Παρασκευή 9 Αυγούστου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
 (11 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2019)



Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀ­δελ­φοί, πα­ρα­κα­λῶ ὑ­μᾶς, δι­ὰ το ὀ­νό­μα­τος το Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ἵ­να τ αὐ­τὸ λέ­γη­τε πάν­τες, κα μ ν ὑ­μῖν σχί­σμα­τα, ἦ­τε δ κα­τηρ­τι­σμέ­νοι ν τ αὐ­τῷ νο­ῒ κα ν τ αὐ­τῇ γνώ­μῃ. ἐ­δη­λώ­θη γρ μοι πε­ρὶ ὑ­μῶν, ἀ­δελ­φοί μου, ὑ­πὸ τν Χλό­ης ὅ­τι ἔ­ρι­δες ἐν ὑ­μῖν εἰ­σι. λέ­γω δ τοῦ­το, ὅ­τι ἕ­κα­στος ὑ­μῶν λέ­γει· ἐ­γὼ μν εἰ­μι Πα­ύ­λου, ἐ­γὼ δ Ἀ­πολ­λώ, ἐ­γὼ δ Κη­φᾶ, ἐ­γὼ δ Χρι­στοῦ. με­μέ­ρι­σται Χρι­στός; μ Παῦ­λος ἐ­σταυ­ρώ­θη ὑ­πὲρ ὑ­μῶν; ες τ ὄ­νο­μα Πα­ύ­λου ἐ­βα­πτί­σθη­τε; εὐ­χα­ρι­στῶ τ Θε­ῷ ὅ­τι οὐ­δέ­να ὑ­μῶν ἐ­βά­πτι­σα ε μ Κρί­σπον κα Γϊον, ἵ­να μ τις εἴ­πῃ ὅ­τι ες τ ἐ­μὸν ὄ­νο­μα ἐ­βά­πτι­σα. ἐ­βά­πτι­σα δ κα τν Στε­φα­νᾶ οἶ­κον· λοι­πὸν οκ οἶ­δα ε τι­να ἄλ­λον ἐ­βά­πτι­σα. ο γρ ἀ­πέ­στει­λέ με Χρι­στὸς βα­πτί­ζειν, ἀλ­λ' εὐ­αγ­γε­λί­ζε­σθαι, οκ ν σο­φί­ᾳ λό­γου, ἵ­να μ κε­νω­θῇ σταυ­ρὸς το Χρι­στοῦ.   
                                                                    (Α΄ Κορ. α΄[1] 10 – 17)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἀ­δελ­φοί, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, στὸ ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰησοῦ Χρι­στοῦ, νὰ ὁ­μο­λο­γεῖ­τε ὅ­λοι τὴν ἴ­δια πί­στη καὶ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χουν με­τα­ξὺ σας δι­αι­ρέ­σεις· ἀλλά νὰ εἶ­στε ἁρ­μο­νι­κὰ ἑ­νω­μέ­νοι, μὲ τὰ ἴδια φρο­νή­μα­τα ὅ­λοι σας καὶ μὲ τὶς ἴ­δι­ες γνῶ­μες καὶ ἀ­πο­φά­σεις. Καὶ σᾶς κά­νω τὴν προ­τρο­πὴ αὐ­τή, δι­ό­τι πλη­ρο­φο­ρή­θη­κα γιὰ σᾶς, ἀ­δελ­φοί μου, ἀ­πὸ τὸ σπι­τι­κό τῆς Χλό­ης, ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν με­τα­ξὺ σας φι­λο­νι­κί­ες. Καὶ μ' αὐ­τὸ πού λέ­ω ἐν­νο­ῶ αὐ­τό, ὅ­τι κα­θέ­νας ἀ­πό σᾶς λέ­ει μὲ καύ­χη­ση: Ἐ­γὼ εἶ­μαι τοῦ Παύ­λου· ἐγώ ὅ­μως, λέ­ει ὁ ἄλ­λος, εἶ­μαι θαυ­μα­στής καὶ μα­θη­τὴς τοῦ Ἀ­πολ­λώ. Κι ὁ τρί­τος λέ­ει: ἐγώ ἀ­νή­κω στὸν Κη­φᾶ· κι ἄλ­λος πά­λι ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται: ἐγώ εἶ­μαι τοῦ Χρι­στοῦ. Ἔ­γι­ναν ἔ­τσι ὁ­μά­δες καὶ με­ρί­δες δι­ά­φο­ρες. Κομ­μα­τι­ά­στη­κε λοι­πὸν ὁ Χρι­στός; Ἀ­πευ­θύ­νο­μαι σ' ὅ­σους λέ­νε, ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε τοῦ Παύ­λου, καὶ τοὺς ρω­τῶ: Μή­πως ὁ Παῦλος σταυ­ρώ­θη­κε γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α σας; Ἢ μή­πως βα­πτι­σθή­κα­τε στὸ ὄ­νο­μα τοῦ Παύ­λου, ὥ­στε νὰ ἀ­νή­κε­τε πλέ­ον σ' αὐ­τόν; Κα­θὼς βλέ­πω τώ­ρα ποι­ὰ κα­τά­χρη­ση τοῦ ὀ­νό­μα­τός μου κά­νε­τε, εὐ­χα­ρι­στῶ τὸν Θε­ό, δι­ό­τι προ­νό­η­σε νὰ μὴ βα­πτί­σω αὐ­το­προ­σώ­πως κα­νέ­ναν ἀ­πό σᾶς, ἐκτός ἀ­πὸ τὸν Κρί­σπο καὶ τὸν Γά­ι­ο. Κι ἔ­τσι τώ­ρα δὲν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ πεῖ ὅ­τι στὸ δι­κό μου ὄ­νο­μα βά­πτι­σα. Βά­πτι­σα ἐ­πί­σης καὶ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ Στεφανᾶ. Ἐ­κτὸς ἀ­π' αὐ­τούς, δὲν γνω­ρί­ζω ἂν βά­πτι­σα κα­νέ­ναν ἄλ­λον. Καὶ δὲν ἔ­κα­να κύ­ριο ἔρ­γο μου τὸ βά­πτι­σμα, δι­ό­τι ὁ Χρι­στὸς δὲν μοῦ ἀ­νέ­θε­σε τὴ δι­α­κο­νί­α τοῦ Ἀ­πο­στό­λου γιὰ νὰ βα­πτί­ζω, πράγ­μα πού μπο­ρεῖ νὰ κά­νει κι ἕ­νας ἁ­πλὸς λει­τουρ­γὸς· ἀλλά μὲ ἀ­πέ­στει­λε ὁ Θε­ὸς νὰ κη­ρύτ­τω τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο. Καὶ νὰ τὸ κη­ρύτ­τω ὄ­χι μὲ ἀν­θρώ­πι­νη τέ­χνη καὶ ἀ­πα­τη­λὰ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα, γιὰ νὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ δι­δα­σκα­λί­α μου σο­φὴ καὶ λαμ­πρή, ἀλλά νὰ τὸ κη­ρύτ­τω ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μὴ χά­σει τὴ θεί­α του δύ­να­μη τὸ κή­ρυγ­μα γιὰ τὸ σταυ­ρι­κὸ θά­να­το τοῦ Χρι­στοῦ.

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἶ­δεν Ἰ­η­σοῦς πο­λὺν ὄ­χλον, κα ἐ­σπλαγ­χνί­σθη ἐ­π' αὐ­τοῖς κα ἐ­θε­ρά­πευ­σε τος ἀρ­ρώ­στους αὐ­τῶν. ὀ­ψί­ας δ γε­νο­μέ­νης προ­σῆλ­θον αὐ­τῷ ο μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ λέ­γον­τες· Ἔ­ρη­μός ἐ­στιν ὁ τό­πος κα ὥ­ρα ἤ­δη πα­ρῆλ­θεν· ἀ­πό­λυ­σον τος ὄ­χλους, ἵ­να ἀ­πελ­θόν­τες ες τς κώ­μας ἀ­γο­ρά­σω­σιν ἑ­αυ­τοῖς βρώ­μα­τα. δ Ἰ­η­σοῦς εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Ο χρεί­αν ἔ­χου­σιν ἀ­πελ­θεῖν· δό­τε αὐ­τοῖς ὑ­μεῖς φα­γεῖν. ο δ λέ­γου­σιν αὐ­τῷ· Οκ ἔ­χο­μεν ὧ­δε ε μ πέν­τε ἄρ­τους κα δύ­ο ἰ­χθύ­ας. δ εἶ­πε· Φρετ μοι αὐ­το­ύς ὧ­δε. κα κε­λε­ύ­σας τος ὄ­χλους ἀ­να­κλι­θῆ­ναι ἐ­πὶ τος χόρ­τους, λα­βὼν τος πέν­τε ἄρ­τους κα τος δύ­ο ἰ­χθύ­ας, ἀ­να­βλέ­ψας ες τν οὐ­ρα­νὸν εὐ­λό­γη­σε, κα κλά­σας ἔ­δω­κε τος μα­θη­ταῖς τος ἄρ­τους ο δ μα­θη­ταὶ τος ὄ­χλοις. κα ἔ­φα­γον πάν­τες κα ἐ­χορ­τά­σθη­σαν, κα ἦ­ραν τ πε­ρισ­σεῦ­ον τν κλα­σμά­των δώ­δε­κα κο­φί­νους πλή­ρεις. ο δ ἐ­σθί­ον­τες ἦ­σαν ἄν­δρες ὡ­σεὶ πεν­τα­κι­σχί­λι­οι χω­ρὶς γυ­ναι­κῶν κα παι­δί­ων. Κα εὐ­θέ­ως ἠ­νάγ­κα­σεν ὁ Ἰ­η­σοῦς τος μα­θη­τὰς αὐ­τοῦ ἐμ­βῆ­ναι ες τ πλοῖ­ον κα προ­ά­γειν αὐ­τὸν ες τ πέ­ραν, ἕ­ως ο ἀ­πο­λύ­σῃ τος ὄ­χλους.
                                       (Ματθ. ιδ΄[14] 14 – 22)

ΠοιοΥς χορταίνει Ο ΘεΟς
Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀ­κούσαμε ὅτι ὁ Κύριος μὲ πέν­τε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια ἔθρεψε πλῆθος ἀνθρώπων, ἀ­πὸ τοὺς ὁποίους μόνο οἱ ἄνδρες ἦταν πέν­τε χιλιάδες! Ἔφαγαν ὅλοι καὶ χόρτασαν καὶ μάλιστα περίσσεψαν δώδεκα κοφίνι­α γεμάτα μέχρι πάνω! Ἡ περικοπὴ αὐτὴ εἶναι κατ᾿ ἐξοχὴν ἐπίκαιρη στὴν ἐποχή μας, ἐποχὴ οἰκονομικῆς κρίσεως, κατὰ τὴν ὁποία πολλοὶ συνάνθρωποί μας στεροῦνται ἀκόμη καὶ τὰ ἀναγκαῖα. Ὡστόσο, γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὸ θαῦμα, θὰ πρέπει νὰ δοῦμε ποιὰ ἦταν ἡ περίσταση στὴν ὁποία ὁ Κύριος τὸ ἐνήργησε, καὶ κατόπιν τί σημαίνει αὐτὸ γιὰ τὴ ζωή μας.
1. ΠρονοεΙ Ιδιαιτέρως ΓΙΑ Οσους Επίμονα ΤΟν ΑναζητοΥν
Ὁ Κύριος καὶ οἱ μαθητές Του εἶχαν ἀποσυρθεῖ σὲ ἔρημο τόπο γιὰ λίγη ξεκούραση. Τὸν ἀντιλήφθηκαν ὅμως τὰ πλήθη καὶ πῆγαν σ᾿ ἐκεῖνο τὸ μέρος. Ἐκεῖνος τοὺς σπλαχνίσθηκε, θεράπευσε τοὺς ἀσθενεῖς τους καὶ δίδαξε ἐπὶ πολλὴ ὥρα, μέχρι ποὺ ἄρχισε νὰ βραδιάζει. Τότε τοὺς ἔθρεψε μὲ αὐτὸ τὸ καταπληκτικὸ θαῦμα.
Αὐτοὺς ἔθρεψε. Αὐτοὺς ποὺ εἶχαν δείξει τέτοιο ζῆλο καὶ αὐταπάρνηση γιὰ τὸν Κύριο. Δὲν τοὺς βρῆκε Ἐκεῖνος· αὐτοὶ Τὸν βρῆκαν, περπατώντας ὧρες, καὶ μάλιστα κουβαλώντας τοὺς ἀρρώστους τους. Δὲν πῆγαν μόνο γιὰ νὰ θεραπευθοῦν, ἀλλὰ ἔδειξαν ἐνδιαφέρον νὰ ἀκούσουν τὴ διδασκαλία Του. Κάθισαν καὶ Τὸν ἄκουγαν ὧρες, χωρὶς νὰ δυσανασχετήσουν καὶ νὰ παραπονεθοῦν. Τόσο τοὺς εἵλκυσε ἡ θεία διδασκαλία Του, ὥστε ξέχασαν τὴν κούρασή τους καὶ δὲν τοὺς ἀπασχόλησε καθόλου οὔτε ποῦ θὰ κοιμηθοῦν οὔτε τί θὰ φᾶνε. Αὐτοὺς ἔθρεψε ὁ Κύριος· τοὺς ἐπίμονους ἀναζητητές Του καὶ φιλόπονους ἀκροατές Του, οἱ ὁποῖοι γιὰ χάρη τῶν πνευματικῶν λησμόνησαν τὰ σωματικά.
Τί σημαίνει ὅμως αὐτὸ γιὰ τὴ ζωή μας;
2. Πάνω ΑπΟ Ολα Η ψυχή!
Ἀπὸ τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων διδασκόμαστε ὅτι ὅ­ταν φροντίζουμε περισσότερο ἀπὸ ὅλα γιὰ τὸν ἐξαγιασμό μας, τότε ὁ Κύριος δὲν θὰ μᾶς στερήσει τίποτε ἀπὸ ὅσα ἔχουμε ἀνάγκη. Τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου «ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν». Νὰ ζητᾶτε, πρῶτα καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα, τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν, καὶ τότε ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπίγεια, τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴ σωματική σας συντήρηση, θὰ σᾶς δοθοῦν (Ματθ. ς´[6] 33).
Εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ψαλμικοῦ χωρίου ποὺ ψάλλουμε στὴν ἱερὴ Ἀ­κολουθία τῆς Ἀρτοκλασίας: «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ». Πλούσιοι ποὺ ἐξάρτησαν τὴν εὐτυχία τους ἀπὸ τὰ πλούτη τους, κατάντησαν φτωχοὶ καὶ πείνασαν· ἐνῶ ὅσοι στήριξαν τὴν ἐλπίδα τους στὸν Κύριο καὶ Τὸν ἀναζητοῦν μὲ πόθο, δὲν θὰ στερηθοῦν κανένα ἀγαθό (Ψαλ. λγ´ [33] 11).
Τὸ ζητούμενο λοιπὸν εἶναι νὰ βάλουμε σωστὲς προτεραιότητες: πρῶτα νὰ φροντίζουμε γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας καὶ μετὰ γιὰ τὴ συντήρηση τοῦ σώματός μας. Νὰ μὴ μᾶς ἀπορροφοῦν οἱ δουλειές μας καὶ παραμελοῦμε τὰ πνευματικά – τὴν καθημερινὴ προσ­ευχὴ καὶ μελέτη, τὸν ἐκκλησιασμὸ κάθε Κυριακή, τὴν τακτικὴ Ἐξομολόγηση καὶ θεία Κοινωνία. Νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ πάνω ἀπὸ ὅλα πῶς θὰ ἀρέσουμε στὸν Θεό, καὶ τότε Ἐκεῖνος θὰ εὐλογεῖ τὴν ἐργασία μας καὶ δὲν θὰ μᾶς λείπει τίποτε.
Νὰ φυλάττουμε ἀκόμη τὴν ἀργία τῆς Κυριακῆς, ποὺ δυστυχῶς στὶς μέρες μας καταπατεῖται. Νὰ μὴν ἐργαζόμαστε τὴν Κυριακή, ὅση ἀνάγκη κι ἂν ἔχουμε, καὶ δὲν θὰ μᾶς ἀφήσει ὁ Θεός. «Τὸ κέρδος τῆς Κυριακῆς εἶναι καταραμένο», ὅπως μᾶς διδάσκει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, «καὶ βάνετε φωτιὰ καὶ κατάρα στὸ σπίτι σας καὶ ὄχι εὐλογία», ἔλεγε χαρακτηριστικὰ ὁ Ἅγιος. Τὴν Κυριακὴ νὰ τὴν ἀφιερώνουμε στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ, σὲ πνευματικὴ μελέτη, σὲ ἀγαθοεργίες…
Εἶναι πραγματικὰ παράδοξο ὅτι ἕνα τόσο «ὑλικὸ» θαῦμα, ὁ χορτασμὸς τῶν πεντακισχιλίων, δίνει ἕνα τόσο πνευμα­τικὸ μήνυμα. Τὸ μήνυμα νὰ στρέψουμε τὸ ἐνδιαφέρον, τὴν προσοχή, τὴν καρδιά μας ἀπὸ τὰ γήινα στὰ οὐράνια· νὰ ἀγαπήσουμε τὸν Χριστὸ μὲ ὅλη μας τὴ δύναμη, νὰ ἐμπιστευθοῦμε σ᾿ Αὐτὸν ὁλόκληρη τὴ ζωή μας· καὶ τότε Ἐκεῖνος θὰ φροντίσει γιὰ ὅ,τι ἔχουμε ἀνάγκη. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ μόνη λύση στὴν κρίση τῆς ἐποχῆς μας: νὰ σταματήσουμε νὰ δίνουμε τὶς δικές μας ἀν­θρώπινες λύσεις στὰ προβλήματα ποὺ μᾶς ταλαιπωροῦν, καὶ νὰ μᾶς ἀπασχολήσει ἕνα κυρίως ζήτημα: πῶς θὰ βροῦμε τὸν Θεό. Καὶ τότε Ἐκεῖνος θὰ δίνει τὶς δικές Του θαυμαστὲς θεϊκὲς λύσεις σὲ ὅλα τὰ προβλήματά μας.
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

Σάββατο 3 Αυγούστου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ

                               ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(4 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2019)



Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, ὀ­φε­ί­λο­μεν ἡ­μεῖς ο δυ­να­τοὶ τ ἀ­σθε­νή­μα­τα τν ἀ­δυ­νά­των βα­στά­ζειν, κα μ ἑ­αυ­τοῖς ἀ­ρέ­σκειν. ἕ­κα­στος ἡ­μῶν τ πλη­σί­ον ἀ­ρε­σκέ­τω ες τ ἀ­γα­θὸν πρς οἰ­κο­δο­μήν· κα γρ Χρι­στὸς οχ ἑ­αυ­τῷ ἤ­ρε­σεν, ἀλ­λὰ κα­θὼς γέ­γρα­πται· ο ὀ­νει­δι­σμοὶ τν ὀ­νει­δι­ζόν­των σε ἐ­πέ­πε­σον ἐ­π' ἐ­μέ. ὅ­σα γρ προ­ε­γρά­φη, ες τν ἡ­με­τέ­ραν δι­δα­σκα­λί­αν προ­ε­γρά­φη, ἵ­να δι­ὰ τς ὑ­πο­μο­νῆς κα τς πα­ρα­κλή­σε­ως τν γρα­φῶν τν ἐλ­πί­δα ἔ­χω­μεν. δ Θε­ὸς τς ὑ­πο­μο­νῆς κα τς πα­ρα­κλή­σε­ως δῴ­η ὑ­μῖν τ αὐ­τὸ φρο­νεῖν ν ἀλ­λή­λοις κα­τὰ Χρι­στὸν Ἰ­η­σοῦν, ἵ­να ὁ­μο­θυ­μα­δὸν ἐν ἑ­νὶ στό­μα­τι δο­ξά­ζη­τε τν Θε­ὸν κα πα­τέ­ρα το Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. δι­ὸ προσ­λαμ­βά­νε­σθε ἀλ­λή­λους, κα­θὼς κα Χρι­στὸς προ­σε­λά­βε­το ἡ­μᾶς ες δό­ξαν Θε­οῦ. 
                                                                            (Ρωμ. ιε΄ [15] 1 – 7)     

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἀδελφοί, ὀφείλουμε ἐμεῖς οἱ δυνατοί στήν πίστη καί στήν ἀρετή νά δείχνουμε ἀνεκτικότητα καί συμπάθεια στίς ἀδυναμίες τῶν ἀδύνατων στήν πίστη ἀνθρώπων, καί νά μήν κάνουμε ἐκεῖνα πού ἀρέσουν στόν ἑαυτό μας.  καθένας μας δη­λα­δὴ ἂς γί­νε­ται ἀ­ρε­στὸς στὸν δι­πλα­νό του, γιὰ νὰ συν­τε­λεῖ στὸ κα­λό του καὶ νὰ τὸν οἰ­κο­δο­μεῖ στὴν ἀ­ρε­τή. Δι­ό­τι κι ὁ Χρι­στὸς δὲν ἀ­πέ­φυ­γε ἐκεῖνα πού ἦ­ταν κο­πι­α­στι­κὰ καὶ δυ­σά­ρε­στα στὸν ἑ­αυ­τό του, οὔτε προ­τί­μη­σε τὰ ἀ­να­παυ­τι­κὰ καὶ τι­μη­τι­κά, ἀλλά ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν Ἁγία Γρα­φή: Οἱ βρι­σι­ὲς καὶ οἱ βλασφήμιες ἐ­κεί­νων πού σὲ βλα­σφη­μοῦν, οὐ­ρά­νι­ε Πα­τέ­ρα, ἔ­πε­σαν ἐ­πά­νω μου. Καὶ σᾶς φέρ­νω τὴ μαρ­τυ­ρί­α αὐ­τὴ τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς, δι­ό­τι ὅ­σα γρά­φη­καν στὸ πα­ρελ­θὸν ἀ­πό τοὺς θε­όπνευστους ἄν­δρες, γρά­φη­καν γιὰ τὴ δι­κή μας δι­δα­σκα­λί­α, γιὰ νὰ κρα­τοῦ­με στε­ρε­ὰ τὴν ἐλ­πί­δα μὲ τὴν ὑ­πο­μο­νὴ καὶ τὴν πα­ρη­γο­ριὰ καὶ τὴν ἐ­νί­σχυ­ση πού δί­νουν οἱ Ἅ­γι­ες Γρα­φές. Καὶ ὁ Θε­ὸς πού χα­ρί­ζει σ' ὅ­λους μας τὴν ὑ­πο­μο­νὴ καὶ τὴν πα­ρη­γο­ριά, μα­κά­ρι νὰ σᾶς δώ­σει νὰ ἔ­χε­τε ὅ­λοι με­τα­ξὺ σας τὶς ἴδιες σκέ­ψεις καὶ τὰ ἴδια φρο­νή­μα­τα, καὶ νὰ ζεῖ­τε δια­ρκῶς μὲ ὁ­μό­νοι­α σύμ­φω­να μὲ τὸ θέ­λη­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, γιά νά δοξάζετε μέ μιά ψυ­χὴ καί μ᾿ ἕνα στόμα τὸν Ὕ­ψι­στο, ὁ ὁποῖος εἶ­ναι Θε­ὸς τοῦ Κυ­ρί­ου μας ­Ἰησοῦ Χρι­στοῦ ὡς πρὸς τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση του, καὶ Πα­τέ­ρας του ὡς πρὸς τὴ θεί­α του φύ­ση. Γιὰ νὰ κα­τορ­θώ­σε­τε ὅ­μως ὅ­λοι σας σὰν ἕ­νας ἄν­θρω­πος καὶ μὲ μιὰ καρ­διὰ νὰ δο­ξά­ζε­τε τὸν Θε­ό, σᾶς συ­νι­στῶ νὰ δέ­χε­στε μὲ ἀ­γά­πη ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον, ὅ­πως καὶ ὁ Χρι­στὸς σᾶς δέ­χθη­κε ὅ­λους καὶ σᾶς ἔ­κα­νε ἀ­γα­πη­τοὺς καὶ δι­κούς του, γιὰ νὰ δο­ξά­ζε­ται ὁ Θε­ός.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, πα­ρά­γον­τι τ Ἰ­η­σοῦ ἠ­κο­λο­ύ­θη­σαν αὐ­τῷ δύ­ο τυ­φλοὶ κρά­ζον­τες κα λέ­γον­τες· Ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς, υἱ­ὲ Δαυ­ῒδ. ἐλ­θόν­τι δ ες τν οἰ­κί­αν προ­σῆλ­θον αὐ­τῷ ο τυ­φλοί, κα λέ­γει αὐ­τοῖς Ἰ­η­σοῦς· Πι­στε­ύ­ε­τε ὅ­τι δύ­να­μαι τοῦ­το ποι­ῆ­σαι; λέ­γου­σιν αὐ­τῷ· Να, Κριε. τό­τε ἥ­ψα­το τν ὀ­φθαλ­μῶν αὐ­τῶν λέ­γων· Κα­τὰ τν πί­στιν ὑ­μῶν γε­νη­θή­τω ὑ­μῖν. κα ἀ­νε­ῴ­χθη­σαν αὐ­τῶν ο ὀ­φθαλ­μοί· κα ἐ­νε­βρι­μή­σα­το αὐ­τοῖς Ἰ­η­σοῦς λέ­γων· Ὁ­ρᾶ­τε μη­δεὶς γι­νω­σκέ­τω. ο δ ἐ­ξελ­θόν­τες δι­ε­φή­μι­σαν αὐ­τὸν ν ὅ­λῃ τ γ ἐ­κε­ί­νῃ. Αὐ­τῶν δ ἐ­ξερ­χο­μέ­νων ἰ­δοὺ προ­σή­νεγ­καν αὐ­τῷ ἄν­θρω­πον κω­φὸν δαι­μο­νι­ζό­με­νον· κα ἐκ­βλη­θέν­τος το δαι­μο­νί­ου ἐ­λά­λη­σεν ὁ κω­φός. κα ἐ­θα­ύ­μα­σαν ο ὄ­χλοι λέ­γον­τες, Οὐ­δέ­πο­τε ἐ­φά­νη οὕ­τως ν τ Ἰσ­ρα­ήλ. ο δ Φα­ρι­σαῖ­οι ἔ­λε­γον· ν τ ἄρ­χον­τι τν δαι­μο­νί­ων ἐκ­βάλ­λει τ δαι­μό­νι­α. Κα πε­ρι­ῆ­γεν Ἰ­η­σοῦς τς πό­λεις πά­σας κα τς κώ­μας, δι­δά­σκων ν τας συ­να­γω­γαῖς αὐ­τῶν κα κη­ρύσ­σων τ εὐ­αγ­γέ­λι­ον τς βα­σι­λε­ί­ας κα θε­ρα­πεύ­ων πᾶ­σαν νό­σον κα πᾶ­σαν μα­λα­κί­αν ν τ λα­ῷ.
                         (Ματθ. θ’[9]  27 – 35)

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
1. ΤΟ ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΥΣΤΙΚΟ!
Οἱ κραυ­γὲς τῶν δύ­ο τυ­φλῶν ἀν­τη­χοῦ­σαν ἐ­πί­μο­νες: «ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς, υἱ­ὲ Δαυ­ίδ». Λυ­πή­σου μας, θε­ρά­πευ­σέ μας, ἔν­δο­ξε ἀ­πό­γο­νε τοῦ Δα­βίδ. Ἀλ­λὰ τί πε­ρί­ερ­γο! Ὁ Κύ­ριος δὲν φαί­νε­ται νὰ δί­νει ση­μα­σί­α στὶς φω­νὲς τῶν πο­νε­μέ­νων ἀν­θρώ­πων. Νά... φθά­νει τώ­ρα στὸ σπί­τι ποὺ ἔ­με­νε καὶ ἐ­κεῖ – ἄλ­λη ἔκ­πλη­ξη – ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά Του ἀλ­λά­ζει. Δέ­χε­ται κον­τά Του τοὺς τυ­φλοὺς καὶ τοὺς ἐ­ρω­τᾶ: πι­στεύ­ε­τε ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ζη­τᾶ­τε μπο­ρῶ νὰ τὸ κά­νω; Ναὶ Κύ­ρι­ε, ἀ­παν­τοῦν ἀ­μέ­σως οἱ τυ­φλοί. Καὶ ὁ Κύ­ριος ἐγ­γί­ζον­τας τὰ μά­τια τους λέ­γει: Ἂς γί­νει λοι­πὸν σύμ­φω­να μὲ τὴν πί­στη σας! «Κα­τὰ τὴν πί­στιν ὑ­μῶν γε­νη­θή­τω ἡ­μῖν». Καὶ βέ­βαι­α ἀ­μέ­σως τὰ μά­τια τους ἄ­νοι­ξαν. Ξαφ­νι­κὰ ὅ­μως τὸ πρό­σω­πο τοῦ Κυ­ρί­ου γί­νε­ται αὐ­στη­ρὸ καὶ σο­βα­ρό. Προ­σέξ­τε, λέ­γει στοὺς δύ­ο τυ­φλοὺς ἔν­το­να, κα­νεὶς νὰ μὴ μά­θει τὸ θαῦ­μα αὐ­τὸ ποὺ σᾶς ἔ­κα­να. «Ὁ­ρᾶ­τε μη­δεὶς γι­νω­σκέ­τω»!
ΠΡΟΣΕΞΤΕ! Νὰ μὴν τὸ μά­θει κα­νείς. Βέ­βαι­α, οἱ δύ­ο τυ­φλοί, εὐ­γνώ­μο­νες κα­θὼς ἦ­σαν, τὸ δι­ε­κή­ρυ­ξαν σὲ ὅ­λη τὴν πε­ρι­ο­χὴ ἐ­κεί­νη, ὅ­μως ἡ πα­ραγ­γε­λί­α τοῦ Κυ­ρί­ου δεί­χνει σὲ ὅ­λους μας ἕ­να με­γά­λο μυ­στι­κό τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς. Καὶ εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ μυ­στι­κὸ ἡ ἀ­πο­φυ­γὴ τῆς προ­βο­λῆς καὶ ἐ­πι­δεί­ξε­ως, ἡ ἀ­φά­νεια. Τώ­ρα δὲ κα­τα­νο­οῦ­με καὶ γιὰ ποι­ὸν λό­γο ὁ Κύ­ριος ἔ­κα­νε πὼς δὲν ἄ­κου­γε τὶς πα­ρα­κλή­σεις τῶν τυ­φλῶν κα­θὼς ἐ­βά­δι­ζε. Τὸ ἔ­κα­νε, δι­ό­τι ἤ­θε­λε νὰ τοὺς πά­ρει πα­ρά­με­ρα, γιὰ νὰ μὴν ἀν­τι­λη­φθοῦν τὸ θαῦ­μα τὰ τό­σα πλή­θη τῶν ἀν­θρώ­πων, ποὺ Τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν. Δι­ό­τι ἤ­θε­λε ἔ­τσι νὰ δι­δά­ξει τὸ με­γα­λεῖ­ο τῆς ἀ­φά­νειας, τῆς ἀ­πο­φυ­γῆς τῆς ἐ­πι­δεί­ξε­ως.
Ὦ Κύ­ρι­ε, πό­σο βρι­σκό­μα­στε μα­κριά Σου! Ἐ­μεῖς θὰ κυτ­τά­ζα­με νὰ μα­ζέ­ψου­με ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν πε­ρισ­σό­τε­ρο κό­σμο, νὰ τὸ ἀν­τι­λη­φθοῦν ὅ­σο γί­νε­ται πιὸ πολ­λοί. Ἐ­μεῖς! Οἱ ἐ­λά­χι­στοι καὶ μη­δα­μι­νοί. Ποὺ ση­κω­νό­μα­στε στὶς μύ­τες τῶν πα­που­τσι­ῶν μας, γιὰ νὰ μᾶς βλέ­πουν οἱ ἄλ­λοι ἀ­πὸ παν­τοῦ. Τὴν ὥ­ρα ποὺ Ἐ­σύ, ὁ ἄ­πει­ρος Θε­ός, χα­μη­λώ­νεις, κρύ­βε­σαι, ζεῖς στὴ σι­ω­πὴ καὶ τὴν ἀ­φά­νεια.
Ἀ­δελ­φοί! Κα­τα­λα­βαί­νου­με τώ­ρα ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ πιὸ με­γά­λο μυ­στι­κό τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς; Κα­τα­λα­βαί­νου­με ὅ­τι ἡ ἐ­πί­δει­ξη καὶ ἡ προ­βο­λὴ κα­τα­στρέ­φουν ὅ­λους τοὺς κό­πους μας; Κα­τα­λα­βαί­νου­με ὅ­τι πνευ­μα­τι­κοὶ ἀ­γῶ­νες πολ­λῶν ἐ­τῶν μπο­ροῦν νὰ πᾶ­νε χα­μέ­νοι, ὅ­ταν τοὺς δη­μο­σι­εύ­ου­με, ὅ­ταν τοὺς ἀ­να­κοι­νώ­νου­με στοὺς ἄλ­λους; Κα­τα­λα­βαί­νου­με ὅ­τι ἀ­ρε­τὲς καὶ κα­λω­σύ­νες γί­νον­ται στά­χτη καὶ κα­πνός, ὅ­ταν ζη­τᾶ­με τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῶν ἀν­θρώ­πων;
Ἂς ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι κά­ποι­ος κά­νει κά­ποι­ο πνευ­μα­τι­κὸ ἀ­γώ­νι­σμα, προ­σεύ­χε­ται π.χ. ἐ­πὶ ὧ­ρες κά­θε μέ­ρα ἢ με­λε­τᾶ τὴν Ἁ­γί­α Γρα­φὴ ἢ πη­γαί­νει σὲ κά­ποι­ο φι­λαν­θρω­πι­κὸ ἵ­δρυ­μα καὶ προ­σφέ­ρει ἐ­θε­λον­τι­κὰ βο­ή­θεια ἢ κά­τι ἄλ­λο πα­ρό­μοι­ο κά­νει. Ἂν αὐ­τὰ τώ­ρα δὲν τὰ κρα­τή­σει κρυ­φά, ἀλ­λὰ τὰ φα­νε­ρώ­σει καὶ σὲ ἄλ­λους – ἐ­κτός, ἐν­νο­εῖ­ται, ἀ­πὸ τὸν πνευ­μα­τι­κό του πα­τέ­ρα – πᾶ­νε ὅ­λα χα­μέ­να. Ἀ­δί­κως κου­ρά­ζε­ται πιά. Δέρ­νει μο­νά­χα τὸν ἀ­έ­ρα.
Ἂς μὴ ζοῦ­με μὲ ψευ­δαι­σθή­σεις. Τὰ πνευ­μα­τι­κά μας ἀ­γω­νί­σμα­τα, ὅ­ταν τὰ φα­νε­ρώ­νου­με στοὺς ἀν­θρώ­πους – ἔ­στω καὶ γιὰ νὰ τοὺς ὠ­φε­λή­σου­με – χά­νον­ται! Κι ἂν θέ­λου­με – πολ­λοὶ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς – νὰ βροῦ­με τὴν αἰ­τί­α γιὰ τὴν ὁ­ποί­α, ἐ­νῶ περ­νοῦν τὰ χρό­νια, δὲν προ­ο­δεύ­ου­με πνευ­μα­τι­κά, ἐ­δῶ κυ­ρί­ως νὰ ψά­ξου­με. Νὰ δοῦ­με μή­πως τοὺς ὅ­ποι­ους θη­σαυ­ροὺς τῆς ψυ­χῆς μας τοὺς βγά­ζου­με στὶς βι­τρί­νες τοῦ κό­σμου, τοὺς ἐκ­θέ­του­με στὰ βλέμ­μα­τα τῶν ἀν­θρώ­πων.
Λοι­πόν, νὰ ἀ­γα­πή­σου­με τὴν ἀ­φά­νεια. Θό­ρυ­βο κά­νουν μό­νον οἱ ἄ­δει­οι τε­νε­κέ­δες. Ὁ ἀ­λη­θι­νὰ πνευ­μα­τι­κὸς ἄν­θρω­πος περ­νά­ει ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος ἀ­κό­μη καὶ ἀ­πὸ τὸ πο­λὺ κον­τι­νὸ πε­ρι­βάλ­λον του. Καὶ μό­νον λί­γοι μὲ ἀ­νε­πτυγ­μέ­να πνευ­μα­τι­κὰ αἰ­σθη­τή­ρια ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται τὸν πνευ­μα­τι­κὸ πλοῦ­το ποὺ κρύ­βει.
2. ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Δὲν εἶ­χαν βγεῖ κα­λὰ – κα­λὰ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι οἱ δύ­ο πρώ­ην τυ­φλοί, ὅ­ταν φά­νη­καν και­νούρ­γιοι ἐ­πι­σκέ­πτες. Κά­ποι­οι ὁ­δη­γοῦ­σαν ἐ­νώ­πιον τοῦ Κυ­ρί­ου ἕ­ναν ἄν­θρω­πο δαι­μο­νι­σμέ­νο, ποὺ ἐξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ ἦ­ταν καὶ κου­φὸς καὶ ἄ­λα­λος.
Μὲ ἕ­να πρό­σταγ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου ἀ­μέ­σως ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­γι­νε κα­λά. Τὸ θαῦ­μα  ἔ­γι­νε  ἀ­μέ­σως  γνω­στὸ καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι δό­ξα­ζαν τὸν Θε­ό, ἐ­κτὸς ἀ­πό τους φθο­νε­ροὺς Φα­ρι­σαί­ους, ποὺ ἔ­λε­γαν: μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ ἄρ­χον­τος τῶν δαι­μο­νί­ων βγά­ζει τὰ δαι­μό­νια.
Ἀ­νε­πη­ρέ­α­στος ἐν τού­τοις ὁ Κύ­ριος ἀ­πὸ τὶς φαρ­μα­κε­ρὲς ἐ­πι­κρί­σεις συ­νέ­χι­σε νὰ πε­ρι­ο­δεύ­ει σὲ ὅ­λες τὶς πό­λεις καὶ τὰ χω­ριά, δι­δά­σκον­τας στὶς συ­να­γω­γὲς καὶ κη­ρύτ­τον­τας τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο καὶ θε­ρα­πεύ­ον­τας κά­θε ἀρ­ρώ­στια καὶ τα­λαι­πω­ρί­α τοῦ λα­οῦ.
ΤΙ ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ, ἀ­λή­θεια, αὐ­τὴ τῶν ἀρ­χόν­των τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ! Μοιά­ζει ἀ­πί­στευ­το. Ἄν­θρω­ποι, ποὺ με­λε­τοῦ­σαν τὸν Νό­μο τοῦ Θε­οῦ νὰ φτά­σουν στὸ κα­τάν­τη­μα νὰ ἀ­πο­δί­δουν τὰ θαύ­μα­τα τοῦ Κυ­ρί­ου στὸν σα­τα­νᾶ! Σκο­τι­σμέ­νοι πράγ­μα­τι.
Δὲν λεί­πουν βέ­βαι­α καὶ ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χή μας τέ­τοι­οι δι­ε­στραμ­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι, ποὺ πα­ρου­σιά­ζουν τὸ φῶς γιὰ σκο­τά­δι καὶ συ­κο­φαν­τοῦν τὰ ἔρ­γα τοῦ Θε­οῦ καὶ τῶν πι­στῶν Του. Ἀλ­λὰ δὲν εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο ποὺ κυ­ρί­ως μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει.
Ἐ­κεῖ­νο στὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ πρέ­πει τώ­ρα κυ­ρί­ως νὰ στρέ­ψου­με τὴν προ­σο­χή μας εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ὁ ἑ­αυ­τός μας. Νὰ δοῦ­με δη­λα­δὴ μή­πως με­ρι­κὲς φο­ρὲς κά­νου­με καὶ ἐ­μεῖς κά­τι ἀ­νά­λο­γα. Ποι­ὰ ἦ­ταν ἡ οὐ­σί­α τοῦ σφάλ­μα­τος τῶν Φα­ρι­σαί­ων; Ἦ­ταν τὸ ὅ­τι ἀ­πέ­δι­δαν στὸν Κύ­ριο αἰ­σθή­μα­τα καὶ σκέ­ψεις καὶ δι­α­θέ­σεις, ποὺ ἦ­ταν τε­λεί­ως ξέ­νες πρὸς Αὐ­τόν. Λοι­πόν, τὸ κα­τα­λα­βαί­νου­με τώ­ρα. Ὅ­ταν καὶ ἐ­μεῖς ἀ­πο­δί­δου­με σὲ κά­ποι­ον αἰ­σθή­μα­τα καὶ σκέ­ψεις καὶ δι­α­θέ­σεις ποὺ πο­τὲ δὲν εἶ­χε, οὐ­σι­α­στι­κὰ στὸ ἴ­διο λά­θος πέ­φτου­με. Καὶ πό­τε τὸ κά­νου­με αὐ­τό; Ἢ μᾶλ­λον, πό­τε κιν­δυ­νεύ­ου­με νὰ τὸ πά­θου­με; Ἂς μὴ μᾶς φα­νεῖ πα­ρά­ξε­νο· κιν­δυ­νεύ­ου­με νὰ βρε­θοῦ­με στὴν ἴ­δια θέ­ση μὲ τοὺς Φα­ρι­σαί­ους, ὅ­ταν ἐκ­φέ­ρου­με ἐμ­πα­θεῖς κρί­σεις γιὰ τοὺς ἄλ­λους, ὅ­ταν κα­τα­κρί­νου­με.
Ναί, ἂς τὸ σκε­φθοῦ­με λί­γο βα­θύ­τε­ρα. Γνω­ρί­ζου­με ἄ­ρα­γε πο­τὲ μὲ ἀ­πό­λυ­τη βε­βαι­ό­τη­τα τί ἔ­χει ὁ ἀ­δελ­φός μας στὴν καρ­διά του; Ὄ­χι ἀ­σφα­λῶς. Αὐ­τὸ μό­νον ἕ­νας τὸ γνω­ρί­ζει, ὁ καρ­δι­ο­γνώ­στης Κύ­ριος. Ἐ­μεῖς ἁ­πλῶς ὑ­πο­θέ­του­με. Λέ­με: ὁ τά­δε μὲ ἀν­τι­πα­θεῖ, δι­ό­τι... κ.τ.λ. Ἢ, ἐ­κεί­νη θέ­λει τὸ κα­κό μου· τὴν κα­τά­λα­βα ἐ­γὼ ἀ­πὸ τοῦ­το, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο κ.τ.λ. Ὅ­λα ὅ­μως αὐ­τά, ποὺ σή­με­ρα τὰ θε­ω­ροῦ­με ἀ­πο­δεί­ξεις ἀ­λά­θη­τες, αὔ­ριο μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­δει­χθοῦν ἀ­νύ­παρ­κτα. Ἐν τῷ με­τα­ξὺ βέ­βαι­α τὸν ἄν­θρω­πο τὸν ἔ­χου­με δι­α­σύ­ρει, τὸν ἔ­χου­με συ­κο­φαν­τή­σει σὲ συγ­γε­νεῖς καὶ γνω­στούς.
Νὰ προ­σέ­χου­με ἑ­πο­μέ­νως, ἀ­δελ­φοί. Ὅ­λοι μας. Μὴ σπεύ­δου­με, πα­ρα­συ­ρό­με­νοι ἀ­πὸ αἰ­σθή­μα­τα ξέ­να πρὸς τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο, νὰ κα­τα­δι­κά­σου­με κα­νέ­να. Δι­ό­τι κιν­δυ­νεύ­ου­με νὰ κά­νου­με ὅ,τι καὶ οἱ Φα­ρι­σαῖ­οι. Καὶ κά­τι τέ­τοι­ο θὰ εἶ­ναι φο­βε­ρό!
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)