὺς δι­ωγ­μούς, τὶς κα­κο­πά­θει­ες, τὶς τα­λαι­πω­ρί­ες, τὰ βα­σα­νι­στή­ρια, κι ἴ­σως κι αὐ­τὸ τὸ θά­να­το, θἆναι μα­κά­ριος καὶ θὰ βα­σι­λέ­ψει μα­ζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ στοὺς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων. Τό­τε θἆναι «ὁ μι­σθὸς πο­λὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Τέ­τοι­α «στίγμα­τα» ὑ­πό­φε­ραν ὅλοι τοῦ Θεοῦ οἱ ἅ­γιοι ἄν­θρω­ποι. «Οὕ­τω γὰρ ἐ­δί­ω­ξαν τοὺς προ­φή­τας τοὺς πρὸ ὑ­μῶν», λέ­ει ὁ Κύ­ριος.
Αὐ­τοὺς θὰ πρέ­πει νὰ μι­μη­θοῦ­με. Νὰ τοὺς μιμηθοῦμε στὴν αὐ­τα­πάρ­νη­ση καὶ τὴ θυ­σί­α. Φτη­νὴ θρη­σκεί­α, ση­μαί­νει καὶ φτη­νὰ στε­φά­νια. Χρι­στι­α­νι­σμὸς δί­χως σταυ­ρό, εἶ­ναι μιὰ ὄ­μορ­φη σκιά. Χρι­στια­νὸς δί­χως «στίγ­μα­τα», εἶ­ναι στρα­τι­ώ­της τῶν «με­τό­πι­σθεν». Καὶ τέ­τοι­ους χρι­στια­νούς, χλια­ροὺς καὶ ἀ­δι­ά­φο­ρους, δει­λοὺς καὶ ὑ­πο­χω­ρη­τι­κούς, ἔ­χει τό­σους πολ­λοὺς ἡ ἐ­πο­χή μας· ἡ ἐ­πο­χὴ τῶν ἀ­νέ­σε­ων καὶ τῆς κα­λο­πέ­ρα­σης.
Ἀ­δελ­φοί μου,
Ἂν θέ­λου­με νἄ­μα­στε ἀ­λη­θι­νοὶ μα­θη­τὲς Ἐ­κεί­νου πού ἀ­νέ­βη­κε στὸν Γολγοθᾶ βα­στά­ζον­τας τὸν βα­ρὺ σταυ­ρὸ μὲ τὶς πλη­γὲς καὶ τὰ στίγ­μα­τα σ᾿ ὅλό Του τὸ σῶ­μα, τό­τε δὲν πρέ­πει ν᾿ ἀ­πο­φεύ­γου­με καὶ μεῖς τοῦ πό­νου τὰ ση­μά­δια. Ἂς πε­ρά­σει ὅ­σο θέ­λει τῆς θλί­ψης τὸ ἄ­ρο­τρο. Ἀρκεῖ ὅ­τι ἀ­νή­κου­με στὸν Ἰησοῦ.
Τὰ «στίγ­μα­τα» πού δε­χό­μα­στε γιὰ τὴν ἀ­γά­πη Του εἶ­ναι χι­λι­ά­κρι­βα.
(Θε­ο­λό­γου Μιχ. Μι­χα­η­λί­δη, «Ἀ­πὸ τὸν Ἄμ­βω­να»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶπεν ὁ Κύριος. οὐ­δεὶς ἀ­να­βέ­βη­κεν ες τν οὐ­ρα­νὸν ε μ κ το οὐ­ρα­νοῦ κα­τα­βάς, υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που ὁ ν ν τ οὐ­ρα­νῷ. κα κα­θὼς Μω­ϋ­σῆς ὕ­ψω­σε τν ὄ­φιν ἐν τ ἐ­ρή­μῳ, οὕ­τως ὑ­ψω­θῆ­ναι δε τν υἱ­ὸν το ἀν­θρώ­που, ἵ­να πς πι­στε­ύ­ων ες αὐ­τὸν μ ἀ­πό­λη­ται ἀλ­λ' ἔ­χῃ ζω­ὴν αἰ­ώ­νι­ον. Οὕ­τω γρ ἠ­γά­πη­σεν ὁ Θε­ὸς τν κό­σμον, ὥ­στε τν υἱ­ὸν αὐ­τοῦ τν μο­νο­γε­νῆ ἔ­δω­κεν, ἵ­να πς πι­στε­ύ­ων ες αὐ­τὸν μ ἀ­πό­λη­ται ἀλ­λ' ἔ­χῃ ζω­ὴν αἰ­ώ­νι­ον.  ο γρ ἀ­πέ­στει­λεν ὁ Θε­ὸς τν υἱ­ὸν αὐ­τοῦ ες τν κό­σμον ἵ­να κρί­νῃ τν κό­σμον, ἀλλ' ἵ­να σω­θῇ κό­σμος δι' αὐ­τοῦ. 
                                        (Ἰωάν. γ΄[3] 13 – 17)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος στὸν Νι­κό­δη­μο ποὺ τὸν ἐ­πι­σκέ­φτη­κε νύ­χτα, αὐ­τά: κα­νεὶς ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους δέν ἔ­χει ἀ­νε­βεῖ στὸν οὐ­ρα­νὸ γιὰ νὰ μά­θει τὰ ἐ­που­ρὰ­νια καί νά σᾶς τά δι­δά­ξει, πα­ρὰ μό­νο ἐ­κεῖ­νος πού κα­τέ­βη­κε ἀ­π᾿ τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ ἔ­γι­νε μὲ τὴν ἐ­ναν­θρώ­πη­σή του υἱ­ός τοῦ ἀν­θρώ­που. Αὐ­τός, ἐ­νῶ τώ­ρα εἶ­ναι στή γῆ, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά εἶ­ναι καί στόν οὐ­ρα­νό ὡς Θε­ὸς παν­τα­χοῦ πα­ρών. Ἄ­κου­σε τώ­ρα καὶ μιὰν ἄλ­λη ἄ­γνω­στη καί ψυ­χο­σω­τή­ρια ἀ­λή­θεια, πού θά σοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψω: ὅ­πως κά­πο­τε ὁ Μω­υ­σῆς στὴν ἔ­ρη­μο κρέ­μα­σε ψη­λὰ τό χάλ­κι­νο φί­δι γιὰ νὰ σώ­ζον­ται μ' αὐ­τὸ οἱ Ἰσ­ρα­η­λί­τες ἀ­πό τά θα­να­τη­φό­ρα δαγ­κώ­μα­τα τῶν φι­δι­ῶν, ἔ­τσι σύμ­φω­να μέ τό μυ­στη­ρι­ῶ­δες σχέ­διο τοῦ Θε­οῦ πρέ­πει νὰ κρε­μα­σθεῖ ψη­λά πά­νω στό σταυ­ρό ὁ υἱ­ός τοῦ ἀν­θρώ­που καί νά προσ­λά­βει ἔ­τσι τό ὁ­μοί­ω­μα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, χω­ρίς ὅ­μως νά ἔ­χει κα­μί­α πραγ­μα­τι­κὴ σχέ­ση μ' αὐ­τή. Καὶ θὰ ὑ­ψω­θεῖ πά­νω στὸ σταυ­ρό, γιὰ νὰ μὴ χα­θεῖ στόν αἰ­ώ­νιο θά­να­το κα­νέ­νας ἀ­π' ὅ­σους πι­στεύ­ουν σ’ αὐ­τόν, ἀλ­λά νὰ ἔ­χει ζω­ὴ αἰ­ώ­νια. Καὶ μὴ σοῦ φαί­νε­ται πα­ρά­δο­ξο ὅ­τι ὁ υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που πρό­κει­ται νὰ ὑ­ψω­θεῖ πά­νω στὸ σταυ­ρό γιά τή σω­τη­ρί­α σας. Δι­ό­τι τό­σο πο­λύ ἀ­γά­πη­σε ὁ Θε­ός τόν κό­σμο τῶν ἀν­θρώ­πων πού ζοῦ­σε στὴν ἁ­μαρ­τί­α, ὥστε πα­ρέ­δω­σε σὲ θά­να­το τὸν μο­νά­κρι­βο Υἱ­ό του, γιὰ νά μή χα­θεῖ σὲ αἰ­ώ­νιο θά­να­το κά­θε ἄν­θρω­πος πού πι­στεύ­ει σ’ αὐ­τόν, ἀλ­λά νά ἔ­χει ζω­ή αἰ­ώ­νια. Δι­ό­τι δὲν ἀ­πέ­στει­λε ὁ Θε­ὸς τὸν Υἱ­ό του στό ἁ­μαρ­τω­λό γέ­νος τῶν ἀν­θρώ­πων γιά νά κα­τα­κρί­νει καί νά κα­τα­δι­κά­σει τό γέ­νος αὐ­τό. Ἐ­σεῖς βέ­βαι­α οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι αὐ­τὸ πι­στεύ­ε­τε γιὰ τὸν Μεσ­σί­α, ὅ­τι θὰ σώ­σει μό­νο τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους καί θά κα­τα­κρί­νει ὅ­λα τὰ ὑ­πό­λοι­πα ἔ­θνη. Ὅ­μως ὁ Θε­ός ἀ­πέ­στει­λε τὸν Υἱ­ό του γιὰ νὰ σω­θεῖ ὁ­λό­κλη­ρος ὁ κό­σμος τῶν ἀν­θρώ­πων δι­α­μέ­σου αὐ­τοῦ.

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2018

Η ΘΈΩΣΗ, ΩΣ ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ

Η θέωση, Ως σκοπΟς τΗς ζωΗς τοΥ Ανθρώπου
(τοῦ Ἀρχιμανδρίτου μακαριστοῦ π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὅρους)


 Τὸ θέμα τοῦ προορισμοῦ τῆς ζωῆς μας εἶναι πολὺ σοβαρό, γιατί ἀφορᾶ  τὸ σπουδαιότερο ζήτημα γιὰ τὸν ἄνθρωπο: Γιὰ ποιὸ σκοπὸ εὑρισκόμαστε πάνω στὴ γῆ.  Ἂν ὁ ἄνθρωπος τοποθετηθεῖ σωστὰ στὸ θέμα αὐτό, ἂν εὕρει τὸν πραγματικό του προορισμό, τότε μπορεῖ νὰ τοποθετηθεῖ σωστὰ καὶ στὰ ἐπὶ μέρους καὶ καθημερινὰ ζητήματα τῆς ζωῆς του, ὅπως εἶναι οἱ σχέσεις του μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, οἱ σπουδές του, τὸ ἐπάγγελμα, ὁ γάμος, ἡ ἀπόκτηση καὶ ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν. Ἂν ὅμως δὲν τοποθετηθεῖ σωστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ βασικὸ θέμα, τότε θὰ ἀποτύχει καὶ στοὺς ἐπὶ μέρους σκοποὺς τῆς ζωῆς. Γιατί τί νόημα μποροῦν νὰ ἔχουν οἱ ἐπὶ μέρους σκοποί, ὅταν στὸ σύνολό της ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ δὲν ἔχει νόημα;
Ἤδη ἀπὸ τὸ πρῶτο κεφάλαιο τῆς Ἁγίας Γραφῆς δηλώνεται ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας, ὅταν ὁ ἱερὸς συγγραφέας μᾶς λέγει, ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσίν» Του. Διαπιστώνουμε ἔτσι τὴν μεγάλη ἀγάπη ποὺ ἔχει ὁ Θεὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Δὲν τὸν θέλει ἁπλῶς ἕνα ὂν μὲ κάποια ἀνωτερότητα ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη κτίση, ἀλλὰ τὸν θέλει Θεὸ κατὰ Χάριν.
Τὸ «κατ᾿ εἰκόνα» σημαίνει τὰ χαρίσματα ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς μόνο στὸν ἄνθρωπο, ὥστε νὰ ἀποτελεῖ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὰ τὰ χαρίσματα εἶναι: Ὁ λογικὸς νοῦς, ἡ συνείδηση, τὸ αὐτεξούσιο, δηλαδὴ ἡ ἐλευθερία, ἡ δημιουργικότητα καὶ ἡ προσωπικὴ αὐτοσυνειδησία. Ὅ,τι δηλαδή κάνει τὸν ἄνθρωπο πρόσωπο, αὐτὰ εἶναι τὰ χαρίσματα τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα».
Ἐδόθησαν λοιπόν ἀπο τὸν Θεὸ τὰ χαρίσματα τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» στὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ πετύχει με αὐτὰ τὴν ὁμοίωσή του μὲ τὸν Θεὸ καὶ Πλάστη του, νὰ ἔχει μία προσωπικὴ ἕνωση μὲ τὸν Δημιουργό του.
Ὑπάρχει δυστυχῶς ἄγνοια στοὺς ἀνθρώπους ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλοὺς μέσα στὴν Ἐκκλησία. Γιατὶ νομίζουν ὅτι σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἴναι ἁπλῶς ἡ ἠθικὴ βελτίωσή μας, τὸ νὰ γίνουμε καλύτεροι ἄνθρωποι. Ἐνῶ οἱ ἅγιοι Πατέρες, μᾶς λένε ὅτι σκοπὸς τῆς ζωῆς μας δὲν εἶναι αὐτό.
Τὸ νὰ γίνει δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος μόνο καλύτερος ἀπ᾿ ὅ,τι εἶναι, ἠθικώτερος, δικαιότερος, ἐγκρατέστερος, προσεκτικότερος. Ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ γίνουν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ μεγάλος σκοπός, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Δημιουργός μας ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο. Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπός; Ἡ θέωση. Τὸ νὰ ἑνωθεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν Θεό, ὄχι μὲ ἕνα συναισθηματικὸ τρόπο, ἀλλὰ ὀντολογικά, πραγματικά.
Ἀπαραίτητες προϋποθέσεις στὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴ θέωση εἶναι ἡ ταπείνωση, ἡ ἄσκηση, τὰ ἅγια Μυστήρια καὶ ἡ προσευχή. Χωρὶς τὴν ταπείνωση ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ τεθεῖ στὴν τροχιὰ τῆς θέωσης, νὰ δεχθεῖ τὴ θεία Χάρι, νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸ Θεό.
Ἔχοντας τὴν ταπείνωση, ἀρχίζουμε μὲ μετάνοια καὶ πολλὴ ὑπομονὴ τὸν καθημερινό μας ἐν Χριστῷ ἀγώνα, τὴν ἄσκηση τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ καθαρισθοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη. Λέγουν δὲ οἱ ἅγιοι Πατέρες ὅτι μέσα στὶς ἐντολές Του κρύβεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός, κι ὅταν ὁ Χριστιανὸς ἀπὸ ἀγάπη καὶ πίστη στὸν Χριστὸ τὶς τηρεῖ, τότε ἑνώνεται μαζί Του.
Ὁ Χριστὸς ἐγκαθίσταται στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὰ ἅγια Μυστήρια. Μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, τὸ Χρίσμα, τὴν ἱερὰ ἐξομολόγηση, τὴ Θεία Εὐχαριστία. Στοὺς Ὀρθόδοξους Χριστιανοὺς ποὺ εἶναι ἐν κοινωνίᾳ Χριστοῦ, ὁ Θεός, ἡ Χάρις Του, εἶναι μέσα τους, στὴν καρδιά τους, γιατί εἶναι βαπτισμένοι, χρισμένοι, ἐξομολογημένοι, κοινωνημένοι. Μὲ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχὴ ἡ καρδιὰ καθαρίζεται ἀπὸ τὰ πάθη, καὶ ὁ πιστὸς αἰσθάνεται τὸν Χριστὸ στὴν καρδιά του, ποὺ εἶναι τὸ κέντρο τῆς ὕπαρξής του.
Κάθε προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας βοηθᾶ στὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Ἰδιαίτερα ὅμως βοηθᾶ ἡ νοερὰ προσευχὴ ἡ καρδιακὴ προσευχή, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό».
Ὅταν ἀγωνιζόμαστε μὲ προοπτικὴ τὴ θέωση, ἀλλάζει πρὸς τὸ καλύτερο καὶ ἡ στάση μας ἔναντι τῶν συνανθρώπων μας. Πόσο βαθαίνει τότε καὶ ἡ ἀγωγὴ ποὺ δίδουμε στὰ παιδιά μας! Ἀλλὰ καὶ πόση ἐκτίμηση θὰ ἔχουμε στὸν ἑαυτό μας, χωρὶς ἐγωισμὸ καὶ ὑπερηφάνεια ἀντίθεη, ὅταν συναισθανόμαστε ὅτι εἴμαστε πλασμένοι γι᾿ αὐτὸν τὸν μεγάλο σκοπό!
Ἐπιμέλεια: Χρυσόστομος Ρουσής, πρώην γυμνασιάρχης  - Σεπτέμβριος 2018