Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Ε΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ



ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
Ε΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
(5 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2020)
(ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀ­δελ­φοί,  Χρι­στὸς πα­ρα­γε­νό­με­νος ἀρ­χι­ε­ρεὺς τν μελ­λόν­των ἀ­γα­θῶν δι τς με­ί­ζο­νος κα τε­λει­ο­τέ­ρας σκη­νῆς, ο χει­ρο­ποι­ή­του, τοῦ­τ' ἔ­στιν ο τα­ύ­της τς κτί­σε­ως, οὐ­δὲ δι' αἵ­μα­τος τρά­γων κα μό­σχων, δι δ το ἰ­δί­ου αἵ­μα­τος εἰ­σῆλ­θεν ἐ­φά­παξ ες τ Ἅ­για, αἰ­ω­νί­αν λύ­τρω­σιν εὑ­ρά­με­νος. Ε γρ τ αἷ­μα ταύ­ρων κα τρά­γων κα σπο­δὸς δα­μά­λε­ως ῥαν­τί­ζου­σα τος κε­κοι­νω­μέ­νους ἁ­γι­ά­ζει πρς τν τς σαρ­κὸς κα­θα­ρό­τη­τα, πό­σῳ μᾶλ­λον τ αἷ­μα το Χρι­στοῦ, ς δι Πνε­ύ­μα­τος αἰ­ω­νί­ου ἑ­αυ­τὸν προ­σή­νεγ­κεν ἄ­μω­μον τ Θε­ῷ, κα­θα­ρι­εῖ τν συ­νε­ί­δη­σιν ὑ­μῶν ἀ­πὸ νε­κρῶν ἔρ­γων ες τ λα­τρε­ύ­ειν Θε­ῷ ζῶν­τι;
                                                     (Ἑβρ. θ΄[9] 11 - 14)
ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΛΥΤΡΩΤΟΥ
«To αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ ... κα­θα­ρι­εῖ τὴν συ­νεί­δη­σιν ὑ­μῶν 
ἀ­πὸ νε­κρῶν ἔρ­γων»
Ἤ­δη φθά­νου­με πρὸς τὸ τέ­λος τῆς Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς καὶ μό­λις λί­γες ἡ­μέ­ρες μᾶς χω­ρί­ζουν ἀ­πὸ τὴν Ἁ­γί­α καὶ Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α θὰ προ­σκυ­νή­σου­με τὰ ἄ­χραν­τα Πά­θη τοῦ Κυ­ρί­ου, ἀ­φοῦ πρῶ­τα κα­θα­ρί­σου­με τὴν καρ­διά μας ἀ­πὸ τὴ δυ­σω­δί­α τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.
Ἡ συ­νεί­δη­σή μας μᾶς βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι εἴ­μα­στε ἔ­νο­χοι, τὸ ση­με­ρι­νὸ Ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα ὅ­μως μᾶς δί­νει θάρ­ρος καὶ ἐλ­πί­δα. Προ­βάλ­λον­τας τὸ ἀ­σύγ­κρι­το με­γα­λεῖ­ο της θυ­σί­ας τοῦ Κυ­ρί­ου ὁ θε­ο­φώ­τι­στος Ἀ­πό­στο­λος μᾶς το­νί­ζει ὅ­τι τὸ αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ «κα­θα­ρι­εῖ τὴν συ­νεί­δη­σιν ἡ­μῶν ἀ­πὸ νε­κρῶν ἔρ­γων εἰς τὸ λα­τρεύ­ειν Θε­ῷ ζών­τι»· δη­λα­δὴ θὰ κα­θα­ρί­σει τὴ συ­νεί­δη­σή μας ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ποὺ φέρ­νουν στὴν ψυ­χὴ νέ­κρω­ση, καὶ θὰ μᾶς ἀ­ξι­ώ­σει νὰ λα­τρεύ­ου­με ἀ­ξί­ως τὸν ζων­τα­νὸ Θε­ό.
Ἂς δοῦ­με λοι­πὸν ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ δύ­να­μη τοῦ Αἵ­μα­τος τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ πῶς αὐ­τὸ μᾶς κα­θα­ρί­ζει ἀ­πὸ κά­θε ἁ­μαρ­τί­α.
1. Ἡ ἀ­σύγ­κρι­τη δύ­να­μή του
Ἀ­νέ­κα­θεν ὁ ἄν­θρω­πος αἰ­σθα­νό­ταν τὸ βά­ρος τῆς ἐ­νο­χῆς ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α. Οἱ τύ­ψεις τῆς συ­νει­δή­σε­ως δὲν ἄ­φη­ναν τὴν ψυ­χή του νὰ εἰ­ρη­νεύ­σει. Γι᾿ αὐ­τὸ στὰ πρὸ Χρι­στοῦ χρό­νια τό­σο οἱ εἰ­δω­λο­λά­τρες ὅ­σο καὶ οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­πι­τύ­χουν τὴν ἐ­ξι­λέ­ω­σή τους, πρό­σφε­ραν θυ­σί­ες ζώ­ων. Ὅ­πως ση­μει­ώ­νει ὅ­μως ὁ Ἀ­πό­στο­λος, εἶ­ναι «ἀ­δύ­να­τον αἷ­μα ταύ­ρων καὶ τρά­γων ἀ­φαι­ρεῖν ἁ­μαρ­τί­ας» (Ἑ­βρ. ι΄[10] 4). Ἂν κά­τι μπο­ρεῖ νὰ ἐ­ξα­γνί­σει τὸν ἐ­σω­τε­ρι­κό μας κό­σμο καὶ νὰ κα­θα­ρί­σει τὴ συ­νεί­δη­σή μας, αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ποὺ χύ­θη­κε πά­νω στὸν Σταυ­ρὸ «ὑ­πὲρ τῆς τοῦ κό­σμου ζω­ῆς καὶ σω­τη­ρί­ας».
Για­τί; Πρῶ­τον δι­ό­τι τὸ αἷ­μα αὐ­τὸ εἶ­ναι αἷ­μα τοῦ ἐν­τε­λῶς ἀ­θώ­ου καὶ ἀ­να­μαρ­τή­του Κυ­ρί­ου Ἰ­η­σοῦ, ὁ Ὁ­ποῖ­ος «ἁ­μαρ­τί­αν οὐκ ἐ­ποί­η­σεν, οὐ­δὲ εὑ­ρέ­θη δό­λος ἐν τῷ στό­μα­τι αὐ­τοῦ» (Α΄ Πέ­τρ. β΄[2] 22).
Δεύ­τε­ρον αὐ­τὸ ποὺ προσ­δί­δει ἄ­πει­ρη ἀ­ξί­α καὶ δύ­να­μη στὴ θυ­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου εἶ­ναι τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι θυ­σι­ά­ζε­ται ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός, καὶ συ­νε­πῶς τὸ αἷ­μα αὐ­τὸ εἶ­ναι αἷ­μα Θε­οῦ! Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸς ὁ λό­γος ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ ἱ­ε­ρὸς ὑ­μνο­γρά­φος γιὰ νὰ δι­α­τυ­πώ­σει τὸ ἀ­σύλ­λη­πτο μυ­στή­ριο: «Αἵ­μα­τι Θε­οῦ ὁ ἰ­ὸς τοῦ ὄ­φε­ως ἀ­πο­πλύ­νε­ται» (Δο­ξα­στι­κὸ Ἑ­σπε­ρι­νοῦ Ἑ­ορ­τῆς Ὑ­ψώ­σε­ως Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ)· δη­λα­δὴ μὲ αἷ­μα Θε­οῦ ξε­πλέ­νε­ται τὸ δη­λη­τή­ριο τοῦ ἀρ­χαί­ου ὄ­φε­ως (τοῦ δι­α­βό­λου).
«Τοῦ­το τὸ αἷ­μα ἐκ­χυ­θὲν πᾶ­σαν τὴν οἰ­κου­μέ­νην ἐ­ξέ­πλυ­νε», γρά­φει ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος (PG 59,261). Καὶ ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος ὑ­πο­γραμ­μί­ζον­τας τὴν ἀ­τί­μη­τη ἀ­ξί­α του ση­μει­ώ­νει: Λί­γες ρα­νί­δες τοῦ τι­μί­ου αἵ­μα­τος τοῦ Κυ­ρί­ου ἀ­να­πλάτ­τουν ὅ­λο τὸν κό­σμο (PG 36,664).
2. Πῶς μᾶς κα­θα­ρί­ζει
Πραγ­μα­τι­κὰ τὸ αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο «κα­θα­ρί­ζει ἡ­μᾶς ἀ­πὸ πά­σης ἁ­μαρ­τί­ας» (Α΄Ἰ­ω. α΄[1] 7), ὅ­πως ση­μει­ώ­νει ὁ ἱ­ε­ρὸς εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Ἰ­ω­άν­νης.
Πῶς γί­νε­ται αὐ­τό; Γί­νε­ται διὰ τῶν Μυ­στη­ρί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Ἔ­τσι, κά­θε φο­ρὰ ποὺ προ­σερ­χό­μα­στε μὲ εἰ­λι­κρι­νῆ με­τά­νοι­α στὸ Μυ­στή­ριο τῆς ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως, ἡ ψυ­χή μας λού­ζε­ται μὲ τὸ αἷ­μα τῆς θυ­σί­ας τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ γί­νε­ται πεν­τα­κά­θα­ρη καὶ ὁ­λο­φώ­τει­νη, πιὸ λευ­κὴ κι ἀ­πὸ τὸ χι­ό­νι! Καὶ στὸ Μυ­στή­ριο τῆς θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας, ποὺ κοι­νω­νοῦ­με Σῶ­μα καὶ Αἷ­μα Χρι­στοῦ «εἰς ἄ­φε­σιν ἁ­μαρ­τι­ῶν καὶ εἰς ζω­ὴν αἰ­ώ­νιον», ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται τὸ θαῦ­μα τοῦ κα­θα­ρι­σμοῦ τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μας. Τό­τε πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με ζω­ὴ εἰ­ρη­νι­κή, μὲ ἤ­ρε­μη καὶ ἀ­νέ­νο­χη συ­νεί­δη­ση, μὲ χα­ρὰ καὶ ἀ­νά­παυ­ση στὴν ψυ­χή μας.
Σή­με­ρα, Ε΄ Κυ­ρια­κή τῆς Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς, ἡ ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α προ­βάλ­λει ἐ­νώ­πιόν μας καὶ τὴν ἀ­σκη­τι­κὴ μορ­φὴ τῆς ὁ­σί­ας Μα­ρί­ας τῆς Αἰ­γυ­πτί­ας, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­νῶ ζοῦ­σε βυ­θι­σμέ­νη μέ­σα στὴν ἀ­νη­θι­κό­τη­τα καὶ τὴ δι­α­φθο­ρά, συγ­κλο­νί­στη­κε ἀ­πὸ ἕ­να προ­σκύ­νη­μα στοὺς Ἁ­γί­ους Τό­πους, με­τα­νό­η­σε εἰ­λι­κρι­νά, ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κε κι ἔ­ζη­σε τὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς ζω­ῆς της στὴν ἔ­ρη­μο μὲ συν­τρι­βὴ ψυ­χῆς καὶ σκλη­ροὺς ἀ­σκη­τι­κοὺς ἀ­γῶ­νες. Αὐ­τὸ τὸ συγ­κλο­νι­στι­κὸ θαῦ­μα με­τα­στρο­φῆς δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε πο­τὲ νὰ γί­νει χω­ρὶς τὴ δύ­να­μη τῆς σταυ­ρι­κῆς θυ­σί­ας τοῦ Κυ­ρί­ου. Τὸ αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ κα­θά­ρι­σε τὴν καρ­διὰ τῆς ὁ­σί­ας Μα­ρί­ας ἀ­πὸ κά­θε μο­λυ­σμὸ ἁ­μαρ­τί­ας καὶ τῆς χά­ρι­σε πλή­ρη ἄ­φε­ση, λύ­τρω­ση καὶ σω­τη­ρί­α.
Μα­κά­ρι κι ἐ­μεῖς νὰ προ­στρέ­χου­με μὲ πί­στη καὶ με­τά­νοι­α στὸν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο Λυ­τρω­τή, γιὰ νὰ μᾶς ξε­πλέ­νει μὲ τὸ τί­μιο αἷ­μα του καὶ νὰ μᾶς κα­θα­ρί­ζει ἀ­πὸ κά­θε ἁ­μαρ­τί­α.
  (Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ πα­ρα­λαμ­βά­νει ὁ Ἰ­η­σοῦς τούς δώ­δε­κα μα­θη­τάς αὐ­τοῦ καί  ἤρ­ξα­το αὐ­τοῖς λέ­γειν τ μέλ­λον­τα αὐ­τῷ συμ­βα­ί­νειν.  Ὅτι ἰ­δοὺ ἀ­να­βα­ί­νο­μεν ες Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα κα υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που πα­ρα­δο­θή­σε­ται τος ἀρ­χι­ε­ρεῦ­σι κα γραμ­μα­τεῦ­σι, κα κα­τα­κρι­νοῦ­σιν αὐ­τὸν θα­νά­τῳ κα πα­ρα­δώ­σου­σιν αὐ­τὸν τος ἔ­θνε­σι, κα ἐμ­πα­ί­ξου­σιν αὐ­τῷ κα μα­στι­γώ­σου­σιν αὐ­τὸν κα ἐμ­πτύ­σου­σιν αὐ­τῷ κα ἀ­πο­κτε­νοῦ­σιν αὐ­τὸν, κα τ τρί­τῃ ἡ­μέ­ρᾳ ἀ­να­στή­σε­ται. Κα προ­σπο­ρεύ­ον­ται αὐ­τῷ Ἰάκωβος κα Ἰ­ω­άν­νης υἱ­οὶ Ζε­βε­δα­ί­ου λέ­γον­τες· Δι­δά­σκα­λε, θέ­λο­μεν ἵ­να ὃ ἐ­ὰν αἰ­τή­σω­μεν ποι­ή­σῃς ἡ­μῖν. δ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Τ θέ­λε­τε ποι­ῆ­σαί με ὑ­μῖν; ο δ εἶ­πον αὐ­τῷ· Δς ἡ­μῖν ἵ­να ες κ δε­ξι­ῶν κα ες ξ εὐ­ω­νύ­μων σου κα­θί­σω­μεν ν τ δό­ξῃ σου. δ Ἰ­η­σοῦς εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Οκ οἴ­δα­τε τ αἰ­τεῖ­σθε. δύ­να­σθε πι­εῖν τ πο­τή­ρι­ον ἐ­γὼ πί­νω, κα τ βά­πτι­σμα ἐ­γὼ βα­πτί­ζο­μαι βα­πτι­σθῆ­ναι; ο δ εἶ­πον αὐ­τῷ· Δυ­νά­με­θα. δ Ἰ­η­σοῦς εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Τ μν πο­τή­ρι­ον ἐ­γὼ πί­νω πί­ε­σθε, κα τ βά­πτι­σμα ἐ­γὼ βα­πτί­ζο­μαι βα­πτι­σθή­σε­σθε· τ δ κα­θί­σαι κ δε­ξι­ῶν μου κα ξ εὐ­ω­νύ­μων οκ ἔ­στιν ἐ­μὸν δοῦ­ναι, ἀλ­λ' ος ἡ­τοί­μα­σται. κα ἀ­κο­ύ­σαν­τες ο δέ­κα ἤρ­ξαν­το ἀ­γα­να­κτεῖν πε­ρὶ Ἰ­α­κώ­βου κα Ἰ­ω­άν­νου. δ Ἰ­η­σοῦς προ­σκα­λε­σά­με­νος αὐ­τοὺς λέ­γει αὐ­τοῖς· Οἴ­δα­τε ὅ­τι ο δο­κοῦν­τες ἄρ­χειν τν ἐ­θνῶν κα­τα­κυ­ρι­ε­ύ­ου­σιν αὐ­τῶν κα ο με­γά­λοι αὐ­τῶν κα­τε­ξου­σι­ά­ζου­σιν αὐ­τῶν. οχ οὕ­τω δ ἔ­σται ἐν ὑ­μῖν, ἀλ­λ' ὃς ἐ­ὰν θέ­λῃ γε­νέ­σθαι μέ­γας ν ὑ­μῖν, ἔ­σται ὑ­μῶν δι­ά­κο­νος, κα ς ἐ­ὰν θέ­λῃ ὑ­μῶν γε­νέ­σθαι πρῶ­τος, ἔ­σται πάν­των δοῦ­λος· κα γρ υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που οκ ἦλ­θε δι­α­κο­νη­θῆ­ναι, ἀλ­λὰ δι­α­κο­νῆ­σαι κα δοῦ­ναι τν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ λύ­τρον ἀν­τὶ πολ­λῶν.
(Μᾶρκ. ι΄[10] 32 - 45)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ ὁ Ἰ­η­σοῦς πῆ­ρε ἰ­δι­αι­τέ­ρως τοὺς δώ­δε­κα μαθητές του καί ἄρ­χι­σε νὰ τοὺς λέ­ει ἐ­κεῖ­να ποὺ θὰ τοῦ συ­νέ­βαι­ναν. Τοὺς ἔ­λε­γε δη­λα­δὴ ὅ­τι, νά, ἀ­νε­βαί­νου­με στὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, καὶ ὁ υἱ­ὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσ­σί­ας, θὰ πα­ρα­δο­θεῖ στοὺς ἀρ­χι­ε­ρεῖς καὶ τοὺς γραμ­μα­τεῖς, κι αὐ­τοὶ θὰ τὸν κα­τα­δι­κά­σουν σὲ θά­να­το καὶ θὰ τὸν πα­ρα­δώ­σουν στοὺς ἐ­θνι­κοὺς στρα­τι­ῶ­τες τῆς Ρώ­μης. Κι ἐ­κεῖ­νοι θὰ τὸν ἐμ­παί­ξουν καὶ θὰ τὸν μα­στι­γώ­σουν καί θά τόν φτύσουν καί θά τόν θανατώσουν καί τήν τρίτη ἡμέρα ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό του θὰ ἀ­να­στη­θεῖ. Πλη­σιά­ζουν τό­τε τὸν Ἰ­η­σοῦ ὁ Ἰ­ά­κω­βος καί ὁ Ἰ­ω­άν­νης, οἱ γιοί τοῦ Ζεβεδαίου, καί τοῦ λέ­νε. Δι­δά­σκα­λε, θέ­λου­με νὰ μᾶς κά­νεις αὐ­τὸ ποὺ θὰ σοῦ ζη­τή­σου­με. Κι αὐ­τὸς τοὺς ρώ­τη­σε: Τί θέ­λε­τε νὰ σᾶς κά­νω; Αὐ­τοὶ τοῦ εἶ­παν: ­Ὅ­ταν ἔλ­θεις στὴ δό­ξα σου καὶ ἀνεβεῖς στὸν ἐ­πί­γει­ο βα­σι­λι­κὸ θρό­νο τοῦ Δα­βίδ, βά­λε μας νὰ κα­θί­σου­με ὁ ἕ­νας στὰ δε­ξιά σου κι ὁ ἄλ­λος στ' ἀ­ρι­στε­ρά σου. Ὁ Ἰ­η­σοῦς τό­τε τοὺς εἶ­πε: Δὲν ξέ­ρε­τε τί ζη­τᾶ­τε. Δὲν εἶ­ναι τώ­ρα και­ρὸς κο­σμι­κῶν με­γα­λεί­ων καὶ ἀ­ξι­ω­μά­των, ἀλλά κό­πων καὶ δι­ωγ­μῶν καὶ μαρ­τυ­ρι­κοῦ θα­νά­του. Μπο­ρεῖ­τε νὰ πιεῖτε τὸ πο­τή­ριο τοῦ θα­νά­του ποὺ πρό­κει­ται νὰ πι­ῶ ἐγώ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο, καὶ νὰ βα­πτι­σθεῖ­τε τὸ βά­πτι­σμα τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου πού με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο θὰ ὑ­πο­στῶ; Κι αὐ­τοί, θέ­λον­τας νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σουν τὸ αἴτημά τους, τοῦ εἶ­παν χω­ρὶς νὰ τὸ σκε­φτοῦν κα­λά: Μπο­ροῦ­με. Τό­τε τοὺς εἶ­πε ὁ Ἰησοῦς: Τὸ πο­τή­ριο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου ποὺ ἐγώ θὰ πι­ῶ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο, θὰ τὸ πι­εῖ­τε κι ἐσεῖς, καὶ τὸ βά­πτι­σμα ποὺ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο θὰ ὑ­πο­στῶ στὴ θά­λασ­σα τῶν πα­θη­μά­των μου, θὰ τὸ ὑ­πο­στεῖ­τε κι ἐσεῖς. Δι­ό­τι κι ἐσεῖς θὰ ὑ­πο­στεῖ­τε δι­ωγ­μοὺς καὶ μαρ­τύ­ριο γιὰ τὸ εὐ­αγ­γέ­λιό μου. Τὸ νὰ κα­θί­σε­τε ὅ­μως στὰ δε­ξιά μου καὶ στὰ ἀ­ρι­στε­ρά μου δὲν ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ μέ­να νὰ τὸ δώ­σω σ' ὅ­ποι­ον μοῦ τὸ ζη­τή­σει, ἀλλά αὐ­τὸ θὰ δο­θεῖ σ' ἐ­κεί­νους γιὰ τούς ὁ­ποί­ους ἔ­χει ἑ­τοι­μα­σθεῖ ἀ­πὸ τὸν δι­και­ο­κρί­τη Πα­τέ­ρα μου, ποὺ κα­νο­νί­ζει τὶς ἀν­τα­μοι­βὲς σύμ­φω­να μὲ τὴν ἀρετή τοῦ κα­θε­νός. Ὅ­ταν τ' ἄ­κου­σαν αὐ­τὰ οἱ ἄλ­λοι δέ­κα μα­θη­τές, ἄρ­χι­σαν νὰ ἀ­γα­να­κτοῦν γιὰ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ αὐ­τὴ τοῦ Ἰ­α­κώ­βου καὶ τοῦ Ἰ­ω­άν­νου, οἱ ὁποῖοι ζη­τοῦ­σαν νὰ τοὺς πα­ραγ­κωνί­σουν καὶ νὰ τι­μη­θοῦν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π' αὐ­τούς. Ὁ Ἰησοῦς ὅ­μως τοὺς κά­λε­σε κον­τά του καὶ τοὺς εἶπε: Γνω­ρί­ζε­τε ὅ­τι αὐ­τοὶ ποὺ θε­ω­ροῦν­ται καὶ φαί­νον­ται ἄρχον­τες τῶν ἐ­θνῶν, ἀ­σκοῦν ἀ­πό­λυ­τη κυ­ρι­αρ­χί­α στοὺς λα­ούς τους σὰν νὰ εἶ­ναι ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτοι κύ­ριοί τους καὶ σάν νὰ εἶ­ναι οἱ λα­οὶ κτῆ­μα τους. Κι ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ἔ­χουν με­γά­λο ἀ­ξί­ω­μα, ὅ­πως εἶ­ναι οἱ ἀ­νώ­τε­ροι ἀ­ξι­ω­μα­τοῦ­χοι, κα­τα­δυνα­στεύ­ουν τοὺς λα­ούς τους μὲ ἀ­πό­λυ­τη ἐ­ξου­σί­α, σὰν νὰ εἶ­ναι αὐ­τοὶ δοῦ­λοι τους. Με­τα­ξὺ σας ὅ­μως δὲν μπο­ρεῖ οὔτε ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ συμ­βαί­νει αὐ­τό. Ἀλλά ὅ­ποι­ος θέ­λει νὰ γί­νει με­γά­λος ἀ­νάμε­σά σας, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ὑ­πη­ρέ­της σας καὶ νὰ προ­σπαθεῖ νὰ γί­νε­ται ἐ­ξυ­πη­ρε­τι­κὸς στοὺς ἄλ­λους. Κι ὅ­ποι­ος ἀ­πὸ σᾶς θέ­λει νὰ γί­νει πρῶ­τος, πρέ­πει νά γί­νει δοῦ­λος ὅ­λων, ἀ­σκών­τας μὲ κά­θε τα­πει­νο­φρο­σύ­νη τὴν ἀ­γά­πη. Δι­ό­τι καὶ ὁ υἱ­ὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσ­σί­ας, δὲν ἦλθε στόν κόσμο γιὰ νὰ ὑ­πη­ρε­τη­θεῖ, ἀλλά ἦλ­θε γιὰ νὰ ὑπηρετήσει καὶ νὰ δώ­σει τὴ ζω­ὴ του λύ­τρο προ­κειμέ­νου νὰ ἐ­ξα­γο­ρα­σθοῦν καὶ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θοῦν πολ­λοὶ ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ τὸν θά­να­το.
                

Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ


Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ

Τὸ πρῶτο ἀνάγνωσμα, ποὺ διαβάστηκε στὴ σημερινὴ προηγιασμένη Θεία Λειτουργία (Παρασκευὴ πέμπτης Ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν), εἶναι παρμένο ἀπὸ τὸ 22ο Κεφάλαιο τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσεως. Εἶναι συγκλονιστικά τὰ ὅσα μᾶς διηγείται. Εἶναι ἡ θυσία τοῦ Ἀβραάμ. Ζητᾶ ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ, δοκιμάζοντάς τον, νὰ τοῦ προσφέρει θυσίαν ὁλοκαυτώματος τὸν γιὸν του «Λάβε τὸν υἱ­όν σου τὸν ἀ­γα­πη­τόν, ὃν ἠ­γά­πη­σας, τὸν Ἰ­σα­άκ»  αὐτὰ τοῦ εἶπε κατὰ λέξη. Ποιὸν τοῦ ζητᾶ; Τὸν γιὸ ποὺ τοῦ χάρισε στὰ 100 του χρόνια καὶ ποὺ ἦταν ἡ ὰρχὴ τῆς πραγματοποίησης τῆς ὑπόσχεσης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν Ἀβραὰμ ὅτι θὰ πολλαπλασιάζονταν οἱ ἀπόγονοί του σὰν τὰ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ὁλοπρόθυμα ὑπακούει. Δὲν ἀγαπᾶ τὸ παιδὶ του; Τὸ ἀγαπᾶ. Παραπάνω ὅμως ἀγαπᾶ τὸν Θεό, τὸν ὁποῖο καὶ ἐμπιστεύεται καὶ ὑπακούει.
Νὰ προσέξουμε ἀκόμη τὸν διάλογο παιδιοῦ και πατέρα: Εἶ­πε δὲ Ἰ­σα­ὰκ πρὸς Ἀ­βρα­άμ τὸν πα­τέ­ρα αὐ­τοῦ· Πάτερ, ὁ δὲ εἶ­πε· Τί ἐ­στι τέ­κνον; Εἶ­πε δέ· Ἰ­δοὺ τὸ πῦρ καὶ τὰ ξύ­λα, ποῦ ἐ­στι τὸ πρό­βα­τον τὸ εἰς ὁ­λο­κάρ­πω­σιν; Εἶ­πε δὲ Ἀ­βρα­άμ· ὁ Θε­ὸς ὄ­ψε­ται ἑ­αυ­τῷ πρό­βα­τον εἰς ὁ­λο­κάρ­πω­σιν, τέ­κνον. (Κα­θὼς δὲ ἐ­βά­δι­ζαν, ὁ Ἰ­σα­ὰκ γε­μά­τος ἀ­πο­ρί­αν εἶ­πε πρὸς τὸν πα­τέ­ρα του, τὸν Ἀ­βρα­άμ: «Πα­τέ­ρα». Ὁ δὲ Ἀ­βρα­ὰμ ἀ­πάν­τη­σε: «Τί εἶ­ναι, παι­δί μου;» Καὶ ὁ Ἰ­σα­ὰκ ἐ­πρό­σθε­σε: «Νά· σὺ με­τα­φέ­ρεις τὴν φω­τιὰν καὶ ἐ­γὼ τὰ ξύ­λα διὰ τὴν θυ­σί­αν. Ποῦ εἶ­ναι ὅ­μως τὸ πρό­βα­τον, τὸ ὁ­ποῖ­ον θὰ προ­σφερ­θῆ ὡς ὁ­λο­καύ­τω­μα εἰς τὸν Θε­όν;» Ὁ Ἀ­βρα­ὰμ μὲ γεν­ναῖ­ον φρό­νη­μα καὶ πί­στιν εἰς τὸν Θε­ὸν ἀ­πάν­τη­σεν εἰς τὸν Ἰ­σα­άκ: «Παι­δί ­μου, ὁ παν­το­δύ­να­μος Θε­ὸς θὰ φρον­τί­ση μό­νος του καὶ θὰ μᾶς δεί­ξη τὸ πρό­βα­τον, ποὺ πρέ­πει νὰ θυ­σια­σθῆ».
Καὶ ἡ λύση τοῦ δράματος. Μετὰ τὴ δοκιμασία ὁ Θεὸς δίνει τη λύση τοῦ δράματος. Δίνει καὶ τὴν εὐλογία καὶ τὴν ὑπόσχεση μὲ ὅρκο.
ΓΕΝΕΣΕΩΣ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Ἐ­γέ­νε­το με­τὰ τὰ ῥή­μα­τα ταῦ­τα, ὁ Θε­ὸς ἐ­πε­ί­ρα­ζε τὸν Ἀ­βρα­άμ, καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ἀ­βρα­άμ, Ἀ­βρα­άμ, καὶ εἶ­πεν· Ἰ­δοὺ ἐ­γώ. Καὶ εἶ­πε· Λάβε τὸν υἱ­όν σου τὸν ἀ­γα­πη­τόν, ὃν ἠ­γά­πη­σας, τὸν Ἰ­σα­άκ, καὶ πο­ρε­ύ­θη­τι εἰς τὴν γῆν τὴν ὑ­ψη­λήν, καὶ ἀ­νέ­νεγ­κε αὐ­τὸν ἐ­κεῖ εἰς ὁ­λο­κάρ­πω­σιν, ἐ­πὶ ἓν τῶν ὀ­ρέ­ων, ὧν ἂν σοι εἴ­πω. Ἀ­να­στὰς δὲ Ἀ­βρα­άμ τὸ πρωΐ, ἐ­πέ­σα­ξε τὸν ὄ­νον αὐ­τοῦ, πα­ρέ­λα­βε δὲ με­θ' ἑ­αυ­τοῦ δύ­ο παῖ­δας, καὶ Ἰ­σα­ὰκ τὸν υἱ­ὸν αὐ­τοῦ, καὶ σχί­σας ξύ­λα εἰς ὁ­λο­κάρ­πω­σιν, ἀ­να­στὰς ἐ­πο­ρε­ύ­θη, καὶ ἦλ­θεν εἰς τὸν τό­πον, ὃν εἶ­πεν αὐ­τῷ ὁ Θε­ός, τῇ ἡ­μέ­ρᾳ τῇ τρί­τῃ. Καὶ ἀ­να­βλέ­ψας Ἀ­βρα­ὰμ τοῖς ὀ­φθαλ­μοῖς αὐ­τοῦ, εἶ­δε τὸν τό­πον μα­κρό­θεν, καὶ εἶ­πεν Ἀ­βρα­ὰμ τοῖς παι­σίν αὐ­τοῦ· Κα­θί­σα­τε αὐ­τοῦ με­τὰ τῆς ὄ­νου, ἐ­γὼ δὲ καὶ τὸ παι­δά­ριον, δι­ε­λευ­σό­με­θα ἕ­ως ᾧ­δε, καὶ προ­σκυ­νή­σαν­τες, ἀ­να­στρέ­ψο­μεν πρὸς ὑ­μᾶς. Ἔ­λα­βε δὲ Ἀ­βρα­ὰμ τὰ ξύ­λα τῆς ὁ­λο­καρ­πώ­σε­ως, καὶ ἐ­πέ­θη­κεν Ἰ­σα­ὰκ τῷ υἱ­ῷ αὐ­τοῦ, ἔ­λα­βε δὲ καὶ τὸ πῦρ με­τὰ χεῖ­ρας, καὶ τὴν μά­χαι­ραν, καὶ ἐ­πο­ρε­ύ­θη­σαν οἱ δύ­ο ἅ­μα. Εἶ­πε δὲ Ἰ­σα­ὰκ πρὸς Ἀ­βρα­άμ τὸν πα­τέ­ρα αὐ­τοῦ· Πάτερ, ὁ δὲ εἶ­πε· Τί ἐ­στι τέ­κνον; Εἶ­πε δέ· Ἰ­δοὺ τὸ πῦρ καὶ τὰ ξύ­λα, ποῦ ἐ­στι τὸ πρό­βα­τον τὸ εἰς ὁ­λο­κάρ­πω­σιν; Εἶ­πε δὲ Ἀ­βρα­άμ· ὁ Θε­ὸς ὄ­ψε­ται ἑ­αυ­τῷ πρό­βα­τον εἰς ὁ­λο­κάρ­πω­σιν, τέ­κνον. Πο­ρευ­θέν­τες δὲ ἀμ­φό­τε­ροι ἅ­μα, ἦλ­θον ἐ­πὶ τὸν τό­πον, ὃν εἶ­πεν αὐ­τῷ ὁ Θε­ός, καὶ ᾠ­κο­δό­μη­σεν ἐ­κεῖ Ἀ­βρα­ὰμ τὸ θυ­σι­α­στή­ριον, καὶ ἐ­πέ­θη­κε τὰ ξύ­λα, καὶ συμ­πο­δί­σας Ἰ­σα­ὰκ τὸν υἱ­ὸν αὐ­τοῦ, ἐ­πέ­θη­κεν αὐ­τὸν ἐ­πὶ τὸ θυ­σι­α­στή­ριον ἐ­πά­νω τῶν ξύ­λων, καὶ ἐ­ξέ­τει­νεν Ἀ­βρα­ὰμ τὴν χεῖ­ρα αὐ­τοῦ λα­βεῖν τὴν μά­χαι­ραν, σφά­ξαι τὸν υἱ­ὸν αὐ­τοῦ. Καὶ ἐ­κά­λε­σε αὐ­τὸν Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου ἐκ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ἀ­βρα­άμ, Ἀ­βρα­άμ, ὁ δὲ εἶ­πεν· Ἰ­δοὺ ἐ­γώ, καὶ εἶ­πε· Μὴ ἐ­πι­βά­λῃς τὴν χεῖ­ρά σου ἐ­πὶ τὸ παι­δά­ριον, μη­δὲ ποι­ή­σῃς αὐ­τῷ μη­δέν· νῦν γὰρ ἔ­γνων, ὅ­τι φο­βῇ σὺ τὸν Θε­όν, καὶ οὐκ ἐ­φε­ί­σω τοῦ υἱ­οῦ σου τοῦ ἀ­γα­πη­τοῦ δι' ἐ­μέ. Καὶ ἀ­να­βλέ­ψας Ἀ­βρα­ὰμ τοῖς ὀ­φθαλ­μοῖς αὐ­τοῦ, εἶ­δε, καὶ ἰ­δού, κριὸς κα­τε­χό­με­νος ἐν φυ­τῷ Σα­βὲκ τῶν κε­ρά­των, καὶ ἐ­πο­ρε­ύ­θη Ἀ­βρα­άμ, καὶ ἔ­λα­βε τὸν κρι­όν, καὶ ἀ­νή­νεγ­κεν αὐ­τὸν εἰς ὁ­λο­κάρ­πω­σιν, ἀν­τὶ Ἰ­σα­ὰκ τοῦ υἱ­οῦ, αὐ­τοῦ. Καὶ ἐ­κά­λε­σεν Ἀ­βρα­ὰμ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ τό­που ἐ­κε­ί­νου, Κύριος εἶ­δεν, ἵ­να εἴ­πω­σι σή­με­ρον, ἐν τῷ ὄ­ρει Κύριος ὤ­φθη. Καὶ ἐ­κά­λε­σεν Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου τὸν Ἀ­βρα­ὰμ δε­ύ­τε­ρον ἐκ τοῦ Οὐ­ρα­νοῦ, λέ­γων· Κα­τ' ἐ­μαυ­τοῦ ὤ­μο­σα, λέ­γει Κύριος, οὗ ἕ­νε­κεν ἐ­πο­ί­η­σας τὸ ῥῆ­μα τοῦ­το, καὶ οὐκ ἐ­φε­ί­σω τοῦ υἱ­οῦ σου τοῦ ἀ­γα­πη­τοῦ δι' ἐ­μέ, ἢ μὴν εὐ­λο­γῶν εὐ­λο­γή­σω σε, καὶ πλη­θύ­νων πλη­θυ­νῶ τὸ σπέρ­μα σου, ὡς τοὺς ἀ­στέ­ρας τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, καὶ ὡς τὴν ἄμ­μον, τὴν πα­ρὰ τὸ χεῖ­λος τῆς θα­λάσ­σης, καὶ κλη­ρο­νο­μή­σει τὸ σπέρ­μα σου τὰς πό­λεις τῶν ὑ­πε­ναν­τί­ων, καὶ ἐ­νευ­λο­γη­θή­σον­ται ἐν τῷ σπέρ­μα­τί σου πάν­τα τὰ ἔ­θνη τῆς γῆς, ἀνθ' ὧν ὑ­πή­κου­σας τῆς ἐ­μῆς φω­νῆς.
(Γεν. κβ΄[22] 1-19-8)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (ΝΙΚΟΛΑΟΥ Π. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ)
Συ­νέ­βη δὲ με­τὰ τὰ γε­γο­νό­τα αὐ­τὰ (τὴν γέν­νη­σιν τοῦ Ἰ­σα­άκ, τὴν ἀ­πο­πομ­πὴν τοῦ Ἰ­σμα­ήλ, τὴν συν­θή­κην μὲ τὸν Ἀβιμέλεχ) τοῦ­το: Ὁ Θε­ὸς ἐ­δο­κί­μα­σε τὸν Ἀ­βρα­ὰμ καὶ τοῦ εἶ­πεν: «Ἀ­βρα­άμ, Ἀ­βρα­άμ». Ὁ δὲ Ἀ­βρα­ὰμ ἀ­πάν­τη­σε: «Νά, Κύ­ρι­ε, εἶ­μαι πα­ρών, ἀ­κού­ω». Καὶ εἶ­πε πρὸς αὐ­τὸν ὁ Θε­ός: «Πά­ρε τὸ πο­λυ­α­γα­πη­μέ­νον καὶ λα­τρευ­τόν σου παι­δί, τὸν Ἰ­σα­άκ, διὰ τὸ ὁ­ποῖ­ον λα­χτα­ρᾶ ἡ καρ­διά σου καὶ ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ον πε­ρι­μέ­νεις δι­ά­δο­χον καὶ ἀ­πο­γό­νους, καὶ πή­γαι­νε εἰς τὴν ὑ­ψη­λὴν πε­ρι­ο­χὴν καὶ σφά­ξε το καὶ πρό­σφε­ρέ το ὡς ὁ­λο­καύ­τω­μα θυ­σί­ας εἰς ἐ­μὲ ἐ­πά­νω εἰς ἕ­να ἀ­πὸ τὰ βου­νά, ποὺ θὰ σοῦ κα­θο­ρί­σω». Ὁ δί­και­ος Ἀ­βρα­ὰμ ὑ­πά­κου­σε καὶ χω­ρὶς καμ­μί­αν δι­α­μαρ­τυ­ρί­αν ἐ­ση­κώ­θη τὸ πρωΐ καὶ ἀ­μέ­σως ἐ­σα­μά­ρω­σε τὸ ὑ­πο­ζύ­γιον του· μα­ζί του δὲ πα­ρέ­λα­βε δύ­ο δού­λους καὶ τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νον καὶ μο­νά­κρι­βον παι­δί του, τὸν Ἰ­σα­άκ. Καὶ ἀ­φοῦ ἔ­σχι­σε ξύ­λα διὰ τὴν θυ­σί­αν τοῦ ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τος καὶ τὰ ἐ­φόρ­τω­σεν εἰς τὸ ζῶ­ον, ἐ­ξε­κί­νη­σε καὶ ἔ­φθα­σε κα­τὰ τὴν τρί­την ἡ­μέ­ραν εἰς τὸν τό­πον, τὸν ὁ­ποῖ­ον τοῦ ὑ­πέ­δει­ξε καὶ τοῦ κα­θώ­ρι­σεν ὁ Θε­ός. Καὶ ὁ Ἀ­βρα­άμ, πρὶν ἀ­κό­μη φθά­ση ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς, ὅ­που τοῦ εἶ­πεν ὁ Θε­ός, ἐ­σή­κω­σε τὰ μά­τια καὶ ἐ­κύτ­τα­ξε γύ­ρω – γύ­ρω διὰ νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψη τὸν τό­πον τῆς θυ­σί­ας· ὅ­ταν δὲ εἶ­δε ἀ­πὸ μα­κρυ­ὰ τὸν κα­θω­ρι­σμέ­νον τό­πον, εἶ­πεν εἰς τοὺς δύ­ο δού­λους του: «Σεῖς κα­θῆ­στε ἐ­δῶ μὲ τὸ ὑ­πο­ζύ­γιον καὶ πε­ρι­μέ­νε­τε· ἐ­γὼ δὲ καὶ τὸ παι­δί μου θὰ προ­χω­ρή­σω­μεν ἕ­ως ἐ­κεῖ καὶ ἀ­φοῦ προ­σκυ­νή­σω­μεν καὶ λα­τρεύ­σω­μεν τὸν Θε­όν, θὰ ἐ­πι­στρέ­ψω­μεν πά­λιν κον­τά σας». Ἔ­λα­βε δὲ ὁ Ἀ­βρα­ὰμ τὰ ξύ­λα, ποὺ ἑ­τοί­μα­σε διὰ τὴν θυ­σί­αν τοῦ ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τος, καὶ τὰ ἐ­φόρ­τω­σεν εἰς τοὺς ὤ­μους τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου του παι­διοῦ. Αὐ­τὸς δὲ ἐ­πῆ­ρεν εἰς τὰ χέ­ρια του τὴν φω­τιάν, διὰ νὰ ἀ­νά­ψη τὰ ξύ­λα τῆς θυ­σί­ας, καὶ τὸ μα­χαί­ρι, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ον θὰ ἐ­σφά­ζε­το τὸ θῦ­μα, καὶ ἐ­προ­χώ­ρη­σαν καὶ οἱ δύ­ο μα­ζὶ πρὸς τὸν τό­πον τῆς θυ­σί­ας. Κα­θὼς δὲ ἐ­βά­δι­ζαν, ὁ Ἰ­σα­ὰκ γε­μά­τος ἀ­πο­ρί­αν εἶ­πε πρὸς τὸν πα­τέ­ρα του, τὸν Ἀ­βρα­άμ: «Πα­τέ­ρα». Ὁ δὲ Ἀ­βρα­ὰμ ἀ­πάν­τη­σε: «Τί εἶ­ναι, παι­δί μου;» Καὶ ὁ Ἰ­σα­ὰκ ἐ­πρό­σθε­σε: «Νά· σὺ με­τα­φέ­ρεις τὴν φω­τιὰν καὶ ἐ­γὼ τὰ ξύ­λα διὰ τὴν θυ­σί­αν. Ποῦ εἶ­ναι ὅ­μως τὸ πρό­βα­τον, τὸ ὁ­ποῖ­ον θὰ προ­σφερ­θῆ ὡς ὁ­λο­καύ­τω­μα εἰς τὸν Θε­όν;» Ὁ Ἀ­βρα­ὰμ μὲ γεν­ναῖ­ον φρό­νη­μα καὶ πί­στιν εἰς τὸν Θε­ὸν ἀ­πάν­τη­σεν εἰς τὸν Ἰ­σα­άκ: «Παι­δί ­μου, ὁ παν­το­δύ­να­μος Θε­ὸς θὰ φρον­τί­ση μό­νος του καὶ θὰ μᾶς δεί­ξη τὸ πρό­βα­τον, ποὺ πρέ­πει νὰ θυ­σια­σθῆ». Ἀ­φοῦ δὲ ἐ­προ­χώ­ρη­σαν μα­ζὶ καὶ οἱ δύ­ο, ἔ­φθα­σαν εἰς τὸν τό­πον τῆς θυ­σί­ας, τὸ βου­νόν, τὸ ὁ­ποῖ­ον τοῦ ὑ­πέ­δει­ξεν ὁ Θε­ός. Ἐ­κεῖ ὁ Ἀ­βρα­ὰμ κα­τε­σκεύ­α­σε τὸ θυ­σι­α­στή­ριον καὶ ἔ­βα­λεν ἐ­πά­νω εἰς αὐ­τὸ τὰ ξύ­λα· καὶ ἀ­φοῦ ἔ­δε­σε τὰ πό­δια τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου του παι­διοῦ, τοῦ Ἰ­σα­άκ, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν ἐ­πρό­βα­λε καμ­μί­αν ἀν­τί­στα­σιν, τὸν ἐ­ξά­πλω­σεν ἐ­πά­νω εἰς τὰ ξύ­λα τοῦ θυ­σι­α­στη­ρί­ου. Καὶ ὁ Ἀ­βρα­ὰμ ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του, διὰ νὰ πά­ρη τὸ μα­χαί­ρι νὰ σφά­ξη τὸ παι­δί του, καὶ νὰ τὸ προ­σφέ­ρη ὡς θυ­σί­αν ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τος εἰς τὸν Θε­όν. Κα­τὰ τὴν κρί­σι­μον στιγ­μήν, ποὺ ὁ Ἀ­βρα­ὰμ ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι διὰ νὰ σφά­ξη τὸν Ἰ­σα­άκ, ἄγ­γε­λος τοῦ Θε­οῦ τὸν ἐ­κά­λε­σε ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸν καὶ τοῦ εἶ­πεν: «Ἀ­βρα­άμ, Ἀ­βρα­άμ». Αὐ­τὸς δὲ ἀ­πάν­τη­σε: «Νά, εἶ­μαι πα­ρών, ἀ­κού­ω». Καὶ εἶ­πε πρὸς αὐ­τὸν ὁ ἄγ­γε­λος τοῦ Θε­οῦ: «Μὴ ἁ­πλώ­σης καὶ μὴ βά­λης τὸ χέ­ρι σου ποὺ κρα­τεῖ τὸ μα­χαί­ρι ἐ­πά­νω εἰς τὸ παι­δὶ καὶ μὴ κά­μης εἰς αὐ­τὸ κα­νέ­να κα­κόν· δι­ό­τι τώ­ρα ἐ­κα­τά­λα­βα πο­λὺ κα­λά, ὅ­τι σὺ σέ­βε­σαι καὶ εὐ­λα­βεῖ­σαι τὸν Θε­ὸν καὶ πρὸς χά­ριν μου δὲν ἐ­λυ­πή­θης τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νον καὶ μο­νά­κρι­βον παι­δί σου· διὰ τὴν με­γά­λην ἀγά­πην ποὺ ἔ­χεις πρὸς ἐ­μέ, ἐ­προ­τί­μη­σες τὴν ἐν­το­λήν μου ἀ­πὸ τὸ παι­δί σου». Καὶ ὁ Ἀ­βρα­ὰμ ἐ­σή­κω­σε τὰ βλέμ­μα­τά του ἀ­πὸ τὸ θυ­σι­α­στή­ριον, ὅ­που ἦ­ταν ἐ­ξα­πλω­μέ­νος ὁ Ἰ­σα­άκ, καὶ ἔ­ξαφ­να εἶ­δεν ἐ­κεῖ κον­τὰ ἕ­να κριά­ρι, τὰ κέ­ρα­τα τοῦ ὁ­ποί­ου εἶ­χαν πε­ρι­πλα­κῆ εἰς ἕ­να φυ­τόν, ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται Σα­βέκ. Ὁ Ἀ­βρα­ὰμ ἐ­πῆ­γε πρὸς τὰ ἐ­κεῖ, ἐ­πῆ­ρε τὸ κριά­ρι καὶ τὸ ἐ­πρό­σφε­ρεν εἰς τὸν Θε­ὸν ὡς θυ­σί­αν ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τος ἀν­τὶ τοῦ παι­διοῦ του Ἰ­σα­άκ. Ὁ Ἀ­βρα­ὰμ εἰς ἐν­θύ­μη­σιν τοῦ γε­γο­νό­τος ὠ­νό­μα­σε τὸν τό­πον ἐ­κεῖ­νον «ὁ Κύ­ριος εἶ­δεν», ὥ­στε μέ­χρι σή­με­ρον ὀ­νο­μά­ζουν τὸν τό­πον ἐ­κεῖ­νον «εἰς τὸ βου­νὸν αὐ­τὸ ἐ­φα­νε­ρώ­θη ὁ Κύ­ριος». Καὶ ἄγ­γε­λος τοῦ Θε­οῦ ἐ­κά­λε­σε τὸν Ἀ­βρα­ὰμ διὰ δευ­τέ­ραν φο­ρὰν ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸν καὶ τοῦ εἶ­πεν: «Ὡρ­κί­σθη­κα εἰς τὸν ἑ­αυ­τόν μου· ὡρ­κί­σθη­κα εἰς τὴν ἄ­πει­ρόν μου τε­λει­ό­τη­τα, εἰς τὴν μα­κα­ρί­αν ζω­ήν μου, λέ­γει ὁ Κύ­ριος, ἐ­πει­δὴ ἐ­φά­νης ὑ­πά­κου­ος καὶ ἐ­ξε­πλή­ρω­σες πι­στὰ τὴν ἐν­το­λὴν αὐ­τήν, τὴν ὁ­ποί­αν σοῦ ἔ­δω­κα, καὶ πρὸς χά­ριν μου δὲν ἐ­λυ­πή­θης οὐ­δὲ αὐ­τὸ τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νον καὶ μο­νά­κρι­βον παι­δί σου καὶ ἐ­λο­γά­ρια­σες τὴν ἐν­το­λήν μου πε­ρισ­σό­τε­ρον ἀ­πὸ τὸ παι­δί σου, σοῦ ὑ­πό­σχο­μαι ἀ­λη­θι­νὰ καὶ σὲ βε­βαι­ῶ ἀ­πο­λύ­τως, ὅ­τι θὰ σὲ εὐ­λο­γή­σω πλου­σί­ως καὶ θὰ πλη­θύ­νω πά­ρα πο­λὺ τοὺς ἀ­πο­γό­νους σου καὶ θὰ τοὺς αὐ­ξή­σω ὡ­σὰν τὰ ἄ­στρα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ ὡ­σὰν τὴν ἄμ­μον, ποὺ εἶ­ναι εἰς τὴν ἀ­κρο­θα­λασ­σιὰν καὶ οἱ ἀ­πό­γο­νοί σου θὰ κα­τα­νι­κή­σουν τοὺς ἐ­χθρούς των, τοὺς εἰ­δω­λο­λα­τρι­κοὺς λα­ούς, ποὺ κα­τοι­κοῦν εἰς τὴν γῆν τῆς ἐ­παγ­γε­λί­ας, καὶ θὰ κλη­ρο­νο­μή­σουν τὶς πό­λεις των. Ἀ­κό­μη, ἐ­πει­δὴ ἐ­φά­νης ὑ­πά­κου­ος εἰς τὴν ἐν­το­λήν, ποὺ σοῦ ἔ­δω­κα, σοῦ ὑ­πό­σχο­μαι ὅ­τι διὰ τοῦ ἐ­κλε­κτοῦ καὶ ἁ­γί­ου καὶ ἀ­να­μαρ­τή­του ἀ­πο­γό­νου σου, τοῦ Μεσ­σί­ου Χρι­στοῦ, θὰ λά­βουν τὶς εὐ­λο­γί­ες καὶ χά­ρι­τες τοῦ Θε­οῦ ὅ­λα τὰ ἔ­θνη τῆς γῆς».


Ὅλα τοῦτα σᾶς θυμίζουν καθόλου τὴν Θυσία τοὺ Υἱοῦ τοῦ Ἰδίου τοῦ Θεοῦ;

Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

Α­ΚΟ­ΛΟΥ­ΘΙ­ΕΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2020


Ι­Ε­ΡΑ ΜΗ­ΤΡΟ­ΠΟ­ΛΙΣ ΠΑ­ΦΟΥ
Ι­Ε­ΡΟΣ ΝΑ­ΟΣ ΑΠ.ΠΑΥ­ΛΟΥ και ΒΑΡ­ΝΑ­ΒΑ
Α­ΚΟ­ΛΟΥ­ΘΙ­ΕΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2020

1 ΤΕΤΑΡΤΗ Μα­ρί­ας τῆς Αἰ­γυ­πτί­ας, ὁ­σί­ας. Μα­κα­ρί­ου ὁ­σί­ου. Τό πρω­ΐ τε­λεῖ­ται ἡ Προ­η­γι­α­σμέ­νη Θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Τό ἑ­σπέ­ρας τε­λεῖ­ται ἡ Ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ Με­γά­λου Κα­νό­νος
3 ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Νι­κή­τα ὁ­μο­λο­γη­τοῦ, Ἰ­ω­σὴφ τοῦ Ὑ­μνο­γρά­φου. Τό πρω­ΐ τε­λεῖ­ται ἡ Προ­η­γι­α­σμέ­νη Θεί­α Λει­τουρ­γί­α.
Τὸ ἑ­σπέ­ρας Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ 
4 ΣΑΒΒΑΤΟΝ Α­Κ­Α­Θ­Ι­Σ­Τ­ΟΥ Υ­Μ­Ν­ΟΥ. Γωρ­γί­ου τοῦ ἐν Μα­λε­ῷ ὁ­σί­ου, Θε­ω­νᾶ Θεσ­σα­λο­νί­κης
5 ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ. (Μα­ρί­ας τῆς Αἰ­γυ­πτί­ας). Κλαυ­δί­ου, Δι­ο­δώ­ρου μαρ­τύ­ρων, Θε­ο­δώ­ρας τῆς ἐν Θεσ­σα­λο­νί­κῃ, Γε­ωρ­γί­ου τοῦ ἐν Ἐ­φέ­σῳ Νε­ο­μάρ­τυ­ρος. 
Τὸ  ἑ­σπέ­ρας τε­λεῖ­ται ὁ κα­τα­νυ­κτι­κὸς ἑ­σπε­ρι­νὸς
8 ΤΕΤΑΡΤΗ Ἡ­ρω­δί­ω­νος, Ἀ­γά­βου, Ρού­φου, Ἀ­συγ­κρί­του, Φλέ­γον­τος καὶ Ἑρ­μοῦ ἐκ τῶν Ο΄ Ἀ­πο­στό­λων. Τὸ πρω­ΐ τε­λεῖ­ται ἡ Προ­η­γι­α­σμέ­νη Θ. Λει­τουρ­γί­α
10 Π­Α­Ρ­Α­Σ­Κ­Ε­ΥΗ Πρὸ τῶν Βα­ΐ­ων. Τε­ρεν­τί­ου, Πομ­πη­ΐ­ου, Μα­ξί­μου, Ἀ­φρι­κα­νοῦ μαρ­τύ­ρων, Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Ε΄, Πα­τριά­ρχου Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως τοῦ Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος. Τό πρω­ΐ τε­λεῖ­ται ἡ Προ­η­γι­α­σμέ­νη Θεί­α Λει­τουρ­γί­α 
11 ΣΑΒΒΑΤΟΝ  Ἡ Ἀ­νά­στα­σις τοῦ Λα­ζά­ρου
12 ΚΥΡΙΑΚΗ Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Τ­ΩΝ Β­Α­Ϊ­ΩΝ Βα­σι­λεί­ου ἐ­πι­σκό­που Πα­ρί­ου. Ἀρ­τέ­μο­νος ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος. Ἡ κοί­μη­σις τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Νε­ο­φύ­του τοῦ Ἐγ­κλεί­στου. 
Σή­με­ρον γί­νε­ται κα­τά­λυ­σις ἰ­χθύ­ος
19 ΚΥΡΙΑΚΗ  Τ­ΟΥ Π­Α­Σ­ΧΑ
20  ΔΕΥΤΕΡΑ Τ­ΗΣ Δ­Ι­Α­Κ­Α­Ι­Ν­Η­Σ­Ι­Μ­ΟΥ. Θε­ο­δώ­ρου τοῦ Τρι­χι­νᾶ, Ζακ­χαί­ου ἀ­πο­στό­λου, Ἰ­ω­ά­σαφ ὁ­σί­ου.
21 ΤΡΙΤΗ Τ­ΗΣ Δ­Ι­Α­Κ­Α­Ι­Ν­Η­Σ­Ι­Μ­ΟΥ. Ρα­φα­ήλ, Νι­κο­λά­ου κ­αὶ Εἰ­ρή­νης τ­ῶν ἐν Λέ­σβῳ Νε­ο­φα­νῶν μαρ­τύ­ρων.
23 ΠΕΜΠΤΗ Γε­ωρ­γί­ου Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος τοῦ Τρο­παι­ο­φό­ρου
24 ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ
Ζω­ο­δό­χου Πη­γῆς

26 ΚΥΡΙΑΚΗ Τ­ΟΥ Α­Ν­Τ­Ι­Π­Α­Σ­ΧΑ,

Ἡ ψη­λά­φη­σις τ­οῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­πο­στό­λου Θω­μᾶ.



Ω­ΡΑ­ΡΙΟ
Ε­ΣΠΕ­ΡΙ­ΝΟΣ 5.30 Μ.Μ.
ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ 5.30 Μ.Μ.
ΟΡ­ΘΡΟΣ: 6.30 Π.Μ.
ΧΑΙ­ΡΕ­ΤΙ­ΣΜΟΙ: 6.30 Μ.Μ.