Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΛΟΥΚΑ (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ  

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΛΟΥΚΑ  (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ)

(13 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2020)


 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ)

Ἀδελφοί, ὃταν ὁ Χρι­στὸς φα­νε­ρω­θῇ, ζω­ὴ ὑ­μῶν, τό­τε κα ὑ­μεῖς σν αὐ­τῷ φα­νε­ρω­θή­σε­σθε ν δό­ξῃ. Νε­κρώ­σα­τε ον τ μέ­λη ὑ­μῶν τ ἐ­πὶ τς γς, πορ­νε­ί­αν, ἀ­κα­θαρ­σί­αν, πά­θος, ἐ­πι­θυ­μί­αν κα­κήν, κα τν πλε­ο­νε­ξί­αν ἥ­τις ἐ­στὶν εἰ­δω­λο­λα­τρί­α, δι' ἔρ­χε­ται ἡ ὀρ­γὴ το Θε­οῦ ἐ­πὶ τος υἱ­οὺς τς ἀ­πει­θε­ί­ας, ν ος κα ὑ­μεῖς πε­ρι­ε­πα­τή­σα­τέ πο­τε, ὅ­τε ἐ­ζῆ­τε ἐν αὐ­τοῖς· νυ­νὶ δ ἀ­πό­θε­σθε κα ὑ­μεῖς τ πάν­τα, ὀρ­γήν, θυ­μόν, κα­κί­αν, βλα­σφη­μί­αν, αἰ­σχρο­λο­γί­αν κ το στό­μα­τος ὑ­μῶν· μ ψε­ύ­δε­σθε ες ἀλ­λή­λους, ἀ­πεκ­δυ­σά­με­νοι τν πα­λαι­ὸν ἄν­θρω­πον σν τας πρά­ξε­σιν αὐ­τοῦ κα ἐν­δυ­σά­με­νοι τν νέ­ον τν ἀ­να­και­νο­ύ­με­νον ες ἐ­πί­γνω­σιν κα­τ' εἰ­κό­να το κτί­σαν­τος αὐ­τόν, ὅ­που οκ ἔ­νι Ἕλ­λην κα Ἰ­ου­δαῖ­ος, πε­ρι­το­μὴ κα ἀ­κρο­βυ­στί­α, βάρ­βα­ρος, Σκύ­θης, δοῦ­λος, ἐ­λε­ύ­θε­ρος, ἀλ­λὰ τ πάν­τα κα ν πᾶ­σι Χρι­στός.                                                           

  (Κολ. γ΄[3] 4-11)    

                          

ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!

«Νε­κρώ­σα­τε τὰ μέ­λη ὑ­μῶν τὰ ἐ­πὶ τῆς γῆς... δι᾿ ἃ ἔρ­χε­ται ἡ ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ ἐ­πὶ τοὺς υἱ­οὺς τῆς ἀ­πει­θεί­ας»

Συ­νη­θί­ζου­με νὰ κά­νου­με λό­γο γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, τὴν ἐ­πι­εί­κεια καὶ τὴ μα­κρο­θυ­μί­α Του. Ὡ­στό­σο σή­με­ρα ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μᾶς ὁ­μι­λεῖ γιὰ κά­τι ποὺ ἴ­σως μᾶς ξαφ­νιά­ζει: γιὰ τὴν «ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ». Συγ­κε­κρι­μέ­να ὁ ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος κα­λεῖ τοὺς πι­στοὺς νὰ νε­κρώ­σουν κά­θε ἁ­μαρ­τω­λὸ πά­θος καὶ κα­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α ποὺ κυ­ρια­ρχεῖ μέ­σα τους, δι­ό­τι γιὰ τὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τα κά­θε εἴ­δους «ἔρ­χε­ται ἡ ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ ἐ­πὶ τοὺς υἱ­οὺς τῆς ἀ­πει­θεί­ας»· πρό­κει­ται νὰ ξε­σπά­σει ἡ ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ σ᾿ ὅ­σους ὄ­χι ἀ­πὸ ἄ­γνοι­α ἢ ἀ­δυ­να­μί­α ἀλ­λὰ συ­στη­μα­τι­κὰ καὶ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ δὲν θέ­λουν νὰ πι­στέ­ψουν καὶ προ­τι­μοῦν νὰ ζοῦν μέ­σα στὴν ἁ­μαρ­τί­α.

Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν ὅ­μως ὁ Θε­ὸς τῆς ἀ­γά­πης νὰ ὀρ­γί­ζε­ται καὶ νὰ τι­μω­ρεῖ τοὺς ἁ­μαρ­τω­λούς; Τὸ εὔ­λο­γο αὐ­τὸ ἐ­ρώ­τη­μα μᾶς κα­λεῖ νὰ δοῦ­με πῶς συμ­βι­βά­ζε­ται ἡ ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ μὲ τὴν ἀ­γά­πη Του καὶ ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ μή­νυ­μα ποὺ μᾶς στέλ­νει ὁ Θε­ὸς μὲ τὶς δι­ά­φο­ρες ἀ­πει­λὲς ἢ τι­μω­ρί­ες.

1. Ὀρ­γί­ζε­ται ἢ μᾶς ἀ­γα­πᾶ;

Τί εἶ­ναι ἡ ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ; Ὁ Θε­ὸς δὲν ὀρ­γί­ζε­ται. Οὔ­τε θυ­μώ­νει οὔ­τε ἐκ­δι­κεῖ­ται οὔ­τε τι­μω­ρεῖ. Ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ἀ­γά­πη. Αὐ­τὸ ποὺ ἐ­μεῖς αἰ­σθα­νό­μα­στε ὡς ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι οἱ συ­νέ­πει­ες ἀ­πὸ τὴ δι­κή μας ἀ­πο­μά­κρυν­ση ἀ­πὸ κον­τά Του. Ἂν εἶ­ναι χει­μώ­νας καὶ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦ­με ἀ­πὸ τὴ θερ­μά­στρα ἢ τὸ τζά­κι καὶ βγοῦ­με ἔ­ξω στὸ κρύ­ο, προ­φα­νῶς δὲν φταί­ει ἡ θερ­μά­στρα ἢ τὸ τζά­κι ποὺ πα­γώ­νου­με. Ὅ­σο βρι­σκό­μα­στε κον­τὰ στὸν Θε­ό, χαι­ρό­μα­στε, ἡ ζε­στα­σιὰ τῆς θεί­ας Του χά­ρι­τος μᾶς κά­νει εὐ­τυ­χι­σμέ­νους. Ὅ­ταν φεύ­γου­με ἀ­πὸ κον­τά Του ἁ­μαρ­τά­νον­τας καὶ δὲν με­τα­νο­οῦ­με, πα­γώ­νου­με, ἀρ­ρω­σταί­νου­με, ὑ­πο­φέ­ρου­με. Ἐ­κεῖ­νος θέ­λει πάν­τα τὸ κα­λό μας· ἡ ἐ­πι­μο­νή μας ὅ­μως στὴν ἁ­μαρ­τί­α μᾶς ὁ­δη­γεῖ σὲ κό­λα­ση δυ­στυ­χί­ας. Ὁ Θε­ὸς καὶ τό­τε ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ μᾶς ἀ­γα­πά­ει, δὲν μπο­ρεῖ ὅ­μως νὰ μᾶς ζε­στά­νει μὲ τὴν ἀ­γά­πη Του, δι­ό­τι Τὸν ἐμ­πο­δί­ζει ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α μας.

Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τὸ πα­ρά­δειγ­μα μὲ τὸν ἥ­λιο ὁ ὁ­ποῖ­ος μα­λα­κώ­νει τὸ κε­ρί, ἀλ­λὰ ἀ­πο­ξη­ραί­νει τὸν πη­λό. Πα­ρά­γει δη­λα­δὴ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα στὰ δι­ά­φο­ρα ὑ­λι­κὰ στὰ ὁ­ποῖ­α ρί­χνει τὸ φῶς του, ὄ­χι δι­ό­τι ἡ ἐ­νέρ­γειά του κά­θε φο­ρὰ εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή, ἀλ­λὰ δι­ό­τι δι­α­φο­ρε­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ κα­τά­στα­ση ἐ­κεί­νων ποὺ δέ­χον­ται τὴν ἐ­νέρ­γειά του. Πα­ρο­μοί­ως ὁ Θε­ὸς δὲν τι­μω­ρεῖ μὲ ὀρ­γὴ καὶ ἐκ­δι­κη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση τὸν ἁ­μαρ­τω­λό. Ἡ λε­γό­με­νη «ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ» εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ ἡ ὁ­ποί­α ἐ­νῶ στοὺς δι­καί­ους προ­κα­λεῖ χα­ρὰ καὶ εὐ­φρο­σύ­νη, γιὰ τοὺς ἀ­με­τα­νό­η­τους ἁ­μαρ­τω­λοὺς γί­νε­ται βά­σα­νος καὶ ἀ­φό­ρη­τη ὀ­δύ­νη. Σὰν τὸ φῶς ποὺ ὁ ὑ­γι­ὴς ὀ­φθαλ­μὸς τὸ ἀ­πο­λαμ­βά­νει ἐ­νῶ ὁ ἀ­σθε­νὴς δὲν τὸ ἀν­τέ­χει, ὑ­πο­φέ­ρει καὶ ζη­τεῖ τὸ σκο­τά­δι, δι­ό­τι ἐ­κεῖ βρί­σκει τὴν ἀ­να­κού­φι­σή του! Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ δρά­μα τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν. Καὶ εἶ­ναι φρι­κτὸ τὸ μαρ­τύ­ριο αὐ­τό. Δι­ό­τι πρό­κει­ται γιὰ αὐ­το­τι­μω­ρί­α τὴν ὁ­ποί­α ὁ Θε­ὸς δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἀλ­λά­ξει, λό­γω τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας μας.

2. Ἠ­χη­ρὴ προ­ει­δο­ποί­η­ση

Ἂς προ­σέ­ξου­με λοι­πὸν τὸ ἠ­χη­ρὸ προ­ει­δο­ποι­η­τι­κὸ σῆ­μα ποὺ ἐκ­πέμ­πει ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ: «Ἔρ­χε­ται ἡ ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ». Καὶ τὸ «ἔρ­χε­ται» ση­μαί­νει ὅ­τι εἶ­ναι καθ᾿ ὁ­δὸν οἱ συ­νέ­πει­ες ποὺ θὰ ὑ­πο­στοῦ­με γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες μας. Δὲν πρό­κει­ται δη­λα­δὴ γιὰ κά­τι ποὺ θὰ συμ­βεῖ μό­νο στὸ μέλ­λον κα­τὰ τὴν Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α ἀλ­λὰ γιὰ αὐ­το­τι­μω­ρί­α ποὺ ἐ­πέρ­χε­ται κα­τὰ τὸ δι­ά­στη­μα αὐ­τῆς ἐ­δῶ τῆς ζω­ῆς.

Τὸ μή­νυ­μα ποὺ μᾶς στέλ­νει ὁ πα­νά­γα­θος Θε­ὸς συμ­πυ­κνώ­νε­ται σὲ μί­α μό­νο λέ­ξη: με­τά­νοι­α! Νὰ συ­ναι­σθαν­θοῦ­με σὲ τί με­γά­λη κα­τα­στρο­φὴ μᾶς ὁ­δη­γεῖ ἡ ἁ­μαρ­τί­α καὶ νὰ με­τα­νο­ή­σου­με. «Τὰ ὀ­ψώ­νια της ἁ­μαρ­τί­ας θά­να­τος», ση­μει­ώ­νει σὲ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος (Ρωμ. Ϛ'[6] 23). Ὁ μι­σθὸς μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἡ ἁ­μαρ­τί­α πλη­ρώ­νει τοὺς δού­λους της εἶ­ναι ὁ θά­να­τος. Οἱ τι­μω­ρί­ες τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν, γιὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες δι­α­βά­ζου­με στὴν Ἁ­γί­α Γρα­φή, ἂς μᾶς πα­ρα­δειγ­μα­τί­σουν. Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ παί­ζου­με μὲ τὴν ἁ­μαρ­τί­α!

Εἶ­ναι φι­λάν­θρω­πος ὁ Θε­ὸς ἀλ­λὰ καὶ δί­και­ος· καὶ ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α μας ἐμ­πο­δί­ζει τὴν ἐκ­δή­λω­ση τῆς φι­λαν­θρω­πί­ας Του, ὁ­πό­τε μᾶς ἐγ­κα­τα­λεί­πει. «Μὴ ἐξ ἡ­μι­σεί­ας τὸν Θε­ὸν γνω­ρί­ζω­μεν», λέ­γει ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος (PG 31, 897). Δη­λα­δή, ἂς μὴν ἔ­χου­με τὴ μι­σὴ γνώ­ση πε­ρὶ τοῦ Θε­οῦ. Ἂν σκε­πτό­μα­στε μό­νο τὴ φι­λαν­θρω­πί­α καὶ τὴν ἐ­πι­εί­κειά Του, κιν­δυ­νεύ­ου­με νὰ χα­λα­ρώ­σου­με στὸν πνευ­μα­τι­κό μας ἀ­γώ­να. Εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ ἀ­να­λο­γι­ζό­μα­στε καὶ τὴ δί­και­η ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ, γιὰ νὰ προ­σπα­θοῦ­με συ­στη­μα­τι­κὰ νὰ ἀ­πο­φεύ­γου­με τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ νὰ εὐ­α­ρε­στοῦ­με ἐ­νώ­πιόν Του.

Κα­θὼς τὶς ἡ­μέ­ρες αὐ­τὲς προ­ε­τοι­μα­ζό­μα­στε νὰ ἑ­ορ­τά­σου­με τὴν ἀ­να­το­λὴ τοῦ νο­η­τοῦ Ἡ­λί­ου τῆς δι­και­ο­σύ­νης, τὴ Γέν­νη­ση τοῦ Σω­τῆ­ρος Χρι­στοῦ, ἂς κα­θα­ρί­σου­με τὴν ψυ­χή μας μὲ τὸ Μυ­στή­ριο τῆς ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως καὶ ἂς πά­ρου­με ἀ­πό­φα­ση ὥ­στε τὸν ὑ­πό­λοι­πο χρό­νο τῆς ζω­ῆς μας νὰ τὸν ζή­σου­με μὲ με­τά­νοι­α καὶ ἔν­το­νο ἀ­γώ­να ἐ­ναν­τί­ον τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ὥ­στε νὰ βροῦ­με ἔ­λε­ος καὶ νὰ ἀ­ξι­ω­θοῦ­με νὰ ἀ­πο­λαύ­σου­με τὴν αἰ­ώ­νια δό­ξα κι εὐ­τυ­χί­α κον­τά Του.

  (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ)

Εἶ­πεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην· Ἄν­θρω­πός τις ἐ­πο­ί­η­σε δεῖ­πνον μέ­γα, κα ἐ­κά­λε­σε πολ­λο­ύς· κα ἀ­πέ­στει­λε τν δοῦ­λον αὐ­τοῦ τ ὥ­ρᾳ το δε­ί­πνου εἰ­πεῖν τος κε­κλη­μέ­νοις· ἔρ­χε­σθε, ὅ­τι ἤ­δη ἕ­τοι­μά ἐ­στι πάν­τα. κα ἤρ­ξαν­το ἀ­πὸ μι­ᾶς πα­ραι­τεῖ­σθαι πάν­τες, πρῶ­τος εἶ­πεν αὐ­τῷ· ἀ­γρὸν ἠ­γό­ρα­σα, κα ἔ­χω ἀ­νάγ­κην ἐ­ξελ­θεῖν κα ἰ­δεῖν αὐ­τόν· ἐ­ρω­τῶ σε, ἔ­χε με πα­ρῃ­τη­μέ­νον. κα ἕ­τε­ρος εἶ­πε· ζεύ­γη βο­ῶν ἠ­γό­ρα­σα πέν­τε, κα πο­ρε­ύ­ο­μαι δο­κι­μά­σαι αὐ­τά· ἐ­ρω­τῶ σε, ἔ­χε με πα­ρῃ­τη­μέ­νον. κα ἕ­τε­ρος εἶ­πε· γυ­ναῖ­κα ἔ­γη­μα, κα δι­ὰ τοῦ­το ο δύ­να­μαι ἐλ­θεῖν. κα πα­ρα­γε­νό­με­νος δοῦ­λος ἐ­κεῖ­νος ἀ­πήγ­γει­λε τ κυ­ρί­ῳ αὐ­τοῦ ταῦ­τα. τό­τε ὀρ­γι­σθεὶς ὁ οἰ­κο­δε­σπό­της εἶ­πε τ δο­ύ­λῳ αὐ­τοῦ· ἔ­ξελ­θε τα­χέ­ως ες τς πλα­τε­ί­ας κα ῥύ­μας τς πό­λε­ως, κα τος πτω­χοὺς κα ἀ­να­πή­ρους κα χω­λοὺς κα τυ­φλοὺς εἰ­σά­γα­γε ὧ­δε. κα εἶ­πεν δοῦ­λος· κύ­ρι­ε, γέ­γο­νεν ς ἐ­πέ­τα­ξας, κα ἔ­τι τό­πος ἐ­στί. κα εἶ­πεν κύ­ρι­ος πρς τν δοῦ­λον· Ἔ­ξελ­θε ες τς ὁ­δοὺς κα φραγ­μοὺς κα ἀ­νάγ­κα­σον εἰ­σελ­θεῖν, ἵ­να γε­μι­σθῇ οἶ­κός μου. λέ­γω γρ ὑ­μῖν  ὅ­τι   οὐ­δεὶς  τν  ἀν­δρῶν   ἐ­κε­ί­νων  τν  κε­κλη­μέ­νων  γε­ύ­σε­ταί  μου  το δείπνου.

 (Λουκ. ιδ΄[14] 16 – 24)

 ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Επε Κύριος τήν πιό κάτω παραβολ:  Κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος ἔ­κα­νε με­γά­λο βρα­δι­νὸ συμ­πό­σιο καὶ κάλεσε πολ­λούς. Ἡ χα­ρὰ καὶ ἡ ἀ­πό­λαυ­ση δη­λα­δὴ τῆς αἰ­ώ­νιας βα­σι­λεί­ας πα­ρο­μοι­ά­ζε­ται μ' ἕ­να με­γα­λο­πρε­πὲς δεῖπνο πού ἑ­τοί­μα­σε ὁ Θε­ός. Σ' αὐ­τὸ δὲν κά­λε­σε ἀρ­χι­κὰ ὅ­λους τους ἀν­θρώ­πους, ἀλλά πολ­λούς, δη­λα­δὴ μό­νο τούς Ἰου­δαί­ους. Καὶ τὴν ὥ­ρα τοῦ δεί­πνου ἔ­στει­λε τὸν δοῦλο του γιὰ νὰ πεῖ στοὺς κα­λε­σμέ­νους: Ἐ­λᾶ­τε καὶ μὴν ἀ­να­βάλ­λε­τε, δι­ό­τι εἶ­ναι πλέ­ον ὅ­λα ἕ­τοι­μα. (Σὲ κά­θε ἐ­πο­χὴ δη­λα­δὴ ὁ Θε­ὸς ἔ­στελ­νε τοὺς ἀ­πε­σταλ­μέ­νους του. Καὶ στὸ τέ­λος ἔ­στει­λε τὸν Ἰ­ω­άν­νη τὸν Βα­πτι­στὴ κι ἔ­πει­τα τὸν Υἱ­ό του, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἐ­ναν­θρώ­πη­σή του ἔ­λα­βε μορ­φὴ δού­λου). Τό­τε ἄρ­χι­σαν με­μιᾶς ὅ­λοι οἱ κα­λε­σμέ­νοι, ὁ ἕ­νας με­τὰ τὸν ἄλ­λον, σάν νά ἦ­ταν συ­νεν­νο­η­μέ­νοι, νὰ δι­και­ο­λο­γοῦν τὴν ἀ­που­σί­α τους ἀ­πὸ τὸ δεῖ­πνο. Ὁ πρῶ­τος τοῦ εἶπε: Ἔ­χω ἀ­γο­ρά­σει κά­ποι­ο χω­ρά­φι καὶ πρέ­πει νὰ βγῶ ἔξω καὶ νὰ τὸ δῶ. Σὲ πα­ρα­κα­λῶ, θε­ώ­ρη­σέ με δικαιολογημένο καὶ ἀ­παλ­λαγ­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­ση νὰ ἔλ­θω. Ἄλ­λος πά­λι τοῦ εἶ­πε: Ἔ­χω ἀ­γο­ρά­σει πέν­τε ζευγάρια βό­δια καὶ πη­γαί­νω νὰ τὰ δο­κι­μά­σω. Σὲ πα­ρα­καλῶ, συγ­χώ­ρη­σε τὴ δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη ἀ­που­σί­α μου. Κι ἕ­νας ἄλ­λος τοῦ εἶ­πε: Εἶ­μαι νι­ό­παν­τρος καὶ γι’ αὐτό δὲν μπο­ρῶ νὰ ἔλ­θω. Δη­λα­δὴ οἱ προ­σκε­κλημένοι ὅ­λοι ἀ­πορ­ρο­φή­θη­καν ἀ­πὸ τὶς βι­ο­τι­κὲς καὶ τὶς σαρκικές τους μέ­ρι­μνες καὶ ἀ­δι­α­φό­ρη­σαν γιὰ τὴν πρό­σκληση τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁποῖος τοὺς κα­λοῦ­σε νὰ γί­νουν μέ­τοχοι καί κληρονόμοι τῆς βα­σι­λεί­ας του. Ὅ­ταν λοι­πὸν γύ­ρι­σε ὁ δοῦ­λος ἐ­κεῖ­νος, δι­η­γή­θη­κε στὸν κύ­ριό του τὰ ὅ­σα τοῦ εἶ­παν οἱ κα­λε­σμέ­νοι. Τό­τε ὁ νοι­κο­κύ­ρης θύ­μω­σε καὶ εἶ­πε στὸ δοῦλο του: Βγὲς γρή­γο­ρα στὶς πλα­τεῖ­ες καὶ στὰ στε­νὰ τῆς πό­λε­ως καὶ φέ­ρε ἐ­δῶ μέ­σα τοὺς φτω­χούς, τοὺς σα­κά­τη­δες, τοὺς χω­λοὺς καὶ τοὺς τυ­φλοὺς πού θὰ βρεῖς ἐκεῖ. Κά­λε­σε δη­λα­δὴ ὅ­σους εἶ­ναι πε­ρι­φρο­νη­μέ­νοι με­τα­ξὺ τῶν Ἰσ­ρα­η­λι­τῶν, ἀφοῦ οἱ ἐ­πί­ση­μοι ἄρ­χον­τες τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ ἀρ­νοῦν­ται νὰ δεχθοῦν τὴ σω­τη­ρί­α πού τοὺς προ­σφέ­ρει ὁ Μεσ­σί­ας. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο ἐ­πέ­στρε­ψε πά­λι ὁ δοῦ­λος καὶ εἶ­πε: Κύ­ρι­ε, ἔ­γι­νε ὅ­πως δι­έ­τα­ξες, καὶ ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη τό­πος ἀ­δεια­νὸς στὸ σπί­τι γιὰ νὰ προ­σκλη­θοῦν κι ἄλ­λοι. Τό­τε εἶ­πε ὁ κύ­ριος στὸ δοῦλο: Βγὲς ἔ­ξω ἀ­π' τὴν πό­λη στοὺς δρό­μους καὶ στοὺς φρά­χτες τῶν κτη­μά­των, ὅ­που συ­νή­θως μα­ζεύ­ον­ται οἱ πε­ρι­πλα­νώ­με­νοι, πού δὲν ἔ­χουν σπί­τι καὶ μό­νι­μη κα­τοι­κί­α. Κι ἐ­πει­δὴ αὐ­τοὶ θὰ δι­στά­ζουν ἀ­πὸ συ­στο­λὴ νὰ πά­ρουν μέ­ρος στὸ δεῖ­πνο μου, πα­ρα­κί­νη­σέ τους ἐ­πί­μο­να νὰ μποῦν ἐ­δῶ, γιὰ νὰ γε­μί­σει τὸ σπί­τι μου. Προ­σκά­λε­σε δη­λα­δὴ καὶ τοὺς ἐ­θνι­κοὺς νὰ πά­ρουν μέ­ρος στὰ ἀ­γα­θὰ τῆς βα­σι­λεί­ας μου. Δι­ό­τι σᾶς βε­βαι­ώ­νω ὅ­τι κα­νέ­νας ἀ­πό τους ἀν­θρώ­πους ἐ­κεί­νους πού κά­λε­σα  ὄ­χι μό­νο δὲν θὰ κα­θί­σει, ἀλ­λ' οὔτε κἄν θὰ γευ­θεῖ τὸ δεῖ­πνο μου.

 

 

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ     

    ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ

(6 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2020)

(ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ)




 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ)

Ἀ­δελ­φοί, πε­ί­θε­σθε τοῖς ἡ­γου­μέ­νοις ὑ­μῶν καὶ ὑ­πε­ί­κε­τε· αὐ­τοὶ γὰρ ἀ­γρυ­πνοῦ­σιν ὑ­πὲρ τῶν ψυ­χῶν ὑ­μῶν ὡς λό­γον ἀ­πο­δώ­σον­τες· ἵ­να με­τὰ χα­ρᾶς τοῦ­το ποι­ῶ­σι καὶ μὴ στε­νά­ζον­τες· ἀ­λυ­σι­τε­λὲς γὰρ τοῦ­το. Προ­σε­ύ­χε­σθε πε­ρὶ ἡ­μῶν· πε­πο­ί­θα­μεν γὰρ ὅ­τι κα­λὴν συ­νε­ί­δη­σιν ἔ­χο­μεν, ἐν πᾶ­σι κα­λῶς θέ­λον­τες ἀ­να­στρέ­φε­σθαι. Πε­ρισ­σο­τέ­ρως δὲ πα­ρα­κα­λῶ τοῦ­το ποι­ῆ­σαι, ἵ­να τά­χιον ἀ­πο­κα­τα­στα­θῶ ὑ­μῖν. Ὁ δὲ Θε­ὸς τῆς εἰ­ρή­νης, ὁ ἀ­να­γα­γὼν ἐκ νε­κρῶν «τὸν ποι­μέ­να τῶν προ­βά­των» τὸν μέ­γαν «ἐν αἵ­μα­τι δι­α­θή­κης αἰ­ω­νί­ου», τὸν κύ­ριον ἡ­μῶν ᾿Ι­η­σοῦν, κα­ταρ­τί­σαι ἡ­μᾶς ἐν παν­τὶ ἔρ­γῳ ἀ­γα­θῷ εἰς τὸ ποι­ῆ­σαι τὸ θέ­λη­μα αὐ­τοῦ, ποι­ῶν ἐν ὑ­μῖν τὸ εὐ­ά­ρε­στον ἐ­νώ­πιον αὐ­τοῦ διὰ ᾿Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ᾧ ἡ δό­ξα εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων· ἀ­μήν.   

                                                         (Ἑ­βρ.ιγ΄[13] 17-21)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἀ­δελ­φοί,  νὰ ὑ­πα­κοῦ­τε στοὺς πνευ­μα­τι­κοὺς προ­ϊ­στα­μέ­νους σας καὶ νὰ ὑ­πο­τάσ­σε­σθε τε­λεί­ως σ᾿ αὐ­τούς. Δι­ό­τι αὐ­τοὶ ἀ­γρυ­πνοῦν γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τῶν ψυ­χῶν σας, κα­θὼς θὰ δώ­σουν λό­γο στὸν Χρι­στὸ γιὰ τὶς ψυ­χές σας. Νὰ τοὺς ὑ­πα­κοῦ­τε, γιὰ νὰ ἐν­θαρ­ρύ­νον­ται μὲ τὴν ὑ­πα­κο­ή σας, ὥ­στε νὰ ἐ­πι­τε­λοῦν τὸ ἔρ­γο τους αὐ­τὸ μὲ χα­ρὰ καὶ ὄ­χι μὲ στε­ναγ­μούς. Ἄλ­λω­στε δὲν σᾶς συμ­φέ­ρει νὰ στε­νά­ζουν ἐ­ξαι­τί­ας σας οἱ πνευ­μα­τι­κοί σας προ­ε­στοί, ἐ­πει­δὴ ὁ Θε­ὸς θὰ σᾶς τι­μω­ρή­σει γι᾿ αὐ­τό. Νὰ προ­σεύ­χε­σθε γιὰ μᾶς. Καὶ ἔ­χου­με τὸ θάρ­ρος νὰ ζη­τή­σου­με τὶς προ­σευ­χές σας, δι­ό­τι εἴ­μα­στε βέ­βαι­οι ὅ­τι ἡ συ­νεί­δη­σή μας δὲν μᾶς τύ­πτει σὲ τί­πο­τε, ἀλ­λὰ μᾶς δί­νει ἀ­γα­θὴ συμ­μαρ­τυ­ρί­α, ἀ­φοῦ πάν­το­τε καὶ σὲ ὅ­λα θέ­λου­με νὰ συμ­πε­ρι­φε­ρό­μα­στε κα­λά. Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ λοι­πὸν νὰ τὸ κά­νε­τε αὐ­τὸ πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ μέ­να, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σω νὰ ἔλ­θω ξα­νὰ κον­τά σας τὸ συν­το­μό­τε­ρο. Καὶ ὁ Θε­ός, ποὺ εἶ­ναι ὁ χο­ρη­γὸς καὶ νο­μο­θέ­της τῆς εἰ­ρή­νης, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­νέ­στη­σε ἐκ νε­κρῶν τὸν με­γά­λο ποι­μέ­να τῶν πνευ­μα­τι­κῶν προ­βά­των προ­κει­μέ­νου νὰ εἰ­σέλ­θει στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ προ­σφέ­ρει ἐ­κεῖ ὡς ἐ­ξι­λα­στή­ριο θυ­σί­α τὸ αἷ­μα του, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­κυ­ρώ­θη­κε δι­α­θή­κη αἰ­ώ­νια, τὸν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στὸ δη­λα­δή, εὔ­χο­μαι νὰ σᾶς τε­λει­ο­ποι­ή­σει σὲ κά­θε ἀ­γα­θὸ ἔρ­γο, ὥ­στε νὰ κά­νε­τε τὸ θέ­λη­μά του. Αὐ­τὸς νὰ ἐ­νερ­γή­σει στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό σας ἐ­κεῖ­νο ποὺ εἶ­ναι ἀ­ρε­στὸ ἐ­νώ­πιόν του δι­α­μέ­σου τῆς με­σι­τεί­ας τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­νή­κει ἡ δό­ξα στοὺς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἦν ὁ Ἰησοῦς  δι­δά­σκων ἐν μι­ᾷ τῶν συ­να­γω­γῶν ἐν τοῖς σάβ­βα­σι. καὶ ἰ­δοὺ γυ­νὴ ἦν πνεῦ­μα ἔ­χου­σα ἀ­σθε­νε­ί­ας ἔ­τη δέ­κα καὶ ὀ­κτώ, καὶ ἦν συγ­κύ­πτου­σα καὶ μὴ δυ­να­μέ­νη ἀ­να­κύ­ψαι εἰς τὸ παν­τε­λές. ἰ­δὼν δὲ αὐ­τὴν ὁ Ἰ­η­σοῦς προ­σε­φώ­νη­σε καὶ εἶ­πεν αὐ­τῇ· Γύναι, ἀ­πο­λέ­λυ­σαι τῆς ἀ­σθε­νε­ί­ας σου· καὶ ἐ­πέ­θη­κεν αὐ­τῇ τὰς χεῖ­ρας· καὶ πα­ρα­χρῆ­μα ἀ­νωρ­θώ­θη καὶ ἐ­δό­ξα­ζε τὸν Θε­όν. ἀ­πο­κρι­θεὶς δὲ ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος, ἀ­γα­να­κτῶν ὅ­τι τῷ σαβ­βά­τῳ ἐ­θε­ρά­πευ­σεν ὁ Ἰ­η­σοῦς, ἔ­λε­γε τῷ ὄ­χλῳ· Ἓξ ἡ­μέ­ραι εἰ­σὶν ἐν αἷς δεῖ ἐρ­γά­ζε­σθαι· ἐν τα­ύ­ταις οὖν ἐρ­χό­με­νοι θε­ρα­πε­ύ­ε­σθε, καὶ μὴ τῇ ἡ­μέ­ρᾳ τοῦ σαβ­βά­του. ἀ­πε­κρί­θη οὖν αὐ­τῷ ὁ Κύριος καὶ εἶ­πεν· Ὑ­πο­κρι­τά· ἕ­κα­στος ὑ­μῶν τῷ σαβ­βά­τῳ οὐ λύ­ει τὸν βοῦν αὐ­τοῦ ἢ τὸν ὄ­νον ἀ­πὸ τῆς φάτ­νης καὶ ἀ­πα­γα­γὼν πο­τί­ζει; τα­ύ­την δὲ, θυ­γα­τέ­ρα Ἀ­βρα­ὰμ οὖ­σαν, ἣν ἔ­δη­σεν ὁ σα­τα­νᾶς ἰ­δοὺ δέ­κα καὶ ὀ­κτὼ ἔ­τη, οὐκ ἔ­δει λυ­θῆ­ναι ἀ­πὸ τοῦ δε­σμοῦ το­ύ­του τῇ ἡ­μέ­ρᾳ τοῦ σαβ­βά­του; καὶ ταῦ­τα λέ­γον­τος αὐ­τοῦ κα­τῃ­σχύ­νον­το πάν­τες οἱ ἀν­τι­κε­ί­με­νοι αὐ­τῷ, καὶ πᾶς ὁ ὄ­χλος ἔ­χαι­ρεν ἐ­πὶ πᾶ­σι τοῖς ἐν­δό­ξοις τοῖς γι­νο­μέ­νοις ὑ­π' αὐ­τοῦ.  

    (Λουκ. ιγ΄[13] 10 – 17)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐκεῖνο τόν καιρό ὁ  Ἰησοῦς ἕνα Σάβ­βα­το δί­δα­σκε σὲ μί­α συ­να­γω­γή. Ἐ­κεῖ βρι­σκό­ταν καὶ μί­α γυ­ναί­κα πού ὑ­πέ­φε­ρε δέ­κα ὀ­κτὼ χρό­νια ἀ­πὸ μιὰ ἀ­σθέ­νεια ἐ­ξαι­τί­ας κά­ποι­ου πο­νη­ροῦ πνεύ­μα­τος. Καὶ γι' αὐ­τὸ ἦ­ταν σκυμ­μέ­νη δια­ρκῶς μὲ κυρ­τω­μέ­νο τὸ σῶ­μα της καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε κα­θό­λου νὰ ση­κώ­σει ὄρ­θιο τὸ κε­φά­λι της. Ὅ­ταν λοι­πὸν τὴν εἶ­δε ὁ Ἰ­η­σοῦς, τῆς φώ­να­ξε καὶ τῆς εἶ­πε: Γυ­ναί­κα, εἶ­σαι λυ­μέ­νη καὶ ἐ­λευ­θε­ρω­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀρ­ρώ­στια σου. Κι ἔ­βα­λε πά­νω της τὰ χέ­ρια του. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη ἐ­πα­νέ­κτη­σε τὴν ὄρ­θια στά­ση τοῦ σώ­μα­τός της καὶ δό­ξα­ζε τὸν Θε­ὸ γιὰ τὴ θε­ρα­πεί­α της. Τό­τε ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος, γε­μά­τος ἀ­γα­νά­κτη­ση πού ὁ Ἰ­η­σοῦς ἔ­κα­νε τὴ θε­ρα­πεί­α αὐτή μέ­ρα Σάβ­βα­το, στρά­φη­κε στὸ πλῆ­θος τοῦ λα­οῦ κι ἔ­λε­γε: Ἕξι ἡμέρες ἔχουμε στὴ δι­ά­θε­σή μας νὰ ἐρ­γα­ζό­μα­στε, καὶ μό­νο μέ­σα σ' αὐ­τὲς δι­και­ού­μα­στε καὶ πρέ­πει νὰ τὸ κά­νου­με αὐ­τό. Τίς ἐρ­γά­σι­μες αὐ­τὲς ἡμέρες λοι­πὸν νὰ ἔρ­χε­στε καὶ νὰ θε­ρα­πεύ­ε­σθε, καὶ ὄ­χι τὴν ἡμέρα τοῦ Σαβ­βά­του. Τό­τε λοι­πὸν ὁ Κύ­ριος τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: Ὑ­πο­κρι­τή, κά­τω ἀ­πὸ τὸ πρό­σχη­μα τοῦ σε­βα­σμοῦ τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του κρύ­βεις φθό­νο καὶ μο­χθη­ρί­α. Ὁ κα­θέ­νας σας τὴν ἡμέρα τοῦ Σαβ­βά­του δὲν λύ­νει τὸ βό­δι του ἢ τό γα­ϊ­δού­ρι ἀ­πὸ τὸ πα­χνὶ καὶ δὲν τὸ πη­γαί­νει νὰ τὸ πο­τί­σει; Καὶ τὸ κά­νει αὐ­τὸ χω­ρὶς νὰ θε­ω­ρεῖ­ται πα­ρα­βά­της τῆς ἐν­το­λῆς τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του, σύμ­φω­να μὲ τὴν ἑρ­μη­νεί­α τῆς ἐν­το­λῆς αὐ­τῆς πού εἶ­ναι ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­δο­ση. Αὐ­τὴ ὅ­μως, πού εἶ­ναι κό­ρη καὶ ἀ­πό­γο­νος τοῦ Ἀ­βρα­ὰμ καὶ τὴν ἔ­δε­σε ὁ σα­τα­νᾶς μὲ τέ­τοι­α ἀρ­ρώ­στια, ὤ­στε νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ ση­κω­θεῖ ὄρ­θια δε­κα­ο­κτὼ ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια, δὲν ἦ­ταν σω­στὸ καὶ ἐ­πι­βε­βλη­μέ­νο νὰ λυ­θεῖ ἀπό τὰ μα­κρο­χρό­νια αὐ­τὰ καὶ ὀ­δυ­νη­ρὰ δε­σμὰ της τὴν ἡμέρα τοῦ Σαβ­βά­του; Κι ἐ­νῶ τὰ ἔ­λε­γε αὐ­τὰ ὁ Ἰ­η­σοῦς, ντρο­πι­ά­ζον­ταν ὅ­λοι οἱ ἀν­τί­θε­τοί του. Κι ὅ­λος ὁ λα­ὸς χαι­ρό­ταν γιὰ ὅ­λα τὰ λαμ­πρὰ καὶ θαυ­μα­στὰ ἔρ­γα πού δια­ρκῶς ἔ­κα­νε ὁ Ἰησοῦς.

 

Βι­ο­γρα­φί­α Ἁγίου Νικολάου

Ὁ Ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος γεν­νή­θη­κε τὸν 3ο αἰ­ώ­να μ.Χ. στὰ Πά­τα­ρα τῆς Λυ­κί­ας, ἀ­πὸ γο­νεῖς εὐ­σε­βεῖς καὶ πλου­σί­ους καὶ ἔ­δρα­σε τὴν ἐ­πο­χὴ τῶν αὐ­το­κρα­τό­ρων Δι­ο­κλη­τια­νοῦ (284 - 304 μ.Χ.), Μα­ξι­μια­νοῦ (286 - 305 μ.Χ.) καὶ Με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου.

Σὲ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α ἔ­μει­νε ὀρ­φα­νὸς καὶ κλη­ρο­νό­μος μιᾶς με­γά­λης πε­ρι­ου­σί­ας. Ἀλ­λὰ ὁ Νι­κό­λα­ος, ἐμ­πνε­ό­με­νος ἀ­πὸ φι­λάν­θρω­πα συ­ναι­σθή­μα­τα, δι­έ­θε­τε τὴν πε­ρι­ου­σί­α του γιὰ νὰ ἀ­να­κου­φί­ζει ἄ­πο­ρα, ὀρ­φα­νά, φτω­χούς, χῆ­ρες, στε­νο­χω­ρη­μέ­νους οἰ­κο­γε­νειά­ρχες. Ἕ­νας μά­λι­στα, θὰ δι­έ­φθει­ρε τὶς τρεῖς κό­ρες του, προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σει χρή­μα­τα. Ὅ­ταν τὸ ἔ­μα­θε αὐ­τὸ ὁ Νι­κό­λα­ος, μυ­στι­κὰ σὲ τρεῖς νύ­κτες ἐ­ξα­σφά­λι­σε τὴν προί­κα τῶν τρι­ῶν κο­ρι­τσι­ῶν, ἀ­φή­νον­τας 100 χρυ­σὰ φλου­ριὰ στὴν κά­θε μί­α. Ἔ­τσι, οἱ τρεῖς κό­ρες ἀ­πο­κα­τα­στά­θη­καν καὶ γλί­τω­σαν ἀ­πὸ βέ­βαι­η δι­α­φθο­ρά.

Στὴν συ­νέ­χεια ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε στὸν ἀ­σκη­τι­κὸ βί­ο, λό­γῳ ὅ­μως τῆς ξε­χω­ρι­στῆς ἀ­ρε­τῆς του τι­μή­θη­κε, χω­ρὶς νὰ τὸ ἐ­πι­δι­ώ­ξει, ἀρ­χι­κὰ μὲ τὸ ἀ­ξί­ω­μα τοῦ Ἱ­ε­ρέ­α στὰ Πά­τα­ρα καὶ συ­νέ­χεια μὲ τὸ ἀ­ξί­ω­μα τοῦ ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Μύ­ρων. Ἀ­πὸ τὴ θέ­ση αὐ­τὴ κα­θο­δη­γοῦ­σε μὲ ἀ­γά­πη τὸ ποί­μνιό του καὶ ὁ­μο­λο­γοῦ­σε μὲ παρ­ρη­σί­α τὴν ἀ­λή­θεια. Γιὰ τὸ λό­γο αὐ­τὸ συ­νε­λή­φθη ἀ­πὸ τοὺς το­πι­κοὺς ἄρ­χον­τες καὶ ρί­χτη­κε στὴ φυ­λα­κή.

Ὅ­ταν ὅ­μως ἀ­νῆλ­θε στὸν αὐ­το­κρα­το­ρι­κὸ θρό­νο ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­καν ὅ­λοι οἱ χρι­στια­νοὶ καὶ ἔ­τσι ὁ Νι­κό­λα­ος ἐ­πα­νῆλ­θε στὸν ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πι­κὸ θρό­νο. Μά­λι­στα ἔ­λα­βε μέ­ρος στὴν Α’ Οἰ­κου­με­νι­κὴ Σύ­νο­δο, ὅ­που ξε­χώ­ρι­σε γιὰ τὴ σο­φί­α καὶ τὴν ἠ­θι­κή του τε­λει­ό­τη­τα.

Ὁ Ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος ἦ­ταν προι­κι­σμέ­νος καὶ μὲ τὸ χά­ρι­σμα τῆς θαυ­μα­τουρ­γί­ας μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­σω­σε πολ­λοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ ὅ­σο ἦ­ταν ἐν ζω­ὴ ἀλ­λὰ καὶ με­τὰ τὴν κοί­μη­σή του τὸ 330 μ.Χ. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ὅ­ταν κά­πο­τε κιν­δύ­νευ­σε κά­ποι­ος στὴ θά­λασ­σα – λόγῳ σφο­δρῶν ἀ­νέ­μων – καὶ ἐ­πι­κα­λέ­στη­κε τὸ ὄ­νο­μα τοῦ ἁ­γί­ου σώ­θη­κε καὶ μά­λι­στα ἐ­νῶ βρι­σκό­ταν στὴ μέ­ση τοῦ πε­λά­γους βρέ­θη­κε ἀ­βλα­βὴς στὸ σπί­τι του. Τὸ θαῦ­μα ἔ­γι­νε ἀ­μέ­σως γνω­στὸ στὴν Πό­λη καὶ ὁ λα­ὸς προ­σῆλ­θε ἀ­μέ­σως σὲ λι­τα­νεί­α καὶ ἀ­γρυ­πνί­α προ­κει­μέ­νου νὰ τι­μή­σει τὸν θαυ­μα­τουρ­γὸ Ἅ­γιο.

Πε­ρὶ τῶν Ἱ­ε­ρῶν Λει­ψά­νων τοῦ Ἁ­γί­ου

Ὁ τά­φος τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου στὴ Βα­σι­λι­κὴ τοῦ Μπά­ρι, ἀ­νοί­χθη­κε ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ τὸ 1953 μ.Χ., κα­τὰ τὴν διά­ρκεια ἀ­να­στη­λω­τι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν, τὴν νύ­κτα τῆς 5ης πρὸς 6η Μα­ΐ­ου. Γιὰ τὸν σκο­πὸ αὐ­τὸ συγ­κρο­τή­θη­κε ἐ­πι­τρο­πὴ ἀ­πὸ τὸν Πά­πα, μὲ Πρό­ε­δρο τὸν τό­τε Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κὸ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο τοῦ Μπά­ρι Ἐρ­ρί­κο Νι­κό­δη­μο, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­τέ­θη­κε ἡ κα­νο­νι­κὴ ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῶν λει­ψά­νων τοῦ τά­φου. Πα­ράλ­λη­λα ὁ ἀ­να­γνω­ρι­στι­κὸς ἔ­λεγ­χος καὶ ἡ κα­τα­μέ­τρη­ση τῶν ὀ­στῶν ἀ­να­τέ­θη­κε στὸν Κα­θη­γη­τὴ τῆς Ἀ­να­το­μί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μπά­ρι Λου­ΐ­τζι Μαρ­τί­νο καὶ τὸν βο­η­θό του Για­τρὸ Ἀλ­φρέν­το Ρουγ­γί­ε­ρι.

Τὰ Λεί­ψα­να μέ­σα στὴ λάρ­να­κα ἔ­πλε­αν σὲ ἕ­να δια­υγές, ἄ­χρω­μο καὶ ἄ­ο­σμο ὑ­γρό, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε βά­θος τρί­α πε­ρί­που ἑ­κα­το­στά. Ἡ ἐ­ξέ­τα­ση τοῦ ὑ­γροῦ αὐ­τοῦ ἀ­πὸ τὰ Ἰν­στι­τοῦ­τα Χη­μεί­ας καὶ Ὑ­γι­ει­νῆς του Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Μπά­ρι ἀ­πέ­δει­ξε, ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ κα­θα­ρὸ νε­ρό, ἐ­λεύ­θε­ρο ἀ­πὸ ἅ­λα­τα καὶ στεῖ­ρο ἀ­πὸ μι­κρο­ορ­γα­νι­σμούς! Ἡ ἔ­ρευ­να ἀ­πέ­δει­ξε, ὅ­τι τὸ ὑ­γρὸ αὐ­τὸ προ­ήρ­χε­το ἀ­πὸ τὶς μυ­ε­λο­κυ­ψέ­λες τῶν σπογ­γω­δῶν ὀ­στέ­ων!

Ἡ τρί­τη ἱ­στο­ρι­κὰ ἀ­να­κο­μι­δὴ ἔ­γι­νε τὴν νύ­κτα τῆς 7ης πρὸς 8η Μα­ΐ­ου 1957 μ.Χ., μὲ σκο­πὸ νέ­α ἀ­να­γνώ­ρι­ση, κα­τα­μέ­τρη­ση, ἀ­να­το­μι­κὴ καὶ ἀν­θρω­πο­λο­γι­κὴ με­λέ­τη, πρὶν τὴν ὁ­ρι­στι­κὴ κα­τά­θε­ση στὴν λάρ­να­κα, με­τὰ τὸ πέ­ρας τῶν ἀ­να­στη­λω­τι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν. Στὴν ἰ­α­τρι­κὴ ὁ­μά­δα συμ­με­τεῖ­χε τὴν φο­ρὰ αὐ­τὴ καὶ ὁ Για­τρὸς Λου­ΐ­τζι Βε­νέ­ζια. Τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς ἀν­θρω­πο­λο­γι­κῆς ἐ­ξε­τά­σε­ως τῶν Ἱ­ε­ρῶν Λει­ψά­νων ὑ­πῆρ­ξαν ἐν­τυ­πω­σια­κά. Δι­α­πι­στώ­θη­κε, ὅ­τι ἀ­νῆ­καν σὲ ἕ­να καὶ τὸ αὐ­τὸ ἄ­το­μο καὶ μά­λι­στα σὲ ἄν­δρα ποὺ εἶ­χε ὕ­ψος 1.67 πε­ρί­που, τρε­φό­ταν κυ­ρί­ως μὲ φυ­τι­κὰ προ­ϊ­όν­τα καὶ πέ­θα­νε σὲ ἡ­λι­κί­α με­γα­λύ­τε­ρη τῶν 70 ἐ­τῶν. Τὸ ἄ­το­μο αὐ­τὸ ἀ­νῆ­κε στὴν λευ­κὴ Ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὴ φυ­λή.

Ἡ κα­τά­στα­ση ὁ­ρι­σμέ­νων ὀ­στῶν ἔ­δει­ξε ἀ­κό­μη, ὅ­τι τὸ ἄ­το­μο στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­νῆ­καν, πρέ­πει νὰ εἶ­χε ὑ­πο­φέ­ρει πο­λὺ κά­τω ἀ­πὸ ἰ­δι­αί­τε­ρα δυ­σμε­νεῖς συν­θῆ­κες δι­α­βί­ω­σης, ποὺ τοῦ ἄ­φη­σαν ση­μά­δια στὴν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή του. Ἡ ἀγ­κυ­λω­τι­κὴ σπον­δυ­λο­α­θρί­τι­δα καὶ ἡ δι­ά­χυ­τη ἐν­δο­κρα­νια­κὴ ὑ­πε­ρό­στω­ση, πρέ­πει νὰ κλη­ρο­νο­μή­θη­καν ἀ­πὸ κά­ποι­α ὑ­γρὴ φυ­λα­κή, ὅ­που πέ­ρα­σε ἀρ­κε­τὰ χρό­νια της ζω­ῆς του καὶ μά­λι­στα σὲ προ­χω­ρη­μέ­νη ἡ­λι­κί­α.

Ἡ ἰ­χνο­γρα­φι­κὴ ἀ­νά­πλα­ση τοῦ προ­σώ­που, μὲ τὴν μέ­θο­δο τῆς ὑ­περ­σκε­λε­τι­κῆς ἀ­να­πλά­σε­ως τῶν μα­λα­κῶν με­ρῶν τῆς κε­φα­λῆς, ἀ­πέ­δω­σε ἐ­πί­σης θε­α­μα­τι­κὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα. Τὰ σχε­τι­κὰ ἰ­χνο­γρα­φή­μα­τα ποὺ δη­μο­σί­ευ­σε ὁ Κα­θη­γη­τὴς Μαρ­τί­νο, βρί­σκον­ται σὲ συμ­φω­νί­α μὲ τὶς πα­λαι­ό­τε­ρες ἀ­πει­κο­νί­σεις τοῦ Ἁ­γί­ου, ἐ­κεί­νη τῆς Ἁ­γί­ας Μα­ρί­ας τῆς Πρώ­της (στὴ Ρώ­μη, 8ος ἢ 9ος αἰ­ώ­νας μ.Χ.) καὶ αὐ­τὴ τοῦ Πα­ρεκ­κλη­σί­ου τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­σι­δώ­ρου, στὸν Να­ὸ τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­κου (στὴ Βε­νε­τί­α, ψη­φι­δω­τό του 12ου αἰ­ώ­να μ.Χ.).    

Δη­λα­δή, μὲ τὶς ἐ­ξε­τά­σεις τῶν Λει­ψά­νων τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου, πι­στο­ποι­ή­θη­κε ἡ γνη­σι­ό­τη­τά τους, ἀ­πο­δεί­χθη­κε ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἡ μυ­ρο­βλυ­σί­α του καὶ ἐ­πί­σης ὅ­τι ἡ πά­ρο­δος τοῦ χρό­νου δὲν ἄμ­βλυ­νε τὴν μνή­μη τῶν βα­σι­κῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν της μορ­φῆς του, ὅ­πως τὰ δι­έ­σω­σε ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη εἰ­κο­νο­γρα­φι­κὴ πα­ρά­δο­ση (πρό­σω­πο ἀ­σκη­τι­κό, εὐ­γε­νι­κό, μὲ ἁρ­μο­νι­κὲς ἀ­να­λο­γί­ες, ὑ­ψη­λὸ καὶ πλα­τὺ μέ­τω­πο, με­γά­λα μά­τια – ἐλαφρὰ βα­θου­λω­τὰ – ἐντονα ζυ­γω­μα­τι­κά, φα­λά­κρα). (Βλ. Ἄντ. Μάρ­κου, «Τὰ Λεί­ψα­να τοῦ Ἁγ. Νι­κο­λά­ου Ἐ­πι­σκό­που Μύ­ρων τῆς Λυ­κί­ας καὶ οἱ ἱ­στο­ρι­κές τους πε­ρι­πέ­τει­ες»· Πε­ρι­ο­δι­κὸ «Ὀρ­θό­δο­ξη Μαρ­τυ­ρί­α» Λευ­κω­σί­ας, φ. 44/1994, σελ. 98 - 106· ἀγ­γλι­κὴ ἔκ­δο­ση ἀ­πὸ τὸ Κέν­τρο Πα­ρα­δο­σια­κῶν Ὀρ­θο­δό­ξων Σπου­δῶν Ἔτ­νας Κα­λι­φορ­νί­ας, 1994).

ΠΗΓΗ:    http://www.saint.gr/3134/saint.aspx

 

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2020

Ι­Ε­Ρ­ΟΣ Ν­Α­ΟΣ ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ Α­Κ­Ο­Λ­Ο­Υ­Θ­Ι­ΕΣ Δ­Ε­Κ­Ε­Μ­Β­Ρ­Ι­ΟΥ

Ι­Ε­ΡΑ Μ­Η­Τ­Ρ­Ο­Π­Ο­Λ­ΙΣ Π­Α­Φ­ΟΥ

Ι­Ε­Ρ­ΟΣ Ν­Α­ΟΣ ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

 


Α­Κ­Ο­Λ­Ο­Υ­Θ­Ι­ΕΣ Δ­Ε­Κ­Ε­Μ­Β­Ρ­Ι­ΟΥ

 

2 ΤΕΤΑΡΤΗ Ὁ­σί­ου Πορ­φυ­ρί­ου τοῦ Καυ­σο­κα­λυ­βί­του

5 ΣΑΒΒΑΤΟΝ  Σάβ­βα τ­οῦ ἡ­γι­α­σμέ­νου, Δι­ο­γέ­νους μάρ­τυ­ρος

6 ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ΛΟΥΚΑ, Ἀ­πό­στ. (Ἑβρ. ιγ΄[13] 17-21), Εὐ­αγγ. (Λουκ. ιγ΄[13] 10-17) Νι­κο­λά­ου τ­οῦ ἐν Μύ­ροις τ­οῦ Θαυ­μα­τουρ­γοῦ

9 ΤΕΤΑΡΤΗ Σύλ­λη­ψις τῆς Ἁ­γί­ας Ἄν­νης,

12 ΣΑΒΒΑΤΟΝ Ἁ­γί­ου Σπυ­ρί­δω­νος ἐ­πι­σκό­που Τρι­μυ­θοῦν­τος τοῦ Θαυ­μα­τουρ­γοῦ

13 ΚΥΡΙΑΚΗ Ι­Α΄ΛΟΥ­ΚΑ (ΑΓ. ΠΡΟ­ΠΑ­ΤΟ­ΡΩΝ), Ἀ­πό­στ. (Κολ. γ΄[3] 4-11), Εὐ­αγγ. (Λουκ. ιδ΄[14], 16-24) Εὐ­στρα­τί­ου, Μαρ­δα­ρί­ου κ­αι Ὀ­ρέ­στου τῶν μαρ­τύ­ρων

15 ΤΡΙΤΗ Ἐ­λευ­θε­ρί­ου Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος καί Ἀν­θί­ας τῆς μη­τρός αὐ­τοῦ

20 ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ, Ἀ­πό­στ. (Ἑ­βρ. ι­α΄[11] 9–10, 32-40),Εὐ­αγγ. (Ματθ. α΄[1] 1-25). Μνή­μην ἐ­πι­τε­λοῦ­μεν πάν­των τῶν ἀ­π᾿ αἰ­ῶ­νος Θε­ῷ εὐ­α­ρε­στη­σάν­των, ἀ­πό Ἀ­δάμ ἂ­χρι καί Ἰ­ω­σήφ τοῦ μνή­στο­ρος, Ἁγ. Ἰ­γνα­τί­ου ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος τοῦ Θε­ο­φό­ρου, Ἰ­ω­άν­νου τῆς Κρο­στάν­δης.

22 ΤΡΙΤΗ Ἀ­να­στα­σί­ας Φαρ­μα­κο­λυ­τρί­ας

24 ΠΕΜΠΤΗ Πα­ρα­μο­νὴ τῆς τοῦ Χρι­στοῦ Γεν­νή­σε­ως. Εὐ­γε­νί­ας Ὁ­σι­ο­παρ­θε­νο­μάρ­τυ­ρος καί τῶν σύν αὐ­τῇ.

Ἀ­κο­λου­θί­α Με­γά­λων Ὡ­ρῶν τῶν Χρι­στου­γέν­νων.  Ἑ­σπερ. Χρι­στου­γέν­νων κ­αι Θ. Λει­τουργ. Μ. Βα­σι­λεί­ου

25 ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Η ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΣ

Ἀ­πό­στ. (Γαλ. δ΄[4] 4–7), Εὐ­αγγ. (Ματθ. β΄[2] 1-12)

26 ΣΑΒΒΑΤΟΝ  Σύ­να­ξις Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου

27 ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ. (Πράξ. Ϛ΄[6] 8-ζ΄5, 47 - 60),Εὐ­αγγ. (Ματθ. β΄[2] 13-23). Τ­ῶν ἁ­γί­ων και δι­καί­ων Ἰ­ω­σήφ τ­οῦ Μνή­στο­ρος, Δαυ­ίδ τ­οῦ βα­σι­λέ­ως κ­αί Ἰ­α­κώ­βου τοῦ Ἀ­δελ­φο­θέ­ου. Πρω­τομ. καί Ἀρ­χι­διακ. Στε­φά­νου

 

 

Ω­Ρ­Α­Ρ­ΙΟ

 Ε­Σ­Π­Ε­Ρ­Ι­Ν­ΟΣ: 4.00 Μ.Μ.

Ο­Ρ­Θ­Ρ­ΟΣ: 6.30 Π.Μ.