Παρασκευή 7 Αυγούστου 2020

ΔΕΝ ΗΞΕΡΕ ΠΟΥ ΠΗΓΑΙΝΕ. ΜΕΤΑ...

 


     Κά­θε Σάβ­βα­το 5.30 τὸ πρω­ὶ ἕ­νας ἱ­ε­ρέ­ας πε­ρι­μέ­νει ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το. Θὰ τὸν με­τα­φέ­ρει ψη­λὰ σ᾿ ἕ­να λό­φο, σ᾿ ἕ­να μο­να­στή­ρι. Τὸ μο­να­στή­ρι εἶ­ναι κτι­σμέ­νο στὴν πα­ρυ­φὴ τῆς πρω­τευ­ού­σης τοῦ νη­σιοῦ.

    Τὸ ἔ­κτι­σε γέ­ρον­τας εὐ­λα­βής, ποὺ ἐ­δῶ καὶ δε­κα­ε­τί­ες ἐ­κοι­μή­θη καὶ τε­λευ­ταί­ως ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τὸν κα­τέ­τα­ξε στοὺς Ὁ­σί­ους. Ὁ Ὅ­σιος στά­θη­κε στὰ νε­α­νι­κά του χρό­νια κον­τὰ στοὺς λε­προύς, τό­τε ποὺ ἡ ἐ­πι­στή­μη δὲν εἶ­χε προ­χω­ρή­σει. Εἶ­χε κτί­σει καὶ οἰ­κή­μα­τα μὲ δι­κή του φρον­τί­δα. Πο­τὲ δὲν λο­γά­ρια­σε τὴν ζω­ή του.

    Ὅ­ταν ἔ­κλει­σε τὸ λε­προ­κο­μεῖ­ο, ἔ­κτι­σε ἐ­κεῖ κον­τὰ ἕ­να μο­να­στή­ρι γυ­ναι­κεῖ­ο καὶ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­σε στὴν Πα­να­γί­α.

    Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας πη­γαί­νει κά­θε Σάβ­βα­το καὶ ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ τὴν ἱ­ε­ρὰ Μο­νὴ στὶς λα­τρευ­τι­κές της ἀ­νάγ­κες. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας θὰ λει­τουρ­γή­σει καὶ στὸ τέ­λος θὰ κά­νει μνη­μό­συ­νο γιὰ πλῆ­θος πι­στῶν, ποὺ οἱ συγ­γε­νεῖς θέ­λουν ἡ ἱ­ε­ρὰ Μο­νὴ νὰ κά­νει τὸ μνη­μό­συ­νό τους.

    Κά­ποι­ο Σάβ­βα­το πρό­σε­ξε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας, κα­θὼς τὸ αὐ­το­κί­νη­το πλη­σί­α­ζε τὸ μο­να­στή­ρι, ἕ­να ἄν­δρα ποὺ βά­δι­ζε πα­ρα­πα­τών­τας. Δὲν ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α καὶ συ­νέ­χι­σε τὴν πο­ρεί­α του. Ἄλ­λο ὅ­μως Σάβ­βα­το, μό­λις συ­νάν­τη­σαν τὸν ἄν­θρω­πο αὐ­τό, ὁ ὁ­δη­γὸς τοῦ λέ­ει:

    -Πά­τερ, ξέ­ρεις ποι­ὸς εἶ­ναι αὐ­τός;

    -Ὄ­χι, λέ­ει ὁ ἱ­ε­ρέ­ας.

    -Πά­τερ, τὸν γνω­ρί­ζεις, ἐ­πι­μέ­νει ὁ ὁ­δη­γός. Σί­γου­ρα τὸν ἔ­χεις ἐ­ξο­μο­λο­γή­σει καὶ αὐ­τὸν καὶ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του. Εἶ­ναι πο­λύ­τε­κνος.

    -Ποι­ὸς εἶ­ναι; ρω­τᾷ ὁ ἱ­ε­ρέ­ας.

    -Εἶ­ναι ὁ Πα­νά­γος, εἶ­ναι ὁ ἄν­τρας τῆς Λε­νι­ῶς. Ἔ­χει φύ­γει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του, γυ­ρί­ζει τὴ νύ­κτα, θὰ ἔ­λε­γα εἶ­ναι στοὺς πέν­τε δρό­μους. Πῆ­ρε τὸν δρό­μο τῆς ἀ­σω­τί­ας.

    -Στα­μά­τη­σε, λέ­ει ὁ ἱ­ε­ρέ­ας.

    Ὁ ὁ­δη­γὸς στα­μά­τη­σε. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του καὶ πη­γαί­νει στὸν Πα­νά­γο.

    -Ἒ, Πα­νά­γο, κα­λη­μέ­ρα, μὲ θυ­μᾶ­σαι; Ὁ Πα­νά­γος κι­νεῖ τὰ χεί­λη του καὶ τὸ κε­φά­λι κα­τα­φα­τι­κά.

    -Πα­νά­γο, ξέ­ρεις ποῦ πη­γαί­νεις;

    -Ὄ­χι, ἀ­πάν­τη­σε.

    Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ τὸ αὐ­το­κί­νη­το συ­νέ­χι­σε τὴν πο­ρεί­α του. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας συλ­λο­γί­ζε­ται: Ὁ Πα­νά­γος εἶ­ναι ναυ­τι­κός, φαί­νε­ται γύ­ρι­σε ἀ­πὸ τὰ τα­ξί­δια καὶ δὲν ἐ­πέ­στρε­ψε σπί­τι του. Ἡ Λε­νι­ὼ μιὰ νοι­κο­κυ­ρά, ἀρ­χόν­τισ­σα, οἰ­κο­δέ­σποι­να ἀ­λη­θι­νή. Ἔ­χει μπρο­στά της τὰ παι­διά της, παν­τρεύ­ει τὶς κό­ρες της καὶ ὁ ἄ­ξιος γυι­ός της ζεῖ τὸ σπί­τι μὲ τὴν ἐρ­γα­σί­α του.

    Καὶ τί δὲν χρω­στᾶ­με ἐ­μεῖς, σκέ­πτε­ται ὁ ἱ­ε­ρέ­ας, στὴ Λε­νι­ώ, κεν­τή­μα­τα πολ­λὰ καὶ ἄ­ξια στὸ να­ό. Τί πρό­σφο­ρα μᾶς ἑ­τοι­μά­ζει ὄ­χι γιὰ μιὰ ἢ δύ­ο ἐκ­κλη­σί­ες. Ἀ­γο­ρά­ζει σι­τά­ρι καὶ τὸ ἀ­λέ­θει. Δὲν ξέ­ρει οὔ­τε ἡ ἴ­δια πό­σα πρό­σφο­ρα ἑ­τοι­μά­ζει τὴν ἑ­βδο­μά­δα καὶ ἕ­να ἢ δύ­ο γιὰ τὸν Δε­σπό­τη, ποὺ τὰ πε­ρι­μέ­νει. Εἶ­ναι σὲ κύ­κλο με­λέ­της Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς, δι­α­δί­δει μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ χρι­στι­α­νι­κὸ ἔν­τυ­πο. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας πάν­το­τε τὴν μνη­μο­νεύ­ει. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας θυ­μή­θη­κε τὸν λό­γο τοῦ Πα­ροι­μια­στῆ: «Γυ­ναῖ­κα ἀν­δρεί­αν τὶς εὑ­ρή­σει; τι­μι­ω­τέ­ρα δὲ ἐ­στι λί­θων πο­λυ­τε­λῶν ἡ τοια­ύτη». Γυ­ναί­κα δρα­στή­ρια καὶ ἐ­νά­ρε­τη ποι­ὸς θὰ ἀ­ξι­ω­θεῖ νὰ εὕ­ρει; Αὐ­τὴ ἀ­ξί­ζει πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ τὰ πο­λύ­τι­μα πε­τρά­δια (Παρ. λα' [31] 10).

    ***

    Πέ­ρα­σε και­ρός. Τώ­ρα ὁ Πα­νά­γος εἶ­ναι στὴν οἰ­κο­γέ­νειά του, στὸ σπί­τι του. Ναί, εἶ­ναι στὸ σπί­τι του. Πῆ­γε ἡ Λε­νι­ὼ καὶ ὁ γυι­ός του καὶ τὸν ἔ­φε­ραν.

    Τώ­ρα ὅ­λοι εἶ­ναι κον­τὰ στὸν πα­τέ­ρα τους ἕ­τοι­μοι νὰ τὸν βο­η­θή­σουν. Ὁ Πα­νά­γος εἶ­ναι ἄρ­ρω­στος. Εἶ­ναι βα­ριὰ ἄρ­ρω­στος. Κά­θε μέ­ρα ποὺ περ­νᾷ ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸν φέρ­νει ἡ ἀρ­ρώ­στια του κον­τὰ στὸν θά­να­το. Ἡ Λε­νι­ὼ ἀ­νη­συ­χεῖ, τρέ­χει στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α, στοὺς για­τρούς. Τρέ­χει νὰ σώ­σει τὸν Πα­νά­γο.

    Ἡ Λε­νι­ὼ δὲν φρον­τί­ζει μό­νο γιὰ τοὺς για­τροὺς τοῦ σώ­μα­τος ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὸν για­τρὸ τῆς ψυ­χῆς. Φέρ­νει Πνευ­μα­τι­κό, τὸν ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ καὶ στὴ συ­νέ­χεια τὸν κοι­νω­νεῖ τῶν Ἄ­χραν­των Μυ­στη­ρί­ων.

    Τώ­ρα εἶ­ναι ἥ­συ­χη.

    ***

    Σή­με­ρα ἡ Λε­νι­ὼ τη­λε­φώ­νη­σε στὸν ἱ­ε­ρέ­α.

    -Ὁ ἄν­τρας μου πέ­θα­νε· αὔ­ριο 4 μ.μ. θὰ γί­νει ἡ κη­δεί­α, ἐ­λᾶ­τε σᾶς πα­ρα­κα­λῶ.

    Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ὁ Σε­βα­σμι­ώ­τα­τος, οἱ ἱ­ε­ρεῖς, οἱ ψάλ­τες, ὁ κό­σμος, ὅ­λοι στὸν ἱ­ε­ρὸ Να­ὸ ποὺ εἶ­ναι ἡ ἐ­νο­ρί­α τους.

    Ἡ οἰ­κο­γέ­νεια δί­πλα στὸ φέ­ρε­τρο. Πρώ­τη ἡ Λε­νι­ώ, οἱ κό­ρες, οἱ γαμ­προί, τὰ ἐγ­γό­νια καὶ ὁ γυι­ός. Ὅ­λοι μπρο­στὰ στὸν πα­τέ­ρα τους. Σή­με­ρα ὁ πα­τέ­ρας τους βγῆ­κε γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τους. Ὄ­χι γιὰ τα­ξί­δι στοὺς ὠ­κε­α­νούς. Ἀλ­λὰ γιὰ ἄλ­λο τα­ξί­δι.

    Ὁ Δε­σπό­της ψάλ­λει τὴν Ἀ­κο­λου­θί­α. Ἔ­χει συγ­κι­νη­θεὶ πο­λύ. Ξέ­ρει ὅ­λη τὴν ἱ­στο­ρί­α, γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ἦρ­θε.

    Ἡ Ἀ­κο­λου­θί­α τε­λεί­ω­σε. Τώ­ρα θὰ ὁ­μι­λή­σει ὁ ἱ­ε­ρέ­ας.

    Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας ἀρ­χί­ζει: «Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, μὲ τὴν εὐ­λο­γί­α, τὴν εὐ­χὴ καὶ τὴν ἄ­δειά σας, θὰ πῶ δύ­ο λό­για, θὰ μι­λή­σω γιὰ τοὺς ζων­τα­νούς. Ναί, γιὰ τοὺς ζων­τα­νούς, τὴν οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ Πα­νά­γου Μάν­θου. Ἡ ση­με­ρι­νὴ κη­δεί­α εἶ­ναι εὐ­λο­γί­α Θε­οῦ. Ὁ πα­τέ­ρας τῆς οἰ­κο­γε­νεί­ας φεύ­γει ἀ­πὸ τὴν ζω­ὴ αὐ­τή. Φεύ­γει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του. Ἡ σύ­ζυ­γός του, τὰ παι­διά του, τὰ ἐγ­γό­νια, ὁ γυι­ός του, ὅ­λοι ἐ­δῶ. Ἡ ἐ­νο­ρί­α ὅ­λη ἐ­δῶ.

    Μιὰ μέ­ρα συ­νήν­τη­σα πρὸ και­ροῦ τὸν ἀ­εί­μνη­στο Πα­νά­γο στὸν δρό­μο. «Ἒ, Πα­νά­γο, τοῦ λέ­ω, κα­λη­μέ­ρα, ξέ­ρεις ποῦ πᾶς;». Μοῦ ἀ­πήν­τη­σε «ὄ­χι». Σή­με­ρα ποὺ ἀ­σπά­σθη­κα τὸ σκῆ­νος του τὸν ρώ­τη­σα ξα­νά: «Πα­νά­γο, ξέ­ρεις ποῦ πᾶς;». Μοῦ φά­νη­κε πὼς μοῦ ᾿πε: «Ἡ Λε­νι­ὼ μὲ στέλ­νει στὸν Πα­ρά­δει­σο, εὐ­χα­ρι­στῶ".

    Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, ὁ ἀ­εί­μνη­στος Πα­νά­γος ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε καὶ κοι­νώ­νη­σε.

    Γεν­ναί­α σύ­ζυ­γος, γεν­ναῖ­α παι­διά, γεν­ναῖ­ε νέ­ε. Κά­μα­τε τὸ κα­θῆ­κον σας. Τη­ρή­σα­τε τὴν ἐν­το­λὴ τοῦ Θε­οῦ «τί­μα τὸν πα­τέ­ρα σου...» Ἡ εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ σᾶς σκε­πά­ζει.

    Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, σᾶς εὐ­χα­ρι­στοῦ­με».    

    ΠΗΓΗ: Ἄρ­θρο ἀ­πὸ ΠΑΛΑΙΟ ΤΟΜΟ ΣΩΤΗΡΟΣ  

    Κυριακή 2 Αυγούστου 2020

    ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (2 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2020) (ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΠΡΩΤΟΜ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

    ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

    ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

    ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

    (2 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2020)

    (ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΠΡΩΤΟΜ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ) 

     

    Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ)

    Ἐν ταῖς ἡ­μέ­ραις ἐ­κεί­ναις, Στέ­φα­νος πλή­ρης πί­στε­ως καὶ δυ­νά­με­ως ἐ­πο­ί­ει τέ­ρα­τα καὶ ση­μεῖ­α με­γά­λα ἐν τῷ λα­ῷ. Ἀ­νέ­στη­σαν δέ τι­νες τῶν ἐκ τῆς συ­να­γω­γῆς τῆς λε­γο­μέ­νης Λι­βερ­τί­νων καὶ Κυ­ρη­να­ί­ων καὶ ᾿Α­λε­ξαν­δρέ­ων καὶ τῶν ἀ­πὸ Κι­λι­κί­ας καὶ ᾿Α­σί­ας συ­ζη­τοῦν­τες τῷ Στε­φά­νῳ, καὶ οὐκ ἴ­σχυ­ον ἀν­τι­στῆ­ναι τῇ σο­φί­ᾳ καὶ τῷ πνε­ύ­μα­τι ᾧ ἐ­λά­λει. Τότε ὑ­πέ­βα­λον ἄν­δρας λέ­γον­τας ὅ­τι ἀ­κη­κό­α­μεν αὐ­τοῦ λα­λοῦν­τος ῥή­μα­τα βλά­σφη­μα εἰς Μω­ϋ­σῆν καὶ τὸν Θε­όν· συ­νε­κί­νη­σάν τε τὸν λα­ὸν καὶ τοὺς πρε­σβυ­τέ­ρους καὶ τοὺς γραμ­μα­τεῖς, καὶ ἐ­πι­στάν­τες συ­νήρ­πα­σαν αὐ­τὸν καὶ ἤ­γα­γον εἰς τὸ συ­νέ­δριον, ἔ­στη­σάν τε μάρ­τυ­ρας ψευ­δεῖς λέ­γον­τας· Ὁ ἄν­θρω­πος οὗ­τος οὐ πα­ύ­ε­ται ῥή­μα­τα βλά­σφη­μα λα­λῶν κα­τὰ τοῦ τό­που τοῦ ἁ­γί­ου καὶ τοῦ νό­μου· ἀ­κη­κό­α­μεν γὰρ αὐ­τοῦ λέ­γον­τος ὅ­τι ᾿Ι­η­σοῦς ὁ Να­ζω­ραῖ­ος οὗ­τος κα­τα­λύ­σει τὸν τό­πον τοῦ­τον καὶ ἀλ­λά­ξει τὰ ἔ­θη ἃ πα­ρέ­δω­κεν ἡ­μῖν Μω­ϋ­σῆς. Καὶ ἀ­τε­νί­σαν­τες εἰς αὐ­τὸν ἅ­παν­τες οἱ κα­θε­ζό­με­νοι ἐν τῷ συ­νε­δρί­ῳ εἶ­δον τὸ πρό­σω­πον αὐ­τοῦ ὡ­σεὶ πρό­σω­πον ἀγ­γέ­λου. Εἶ­πε δὲ ὁ ἀρ­χι­ε­ρε­ύς· Εἰ ἄ­ρα ταῦ­τα οὕ­τως ἔ­χει; Ὁ δὲ ἔ­φη· Ἄν­δρες ἀ­δελ­φοὶ καὶ πα­τέ­ρες, ἀ­κο­ύ­σα­τε. Ὁ Θε­ὸς τῆς δό­ξης ὤ­φθη τῷ πα­τρὶ ἡ­μῶν ᾿Α­βρα­ὰμ ὄν­τι ἐν τῇ Με­σο­πο­τα­μί­ᾳ, πρὶν ἢ κα­τοι­κῆ­σαι αὐ­τὸν ἐν Χαρ­ράν, καὶ εἶ­πε πρὸς αὐ­τόν· «Ἔ­ξελ­θε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγ­γε­νί­ας σου, καὶ δεῦ­ρο εἰς γῆν ἣν ἄν σοι δε­ί­ξω». Τότε ἐ­ξελ­θὼν ἐκ γῆς Χαλ­δα­ί­ων κα­τῴ­κη­σεν ἐν Χαρ­ράν. Κἀ­κεῖ­θεν με­τὰ τὸ ἀ­πο­θα­νεῖν τὸν πα­τέ­ρα αὐ­τοῦ με­τῴ­κι­σεν αὐ­τὸν εἰς τὴν γῆν τα­ύ­την εἰς ἣν ὑ­μεῖς νῦν κα­τοι­κεῖ­τε· καὶ οὐκ ἔ­δω­κεν αὐ­τῷ κλη­ρο­νο­μί­αν ἐν αὐ­τῇ οὐ­δὲ βῆ­μα πο­δός. Σο­λο­μὼν δὲ ᾠ­κο­δό­μη­σεν αὐ­τῷ οἶ­κον. Ἀλλ᾿ οὐχ ὁ ὕ­ψι­στος ἐν χει­ρο­ποι­ή­τοις να­οῖς κα­τοι­κεῖ, κα­θὼς ὁ προ­φή­της λέ­γει· «Ὁ οὐ­ρα­νός μοι θρό­νος, ἡ δὲ γῆ ὑ­πο­πό­διον τῶν πο­δῶν μου· ποῖ­ον οἶ­κον οἰ­κο­δο­μή­σε­τέ μοι, λέ­γει Κύριος, ἢ τίς τό­πος τῆς κα­τα­πα­ύ­σε­ώς μου; Οὐ­χὶ ἡ χε­ίρ μου ἐ­πο­ί­η­σε ταῦ­τα πάν­τα;» Σκλη­ρο­τρά­χη­λοι καὶ ἀ­πε­ρί­τμη­τοι τῇ καρ­δί­ᾳ καὶ τοῖς ὠ­σίν, ὑ­μεῖς ἀ­εὶ τῷ Πνε­ύ­μα­τι τῷ ῾Α­γί­ῳ ἀν­τι­πί­πτε­τε, ὡς οἱ πα­τέ­ρες ὑ­μῶν καὶ ὑ­μεῖς. Τίνα τῶν προ­φη­τῶν οὐκ ἐ­δί­ω­ξαν οἱ πα­τέ­ρες ὑ­μῶν; καὶ ἀ­πέ­κτει­ναν τοὺς προ­κα­ταγ­γε­ί­λαν­τας πε­ρὶ τῆς ἐ­λε­ύ­σε­ως τοῦ δι­κα­ί­ου, οὗ νῦν ὑ­μεῖς προ­δό­ται καὶ φο­νεῖς γε­γέ­νη­σθε· οἵ­τι­νες ἐ­λά­βε­τε τὸν νό­μον εἰς δι­α­τα­γὰς ἀγ­γέ­λων, καὶ οὐκ ἐ­φυ­λά­ξα­τε. ᾿Α­κο­ύ­ον­τες δὲ ταῦ­τα δι­ε­πρί­ον­το ταῖς καρ­δί­αις αὐ­τῶν καὶ ἔ­βρυ­χον τοὺς ὀ­δόν­τας ἐπ᾿ αὐ­τόν. Ὑ­πάρ­χων δὲ πλή­ρης Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου, ἀ­τε­νί­σας εἰς τὸν οὐ­ρα­νὸν εἶ­δε δό­ξαν Θε­οῦ καὶ ᾿Ι­η­σοῦν ἑ­στῶ­τα ἐκ δε­ξι­ῶν τοῦ Θε­οῦ, καὶ εἶ­πεν· Ἰ­δοὺ θε­ω­ρῶ τοὺς οὐ­ρα­νοὺς ἀ­νε­ωγ­μέ­νους καὶ τὸν υἱ­ὸν τοῦ ἀν­θρώ­που ἐκ δε­ξι­ῶν τοῦ Θε­οῦ ἑ­στῶ­τα. Κρά­ξαν­τες δὲ φω­νῇ με­γά­λῃ συ­νέ­σχον τὰ ὦ­τα αὐ­τῶν καὶ ὥρ­μη­σαν ὁ­μο­θυ­μα­δὸν ἐπ᾿ αὐ­τόν, καὶ ἐκ­βα­λόν­τες ἔ­ξω τῆς πό­λε­ως ἐ­λι­θο­βό­λουν. Καὶ οἱ μάρ­τυ­ρες ἀ­πέ­θεν­το τὰ ἱ­μά­τια αὐ­τῶν πα­ρὰ τοὺς πό­δας νε­α­νί­ου κα­λου­μέ­νου Σα­ύ­λου, καὶ ἐ­λι­θο­βό­λουν τὸν Στέ­φα­νον, ἐ­πι­κα­λο­ύ­με­νον καὶ λέ­γον­τα· Κύριε ᾿Ι­η­σοῦ, δέ­ξαι τὸ πνεῦ­μά μου. Θεὶς δὲ τὰ γό­να­τα ἔ­κρα­ξε φω­νῇ με­γά­λῃ· Κύριε, μὴ στή­σῃς αὐ­τοῖς τὴν ἁ­μαρ­τί­αν τα­ύ­την. καὶ τοῦ­το εἰ­πὼν ἐ­κοι­μή­θη.  

                         (Πράξ. στ΄[6] 8 – ζ΄[7] 5, 47-60)

     

    Α­να­κο­μι­δΗ τοΥ Ι­ε­ροΥ Λει­ψά­νου τοΥ

    Α­γί­ου Πρω­το­μάρ­τυ­ρα Στε­φά­νου

    Στὶς 2 Αὐ­γού­στου ἡ ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τη­ν α­να­κο­μι­δὴ τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Λει­ψά­νου τοῦ Ἁ­γί­ου Πρω­το­μάρ­τυ­ρα Στε­φά­νου.

    Τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τὸ συ­νέ­βη στὰ χρό­νια ποὺ οἱ με­γά­λοι δι­ωγ­μοὶ τῶν πρώ­των χρι­στια­νῶν εἶ­χαν κο­πά­σει καὶ αὐ­το­κρά­τωρ ἦ­ταν ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος.

    Τό­τε, ὁ Ἅ­γιος Στέ­φα­νο­ς  φα­νε­ρώ­θη­κε τρεῖς φο­ρὲς σὲ κά­ποι­ον εὐ­σε­βῆ γέ­ρον­τα ἱ­ε­ρέ­α, τὸν Λου­κια­νό, καὶ τοῦ ἀ­πο­κά­λυ­ψε τὸν τό­πο, ὅ­που ἦ­ταν κρυμ­μέ­νο τὸ λεί­ψα­νό του. Αὐ­τὸς ἀ­μέ­σως τὸ ἀ­νέ­φε­ρε στὸν Πα­τριά­ρχη Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων Ἰ­ω­άν­νη, ποὺ μὲ τὴ σει­ρά του πῆ­γε στὸν ὑ­πο­δει­κνυ­ό­με­νο τό­πο καὶ πράγ­μα­τι βρῆ­κε τὸ Ἱ­ε­ρὸ λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου.

    Κα­τὰ τὴν εὕ­ρε­ση ἔ­γι­νε με­γά­λος σει­σμός, καὶ τὸ λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου πλημ­μύ­ρι­σε εὐ­ω­διὰ τοὺς πα­ρευ­ρι­σκό­με­νους στὸν τό­πο ἐ­κεῖ­νο. Λέ­γε­ται ὅ­τι ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ ἀ­κού­στη­καν ἀγ­γε­λι­κὲς φω­νές, ποὺ ἔ­λε­γαν «Δό­ξα ἐν ὑ­ψί­στοις Θεῷ καὶ ἐ­πὶ γῆς εἰ­ρή­νη, ἐν ἀν­θρώ­ποις εὐ­δο­κί­α». Δη­λα­δή, δό­ξα ἂς εἶ­ναι στὸν Θε­ό, στὰ ὕ­ψι­στα μέ­ρη τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ στὴν τα­ραγ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α γῆ ἂς βα­σι­λεύ­σει ἡ θεί­α εἰ­ρή­νη, δι­ό­τι ὁ Θε­ὸς φα­νέ­ρω­σε τὴν εὐ­α­ρέ­σκειά Του στοὺς ἀν­θρώ­πους, μὲ τὴν ἐ­ναν­θρώ­πι­ση τοῦ Υἱ­οῦ Του. Φα­νέ­ρω­ναν, ἔ­τσι, οἱ ἄγ­γε­λοι πε­ρί­τρα­να ὅ­τι ὁ πρω­το­μάρ­τυ­ρας Στέ­φα­νος μαρ­τύ­ρη­σε γιὰ τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴ δό­ξα τοῦ Θε­οῦ.

    Ἀρ­γό­τε­ρα, τὰ λεί­ψα­να τοῦ Ἁ­γί­ου με­τα­φέρ­θη­καν ἀ­πὸ τὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη καὶ ἐ­να­πο­τέ­θη­σαν στὸν – ἐ­π᾿ ὀ­νό­μα­τι αὐ­τοῦ – ἀ­νε­γερ­θέν­τα Να­ὸ ὑ­πὸ τοῦ Με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου.

    Ὁ Ἅ­γιος Στέ­φα­νος ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ δι­α­κε­κρι­μέ­νους με­τα­ξὺ τῶν ἑ­πτὰ δι­α­κό­νων, ποὺ ἐ­ξέ­λε­ξαν οἱ πρῶ­τοι χρι­στια­νοὶ γιὰ νὰ ἐ­πι­στα­τοῦν στὶς κοι­νὲς τρά­πε­ζες τῶν ἀ­δελ­φῶν, ὥ­στε νὰ μὴ γί­νον­ται λά­θη καὶ τοὺς χει­ρο­τό­νη­σαν οἱ Ἅ­γιοι Ἀ­πό­στο­λοι. Ἂν καὶ κου­ρα­στι­κὴ ἡ εὐ­θύ­νη τοῦ ἐ­πι­στά­τη γιὰ τό­σους ἀ­δερ­φοὺς πα­ρ᾿ ὅ­λα αὐ­τὰ ὁ Στέ­φα­νος ἔ­βρι­σκε και­ρὸ καὶ δύ­να­μη γιὰ νὰ κη­ρύτ­τει τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο τοῦ Χρι­στοῦ. Καὶ ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή: «Στέ­φα­νος πλή­ρης πί­στε­ως καὶ δυ­νά­με­ως ἐ­ποί­ει τέ­ρα­τα καὶ ση­μεῖ­α με­γά­λα ἐν τῷ λα­ῶ».(Πράξ. στ΄[6] 8-15, ζ΄[7] 1-60). Δη­λα­δὴ ὁ Στέ­φα­νος, ποὺ ἦ­ταν γε­μά­τος πί­στη καὶ χά­ρι­σμα εὐ­γλωτ­τί­ας δυ­να­τό, ἔ­κα­νε με­τα­ξὺ τοῦ λα­οῦ με­γά­λα θαύ­μα­τα, ποὺ προ­κα­λοῦ­σαν κα­τά­πλη­ξη καὶ ἀ­πο­δεί­κνυ­αν τὴν ἀ­λή­θεια τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ κη­ρύγ­μα­τος.

    Ὁ Στέ­φα­νος εἶ­χε ἀ­φι­ε­ρώ­σει τὴ ζω­ή του στὸ κή­ρυγ­μα τοῦ εὐ­αγ­γε­λι­κοῦ λό­γου καὶ στὴ φι­λαν­θρω­πι­κὴ δρά­ση. Γιὰ τὴν προ­σφο­ρὰ καὶ τὶς ἀ­ρε­τές του τι­μή­θη­κε μὲ τὸ χά­ρι­σμα τῆς θαυ­μα­τουρ­γί­ας. Μὲ τὸ χά­ρι­σμα αὐ­τὸ θε­ρά­πευ­ε ἀ­σθε­νεῖς καὶ ἀ­πο­δεί­κνυ­ε τὴ δύ­να­μη τοῦ Χρι­στοῦ. Μὲ τὴ βα­θιὰ θε­ο­λο­γι­κή του κα­τάρ­τι­ση ἀ­νέ­τρε­πε εὔ­κο­λα τὶς κα­κο­δο­ξί­ες τῶν Ἰ­ου­δαί­ων γιὰ τὸ ἔρ­γο τοῦ Χρι­στοῦ, προ­κα­λών­τας τὴν ὀρ­γὴ καὶ τὸν φθό­νο τους.

    Οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι, ὅ­μως, κα­θὼς ἦ­ταν προ­κα­τει­λημ­μέ­νοι, ἐ­ξα­πέ­λυ­σαν συ­κο­φάν­τες ἀ­νά­με­σα στὸν λα­ό, ποὺ δι­έ­δι­δαν ὅ­τι ἄ­κου­σαν τὸ Στέ­φα­νο νὰ βλα­στη­μεῖ τὸν Μω­ϋ­σῆ καὶ τὸν Θε­ό. Μὲ ἀ­φορ­μή, λοι­πόν, αὐ­τὲς τὶς συ­κο­φαν­τί­ες, ποὺ οἱ ἴ­διοι εἶ­χαν ἐν­σπεί­ρει, ἅρ­πα­ξαν μὲ μί­σος τὸν Στέ­φα­νο καὶ τὸν ὁ­δή­γη­σαν μπρο­στὰ στὸ Συ­νέ­δριο, τά­χα γιὰ νὰ ἀ­πο­λο­γη­θεῖ. Ἡ ἀ­πο­λο­γί­α τοῦ Στε­φά­νου ὑ­πῆρ­ξε πρό­τυ­πο τόλ­μης καὶ θάρ­ρους. Χω­ρὶς νὰ φο­βη­θεῖ κα­θό­λου, ἐ­ξα­πέ­λυ­σε λό­για – κε­ραυ­νοὺς ἐ­ναν­τί­ον τῶν Ἰ­ου­δαί­ων. Καὶ ἀ­πὸ ὑ­πό­δι­κος, ὀρ­θώ­θη­κε θυ­ελ­λώ­δης ἐ­λεγ­κτὴς καὶ κα­τή­γο­ρος. Τό­τε ἀ­κρά­τη­τοι ἀ­πὸ τὸ μί­σος οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι, τὸν ἔ­συ­ραν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη, ὅ­που τὸν θα­νά­τω­σαν μὲ λι­θο­βο­λι­σμό. Ἐ­κεῖ φά­νη­κε καὶ ἡ με­γά­λη συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τα τοῦ Στε­φά­νου πρὸς τοὺς ἐ­χθρούς του μὲ τὴ φρά­ση του, «Κύ­ρι­ε, μὴ στή­σης αὐ­τοῖς τὴν ἁ­μαρ­τί­αν ταύ­την». Κύ­ρι­ε μὴ λο­γα­ριά­σεις σ᾿ αὐ­τοὺς τὴν ἁ­μαρ­τί­α αὐ­τή.

    ΠΗΓΗ: https://www.orthodoxianewsagency.gr/vioi-agion/anakomidi-tou-ierou-leipsanou-tou-agiou-protomartyra-stefanou/

     

    ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

    Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἶ­δεν Ἰ­η­σοῦς πο­λὺν ὄ­χλον, κα ἐ­σπλαγ­χνί­σθη ἐ­π' αὐ­τοῖς κα ἐ­θε­ρά­πευ­σε τος ἀρ­ρώ­στους αὐ­τῶν. ὀ­ψί­ας δ γε­νο­μέ­νης προ­σῆλ­θον αὐ­τῷ ο μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ λέ­γον­τες· Ἔ­ρη­μός ἐ­στιν ὁ τό­πος κα ὥ­ρα ἤ­δη πα­ρῆλ­θεν· ἀ­πό­λυ­σον τος ὄ­χλους, ἵ­να ἀ­πελ­θόν­τες ες τς κώ­μας ἀ­γο­ρά­σω­σιν ἑ­αυ­τοῖς βρώ­μα­τα. δ Ἰ­η­σοῦς εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Ο χρεί­αν ἔ­χου­σιν ἀ­πελ­θεῖν· δό­τε αὐ­τοῖς ὑ­μεῖς φα­γεῖν. ο δ λέ­γου­σιν αὐ­τῷ· Οκ ἔ­χο­μεν ὧ­δε ε μ πέν­τε ἄρ­τους κα δύ­ο ἰ­χθύ­ας. δ εἶ­πε· Φρετ μοι αὐ­το­ύς ὧ­δε. κα κε­λε­ύ­σας τος ὄ­χλους ἀ­να­κλι­θῆ­ναι ἐ­πὶ τος χόρ­τους, λα­βὼν τος πέν­τε ἄρ­τους κα τος δύ­ο ἰ­χθύ­ας, ἀ­να­βλέ­ψας ες τν οὐ­ρα­νὸν εὐ­λό­γη­σε, κα κλά­σας ἔ­δω­κε τος μα­θη­ταῖς τος ἄρ­τους ο δ μα­θη­ταὶ τος ὄ­χλοις. κα ἔ­φα­γον πάν­τες κα ἐ­χορ­τά­σθη­σαν, κα ἦ­ραν τ πε­ρισ­σεῦ­ον τν κλα­σμά­των δώ­δε­κα κο­φί­νους πλή­ρεις. ο δ ἐ­σθί­ον­τες ἦ­σαν ἄν­δρες ὡ­σεὶ πεν­τα­κι­σχί­λι­οι χω­ρὶς γυ­ναι­κῶν κα παι­δί­ων. Κα εὐ­θέ­ως ἠ­νάγ­κα­σεν ὁ Ἰ­η­σοῦς τος μα­θη­τὰς αὐ­τοῦ ἐμ­βῆ­ναι ες τ πλοῖ­ον κα προ­ά­γειν αὐ­τὸν ες τ πέ­ραν, ἕ­ως ο ἀ­πο­λύ­σῃ τος ὄ­χλους.  

                                         (Ματθ. ιδ΄[14] 14 – 22)

     

    ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

    Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­δε πο­λὺν κό­σμο καὶ τοὺς σπλα­χνί­στη­κε, καὶ θε­ρά­πευ­σε τοὺς ἄρ­ρω­στούς τους. Κα­θὼς ὅ­μως πλη­σί­α­ζε νὰ βρα­διά­σει, τὸν πλη­σί­α­σαν οἱ μα­θη­τές του καὶ τοῦ εἶ­παν: Εἶ­ναι ἔ­ρη­μος ὁ τό­πος καὶ ἡ ὥ­ρα πλέ­ον πέ­ρα­σε. Δῶ­σε δι­α­τα­γὴ νὰ δι­α­λυ­θοῦν τὰ πλή­θη τοῦ λα­οῦ, γιὰ νὰ πᾶ­νε στὰ χω­ριὰ καὶ νὰ ἀ­γο­ρά­σουν γιὰ τοὺς ἑ­αυ­τοὺς τους τρο­φὲς νὰ φᾶ­νε. Ὁ Ἰ­η­σοῦς ὅ­μως τοὺς εἶ­πε: Δὲν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ φύ­γουν καὶ νὰ ἀ­γο­ρά­σουν τρό­φι­μα. Δῶ­στε τους ἐ­σεῖς νὰ φᾶ­νε. Ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νοι τοῦ εἶ­παν: Δὲν ἔ­χου­με ἐ­δῶ τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ μό­νο πέν­τε ψω­μιὰ καὶ δύ­ο ψά­ρια. Ὁ Κύ­ριος τό­τε εἶ­πε: Φέρ­τε τά μου ἐ­δῶ. Κι ἀ­φοῦ πα­ρα­κί­νη­σε τὰ πλή­θη τοῦ λα­οῦ νά ἀ­να­κλι­θοῦν στὴν πρα­σι­νά­δα, πῆ­ρε τὰ πέν­τε ψω­μιὰ καὶ τὰ δύ­ο ψά­ρια, σή­κω­σε τὰ μά­τια του στὸν οὐ­ρα­νὸ κι εὐ­χα­ρί­στη­σε καὶ ἐ­πι­κα­λέ­στη­κε τὸν Πα­τέ­ρα του. Κι ἀ­φοῦ ἔ­κο­ψε τὰ ψω­μιά, τὰ ἔ­δω­σε στοὺς μα­θη­τὲς καὶ οἱ μα­θη­τὲς στὰ πλή­θη τοῦ λα­οῦ. Κι ἔ­φα­γαν ὅ­λοι καὶ χόρ­τα­σαν, καὶ μά­ζε­ψαν ὅ­σα κομ­μά­τια εἶ­χαν πε­ρισ­σέ­ψει, δώ­δε­κα δη­λα­δὴ κο­φί­νια γε­μά­τα. Ἐ­κεῖ­νοι μά­λι­στα πού ἔ­φα­γαν ἦ­ταν πε­ρί­που πέν­τε χι­λιά­δες ἄν­δρες, χω­ρὶς νὰ συ­νυ­πο­λο­γί­ζον­ται στὸν ἀ­ριθ­μὸ αὐ­τὸ οἱ γυ­ναῖ­κες καὶ τὰ παι­διά. Κι ἀ­μέ­σως ὁ Ἰ­η­σοῦς, γιὰ νὰ μὴν πα­ρα­συρ­θοῦν οἱ μα­θη­τές του ἀ­πὸ τὸν ἐν­θου­σια­σμὸ τοῦ πλή­θους πού ἤ­θε­λε νὰ τὸν ἀ­να­κη­ρύ­ξει βα­σι­λιά, τοὺς ἀ­νάγ­κα­σε νὰ μποῦν στὸ πλοῖ­ο καὶ νὰ πε­ρά­σουν πρὶν ἀ­π' αὐ­τὸν στὸ ἀ­πέ­ναν­τι μέ­ρος τῆς λί­μνης, ὡ­σό­του αὐ­τὸς δι­α­λύ­σει τὰ πλή­θη τοῦ λα­οῦ.

     


    Σάββατο 1 Αυγούστου 2020

    «ΥΠΕΡ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΣΧΕΙΝ»



    Στοὺς ὑ­πο­το­νι­κοὺς και­ρούς μας λεί­πει τὸ μαρ­τυ­ρι­κὸ φρό­νη­μα. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι δὲν θέ­λουν οὔ­τε νὰ ἀ­κού­σουν γιὰ σταυ­ρό, γιὰ ἀ­πό­φα­ση θα­νά­του, γιὰ μαρ­τύ­ριο. Στὶς με­τα­ξὺ μας σχέ­σεις κυ­ρια­ρχοῦν ὁ ἀ­το­μι­σμός, τὸ συμ­φέ­ρον, ἡ ἐκ­με­τάλ­λευ­ση. Θυ­σι­ά­ζου­με τοὺς ἄλ­λους, γιὰ νὰ ζή­σου­με ἐ­μεῖς. Αἱ­μα­το­κυ­λί­ζου­με ἄ­μα­χο πλη­θυ­σμό, για­τί θί­γον­ται τὰ συμ­φέ­ρον­τά μας.

    Δὲν ὑ­πάρ­χει ὅ­μως ὡ­ραι­ό­τε­ρο πράγ­μα ἀ­πὸ τὸ νὰ πά­σχου­με ὑ­πὲρ τοῦ Χρι­στοῦ. Δὲν πά­σχου­με γιὰ ἀν­θρώ­πους ἢ γιὰ κά­τι ἄλ­λο βι­ο­τι­κό, ἀλ­λὰ γιὰ τὸν Βα­σι­λέ­α τῶν ὅ­λων. «Οὐ γὰρ δι᾿ ἀν­θρώ­πους, οὐ­δὲ δι᾿ ἄλ­λο τι βι­ο­τι­κὸν ταῦ­τα πά­σχο­μεν, ἀλ­λὰ διὰ τὸν τῶν ὅ­λων βα­σι­λέ­α». Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ γνή­σιον πνεῦ­μα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Νὰ ἔ­χου­με πνεῦ­μα θυ­σί­ας, ἀ­πό­φα­ση θα­νά­του, πό­θο νὰ ὑ­πο­στοῦ­με ἀ­κό­μη καὶ μαρ­τύ­ριο γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ. «Τὸν Χρι­στόν μου πα­ρα­κα­λῶ νὰ μὲ ἀ­ξί­ω­σει νὰ χύ­σω τὸ αἷ­μα μου διὰ τὴν ἀ­γά­πην του», ἔ­λε­γε ὃ ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λός.

    Δὲν εἶ­ναι ὑ­πο­τι­μη­τι­κὸ ἀλ­λὰ τι­μη­τι­κὸ νὰ πά­σχου­με ὑ­πὲρ τοῦ Χρι­στοῦ. Δὲν τι­μοῦ­με ἐ­μεῖς τὸν Θε­ό, δι­ό­τι ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ἀ­νεν­δε­ής, δὲν ἔ­χει ἀ­νάγ­κη νὰ τι­μᾶ­ται ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους, ἀλ­λὰ τι­μό­με­θα ἐ­μεῖς ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, ὅ­ταν ἀ­ξι­ω­νό­μα­στε νὰ πά­θου­με ὑ­πὲρ τοῦ ἁ­γί­ου ὀ­νό­μα­τός του. Τὸ «ὑ­πὲρ Χρι­στοῦ πά­σχειν» εἶ­ναι προ­νό­μιο τῶν Χρι­στια­νῶν. Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος τὸ ὀ­νο­μά­ζει χά­ρι­σμα. «Ὑ­μῖν ἐ­χα­ρί­σθη τὸ ὑ­πὲρ Χρι­στοῦ, οὐ μό­νον τὸ εἰς αὐ­τὸν πι­στεύ­ειν, ἀλ­λὰ καὶ τὸ ὑ­πὲρ αὐ­τοῦ πά­σχειν» (Φι­λιπ. α΄[1] 29). Ὅ­πως δὲν εἶ­ναι γιὰ ὅ­λους ἡ πί­στη – «οὐ γὰρ πάν­των ἡ πί­στις» (Β' Θεσ. γ'[3] 2) – ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι γιὰ ὅ­λους καὶ τὰ πα­θή­μα­τα ὑ­πὲρ τοῦ Χρι­στοῦ. Βε­βαί­ως κα­νεὶς δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται ἀ­πὸ τὴν πί­στη καὶ ἀ­πὸ τὰ πα­θή­μα­τα, ἀλ­λὰ δὲν ἀν­τα­πο­κρί­νον­ται ὅ­λοι μὲ τὴν ἴ­δια προ­θυ­μί­α οὔ­τε στὴν πί­στη οὔ­τε στὰ πα­θή­μα­τα. Δὲν ἐκ­δη­λώ­νουν ὅ­λοι τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ γί­νουν μέ­το­χοι στὸ πά­θος τοῦ Κυ­ρί­ου Ἰ­η­σοῦ. Δὲν προ­σφέ­ρον­ται ὅ­λοι νὰ πά­θουν ὑ­πὲρ τοῦ ἁ­γί­ου ὀ­νό­μα­τός του, νὰ βα­στά­σουν τὸ ὄ­νο­μά του «ἐ­νώ­πιον ἐ­θνῶν καὶ βα­σι­λέ­ων υἱ­ῶν τε Ἰσ­ρα­ὴλ» (Πραξ. θ'[9] 15-16). Σ᾿ αὐ­τοὺς ποὺ προ­σφέ­ρον­ται νὰ πά­θουν γιὰ τὸν Χρι­στό, σ᾿ αὐ­τοὺς χα­ρί­ζε­ται ὡς δῶ­ρο, ὡς βρα­βεῖ­ο τῆς κα­λῆς δι­α­θέ­σε­ώς τους τὸ «ὑ­πὲρ Χρι­στοῦ πά­σχειν». Σ᾿ αὐ­τοὺς ἐ­πι­δα­ψι­λεύ­ε­ται πλού­σια ἡ θεί­α Χά­ρις νὰ ὑ­πο­μεί­νουν «πολ­λὴν ἄ­θλη­σιν πα­θη­μά­των» (Ἑ­βρ. ι΄[10] 32). Ἄ­ρα χρει­ά­ζε­ται καὶ ἡ δι­κή μας ὁ­λο­πρό­θυ­μη δι­ά­θε­ση. «Ἀμ­φο­τέ­ρων γὰρ χρεί­α, καὶ τῆς ἡ­με­τέ­ρας προ­θυ­μί­ας καὶ τῆς θεί­ας ἐ­πι­κου­ρί­ας», πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ ἱ­ε­ρὸς Χρυ­σό­στο­μος.

    Με­ρι­κοὶ νο­μί­ζουν ὅ­τι «ὑ­πὲρ Χρι­στοῦ πά­σχειν» λο­γί­ζε­ται μό­νο τὸ τε­λι­κὸ μαρ­τύ­ριο. Ἀλ­λὰ δὲν λο­γί­ζε­ται μό­νο αὐ­τό. Λο­γί­ζε­ται καὶ κά­θε λο­γῆς μι­κρό­τε­ρο μαρ­τύ­ριο ποὺ τὸ ὑ­πο­μέ­νει κα­θη­με­ρι­νῶς ὁ πι­στὸς ὑ­πὲρ τοῦ Χρι­στοῦ. Μάρ­τυ­ρας δὲν εἶ­ναι μό­νον αὐ­τὸς ποὺ ὁ­δη­γεῖ­ται στὸ μαρ­τύ­ριο, ἀλ­λὰ «καὶ ὁ ὑ­πὲρ ἐ­λατ­τό­νων σφα­γείς, μάρ­τυς ἐ­στὶν ἀ­πηρ­τι­σμέ­νος». Ὁ ἅ­γιος Θε­ὸς ἀν­τα­μεί­βει ὄ­χι μό­νο τὴν τε­λι­κὴ πρά­ξη ἀλ­λὰ καὶ τὴν πρό­θε­ση καὶ τὰ ἐ­λα­τή­ρια καὶ τὶς κα­θη­με­ρι­νὲς μι­κρό­τε­ρες θυ­σί­ες ποὺ γί­νον­ται γιὰ τὴν ἀ­γά­πη του.

    Γρά­φει ὁ ἱ­ε­ρὸς Χρυ­σό­στο­μος: «Κἂν τῇ φύ­σει κε­κλη­μέ­νον ἢ μό­νον ἅ­παξ ἀ­πο­θα­νεῖν, τῇ προ­αι­ρέ­σει τὸ καθ᾿ ἡ­μέ­ραν τοῦ­το πά­σχειν, εἰ βου­λη­θεί­η­μεν, ἔ­δω­κεν ὁ Θε­ὸς» (ΕΠΕ 17, 258). Ποὺ ση­μαί­νει μὲ ἁ­πλού­στε­ρα λό­για ὅ­τι κλῆ­ρος τῶν ἀν­θρώ­πων εἶ­ναι νὰ πε­θά­νου­με σω­μα­τι­κῶς μί­α φο­ρά. Ἀλ­λὰ ὡς πρὸς τὴν προ­αί­ρε­ση ὁ ἅ­γιος Θε­ὸς μᾶς ἔ­δω­σε τὴν δυ­να­τό­τη­τα νὰ πε­θαί­νου­με μυ­ριά­δες φο­ρὲς τὴν ἡ­μέ­ρα. «Ἕ­νε­κά σου θα­να­τού­με­θα ὅ­λην τὴν ἡ­μέ­ραν» (Ρωμ. η'[8] 36). Μπο­ροῦ­με κά­θε στιγ­μὴ καὶ ὥ­ρα τῆς ζω­ῆς μας νὰ θυ­σι­α­ζό­μα­στε στῆς ἀ­γά­πης τὸν βω­μό. Ἀρ­κεῖ νὰ τὸ θέ­λου­με.

    Ἴ­σως νὰ ἀν­τι­λέ­ξει κα­νεὶς ὅ­τι ἔ­τσι ζοῦ­σαν οἱ ἅ­γιοι Ἀ­πό­στο­λοι. Ὄν­τως ὁ γνή­σιος ἀ­πο­στο­λι­κὸς βί­ος εἶ­ναι βί­ος θυ­σι­ῶν. Ἀλ­λὰ κα­τὰ τὸ μέ­τρο τοῦ δυ­να­τοῦ ὅ­λοι οἱ πι­στοὶ κα­λού­με­θα νὰ ἔ­χου­με πνεῦ­μα θυ­σί­ας. Νὰ ἔ­χου­με ἀ­πό­φα­ση θα­νά­του. Νὰ ση­κώ­νου­με μὲ αὐ­τα­πάρ­νη­ση τὸν σταυ­ρό μας καὶ νὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­με τὸν Κύ­ριο «ὅ­που ἂν ὐ­πά­γῃ» (Ἀ­ποκ. ι­δ'[14] 4).

    Μέ­σα στὴν βι­ο­πά­λη χαί­ρε­ται κα­νεὶς ὅ­ταν συ­ναν­τᾶ σταυ­ρο­φό­ρους ὅ­λων τῶν ἡ­λι­κι­ῶν καὶ σ᾿ ὅ­λα τὰ ἐ­παγ­γέλ­μα­τα, οἱ ὁ­ποῖ­οι προ­σφέ­ρον­ται νὰ κά­νουν κά­ποι­ες μι­κρὲς θυ­σί­ες γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ! Κι ὅ­σο πιὸ πο­λὺ προ­σφέ­ρον­ται νὰ γί­νουν θυ­σί­α γιὰ τοὺς ἄλ­λους, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο τοὺς χα­ρι­τώ­νει ὁ Θε­ὸς νὰ κά­νουν κι ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρες θυ­σί­ες. Ἂν τὶς ὑ­πο­μεί­νουν καὶ αὐ­τές, τοὺς ἀ­ξι­ώ­νει νὰ ὑ­πο­μεί­νουν κι ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρες. Τοὺς ἀ­ξι­ώ­νει τῆς ὕ­ψι­στης τι­μῆς νὰ «ἀν­τα­να­πλη­ρώ­νουν τὰ ὑ­στε­ρή­μα­τα τῶν θλί­ψε­ων τοῦ Χρι­στοῦ» (Κο­λασ. α'[1] 24) πά­σχον­τας ὑ­πὲρ τοῦ σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ, δη­λα­δὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὁ Χρι­στὸς θυ­σι­ά­στη­κε, σταυ­ρώ­θη­κε, ἔ­χυ­σε τὸ Αἷ­μα του γιὰ χά­ρη μας, ἀλ­λὰ καὶ «με­τὰ ταῦ­τα μυ­ρί­α ποι­εῖ». Μό­νο ποὺ με­τὰ τὴ σταυ­ρι­κὴ θυ­σί­α του «ἃ ἔ­δει ἐ­κεῖ­νον πα­θεῖν», ὅ­σα ἔ­πρε­πε Ἐ­κεῖ­νος νὰ πά­θει, τὰ πα­θαί­νει ἀντ᾿ Αὐ­τοῦ τὸ σῶ­μα του, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α. Ἔ­πα­θε ἡ κε­φα­λή, ὁ Χρι­στός. Πά­σχει καὶ τὸ σῶ­μα του, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α. Τὰ πα­θή­μα­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τὰ ὑ­φί­σταν­ται οἱ πι­στοί, ἀλ­λὰ λο­γί­ζον­ται τοῦ Χρι­στοῦ πα­θή­μα­τα. Στὸ πρό­σω­πό τους ὁ Χρι­στὸς δι­ώ­κε­ται. Γι᾿ αὐ­τὸ εἶ­πε στὸν δι­ώ­κτη Σαῦ­λο: «Σα­οὺλ Σα­ούλ, τί μὲ δι­ώ­κεις;» (Πράξ. θ'[9] 4). Δὲν τοῦ εἶ­πε: Σα­οὺλ Σα­ούλ, Για­τί δι­ώ­κεις τοὺς Χρι­στια­νούς; Ἀλ­λὰ εἶ­πε: Σα­οὺλ Σα­ούλ, Για­τί μὲ δι­ώ­κεις; Ἀλ­λὰ καὶ ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος γρά­φει στὴν πρὸς Γα­λα­τὰς ἐ­πι­στο­λή του: «Τοῦ λοι­ποῦ κό­πους μοι μη­δεὶς πα­ρε­χέ­τω· ἐ­γὼ γὰρ τὰ στίγ­μα­τα τοῦ Κυ­ρί­ου Ἰ­η­σοῦ ἐν τῷ σώ­μα­τί μου βα­στά­ζω» (Γαλ. ς'[6] 17).

    Ὑ­πάρ­χει τι­μη­τι­κό­τε­ρο ἀ­πὸ τοῦ νὰ φέ­ρου­με κι ἐ­μεῖς στὸ σῶ­μα μας κά­ποι­α στίγ­μα­τα τοῦ Κυ­ρί­ου Ἰ­η­σοῦ; Ὑ­πάρ­χει τι­μη­τι­κώ­τε­ρο ἀ­πὸ τοῦ νὰ «ἀν­τα­να­πλη­ρώ­νου­με τὰ ὑ­στε­ρή­μα­τα τῶν θλί­ψε­ών» του; Ὅ­σο μπο­ροῦ­με, νὰ προ­σφε­ρό­με­θα γιὰ τέ­τοι­ες θυ­σί­ες.  

    (Ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»

     


    Τετάρτη 29 Ιουλίου 2020

    «Για­τὶ ἔ­κλα­ψες τό­σο;»




    Tὸv ἤ­ξε­ρα γι πο­λὺ συγ­κρα­τη­μέ­νο τὸν πα­τέ­ρα μου στὰ συ­ναι­σθή­μα­τα. Ἄλ­λω­στε ἦ­ταν μα­θη­μα­τι­κός· τά ᾿βλε­πε γύ­ρω του ὅ­λα πιὸ πο­λὺ μὲ τὴ λο­γι­κὴ κι ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴ φύ­ση του αὐ­το­κυ­ρι­αρ­χη­μέ­νος. Γι᾿ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ἑρ­μη­νεύ­σω τὰ πολ­λά του δά­κρυ­α – δί­πλα μου ἦ­ταν, τὸν ἔ­βλε­πα ποὺ τὰ σκού­πι­ζε – μπρο­στὰ στὸ νε­κρὸ σκή­νω­μα τῆς θεί­ας μας Μα­ρι­γῶς, ποὺ ᾿ταν δι­κή του κα­νο­νι­κὴ θεί­α καὶ γιὰ μᾶς, θὰ λέ­γα­με, για­γιά – θεί­α.
    –Πα­τέ­ρα, τοῦ ᾿πα κεῖ­νο τὸ βρά­δυ ποὺ κη­δέ­ψα­με τὴ θεί­α, οὔ­τε στὴ μά­να σου δὲν ἔ­κλα­ψες τό­σο.
    Τὸν προ­κά­λε­σα καὶ τὴν ἴ­δια κι­ό­λας ὥ­ρα μοῦ ᾿λυ­σε τὴν ἀ­πο­ρί­α, ἐκ­μυ­στη­ρευ­ο­με­νος ἕ­να κομ­μά­τι τῆς ζω­ῆς του. Κον­τά μου ἦρ­θαν καὶ τὰ ἄλ­λα ἑ­πτὰ ἀ­δέλ­φια μου καὶ τὸν ἀ­κού­γα­με μὲ προ­σο­χή.
    –Ποὺ λέ­τε, παι­διά, ὅ­ταν ἤ­μουν στὸ Δη­μο­τι­κό, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ πε­ρι­μα­ζέ­ψει ἡ μά­να μου, ἡ για­γιά σας ἡ Ζω­ή. Ἤ­μουν τὸ ζω­η­ρό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ 5 ἀ­δέλ­φια. Ἔ­τρε­χα δῶ καὶ ᾿κεῖ στὰ χω­ρά­φια, στὰ μπο­στά­νια, ἢ ἔ­παι­ζα στὴν πλα­τεί­α τοῦ χω­ριοῦ μας, στὴν Τε­γέ­α, πού ᾿ταν τό­τε με­γά­λο κε­φα­λο­χώ­ρι. Ὅ­σο γιὰ γράμ­μα­τα, κα­νέ­να ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ἡ μά­να μου ὁ­λη­με­ρὶς στὸ πό­δι· νὰ μα­ζεύ­ει ἀ­πό τοὺς κή­πους πού ᾿χα­με στὸν κά­τω μα­χα­λὰ τὰ ὁ­λό­φρε­σκα ζαρ­ζα­βα­τι­κὰ καὶ νὰ τ᾿ ἀ­νε­βά­ζει μὲ τὸ γα­ϊ­δου­ρά­κι μας στὴν ἀ­γο­ρὰ τὴν πε­ρι­ζή­τη­τη, πού ᾿ρχον­ταν πλή­θη κό­σμου γιὰ νὰ τὰ ἀ­γο­ρά­σουν ἀ­πὸ τὰ γύ­ρω χω­ριά. Ὁ πα­τέ­ρας εἶ­χε τὸ μι­κρὸ παν­το­πω­λεῖ­ο. Δού­λευ­αν καὶ οἱ δυ­ὸ γο­νεῖς μας γιὰ τὰ πα­λιά μας χρέ­η. Ἀ­φοῦ εἶ­δε καὶ ἀ­πό­ει­δε ἀ­πὸ μέ­να ἡ μά­να μου, σὲ συ­νεν­νό­η­ση μὲ τὸν πα­τέ­ρα, τὸν παπ­ποῦ σας ἐν­νο­ῶ, γρά­φει γράμ­μα στὴν ἀ­δελ­φή της, τὴ θεί­α μας τὴ Μα­ρι­γώ, πού ᾿με­νε στὸ Αἴ­γιο, καὶ τῆς λέ­ει:
    –Μα­ρι­γώ μου, δὲν τὸν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο τὸν Δῆ­μο. Παι­διὰ δὲν ἔ­χεις. Θρή­σκα εἶ­σαι. Χρό­νο ἔ­χεις. Γράμ­μα­τα ξέ­ρεις. Ἀ­γά­πη ἔ­χεις. Πά­ρε τὸ παι­δὶ νὰ τὸ μορ­φώ­σεις καὶ νὰ τὸ βά­λεις στὸν δρό­μο τοῦ σχο­λεί­ου καὶ τῆς κα­λο­σύ­νης τοῦ Χρι­στοῦ. Πρό­σε­ξε, δὲν σοῦ τὸ πε­τά­ω τὸ παι­δί. Σοῦ τὸ ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι. Νὰ μὲ ξα­λα­φρώ­σεις.
    Ὤ! τί χα­ρὰ ἔ­κα­νε ἡ θεί­α! Μὲ πῆ­ρε ἀ­γρί­μι καὶ μὲ ἔ­κα­νε σω­στὸ ἀρ­νά­κι, ἤ­ρε­μο παι­δὶ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Τού­τη ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε ἀ­γά­πη ποὺ δὲν πε­ρι­γρά­φε­ται. Σοῦ ᾿δει­χνε τὸ σω­στὸ μὲ τὴ ζω­ή της καὶ λι­γό­τε­ρο μὲ τὶς συμ­βου­λές της. Ἡ ἀ­γά­πη της δὲν ἦ­ταν χά­δια καὶ φι­λιά. Σοῦ ὁρ­μή­νευ­ε τὸ σω­στὸ μὲ στορ­γή. Σοῦ ᾿κα­νε πα­ρα­τη­ρή­σεις μὲ δί­και­ο τρό­πο, σοῦ ᾿φτια­χνε χα­ρα­κτή­ρα, σ᾿ ἔ­κα­νε προ­σω­πι­κό­τη­τα. Ἀ­σφα­λῶς προ­σευ­χό­ταν πο­λὺ γι᾿ αὐ­τό. Μοῦ εἶ­χε μά­θει τὸ Ἀ­πό­δει­πνο καὶ τοὺς Χαι­ρε­τι­σμούς. Μα­ζὶ τὰ λέ­γα­με ἀ­πέ­ξω κά­θε βρά­δυ. Τὸ πρω­ὶ τῆς Κυ­ρια­κῆς μὲ ξυ­πνοῦ­σε. Μὲ πή­γαι­νε στὴν ἐκ­κλη­σί­α· κι ἔ­λε­γα μπρο­στὰ στὴν εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ τὸ «Πά­τερ ἡ­μῶν».
    Τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο ὅ­μως εἶ­ναι ὅ­τι μὲ γνώ­ρι­σε μὲ φη­μι­σμέ­νο Ἐ­ξο­μο­λό­γο τῆς πε­ρι­ο­χῆς, τὸν πα­τέ­ρα Δη­μή­τριο. Δὲν ζεῖ τώ­ρα. Σ᾿ αὐ­τὸν ἄρ­χι­σα νὰ λέ­ω τὶς πρῶ­τες μου σκαν­τα­λι­ὲς καὶ ὑ­στε­ρό­τε­ρα, κα­θὼς με­γά­λω­να, τὰ κρί­μα­τά μου τὰ βα­ρύ­τε­ρα. Μὲ κα­θο­δη­γοῦ­σε ὅ­πως ὁ Χρι­στός· καὶ τὸν ὑ­πά­κου­γα σ᾿ ὅ­λα.
    Μὲ μά­θαι­νε κεῖ­νος ὁ φω­τι­σμέ­νος, ὁ αὐ­στη­ρὸς ἀλ­λὰ καὶ στορ­γι­κὸς Ἐ­ξο­μο­λό­γος νὰ μὴ χα­ϊ­δεύ­ω πά­θη καὶ ἀ­δυ­να­μί­ες. Ἔ­τσι με­γά­λω­σα μὲ βά­σεις καὶ ἀρ­χὲς σο­φές, ἀ­σά­λευ­τες, γε­ρές. Καὶ ἡ Θεί­α-Μα­ρι­γὼ ἀ­πὸ κον­τά. Ὅ­ταν πέ­ρα­σα στὸ Μα­θη­μα­τι­κὸ Πα­τρῶν – σ᾿ ἐ­κεί­νην ὀ­φεί­λω με­τὰ τὸν Θε­ὸ τὴν ἐ­πι­τυ­χί­α μου – ἐρ­χόν­ταν κι αὐ­τὴ ἐ­κεῖ στὴν Πά­τρα καὶ μὲ στή­ρι­ζε. Ἔ­τρε­χε καὶ ρω­τοῦ­σε καὶ μά­θαι­νε γιὰ τὶς σπου­δές μου ἀ­πό τους κα­θη­γη­τές. Μὲ κρα­τοῦ­σε ἡ φρον­τί­δα της αὐ­τὴ καὶ ἡ ἔ­γνοι­α της σὲ ἐ­γρή­γορ­ση καὶ τά­ξη. Στὴν πό­λη αὐ­τὴ τὴ νέ­α, τὴν Πά­τρα, ἡ θεί­α φρόν­τι­σε καὶ μοῦ ὑ­πέ­δει­ξε τὸν Πνευ­μα­τι­κό, Ἐ­ξο­μο­λό­γο κι αὐ­τὸν σο­φό, ἄν­θρω­πο πολ­λῆς ἀ­γά­πης καὶ μο­να­δι­κό· μὲ φή­μη σ᾿ ὅ­λο τὸν Νο­μὸ ἁ­γί­ου ἀν­θρώ­που. Αὐ­τὸν ποὺ ἔ­χου­με τώ­ρα ὅ­λη ἡ οἰ­κο­γέ­νεια. Με­τὰ τὸ στρα­τι­ω­τι­κό, στὴν ἴ­δια πό­λη γνώ­ρι­σα, δη­λα­δὴ ἐ­δῶ ποὺ ζοῦ­με, καὶ τὴν κα­λή σας μη­τέ­ρα. Συμ­φω­νή­σα­με λοι­πὸν καὶ οἱ δυ­ὸ – ὅ­ταν πρὶν ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε χρό­νια χή­ρε­ψε ἡ θεί­α – καὶ τὴ δε­χθή­κα­με στὸ σπί­τι γιὰ νὰ ξε­χρε­ώ­σου­με τὸ γραμ­μά­τιο τῆς εὐ­γνω­μο­σύ­νης μου. Για­τί ἡ θεί­α μου ἡ Μα­ρι­γὼ καὶ δι­κιά σας για­γιὰ - θεί­α, νὰ τὸ θυ­μά­στε, παι­διά μου, ἔ­σω­σε τὸν πα­τέ­ρα σας. Ὅ­σο γιὰ τὴ συ­νέ­χεια, τὴν ξέ­ρε­τε, τὴ βλέ­πε­τε...
    Τὰ παι­διὰ εἶ­χαν βουρ­κώ­σει. Τὴν ἀ­γα­ποῦ­σαν ὅ­λα τό­σο πο­λύ.
    Θυ­μή­θη­καν πό­σα!... τὴν ὥ­ρα αὐ­τὴ γιὰ τὴν εὐ­λο­γη­μέ­νη θεί­α τους τὴ Μα­ρι­γώ, καὶ ἔ­λε­γαν τό­σα γι᾿ αὐ­τήν.
    Θυ­μή­θη­καν ποὺ δὲν ἤ­θε­λε νὰ γί­νε­ται βά­ρος σὲ κα­νέ­ναν. Ἔ­τσι ἐ­πέ­με­νε καὶ ἔ­πλε­νε τὰ πιά­τα ὅ­λων κά­θε μέ­ρα. Ἀλ­λὰ καὶ τὰ ροῦ­χα ὅ­λων τά ᾿πλε­νε καὶ τὰ σι­δέ­ρω­νε μὲ τέ­χνη πε­ρισ­σή. Καὶ ἡ μα­μὰ τὴν ἄ­φη­νε γιὰ νὰ μὴν τῆς στε­ρή­σει, ὅ­πως ἔ­λε­γε, τὴ χα­ρά της. Θυ­μή­θη­καν ποὺ τὴν ἔ­βλε­παν κυρ­τω­μέ­νη ἀ­πὸ τὰ βά­ρη τῶν χρό­νων, ὅ­λο ἀ­γά­πη στὸν Χρι­στό, νὰ ἔρ­χε­ται κά­θε βρά­δυ καὶ νὰ ζη­τά­ει συγ­γνώ­μη γιὰ τὰ λά­θη της ἀ­πό τους γο­νεῖς καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ κεῖ­να λέ­γον­τας σ᾿ ὅ­λους τους:
    –Δῆ­μο μου, Κα­τί­να μου, κι ἐ­σεῖς, χρυ­σά μου παι­δά­κια ὅ­λα συγ­χω­ρέ­στε μου τὰ λά­θη τῆς μέ­ρας.
    Θυ­μή­θη­καν ποὺ στὶς μι­κρο­α­δι­α­θε­σί­ες τους τά ᾿παιρ­νε κον­τά της. Τὰ σταύ­ρω­νε στὸ μέ­τω­πο βά­ζον­τας στὴν ἄ­κρη τοῦ δα­κτύ­λου της ἁ­για­σμό. Καὶ τό ᾿κα­νε μὲ τό­σο με­γά­λη πί­στη, ποὺ γί­νον­ταν ἀ­μέ­σως κα­λά. Τό ᾿ξε­ραν αὐ­τὸ πάν­τα. Ἡ πί­στη τῆς θεί­ας ἦ­ταν τὸ πιὸ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὸ φάρ­μα­κο. Καὶ ὅ­ταν τὴν πεί­ρα­ζαν μὲ ἀ­θῶ­α πει­ράγ­μα­τα, ἐ­κεί­νη χα­μο­γε­λών­τας ἔ­λε­γε πάν­τα τὸ αὐ­το­σχέ­διό της τρα­γου­δά­κι: «Δὲν μὲ νοιά­ζει ὅ,τι καὶ ἂν λέ­τε· τὴν ψυ­χού­λα σας χα­λᾶ­τε καὶ ἐ­μέ­να μ᾿ ἀ­νε­βά­ζε­τε ᾿κεῖ ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό, στὸν Χρι­στού­λη μου κον­τά». Ξυ­πνοῦ­σε ὁ­λο­χρο­νὶς κά­θε πρω­ὶ μὲ τὸ «Χρι­στὸς ἀ­νέ­στη» στὰ χεί­λη. Καὶ ὅ­λη τὴ μέ­ρα μο­νο­λο­γοῦ­σε: «Χί­λι­ες δό­ξες νά ᾿χεις, Χρι­στέ μου! Ἀ­ξί­ζω ἐ­γὼ τὴν τό­ση ἀ­γά­πη Σου;»
    Ἀλ­λὰ καἰ ὁ θά­να­τός της πό­σο ἤ­ρε­μος! Προ­χθὲς ἡ­μέ­ρα Κυ­ρια­κὴ τὸ πρω­ὶ κοι­νώ­νη­σε. Ἦ­ταν μέ­σα στὴ χα­ρὰ καὶ στὸ φῶς. Τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς ἴ­διας μέ­ρας, τὴν ὥ­ρα ποὺ μὲ στορ­γὴ τὴν τά­ι­ζε ἥ­συ­χα ὁ πα­τέ­ρας, τοῦ εἶ­πε: «Ἐ­γώ, Δῆ­μο, τώ­ρα θὰ φύ­γω. Φεύ­γω, Δῆ­μο... φεύ­γω...». Ἔ­τσι πέ­τα­ξε ἤ­ρε­μη στὸν θρό­νο τοῦ Θε­οῦ ἡ θεί­α Μα­ρι­γώ. Μό­λις πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε τὸν θά­να­τό της ὁ Πνευ­μα­τι­κός της, μᾶς πα­ρη­γό­ρη­σε μὲ ἕ­να μό­νο λό­γο: «Αὐ­τὴ ἡ ἁ­γί­α γυ­ναί­κα κέρ­δι­σε τὸν Πα­ρά­δει­σο. Για­τί στὸ πρό­σω­πό της βρῆ­κε ἐ­φαρ­μο­γὴ ὁ μα­κα­ρι­σμὸς τοῦ Κυ­ρί­ου: "Μα­κά­ριοι οἱ πτω­χοὶ τῷ πνεύ­μα­τι, ὅ­τι αὐ­τῶν ἐ­στιν ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν"».
    Ὥ­στε γι᾿ αὐ­τὸ τε­λι­κὰ ἔ­κλα­ψε τό­σο ὁ πα­τέ­ρας μου.
    ΠΗΓΗ: ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "Ο ΣΩΤΗΡ", ΑΡΙΘ. 2226, 1 καί 15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2020, σελ. 357-358