Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΛΟΥΚΑ (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ  

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΛΟΥΚΑ  (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ)

(13 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2020)


 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ)

Ἀδελφοί, ὃταν ὁ Χρι­στὸς φα­νε­ρω­θῇ, ζω­ὴ ὑ­μῶν, τό­τε κα ὑ­μεῖς σν αὐ­τῷ φα­νε­ρω­θή­σε­σθε ν δό­ξῃ. Νε­κρώ­σα­τε ον τ μέ­λη ὑ­μῶν τ ἐ­πὶ τς γς, πορ­νε­ί­αν, ἀ­κα­θαρ­σί­αν, πά­θος, ἐ­πι­θυ­μί­αν κα­κήν, κα τν πλε­ο­νε­ξί­αν ἥ­τις ἐ­στὶν εἰ­δω­λο­λα­τρί­α, δι' ἔρ­χε­ται ἡ ὀρ­γὴ το Θε­οῦ ἐ­πὶ τος υἱ­οὺς τς ἀ­πει­θε­ί­ας, ν ος κα ὑ­μεῖς πε­ρι­ε­πα­τή­σα­τέ πο­τε, ὅ­τε ἐ­ζῆ­τε ἐν αὐ­τοῖς· νυ­νὶ δ ἀ­πό­θε­σθε κα ὑ­μεῖς τ πάν­τα, ὀρ­γήν, θυ­μόν, κα­κί­αν, βλα­σφη­μί­αν, αἰ­σχρο­λο­γί­αν κ το στό­μα­τος ὑ­μῶν· μ ψε­ύ­δε­σθε ες ἀλ­λή­λους, ἀ­πεκ­δυ­σά­με­νοι τν πα­λαι­ὸν ἄν­θρω­πον σν τας πρά­ξε­σιν αὐ­τοῦ κα ἐν­δυ­σά­με­νοι τν νέ­ον τν ἀ­να­και­νο­ύ­με­νον ες ἐ­πί­γνω­σιν κα­τ' εἰ­κό­να το κτί­σαν­τος αὐ­τόν, ὅ­που οκ ἔ­νι Ἕλ­λην κα Ἰ­ου­δαῖ­ος, πε­ρι­το­μὴ κα ἀ­κρο­βυ­στί­α, βάρ­βα­ρος, Σκύ­θης, δοῦ­λος, ἐ­λε­ύ­θε­ρος, ἀλ­λὰ τ πάν­τα κα ν πᾶ­σι Χρι­στός.                                                           

  (Κολ. γ΄[3] 4-11)    

                          

ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!

«Νε­κρώ­σα­τε τὰ μέ­λη ὑ­μῶν τὰ ἐ­πὶ τῆς γῆς... δι᾿ ἃ ἔρ­χε­ται ἡ ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ ἐ­πὶ τοὺς υἱ­οὺς τῆς ἀ­πει­θεί­ας»

Συ­νη­θί­ζου­με νὰ κά­νου­με λό­γο γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, τὴν ἐ­πι­εί­κεια καὶ τὴ μα­κρο­θυ­μί­α Του. Ὡ­στό­σο σή­με­ρα ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μᾶς ὁ­μι­λεῖ γιὰ κά­τι ποὺ ἴ­σως μᾶς ξαφ­νιά­ζει: γιὰ τὴν «ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ». Συγ­κε­κρι­μέ­να ὁ ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος κα­λεῖ τοὺς πι­στοὺς νὰ νε­κρώ­σουν κά­θε ἁ­μαρ­τω­λὸ πά­θος καὶ κα­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α ποὺ κυ­ρια­ρχεῖ μέ­σα τους, δι­ό­τι γιὰ τὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τα κά­θε εἴ­δους «ἔρ­χε­ται ἡ ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ ἐ­πὶ τοὺς υἱ­οὺς τῆς ἀ­πει­θεί­ας»· πρό­κει­ται νὰ ξε­σπά­σει ἡ ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ σ᾿ ὅ­σους ὄ­χι ἀ­πὸ ἄ­γνοι­α ἢ ἀ­δυ­να­μί­α ἀλ­λὰ συ­στη­μα­τι­κὰ καὶ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ δὲν θέ­λουν νὰ πι­στέ­ψουν καὶ προ­τι­μοῦν νὰ ζοῦν μέ­σα στὴν ἁ­μαρ­τί­α.

Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν ὅ­μως ὁ Θε­ὸς τῆς ἀ­γά­πης νὰ ὀρ­γί­ζε­ται καὶ νὰ τι­μω­ρεῖ τοὺς ἁ­μαρ­τω­λούς; Τὸ εὔ­λο­γο αὐ­τὸ ἐ­ρώ­τη­μα μᾶς κα­λεῖ νὰ δοῦ­με πῶς συμ­βι­βά­ζε­ται ἡ ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ μὲ τὴν ἀ­γά­πη Του καὶ ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ μή­νυ­μα ποὺ μᾶς στέλ­νει ὁ Θε­ὸς μὲ τὶς δι­ά­φο­ρες ἀ­πει­λὲς ἢ τι­μω­ρί­ες.

1. Ὀρ­γί­ζε­ται ἢ μᾶς ἀ­γα­πᾶ;

Τί εἶ­ναι ἡ ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ; Ὁ Θε­ὸς δὲν ὀρ­γί­ζε­ται. Οὔ­τε θυ­μώ­νει οὔ­τε ἐκ­δι­κεῖ­ται οὔ­τε τι­μω­ρεῖ. Ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ἀ­γά­πη. Αὐ­τὸ ποὺ ἐ­μεῖς αἰ­σθα­νό­μα­στε ὡς ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι οἱ συ­νέ­πει­ες ἀ­πὸ τὴ δι­κή μας ἀ­πο­μά­κρυν­ση ἀ­πὸ κον­τά Του. Ἂν εἶ­ναι χει­μώ­νας καὶ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦ­με ἀ­πὸ τὴ θερ­μά­στρα ἢ τὸ τζά­κι καὶ βγοῦ­με ἔ­ξω στὸ κρύ­ο, προ­φα­νῶς δὲν φταί­ει ἡ θερ­μά­στρα ἢ τὸ τζά­κι ποὺ πα­γώ­νου­με. Ὅ­σο βρι­σκό­μα­στε κον­τὰ στὸν Θε­ό, χαι­ρό­μα­στε, ἡ ζε­στα­σιὰ τῆς θεί­ας Του χά­ρι­τος μᾶς κά­νει εὐ­τυ­χι­σμέ­νους. Ὅ­ταν φεύ­γου­με ἀ­πὸ κον­τά Του ἁ­μαρ­τά­νον­τας καὶ δὲν με­τα­νο­οῦ­με, πα­γώ­νου­με, ἀρ­ρω­σταί­νου­με, ὑ­πο­φέ­ρου­με. Ἐ­κεῖ­νος θέ­λει πάν­τα τὸ κα­λό μας· ἡ ἐ­πι­μο­νή μας ὅ­μως στὴν ἁ­μαρ­τί­α μᾶς ὁ­δη­γεῖ σὲ κό­λα­ση δυ­στυ­χί­ας. Ὁ Θε­ὸς καὶ τό­τε ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ μᾶς ἀ­γα­πά­ει, δὲν μπο­ρεῖ ὅ­μως νὰ μᾶς ζε­στά­νει μὲ τὴν ἀ­γά­πη Του, δι­ό­τι Τὸν ἐμ­πο­δί­ζει ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α μας.

Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τὸ πα­ρά­δειγ­μα μὲ τὸν ἥ­λιο ὁ ὁ­ποῖ­ος μα­λα­κώ­νει τὸ κε­ρί, ἀλ­λὰ ἀ­πο­ξη­ραί­νει τὸν πη­λό. Πα­ρά­γει δη­λα­δὴ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα στὰ δι­ά­φο­ρα ὑ­λι­κὰ στὰ ὁ­ποῖ­α ρί­χνει τὸ φῶς του, ὄ­χι δι­ό­τι ἡ ἐ­νέρ­γειά του κά­θε φο­ρὰ εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή, ἀλ­λὰ δι­ό­τι δι­α­φο­ρε­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ κα­τά­στα­ση ἐ­κεί­νων ποὺ δέ­χον­ται τὴν ἐ­νέρ­γειά του. Πα­ρο­μοί­ως ὁ Θε­ὸς δὲν τι­μω­ρεῖ μὲ ὀρ­γὴ καὶ ἐκ­δι­κη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση τὸν ἁ­μαρ­τω­λό. Ἡ λε­γό­με­νη «ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ» εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ ἡ ὁ­ποί­α ἐ­νῶ στοὺς δι­καί­ους προ­κα­λεῖ χα­ρὰ καὶ εὐ­φρο­σύ­νη, γιὰ τοὺς ἀ­με­τα­νό­η­τους ἁ­μαρ­τω­λοὺς γί­νε­ται βά­σα­νος καὶ ἀ­φό­ρη­τη ὀ­δύ­νη. Σὰν τὸ φῶς ποὺ ὁ ὑ­γι­ὴς ὀ­φθαλ­μὸς τὸ ἀ­πο­λαμ­βά­νει ἐ­νῶ ὁ ἀ­σθε­νὴς δὲν τὸ ἀν­τέ­χει, ὑ­πο­φέ­ρει καὶ ζη­τεῖ τὸ σκο­τά­δι, δι­ό­τι ἐ­κεῖ βρί­σκει τὴν ἀ­να­κού­φι­σή του! Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ δρά­μα τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν. Καὶ εἶ­ναι φρι­κτὸ τὸ μαρ­τύ­ριο αὐ­τό. Δι­ό­τι πρό­κει­ται γιὰ αὐ­το­τι­μω­ρί­α τὴν ὁ­ποί­α ὁ Θε­ὸς δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἀλ­λά­ξει, λό­γω τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας μας.

2. Ἠ­χη­ρὴ προ­ει­δο­ποί­η­ση

Ἂς προ­σέ­ξου­με λοι­πὸν τὸ ἠ­χη­ρὸ προ­ει­δο­ποι­η­τι­κὸ σῆ­μα ποὺ ἐκ­πέμ­πει ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ: «Ἔρ­χε­ται ἡ ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ». Καὶ τὸ «ἔρ­χε­ται» ση­μαί­νει ὅ­τι εἶ­ναι καθ᾿ ὁ­δὸν οἱ συ­νέ­πει­ες ποὺ θὰ ὑ­πο­στοῦ­με γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες μας. Δὲν πρό­κει­ται δη­λα­δὴ γιὰ κά­τι ποὺ θὰ συμ­βεῖ μό­νο στὸ μέλ­λον κα­τὰ τὴν Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α ἀλ­λὰ γιὰ αὐ­το­τι­μω­ρί­α ποὺ ἐ­πέρ­χε­ται κα­τὰ τὸ δι­ά­στη­μα αὐ­τῆς ἐ­δῶ τῆς ζω­ῆς.

Τὸ μή­νυ­μα ποὺ μᾶς στέλ­νει ὁ πα­νά­γα­θος Θε­ὸς συμ­πυ­κνώ­νε­ται σὲ μί­α μό­νο λέ­ξη: με­τά­νοι­α! Νὰ συ­ναι­σθαν­θοῦ­με σὲ τί με­γά­λη κα­τα­στρο­φὴ μᾶς ὁ­δη­γεῖ ἡ ἁ­μαρ­τί­α καὶ νὰ με­τα­νο­ή­σου­με. «Τὰ ὀ­ψώ­νια της ἁ­μαρ­τί­ας θά­να­τος», ση­μει­ώ­νει σὲ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος (Ρωμ. Ϛ'[6] 23). Ὁ μι­σθὸς μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἡ ἁ­μαρ­τί­α πλη­ρώ­νει τοὺς δού­λους της εἶ­ναι ὁ θά­να­τος. Οἱ τι­μω­ρί­ες τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν, γιὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες δι­α­βά­ζου­με στὴν Ἁ­γί­α Γρα­φή, ἂς μᾶς πα­ρα­δειγ­μα­τί­σουν. Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ παί­ζου­με μὲ τὴν ἁ­μαρ­τί­α!

Εἶ­ναι φι­λάν­θρω­πος ὁ Θε­ὸς ἀλ­λὰ καὶ δί­και­ος· καὶ ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α μας ἐμ­πο­δί­ζει τὴν ἐκ­δή­λω­ση τῆς φι­λαν­θρω­πί­ας Του, ὁ­πό­τε μᾶς ἐγ­κα­τα­λεί­πει. «Μὴ ἐξ ἡ­μι­σεί­ας τὸν Θε­ὸν γνω­ρί­ζω­μεν», λέ­γει ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος (PG 31, 897). Δη­λα­δή, ἂς μὴν ἔ­χου­με τὴ μι­σὴ γνώ­ση πε­ρὶ τοῦ Θε­οῦ. Ἂν σκε­πτό­μα­στε μό­νο τὴ φι­λαν­θρω­πί­α καὶ τὴν ἐ­πι­εί­κειά Του, κιν­δυ­νεύ­ου­με νὰ χα­λα­ρώ­σου­με στὸν πνευ­μα­τι­κό μας ἀ­γώ­να. Εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ ἀ­να­λο­γι­ζό­μα­στε καὶ τὴ δί­και­η ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ, γιὰ νὰ προ­σπα­θοῦ­με συ­στη­μα­τι­κὰ νὰ ἀ­πο­φεύ­γου­με τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ νὰ εὐ­α­ρε­στοῦ­με ἐ­νώ­πιόν Του.

Κα­θὼς τὶς ἡ­μέ­ρες αὐ­τὲς προ­ε­τοι­μα­ζό­μα­στε νὰ ἑ­ορ­τά­σου­με τὴν ἀ­να­το­λὴ τοῦ νο­η­τοῦ Ἡ­λί­ου τῆς δι­και­ο­σύ­νης, τὴ Γέν­νη­ση τοῦ Σω­τῆ­ρος Χρι­στοῦ, ἂς κα­θα­ρί­σου­με τὴν ψυ­χή μας μὲ τὸ Μυ­στή­ριο τῆς ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως καὶ ἂς πά­ρου­με ἀ­πό­φα­ση ὥ­στε τὸν ὑ­πό­λοι­πο χρό­νο τῆς ζω­ῆς μας νὰ τὸν ζή­σου­με μὲ με­τά­νοι­α καὶ ἔν­το­νο ἀ­γώ­να ἐ­ναν­τί­ον τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ὥ­στε νὰ βροῦ­με ἔ­λε­ος καὶ νὰ ἀ­ξι­ω­θοῦ­με νὰ ἀ­πο­λαύ­σου­με τὴν αἰ­ώ­νια δό­ξα κι εὐ­τυ­χί­α κον­τά Του.

  (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ)

Εἶ­πεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην· Ἄν­θρω­πός τις ἐ­πο­ί­η­σε δεῖ­πνον μέ­γα, κα ἐ­κά­λε­σε πολ­λο­ύς· κα ἀ­πέ­στει­λε τν δοῦ­λον αὐ­τοῦ τ ὥ­ρᾳ το δε­ί­πνου εἰ­πεῖν τος κε­κλη­μέ­νοις· ἔρ­χε­σθε, ὅ­τι ἤ­δη ἕ­τοι­μά ἐ­στι πάν­τα. κα ἤρ­ξαν­το ἀ­πὸ μι­ᾶς πα­ραι­τεῖ­σθαι πάν­τες, πρῶ­τος εἶ­πεν αὐ­τῷ· ἀ­γρὸν ἠ­γό­ρα­σα, κα ἔ­χω ἀ­νάγ­κην ἐ­ξελ­θεῖν κα ἰ­δεῖν αὐ­τόν· ἐ­ρω­τῶ σε, ἔ­χε με πα­ρῃ­τη­μέ­νον. κα ἕ­τε­ρος εἶ­πε· ζεύ­γη βο­ῶν ἠ­γό­ρα­σα πέν­τε, κα πο­ρε­ύ­ο­μαι δο­κι­μά­σαι αὐ­τά· ἐ­ρω­τῶ σε, ἔ­χε με πα­ρῃ­τη­μέ­νον. κα ἕ­τε­ρος εἶ­πε· γυ­ναῖ­κα ἔ­γη­μα, κα δι­ὰ τοῦ­το ο δύ­να­μαι ἐλ­θεῖν. κα πα­ρα­γε­νό­με­νος δοῦ­λος ἐ­κεῖ­νος ἀ­πήγ­γει­λε τ κυ­ρί­ῳ αὐ­τοῦ ταῦ­τα. τό­τε ὀρ­γι­σθεὶς ὁ οἰ­κο­δε­σπό­της εἶ­πε τ δο­ύ­λῳ αὐ­τοῦ· ἔ­ξελ­θε τα­χέ­ως ες τς πλα­τε­ί­ας κα ῥύ­μας τς πό­λε­ως, κα τος πτω­χοὺς κα ἀ­να­πή­ρους κα χω­λοὺς κα τυ­φλοὺς εἰ­σά­γα­γε ὧ­δε. κα εἶ­πεν δοῦ­λος· κύ­ρι­ε, γέ­γο­νεν ς ἐ­πέ­τα­ξας, κα ἔ­τι τό­πος ἐ­στί. κα εἶ­πεν κύ­ρι­ος πρς τν δοῦ­λον· Ἔ­ξελ­θε ες τς ὁ­δοὺς κα φραγ­μοὺς κα ἀ­νάγ­κα­σον εἰ­σελ­θεῖν, ἵ­να γε­μι­σθῇ οἶ­κός μου. λέ­γω γρ ὑ­μῖν  ὅ­τι   οὐ­δεὶς  τν  ἀν­δρῶν   ἐ­κε­ί­νων  τν  κε­κλη­μέ­νων  γε­ύ­σε­ταί  μου  το δείπνου.

 (Λουκ. ιδ΄[14] 16 – 24)

 ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Επε Κύριος τήν πιό κάτω παραβολ:  Κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος ἔ­κα­νε με­γά­λο βρα­δι­νὸ συμ­πό­σιο καὶ κάλεσε πολ­λούς. Ἡ χα­ρὰ καὶ ἡ ἀ­πό­λαυ­ση δη­λα­δὴ τῆς αἰ­ώ­νιας βα­σι­λεί­ας πα­ρο­μοι­ά­ζε­ται μ' ἕ­να με­γα­λο­πρε­πὲς δεῖπνο πού ἑ­τοί­μα­σε ὁ Θε­ός. Σ' αὐ­τὸ δὲν κά­λε­σε ἀρ­χι­κὰ ὅ­λους τους ἀν­θρώ­πους, ἀλλά πολ­λούς, δη­λα­δὴ μό­νο τούς Ἰου­δαί­ους. Καὶ τὴν ὥ­ρα τοῦ δεί­πνου ἔ­στει­λε τὸν δοῦλο του γιὰ νὰ πεῖ στοὺς κα­λε­σμέ­νους: Ἐ­λᾶ­τε καὶ μὴν ἀ­να­βάλ­λε­τε, δι­ό­τι εἶ­ναι πλέ­ον ὅ­λα ἕ­τοι­μα. (Σὲ κά­θε ἐ­πο­χὴ δη­λα­δὴ ὁ Θε­ὸς ἔ­στελ­νε τοὺς ἀ­πε­σταλ­μέ­νους του. Καὶ στὸ τέ­λος ἔ­στει­λε τὸν Ἰ­ω­άν­νη τὸν Βα­πτι­στὴ κι ἔ­πει­τα τὸν Υἱ­ό του, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἐ­ναν­θρώ­πη­σή του ἔ­λα­βε μορ­φὴ δού­λου). Τό­τε ἄρ­χι­σαν με­μιᾶς ὅ­λοι οἱ κα­λε­σμέ­νοι, ὁ ἕ­νας με­τὰ τὸν ἄλ­λον, σάν νά ἦ­ταν συ­νεν­νο­η­μέ­νοι, νὰ δι­και­ο­λο­γοῦν τὴν ἀ­που­σί­α τους ἀ­πὸ τὸ δεῖ­πνο. Ὁ πρῶ­τος τοῦ εἶπε: Ἔ­χω ἀ­γο­ρά­σει κά­ποι­ο χω­ρά­φι καὶ πρέ­πει νὰ βγῶ ἔξω καὶ νὰ τὸ δῶ. Σὲ πα­ρα­κα­λῶ, θε­ώ­ρη­σέ με δικαιολογημένο καὶ ἀ­παλ­λαγ­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­ση νὰ ἔλ­θω. Ἄλ­λος πά­λι τοῦ εἶ­πε: Ἔ­χω ἀ­γο­ρά­σει πέν­τε ζευγάρια βό­δια καὶ πη­γαί­νω νὰ τὰ δο­κι­μά­σω. Σὲ πα­ρα­καλῶ, συγ­χώ­ρη­σε τὴ δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη ἀ­που­σί­α μου. Κι ἕ­νας ἄλ­λος τοῦ εἶ­πε: Εἶ­μαι νι­ό­παν­τρος καὶ γι’ αὐτό δὲν μπο­ρῶ νὰ ἔλ­θω. Δη­λα­δὴ οἱ προ­σκε­κλημένοι ὅ­λοι ἀ­πορ­ρο­φή­θη­καν ἀ­πὸ τὶς βι­ο­τι­κὲς καὶ τὶς σαρκικές τους μέ­ρι­μνες καὶ ἀ­δι­α­φό­ρη­σαν γιὰ τὴν πρό­σκληση τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁποῖος τοὺς κα­λοῦ­σε νὰ γί­νουν μέ­τοχοι καί κληρονόμοι τῆς βα­σι­λεί­ας του. Ὅ­ταν λοι­πὸν γύ­ρι­σε ὁ δοῦ­λος ἐ­κεῖ­νος, δι­η­γή­θη­κε στὸν κύ­ριό του τὰ ὅ­σα τοῦ εἶ­παν οἱ κα­λε­σμέ­νοι. Τό­τε ὁ νοι­κο­κύ­ρης θύ­μω­σε καὶ εἶ­πε στὸ δοῦλο του: Βγὲς γρή­γο­ρα στὶς πλα­τεῖ­ες καὶ στὰ στε­νὰ τῆς πό­λε­ως καὶ φέ­ρε ἐ­δῶ μέ­σα τοὺς φτω­χούς, τοὺς σα­κά­τη­δες, τοὺς χω­λοὺς καὶ τοὺς τυ­φλοὺς πού θὰ βρεῖς ἐκεῖ. Κά­λε­σε δη­λα­δὴ ὅ­σους εἶ­ναι πε­ρι­φρο­νη­μέ­νοι με­τα­ξὺ τῶν Ἰσ­ρα­η­λι­τῶν, ἀφοῦ οἱ ἐ­πί­ση­μοι ἄρ­χον­τες τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ ἀρ­νοῦν­ται νὰ δεχθοῦν τὴ σω­τη­ρί­α πού τοὺς προ­σφέ­ρει ὁ Μεσ­σί­ας. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο ἐ­πέ­στρε­ψε πά­λι ὁ δοῦ­λος καὶ εἶ­πε: Κύ­ρι­ε, ἔ­γι­νε ὅ­πως δι­έ­τα­ξες, καὶ ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη τό­πος ἀ­δεια­νὸς στὸ σπί­τι γιὰ νὰ προ­σκλη­θοῦν κι ἄλ­λοι. Τό­τε εἶ­πε ὁ κύ­ριος στὸ δοῦλο: Βγὲς ἔ­ξω ἀ­π' τὴν πό­λη στοὺς δρό­μους καὶ στοὺς φρά­χτες τῶν κτη­μά­των, ὅ­που συ­νή­θως μα­ζεύ­ον­ται οἱ πε­ρι­πλα­νώ­με­νοι, πού δὲν ἔ­χουν σπί­τι καὶ μό­νι­μη κα­τοι­κί­α. Κι ἐ­πει­δὴ αὐ­τοὶ θὰ δι­στά­ζουν ἀ­πὸ συ­στο­λὴ νὰ πά­ρουν μέ­ρος στὸ δεῖ­πνο μου, πα­ρα­κί­νη­σέ τους ἐ­πί­μο­να νὰ μποῦν ἐ­δῶ, γιὰ νὰ γε­μί­σει τὸ σπί­τι μου. Προ­σκά­λε­σε δη­λα­δὴ καὶ τοὺς ἐ­θνι­κοὺς νὰ πά­ρουν μέ­ρος στὰ ἀ­γα­θὰ τῆς βα­σι­λεί­ας μου. Δι­ό­τι σᾶς βε­βαι­ώ­νω ὅ­τι κα­νέ­νας ἀ­πό τους ἀν­θρώ­πους ἐ­κεί­νους πού κά­λε­σα  ὄ­χι μό­νο δὲν θὰ κα­θί­σει, ἀλ­λ' οὔτε κἄν θὰ γευ­θεῖ τὸ δεῖ­πνο μου.

 

 

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ     

    ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ

(6 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2020)

(ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ)




 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ)

Ἀ­δελ­φοί, πε­ί­θε­σθε τοῖς ἡ­γου­μέ­νοις ὑ­μῶν καὶ ὑ­πε­ί­κε­τε· αὐ­τοὶ γὰρ ἀ­γρυ­πνοῦ­σιν ὑ­πὲρ τῶν ψυ­χῶν ὑ­μῶν ὡς λό­γον ἀ­πο­δώ­σον­τες· ἵ­να με­τὰ χα­ρᾶς τοῦ­το ποι­ῶ­σι καὶ μὴ στε­νά­ζον­τες· ἀ­λυ­σι­τε­λὲς γὰρ τοῦ­το. Προ­σε­ύ­χε­σθε πε­ρὶ ἡ­μῶν· πε­πο­ί­θα­μεν γὰρ ὅ­τι κα­λὴν συ­νε­ί­δη­σιν ἔ­χο­μεν, ἐν πᾶ­σι κα­λῶς θέ­λον­τες ἀ­να­στρέ­φε­σθαι. Πε­ρισ­σο­τέ­ρως δὲ πα­ρα­κα­λῶ τοῦ­το ποι­ῆ­σαι, ἵ­να τά­χιον ἀ­πο­κα­τα­στα­θῶ ὑ­μῖν. Ὁ δὲ Θε­ὸς τῆς εἰ­ρή­νης, ὁ ἀ­να­γα­γὼν ἐκ νε­κρῶν «τὸν ποι­μέ­να τῶν προ­βά­των» τὸν μέ­γαν «ἐν αἵ­μα­τι δι­α­θή­κης αἰ­ω­νί­ου», τὸν κύ­ριον ἡ­μῶν ᾿Ι­η­σοῦν, κα­ταρ­τί­σαι ἡ­μᾶς ἐν παν­τὶ ἔρ­γῳ ἀ­γα­θῷ εἰς τὸ ποι­ῆ­σαι τὸ θέ­λη­μα αὐ­τοῦ, ποι­ῶν ἐν ὑ­μῖν τὸ εὐ­ά­ρε­στον ἐ­νώ­πιον αὐ­τοῦ διὰ ᾿Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ᾧ ἡ δό­ξα εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων· ἀ­μήν.   

                                                         (Ἑ­βρ.ιγ΄[13] 17-21)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἀ­δελ­φοί,  νὰ ὑ­πα­κοῦ­τε στοὺς πνευ­μα­τι­κοὺς προ­ϊ­στα­μέ­νους σας καὶ νὰ ὑ­πο­τάσ­σε­σθε τε­λεί­ως σ᾿ αὐ­τούς. Δι­ό­τι αὐ­τοὶ ἀ­γρυ­πνοῦν γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τῶν ψυ­χῶν σας, κα­θὼς θὰ δώ­σουν λό­γο στὸν Χρι­στὸ γιὰ τὶς ψυ­χές σας. Νὰ τοὺς ὑ­πα­κοῦ­τε, γιὰ νὰ ἐν­θαρ­ρύ­νον­ται μὲ τὴν ὑ­πα­κο­ή σας, ὥ­στε νὰ ἐ­πι­τε­λοῦν τὸ ἔρ­γο τους αὐ­τὸ μὲ χα­ρὰ καὶ ὄ­χι μὲ στε­ναγ­μούς. Ἄλ­λω­στε δὲν σᾶς συμ­φέ­ρει νὰ στε­νά­ζουν ἐ­ξαι­τί­ας σας οἱ πνευ­μα­τι­κοί σας προ­ε­στοί, ἐ­πει­δὴ ὁ Θε­ὸς θὰ σᾶς τι­μω­ρή­σει γι᾿ αὐ­τό. Νὰ προ­σεύ­χε­σθε γιὰ μᾶς. Καὶ ἔ­χου­με τὸ θάρ­ρος νὰ ζη­τή­σου­με τὶς προ­σευ­χές σας, δι­ό­τι εἴ­μα­στε βέ­βαι­οι ὅ­τι ἡ συ­νεί­δη­σή μας δὲν μᾶς τύ­πτει σὲ τί­πο­τε, ἀλ­λὰ μᾶς δί­νει ἀ­γα­θὴ συμ­μαρ­τυ­ρί­α, ἀ­φοῦ πάν­το­τε καὶ σὲ ὅ­λα θέ­λου­με νὰ συμ­πε­ρι­φε­ρό­μα­στε κα­λά. Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ λοι­πὸν νὰ τὸ κά­νε­τε αὐ­τὸ πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ μέ­να, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σω νὰ ἔλ­θω ξα­νὰ κον­τά σας τὸ συν­το­μό­τε­ρο. Καὶ ὁ Θε­ός, ποὺ εἶ­ναι ὁ χο­ρη­γὸς καὶ νο­μο­θέ­της τῆς εἰ­ρή­νης, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­νέ­στη­σε ἐκ νε­κρῶν τὸν με­γά­λο ποι­μέ­να τῶν πνευ­μα­τι­κῶν προ­βά­των προ­κει­μέ­νου νὰ εἰ­σέλ­θει στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ προ­σφέ­ρει ἐ­κεῖ ὡς ἐ­ξι­λα­στή­ριο θυ­σί­α τὸ αἷ­μα του, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­κυ­ρώ­θη­κε δι­α­θή­κη αἰ­ώ­νια, τὸν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στὸ δη­λα­δή, εὔ­χο­μαι νὰ σᾶς τε­λει­ο­ποι­ή­σει σὲ κά­θε ἀ­γα­θὸ ἔρ­γο, ὥ­στε νὰ κά­νε­τε τὸ θέ­λη­μά του. Αὐ­τὸς νὰ ἐ­νερ­γή­σει στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό σας ἐ­κεῖ­νο ποὺ εἶ­ναι ἀ­ρε­στὸ ἐ­νώ­πιόν του δι­α­μέ­σου τῆς με­σι­τεί­ας τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­νή­κει ἡ δό­ξα στοὺς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἦν ὁ Ἰησοῦς  δι­δά­σκων ἐν μι­ᾷ τῶν συ­να­γω­γῶν ἐν τοῖς σάβ­βα­σι. καὶ ἰ­δοὺ γυ­νὴ ἦν πνεῦ­μα ἔ­χου­σα ἀ­σθε­νε­ί­ας ἔ­τη δέ­κα καὶ ὀ­κτώ, καὶ ἦν συγ­κύ­πτου­σα καὶ μὴ δυ­να­μέ­νη ἀ­να­κύ­ψαι εἰς τὸ παν­τε­λές. ἰ­δὼν δὲ αὐ­τὴν ὁ Ἰ­η­σοῦς προ­σε­φώ­νη­σε καὶ εἶ­πεν αὐ­τῇ· Γύναι, ἀ­πο­λέ­λυ­σαι τῆς ἀ­σθε­νε­ί­ας σου· καὶ ἐ­πέ­θη­κεν αὐ­τῇ τὰς χεῖ­ρας· καὶ πα­ρα­χρῆ­μα ἀ­νωρ­θώ­θη καὶ ἐ­δό­ξα­ζε τὸν Θε­όν. ἀ­πο­κρι­θεὶς δὲ ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος, ἀ­γα­να­κτῶν ὅ­τι τῷ σαβ­βά­τῳ ἐ­θε­ρά­πευ­σεν ὁ Ἰ­η­σοῦς, ἔ­λε­γε τῷ ὄ­χλῳ· Ἓξ ἡ­μέ­ραι εἰ­σὶν ἐν αἷς δεῖ ἐρ­γά­ζε­σθαι· ἐν τα­ύ­ταις οὖν ἐρ­χό­με­νοι θε­ρα­πε­ύ­ε­σθε, καὶ μὴ τῇ ἡ­μέ­ρᾳ τοῦ σαβ­βά­του. ἀ­πε­κρί­θη οὖν αὐ­τῷ ὁ Κύριος καὶ εἶ­πεν· Ὑ­πο­κρι­τά· ἕ­κα­στος ὑ­μῶν τῷ σαβ­βά­τῳ οὐ λύ­ει τὸν βοῦν αὐ­τοῦ ἢ τὸν ὄ­νον ἀ­πὸ τῆς φάτ­νης καὶ ἀ­πα­γα­γὼν πο­τί­ζει; τα­ύ­την δὲ, θυ­γα­τέ­ρα Ἀ­βρα­ὰμ οὖ­σαν, ἣν ἔ­δη­σεν ὁ σα­τα­νᾶς ἰ­δοὺ δέ­κα καὶ ὀ­κτὼ ἔ­τη, οὐκ ἔ­δει λυ­θῆ­ναι ἀ­πὸ τοῦ δε­σμοῦ το­ύ­του τῇ ἡ­μέ­ρᾳ τοῦ σαβ­βά­του; καὶ ταῦ­τα λέ­γον­τος αὐ­τοῦ κα­τῃ­σχύ­νον­το πάν­τες οἱ ἀν­τι­κε­ί­με­νοι αὐ­τῷ, καὶ πᾶς ὁ ὄ­χλος ἔ­χαι­ρεν ἐ­πὶ πᾶ­σι τοῖς ἐν­δό­ξοις τοῖς γι­νο­μέ­νοις ὑ­π' αὐ­τοῦ.  

    (Λουκ. ιγ΄[13] 10 – 17)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐκεῖνο τόν καιρό ὁ  Ἰησοῦς ἕνα Σάβ­βα­το δί­δα­σκε σὲ μί­α συ­να­γω­γή. Ἐ­κεῖ βρι­σκό­ταν καὶ μί­α γυ­ναί­κα πού ὑ­πέ­φε­ρε δέ­κα ὀ­κτὼ χρό­νια ἀ­πὸ μιὰ ἀ­σθέ­νεια ἐ­ξαι­τί­ας κά­ποι­ου πο­νη­ροῦ πνεύ­μα­τος. Καὶ γι' αὐ­τὸ ἦ­ταν σκυμ­μέ­νη δια­ρκῶς μὲ κυρ­τω­μέ­νο τὸ σῶ­μα της καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε κα­θό­λου νὰ ση­κώ­σει ὄρ­θιο τὸ κε­φά­λι της. Ὅ­ταν λοι­πὸν τὴν εἶ­δε ὁ Ἰ­η­σοῦς, τῆς φώ­να­ξε καὶ τῆς εἶ­πε: Γυ­ναί­κα, εἶ­σαι λυ­μέ­νη καὶ ἐ­λευ­θε­ρω­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀρ­ρώ­στια σου. Κι ἔ­βα­λε πά­νω της τὰ χέ­ρια του. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη ἐ­πα­νέ­κτη­σε τὴν ὄρ­θια στά­ση τοῦ σώ­μα­τός της καὶ δό­ξα­ζε τὸν Θε­ὸ γιὰ τὴ θε­ρα­πεί­α της. Τό­τε ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος, γε­μά­τος ἀ­γα­νά­κτη­ση πού ὁ Ἰ­η­σοῦς ἔ­κα­νε τὴ θε­ρα­πεί­α αὐτή μέ­ρα Σάβ­βα­το, στρά­φη­κε στὸ πλῆ­θος τοῦ λα­οῦ κι ἔ­λε­γε: Ἕξι ἡμέρες ἔχουμε στὴ δι­ά­θε­σή μας νὰ ἐρ­γα­ζό­μα­στε, καὶ μό­νο μέ­σα σ' αὐ­τὲς δι­και­ού­μα­στε καὶ πρέ­πει νὰ τὸ κά­νου­με αὐ­τό. Τίς ἐρ­γά­σι­μες αὐ­τὲς ἡμέρες λοι­πὸν νὰ ἔρ­χε­στε καὶ νὰ θε­ρα­πεύ­ε­σθε, καὶ ὄ­χι τὴν ἡμέρα τοῦ Σαβ­βά­του. Τό­τε λοι­πὸν ὁ Κύ­ριος τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: Ὑ­πο­κρι­τή, κά­τω ἀ­πὸ τὸ πρό­σχη­μα τοῦ σε­βα­σμοῦ τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του κρύ­βεις φθό­νο καὶ μο­χθη­ρί­α. Ὁ κα­θέ­νας σας τὴν ἡμέρα τοῦ Σαβ­βά­του δὲν λύ­νει τὸ βό­δι του ἢ τό γα­ϊ­δού­ρι ἀ­πὸ τὸ πα­χνὶ καὶ δὲν τὸ πη­γαί­νει νὰ τὸ πο­τί­σει; Καὶ τὸ κά­νει αὐ­τὸ χω­ρὶς νὰ θε­ω­ρεῖ­ται πα­ρα­βά­της τῆς ἐν­το­λῆς τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του, σύμ­φω­να μὲ τὴν ἑρ­μη­νεί­α τῆς ἐν­το­λῆς αὐ­τῆς πού εἶ­ναι ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­δο­ση. Αὐ­τὴ ὅ­μως, πού εἶ­ναι κό­ρη καὶ ἀ­πό­γο­νος τοῦ Ἀ­βρα­ὰμ καὶ τὴν ἔ­δε­σε ὁ σα­τα­νᾶς μὲ τέ­τοι­α ἀρ­ρώ­στια, ὤ­στε νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ ση­κω­θεῖ ὄρ­θια δε­κα­ο­κτὼ ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια, δὲν ἦ­ταν σω­στὸ καὶ ἐ­πι­βε­βλη­μέ­νο νὰ λυ­θεῖ ἀπό τὰ μα­κρο­χρό­νια αὐ­τὰ καὶ ὀ­δυ­νη­ρὰ δε­σμὰ της τὴν ἡμέρα τοῦ Σαβ­βά­του; Κι ἐ­νῶ τὰ ἔ­λε­γε αὐ­τὰ ὁ Ἰ­η­σοῦς, ντρο­πι­ά­ζον­ταν ὅ­λοι οἱ ἀν­τί­θε­τοί του. Κι ὅ­λος ὁ λα­ὸς χαι­ρό­ταν γιὰ ὅ­λα τὰ λαμ­πρὰ καὶ θαυ­μα­στὰ ἔρ­γα πού δια­ρκῶς ἔ­κα­νε ὁ Ἰησοῦς.

 

Βι­ο­γρα­φί­α Ἁγίου Νικολάου

Ὁ Ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος γεν­νή­θη­κε τὸν 3ο αἰ­ώ­να μ.Χ. στὰ Πά­τα­ρα τῆς Λυ­κί­ας, ἀ­πὸ γο­νεῖς εὐ­σε­βεῖς καὶ πλου­σί­ους καὶ ἔ­δρα­σε τὴν ἐ­πο­χὴ τῶν αὐ­το­κρα­τό­ρων Δι­ο­κλη­τια­νοῦ (284 - 304 μ.Χ.), Μα­ξι­μια­νοῦ (286 - 305 μ.Χ.) καὶ Με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου.

Σὲ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α ἔ­μει­νε ὀρ­φα­νὸς καὶ κλη­ρο­νό­μος μιᾶς με­γά­λης πε­ρι­ου­σί­ας. Ἀλ­λὰ ὁ Νι­κό­λα­ος, ἐμ­πνε­ό­με­νος ἀ­πὸ φι­λάν­θρω­πα συ­ναι­σθή­μα­τα, δι­έ­θε­τε τὴν πε­ρι­ου­σί­α του γιὰ νὰ ἀ­να­κου­φί­ζει ἄ­πο­ρα, ὀρ­φα­νά, φτω­χούς, χῆ­ρες, στε­νο­χω­ρη­μέ­νους οἰ­κο­γε­νειά­ρχες. Ἕ­νας μά­λι­στα, θὰ δι­έ­φθει­ρε τὶς τρεῖς κό­ρες του, προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σει χρή­μα­τα. Ὅ­ταν τὸ ἔ­μα­θε αὐ­τὸ ὁ Νι­κό­λα­ος, μυ­στι­κὰ σὲ τρεῖς νύ­κτες ἐ­ξα­σφά­λι­σε τὴν προί­κα τῶν τρι­ῶν κο­ρι­τσι­ῶν, ἀ­φή­νον­τας 100 χρυ­σὰ φλου­ριὰ στὴν κά­θε μί­α. Ἔ­τσι, οἱ τρεῖς κό­ρες ἀ­πο­κα­τα­στά­θη­καν καὶ γλί­τω­σαν ἀ­πὸ βέ­βαι­η δι­α­φθο­ρά.

Στὴν συ­νέ­χεια ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε στὸν ἀ­σκη­τι­κὸ βί­ο, λό­γῳ ὅ­μως τῆς ξε­χω­ρι­στῆς ἀ­ρε­τῆς του τι­μή­θη­κε, χω­ρὶς νὰ τὸ ἐ­πι­δι­ώ­ξει, ἀρ­χι­κὰ μὲ τὸ ἀ­ξί­ω­μα τοῦ Ἱ­ε­ρέ­α στὰ Πά­τα­ρα καὶ συ­νέ­χεια μὲ τὸ ἀ­ξί­ω­μα τοῦ ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Μύ­ρων. Ἀ­πὸ τὴ θέ­ση αὐ­τὴ κα­θο­δη­γοῦ­σε μὲ ἀ­γά­πη τὸ ποί­μνιό του καὶ ὁ­μο­λο­γοῦ­σε μὲ παρ­ρη­σί­α τὴν ἀ­λή­θεια. Γιὰ τὸ λό­γο αὐ­τὸ συ­νε­λή­φθη ἀ­πὸ τοὺς το­πι­κοὺς ἄρ­χον­τες καὶ ρί­χτη­κε στὴ φυ­λα­κή.

Ὅ­ταν ὅ­μως ἀ­νῆλ­θε στὸν αὐ­το­κρα­το­ρι­κὸ θρό­νο ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­καν ὅ­λοι οἱ χρι­στια­νοὶ καὶ ἔ­τσι ὁ Νι­κό­λα­ος ἐ­πα­νῆλ­θε στὸν ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πι­κὸ θρό­νο. Μά­λι­στα ἔ­λα­βε μέ­ρος στὴν Α’ Οἰ­κου­με­νι­κὴ Σύ­νο­δο, ὅ­που ξε­χώ­ρι­σε γιὰ τὴ σο­φί­α καὶ τὴν ἠ­θι­κή του τε­λει­ό­τη­τα.

Ὁ Ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος ἦ­ταν προι­κι­σμέ­νος καὶ μὲ τὸ χά­ρι­σμα τῆς θαυ­μα­τουρ­γί­ας μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­σω­σε πολ­λοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ ὅ­σο ἦ­ταν ἐν ζω­ὴ ἀλ­λὰ καὶ με­τὰ τὴν κοί­μη­σή του τὸ 330 μ.Χ. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ὅ­ταν κά­πο­τε κιν­δύ­νευ­σε κά­ποι­ος στὴ θά­λασ­σα – λόγῳ σφο­δρῶν ἀ­νέ­μων – καὶ ἐ­πι­κα­λέ­στη­κε τὸ ὄ­νο­μα τοῦ ἁ­γί­ου σώ­θη­κε καὶ μά­λι­στα ἐ­νῶ βρι­σκό­ταν στὴ μέ­ση τοῦ πε­λά­γους βρέ­θη­κε ἀ­βλα­βὴς στὸ σπί­τι του. Τὸ θαῦ­μα ἔ­γι­νε ἀ­μέ­σως γνω­στὸ στὴν Πό­λη καὶ ὁ λα­ὸς προ­σῆλ­θε ἀ­μέ­σως σὲ λι­τα­νεί­α καὶ ἀ­γρυ­πνί­α προ­κει­μέ­νου νὰ τι­μή­σει τὸν θαυ­μα­τουρ­γὸ Ἅ­γιο.

Πε­ρὶ τῶν Ἱ­ε­ρῶν Λει­ψά­νων τοῦ Ἁ­γί­ου

Ὁ τά­φος τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου στὴ Βα­σι­λι­κὴ τοῦ Μπά­ρι, ἀ­νοί­χθη­κε ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ τὸ 1953 μ.Χ., κα­τὰ τὴν διά­ρκεια ἀ­να­στη­λω­τι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν, τὴν νύ­κτα τῆς 5ης πρὸς 6η Μα­ΐ­ου. Γιὰ τὸν σκο­πὸ αὐ­τὸ συγ­κρο­τή­θη­κε ἐ­πι­τρο­πὴ ἀ­πὸ τὸν Πά­πα, μὲ Πρό­ε­δρο τὸν τό­τε Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κὸ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο τοῦ Μπά­ρι Ἐρ­ρί­κο Νι­κό­δη­μο, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­τέ­θη­κε ἡ κα­νο­νι­κὴ ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῶν λει­ψά­νων τοῦ τά­φου. Πα­ράλ­λη­λα ὁ ἀ­να­γνω­ρι­στι­κὸς ἔ­λεγ­χος καὶ ἡ κα­τα­μέ­τρη­ση τῶν ὀ­στῶν ἀ­να­τέ­θη­κε στὸν Κα­θη­γη­τὴ τῆς Ἀ­να­το­μί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μπά­ρι Λου­ΐ­τζι Μαρ­τί­νο καὶ τὸν βο­η­θό του Για­τρὸ Ἀλ­φρέν­το Ρουγ­γί­ε­ρι.

Τὰ Λεί­ψα­να μέ­σα στὴ λάρ­να­κα ἔ­πλε­αν σὲ ἕ­να δια­υγές, ἄ­χρω­μο καὶ ἄ­ο­σμο ὑ­γρό, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε βά­θος τρί­α πε­ρί­που ἑ­κα­το­στά. Ἡ ἐ­ξέ­τα­ση τοῦ ὑ­γροῦ αὐ­τοῦ ἀ­πὸ τὰ Ἰν­στι­τοῦ­τα Χη­μεί­ας καὶ Ὑ­γι­ει­νῆς του Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Μπά­ρι ἀ­πέ­δει­ξε, ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ κα­θα­ρὸ νε­ρό, ἐ­λεύ­θε­ρο ἀ­πὸ ἅ­λα­τα καὶ στεῖ­ρο ἀ­πὸ μι­κρο­ορ­γα­νι­σμούς! Ἡ ἔ­ρευ­να ἀ­πέ­δει­ξε, ὅ­τι τὸ ὑ­γρὸ αὐ­τὸ προ­ήρ­χε­το ἀ­πὸ τὶς μυ­ε­λο­κυ­ψέ­λες τῶν σπογ­γω­δῶν ὀ­στέ­ων!

Ἡ τρί­τη ἱ­στο­ρι­κὰ ἀ­να­κο­μι­δὴ ἔ­γι­νε τὴν νύ­κτα τῆς 7ης πρὸς 8η Μα­ΐ­ου 1957 μ.Χ., μὲ σκο­πὸ νέ­α ἀ­να­γνώ­ρι­ση, κα­τα­μέ­τρη­ση, ἀ­να­το­μι­κὴ καὶ ἀν­θρω­πο­λο­γι­κὴ με­λέ­τη, πρὶν τὴν ὁ­ρι­στι­κὴ κα­τά­θε­ση στὴν λάρ­να­κα, με­τὰ τὸ πέ­ρας τῶν ἀ­να­στη­λω­τι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν. Στὴν ἰ­α­τρι­κὴ ὁ­μά­δα συμ­με­τεῖ­χε τὴν φο­ρὰ αὐ­τὴ καὶ ὁ Για­τρὸς Λου­ΐ­τζι Βε­νέ­ζια. Τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς ἀν­θρω­πο­λο­γι­κῆς ἐ­ξε­τά­σε­ως τῶν Ἱ­ε­ρῶν Λει­ψά­νων ὑ­πῆρ­ξαν ἐν­τυ­πω­σια­κά. Δι­α­πι­στώ­θη­κε, ὅ­τι ἀ­νῆ­καν σὲ ἕ­να καὶ τὸ αὐ­τὸ ἄ­το­μο καὶ μά­λι­στα σὲ ἄν­δρα ποὺ εἶ­χε ὕ­ψος 1.67 πε­ρί­που, τρε­φό­ταν κυ­ρί­ως μὲ φυ­τι­κὰ προ­ϊ­όν­τα καὶ πέ­θα­νε σὲ ἡ­λι­κί­α με­γα­λύ­τε­ρη τῶν 70 ἐ­τῶν. Τὸ ἄ­το­μο αὐ­τὸ ἀ­νῆ­κε στὴν λευ­κὴ Ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὴ φυ­λή.

Ἡ κα­τά­στα­ση ὁ­ρι­σμέ­νων ὀ­στῶν ἔ­δει­ξε ἀ­κό­μη, ὅ­τι τὸ ἄ­το­μο στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­νῆ­καν, πρέ­πει νὰ εἶ­χε ὑ­πο­φέ­ρει πο­λὺ κά­τω ἀ­πὸ ἰ­δι­αί­τε­ρα δυ­σμε­νεῖς συν­θῆ­κες δι­α­βί­ω­σης, ποὺ τοῦ ἄ­φη­σαν ση­μά­δια στὴν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή του. Ἡ ἀγ­κυ­λω­τι­κὴ σπον­δυ­λο­α­θρί­τι­δα καὶ ἡ δι­ά­χυ­τη ἐν­δο­κρα­νια­κὴ ὑ­πε­ρό­στω­ση, πρέ­πει νὰ κλη­ρο­νο­μή­θη­καν ἀ­πὸ κά­ποι­α ὑ­γρὴ φυ­λα­κή, ὅ­που πέ­ρα­σε ἀρ­κε­τὰ χρό­νια της ζω­ῆς του καὶ μά­λι­στα σὲ προ­χω­ρη­μέ­νη ἡ­λι­κί­α.

Ἡ ἰ­χνο­γρα­φι­κὴ ἀ­νά­πλα­ση τοῦ προ­σώ­που, μὲ τὴν μέ­θο­δο τῆς ὑ­περ­σκε­λε­τι­κῆς ἀ­να­πλά­σε­ως τῶν μα­λα­κῶν με­ρῶν τῆς κε­φα­λῆς, ἀ­πέ­δω­σε ἐ­πί­σης θε­α­μα­τι­κὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα. Τὰ σχε­τι­κὰ ἰ­χνο­γρα­φή­μα­τα ποὺ δη­μο­σί­ευ­σε ὁ Κα­θη­γη­τὴς Μαρ­τί­νο, βρί­σκον­ται σὲ συμ­φω­νί­α μὲ τὶς πα­λαι­ό­τε­ρες ἀ­πει­κο­νί­σεις τοῦ Ἁ­γί­ου, ἐ­κεί­νη τῆς Ἁ­γί­ας Μα­ρί­ας τῆς Πρώ­της (στὴ Ρώ­μη, 8ος ἢ 9ος αἰ­ώ­νας μ.Χ.) καὶ αὐ­τὴ τοῦ Πα­ρεκ­κλη­σί­ου τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­σι­δώ­ρου, στὸν Να­ὸ τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­κου (στὴ Βε­νε­τί­α, ψη­φι­δω­τό του 12ου αἰ­ώ­να μ.Χ.).    

Δη­λα­δή, μὲ τὶς ἐ­ξε­τά­σεις τῶν Λει­ψά­νων τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου, πι­στο­ποι­ή­θη­κε ἡ γνη­σι­ό­τη­τά τους, ἀ­πο­δεί­χθη­κε ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἡ μυ­ρο­βλυ­σί­α του καὶ ἐ­πί­σης ὅ­τι ἡ πά­ρο­δος τοῦ χρό­νου δὲν ἄμ­βλυ­νε τὴν μνή­μη τῶν βα­σι­κῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν της μορ­φῆς του, ὅ­πως τὰ δι­έ­σω­σε ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη εἰ­κο­νο­γρα­φι­κὴ πα­ρά­δο­ση (πρό­σω­πο ἀ­σκη­τι­κό, εὐ­γε­νι­κό, μὲ ἁρ­μο­νι­κὲς ἀ­να­λο­γί­ες, ὑ­ψη­λὸ καὶ πλα­τὺ μέ­τω­πο, με­γά­λα μά­τια – ἐλαφρὰ βα­θου­λω­τὰ – ἐντονα ζυ­γω­μα­τι­κά, φα­λά­κρα). (Βλ. Ἄντ. Μάρ­κου, «Τὰ Λεί­ψα­να τοῦ Ἁγ. Νι­κο­λά­ου Ἐ­πι­σκό­που Μύ­ρων τῆς Λυ­κί­ας καὶ οἱ ἱ­στο­ρι­κές τους πε­ρι­πέ­τει­ες»· Πε­ρι­ο­δι­κὸ «Ὀρ­θό­δο­ξη Μαρ­τυ­ρί­α» Λευ­κω­σί­ας, φ. 44/1994, σελ. 98 - 106· ἀγ­γλι­κὴ ἔκ­δο­ση ἀ­πὸ τὸ Κέν­τρο Πα­ρα­δο­σια­κῶν Ὀρ­θο­δό­ξων Σπου­δῶν Ἔτ­νας Κα­λι­φορ­νί­ας, 1994).

ΠΗΓΗ:    http://www.saint.gr/3134/saint.aspx

 

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2020

Ι­Ε­Ρ­ΟΣ Ν­Α­ΟΣ ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ Α­Κ­Ο­Λ­Ο­Υ­Θ­Ι­ΕΣ Δ­Ε­Κ­Ε­Μ­Β­Ρ­Ι­ΟΥ

Ι­Ε­ΡΑ Μ­Η­Τ­Ρ­Ο­Π­Ο­Λ­ΙΣ Π­Α­Φ­ΟΥ

Ι­Ε­Ρ­ΟΣ Ν­Α­ΟΣ ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

 


Α­Κ­Ο­Λ­Ο­Υ­Θ­Ι­ΕΣ Δ­Ε­Κ­Ε­Μ­Β­Ρ­Ι­ΟΥ

 

2 ΤΕΤΑΡΤΗ Ὁ­σί­ου Πορ­φυ­ρί­ου τοῦ Καυ­σο­κα­λυ­βί­του

5 ΣΑΒΒΑΤΟΝ  Σάβ­βα τ­οῦ ἡ­γι­α­σμέ­νου, Δι­ο­γέ­νους μάρ­τυ­ρος

6 ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ΛΟΥΚΑ, Ἀ­πό­στ. (Ἑβρ. ιγ΄[13] 17-21), Εὐ­αγγ. (Λουκ. ιγ΄[13] 10-17) Νι­κο­λά­ου τ­οῦ ἐν Μύ­ροις τ­οῦ Θαυ­μα­τουρ­γοῦ

9 ΤΕΤΑΡΤΗ Σύλ­λη­ψις τῆς Ἁ­γί­ας Ἄν­νης,

12 ΣΑΒΒΑΤΟΝ Ἁ­γί­ου Σπυ­ρί­δω­νος ἐ­πι­σκό­που Τρι­μυ­θοῦν­τος τοῦ Θαυ­μα­τουρ­γοῦ

13 ΚΥΡΙΑΚΗ Ι­Α΄ΛΟΥ­ΚΑ (ΑΓ. ΠΡΟ­ΠΑ­ΤΟ­ΡΩΝ), Ἀ­πό­στ. (Κολ. γ΄[3] 4-11), Εὐ­αγγ. (Λουκ. ιδ΄[14], 16-24) Εὐ­στρα­τί­ου, Μαρ­δα­ρί­ου κ­αι Ὀ­ρέ­στου τῶν μαρ­τύ­ρων

15 ΤΡΙΤΗ Ἐ­λευ­θε­ρί­ου Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος καί Ἀν­θί­ας τῆς μη­τρός αὐ­τοῦ

20 ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ, Ἀ­πό­στ. (Ἑ­βρ. ι­α΄[11] 9–10, 32-40),Εὐ­αγγ. (Ματθ. α΄[1] 1-25). Μνή­μην ἐ­πι­τε­λοῦ­μεν πάν­των τῶν ἀ­π᾿ αἰ­ῶ­νος Θε­ῷ εὐ­α­ρε­στη­σάν­των, ἀ­πό Ἀ­δάμ ἂ­χρι καί Ἰ­ω­σήφ τοῦ μνή­στο­ρος, Ἁγ. Ἰ­γνα­τί­ου ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος τοῦ Θε­ο­φό­ρου, Ἰ­ω­άν­νου τῆς Κρο­στάν­δης.

22 ΤΡΙΤΗ Ἀ­να­στα­σί­ας Φαρ­μα­κο­λυ­τρί­ας

24 ΠΕΜΠΤΗ Πα­ρα­μο­νὴ τῆς τοῦ Χρι­στοῦ Γεν­νή­σε­ως. Εὐ­γε­νί­ας Ὁ­σι­ο­παρ­θε­νο­μάρ­τυ­ρος καί τῶν σύν αὐ­τῇ.

Ἀ­κο­λου­θί­α Με­γά­λων Ὡ­ρῶν τῶν Χρι­στου­γέν­νων.  Ἑ­σπερ. Χρι­στου­γέν­νων κ­αι Θ. Λει­τουργ. Μ. Βα­σι­λεί­ου

25 ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Η ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΣ

Ἀ­πό­στ. (Γαλ. δ΄[4] 4–7), Εὐ­αγγ. (Ματθ. β΄[2] 1-12)

26 ΣΑΒΒΑΤΟΝ  Σύ­να­ξις Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου

27 ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ. (Πράξ. Ϛ΄[6] 8-ζ΄5, 47 - 60),Εὐ­αγγ. (Ματθ. β΄[2] 13-23). Τ­ῶν ἁ­γί­ων και δι­καί­ων Ἰ­ω­σήφ τ­οῦ Μνή­στο­ρος, Δαυ­ίδ τ­οῦ βα­σι­λέ­ως κ­αί Ἰ­α­κώ­βου τοῦ Ἀ­δελ­φο­θέ­ου. Πρω­τομ. καί Ἀρ­χι­διακ. Στε­φά­νου

 

 

Ω­Ρ­Α­Ρ­ΙΟ

 Ε­Σ­Π­Ε­Ρ­Ι­Ν­ΟΣ: 4.00 Μ.Μ.

Ο­Ρ­Θ­Ρ­ΟΣ: 6.30 Π.Μ.


Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2020

ΜΙΛΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ. «Ἂν θέλουν νὰ εἶμαι ὁ χειρότερος... θὰ εἶμαι!»

 

ΜΙΛΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ 

«Ἂν θέλουν νὰ εἶμαι ὁ χειρότερος... θὰ εἶμαι!»

Δὲν ἦταν εὔκολη ὑπόθεση ἡ περίπτωση τοῦ Νίκου. Ἔμοιαζε μὲ θηρίο ἀνήμερο. Ζωηρὸς καὶ ἀτίθασος, ἀπείθαρχος καὶ ἀνυπάκουος, ἔδινε συνέχεια ἀφορμὲς νὰ συζητεῖται τὸ ὄνομά του μεταξὺ τῶν καθηγητῶν. Ὅλοι μιλοῦσαν γιὰ τὸ πιὸ δύστροπο παιδί. Οἱ δάσκαλοι ποὺ τὸν εἶχαν μαθητὴ στὸ Δημοτικό, εἶχαν πολλὰ νὰ διηγηθοῦν γιὰ τὰ «κατορθώματά» του. Κι ἡ ἴδια ἱστορία συνεχιζόταν τώρα στὸ Γυμνάσιο, μὲ μεγαλύτερη ἔνταση μάλιστα, καθὼς ὁ Νίκος, ἔφηβος πλέον, ἐξελισσόταν σὲ ἀληθινὸ ἐπαναστάτη.

Τίποτα δὲν μποροῦσε νὰ τὸν συνετίσει. Ἀπειλὲς καὶ τιμωρίες, ἀπουσίες καὶ ἀποβολές, ὅλα ἔπεφταν στὸ κενό. Καὶ ὅταν εἰδοποιοῦνταν οἱ γονεῖς γιὰ νὰ ἔλθουν στὸ σχολεῖο, ἐπαναλαμβανόταν ἢ ἴδια σκηνή: οἱ γονεῖς μὲ κατεβασμένο τὸ κεφάλι ἄκουγαν τὸν Διευθυντὴ νὰ τοὺς περιγράφει τὶς πιὸ ἀπίθανες ἀταξίες. Κι ἡ συζήτηση κατέληγε πάντοτε στὸ ἴδιο:

–Γιὰ τὰ ἄλλα παιδιά σας δὲν ἔχουμε κανένα παράπονο. Ὅλοι οἱ συνάδελφοι θυμοῦνται τὴ Βασούλα, τὴ σημαιοφόρο μας, ἀλλὰ καὶ τὸν Παναγιώτη, ποὺ ἦταν ἕνας ἄγγελος μέσα στὴν τάξη. Τὰ βλέπουμε ποὺ προοδεύουν στὸ Λύκειο καὶ τὰ καμαρώνουμε. Ὁ Νίκος ὅμως εἶναι ἐντελῶς διαφορετικός. Δὲν ξέρουμε πῶς νὰ τὸν χειρισθοῦμε.

–Κι ἐμεῖς τὴν ἴδια ἀπορία ἔχουμε, κύριε Διευθυντά. Πῶς βγῆκε αὐτὸ τὸ παιδὶ τόσο διαφορετικό; Τὰ ἄλλα παιδιά μας διαβάζουν, ἔχουν πρόγραμμα, βοηθοῦν στὸ σπίτι. Αὐτὸς σὲ ὅλα ἀντιδρᾶ. Μᾶς ἔχει ἀπογοητεύσει! Τέλος πάντων, μᾶς συγχωρεῖτε. Ἐμεῖς θὰ τοῦ μιλήσουμε καὶ στὸ σπίτι. Δὲν πιστεύουμε ὅμως ὅτι μπορεῖ κάτι νὰ ἀλλάξει. Ἔχουμε πάρει ἀπόφαση ὅτι αὐτὸ τὸ παιδὶ θὰ εἶναι τὸ μόνιμο πρόβλημά μας.

Αὐτὸ πίστευαν οἱ μεγάλοι γιὰ τὸν Νίκο. Καὶ δυστυχῶς τὸ ἔλεγαν καὶ στὸν ἴδιο:

–Ἐσὺ δὲν πρόκειται νὰ ἀλλάξεις. Ἤσουν πάντοτε ὁ πιὸ ἄτακτος καὶ παραμένεις ὁ ἴδιος καὶ χειρότερος. Χειρότερος ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἀδέλφια σου, χειρότερος μαθητὴς καὶ σ᾿ ὅλο τὸ σχολεῖο.

Τὰ ἄκουγε ὅλα αὐτὰ ὁ Νίκος, ἀλλὰ δὲν μιλοῦσε, εἶχε συνηθίσει ἀπὸ μικρὸς νὰ βρίσκεται στὴ δυσμένεια καὶ αὐτὸ τὸν ἔκανε νὰ κλείνεται στὸν ἑαυτό του.

Τὸ παρατήρησε αὐτὸ ἡ φιλόλογος, ποὺ πρόσφατα εἶχε μετατεθεῖ στὸ σχολεῖο τοῦ Νίκου καὶ εἶχε ἀναλάβει τὴν τάξη του. Ἡ ἔμπειρη ἐκπαιδευτικὸς δὲν ἔμενε μόνο στὸ νὰ ἐντοπίζει τὶς παρεκτροπὲς τοῦ ἄτακτου μαθητῆ, ἀλλὰ προσπαθοῦσε νὰ ἀνακαλύψει τὰ βαθύτερα αἴτια. Τὸ ἐγχείρημα δὲν ἦταν εὔκολο. Ὁ ἴδιος ποτὲ δὲν μιλοῦσε γι᾿ αὐτὰ ποὺ ἔνιωθε. Σὲ κανένα δὲν ἀνοιγόταν. Ἐκείνη ὅμως βρῆκε τὸν τρόπο.

Ζήτησε ἀπό τους μαθητὲς νὰ γράψουν στὸ μάθημα τῆς Νεοελληνικῆς Γλώσσας τοὺς πόθους καὶ τὰ ὁράματά τους γιὰ τὸ μέλλον. Πῶς φαντάζονται ὅτι θὰ εἶναι οἱ ἴδιοι ὕστερα ἀπὸ 20 χρόνια. Ὅσα ἔγραψε ὁ Νικόλας, φανέρωναν θυμό, πικρία, ἀπαισιοδοξία: «Πῶς θὰ εἶμαι τότε;... Ἄνεργος, ἄστεγος, ἀλήτης».

Αὐτὸ ἦταν. Βρῆκε ἀφορμὴ ἡ φιλόλογος καὶ κάλεσε ἰδιαιτέρως τὸν Νίκο γιὰ νὰ συζητήσουν. Τοῦ μίλησε πρῶτα ἐπαινετικὰ γιὰ τὴν εὐθύτητα καὶ τὴν εἰλικρίνειά του καὶ τὸν ἄφησε ἔπειτα νὰ ἐκφρασθεῖ ἐλεύθερα. Κι ἐκεῖνος βρῆκε τὴν εὐκαιρία – ἐπιτέλους – νὰ ξεσπάσει:

–Ὅλοι μὲ θεωροῦν τὸν πιὸ ἄτακτο, τὸν πιὸ κακὸ μαθητή. Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ἀκούω τὸ ἴδιο τροπάριο: «Δὲν εἶναι σὰν τὰ ἀδέλφια του. Εἶναι ὁ τύπος του ἔτσι. Ἀντιδραστικὸς καὶ ἀπείθαρχος. Ὁ χειρότερος μαθητής». Ἔ, λοιπόν, κυρία, ἂν μὲ θέλουν νὰ εἶμαι ὁ χειρότερος, δὲν ἔχω πρόβλημα, θὰ εἶμαι!

Στὰ τελευταῖα αὐτὰ λόγια του Νίκου, ἡ ἔμπειρη παιδαγωγὸς ποὺ ὅλη τὴν ὥρα τὸν ἄκουγε μὲ προσοχὴ καὶ πολλὴ κατανόηση, ἀντέδρασε ἔντονα:

–Ὄχι, Νίκο, οὔτε εἶσαι ὁ χειρότερος, οὔτε θέλουμε νὰ γίνεις. Ἔχεις δυναμικὸ χαρακτήρα καὶ αὐτὸ θὰ σὲ βοηθήσει νὰ ἐπιτύχεις μεγάλους καὶ ὑψηλοὺς στόχους...

Ἡ συζήτηση κράτησε ἀρκετά. Ἡ καθηγήτρια ἔβλεπε τὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ αὐτοῦ σὰν ἕνα ὁρμητικὸ ποτάμι ποὺ ἔτρεχε σὲ λάθος κατεύθυνση. Ἂν κάποιος ἔστρεφε τὸν δυναμισμό του σὲ κάτι δημιουργικό, θὰ μποροῦσε νὰ διαπρέψει! Τὴν ἴδια μέρα ἡ καθηγήτρια ἔκλεισε ραντεβοὺ καὶ μὲ τοὺς γονεῖς τοῦ παιδιοῦ. Ἤδη προετοιμαζόταν μιὰ μεγάλη ἀλλαγή. Ἄνοιγε μιὰ νέα σελίδα γιὰ τοὺς καθηγητές, τοὺς γονεῖς, τὸν ἴδιο τὸν Νίκο...

 

Στὴν ἐπιστήμη τῆς ψυχολογίας καὶ τῆς παιδαγωγικῆς περιγράφεται ἕνας σημαντικὸς παράγοντας, ποὺ ρυθμίζει σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ ἀτόμου καὶ τὴν ἐξέλιξη τῆς προσωπικότητάς του. Πρόκειται γιὰ τὴν «αὐτοεκπληρούμενη προφητεία», ποὺ σημαίνει τὴν τάση ἑνὸς ἀτόμου νὰ φέρεται κατὰ τὸν τρόπο ποὺ ὁ ἴδιος ἢ οἱ ἄλλοι ἔχουν προεξοφλήσει γι᾿ αὐτόν.

Πολλοὶ γονεῖς, ἐπικεντρώνονται στὰ ἀρνητικὰ στοιχεῖα τῶν συμπεριφορῶν τοῦ παιδιοῦ καί, προκειμένου νὰ κινητοποιήσουν τὰ παιδιά τους νὰ διορθωθοῦν, κάνουν τὸ λάθος νὰ τοὺς προσδίδουν χαρακτηρισμοὺς καὶ ταμπέλες: π.χ «εἶσαι ἀπρόσεκτος, ἐπιπόλαιος», «δὲν θὰ καταφέρεις τίποτα στὴ ζωή σου» κτλ. Αὐτοὶ οἱ ὑποτιμητικοὶ χαρακτηρισμοί, ἂν καὶ ὑποτίθεται ὅτι ἀποσκοποῦν στὴ βελτίωση τῶν ἐπιδόσεων τοῦ παιδιοῦ, συνήθως καταλήγουν νὰ ἔχουν τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Αὐτὸ συμβαίνει, διότι πράγματι τὸ παιδὶ μπορεῖ νὰ μὴν τὰ καταφέρνει ὅλα καλά, καὶ τότε χρεώνεται τὴν ἀποτυχία ὡς ἀναπόσπαστο κομμάτι τῆς ταυτότητάς του. Στὴ συνέχεια, ἡ συμπεριφορά του προσαρμόζεται στὸν χαρακτηρισμὸ αὐτόν, καὶ δὲν προσπαθεῖ γιὰ τὰ μέγιστα δυνατά, διότι ἔχει πιστέψει ὅτι δὲν πρόκειται νὰ τὰ καταφέρει. Ἔτσι ἐκπληρώνεται ἡ «προφητεία» τῆς ἀποτυχίας.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, καὶ ἡ στάση τῶν γονέων ἢ τῶν ἐκπαιδευτικῶν πρὸς τὰ παιδιὰ διαμορφώνεται ἀνάλογα μὲ τὶς προσδοκίες ποὺ ἔχουν γι᾿ αὐτά, γεγονὸς ποὺ ἔχει ἀντίκτυπο στὴν ἐξέλιξή τους. Ἔρευνες ἔχουν δείξει ὅτι οἱ μαθητὲς ποὺ ὁ δάσκαλος θεωρεῖ ὡς ἔξυπνους καὶ ἱκανούς, συνήθως παρουσιάζουν ὑψηλότερες ἐπιδόσεις σὲ σχέση μὲ τοὺς μαθητὲς ποὺ ἀντιμετωπίζει ὡς χαμηλοῦ ἐπιπέδου.

Ἂς προσέχουμε λοιπὸν νὰ μὴ βάζουμε ἐτικέτες καὶ νὰ μὴ χαρακτηρίζουμε ἀρνητικὰ τὰ παιδιά. Ἂς ἀποφεύγουμε τὶς κακὲς προβλέψεις ποὺ ὑπονομεύουν τὸ μέλλον τους. Κάθε παιδὶ ἔχει πολλὰ θετικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα καλούμαστε νὰ ἀνακαλύψουμε καὶ νὰ ἀναδείξουμε. Αὐτὸ προϋποθέτει σχέση ἐμπιστοσύνης μὲ τὰ παιδιὰ καθὼς καὶ πολλὴ ὑπομονή, μέχρι νὰ τὰ γνωρίσουμε καλύτερα καὶ νὰ τὰ βοηθήσουμε μὲ τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ νὰ ἀξιοποιήσουν τὰ χαρίσματα καὶ τὶς ἱκανότητές τους.

Ἂς μιλοῦμε λοιπὸν στὰ παιδιά μας μὲ θετικὸ τρόπο κι ἂς καλλιεργοῦμε ρεαλιστικὲς προσδοκίες γιὰ τὴν ἐξέλιξή τους. Τὰ ὁράματα ποὺ προσφέρουμε στὰ παιδιά μας διαμορφώνουν τὸ μέλλον τους καὶ γίνονται συχνὰ «αὐτοεκπληρούμενες προφητεῖες». Ἂς βοηθήσουμε λοιπὸν τὰ παιδιὰ νὰ στοχεύουν σὲ ὑψηλὰ ἰδανικὰ καὶ εὐγενῆ ὁράματα, ὥστε αὐτὰ τὰ ἰδανικὰ νὰ γίνουν πραγματικότητα στὴ ζωή τους.

 

ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Ο ΣΩΤΗΡ», ΤΕΥΧΟΣ 2232, Ι/12/2020, ΣΕΛ. 497-498