Παρασκευή 17 Ιουλίου 2020

ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
(19 ΙΟΥΛΙΟΥ 2020)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  
Τέκνον Τίτε, πιστός λό­γος· κα πε­ρὶ το­ύ­των βο­ύ­λο­μαί σε δι­α­βε­βαι­οῦ­σθαι, ἵ­να φρον­τί­ζω­σι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι ο πε­πι­στευ­κό­τες τ Θε­ῷ. ταῦ­τά ἐ­στι τ κα­λὰ κα ὠ­φέ­λι­μα τος ἀν­θρώ­ποις· μω­ρὰς δ ζη­τή­σεις κα γε­νε­α­λο­γί­ας κα ἔ­ρεις κα μά­χας νο­μι­κὰς πε­ρι­ί­στα­σο· εἰ­σὶ γρ ἀ­νω­φε­λεῖς κα μά­ται­οι. αἱ­ρε­τι­κὸν ἄν­θρω­πον με­τὰ μί­αν κα δευ­τέ­ραν νου­θε­σί­αν πα­ραι­τοῦ, εἰ­δὼς ὅ­τι ἐ­ξέ­στρα­πται ὁ τοι­οῦ­τος κα ἁ­μαρ­τά­νει ὢν αὐ­το­κα­τά­κρι­τος. Ὅ­ταν πέμ­ψω Ἀρ­τε­μᾶν πρς σε Τυ­χι­κόν, σπο­ύ­δα­σον ἐλ­θεῖν πρς με ες Νι­κό­πο­λιν· ἐ­κεῖ γρ κέ­κρι­κα πα­ρα­χει­μά­σαι. Ζη­νᾶν τν νο­μι­κὸν κα Ἀ­πολ­λὼ σπου­δα­ί­ως πρό­πεμ­ψον, ἵ­να μη­δὲν αὐ­τοῖς λε­ί­πῃ. Μαν­θα­νέ­τω­σαν δ κα ο ἡ­μέ­τε­ροι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι ες τς ἀ­ναγ­κα­ί­ας χρε­ί­ας, ἵ­να μ ὦ­σιν ἄ­καρ­ποι. Ἀ­σπά­ζον­ταί σε ο με­τ' ἐ­μοῦ πάν­τες. ἄ­σπα­σαι τος φι­λοῦν­τας ἡ­μᾶς ἐν πί­στει. χά­ρις με­τὰ πάν­των ὑ­μῶν· μν.                 
(Τίτ. γ΄[3] 8 – 15)

ΜΕΤΡΟ ΣΚΛΗΡΟ ΑΛΛΑ ΣΩΤΗΡΙΟ
«Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ»
Ἡ σημερινὴ Κυ­ρια­κὴ εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στὴ μνή­μη τῶν 630 ἁ­γί­ων καὶ θεοφόρων Πα­τέ­ρων ποὺ συγ­κρό­τη­σαν τὴν Δ΄ Οἰ­κου­με­νι­κὴ Σύ­νο­δο στὴ Χαλ­κη­δό­να τὸ 451 μ.Χ. καὶ κα­τε­δί­κα­σαν τὴν αἵ­ρε­ση τοῦ Μο­νο­φυ­σι­τι­σμοῦ.
Ἡ κα­τα­δί­κη αὐ­τὴ ἦ­ταν κά­τι τὸ ἐ­πι­βε­βλη­μέ­νο. Ἄλ­λω­στε, ὅ­πως δι­α­βά­ζου­με καὶ στὸ ση­με­ρι­νὸ Ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα, ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στὸν μα­θη­τή του Τί­το, ποὺ ἦ­ταν ἐ­πί­σκο­πος στὴν Κρή­τη, συμ­βουλεύ­ει: «Αἱ­ρε­τι­κὸν ἄν­θρω­πον με­τὰ μί­αν καὶ δευ­τέ­ραν νου­θε­σί­αν πα­ραι­τοῦ», δη­λα­δή, αἱ­ρε­τι­κὸ ἄν­θρω­πο ποὺ ἐ­πι­μέ­νει νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ σκάν­δα­λα καὶ δι­αι­ρέ­σεις στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, μο­λο­νό­τι τὸν συμ­βού­λευ­σες γιὰ πρώ­τη καὶ δεύ­τε­ρη φο­ρά, πα­ρά­τη­σέ τον καὶ ἀ­πό­φευ­γέ τον.
Ὁ­πωσ­δή­πο­τε τὸ νὰ ἀ­πο­φεύ­γου­με τοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς καὶ νὰ μὴν ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­με μα­ζί τους ὅ­ταν αὐ­τοὶ ἐμ­μέ­νουν στὴν πλά­νη, ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­τρο σκλη­ρό ­και ἐ­πώ­δυ­νο, μέ­τρο ὅ­μως τὸ ὁποῖο εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το καὶ ὠ­φέ­λι­μο. Ἂς δοῦ­με λοι­πὸν ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ ὠ­φέ­λεια αὐ­τοῦ τοῦ σκλη­ροῦ μέ­τρου.
1. Διαφυλάττει τὴν Ἐκκλησία
Ἡ ἐ­νέρ­γεια αὐ­τὴ τῆς δι­α­κο­πῆς τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας μὲ αἱ­ρε­τι­κοὺς πρω­τί­στως δι­α­φυλάττει τὴν Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­πὸ τὸν κίν­δυ­νο γε­νι­κό­τε­ρης ἐ­κτρο­πῆς. Ἂν ἀ­φή­σου­με τοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς νὰ δροῦν ἀ­νε­νό­χλη­τοι μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α καὶ νὰ δι­α­κι­νοῦν τὶς ἰ­δέ­ες τους, τό­τε ὑ­πάρ­χει κίν­δυ­νος νὰ πα­ρα­συρ­θοῦν κά­ποι­α ἀ­σθε­νῆ ὡς πρὸς τὴν πί­στη μέ­λη της καὶ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὶς πλα­νε­μέ­νες δι­δα­σκα­λί­ες τους.
Τὸν κίν­δυ­νο αὐ­τὸ εἶ­χε ἐ­πι­ση­μά­νει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, ὅ­ταν μι­λοῦ­σε γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ στοὺς πρε­σβυ­τέ­ρους τῆς Ἐ­φέ­σου: Ἀ­κό­μη κι ἀ­πὸ σᾶς τοὺς ἴ­διους, τοὺς εἶ­χε πεῖ τό­τε, θὰ ἐμ­φα­νι­στοῦν ἄν­θρω­ποι ποὺ θὰ δι­δά­σκουν δι­δα­σκα­λί­ες οἱ ὁ­ποῖες θὰ δι­α­στρέ­φουν τὴν ἀ­λή­θεια «τοῦ ἀποσπᾶν τοὺ μαθητὰς ὀ­πί­σω αὐ­τῶν», δη­λα­δὴ μὲ σκο­πὸ νὰ πα­ρα­σύ­ρουν τοὺς πι­στοὺς καὶ νὰ τοὺς κά­νουν ὀ­πα­δούς τους (Πράξ. κ'[20] 30). Καὶ συμ­πλή­ρω­σε: «διὸ γρη­γο­ρεῖ­τε»· – γι᾿ αὐ­τὸ νὰ προ­σέ­χε­τε!
Ὁ­πωσ­δή­πο­τε τὴν κύ­ρια εὐ­θύ­νη γιὰ τὴ δι­α­φύ­λα­ξη τῆς Ἀ­λή­θειας ἔ­χουν οἱ ποι­μέ­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, οἱ ὁποῖοι ὀ­φεί­λουν νὰ δι­α­φω­τί­ζουν συ­στη­μα­τι­κὰ τοὺς πι­στοὺς σὲ θέ­μα­τα Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως καὶ ζω­ῆς καὶ νὰ τοὺς ἐ­νη­με­ρώ­νουν κά­θε φο­ρὰ ποὺ δι­α­πι­στώ­νουν κά­ποι­ο κίν­δυ­νο ἐ­κτρο­πῆς.
Πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως καὶ κα­θέ­νας μας ὀ­φεί­λει νὰ μὴν ἐκ­θέ­τει τὸν ἑ­αυ­τό του σὲ πα­ρό­μοι­ο κίν­δυ­νο. Δη­λα­δή, νὰ μὴ δέ­χε­ται ἐ­πι­σκέ­ψεις αἱ­ρε­τι­κῶν στὸ σπίτι του, νὰ μὴν ἀ­νοί­γει πρό­χει­ρα κι ἐ­πι­πό­λαι­α συ­ζη­τή­σεις μα­ζί τους, νὰ μὴν παίρ­νει κα­νέ­να δῶ­ρο ἀπ᾿ αὐ­τούς, ὅ­σο ἑλ­κυ­στι­κὸ κι ἂν εἶ­ναι, καὶ ὁ­πωσ­δή­πο­τε νὰ ἐ­νη­με­ρώ­νει ἐγ­καί­ρως τὸν ἐ­φη­μέ­ριο τῆς ἐ­νο­ρί­ας του γιὰ κά­θε κί­νη­ση αἱ­ρε­τι­κῶν ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ στὴν πε­ρι­ο­χὴ.
Μὲ τὸ νὰ ἀ­πο­φεύ­γου­με λοι­πὸν κά­θε σχέ­ση μὲ τοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς λαμ­βά­νου­με ἀν­θρω­πί­νως τὰ μέ­τρα μας, ὥ­στε νὰ μὴν πα­ρα­πλα­νη­θοῦ­με ἐμεῖς οἰ ἴδιοι. Ἐκτὸς ὅ­μως ἀ­πό μᾶς, ἡ διακοπὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας μὲ τὸν αἱ­ρε­τι­κὸ ὠ­φε­λεῖ καὶ τὸν ἴδιο. Πῶς;
2. Μήνυμα ἀφυπνιστικό
Ἡ δι­α­κο­πῆ τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας μὲ τὸν αἱ­ρε­τι­κὸ ἀ­πο­τε­λεῖ στὴν οὐ­σί­α μιὰ ἀ­κό­μη προ­σπά­θεια νὰ τοῦ στεί­λου­με μή­νυ­μα ἀφυπνιστικὸ γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α του. Ὅ­ταν κά­ποι­ος, πα­ρὰ τὶς ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νες ὑ­πο­δεί­ξεις ποὺ τοῦ ἔ­γι­ναν, ἐ­πι­μέ­νει στὴν πλά­νη καὶ τὴν αἵρεση, δὲν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λο μέ­σο πλέ­ον γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει τὸ ὀ­λέ­θριο σφάλ­μα του πα­ρὰ ἠ ἀποκοπή του ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Βέ­βαι­α κά­τι τέ­τοι­ο εἶ­ναι ὀ­δυ­νη­ρό. Ὅ­πως πο­νά­ει κά­ποι­ος ὅ­ταν κό­βε­ται κά­ποι­ο μέ­λος τοῦ σώ­μα­τός του, ἔ­τσι καὶ τὸ Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, πο­νά­ει ὅ­ταν ἀ­πο­κό­πτε­ται ἕ­να μέ­λος της.
Βέ­βαι­α στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ ἴσως κά­ποι­οι ἐ­πι­κα­λε­σθοῦν τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα τῆς ἀ­γά­πης: Εἶ­ναι σω­στὸ ὁ χρι­στια­νός, ποὺ κα­λεῖ­ται νὰ ἀ­γα­πᾶ καὶ τοὺς ἐ­χθρούς του ἀ­κό­μη, νὰ κό­βει κά­θε σχέ­ση μὲ κά­ποι­ον συ­νάν­θρω­πό του ποὺ πα­ρα­σύρ­θη­κε στὴν αἵ­ρε­ση; Ἀλλὰ ἀ­κρι­βῶς ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ ὑ­πα­γο­ρεύ­ει αὐ­τὴ τὴ φαι­νο­με­νι­κὰ σκληρὴ καὶ ἄ­σπλα­χνη στά­ση. Δι­ό­τι ἂν πα­ρὰ τὴν ἐμμονή του στὴν αἵρεση ἐμεῖς τοῦ δεί­χνου­με οἰ­κει­ό­τη­τα, τό­τε δὲν τὸν βο­η­θοῦμε νὰ κα­τα­λά­βει σὲ ποι­ὸν κα­τα­στρο­φι­κὸ δρό­μο βρί­σκε­ται.
Ἄλ­λω­στε κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἰ­σχυ­ρι­στεῖ ὅ­τι ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­γά­πη ἀ­πὸ τὸν εὐ­αγ­γε­λι­στὴ τῆς ἀ­γά­πης, τὸν ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη τὸν Θε­ο­λό­γο, ὁ ὁποῖος συ­νι­στᾶ στοὺς πι­στοὺς νὰ μὴ φι­λο­ξε­νοῦν στὸ σπί­τι τους αἱ­ρε­τι­κὸ ἄν­θρω­πο, οὔ­τε κἂν νὰ τὸν χαι­ρε­τοῦν (Β' Ἰω. 10). Κι ὁ ἴδιος ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης, ὅ­ταν κά­πο­τε πῆ­γε σ᾿ ἕ­να δη­μό­σιο λου­τρὸ καὶ εἶ­δε ἐκεῖ τὸν αἱ­ρε­τι­κὸ Κή­ριν­θο, εἶ­πε: «Πᾶ­με νὰ φύ­γου­με γρή­γο­ρα, δι­ό­τι ἀφοῦ εἶ­ναι μέ­σα αὐ­τὸς ὁ ἐ­χθρός τῆς ἀ­λη­θεί­ας, ὑ­πάρ­χει κίν­δυ­νος νὰ πέ­σει τὸ κτή­ριο καὶ νὰ μᾶς κα­τα­πλα­κώ­σει»!
ΖοΥ­με σὲ ἐ­πο­χὴ ὅ­που ἡ ἐ­λεύ­θε­ρη δι­α­κί­νη­ση τῶν ἰ­δε­ῶν, τὰ ἐ­ξε­λιγ­μέ­να μέ­σα ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ ὁ κα­θη­με­ρι­νὸς συγ­χρω­τι­σμὸς μὲ ἀν­θρώ­πους δι­α­φό­ρων δογ­μά­των καὶ θρη­σκει­ῶν δη­μι­ουρ­γοῦν σύγ­χυ­ση σὲ θέ­μα­τα πί­στε­ως καὶ ἀξιῶν καὶ εὐ­νο­οῦν τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη μιᾶς νο­ο­τρο­πί­ας ποὺ τὰ θε­ω­ρεῖ ὅ­λα ἴ­δια. Αὐ­τὸς ὁ θρη­σκευ­τι­κὸς συγ­κρη­τι­σμός, ὅ­πως ὀ­νο­μά­ζε­ται, ἀ­πο­τε­λεῖ ἴ­σως τὸν με­γα­λύ­τε­ρο κίν­δυ­νο ποὺ κα­λού­μα­στε νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σου­με ὡς πι­στοὶ χρι­στια­νοί.
Ἂς λά­βου­με λοι­πὸν τὰ μέ­τρα μας μὲ βά­ση τὴν ἁγιοπνευματικὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς καὶ τῶν Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας τοὺς ὁποίους τι­μοῦ­με καὶ ἑ­ορ­τά­ζου­με σή­με­ρα. Τὸ χρέ­ος τῆς ἀ­γά­πης πρὸς τοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς ὑ­πα­γο­ρεύ­ει νὰ ἔ­χου­με στά­ση ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κὴ καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα προ­σε­κτι­κὴ ἀ­πέ­ναν­τί τους. «Στῶ­μεν κα­λῶς»!   
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς.  ὑ­μεῖς ἐ­στε τ φς το κό­σμου. ο δύ­να­ται πό­λις κρυ­βῆ­ναι ἐ­πά­νω ὄ­ρους κει­μέ­νη· οὐ­δὲ κα­ί­ου­σι λύ­χνον κα τι­θέ­α­σιν αὐ­τὸν ὑ­πὸ τν μό­δι­ον, ἀλ­λ' ἐ­πὶ τν λυ­χνί­αν, κα λάμ­πει πᾶ­σι τος ν τ οἰ­κί­ᾳ. Οὕ­τω λαμ­ψά­τω τ φς ὑ­μῶν ἔμ­προ­σθεν τν ἀν­θρώ­πων, ὅ­πως ἴ­δω­σιν ὑ­μῶν τ κα­λὰ ἔρ­γα κα δο­ξά­σω­σι τν πα­τέ­ρα ὑ­μῶν τν ν τος οὐ­ρα­νοῖς. Μ νο­μί­ση­τε ὅ­τι ἦλ­θον κα­τα­λῦ­σαι τν νό­μον τος προ­φή­τας· οκ ἦλ­θον κα­τα­λῦ­σαι ἀλ­λὰ πλη­ρῶ­σαι. ἀ­μὴν γρ λέ­γω ὑ­μῖν, ἕ­ως ἂν πα­ρέλ­θῃ οὐ­ρα­νὸς κα γ, ἰ­ῶ­τα ἓν μί­α κε­ρα­ί­α ο μ παρέλ­θῃ ἀ­πὸ το νό­μου ἕ­ως ἂν πάν­τα γέ­νη­ται. ς ἐ­ὰν  ον  λύ­σῃ  μί­αν   τν   ἐν­το­λῶν  το­ύ­των  τν ἐ­λα­χί­στων κα δι­δά­ξῃ οὕ­τω τος ἀν­θρώ­πους, ἐ­λά­χι­στος κλη­θή­σε­ται ν τ βα­σι­λε­ί­ᾳ τν οὐ­ρα­νῶν· ς δ' ν ποι­ήσῃ κα δι­δά­ξῃ, οὗ­τος μέ­γας κλη­θή­σε­ται ν τ βα­σι­λε­ί­ᾳ τν οὐ­ρα­νῶν.                                   
(Ματθ. ε΄[5] 14 – 19)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Επεν Κύριος στος μαθητές Του· Ἐ­σεῖς εἶ­στε τὸ φῶς τοῦ κό­σμου, δι­ό­τι ἔ­χε­τε προ­ο­ρι­σμὸ μὲ τὸ φω­τει­νό σας πα­ρά­δειγ­μα καὶ μὲ τὰ λό­για σας πού με­τα­δί­δουν τὸ φῶς τῆς ἀ­λή­θειας νὰ φω­τί­ζε­τε τοὺς ἀν­θρώ­πους πού βρί­σκον­ται στὸ σκο­τά­δι τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ τῆς πλά­νης. Μιὰ πό­λη πού βρί­σκε­ται πά­νω σὲ βου­νὸ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ κρυ­φτεῖ. Ἔ­τσι καὶ ἡ δι­κή σας ζω­ὴ θὰ γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτὴ ἀ­π' ὅ­λους. Οὔ­τε οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­νά­βουν λυ­χνά­ρι γιὰ νὰ τὸ βά­λουν κά­τω ἀ­π' τὸν κά­δο μὲ τὸν ὁποῖο με­τροῦν τὸ σι­τά­ρι. Ἀλλά τὸ το­πο­θε­τοῦν πά­νω στὸ λυ­χνο­στά­τη κι ἔ­τσι φω­τί­ζει μὲ τὴ λάμ­ψη του ὅ­λους ὅ­σους εἶ­ναι μέ­σα στὸ σπί­τι. Ἔ­τσι σὰν λυ­χνά­ρι πού εἶ­ναι σω­στὰ το­πο­θε­τη­μέ­νο ἂς λάμ­ψει τὸ φῶς τῆς ἀ­ρε­τῆς σας μπρο­στὰ στοὺς ἀν­θρώ­πους γιὰ νὰ δοῦν τὰ κα­λά σας ἔρ­γα καὶ νὰ δο­ξά­σουν γιὰ τὰ ἐ­νά­ρε­τα καὶ ἅ­για παι­διὰ του τὸν Πα­τέ­ρα σας, ὁ ὁποῖος εἶ­ναι βέ­βαι­α πα­ρὼν παν­τοῦ, ἀλλά κυ­ρί­ως φα­νε­ρώ­νει τὴν πα­ρου­σί­α του στοὺς οὐ­ρα­νούς. Μὴ νο­μί­σε­τε ὅ­τι ἦλ­θα γιὰ νὰ κα­ταρ­γή­σω καὶ ν' ἀ­κυ­ρώ­σω τὸν ἠ­θι­κὸ νό­μο τοῦ Μω­υ­σῆ ἢ τὴν ἠ­θι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α τῶν προ­φη­τῶν. Δὲν ἦλ­θα νὰ τὰ κα­ταρ­γή­σω αὐ­τά, ἀλλά νὰ τὰ συμ­πλη­ρώ­σω καὶ νὰ σᾶς τὰ πα­ρα­δώ­σω τέ­λεια. Δι­ό­τι ἀ­λη­θι­νά σᾶς λέ­ω καὶ μὲ κά­θε ἐ­πι­ση­μό­τη­τα σᾶς δι­α­βε­βαι­ώ­νω ὅ­τι ὅ­σο πα­ρα­μέ­νει καὶ δὲν κα­τα­στρέ­φε­ται ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ, οὔτε ἕ­να γι­ώ­τα ἢ ἕ­να κόμ­μα, οὔ­τε δη­λα­δὴ ἡ πιὸ μι­κρὴ ἀ­πὸ τὶς ἐν­το­λὲς δὲν θὰ πα­ρα­πέ­σει ἀ­πὸ τὸ Νό­μο καὶ δὲν θὰ χά­σει τὸ κύ­ρος της, μέ­χρι νὰ ἐ­πα­λη­θευ­θοῦν καὶ νὰ ἐκ­πλη­ρω­θοῦν ὅ­λα ὅ­σα δι­α­τά­ζει ὁ Νό­μος· καὶ θὰ ἐκ­πλη­ρω­θοῦν μὲ τὰ γε­γο­νό­τα τῆς ζω­ῆς μου ὅ­σα λέ­χθη­καν προ­φη­τι­κῶς, ἀλλά καὶ μὲ τὴ ζω­ὴ τῶν γνή­σι­ων μα­θη­τῶν μου, οἱ ὁποῖοι θὰ τη­ροῦν αὐ­τὰ μὲ ἀ­κρί­βεια. Ἀ­φοῦ λοι­πὸν οἱ ἐν­το­λὲς ἔ­χουν κύ­ρος καὶ ἰ­σχὺ ἀ­κα­τά­λυ­τη, ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε πα­ρα­βεῖ μί­α κι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες ἀ­κό­μη τὶς ἐν­το­λές μου πού φαί­νον­ται πο­λὺ μι­κρὲς καὶ δι­δά­ξει ἔ­τσι τοὺς ἀν­θρώ­πους, νὰ τὶς θε­ω­ροῦν δη­λα­δὴ μι­κρὲς κι ἀ­σή­μαν­τες, θὰ κη­ρυ­χθεῖ ἐ­λά­χι­στος καὶ τε­λευ­ταῖ­ος στὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως πού θὰ ἐ­φαρ­μό­σει ὅ­λες ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως τὶς ἐν­το­λὲς καὶ θὰ δι­δά­ξει καὶ τοὺς ἄλ­λους νὰ τὶς τη­ροῦν, αὐ­τὸς θὰ ἀ­να­κη­ρυ­χθεῖ με­γά­λος στὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν. Κι αὐ­τὲς λοι­πὸν τὶς ἐν­το­λὲς πού οἱ γραμματεῖς καί οἱ Φα­ρι­σαῖ­οι πα­ρα­με­ρί­ζουν μὲ τὶς ἀν­θρώ­πι­νες πα­ρα­δό­σεις τους, πρέ­πει νὰ τὶς προ­σέ­χε­τε καὶ νὰ τὶς ἐ­φαρ­μό­ζε­τε. 


Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

Δί­πλα στὸν πό­νο τοῦ ἀρ­ρώ­στου



         Πο­λύ­τι­μο ἀ­γα­θὸ ὑ­γεί­α. Ὅ­λοι τὴ θέ­λου­με, τὴν πο­θοῦ­με, τὴν ἐ­πι­δι­ώ­κου­με καὶ εὐ­χό­μα­στε νὰ τὴν ἔ­χου­με μέ­χρι τὰ βα­θιὰ γε­ρά­μα­τα. ­μως πολ­λὲς φο­ρές, χω­ρὶς νὰ τὸ θέ­λου­με καὶ χω­ρὶς νὰ τὸ πε­ρι­μέ­νου­με, ­σθέ­νεια χτυ­πᾶ τὴν πόρ­τα μας καὶ μᾶς ­πι­σκέ­πτε­ται. Ἡ δι­ά­γνω­σή της ἀλ­λά­ζει ση­μαν­τι­κὰ τὰ δε­δο­μέ­να τῆς ζω­ῆς μας τό­σο σὲ πρα­κτι­κὸ ὅ­σο καὶ σὲ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Δύ­σκο­λη ἡ ὥ­ρα, ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­ταν πρό­κει­ται γιὰ δι­κό μας συγ­γε­νι­κό, φι­λι­κὸ πρό­σω­πο. Σὰν ἕ­να μαῦ­ρο σύν­νε­φο στέ­κε­ται ἀ­πὸ πά­νω μας, ἐ­νῶ ὁ φό­βος, ὁ πα­νι­κός, τὸ ἄγ­χος, ἡ ἀ­να­σφά­λεια, ἡ στε­νο­χώ­ρια, οἱ ἐ­νο­χὲς κυ­ρια­ρχοῦν στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό μας.
Πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι δὲν ξέ­ρου­με πῶς νὰ φερ­θοῦ­με στὶς δύ­σκο­λες αὐ­τὲς ὧ­ρες, πῶς νὰ στα­θοῦ­με δί­πλα στὸν πό­νο τοῦ ἀρ­ρώ­στου. Πε­λα­γώ­νου­με, θυ­μώ­νου­με, ἀρ­ρω­σταί­νου­με οἱ ἴ­διοι. Τί ὅ­μως πρέ­πει νὰ κά­νου­με;
Κα­λού­μα­στε κα­ταρ­χὰς νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με τὴ νέ­α κα­τά­στα­ση ποὺ δι­α­μορ­φώ­νε­ται· νὰ ἀ­πο­δε­χθοῦ­με τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ ψύ­χραι­μα, πνευ­μα­τι­κὰ νὰ συμ­βά­λου­με στὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῆς ἀ­σθέ­νειας.
Πρω­τί­στως ἡ ἀ­σθέ­νεια τοῦ ἀν­θρώ­που μας εἶ­ναι μιὰ εὐ­και­ρί­α νὰ ἐκ­δη­λώ­σου­με τὴν ἀ­γά­πη μας. Ἡ ἀ­γά­πη ἐκ­φρά­ζε­ται ὡς εἰ­λι­κρι­νὴς μέ­ρι­μνα γιὰ τὸ κα­λό του, ὡς κα­λο­σύ­νη καὶ ἀν­θρώ­πι­νη θαλ­πω­ρή, ὡς ἑ­τοι­μό­τη­τα γιὰ ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­ση καὶ ὑ­πο­στή­ρι­ξη. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­γά­πη στη­ρί­ζει τὸν ἀ­σθε­νῆ, τοῦ δί­νει δύ­να­μη καὶ ἐλ­πί­δα στὴ ζω­ή, ἐ­νι­σχύ­ει τὴν πί­στη του στὸν Θε­ό. Ἡ ἀ­γά­πη μας φαί­νε­ται, ὅ­ταν δί­νου­με χρό­νο στὸν ἀ­σθε­νῆ μας μὲ λι­γό­τε­ρα δι­κά μας λό­για καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­κρό­α­ση. Ἡ ἀ­κρό­α­ση εἶ­ναι ἀ­γά­πη. Ὁ ἄν­θρω­πος τῆς ἀ­γά­πης ἐ­πι­στρα­τεύ­ει ὅ­λες τὶς δυ­νά­μεις του – προ­σο­χή, ἐν­δι­α­φέ­ρον, σκέ­ψη, δι­αί­σθη­ση – καὶ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τί λέ­ει τὸ ἄλ­λο πρό­σω­πο. Ἀ­κού­ει ἀ­κό­μη καὶ τὴ σι­ω­πή του. Ὅ­ταν ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­με μὲ τὸν ἄρ­ρω­στο, μὴ βι­α­ζό­μα­στε νὰ δώ­σου­με συμ­βου­λὲς· οὔ­τε νὰ θε­ω­ροῦ­με ὅ­τι πρέ­πει πάν­τα νὰ βρί­σκου­με λύ­σεις. Μέ­σα στὴ βι­α­σύ­νη μας νὰ ἐκ­φρα­σθοῦ­με, μπο­ρεῖ ἄ­θε­λά μας νὰ ποῦ­με κά­τι ποὺ θὰ τὸν πλη­γώ­σει. Ὁ ἄρ­ρω­στος δὲν ἀ­να­ζη­τεῖ ἀ­πα­ραι­τή­τως ἀ­παν­τή­σεις, ἀλ­λὰ κά­ποι­ον ποὺ θὰ τὸν ἀ­κού­σει μὲ ἀ­νοι­χτὴ καρ­διά. Ἀ­κό­μη θέ­λει καὶ αὐ­τὸ ποὺ θὰ μᾶς πεῖ, θὰ μᾶς ἐμ­πι­στευ­θεῖ, νὰ τὸ κρα­τή­σου­με μὲ ἀ­πό­λυ­τη ἐ­χε­μύ­θεια.
Ὁ ἀ­σθε­νὴς χρει­ά­ζε­ται σε­βα­σμό. Ὁ σε­βα­σμὸς ἐκ­δη­λώ­νε­ται σὰν λε­πτὴ εὐ­αι­σθη­σί­α ἔ­ναν­τι τῶν ἀ­δυ­να­μι­ῶν καὶ τῶν δυ­να­το­τή­των του. Ὁ σε­βα­σμός μας βε­βαι­ώ­νει τὸν ἀ­σθε­νῆ ὅ­τι ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με, κα­τα­νο­οῦ­με τὸν πό­νο του καὶ συμ­με­τέ­χου­με ὁ­λό­ψυ­χα σ᾿ αὐ­τόν, σὰν νὰ ἦ­ταν δι­κός μας.
Πο­λύ­τι­μη εἶ­ναι καὶ ἡ προ­σευ­χή μας, συμ­βού­λευ­ε ὁ ἅ­γιος Παΐ­σιος ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της: «Ἂν γιὰ ἕ­ναν ἄρ­ρω­στο δὲν κά­νου­με προ­σευ­χή, ἡ ἀρ­ρώ­στια θὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὴ φυ­σι­κή της πο­ρεί­α. Ἐ­νῶ, ἂν κά­νου­με προ­σευ­χή, μπο­ρεῖ νὰ ἀλ­λά­ξει δρό­μο. Γι᾿ αὐ­τὸ πάν­τα νὰ κά­νε­τε προ­σευ­χὴ γιὰ τοὺς ἀρ­ρώ­στους» (Ἁγ. Πα­ϊ­σί­ου Ἁ­γι­ο­ρεί­του, Λό­γοι, Δ': «Οἰ­κο­γε­νεια­κὴ ζω­ή», σελ. 124).
Μα­ζὶ μὲ τὴν προ­σευ­χή μας ἂς ἔ­χου­με καὶ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ὑ­γεί­α τοῦ ἀ­σθε­νοῦς, ὅ­πως ὁ Χρι­στός μας, ποὺ ἔ­δει­ξε ἰ­δι­αί­τε­ρη στορ­γὴ στοὺς ἀ­σθε­νεῖς ἀν­θρώ­πους θε­ρα­πεύ­ον­τας ὄ­χι μό­νο τὰ σώ­μα­τά τους, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ψυ­χή τους. Δὲν ἐ­ξαν­τλεῖ­ται τὸ χρέ­ος μας στὸ νὰ βο­η­θή­σου­με κά­ποι­ον ἀ­σθε­νῆ νὰ θε­ρα­πευ­θεῖ σω­μα­τι­κῶς, ἀλ­λὰ πρέ­πει νὰ μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει καὶ τὸ νὰ γνω­ρί­σει τὸν Χρι­στὸ μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­σθέ­νειά του. Ἡ ἀ­σθέ­νεια ὠ­φε­λεῖ καὶ ὁ­δη­γεῖ πιὸ κον­τὰ στὸν Θε­ό. Σ᾿ αὐ­τὸ βο­η­θοῦν ὁ σύν­δε­σμος τοῦ ἀ­σθε­νοῦς μὲ τὰ ἱ­ε­ρὰ Μυ­στή­ρια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας: τοῦ ἱ­ε­ροῦ Εὐ­χε­λαί­ου, τῆς ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως καὶ τῆς θεί­ας Κοι­νω­νί­ας.
Τέ­λος, ἂς ἀ­κού­σου­με τὸν ἅ­γιο Πα­ΐ­σιο νὰ μᾶς συμ­βου­λεύ­ει πό­σο ὠ­φε­λοῦν ὅ­λους μας οἱ ἀ­σθέ­νει­ες: «Με­γά­λο πράγ­μα ἡ ὑ­γεί­α, ἀλ­λὰ καὶ τὸ κα­λὸ ποὺ προ­σφέ­ρει ἡ ἀρ­ρώ­στια, ἡ ὑ­γεί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ δώ­σει! Πνευ­μα­τι­κὸ κα­λό! Εἶ­ναι πο­λὺ με­γά­λη εὐ­ερ­γε­σί­α, πο­λὺ με­γά­λη! Κα­θα­ρί­ζει τὸν ἄν­θρω­πο ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α, καὶ με­ρι­κὲς φο­ρὲς τοῦ ἐ­ξα­σφα­λί­ζει καὶ μι­σθό. Ἡ ψυ­χὴ τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι σὰν τὸ χρυ­σά­φι, καὶ ἡ ἀρ­ρώ­στια εἶ­ναι σὰν τὴ φω­τιὰ ποὺ τὴν κα­θα­ρί­ζει. Βλέ­πεις, καὶ ὁ Χρι­στὸς εἶ­πε στὸν ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο: «Ἡ δύ­να­μίς μου ἐν ἀ­σθε­νεί­ᾳ τε­λει­οῦ­ται». Ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο τα­λαι­πω­ρη­θεῖ μὲ κά­ποι­α ἀρ­ρώ­στια ὁ ἄν­θρω­πος, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­ξα­γνί­ζε­ται καὶ ἁ­γι­ά­ζε­ται, ἀρ­κεῖ νὰ κά­νει ὑ­πο­μο­νὴ καὶ νὰ τὴ δέ­χε­ται μὲ χα­ρὰ» (Ἁγ. Πα­ϊ­σί­ου Ἁ­γι­ο­ρεί­του, ὅ.π, σελ. 113).   
ΠΗΓΗ: Πε­ρι­ο­δι­κὸ «Ο ΣΩΤΗΡ», Ἀ­ριθ. 2225, 15 Ἰ­ου­λί­ου 2020, σελ. 335-336

Σάββατο 11 Ιουλίου 2020

Ἕ­να ζῶ­ο μᾶς δι­δά­σκει!


Ἕ­να ζῶ­ο μᾶς δι­δά­σκει!

λα­ὸς τοῦ Θε­οῦ προ­χω­ροῦ­σε στα­θε­ρὰ πρὸς τὴ Γῆ τῆς Ἐ­παγ­γε­λί­ας. Με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὲς νι­κη­φό­ρες μά­χες ἐ­ναν­τί­ον δι­α­φό­ρων λα­ῶν καὶ πρὸς τὸ τέ­λος αὐ­τῆς τῆς μα­κρό­χρο­νης πο­ρεί­ας του πρὸς τὴ γῆ Χα­να­άν, στρα­το­πέ­δευ­σε σὲ μιὰ ἔ­ρη­μο ἀ­να­το­λι­κά του Ἰ­ορ­δά­νου, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὴν Ἱ­ε­ρι­χώ.
Ἐ­κεῖ βα­σί­λευ­ε ὁ Βα­λάκ, βα­σι­λιὰς τῶν Μω­α­βι­τῶν. Αὐ­τὸς βλέ­πον­τας ἕ­ναν ξέ­νο λα­ὸ νὰ εἰ­σέρ­χε­ται στὰ ὅ­ρια τῆς ἐ­ξου­σί­ας του, ἀν­τέ­δρα­σε. Κά­λε­σε σὲ συμ­μα­χί­α τοὺς Μα­δι­α­νί­τες. Ὁ φό­βος του ὅ­μως με­γά­λω­σε, ὅ­ταν ἔ­φτα­σαν στὰ αὐ­τιά του οἱ εἰ­δή­σεις γιὰ τὴν ἥτ­τα τοῦ βα­σι­λιᾶ τῶν Ἀ­μο­ραί­ων Ση­ών, ὅ­πως καὶ τοῦ βα­σι­λιᾶ τῆς γὴς Βασὰν Ὤγ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν καὶ ἀ­πό­γο­νος τῶν λε­γό­με­νων γι­γάν­των!
Ἀν­τὶ λοι­πὸν νὰ συ­νά­ψει εἰ­ρή­νη μὲ τὸν Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸ λα­ὸ καὶ νὰ τοὺς ἀ­φή­σει νὰ πε­ρά­σουν εἰ­ρη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸ βα­σί­λει­ό του, αὐ­τὸς ἐ­πέ­λε­ξε νὰ τοὺς πο­λε­μή­σει, καὶ μά­λι­στα ὄ­χι μὲ ὄ­πλα, ἀλ­λὰ μὲ μά­για καὶ μὲ κα­τά­ρες.
Τί ἔ­κα­νε λοι­πόν; Ἔ­δω­σε ἐν­το­λὴ νὰ κα­λέ­σουν τὸν μά­γο Βα­λα­ὰμ ἀ­πὸ τὴ Φα­θου­ρὰ τῆς Με­σο­πο­τα­μί­ας, ἐλ­πί­ζον­τας ὅ­τι μὲ τὰ μά­για του καὶ τὶς κα­τά­ρες του θὰ δώ­σει θάρ­ρος στοὺς φο­βι­σμέ­νους στρα­τι­ῶ­τες του καὶ θὰ κα­τα­τρο­πώ­σει ἀ­μα­χη­τὶ τὸν λα­ὸ τοῦ Θε­οῦ.
Ἤ­ξε­ρε ὁ βα­σι­λιὰς τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τοῦ μά­γου καὶ ψευ­δο­προ­φή­τη Βα­λα­ὰμ στὸ χρῆ­μα καὶ στὰ δῶ­ρα. Ἔ­τσι στέλ­νει ἀν­θρώ­πους του γε­μά­τους μὲ δῶ­ρα γιὰ νὰ τὸν φέ­ρουν στὴ Μω­άβ. Ὁ μά­γος λυ­γί­ζει μπρο­στὰ στὰ πλού­σια δῶ­ρα. Βά­ζει τοὺς ἐ­πι­σκέ­πτες του νὰ ξε­κου­ρα­σθο­ΰν, προ­κει­μέ­νου τὸ πρω­ὶ νὰ τοὺς πεῖ τί πρό­κει­ται νὰ κά­νουν. Τὴ νύ­χτα ὅ­μως καθ᾿ ὕ­πνον ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τὸν Βα­λα­ὰμ ὁ Θε­ός. Ὁ ἀ­λη­θι­νός, ὁ παν­το­δύ­να­μος Θε­ός. Αὐ­τὸς τὸν Ὁ­ποῖ­ο ἀ­γνο­οῦ­σε ὁ Βα­λα­άμ. Στὸν δι­ά­λο­γο ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε, ὁ Θε­ὸς θέ­λη­σε νὰ ξυ­πνή­σει τὴν κοι­μι­σμέ­νη συ­νεί­δη­ση τοῦ ψευ­δο­προ­φή­τη. Ἔ­τσι ὁ Βα­λα­ὰμ γε­μά­τος φό­βο ἀρ­νεῖ­ται νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τοὺς ἀ­πε­σταλ­μέ­νους. Ὁ Θε­ός, ὅ­πως τοὺς εἶ­πε, δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νὰ τοὺς ἀ­κο­λου­θή­σει στὴ Μω­άβ. Ἔ­τσι οἱ ἀ­πε­σταλ­μέ­νοι ἔ­φυ­γαν ἄ­πρα­κτοι.
Ὁ βα­σι­λιὰς Βα­λὰκ ὅ­μως δὲν τὸ βά­ζει κά­τω. Ὅ­λες οἱ ἐλ­πί­δες του στη­ρί­ζον­ται στὴ δύ­να­μη τοῦ μά­γου. Στέλ­νει λοι­πὸν νέ­α ἀν­τι­προ­σω­πεί­α, ἀ­σφα­λῶς μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρα δῶ­ρα, γιὰ νὰ κο­λα­κεύ­σει τὸν ἐ­γω­ι­σμὸ καὶ τὴ φι­λο­χρη­μα­τί­α τοῦ ψευ­δο­προ­φή­τη.
Ὁ Βα­λα­ὰμ στὴν ἀρ­χὴ βλέ­πον­τας τὴν ἀν­τι­προ­σω­πεί­α ἀρ­νεῖ­ται νὰ τοὺς ἀ­κο­λου­θή­σει. Δε­λε­ά­ζε­ται ὅ­μως καὶ πά­λι ἀ­πὸ τὰ δῶ­ρα ποὺ τοὺ ἔ­χουν φέ­ρει καὶ θέ­λει νὰ τοὺς ἀ­κο­λου­θή­σει πα­ρα­βαί­νον­τας τὴν ἐν­το­λὴ τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Θε­ός, βλέ­πον­τας τὴν ὑ­πο­χω­ρη­τι­κό­τη­τά του καὶ τὴ φι­λο­χρη­μα­τί­α του, συγ­κα­τα­βαί­νει στὸ αἴ­τη­μα τοῦ Βα­λα­άμ. Τοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ πά­ει, ὅ­μως τοῦ δί­νει ξε­κά­θα­ρη ἐν­το­λὴ νὰ πεῖ μό­νο ὅ,τι Ἐ­κεῖ­νος θὰ βά­λει στὸ στό­μα του.
Ἡ ὁ­δη­γί­α αὐ­τὴ τοῦ Θε­οῦ, ὅ­πως μᾶς λέ­νε οἱ ἑρ­μη­νευ­τές, δὲν ἦ­ταν ἀ­πό­δει­ξη τῆς εὐ­μέ­νειάς Του, οὔ­τε ἔκ­φρα­ση τοῦ θε­λή­μα­τός Του. Ἀλ­λὰ ἦ­ταν πα­ρα­χώ­ρη­ση.
Γι᾿ αὐ­τό, ἐ­νῶ ὁ Βα­λα­ὰμ ξε­κι­νᾶ τὸ τα­ξί­δι του πρὸς τὴ Μω­άβ, στὸν δρό­μο συμ­βαί­νει ἕ­να συν­τα­ρα­κτι­κὸ γε­γο­νός: Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου μὲ προ­τε­τα­μέ­νο τὸ ξί­φος φράσ­σει τὸν δρό­μο ποὺ θὰ περ­νοῦ­σε ὁ Βα­λα­άμ. Τὸν Ἄγ­γε­λο ὅ­μως, τὸν βλέ­πει μό­νο τὸ γα­ϊ­δου­ρά­κι τοῦ Βα­λα­άμ, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­ναγ­κά­ζε­ται, γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γει τὸ ἐμ­πό­διο τοῦ Ἀγ­γέ­λου, νὰ ξε­στρα­τί­σει καὶ νὰ πά­ει μέ­σα ἀ­πὸ τὰ χω­ρά­φια. Ὁ Βα­λα­ὰμ δὲν κα­τα­λα­βαί­νει κι ἀρ­χί­ζει νὰ χτυ­πᾶ τὸ ζῶ­ο γιὰ νὰ τὸ ἐ­πα­να­φέ­ρει στὸν δρό­μο. Ἀλ­λὰ ξα­νὰ μπρο­στά τους ὁ Ἄγ­γε­λος. Τὸ ζῶ­ο προ­σπα­θεῖ νὰ τὸν προ­σπε­ρά­σει. Στρι­μώ­χνε­ται στὸν φρά­χτη καὶ στὸν τοῖ­χο, γδέρ­νον­τας τὸ πό­δι τοῦ Βα­λα­άμ. Ἐ­κεῖ­νος ξα­να­χτυ­πᾶ τὸ ζῶ­ο μὲ θυ­μό. Προ­χω­ροῦν, ἀλ­λὰ καὶ πά­λι, γιὰ τρί­τη φο­ρὰ μπρο­στὰ στὸν δρό­μο τους ὁ Ἄγ­γε­λος. Τώ­ρα ὅ­μως ἔ­χει φρά­ξει γιὰ τὰ κα­λὰ τὸν δρό­μο. Τὸ ζῶ­ο δὲν ἔ­χει ἀ­πὸ ποῦ νὰ πε­ρά­σει. Γο­να­τί­ζει καὶ κά­θε­ται. Ὁ Βα­λα­ὰμ τὸ χτυ­πᾶ γιὰ τρί­τη φο­ρά.
Τό­τε συμ­βαί­νει κά­τι τὸ θαυ­μα­στό: Τὸ γα­ϊ­δου­ρά­κι δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται! Ὁ Θε­ὸς μὲ θαυ­μα­στὸ τρό­πο ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα τοῦ ζώ­ου: «Τί σοῦ ἔ­κα­να καὶ μὲ χτύ­πη­σες τρεῖς φο­ρές;» «Σὲ χτυ­πῶ για­τί μὲ πε­ρι­παί­ζεις», ἀ­παν­τᾶ ὁ ψευ­δο­προ­φή­της, σὰν νὰ μι­λᾶ μὲ ἄν­θρω­πο. «Ἂν εἶ­χα μα­ζί μου μα­χαί­ρι, θὰ σὲ εἶ­χα σκο­τώ­σει». «Για­τί μοῦ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σαι ἔ­τσι;», λέ­ει μὲ πα­ρά­πο­νο τὸ ἄ­λο­γο ζῶ­ο. «Δὲν εἶ­μαι τὸ γα­ϊ­δου­ρά­κι ποὺ τό­σα χρό­νια σὲ ὑ­πη­ρε­τῶ ἀ­δι­α­μαρ­τύ­ρη­τα;»
Τό­τε ὁ Θε­ὸς ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια τοῦ Βα­λα­ὰμ καὶ εἶ­δε μπρο­στά του τὸν Ἄγ­γε­λο! Γε­μά­τος φό­βο ἔ­πε­σε μὲ τὸ πρό­σω­πο στὸ χῶ­μα καὶ προ­σκύ­νη­σε τὸν Ἄγ­γε­λο τοῦ Θε­οῦ.
Ἔ­φτα­σαν στὴ Μω­άβ, ἀλ­λὰ πα­ρὰ τὶς ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νες προ­σπά­θει­ες τοῦ βα­σι­λιὰ Βα­λὰκ νὰ ἀ­πο­σπά­σει τὶς κα­τά­ρες τοῦ μά­γου κα­τὰ τῶν Ἰσ­ρα­η­λι­τῶν, ἐ­κεῖ­νος, ὁ Βα­λα­άμ, πει­θαρ­χών­τας στὴν ἐν­το­λὴ τοῦ Θε­οῦ εὐ­λό­γη­σε τὸν Ἰσ­ρα­ήλ. «Ἐ­νῶ ἦ­ταν ψευ­δο­προ­φή­της», ὅ­πως θὰ πεῖ ὁ ἱ­ε­ρὸς Χρυ­σό­στο­μος, «ἐ­νήρ­γη­σε σὲ αὐ­τὸν ἡ θεί­α Χά­ρις γιὰ τὴν ὠ­φέ­λεια τοῦ λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ».
Κι ὄ­χι ἁ­πλῶς εὐ­λό­γη­σε τὸν λα­ὸ τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λὰ στὴν τρί­τη προ­φη­τεί­α ποὺ βγῆ­κε ἀ­πὸ τὰ χεί­λη του, προ­φή­τευ­σε ὅ­τι ἀ­πὸ τὸν Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸ λα­ὸ θὰ ἀ­να­τεί­λει ἕ­να ἀ­στέ­ρι, θὰ προ­έλ­θει δη­λα­δὴ ἕ­νας ἄν­θρω­πος, ποὺ θὰ νι­κή­σει καὶ θὰ γί­νει Κύ­ριος πολ­λῶν ἐ­θνῶν, ἡ δὲ Βα­σι­λεί­α Του θὰ εἶ­ναι πα­νί­σχυ­ρη καὶ σὲ ἔ­κτα­ση καὶ σὲ δύ­να­μη.
Αὐ­τὴ ἡ προ­φη­τεί­α γιὰ τὸ πρό­σω­πο τοῦ Μεσ­σί­α, ποὺ θὰ ἀ­να­τεί­λει σὰν ἀ­στέ­ρι, ἦ­ταν ποὺ ὁ­δή­γη­σε αἰ­ῶ­νες ἀρ­γό­τε­ρα τὰ βή­μα­τα τῶν Μά­γων τῆς Ἀ­να­το­λῆς στὴ Βη­θλε­έμ, σὲ προ­σκύ­νη­ση τοῦ ἐ­ναν­θρω­πή­σαν­τος Θε­οῦ.
Πα­ρά­δο­ξη καὶ δι­δα­κτι­κὴ ἡ δι­ή­γη­ση ἀ­πὸ τὸ 22ο κε­φά­λαι­ο τοῦ βι­βλί­ου τῶν Ἀ­ριθ­μῶν. Προ­κα­λεῖ πραγ­μα­τι­κὰ ἔκ­πλη­ξη μὲ πό­σους τρό­πους ἐκ­δή­λω­σε ὁ Θε­ὸς τὴν ἀ­γά­πη Του γιὰ νὰ προ­στα­τεύ­σει τὸν λα­ό Του, ποὺ ἐ­πὶ 40 χρό­νια πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν στὴν ἔ­ρη­μο μέ­χρι νὰ φθά­σει στὴ Γῆ τῆς Ἐ­παγ­γε­λί­ας!
Βά­ζει τὸν βα­σι­λιὰ Βα­λὰκ νὰ προ­σπα­θή­σει νὰ νι­κή­σει τὸν λα­ὸ τοῦ Θε­οῦ ὄ­χι μὲ ὅ­πλα, ἀλ­λὰ μὲ μαγ­γα­νεῖ­ες. Βά­ζει ἕ­ναν ψευ­δο­προ­φή­τη ἀν­τὶ νὰ κα­τα­ρα­σθεῖ τὸν λα­ό Του, νὰ τὸν εὐ­λο­γή­σει. Δί­νει ἀν­θρώ­πι­νη λα­λιὰ σ᾿ ἕ­να γα­ϊ­δου­ρά­κι γιὰ νὰ ὁ­μο­λο­γή­σει κι ἐ­κεῖ­νο τὸ ἄ­λο­γο ζῶ­ο τὸ θέ­λη­μά Του. Ἀλ­λὰ καὶ μὲ πό­σους ἄλ­λους τρό­πους ἐκ­δή­λω­σε ὁ Θε­ὸς τὴν ἀ­γά­πη Του πρὸς τὸν λα­ό Του κα­τὰ τὴ μα­κραί­ω­νη ἱ­στο­ρί­α του!
Αὐ­τὴ τὴν εὔ­νοι­α καὶ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ γευ­ό­μα­στε καὶ ἐ­μεῖς κα­θη­με­ρι­νὰ στὴ ζω­ή μας. Ἄλ­λο­τε τὴν αἰ­σθα­νό­μα­στε καὶ τὴ συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­με, ἄλ­λο­τε περ­νᾶ ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τη. Ὅ­λοι ὅ­μως, πα­ρὰ τὴν ἀ­να­ξι­ό­τη­τά μας, ἔ­χου­με δε­χθεῖ πλου­σι­ο­πά­ρο­χα καὶ μὲ πολ­λοὺς τρό­πους τὴν ἀ­γά­πη Του, ὅ­πως Ἐ­κεῖ­νος τὴν ἐ­πι­δα­ψι­λεύ­ει στὴ ζω­ή μας.
Αὐ­τὴ ἡ με­γά­λη ἀ­λή­θεια ἂς γί­νε­ται αἰ­τί­α δο­ξο­λο­γί­ας καὶ εὐ­χα­ρι­στί­ας στὸ πα­νά­γιο Ὄ­νο­μά Του, γιὰ τὶς πολ­λὲς κρυ­φὲς ἢ φα­νε­ρὲς δω­ρε­ές Του ποὺ ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με στὴ ζω­ή μας.

Πε­ρι­ο­δι­κὸ «Ο ΣΩΤΗΡ», Ἀ­ριθμ. 2225, 15 Ἰ­ου­λί­ου 2020, σελ. 319-320

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ    
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
 (12 ΙΟΥΛΙΟΥ 2020)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ε΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ          
Ἀ­δελ­φοί, ἡ μὲν εὐ­δο­κί­α τῆς ἐ­μῆς καρ­δί­ας καὶ ἡ δέ­η­σις πρὸς τὸν Θὸν ὑ­πὲρ αὐ­τῶν εἰς σω­τη­ρί­αν. Μαρ­τυ­ρῶ γὰρ αὐ­τοῖς ὅ­τι ζῆ­λον Θε­οῦ ἔ­χου­σιν, ἀλλ΄ οὐ κατ΄ ἐ­πί­γνω­σιν· ἀ­γνο­οῦν­τες γὰρ τὴν τοῦ Θε­οῦ δι­και­ο­σύ­νην, καὶ τὴν ἰ­δί­αν ζη­τοῦν­τες στῆ­σαι, τῇ δι­και­ο­σύ­νῃ τοῦ Θε­οῦ οὐχ ὑ­πε­τά­γη­σαν· τέ­λος γὰρ νό­μου Χρι­στὸς εἰς δι­και­ο­σύ­νην παν­τὶ τῷ πι­στε­ύ­ον­τι. Μω­ϋ­σῆς γὰρ γρά­φει τὴν δι­και­ο­σύ­νην τὴν ἐκ τοῦ νό­μου ὅ­τι ὁ ποι­ή­σας ἄν­θρω­πος ζή­σε­ται ἐν αὐ­τῇ. Ἡ δὲ ἐκ πί­στε­ως δι­και­ο­σύ­νη οὕ­τως λέ­γει· Μὴ εἴ­πῃς ἐν τῇ καρ­δί­ᾳ σου· Τίς ἀ­να­βή­σε­ται εἰς τὸν οὐ­ρα­νόν; τοῦτ΄ ἔ­στι Χρι­στὸν κα­τα­γα­γεῖν· ἤ, Τίς κα­τα­βή­σε­ται εἰς τὴν ἄ­βυσ­σον; τοῦτ΄ ἔ­στι Χρι­στὸν ἐκ νε­κρῶν ἀ­να­γα­γεῖν. Ἀλ­λὰ τί λέ­γει; Ἐγ­γύς σου τὸ ῥῆ­μά ἐ­στιν, ἐν τῷ στό­μα­τί σου καὶ ἐν τῇ καρ­δί­ᾳ σου· τοῦτ΄ ἔ­στι τὸ ῥῆ­μα τῆς πί­στε­ως ὃ κη­ρύσ­σο­μεν. Ὅ­τι ἐ­ὰν ὁ­μο­λο­γή­σῃς ἐν τῷ στό­μα­τί σου Κύριον Ἰ­η­σοῦν, καὶ πι­στε­ύ­σῃς ἐν τῇ καρ­δί­ᾳ σου ὅ­τι ὁ Θε­ὸς αὐ­τὸν ἤ­γει­ρεν ἐκ νε­κρῶν, σω­θή­σῃ· καρ­δί­ᾳ γὰρ πι­στε­ύ­ε­ται εἰς δι­και­ο­σύ­νην, στό­μα­τι δὲ ὁ­μο­λο­γεῖ­ται εἰς σω­τη­ρί­αν.
                                    (Ρωμ. ι΄ [10] 1 - 11)

Η ΑΓΑΠΗ CTHN ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ
«Ἡ εὐ­δο­κί­α τῆς ἐ­μῆς καρ­δί­ας... ὑ­πέρ τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ
ἐ­στιν εἰς σω­τη­ρί­αν»
Ἀ­νοί­γει τὴν καρ­διά του ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος κι ἀ­φή­νει νὰ ξε­χυ­θεῖ ὁ πλού­σιος σὲ αἰ­σθή­μα­τα στορ­γῆς ἐ­σω­τε­ρι­κός του κό­σμος. Ἔκ­δη­λη δι­α­κρί­νου­με τὴ συγ­κί­νη­σή του κα­θὼς ἀ­να­φέ­ρε­ται στοὺς ὁ­μο­ε­θνεῖς του Ἰσ­ρα­η­λί­τες ποὺ δὲν πί­στε­ψαν στὸν Μεσ­σί­α Χρι­στὸ κι ἔ­μει­ναν μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸν δρό­μο τῆς σω­τη­ρί­ας. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ μὲ πό­νο ψυ­χῆς γρά­φει: «Ἡ εὐ­δο­κί­α τῆς ἐ­μῆς καρ­δί­ας καὶ ἡ δέ­η­σις ἡ πρὸς τὸν Θε­ὸν ὑ­πὲρ τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ ἐ­στιν εἰς σω­τη­ρί­αν», δη­λα­δή, ἡ σφο­δρὴ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ εὐ­α­ρέ­σκεια τῆς καρ­διᾶς μου καὶ ἡ προ­σευ­χὴ ποὺ ἀ­πευ­θύ­νω στὸν Θε­ὸ γιὰ τοὺς Ἰσ­ρα­η­λί­τες – πα­ρὰ τὴν ἀ­πι­στί­α ποὺ δεί­χνουν – εἶ­ναι νὰ σω­θοῦν.
Ὁ ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὸς αὐ­τὸς λό­γος τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­πο­στό­λου μᾶς δί­νει τὴν ἀ­φορ­μὴ νὰ δοῦ­με πῶς ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος φα­νέ­ρω­νε τὴν ἀ­γά­πη του πρὸς τοὺς συμ­πα­τρι­ῶ­τες του καὶ πῶς κα­λού­μα­στε κι ἐ­μεῖς νὰ ἐκ­δη­λώ­νου­με τὴν ἀ­γά­πη μας αὐ­τή.
1. Ἡ ἀ­γά­πη τοῦ ἀπ. Παύ­λου γιὰ τοὺς συμ­πα­τρι­ῶ­τες του
Μὲ ἔκ­πλη­ξη καὶ θαυ­μα­σμὸ στέ­κε­ται κα­νεὶς μπρο­στὰ στὸ με­γα­λεῖ­ο τῆς ψυ­χῆς τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου. Ναί! Ὁ μέ­γας Παῦ­λος ποὺ δι­έ­τρε­ξε ὅ­λη τὴν οἰ­κου­μέ­νη γιὰ νὰ δι­α­δώ­σει τὸ μή­νυ­μα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου· αὐ­τὸς ποὺ δι­ε­κή­ρυ­ξε ὅ­τι δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ ὑ­πάρ­χουν φυ­λε­τι­κες δι­α­κρί­σεις· αὐ­τός, ὁ Ἀ­πό­στο­λος τῶν ἐ­θνῶν, πο­τὲ δὲν ξε­χνοῦ­σε τὴν πα­τρί­δα του. Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι μὲ σε­μνὴ καύ­χη­ση ἀ­νέ­φε­ρε συ­χνὰ τὴν κα­τα­γω­γὴ καὶ τὴν ἐ­θνι­κό­τη­τά του: «Ἐ­γὼ ἄν­θρω­πος μέν εἰ­μι Ἰ­ου­δαῖ­ος Ταρ­σεύς, τῆς Κι­λι­κί­ας οὐκ ἀ­σή­μου πό­λε­ως πο­λί­της» (Πράξ. κα΄ [21] 39, κβ'[22] 3). Μά­λι­στα δὲν ἔ­παυ­σε ν᾿ ἀ­γα­πᾶ τοὺς συμ­πα­τρι­ῶ­τες του ἀ­κό­μη καὶ τό­τε ποὺ αὐ­τοὶ τὸν πλή­γω­ναν μὲ τὴν ἀ­χά­ρι­στη συμ­πε­ρι­φο­ρά τους καὶ τοὺς σκλη­ροὺς δι­ωγ­μοὺς ἐ­ναν­τί­ον του...
Τὸ πιὸ συγ­κλο­νι­στι­κὸ ὅ­μως εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἔν­το­νη ἀ­γά­πη καὶ τὸ διαρκὲς ἐν­δι­α­φέ­ρον του γιὰ τοὺς ὁ­μο­ε­θνεῖς του τὸν ὁ­δή­γη­σε στὸ νὰ γρά­ψει τοὺς ἑ­ξῆς συγ­κι­νη­τι­κοὺς λό­γους: «Ηὐ­χό­μην γὰρ αὐ­τὸς ἐ­γὼ ἀ­νά­θε­μα εἶ­ναι ἀ­πὸ τοῦ Χρι­στοῦ ὑ­πὲρ τῶν ἀ­δελ­φῶν μου, τῶν συγ­γε­νῶν μου κα­τὰ σάρ­κα» (Ρωμ. θ'[9] 3). Δη­λα­δή: Θὰ εὐ­χό­μουν ἐ­γώ, ποὺ τί­πο­τε δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ χω­ρί­σει ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό, νὰ χω­ρι­σθῶ ἀ­πὸ Αὐ­τὸν γιὰ πάν­τα, ἐ­ὰν ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ γί­νει αὐ­τό, γιὰ χά­ρη τῶν ἀ­δελ­φῶν μου Ἰ­ου­δαί­ων, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­ναι φυ­σι­κοὶ συγ­γε­νεῖς μου.
Αὐ­τὸ τὸ ἐ­ξαί­ρε­το πα­ρά­δειγ­μα φι­λο­πα­τρί­ας τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου μᾶς δι­δά­σκει ὅ­τι ἡ χρι­στι­α­νι­κὴ πί­στη δὲν κα­ταρ­γεῖ τὴν ἀ­γά­πη στὴν πα­τρί­δα, ἀλ­λὰ τῆς δί­νει νό­η­μα βα­θύ­τε­ρο καὶ οὐ­σι­α­στι­κό­τε­ρο. Πῶς μπο­ροῦ­με λοι­πὸν κι ἐ­μεῖς ὡς πι­στοὶ χρι­στια­νοὶ νὰ ἐκ­δη­λώ­νου­με τὴν ἀ­γά­πη μας πρὸς τὴν πα­τρί­δα;
2. Ἡ δι­κή μας ἀ­γά­πη στὴν Πα­τρί­δα
Μιὰ λέ­ξη εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ φα­νε­ρώ­νει τὴν ἀ­γά­πη στὴν ὕ­ψι­στη μορ­φή της: ἡ θυ­σί­α. Μᾶς τὸ εἶ­πε ὁ Κύ­ριος: «Μεί­ζο­να ταύ­της ἀ­γά­πην οὐ­δεὶς ἔ­χει, ἵ­να τις τὴν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ θῇ ὑ­πὲρ τῶν φί­λων αὐ­τοῦ» (Ἰ­ω. ιε΄[15] 13). Με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­γά­πη πρὸς τοὺς φί­λους του κα­νεὶς δὲν ἔ­χει ἀπ᾿ αὐ­τήν, δη­λα­δὴ ἀ­πὸ τὸ νὰ προ­σφέ­ρει καὶ νὰ θυ­σιά­σει τὴ ζω­ή του γιὰ χά­ρη τῶν φί­λων του. Ἐ­φό­σον λοι­πὸν ἀ­γα­ποῦ­με τὴν Πα­τρί­δα μας, ὀ­φεί­λου­με νὰ εἴ­μα­στε ἕ­τοι­μοι νὰ ἀ­να­λά­βου­με κό­πους καὶ δα­πά­νες γιὰ χά­ρη τοῦ κοι­νοῦ κα­λοῦ, ἀ­κό­μη καὶ νὰ θυ­σι­ά­σου­με τὸν ἴ­διο τὸν ἑ­αυ­τό μας, ἂν χρεια­στεῖ!
Ἐ­πι­πλέ­ον ἡ ἀ­γά­πη πρὸς τὴν Πα­τρί­δα ἐκ­δη­λώ­νε­ται καὶ μὲ τὴν προ­σευ­χή μας γι᾿ αὐ­τήν. Ὅ­πως ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἀ­πηύ­θυ­νε δέ­η­ση πρὸς τὸν Θε­ὸν «ὑ­πὲρ τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ», ἔ­τσι κι ἐ­μεῖς ἔ­χου­με χρέ­ος νὰ προ­σευ­χό­μα­στε θερ­μὰ γιὰ τὴν Πα­τρί­δα μας καὶ νὰ πα­ρα­κα­λοῦ­με τὸν ἅ­γιο Θε­ὸ νὰ χα­ρί­ζει στὸ Ἔ­θνος μας εἰ­ρή­νη καὶ ἀ­σφά­λεια, καὶ – τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο – με­τά­νοι­α! Ἄλ­λω­στε καὶ ἡ ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α εὔ­χε­ται στὴ θεί­α Λει­τουρ­γί­α ὄ­χι μό­νο «ὑ­πὲρ τοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου» ἀλ­λὰ καὶ εἰ­δι­κὰ «ὑ­πὲρ τοῦ εὐ­σε­βοῦς ἡ­μῶν ἔ­θνους».
Τέ­λος, τὴν ἀ­γά­πη μας πρὸς τὴν Πα­τρί­δα τὴν φα­νε­ρώ­νου­με καὶ μὲ τὴν ἐ­νά­ρε­τη καὶ ἁ­γί­α ζω­ή μας. Ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος συμ­βου­λεύ­ει σὲ μί­α ἀ­πὸ τὶς ἐ­πι­στο­λές του: «Τὴν πα­τρί­δα τί­μη­σον, καὶ τῇ ἀ­ρε­τῇ βο­ή­θη­σον» (ΕΠΕ 7, 52). Εἶ­ναι τι­μὴ καὶ ἐγ­γύ­η­ση γιὰ τὴν πα­τρί­δα νὰ ἀ­να­τρέ­φει ἀν­θρώ­πους μὲ ἀ­ρε­τὴ καὶ ἁ­γι­ό­τη­τα. Ὅ­σο ἔ­χου­με πι­στοὺς χρι­στια­νοὺς ποὺ προ­σεύ­χον­ται, με­τα­νο­οῦν καὶ ἀ­γω­νί­ζον­ται, τὸ Ἔ­θνος μας δὲν κιν­δυ­νεύ­ει. Θὰ ζεῖ καὶ θὰ με­γα­λουρ­γεῖ μὲ τὴ βο­ή­θεια καὶ τὴ δύ­να­μη τοῦ παν­το­δύ­να­μου Θε­οῦ.
Βεβαίως δὲν εἶ­ναι ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος τὸ μο­να­δι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα φι­λο­πα­τρί­ας. Τὸ ἀ­ξε­πέ­ρα­στο πρό­τυ­πο καὶ στὸ θέ­μα τῆς ἀ­γά­πης πρὸς τὴν Πα­τρί­δα εἶ­ναι ὁ Κύ­ριος Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ὁ Ὁ­ποῖ­ος κα­τὰ τὴν ἐ­πί­γεια ζω­ὴ καὶ δρά­ση του ἔ­δει­ξε ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τῶν συμ­πα­τρι­ω­τῶν του. Καὶ τὸ πιὸ συγ­κι­νη­τι­κό: ὅ­ταν κά­πο­τε ἀν­τί­κρι­σε τὴν πό­λη τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, ἔ­κλα­ψε μὲ λυγ­μοὺς γι᾿ αὐ­τήν, δι­ό­τι γνώ­ρι­ζε τὸ οἰ­κτρὸ τέ­λος ποὺ θὰ εἶ­χε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­πι­στί­ας της...
Ἂς ἀ­να­λο­γι­στοῦ­με κι ἐ­μεῖς τὴν εὐ­θύ­νη μας κι ἂς ἀ­φή­σου­με τὸ δά­κρυ καὶ τὸν στε­ναγ­μό μας νὰ γί­νουν προ­σευ­χὴ θερ­μὴ πρὸς τὸν παν­το­δύ­να­μο καὶ πα­νά­γα­θο Θε­ό, γιὰ νὰ κά­νει καὶ πά­λι τὸ θαῦ­μα του καὶ νὰ σώ­σει τὸ Ἔ­θνος μας. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ἡ μό­νη μας ἐλ­πί­δα!
(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, ἐλ­θόν­τι τῷ ᾿Ι­η­σοῦ εἰς τὴν χώ­ραν τῶν Γερ­γε­ση­νῶν ὑ­πήν­τη­σαν αὐ­τῷ δύ­ο δαι­μο­νι­ζό­με­νοι, ἐκ τῶν μνη­με­ί­ων ἐ­ξερ­χό­με­νοι, χα­λε­ποὶ λί­αν, ὥ­στε μὴ ἰ­σχύ­ειν τι­νὰ πα­ρελ­θεῖν διὰ τῆς ὁ­δοῦ ἐ­κε­ί­νης. Καὶ ἰ­δοὺ ἔ­κρα­ξαν, λέ­γον­τες· Τί ἡ­μῖν καὶ σοί, ᾿Ι­η­σοῦ Υἱ­ὲ τοῦ Θε­οῦ; ἦλ­θες ὧ­δε πρὸ και­ροῦ βα­σα­νί­σαι ἡ­μᾶς; Ἦν δὲ μα­κρὰν ἀπ᾿ αὐ­τῶν ἀ­γέ­λη χο­ί­ρων πολ­λῶν βο­σκο­μέ­νη. Οἱ δὲ δα­ί­μο­νες πα­ρε­κά­λουν αὐ­τὸν λέ­γον­τες· Εἰ ἐκβάλ­λεις ἡ­μᾶς, ἐ­πί­τρε­ψον ἡ­μῖν ἀ­πελ­θεῖν εἰς τὴν ἀ­γέ­λην τῶν χο­ί­ρων. Καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Ὑ­πά­γε­τε. Οἱ δὲ ἐ­ξελ­θόν­τες, ἀ­πῆλ­θον εἰς τὴν ἀ­γέ­λην τῶν χο­ί­ρων. Καὶ ἰ­δοὺ, ὥρ­μη­σε πᾶ­σα ἡ ἀ­γέ­λη τῶν χο­ί­ρων κα­τὰ τοῦ κρη­μνοῦ εἰς τὴν θά­λασ­σαν, καὶ ἀ­πέ­θα­νον ἐν τοῖς ὕ­δα­σιν. Οἱ δὲ βό­σκον­τες ἔ­φυ­γον· καὶ ἀ­πελ­θόν­τες εἰς τὴν πό­λιν, ἀ­πήγ­γει­λαν πάν­τα καὶ τὰ τῶν δαι­μο­νι­ζο­μέ­νων. Καὶ ἰ­δοὺ πᾶ­σα ἡ πό­λις ἐ­ξῆλ­θεν εἰς συ­νάν­τη­σιν τῷ ᾿Ι­η­σοῦ· καὶ ἰ­δόν­τες αὐ­τὸν, πα­ρε­κά­λε­σαν ὅ­πως με­τα­βῇ ἀ­πὸ τῶν ὁ­ρί­ων αὐ­τῶν.  Καὶ ἐμ­βὰς εἰς πλοῖ­ον, δι­ε­πέ­ρα­σε, καὶ ἦλ­θεν εἰς τὴν ἰ­δί­αν πό­λιν.
                                         (Ματθ. η΄[8] 28 – θ΄[9] 1)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ, ὅ­ταν ὁ Κύ­ριος ἦλ­θε στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ὄ­χθη, στὴ χώ­ρα τῶν Γερ­γε­ση­νῶν, τὸν συ­νάν­τη­σαν δύ­ο δαι­μο­νι­σμέ­νοι ποὺ ἔ­βγαι­ναν ἀ­πὸ τὰ μνή­μα­τα ποὺ ὑ­πῆρ­χαν ἐ­κεῖ, στὰ ὁ­ποῖ­α εὐ­χα­ρι­στι­οῦν­ταν νὰ κα­τοι­κοῦν. Ἦ­ταν καὶ οἱ δύ­ο ἐ­πι­θε­τι­κοὶ καὶ πο­λὺ ἐ­πι­κίν­δυ­νοι· τό­σο, ὥ­στε νὰ μὴν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ πε­ρά­σει ἀπ᾿ τὸν δρό­μο ἐ­κεῖ­νο. Καὶ ξαφ­νι­κὰ ἀπ᾿ τὸν φό­βο τους κραύ­γα­σαν δυ­να­τὰ καὶ εἶ­παν: Ποι­ὰ σχέ­ση ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σα σὲ μᾶς καὶ σὲ σέ­να, Ἰ­η­σοῦ, υἱ­ὲ τοῦ Θε­οῦ; Ἦλ­θες ἐ­δῶ πρό­ω­ρα, πρὶν ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τῆς παγ­κό­σμιας κρί­σε­ως, γιὰ νᾶ μᾶς βα­σα­νί­σεις; Στὸ με­τα­ξὺ ὑ­πῆρ­χε μα­κριὰ ἀπ᾿ αὐ­τοὺς ἕ­να κο­πά­δι μὲ πολ­λοὺς χοί­ρους, ποὺ ἔ­βο­σκαν ἐ­κεῖ. Οἱ δαί­μο­νες τό­τε ἄρ­χι­σαν νὰ τὸν πα­ρα­κα­λοῦν λέ­γον­τας: Ἐ­ὰν πρό­κει­ται νὰ μᾶς βγά­λεις ἔ­ξω ἀ­πὸ ἐ­δῶ, δῶσ᾿ μας τὴν ἄ­δεια νὰ φύ­γου­με καὶ νὰ μποῦ­με μέ­σα στὸ κο­πά­δι τῶν χοί­ρων. Κι ἐ­πει­δὴ αὐ­τοὶ ποὺ ἔ­τρε­φαν τοὺς χοί­ρους τὸ ἔ­κα­ναν αὐ­τὸ πα­ρα­βαί­νον­τας τὸν Μω­σα­ϊ­κὸ νό­μο, ποὺ ἀ­πα­γό­ρευ­ε ὡς ἀ­κά­θαρ­το τὸ χοι­ρι­νὸ κρέ­ας, ὁ Κύ­ριος τι­μω­ρών­τας τὴν πα­ρα­νο­μί­α τους αὐ­τὴ εἶ­πε στοὺς δαί­μο­νες: Πη­γαί­νε­τε. Κι αὐ­τοὶ βγῆ­καν ἀπ᾿ τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ πῆ­γαν στοὺς χοί­ρους. Καὶ ξαφ­νι­κὰ ὅ­λο τὸ κο­πά­δι τῶν χοί­ρων ὄρ­μη­σε μὲ μα­νί­α ἀ­πὸ τὸ ἐ­πά­νω μέ­ρος τοῦ γκρε­μοῦ πρὸς τὰ κά­τω, στὴ θά­λασ­σα, καὶ πνί­γη­καν στὰ νε­ρὰ τῆς λί­μνης. Τό­τε ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ἔ­βο­σκαν τοὺς χοί­ρους ἔ­φυ­γαν, κι ἀ­φοῦ πῆ­γαν στὴν πό­λη, ἀ­νήγ­γει­λαν ὅ­λα ὅ­σα ἔ­γι­ναν, καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως τὸ τί συ­νέ­βη μὲ τοὺς δαι­μο­νι­σμέ­νους. Καὶ τό­τε ὅ­λοι οἱ κά­τοι­κοι τῆς πό­λε­ως βγῆ­καν γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σουν τὸν Ἰ­η­σοῦ· κι ὅ­ταν τὸν εἶ­δαν, τὸν πα­ρα­κά­λε­σαν νὰ φύ­γει ἀ­πὸ τὰ σύ­νο­ρά τους, ἀ­πὸ φό­βο μή­πως πά­θουν καὶ με­γα­λύ­τε­ρα κα­κά. Καὶ ἀ­φοῦ μπῆ­κε σ' ἕ­να πλοῖ­ο, πέ­ρα­σε στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ὄ­χθη τῆς λί­μνης, καὶ ἦλ­θε στὴ δι­κή του πό­λη, τὴν Κα­περ­να­ούμ.

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΟΣΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΑΘΩ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(5 ΙΟΥΛΙΟΥ 2020)
(ΟΣΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΑΘΩ)



Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ)
Ἀ­δελ­φοί, ὁ καρ­πὸς τοῦ Πνε­ύ­μα­τός ἐ­στιν ἀ­γά­πη, χα­ρά, εἰ­ρή­νη, μα­κρο­θυ­μί­α, χρη­στό­της, ἀ­γα­θω­σύ­νη, πί­στις, πρα­ό­της, ἐγ­κρά­τεια· κα­τὰ τῶν τοι­ο­ύ­των οὐκ ἔ­στι νό­μος. Οἱ δὲ τοῦ Χρι­στοῦ τὴν σάρ­κα ἐ­στα­ύ­ρω­σαν σὺν τοῖς πα­θή­μα­σι καὶ ταῖς ἐ­πι­θυ­μί­αις. Εἰ ζῶ­μεν πνε­ύ­μα­τι, πνε­ύ­μα­τι καὶ στοι­χῶ­μεν. Μὴ γι­νώ­με­θα κε­νό­δο­ξοι, ἀλ­λή­λους προ­κα­λο­ύ­με­νοι, ἀλ­λή­λοις φθο­νοῦν­τες. ᾽Α­δελ­φοί, ἐ­ὰν καὶ προ­λη­φθῇ ἄν­θρω­πος ἔν τι­νι πα­ρα­πτώ­μα­τι, ὑ­μεῖς οἱ πνευ­μα­τι­κοὶ κα­ταρ­τί­ζε­τε τὸν τοι­οῦ­τον ἐν πνε­ύ­μα­τι πρα­ό­τη­τος· σκο­πῶν σε­αυ­τόν, μὴ καὶ σὺ πει­ρα­σθῇς. ᾽Αλ­λή­λων τὰ βά­ρη βα­στά­ζε­τε, καὶ οὕ­τως ἀ­να­πλη­ρώ­σα­τε τὸν νό­μον τοῦ Χρι­στοῦ.                              
         (Γαλ. ε΄[΄5] 22 – Ϛ΄2)

ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΕΝ ΑΘΩ
Μί­α τῶν με­γα­λυ­τέ­ρων Ὁ­σια­κῶν μορ­φῶν ποὺ ἑ­ορ­τά­ζει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας στὶς 5 Ἰ­ου­λί­ου εἶ­ναι ὁ Ἅ­γιος Ἀ­θα­νά­σιος ὁ Ἀ­θω­νί­της, ὁ κτί­τωρ τῆς Με­γί­στης Λαύ­ρας τοῦ Ἁ­γί­ου Ὅ­ρους καὶ ὁ ὀρ­γα­νω­τὴς τοῦ Κοι­νο­βια­κοῦ Μο­να­χι­σμοῦ. Δέ­ος κα­τα­λαμ­βά­νει τὸν εὐ­σε­βῆ προ­σκυ­νη­τὴ ὅ­ταν ἐκ τοῦ μα­κρό­θεν ἀν­τι­κρί­σει τὴν κα­στρο­πο­λι­τεί­α τῆς Μο­νῆς ποὺ ἀ­δι­α­σπά­στως ἀ­π' ὅ­ταν ἱ­δρύ­θη­κε συ­νε­χί­ζει ἕ­ως τῶν ἡ­με­ρῶν μας καὶ χά­ρι­τι Θε­οῦ θὰ συ­νε­χί­ζει νὰ κρα­τᾶ ὑ­ψω­μέ­να τὰ λά­βα­ρα τῆς αὐ­θεν­τι­κῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας καὶ τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ μας Ἔ­θνους.
Ἀλ­λὰ ἡ συγ­κί­νη­σις εἶ­ναι ἀ­νω­τέ­ρα πά­σης πε­ρι­γρα­φῆς ὅ­ταν κλί­νει τὸ γό­νυ καὶ πάλ­λε­ται ἡ καρ­δί­α μπρο­στὰ στὸν τά­φο τοῦ ἴ­διου του Ἁ­γί­ου. Στὸ μνη­μεῖ­ο ποὺ δι­α­φυ­λάσ­σει τὸ ἱ­ε­ρὸ σκή­νω­μα τοῦ Ὁ­σί­ου τό­σους αἰ­ῶ­νες, ἀ­φοῦ ἡ ἐν­το­λὴ ποὺ ἄ­φη­σε ἦ­ταν νὰ μὴ γί­νει πο­τὲ ἡ ἀ­να­κο­μι­δὴ τῶν ἱ­ε­ρῶν του λει­ψά­νων. Ἀλ­λὰ γιὰ τὸν με­γά­λο αὐ­τὸν Ἅ­γιον ποὺ γεν­νή­θη­κε τὸ 930 μ.Χ. στὴν Τρα­πε­ζούν­τα, ἐ­ποί­μα­νε τὴν Λαύ­ρα του ἐ­πὶ σα­ράν­τα ἔ­τη καὶ κα­τὰ τὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση τῶν ἐρ­γα­σι­ῶν τοῦ κα­θο­λι­κοῦ τῆς Μο­νῆς, κα­τέρ­ρευ­σε τμῆ­μα τοῦ οἰ­κο­δο­μή­μα­τος, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ὁ Ὅ­σιος νὰ πα­ρα­δώ­σει μαρ­τυ­ρι­κῶς τὴν ζω­ή του μέ­σα στὰ χα­λά­σμα­τα, θὰ πρέ­πει ὅ­λοι οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι καὶ δὴ φι­λο­μό­να­χοι πι­στοὶ νὰ με­λε­τή­σου­με ἐ­κτε­νῶς τὸν βί­ον καὶ τὴν πο­λι­τεί­αν του. Καὶ αὐ­τὸ το­σού­τω μᾶλ­λον πρέ­πει νὰ γί­νει δι­ό­τι ὁ δη­μι­ουρ­γὸς τό­σων μο­νῶν καὶ σκη­τῶν καὶ Πα­τέ­ρας πνευ­μα­τι­κὸς χι­λιά­δων ἕ­ως σή­με­ρα μο­να­χῶν, ἐ­βί­ω­νε στὸν ὑ­ψη­λό­τε­ρο βαθ­μὸ τὸν καρ­πὸ τοῦ Πνεύ­μα­τος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ον μᾶς γρά­φει στὴν πρὸς Γα­λά­τας ἐ­πι­στο­λὴ τοῦ ὁ Ἀπ. Παῦ­λος.
Μά­λι­στα, τὸ Πνεῦ­μα τὸ Ἅ­γιον εὑ­ρῆ­κε στὴν ψυ­χὴ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου τὸ κα­τάλ­λη­λο ἔ­δα­φος γιὰ νὰ καρ­πο­φο­ρή­σει ἑ­κα­τον­τα­πλα­σί­ως. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ τὸν ἐ­νέ­πλη­σε μὲ τό­ση χά­ρη ποὺ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ συλ­λά­βει ὁ νοῦς τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὸς ὁ Ἀγ­γε­λι­κὸς κό­σμος μέ­νει ἐκ­στα­τι­κὸς ἐ­νώ­πιόν του. «Τὴν ἐν σαρ­κὶ ζω­ήν σου κα­τε­πλά­γη­σαν, Ἀγ­γέ­λων τάγ­μα­τα...» ση­μει­ώ­νει ὁ ὑ­μνο­γρά­φος στὸ ἀ­πο­λυ­τί­κιο τοῦ Ὁ­σί­ου. Ἀλ­λὰ τοὺς Ἁ­γί­ους τοὺς με­λε­τοῦ­με καὶ γιὰ ἕ­ναν ἀ­κό­μα λό­γο. Νὰ σκύ­πτου­με καὶ νὰ βλέ­που­με τὴν δι­κή μας κα­τά­στα­ση καὶ τὸ πνευ­μα­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο, ὄ­χι βε­βαί­ως γιὰ νὰ ἀ­πο­θαρ­ρυ­νό­με­θα, ἀλλ᾿ ἀν­τι­θέ­τως γιὰ νὰ ἀν­τλοῦ­με, διὰ τῶν εὐ­χῶν τους, δύ­να­μη καὶ θάρ­ρος στὸ νὰ συ­νε­χί­σου­με τὸν ἀ­γώ­να τῆς κα­θάρ­σε­ως καὶ στὴν συ­νέ­χεια τοῦ φω­τι­σμοῦ. Ὡς ἐκ τού­του ἡ μο­νο­λό­γι­στος εὐ­χή, τὸ «Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σον μὲ τὸν ἁ­μαρ­τω­λόν», οὐ­δέ­πο­τε πρέ­πει νὰ ἀ­που­σιά­ζει ἀ­πὸ τὰ χεί­λη καὶ ἰ­δί­ως τὸν νοῦ, ταυ­το­χρό­νως δὲ νὰ ὑ­πο­ψάλ­λου­με­  ὑ­πο­καρ­δί­ως τὴν ἀ­έ­να­η δο­ξο­λο­γί­α πρὸς τὸν Τρι­α­δι­κὸ Θε­ό.
Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς καρ­ποὺς ποὺ τὸ Ἅ­γιον Πνεῦ­μα πα­ρά­γει στὴν ὕ­παρ­ξη τῶν ὀρ­θο­δό­ξων πι­στῶν εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη ποὺ βε­βαί­ως το­πο­θε­τεῖ­ται πρώ­τη ἀ­πὸ τὸν Θε­ό­πνευ­στο Ἀ­πό­στο­λο. Για­τί αὐ­τό; Μὰ δι­ό­τι εἶ­ναι ἡ ρί­ζα ἀλ­λὰ καὶ τὸ ἐ­πι­στέ­γα­σμα ὅ­λων τῶν ἄλ­λων ἀ­ρε­τῶν. Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ το­νί­σου­με ἀ­δελ­φοί μου τὴν ἀ­ξί­α τῆς πί­στε­ως. Τῆς Ἀ­πο­στο­λι­κῆς μας Πί­στε­ως, ὅ­πως αὐ­τὴ σὲ κά­θε ἐ­πο­χὴ τὴν κα­τέ­χουν, τὴν κη­ρύσ­σουν καὶ μᾶς πα­ρα­δί­δουν οἱ θε­ού­με­νοι Ἅ­γιοι.
Τοῦ­το εἶ­ναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄ­νευ, ἀ­πό­λυ­τον καὶ ἀ­δι­α­πραγ­μά­τευ­τον. Ἐ­ὰν δὲ κα­νεὶς ἐ­πι­μέ­νει στὸ ἀν­τί­θε­το, εὑ­ρί­σκε­ται σὲ ἀ­θε­ρά­πευ­τη πλά­νη καὶ τὴν εὐ­θύ­νη ἀ­κε­ραί­α τὴν φέ­ρει ὁ ἴ­διος. Ἂς ἀ­φή­σου­με ὅ­μως τό­σο τὶς ἀ­θε­ϊ­στι­κὲς ὅ­σο καὶ τὶς οἰ­κου­με­νι­στι­κὲς ἀ­γα­πο­λο­γί­ες καὶ ἂς πε­ρά­σου­με ἔ­σω καὶ δι᾿ ὀ­λί­γον νὰ γευ­θοῦ­με τοὺς ἡ­δύ­τα­τους καρ­ποὺς τοῦ Πνεύ­μα­τος. Ἀ­λή­θεια ποῦ νὰ στα­θεῖ κα­νεὶς καὶ τί νὰ τρυ­γή­σει πρῶ­το, τί δὲ νὰ ἀ­φή­σει δεύ­τε­ρον. «Ἀ­γά­πη, Χα­ρά, Εἰ­ρή­νη, Μα­κρο­θυ­μί­α, Χρη­στό­της – Ἀ­γα­θω­σύ­νη, Πί­στις, Πρα­ό­της, Ἐγ­κρά­τεια»!
Ἕ­να ὁ­λό­χρυ­σον πε­ρι­δέ­ραι­ον ποὺ κο­σμεῖ τὶς ὑ­πάρ­ξεις ὅ­σων ἀ­γω­νί­ζον­ται χω­ρὶς ἀ­γω­νί­α καὶ ἄγ­χος νὰ ὁ­μοιά­σουν πρὸς τὸν Κύ­ριο. Καὶ ὅ­πως κα­τα­νο­εῖ ὁ κά­θε ἕ­νας ποὺ γεύ­θη­κε τοῦ εὐ­λο­γη­μέ­νου ἀ­γῶ­νος, δὲν πρό­κει­ται πε­ρὶ ἀν­θρω­πί­νων κα­τορ­θω­μά­των, οὔ­τε γιὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τα νο­η­τι­κῶν ἢ συ­ναι­σθη­μα­τι­κῶν ἱ­κα­νο­τή­των. Πρό­κει­ται γιὰ τοὺς εὐ­χό­με­νους καρ­ποὺς τοῦ Πνεύ­μα­τος ποὺ λαμ­βά­νου­με διὰ τῶν ἱ­ε­ρῶν μυ­στη­ρί­ων καὶ τῆς ἐν γέ­νει ἀ­σκη­τι­κῆς – ἡ­συ­χα­στι­κῆς – ὁ­μο­λο­για­κῆς βι­ο­τῆς. Εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἄ­ξιον πα­ρα­τη­ρή­σε­ως ὅ­τι οἱ πνευ­μα­τι­κοὶ αὐ­τοὶ καρ­ποὶ ἐ­πὶ τῆς οὐ­σί­ας ἀ­πο­τε­λοῦν ἕ­να σύ­νο­λο ἑ­νια­ῖο, ἁρ­μο­νι­κὸ καὶ συμ­με­τρι­κό. Αὐ­τὸς δὲ εἶ­ναι καὶ ὁ λό­γος ποὺ ἐ­νῶ οἱ ἀ­ρε­τὲς ποὺ τὸ ἀ­πο­τε­λοῦν εἶ­ναι πολ­λές, γί­νε­ται λό­γος πε­ρὶ ἑ­νὸς καὶ τοῦ αὐ­τοῦ καρ­ποῦ. 
Ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν εὐ­λο­γη­μέ­νο χῶ­ρο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, μπο­ρεῖ νὰ βρεῖ κα­νεὶς ἀν­θρώ­πους κα­τὰ κό­σμον ἀ­ξι­ό­λο­γους μὲ ἀ­ρε­τὲς με­μο­νω­μέ­νες καὶ πρό­σω­πα βε­βαί­ως ἄ­ξια λό­γου. Οὐ­δε­μί­α ἀν­τίρ­ρη­σις πε­ρὶ αὐ­τοῦ. Οὐ­δέ­πο­τε ὅ­μως ἐ­κτὸς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς τὴν ἁ­γνό­τη­τα, ὄ­χι ὡς ἕ­να ἐ­πί­πε­δο ἠ­θι­κι­στι­κῆς ζω­ῆς, ἀλ­λὰ μὲ τὴν μορ­φὴ τῆς αὐ­θεν­τι­κῆς ἁ­γι­ό­τη­τος ποὺ φέ­ρουν οἱ ἅ­γιοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας ὅ­πως ἐν προ­κει­μέ­νῳ ὁ Ἅ­γιος Ἀ­θα­νά­σιος ὁ Ἀ­θω­νί­της. Οἱ Ἅ­γιοι τῆς Πί­στε­ώς μας, οἱ Μάρ­τυ­ρες, οἱ Ὁ­μο­λο­γη­τές, οἱ Ὅ­σιοι, οἱ Ἱ­ε­ράρ­χες, ὅ­λοι αὐ­τοὶ ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν τὰ κα­τα­ξι­ω­μέ­να καὶ ἐ­ξα­γι­α­σμέ­να μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας καὶ ποὺ ἀ­ναν­τιρ­ρή­τως ἔ­χουν κα­τα­στεῖ οἱ φω­τει­νοί μας ὁ­δο­δεῖ­κτες, ὄ­χι ἁ­πλῶς ἐ­γεύ­θη­σαν τὸν καρ­πὸν τοῦ Πνεύ­μα­τος, ἀλ­λὰ οἱ ἴ­διοι ἐ­καρ­πο­φό­ρη­σαν τὶς Εὐ­αγ­γε­λι­κὲς ἀ­ρε­τές, ταυ­το­χρό­νως δὲ ἀ­πο­τε­λοῦν τοὺς θε­μα­το­φύ­λα­κες τῶν Ὁ­σί­ων καὶ τῶν Ἱ­ε­ρῶν ἔ­ναν­τι ὅ­σων προ­σπα­θοῦν νὰ ἀ­πεμ­πο­λή­σουν τὴν Ἱ­ε­ρά μας Πα­ρα­κα­τα­θή­κη.
Εἶ­ναι οἱ θε­η­γό­ροι ὁ­πλί­τες οἱ ὁ­ποῖ­οι προ­μα­χοῦν μα­ζὶ μὲ τὸ σύ­νο­λο τῶν πι­στῶν τῆς στρα­τευ­ο­μέ­νης Ἐκ­κλη­σί­ας ἔ­ναν­τι ὅ­σων χρη­σι­μο­ποι­οῦν ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὸν τὸν συ­νο­δι­κὸ θε­σμὸ γιὰ νὰ ἀλ­λοι­ώ­σουν τὴν Ἀ­πο­στο­λι­κὴ καὶ Πα­τε­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση πού, πορ­φυ­ρο­μέ­νη μὲ τὰ αἵ­μα­τα τῶν Ἁ­γί­ων, κα­τέ­χου­με.
Τὸ δὲ θαυ­μα­στὸ στὴν ζω­ὴ τῶν πι­στῶν εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο εὑ­ρί­σκουν τὸ μο­νο­πά­τι τῆς κα­τὰ Θε­ὸν ζω­ῆς καὶ γεύ­ον­ται τὸν καρ­πὸν τοῦ Πνεύ­μα­τος μὲ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ἐκ­φάν­σεις ποὺ ἀ­να­πτύσ­σει ὁ Θεῖ­ος Ἀ­πό­στο­λος, τό­σο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἑ­δραι­ώ­νε­ται ὄ­χι μό­νο ἡ στα­θε­ρό­τη­τα στὴν Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ – Ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὴ ἀ­λή­θεια, ἀλ­λὰ συ­ναυ­ξά­νουν τὸν ἔν­θε­ο ζῆ­λο τους σὲ ὅ,τι οἱ Ἅ­γιοί μας πρό­σφε­ραν γιὰ νὰ κρα­τή­σου­με ἀλ­λὰ καὶ νὰ με­τα­λαμ­πα­δεύ­σου­με.
Καὶ αὐ­τὸ ὀ­φεί­λουν νὰ τὸ γνω­ρί­ζουν πο­λὺ κα­λῶς ὅ­σοι νο­μί­ζουν ὅ­τι τὰ μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὑ­πα­κού­ουν ἄ­νευ δι­α­κρί­σε­ως καὶ κα­τὰ πάν­τα σὲ ὅ,τι κά­ποι­οι κύ­κλοι σχε­διά­ζουν ποὺ δῆ­θεν θὰ ἐ­πι­φέ­ρει ἀλ­λα­γὲς στὸ δόγ­μα καὶ στὸ ἦ­θος.
Εἴ­θε, ἀ­φοῦ ἀρ­νού­μα­στε τοὺς στυ­φοὺς καὶ δη­λη­τη­ρι­α­σμέ­νους καρ­ποὺς τῆς ἀ­πο­στα­σί­ας τῆς Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς, ἰ­σο­βί­ως νὰ γευ­ό­με­θα τὸν καρ­πὸν τοῦ Πνεύ­μα­τος.
Ἀ­μήν.                                         
                               Ἀρχ. Ἰ­ω­ὴλ Κων­στάν­τα­ρος

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, ἐλ­θόν­τι τῷ Ἰ­η­σοῦ εἰς Κα­περ­να­οὺμ, προ­σῆλ­θεν αὐ­τῷ Ἑ­κα­τόν­ταρ­χος, πα­ρα­κα­λῶν αὐ­τὸν, καὶ λέ­γων· Κύριε, ὁ παῖς μου βέ­βλη­ται ἐν τῇ οἰ­κί­ᾳ πα­ρα­λυ­τι­κός, δει­νῶς βα­σα­νι­ζό­με­νος. Καὶ λέ­γει αὐ­τῷ ὁ ᾿Ι­η­σοῦς· ἐ­γὼ ἐλ­θὼν θε­ρα­πε­ύ­σω αὐ­τόν. Καὶ ἀ­πο­κρι­θεὶς ὁ Ἑ­κα­τόν­ταρ­χος ἔ­φη· Κύριε, οὐκ εἰ­μὶ ἱ­κα­νὸς ἵ­να μου ὑ­πὸ τὴν στέ­γην εἰ­σέλ­θῃς· ἀλ­λὰ μό­νον εἰ­πὲ λό­γῳ, καὶ ἰ­α­θή­σε­ται ὁ παῖς μου. Καὶ γὰρ ἐ­γὼ ἄν­θρω­πός εἰ­μι ὑ­πὸ ἐ­ξουσί­αν, ἔ­χων ὑπ᾿ ἐ­μαυ­τὸν στρα­τι­ώ­τας, καὶ λέ­γω το­ύ­τῳ, πο­ρε­ύ­θη­τι, καὶ πο­ρε­ύ­ε­ται· καὶ ἄλ­λῳ, ἔρ­χου, καὶ ἔρ­χε­ται· καὶ τῷ δο­ύ­λῳ μου, πο­ί­η­σον τοῦ­το, καὶ ποι­εῖ. Ἀ­κο­ύ­σας δὲ ὁ ᾿Ι­η­σοῦς, ἐ­θα­ύ­μα­σε, καὶ εἶ­πε τοῖς ἀ­κο­λου­θοῦ­σιν· Ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν, οὐ­δὲ ἐν τῷ ᾿Ισ­ρα­ὴλ το­σα­ύ­την πί­στιν εὗ­ρον. Λέγω δὲ ὑ­μῖν, ὅ­τι πολ­λοὶ ἀ­πὸ ἀ­να­το­λῶν καὶ δυ­σμῶν ἥ­ξου­σι, καὶ ἀ­να­κλι­θή­σον­ται με­τὰ ᾿Α­βρα­ὰμ καὶ ᾿Ι­σα­ὰκ καὶ ᾿Ι­α­κὼβ ἐν τῇ βα­σι­λε­ί­ᾳ τῶν οὐ­ρα­νῶν· οἱ δὲ υἱ­οὶ τῆς βα­σι­λε­ί­ας ἐκ­βλη­θή­σον­ται εἰς τὸ σκό­τος τὸ ἐ­ξώ­τε­ρον· ἐ­κεῖ ἔ­σται ὁ κλαυθ­μὸς καὶ ὁ βρυγ­μὸς τῶν ὀ­δόντων. Καὶ εἶ­πεν ὁ ᾿Ι­η­σοῦς τῷ Ἑ­κα­τον­τάρ­χῳ· Ὕ­πα­γε, καὶ ὡς ἐ­πί­στευ­σας γε­νη­θή­τω σοι. Καὶ ἰ­ά­θη ὁ παῖς αὐ­τοῦ ἐν τῇ ὥ­ρᾳ ἐ­κε­ί­νῃ.                  
        (Ματθ. η΄[8] 5 - 13)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό μό­λις μπῆ­κε ὁ Ἰ­η­σοῦς στὴν Κα­περ­να­ούμ, ἦλ­θε κον­τὰ του ἕ­νας ἑ­κα­τόν­ταρ­χος, ὁ ὁ­ποῖ­ος τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε καὶ τοῦ ἔ­λε­γε: Κύ­ρι­ε, ὁ δοῦ­λος μου εἶ­ναι κα­τά­κοι­τος καὶ πα­ρά­λυ­τος στὸ σπί­τι καὶ βα­σα­νί­ζε­ται ἀ­πὸ τρο­με­ροὺς πό­νους. Ὁ Ἰ­η­σοῦς τό­τε τοῦ λέ­ει: Θὰ ἔλ­θω ἐ­γώ στὸ σπί­τι σου καὶ θὰ τὸν θε­ρα­πεύ­σω. Κι ὁ ἑ­κα­τόν­ταρ­χος τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε: Κύ­ρι­ε, δὲν εἶ­μαι ἄ­ξιος νὰ εἰ­σέλ­θεις κά­τω ἀ­πὸ τὴ στέ­γη τοῦ σπι­τιοῦ μου. Ἀλ­λά πὲς αὐ­τὸ πού θέ­λεις μό­νο μ' ἕ­ναν ἁ­πλό λό­γο, καὶ θὰ γι­α­τρευ­θεῖ ὁ δοῦ­λος μου. Δι­ό­τι κι ἐ­γώ ἄν­θρω­πος εἶ­μαι κά­τω ἀ­πὸ ἐ­ξου­σί­α καὶ παίρ­νω δι­α­τα­γὲς ἀ­πὸ ἀ­νω­τέ­ρους, ἀλ­λά κι ἔ­χω στὶς δι­α­τα­γές μου στρα­τι­ῶ­τες· καὶ λέ­ω σ' ἕ­να στρα­τι­ώ­τη: πή­γαι­νε· καὶ πη­γαί­νει. Καὶ σ' ἄλ­λον λέ­ω, ἔ­λα, κι ἔρ­χε­ται. Καὶ στὸ δοῦ­λο μου λέ­ω, κά­νε αὐ­τό, καὶ τὸ ἐ­κτε­λεῖ. Πό­σο μᾶλ­λον θὰ ἐ­κτε­λε­σθεῖ ὁ δι­κός σου λό­γος. Δι­ό­τι ἐ­σύ δὲν εἶ­σαι κά­τω ἀ­πὸ τὶς δι­α­τα­γὲς κα­νε­νός, ἀλ­λά ἔ­χεις ἐ­ξου­σί­α πά­νω σὲ ὅ­λες τὶς ἀ­ό­ρα­τες δυ­νά­μεις! Ὅ­ταν ὁ Ἰ­η­σοῦς ἄ­κου­σε τὰ λό­για του αὐ­τά, θαύ­μα­σε καὶ εἶ­πε σ' ἐ­κεί­νους πού τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν: Ἀ­λη­θι­νά σᾶς λέ­ω, τό­σο με­γά­λη πί­στη δὲν βρῆ­κα οὔ­τε ἀ­νά­με­σα στοὺς Ἰσ­ρα­η­λί­τες, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­ναι ὁ ἐ­κλε­κτὸς λα­ὸς τοῦ Θε­οῦ. Σᾶς δι­α­βε­βαι­ώ­νω λοι­πὸν ὅ­τι πολ­λοὶ σὰν τὸν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο θὰ ἔλ­θουν ἀ­πὸ ἀ­να­το­λὴ καὶ δύ­ση, ἀ­π' ὅ­λα τὰ μέ­ρη τοῦ κό­σμου, καὶ θὰ κα­θί­σουν μα­ζὶ μὲ τὸν Ἀ­βρα­άμ, τὸν Ἰ­σα­ὰκ καὶ τὸν Ἰ­α­κὼβ στὸ εὐ­φρό­συ­νο δεῖ­πνο τῆς βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν. Ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νοι πού κα­τά­γον­ται ἀ­πὸ τὸν Ἀ­βρα­ὰμ καὶ σύμ­φω­να μὲ τὶς ἐ­παγ­γε­λί­ες καὶ ὑ­πο­σχέ­σεις τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι κλη­ρο­νό­μοι τῆς βα­σι­λεί­ας, θὰ ρι­χθοῦν ἔ­ξω ἀ­π' αὐ­τήν, στὸ σκο­τά­δι πού εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­κεῖ θὰ κλαῖ­νε καὶ θὰ τρί­ζουν τὰ δόν­τια τους. Καὶ εἶ­πε ὁ Ἰ­η­σοῦς στὸν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο: Πή­γαι­νε στό σπί­τι σου κι ἂς γί­νει σὲ σέ­να ὅ­πως τὸ πί­στε­ψες (ὅ­τι δη­λα­δὴ μό­νο μὲ τὸ λό­γο μου καὶ ἀ­πὸ μα­κριὰ μπο­ρῶ νὰ θε­ρα­πεύ­σω τὸ δοῦ­λο σου). Καὶ πράγ­μα­τι ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ θε­ρα­πεύ­θη­κε ὁ δοῦ­λος του.


Πέμπτη 2 Ιουλίου 2020

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΟΥΛΙOY

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

        ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΟΥΛΙOY


  

5 ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ Δ' Μ­Α­Τ­Θ­Α­Ι­ΟΥ Ἀ­πό­στ. (Γαλ. ε΄[5] 22 – Ϛ΄[6] 2), Εὐ­αγγ. (Ματθ. η'[8] 5 - 13), Ἀ­θα­να­σί­ου τοῦ ἐν Ἄ­θῳ, Λαμ­πα­δοῦ Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως.

7 ΤΡΙΤΗ Κυ­ρια­κῆς Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος, Θω­μᾶ τοῦ ἐν Μα­λε­ῷ ὁ­σί­ου
12 Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Ε' Μ­Α­Τ­Θ­Α­Ι­ΟΥ. (Ἀ­πό­στ. Ρωμ. ι΄ [10] 1 – 10), Εὐ­αγγ.  Ματθ. η΄[8] 28 – θ΄ [9] 1) Πρό­κλου κ­αί Ἱ­λα­ρί­ου Μαρ­τύ­ρων, Βε­ρο­νί­κης αἱ­μορ­ρο­ού­σης, Μι­χα­ήλ τ­οῦ Μα­λε­ΐ­νου ὁ­σί­ου, Πα­ϊ­σί­ου τ­οῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του ὁ­σ.
17 Π­Α­Ρ­Α­Σ­Κ­Ε­ΥΗ Μα­ρί­νης Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος
19 Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Τ­ῶν Ἁ­γί­ων 630 Θε­ο­φό­ρων Πα­τέ­ρων τ­ῆς ἐν Χαλ­κη­δό­νι Δ΄ Ο­ἰκ. Συ­
νό­δου (451). (Ἀ­πό­στ. Τίτ. γ΄[3] 8-15, Εὐ­αγγ.  Ματθ. ε΄[5] 14-19), Μα­κρί­νης ἀ­δελ­φῆς τοῦ Με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου, Δί­ου ὁ­σί­ου
25  ΣΑΒΒΑΤΟΝ Κοί­μη­σις τ­ῆς Ἁ­γί­ας Ἄν­νης μη­τρός τ­ῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου. Τ­ῶν Ἁ­γί­ων 165 Πα­τέ­ρων τ­ῶν ἐν τῇ Ε΄ Ο­ἰκ. Σ­υν. συ­νελ­θόν­των, Ὀ­λυμ­πιά­δος δια­κόν.­, Εὐ­πρα­ξί­ας ὁ­σί­ας
26 Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ  Ζ' Μ­Α­Τ­Θ­Α­Ι­ΟΥ (Ἀ­πό­στ.  Γαλ. γ΄[3] 23 – δ΄[4] 5, Εὐ­αγγ.  Ματθ. θ΄[9] 27- 35), Πα­ρα­σκευ­ῆς Ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρος, Ἑρ­μο­λά­ου ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος κ­αί τ­ῶν σ­ύν αὐ­τῷ Ἑρ­μίπ­που κ­αί Ἑρ­μο­κρά­τους
27 ΔΕΥΤΕΡΑ Παν­τε­λε­ή­μο­νος Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος τοῦ Ἰ­α­μα­τι­κοῦ
28 ΤΡΙΤΗ Εἰ­ρή­νης Ὁ­σί­ας τ­ῆς Χρυ­σο­βα­λάν­του

ΩΡΑΡΙΟ
 Ε­ΣΠΕ­ΡΙ­ΝΟΣ: 6.00 Μ.Μ.
ΟΡ­ΘΡΟΣ: 6.30 Π.Μ.