Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2021

Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Ζ΄ Λ­Ο­Υ­ΚΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕ­ΡΑ Μ­Η­Τ­Ρ­Ο­Π­Ο­Λ­ΙΣ Π­Α­Φ­ΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ  

Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Ζ΄ Λ­Ο­Υ­ΚΑ

(7 ΝΟΕΜ­Β­Ρ­Ι­ΟΥ 2021)

 




Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Κ΄ ΚΥΡΙΑΚΗΣ)

Ἀ­δελ­φοί, γνω­ρί­ζω ὑ­μῖν τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιον τὸ εὐ­αγ­γε­λι­σθὲν ὑπ᾽ ἐ­μοῦ ὅ­τι οὐκ ἔ­στιν κα­τὰ ἄν­θρω­πον· οὐ­δὲ γὰρ ἐ­γὼ πα­ρὰ ἀν­θρώ­που πα­ρέ­λα­βον αὐ­τό, οὔ­τε ἐ­δι­δά­χθην, ἀλ­λὰ δι᾽ ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως ᾽Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ. ᾽Η­κο­ύ­σα­τε γὰρ τὴν ἐ­μὴν ἀ­να­στρο­φήν πο­τε ἐν τῷ ᾽Ι­ου­δα­ϊ­σμῷ, ὅ­τι καθ᾽ ὑ­περ­βο­λὴν ἐ­δί­ω­κον τὴν ἐκ­κλη­σί­αν τοῦ Θε­οῦ καὶ ἐ­πόρ­θουν αὐ­τήν, καὶ προ­έ­κο­πτον ἐν τῷ ᾽Ι­ου­δα­ϊ­σμῷ ὑ­πὲρ πολ­λοὺς συ­νη­λι­κι­ώ­τας ἐν τῷ γέ­νει μου, πε­ρισ­σο­τέ­ρως ζη­λω­τὴς ὑ­πάρ­χων τῶν πα­τρι­κῶν μου πα­ρα­δό­σε­ων. Ὅ­τε δὲ εὐ­δό­κη­σεν ὁ Θε­ὸς, ὁ ἀ­φο­ρί­σας με ἐκ κοι­λί­ας μη­τρός μου καὶ κα­λέ­σας διὰ τῆς χά­ρι­τος αὐ­τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψαι τὸν υἱ­ὸν αὐ­τοῦ ἐν ἐ­μοὶ, ἵ­να εὐ­αγ­γε­λί­ζω­μαι αὐ­τὸν ἐν τοῖς ἔ­θνε­σιν, εὐ­θέ­ως οὐ προ­σα­νε­θέ­μην σαρ­κὶ καὶ αἵ­μα­τι, οὐ­δὲ ἀ­νῆλ­θον εἰς ῾Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα πρὸς τοὺς πρὸ ἐ­μοῦ ἀ­πο­στό­λους, ἀλ­λὰ ἀ­πῆλ­θον εἰς ᾽Α­ρα­βί­αν, καὶ πά­λιν ὑ­πέ­στρε­ψα εἰς Δα­μα­σκόν. ῎Ε­πει­τα με­τὰ τρί­α ἔ­τη ἀ­νῆλ­θον εἰς ῾Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα ἱ­στο­ρῆ­σαι Πέτρον, καὶ ἐ­πέ­μει­να πρὸς αὐ­τὸν ἡ­μέ­ρας δε­κα­πέν­τε· ἕ­τε­ρον δὲ τῶν ἀ­πο­στό­λων οὐκ εἶ­δον, εἰ μὴ ᾽Ιάκωβον τὸν ἀ­δελ­φὸν τοῦ Κυ­ρί­ου. 

                          (Γαλ. α[1] 11-19)

 

Η ΘΕΑ ΤΟΥ ΖΩΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ: «...Εὐ­δό­κη­σεν ὁ Θε­ὸς ὁ ἀ­φο­ρί­σας με ἐκ κοι­λί­ας μη­τρός μου καὶ κα­λέ­σας διὰ τῆς χά­ρι­τος αὐ­τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψαι τὸν υἱ­ὸν αὐ­τοῦ ἐν ἐ­μοί...».

Στὰ με­γά­λα καὶ αἰ­ώ­νια καὶ ἀ­γω­νι­ώ­δη ἐ­ρω­τή­μα­τα τῆς κά­θε ψυ­χῆς, γιὰ τὸ πῶς αὐ­τὴ μπο­ρεῖ νὰ γνω­ρί­σει τὸν Θε­ό, φαί­νε­ται νὰ ἀ­παν­τᾶ τὸ Ἀ­πο­στο­λι­κό μας ἀ­νά­γνω­σμα. Βε­βαί­ως ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἐ­δῶ ὁ­μι­λεῖ μό­νο γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, λέ­γον­τας πὼς ὁ Θε­ός, ὁ ὁ­ποῖ­ος τὸν δι­ά­λε­ξε ἀ­πὸ τό­τε ἀ­κό­μη, ποὺ ἦ­ταν στὰ σπλάγ­χνα τῆς μη­τέ­ρας του, καὶ τὸν ­κά­λε­σε μὲ τὴν Χά­ρι Του κον­τά Του, εὐ­α­ρε­στή­θη­κε νὰ τοῦ φα­νε­ρώ­σει μέ­σα στὰ βά­θη τῆς καρ­διᾶς του τὸν Υἷ­όν Του, τὸν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό.

Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὅ­μως αὐ­τό, ποὺ συ­νέ­βει στὸν Ἀ­πό­στο­λο, ἐ­φαρ­μό­ζε­ται στὶς γε­νι­κές του γραμ­μὲς καὶ στὸν κά­θε πι­στὸ σὲ ὅ­λους τοὺς αἰ­ῶ­νες καὶ ἑ­πο­μέ­νως μπο­ροῦ­με μὲ βά­ση τὴν πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ θεί­ου Ἀ­πο­στό­λου νὰ δοῦ­με καὶ ἐ­μεῖς: Ποῦ καὶ πῶς ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ὁ Θε­ὸς στὸν κα­θέ­να μας.

1. ΤΟ ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Ποῦ  λοι­πὸν γί­νε­ται ἡ φα­νέ­ρω­ση τοῦ Θε­οῦ στὸν κα­θέ­να μας; Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πρῶ­το ἐ­ρώ­τη­μά μας. «Εὐ­δό­κη­σεν ὁ Θε­ός... ἀ­πο­κα­λύ­ψαι τὸν Υἱ­ὸν αὐ­τοῦ ἐν ἐ­μοί», γρά­φει ὁ ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος. Εὐ­α­ρε­στή­θη­κε ὁ Θε­ὸς νὰ μοῦ φα­νε­ρώ­σει τὸν Υἱ­ό Του μέ­σα μου, στὰ βά­θη τῆς καρ­διᾶς μου. «Ἐν ἐ­μοί»!

Εἶ­ναι φα­νε­ρὸ πὼς ἐ­δῶ ὁ μέ­γας Παῦ­λος δὲν ἀ­να­φέ­ρε­ται μό­νο στὸ συγ­κλο­νι­στι­κὸ γε­γο­νός, ποὺ τοῦ συ­νέ­βει στὸν δρό­μο πρὸς τὴ Δα­μα­σκό, ὅ­που τοῦ φα­νε­ρώ­θη­κε ὁ Κύ­ριός μας μὲ ἐκ­πλη­κτι­κὴ λαμ­πρό­τη­τα. Ὄ­χι! Ὁ Ἀ­πό­στο­λος ὁ­μι­λεῖ καὶ γιὰ κά­τι ἐ­σω­τε­ρι­κό­τε­ρο, γιὰ τὴ δι­ερ­γα­σί­α ποὺ ἔ­γι­νε μέ­σα του με­τὰ τὸ θαυ­μα­στὸ ἐ­κεῖ­νο ὅ­ρα­μα, ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς ὁ­ποί­ας ἦ­ταν νὰ τοῦ φα­νε­ρω­θεῖ, ὁ Κύ­ριος στὴν καρ­διά του μὲ ἕ­να μυ­στι­κό­τε­ρο ἀλ­λὰ καὶ ἐξ ἴ­σου οὐ­σι­α­στι­κὸ τρό­πο. Καὶ ὄ­χι μό­νο νὰ τοῦ φα­νε­ρω­θεῖ, ἀλ­λὰ καὶ νὰ μέ­νει, νὰ κα­τοι­κεῖ μέ­σα του· «ζῇ ἐν ἐ­μοὶ Χρι­στὸς» (Γαλ. β' 20), βε­βαι­ώ­νει στὴν πρὸς Γα­λά­τας ἐ­πι­στο­λή του, πράγ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο ἄλ­λω­στε ζη­τά­ει καὶ ἀ­πὸ τοὺς πι­στούς, ἀ­φοῦ, ὅ­πως γρά­φει, προ­σεύ­χε­ται γι᾿ αὐ­τοὺς νὰ ἀ­ξι­ω­θοῦν νὰ κα­τοι­κή­σει ὁ Χρι­στὸς διὰ τῆς πί­στε­ώς τους μὲς στὶς καρ­δι­ές τους: «κα­τοι­κῆ­σαι τὸν Χρι­στὸν διὰ τῆς πί­στε­ως ἐν ταῖς καρ­δί­αις ὑ­μῶν» (Ἐ­φεσ. γ'[3] 17), ση­μει­ώ­νει.

Ὁ­πό­τε εἶ­ναι πλέ­ον σα­φὲς ποῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ὁ Κύ­ριος στὸν κα­θέ­να μας: Ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στὴν καρ­διὰ τοῦ κα­θε­νός μας. Στὴν καρ­διά, ποὺ εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πέ­ραν­το σύμ­παν μέ­σα μας. Τό­σο κον­τά μας, ἀλ­λὰ καὶ τό­σο ἄ­γνω­στο στοὺς πε­ρισ­σο­τέ­ρους μας. Ὄ­χι λοι­πὸν στὰ ὄ­νει­ρα καὶ στὰ ὁ­ρά­μα­τα, ὅ­πως νο­μί­ζουν πολ­λοί. Αὐ­τὰ μό­νον ἐ­κτά­κτως καὶ σπα­νί­ως, σπα­νι­ό­τα­τα μπο­ρεῖ νὰ τὰ χρη­σι­μο­ποί­η­σει ὁ Θε­ός. Ἐ­νῶ – καὶ αὐ­τὸ θέ­λει πολ­λὴ προ­σο­χὴ – τὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ συ­χνὰ καὶ μὲ με­γά­λη τέ­χνη ὁ δι­ά­βο­λος. 

Ὄ­χι ἑ­πο­μέ­νως σ᾿ αὐ­τά, ἀλ­λὰ στὴν καρ­διά, στὸ κέν­τρο τῶν αἰ­σθη­μά­των καὶ τῆς ἀ­γά­πης μας, ἐ­κεῖ φα­νε­ρώ­νε­ται ὁ Χρι­στὸς στὸν κα­θέ­να μας.

Πῶς ὅ­μως; Μὲ ποι­ὰ δι­α­δι­κα­σί­α γί­νε­ται αὐ­τὴ ἡ ὑ­πέ­ρο­χη ἀ­πο­κά­λυ­ψη;

2. Η ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΪΚΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Ὁ ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος μᾶς βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι ἡ φα­νέ­ρω­ση τοῦ Χρι­στοῦ μὲς στὴν καρ­διά του ἦ­ταν ἕ­να δῶ­ρο τοῦ Θε­οῦ, ὁ Ὁ­ποῖ­ος ὄ­χι μό­νον «εὐ­δό­κη­σε», θέ­λη­σε δη­λα­δὴ μέ­σα στὴν ἄ­πει­ρη φι­λαν­θρω­πί­α Του νὰ τὸ κά­νει, ἀλ­λὰ καὶ ξε­χώ­ρι­σε τὸν Ἀ­πό­στο­λο ἤ­δη «ἐκ κοι­λί­ας μη­τρὸς» αὐ­τοῦ καὶ τὸν κά­λε­σε διὰ τῆς Χά­ρι­τός Του, τό­τε ποὺ τοῦ φα­νέ­ρω­θη­κε στὸν δρό­μο πρὸς τὴ Δα­μα­σκό.

Εὐ­δό­κη­σε, τὸν ξε­χώ­ρι­σε, τὸν κά­λε­σε!

Τρεῖς ἐ­νέρ­γει­ες, μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἐκ­δη­λώ­θη­κε ἡ κί­νη­ση τῆς θε­ϊ­κῆς ἀ­γά­πης στὴ ζω­ὴ τοῦ με­γά­λου Ἀ­πο­στό­λου. Κά­τι ἄλ­λω­στε τὸ ὁ­ποῖ­ο πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται καὶ στὴ ζω­ὴ τοῦ κα­θε­νός μας. Δι­ό­τι καὶ γιὰ μᾶς «εὐ­δό­κη­σε», εὐ­α­ρε­στή­θη­κε νὰ μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­ψει τὸν Υἱ­όν Του ὁ Θε­ός. Καὶ ὄ­χι μό­νον «εὐ­δό­κη­σε», ἀλ­λὰ καὶ μᾶς ξε­χώ­ρι­σε, μᾶς δι­ά­λε­ξε «ἐκ κοι­λί­ας μη­τρὸς» καὶ ἀ­κό­μη ἐ­νω­ρί­τε­ρα, πρὶν κἂν ὑ­πάρ­ξου­με, «πρὸ κα­τα­βο­λῆς κό­σμου» (Ἐ­φεσ. α'[1] 4). Καὶ βέ­βαι­α μᾶς κά­λε­σε καὶ ἐ­μᾶς «διὰ τῆς χά­ρι­τος αὐ­τοῦ» κον­τά Του, στὴν ἁ­γί­α Του  Ἐκ­κλη­σί­α.

Ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι σω­στά, με­γά­λα καὶ ση­μαν­τι­κά. Ναί, ἀλ­λὰ πρέ­πει καὶ τοῦ­το ἰ­δι­αι­τέ­ρως νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­σου­με: Ὅ­τι ἡ κί­νη­ση αὐ­τή, μὲ τὴν Ὁ­ποί­α ὁ Δη­μι­ουρ­γός μας μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὸν Ἑ­αυ­τό Του, δὲν γί­νε­ται αὐ­θαί­ρε­τα, ἀλ­λὰ ἐ­ξαρ­τᾶ­ται καὶ ἀ­πὸ τὸν βαθ­μὸ τῆς δι­κῆς μας ἀν­τα­πο­κρί­σε­ως. Καὶ τὸ ἴ­διο τὸ προ­αι­ώ­νιο σχέ­διό Του γιὰ μᾶς τὸ ἔ­χει κα­ταρ­τί­σει βά­σει τῆς προ­γνώ­σε­ώς Του, γιὰ τὸ κα­τὰ πό­σο θὰ πι­στεύ­σου­με σ᾿ αὐ­τὸ τὸ σχέ­διο καὶ θὰ θε­λή­σου­με ἐ­λεύ­θε­ρα νὰ Τοῦ προ­σφέ­ρου­με τὴν καρ­διά μας.

Ἑ­πο­μέ­νως εἶ­ναι φα­νε­ρὸ πὼς τὸ ἐ­ὰν καὶ πό­σο θὰ φα­νε­ρω­θεῖ ὁ Θε­ὸς στὴν καρ­διά μας, τε­λι­κὰ ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ ἐ­μᾶς καὶ μό­νο. Δι­ό­τι Ἐ­κεῖ­νος «πάν­τας ἀν­θρώ­πους θέ­λει σω­θῆ­ναι» (Α' Τιμ. β'[2] 4), ἐ­πι­θυ­μεῖ ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι νὰ σω­θοῦν καὶ ὅ­λους νὰ μᾶς ἔ­χει αἰ­ω­νί­ως κον­τά Του. Ἐ­ὰν λοι­πὸν καὶ ἐ­μεῖς θε­λή­σου­με νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θοῦ­με σ᾿ αὐ­τὴν τὴν ἄ­πει­ρη ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, τό­τε τὸ ἀ­σύλ­λη­πτα με­γά­λο σχέ­διό Του γιὰ μᾶς πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται καὶ Ἐ­κεῖ­νος μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὸν Ἑ­αυ­τό Του καὶ μᾶς κα­θι­στᾶ με­τό­χους της δό­ξης καὶ μα­κα­ρι­ό­τη­τάς Του.

Ἐ­ὰν θε­λή­σου­με! Για­τί μπο­ρεῖ καὶ νὰ ἀρ­νη­θοῦ­με, ὁ­πό­τε Ἐ­κεῖ­νος ὑ­πο­χω­ρεῖ, δὲν μᾶς ἀ­ναγ­κά­ζει. Ἀλ­λὰ βέ­βαι­α καὶ δὲν ἀ­ναγ­κά­ζε­ται! Ἐ­ὰν δη­λα­δὴ ἐ­μεῖς τυ­χὸν λέ­με ὅ­τι πι­στεύ­ου­με, ταυ­το­χρό­νως ὅ­μως κά­νου­με συμ­βι­βα­σμοὺς μὲ τὴν ἁ­μαρ­τί­α, Ἐ­κεῖ­νος ἀρ­νεῖ­ται νὰ εἰ­σέλ­θει καὶ νὰ μεί­νει στὴν καρ­διά μας. Ἐ­ὰν λοι­πὸν δὲν αἰ­σθα­νό­μα­στε τὴν πα­ρου­σί­α Του ἐν­τός μας, ἂς ψά­ξου­με νὰ βροῦ­με τί εἶ­ναι αὐ­τό, ποὺ Τὸν ἐμ­πο­δί­ζει νὰ εἰ­σέλ­θει. Ἐ­ὰν κρα­τᾶ­με κρα­τού­με­να, ἐ­ὰν ἔ­χου­με ἁ­μαρ­τί­ες ἀ­νε­ξο­μο­λό­γη­τες, ἐ­ὰν ἡ καρ­διά μας εἶ­ναι προ­σκολ­λη­μέ­νη κά­που ἀλλοῦ, ἂς μὴ ξε­γε­λᾶ­με τὸν ἑ­αυ­τό μας· ὁ ἥ­λιος μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­τεί­λει κά­πο­τε ἀ­πὸ τὴ δύ­ση, ὁ Θε­ὸς ὅ­μως μέ­σα μας ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ φα­νε­ρω­θεῖ. ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ!

«Πρὸ κα­τα­βο­λῆς κό­σμου» μᾶς ἐ­ξέ­λε­ξε ὁ Θε­ός, ἀ­δελ­φοί! Τὸ σχέ­διό Του γιὰ τὸν κα­θέ­να μας κα­ταρ­τί­στη­κε πρὶν ὑ­πάρ­ξει ὁ ἥ­λιος καὶ τὰ ἀ­στέ­ρια!

Καὶ τώ­ρα; Τώ­ρα, νά! Ἔ­φθα­σε ἡ στιγ­μὴ τῆς ἐ­φαρ­μο­γῆς του! Λοι­πόν, τώ­ρα ἐ­μεῖς θὰ ἀ­δι­α­φο­ρή­σου­με γι᾿ αὐ­τό; Ὄ­χι! Ἀλ­λὰ ὁ­λό­ψυ­χα νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θοῦ­με στὴ με­γά­λη ἀ­γά­πη Του, γιὰ νὰ μᾶς ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ Ἐ­κεῖ­νος καὶ νὰ ἑ­νω­θοῦ­με μα­ζί Του αἰ­ώ­νια. Ἀ­μήν!

(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ Ι­Ε­ΡΟ Ε­Υ­Α­Γ­Γ­Ε­Λ­ΙΟ

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἂνθρωπός τις προσῆλ­θε τῷ Ἰησοῦ, ᾧ ὄ­νο­μα Ἰάειρος, κα αὐτός ἄρ­χων τς συ­να­γω­γῆς ὑ­πῆρ­χε· κα πε­σὼν πα­ρὰ τος πό­δας το Ἰ­η­σοῦ πα­ρε­κά­λει αὐ­τὸν εἰ­σελ­θεῖν ες τν οἶ­κον αὐ­τοῦ, ὅ­τι θυ­γά­τηρ μο­νο­γε­νὴς ν αὐ­τῷ ς ἐ­τῶν δώ­δε­κα κα αὕ­τη ἀ­πέ­θνῃ­σκεν. ν δ τ ὑ­πά­γειν αὐ­τὸν ο ὄ­χλοι συ­νέ­πνι­γον αὐ­τόν. κα γυ­νὴ οὖ­σα ν ῥύ­σει αἵ­μα­τος ἀ­πὸ ἐ­τῶν δώ­δε­κα, ἥ­τις ἰ­α­τροῖς προ­σα­να­λώ­σα­σα ὅ­λον τν βί­ον οκ ἴ­σχυ­σεν ὑ­π' οὐ­δε­νὸς θε­ρα­πευ­θῆ­ναι, προ­σελ­θοῦ­σα ὄ­πι­σθεν ἥ­ψα­το το κρα­σπέ­δου το ἱ­μα­τί­ου αὐ­τοῦ, κα πα­ρα­χρῆ­μα ἔ­στη ἡ ῥύ­σις το αἵ­μα­τος αὐ­τῆς. κα εἶ­πεν Ἰ­η­σοῦς· Τς ἁ­ψά­με­νός μου; ἀρ­νου­μέ­νων δ πάν­των εἶ­πεν Πτρος κα ο σν αὐ­τῷ· Ἐ­πι­στά­τα, ο ὄ­χλοι συ­νέ­χου­σί σε κα ἀ­πο­θλί­βου­σι κα λέ­γεις τς ἁ­ψά­με­νός μου; δ Ἰ­η­σοῦς εἶ­πεν· Ἥ­ψα­τό μο τις· ἐ­γὼ γρ ἔ­γνων δύ­να­μιν ἐ­ξελ­θοῦ­σαν ἀ­π' ἐ­μοῦ. ἰ­δοῦ­σα δ γυ­νὴ ὅ­τι οκ ἔ­λα­θε, τρέ­μου­σα ἦλ­θε κα προ­σπε­σοῦ­σα αὐ­τῷ δι' ν αἰ­τί­αν ἥ­ψα­το αὐ­τοῦ ἀ­πήγ­γει­λεν αὐ­τῷ ἐ­νώ­πι­ον παν­τὸς το λα­οῦ, κα ς ἰ­ά­θη πα­ρα­χρῆ­μα. δ εἶ­πεν αὐ­τῇ· Θρσει, θύ­γα­τερ, πί­στις σου σέ­σω­κέ σε· πο­ρε­ύ­ου ες εἰ­ρή­νην. Ἔ­τι αὐ­τοῦ λα­λοῦν­τος ἔρ­χε­ταί τις πα­ρὰ το ἀρ­χι­συ­να­γώ­γου λέ­γων αὐ­τῷ ὅ­τι Τθνηκεν θυ­γά­τηρ σου· μ σκύλ­λε τν δι­δά­σκα­λον. δ Ἰ­η­σοῦς ἀ­κο­ύ­σας ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τῷ λέ­γων· Μ φο­βοῦ· μό­νον πί­στευ­ε, κα σω­θή­σε­ται. ἐλ­θὼν δ ες τν οἰ­κί­αν οκ ἀ­φῆ­κεν εἰ­σελ­θεῖν οὐ­δέ­να ε μ Πτρον κα Ἰ­ω­άν­νην κα Ἰάκωβον κα τν πα­τέ­ρα τς παι­δὸς κα τν μη­τέ­ρα. ἔ­κλαι­ον δ πάν­τες κα ἐ­κό­πτον­το αὐ­τήν. δ εἶ­πε· Μ κλα­ί­ε­τε· οκ ἀ­πέ­θα­νεν, ἀλ­λὰ κα­θε­ύ­δει. κα κα­τε­γέ­λων αὐ­τοῦ, εἰ­δό­τες ὅ­τι ἀ­πέ­θα­νεν. αὐ­τ­ὸς δ ἐκ­βα­λὼν ἔ­ξω πάν­τας κα κρα­τή­σας τς χει­ρὸς αὐ­τῆς ἐ­φώ­νη­σε λέ­γων· πας, ἐ­γε­ί­ρου. κα ἐ­πέ­στρε­ψε τ πνεῦ­μα αὐ­τῆς, κα ἀ­νέ­στη πα­ρα­χρῆ­μα, κα δι­έ­τα­ξεν αὐ­τῇ δο­θῆ­ναι φα­γεῖν. κα ἐ­ξέ­στη­σαν ο γο­νεῖς αὐ­τῆς· δ πα­ρήγ­γει­λεν αὐ­τοῖς μη­δε­νὶ εἰ­πεῖν τ γε­γο­νός.              

 

                                   (Λουκ. η΄ [8] 41– 56)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ἦλ­θεν στόν Ἰησοῦ κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος, πού ὀ­νο­μα­ζό­ταν Ἰ­άειρος  καὶ  ἦ­ταν  ἄρ­χον­τας  τῆς  συ­να­γω­γῆς.  Κι ἀφοῦ  ἔ­πε­σε γο­να­τι­στὸς κον­τὰ στὰ πό­δια του, τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ πά­ει στὸ σπί­τι του, δι­ό­τι εἶ­χε μί­α μο­νά­κρι­βη κό­ρη πε­ρί­που δώ­δε­κα χρό­νων πού βρι­σκό­ταν στὰ τε­λευ­ταῖ­α της καὶ πέ­θαι­νε. Καὶ τὴν ὥ­ρα πού ὁ Ἰ­η­σοῦς πή­γαι­νε στὸ σπί­τι τοῦ Ἰαείρου, τὰ πλή­θη τοῦ λαοῦ τὸν πε­ρι­έ­βαλ­λαν ἀ­σφυ­κτι­κὰ καὶ τὸν πί­ε­ζαν. Τό­τε λοι­πὸν κά­ποι­α γυ­ναί­κα πού ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ αἱ­μορ­ρα­γί­α ἐ­δῶ καὶ δώ­δε­κα χρό­νια, ἡ ὁποία μα­ζὶ μὲ τὰ ἄλ­λα βά­σα­να τῆς ἀρ­ρώ­στιας της εἶ­χε ξο­δέ­ψει καὶ ὅ­λη τὴν πε­ρι­ου­σί­α της σὲ για­τροὺς καὶ δὲν μπό­ρε­σε νὰ θε­ρα­πευ­θεῖ ἀ­πὸ κα­νέ­ναν, ἀφοῦ πλη­σί­α­σε τὸν Ἰησοῦ ἀ­πὸ πί­σω, ὥ­στε νὰ μὴν τὴν ἀν­τι­λη­φθεῖ κα­νείς, ἐ­πει­δὴ ντρε­πό­ταν νὰ γί­νει φα­νε­ρὴ ἡ ἀρ­ρώ­στια της, ἄγ­γι­ξε τὴν ἄ­κρη τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ ἐν­δύ­μα­τός του κι ἀ­μέ­σως στα­μά­τη­σε ἡ αἱ­μορ­ρα­γί­α της. Τό­τε εἶ­πε ὁ Ἰησοῦς: Ποι­ὸς μὲ ἄγ­γι­ξε; Κι ἐ­πει­δὴ ὅ­λοι οἱ τρι­γύ­ρω ἀρ­νοῦν­ταν, εἶ­πε ὁ Πέ­τρος καὶ οἱ ἄλ­λοι μα­θη­τὲς πού ἦ­ταν μα­ζί του: Δι­δά­σκα­λε, τὰ πλή­θη τοῦ λα­οῦ σὲ πε­ρι­κύ­κλω­σαν καὶ σὲ πι­έ­ζουν ἀ­σφυ­κτι­κὰ· καὶ σὺ λές, ποι­ὸς μὲ ἄγ­γι­ξε; Ὁ Ἰησοῦς ὅ­μως εἶπε: Κά­ποι­ος μὲ ἄγ­γι­ξε. Δι­ό­τι ἐγώ κα­τά­λα­βα ὅ­τι βγῆ­κε ἀ­πὸ πά­νω μου δύ­να­μη θαυ­μα­τουρ­γι­κή. Ὅ­ταν λοι­πὸν ἡ γυ­ναί­κα εἶ­δε ὅ­τι δὲν μπό­ρε­σε νὰ κρυ­φτεῖ καὶ δὲν ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸν Ἰ­η­σοῦ αὐ­τὸ πού ἔ­κα­νε, ἦλ­θε τρέ­μον­τας ἀ­πὸ τὸ φό­βο της, κι ἀφοῦ ἔ­πε­σε γο­να­τι­στὴ μπρο­στά του, τοῦ δι­η­γή­θη­κε μπρο­στὰ σ' ὅ­λο τὸ πλῆ­θος τοῦ λαοῦ γιὰ ποι­ὰ αἰ­τί­α τὸν ἄγ­γι­ξε καὶ πῶς θε­ρα­πεύ­θη­κε ἀ­μέ­σως. Τό­τε ὁ Ἰησοῦς ­τῆς εἶ­πε: Ἔ­χε θάρ­ρος, κό­ρη μου, ἡ πε­ποί­θη­ση πού εἶ­χες ὅ­τι θὰ ἔ­βρι­σκες τὴν ὑ­γεί­α σου ἂν μὲ ἄγ­γι­ζες, αὐ­τὴ ἡ πί­στη σου σ' ἔ­χει θε­ρα­πεύ­σει. Πή­γαι­νε στὸ κα­λό, εἰ­ρη­νι­κὴ καὶ ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­πὸ κά­θε ἀ­νη­συ­χί­α πού δο­κί­μα­ζες πιὸ πρὶν ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­σθε­νεί­ας σου. Κι ἐ­νῶ μι­λοῦ­σε ἀ­κό­μη ὁ Ἰησοῦς, ἦλ­θε κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ ἀρ­χι­συ­να­γώ­γου καὶ τοῦ εἶ­πε: Πέ­θα­νε ἡ κό­ρη σου· μὴν κου­ρά­ζεις ἄλ­λο καὶ μὴν ἐ­νο­χλεῖς πιὰ τὸν δι­δά­σκα­λο. Ὁ Ἰησοῦς ὅ­μως, μό­λις ἄ­κου­σε τὴν εἴ­δη­ση αὐ­τή, τοῦ εἶ­πε: Μὴ φο­βᾶ­σαι, μό­νο συ­νέ­χι­σε νὰ πι­στεύ­εις, καὶ θὰ σω­θεῖ ἡ κόρη σου ἀπ' τὸ θά­να­το. Κα­τό­πιν, ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στὸ σπί­τι τοῦ Ἰαείρου, δὲν ἄ­φη­σε νὰ μπεῖ κα­νεὶς ἄλ­λος στὸ δω­μά­τιο τῆς νε­κρῆς πα­ρὰ μό­νο ὁ Πέ­τρος, ὁ Ἰ­ω­άν­νης, ὁ Ἰ­ά­κω­βος καὶ ὁ πα­τέ­ρας τοῦ κο­ρι­τσιοῦ καὶ ἡ μη­τέ­ρα. Στὸ με­τα­ξὺ ὅ­λοι ἔ­κλαι­γαν καὶ χτυ­ποῦ­σαν τὰ στή­θη τους καὶ τὰ κε­φά­λια τους γιὰ τὴ νε­κρή. Ὁ Ἰησοῦς ὅ­μως τοὺς εἶπε: Μὴν κλαῖ­τε· δὲν πέ­θα­νε, ἀλλά κοι­μᾶ­ται. Καὶ ἐ­κεῖ­νοι τὸν πε­ρι­γε­λοῦ­σαν, δι­ό­τι ἦ­ταν βέ­βαι­οι ὅ­τι τὸ κο­ρι­τσά­κι εἶ­χε πε­θά­νει. Αὐ­τὸς ὅ­μως, ἀφοῦ τοὺς ἔ­βγα­λε ὅ­λους ἔ­ξω, ἔπιασε τὸ χέ­ρι της καὶ τῆς φώ­να­ξε δυ­να­τά: Κό­ρη, σή­κω ἐ­πά­νω. Τό­τε ἡ ψυ­χὴ της ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ σῶ­μα καὶ ἀ­να­στή­θη­κε ἀ­μέ­σως. Καὶ ὁ Ἰησοῦς δι­έ­τα­ξε νὰ τῆς δώ­σουν φα­γη­τὸ νὰ φά­ει, γιὰ νὰ πά­ρει δυ­νά­μεις με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξάν­τλη­ση πού τῆς εἶ­χε φέ­ρει ἡ χρό­νια καὶ θα­να­τη­φό­ρα ἀ­σθέ­νειά της. Οἱ γο­νεῖς της ἔ­μει­ναν ἐκ­στα­τι­κοὶ καὶ κυ­ρι­εύ­τη­καν ἀ­πὸ βα­θὺ καὶ με­γά­λο θαυ­μα­σμό. Ὁ Ἰησοῦς ὅ­μως τοὺς ἔ­δω­σε τὴν ἐν­το­λὴ νὰ μὴν ποῦν σὲ κα­νέ­ναν αὐ­τὸ πού ἔ­γι­νε, γιὰ νὰ μὴν ἐ­ρε­θί­ζε­ται ὁ φθό­νος τῶν ἐχθρῶν του.

 

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2021

ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΛΕΣ

 

ἀ­λη­θι­νὴ ἱ­στο­ρί­α 

 


«Μό­νο στὴν Πα­να­γιὰ θὰ τὸ λὲς»

Κα­μά­ρω­νε τὰ τρί­α της παι­διὰ ἡ κυ­ρα-Νί­κη· «τὰ βλα­στά­ρια της», ὅ­πως τὰ ἔ­λε­γε ἀ­πὸ μι­κρά. Καὶ τώ­ρα ποὺ με­γά­λω­σαν, τὰ κα­μα­ρώ­νει ἀ­κό­μα πιὸ πο­λύ. Λε­βέν­τες πραγ­μα­τι­κοὶ στὸ ἀ­νά­στη­μα, στὴ μόρ­φω­ση, στὸ ἦ­θος. Πῆ­ραν καὶ οἱ τρεῖς ἀ­πὸ τὸν μα­κα­ρί­τη τὸν πα­τέ­ρα τους. Τὸν ἔ­χα­σαν νω­ρὶς ἀ­πὸ τὴν «κα­κιὰ» ἀρ­ρώ­στια. Τὰ με­γά­λω­σε μο­νά­χη της ἐ­κεί­νη μά­να, ἐ­κεί­νη καὶ πα­τέ­ρας ἐ­κεί­νη μπρο­στὰ στὰ δύ­σκο­λα τῆς ζω­ῆς· ἐ­κεί­νη βρά­χος στῆς ἐ­φη­βεί­ας τους τὰ ξε­σπά­σμα­τα, στῆς νι­ό­της τὰ δι­λήμ­μα­τα. Σ᾿ ἐ­κεί­νη μι­λοῦ­σαν καὶ ἔ­λε­γαν τοὺς φό­βους, τὶς ἀ­γω­νί­ες τους, τὰ σχέ­διὰ τους γιὰ τὸ μέλ­λον. Κα­μά­ρω­νε δί­πλα τους ἡ χή­ρα μά­να: στὴν ὁρ­κω­μο­σί­α γιὰ τὸ πτυ­χί­ο τῆς Νο­μι­κῆς τοῦ πρω­τό­το­κου Γι­ώρ­γου, στοῦ Θω­μᾶ τὴν ὁρ­κω­μο­σί­α στὴ Στρα­τι­ω­τι­κὴ Σχο­λή, στὴν ὁρ­κω­μο­σί­α τοῦ Γιά­ννη, τοῦ «Βε­νια­μὶν» (τοῦ μι­κρό­τε­ρου) στὸ Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο. 

Μὰ κα­θὼς τὰ βλέ­πει νὰ με­γα­λώ­νουν καὶ ἡ ἡ­λι­κί­α τους νὰ προ­χω­ρεῖ, σκέ­φτε­ται ὅ­τι τώ­ρα εἶ­ναι ἡ κα­τάλ­λη­λη ὥ­ρα νὰ κά­νουν καὶ τὴ δι­κή τους οἰ­κο­γέ­νεια. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ κα­η­μὸς ποὺ τὴν ἔ­τρω­γε μέ­ρα - νύ­χτα: νὰ βροῦν ἄ­ξι­ες συ­ζύ­γους νὰ φτειά­ξουν τὴ ζω­ή τους. Ἔ­βρι­σκε ἔ­τσι εὐ­καί­ρως - ἀ­καί­ρως ἀ­φορ­μὴ νὰ τὰ συμ­βου­λεύ­ει καὶ δὲν ἔ­χα­νε εὐ­και­ρί­α νὰ τὰ ὠ­θεῖ μὲ τὸν τρό­πο της καὶ νὰ τοὺς προ­τεί­νει κά­ποι­ες κα­λὲς κο­πέ­λες ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­βάλ­λον τους. Ἀ­πο­γο­η­τευ­ό­ταν ὅ­μως, ἔ­χα­νε τὴν ἐλ­πί­δα της, σὰν δὲν ἔ­βλε­πε τί­πο­τε νὰ προ­χω­ρεῖ. 

-Ἐ­γὼ θὰ πε­θά­νω. Τί θὰ κά­νε­τε τρί­α ἀ­γό­ρια μό­να σας; πα­ρα­πο­νι­ό­ταν συ­χνά, μὰ ἀ­πάν­τη­ση δὲν ἔ­παιρ­νε συ­νή­θως ἀ­πὸ κα­νέ­ναν. 

Κά­ποι­ες φο­ρὲς κοι­τοῦ­σε τὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ ἄν­τρα της καὶ μο­νο­λο­γοῦ­σε: «Βό­η­θα κι ἐ­σὺ ἀ­πὸ ψη­λά, κά­νε κά­τι... μο­να­χή μου πα­λεύ­ω». 

Τὸν πό­νο της, τὸ μα­ρά­ζι της, συ­χνὰ τὸ ἔ­λε­γε στὸν Πνευ­μα­τι­κό της, τὸν πά­πα Φώ­τη, τὸν ἐ­φη­μέ­ριο τῆς Ἐ­νο­ρί­ας τους, ποὺ τὸν γνώ­ρι­ζε ἀ­πὸ πα­λιὰ καὶ πο­λὺ τῆς εἶ­χε στα­θεῖ στὴ δο­κι­μα­σί­α τῆς χη­ρεί­ας της. Ὅ­ταν δὲν τὴν ἄ­κου­γαν τὰ παι­διά της, ἐ­κεῖ πή­γαι­νε καὶ τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε: 

-Μί­λα τους κι ἐ­σύ, πά­τερ μου. Τὰ ξέ­ρεις ἀ­πὸ μι­κρά, σὲ σέ­βον­ται καὶ σὲ ὑ­πα­κοῦν. Καὶ ὁ πά­πα-Φώ­της δι­α­κρι­τι­κὸς τὴν κα­τα­λά­για­ζε μὲ τὸ δι­κό του τρό­πο, τῆς τό­νω­νε τὴν ἐλ­πί­δα μὲ τὴν πί­στη.

Καὶ τώ­ρα ἐ­κεῖ κα­τέ­φυ­γε, γιὰ ἀ­κό­μη μιὰ φο­ρά. 

-Τί ἔ­χεις, κυ­ρὰ-Νί­κη: Στε­νο­χω­ρη­μέ­νη σὲ βλέ­πω. Τί σοῦ συμ­βαί­νει; 

-Πῶς νὰ μὴν εἶ­μαι, πά­τερ μου; Δὲν μπο­ρῶ νὰ τὰ βλέ­πω ἔ­τσι. Περ­νοῦν τὰ χρό­νια καὶ δὲν βλέ­πω νὰ κά­νουν κά­τι ν᾿ ἀ­πο­κα­τα­στα­θοῦν. Μὲ πιά­νει τὸ πα­ρά­πο­νο καὶ κλαί­ω. 

Χα­μο­γέ­λα­σε ὁ πά­πα-Φώ­της: πό­σες φο­ρὲς τοῦ ᾿χε πεῖ τὸ ἴ­διο πα­ρά­πο­νο γιὰ τοὺς γιούς της!

-Ἄ­κου, κυ­ρὰ-Νί­κη, τῆς εἶ­πε τώ­ρα αὐ­στη­ρὰ καὶ ἐ­πι­τι­μη­τι­κά. Δὲν θά ᾿ρθεις ξα­νὰ νὰ μοῦ τὸ πεῖς. Θὰ στα­μα­τή­σεις νὰ τὸ λὲς καὶ στὰ παι­διά. Τὰ ζα­λί­ζου­με, τὰ κου­ρά­ζου­με. Ἀ­πὸ σή­με­ρα θὰ τὸ λὲς μό­νο στὴν Πα­να­γιά. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ Μά­να μας καὶ αὐ­τὰ τὰ θέ­μα­τα ἐ­κεί­νη τὰ τα­κτο­ποι­εῖ. Τὸ κα­τά­λα­βες;» 

Γύ­ρι­σε σκε­φτι­κὴ στὸ σπι­τι­κό της. Τὰ λό­για του Πνευ­μα­τι­κοῦ τὴ συ­νε­φέ­ραν, τὴν «ξύ­πνη­σαν». Ἔ­γι­ναν ἀ­φορ­μὴ νὰ δεῖ τὰ πράγ­μα­τα δι­α­φο­ρε­τι­κά. Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα πῆ­ρε τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ κα­τα­φεύ­γει γιὰ τὸ θέ­μα αὐ­τὸ μό­νο στὴν Πα­να­γί­α. Ἄ­να­βε τὸ καν­τή­λι της κα­θη­με­ρι­νὰ καὶ τὸ θυ­μια­τό, δι­ά­βα­ζε ἄλ­λο­τε τὴν Πα­ρά­κλη­ση τῆς Πα­να­γί­ας, ἄλ­λο­τε τοὺς Χαι­ρε­τι­σμούς της καὶ στὸ τέ­λος κά­θε Ἀ­κο­λου­θί­ας ἄ­νοι­γε τὴν καρ­διά της καὶ τῆς μι­λοῦ­σε ἁ­πλά, μὲ πί­στη, σὰν μά­να πρὸς Μά­να. Τό­τε αἰ­σθα­νό­ταν τὴν Πα­να­γί­α νὰ τὴ νι­ώ­θει, νὰ τὴν κα­τα­λα­βαί­νει, νὰ τῆς δί­νει ἐλ­πί­δες.

Τὰ παλ­λη­κά­ρια της ὡ­στό­σο ἀ­πο­ροῦ­σαν τί ἔ­πα­θε ἡ μά­να τους τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ καὶ δὲν τοὺς μι­λοῦ­σε γιὰ τὸ γνω­στὸ θέ­μα. Πο­λὺ πε­ρί­ερ­γο τοὺς φαι­νό­ταν. Δὲν εἶ­χαν κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἐ­κεί­νη δὲν εἶ­χε πα­ραι­τη­θεῖ ἀ­πὸ τὴν προ­σπά­θεια, ἀλ­λὰ «ἐρ­γα­ζό­ταν» δι­α­φο­ρε­τι­κὰ γι᾿ αὐ­τούς. 

Λοι­πὸν ἡ εὐ­λο­γη­μέ­νη ὥ­ρα ἔ­φθα­σε. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να ἑ­ξά­μη­νο ὁ Γι­ῶρ­γος της ἔ­φε­ρε μί­α κα­λὴ κο­πέ­λα ποὺ γνώ­ρι­σε, νὰ τὴ δεῖ καὶ νὰ τὴν ἐγ­κρί­νει. Στὸν χρό­νο ἐ­πά­νω ὁ Θω­μᾶς της μὲ χα­ρὰ τῆς σύ­στη­σε τὴ δι­κή του γνω­ρι­μί­α. Μὰ δὲν ἄρ­γη­σε καὶ ὁ μι­κρό­τε­ρος, ὁ Γιά­ννης, νὰ ἀρ­ρα­βω­νια­σθεῖ. Χα­ρὰ ἡ κυ­ρὰ-Νί­κη! Ἔ­λαμ­πε τὸ πρό­σω­πό της. Ἔ­βλε­πε τὶς νύ­φες της καὶ τὶς χαι­ρό­ταν. Μὰ μό­νο ἐ­κεί­νη ἤ­ξε­ρε τὸ μυ­στι­κὸ αὐ­τῆς τῆς εὐ­λο­γί­ας: Καὶ οἱ τρεῖς νύ­φες της ἦ­ταν ἡ ἀ­πάν­τη­ση τῆς Πα­να­γί­ας στὶς προ­σευ­χές της. Ἄλ­λω­στε τῆς τὸ ἐ­πι­βε­βαί­ω­ναν καὶ τὰ ὀ­νό­μα­τά τους: Μα­ρί­α, Δέ­σποι­να, Ἡ­λι­ο­στά­λα­κτη. Τυ­χαῖ­ο ἄ­ρα­γε; 

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Ο ΣΩΤΗΡ», Ἀ­ριθ. 2252, 1 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2021, σελ. 455–456

 

 

 

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2021

«Ἔτσι θέλω νὰ σᾶς θυμᾶμαι...»

 

ΜΙΛΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ 

«Ἔ­τσι θέ­λω νὰ σᾶς θυ­μᾶ­μαι...»

Δὲν εἶ­ναι ἕ­να ἢ δύ­ο χρό­νια. Δε­κα­ε­πτὰ φο­ρὰ χρό­νια μα­ζί. Ἑ­νω­μέ­νοι μὲ τὰ εὐ­λο­γη­μέ­να δε­σμὰ τοῦ γά­μου, ὁ Γι­ῶρ­γος καὶ ἡ Ἀ­ρε­τή, ἀ­πέ­κτη­σαν τέσ­σε­ρα χα­ρι­τω­μέ­να παι­διὰ καὶ δη­μι­ούρ­γη­σαν μί­α ἀ­ξι­ο­ζή­λευ­τη οἰ­κο­γέ­νεια. Ὄ­χι ὅ­τι δὲν ἀν­τι­με­τώ­πι­σαν προ­βλή­μα­τα. Οἰ­κο­νο­μι­κὰ μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας τὰ βγά­ζουν πέ­ρα. Καὶ στὴν ἐρ­γα­σί­α τὰ πράγ­μα­τα δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λα. Ὁ Γι­ῶρ­γος ἐρ­γά­ζε­ται στὸν ἰ­δι­ω­τι­κὸ το­μέ­α, σὲ ἐ­ται­ρεί­α που ἀ­παι­τεῖ ἐν­τα­τι­κὴ καὶ πο­λύ­ω­ρη δου­λειά. Κα­θὼς μά­λι­στα ἡ Ἀ­ρε­τὴ ἡ­μι­α­πα­σχο­λεῖ­ται, τὸ κύ­ριο μέ­ρος τῶν εἰ­σο­δη­μά­των τοῦ σπι­τιοῦ ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον.

Ὅ­λα αὐ­τὰ ὅ­μως τὰ οἰ­κο­νο­μι­κὰ καὶ τὰ ἐρ­γα­σια­κὰ εἶ­ναι μη­δα­μι­νὰ μπρο­στὰ στὸ πρό­βλη­μα ποὺ ἐμ­φα­νί­σθη­κε τε­λευ­ταῖ­α στὸ σπι­τι­κό τους. Ἐ­δῶ καὶ με­ρι­κοὺς μῆ­νες οἱ δύ­ο σύ­ζυ­γοι βρί­σκον­ται δια­ρκῶς σὲ δι­α­μά­χη: ἡ Ἀ­ρε­τὴ κα­τη­γο­ρεῖ τὸν Γι­ῶρ­γο ὅ­τι ὅ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα ἀ­που­σιά­ζει καὶ δὲν δί­νει χρό­νο στὴν οἰ­κο­γέ­νεια, κι ὁ Γι­ῶρ­γος κα­τη­γο­ρεῖ τὴν Ἀ­ρε­τὴ ὅ­τι δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὸν κό­πο του, ὅ­τι τὸν ἐ­λέγ­χει γιὰ τὰ πάν­τα καὶ δὲν τὸν ἐμ­πι­στεύ­ε­ται κα­θό­λου. Αὐ­τὸ τὸ ἀρ­νη­τι­κὸ κλί­μα γεν­νᾶ κα­θη­με­ρι­νὲς συγ­κρού­σεις, ἐ­νῶ φαί­νε­ται νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νει ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸν ἕ­ναν ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο.

Τὸ χει­ρό­τε­ρο ὅ­μως εἶ­ναι ὅ­τι αὐ­τὲς οἱ τό­σο συ­χνὲς συγ­κρού­σεις ἔ­χουν αὐ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες τὰ ἴ­δια τὰ παι­διά. Ἀλ­λὰ τὰ παι­διὰ κα­τα­λα­βαί­νουν. Ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη κό­ρη, τὴ Δή­μη­τρα, ποὺ πά­ει στὴν Α' Γυ­μνα­σί­ου, μέ­χρι τὸν Νι­κο­λά­κη τῆς Α' Δη­μο­τι­κοῦ, ὅ­λα ἔ­χουν ἀν­τι­λη­φθεῖ ὅ­τι ὑ­πάρ­χει πρό­βλη­μα. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ γί­νε­ται ἕ­νας τσα­κω­μός, νι­ώ­θουν με­γά­λη στε­νο­χώ­ρια, ἐ­νῶ μέ­σα τους ἑ­δρει­ώ­νε­ται ἕ­να αἴ­σθη­μα ἀ­να­σφά­λειας. 

Με­γά­λο τραῦ­μα στὶς ψυ­χὲς τῶν παι­δι­ῶν ἦ­ταν καὶ τὸ ἀ­συλ­λό­γι­στο ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ ἔ­θε­σε ὁ πα­τέ­ρας αἰφ­νι­δι­α­στι­κὰ στὸ τρα­πέ­ζι, τὴν ἡ­μέ­ρα τῶν γε­νε­θλί­ων της Δή­μη­τρας:

-Παι­διά, πῶς θὰ σᾶς φαι­νό­ταν, ἂν ἔ­με­να σὲ ἄλ­λο σπί­τι;

Πά­γω­σαν τὰ παι­διά. Ἤ­θε­λαν νὰ ζη­τή­σουν ἐ­ξη­γή­σεις, νὰ ρω­τή­σουν «για­τί», ἀλ­λὰ πρὶν μι­λή­σουν, ἐ­κεῖ­νος συ­νέ­χι­σε ἀ­μή­χα­να μὲ προ­σποι­η­τὴ ἄ­νε­ση:

-Μὴ νο­μί­ζε­τε ὅ­τι θὰ μὲ χά­σε­τε. Ἐ­κεῖ ποὺ θὰ ἔρ­χε­σθε, θὰ ἔ­χω πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο καὶ γιὰ σᾶς!

-Κα­λά, μπαμ­πά, ἐ­δῶ δὲν προ­λα­βαί­νεις νὰ παί­ξου­με τώ­ρα ποὺ εἴ­μα­στε στὸ ἴ­διο σπί­τι, πῶς θὰ ἔ­χου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο μα­ζί, ἂν φύ­γεις;... ρώ­τη­σε μὲ ἀ­πο­ρί­α ὁ Ἀ­ρι­στεί­δης, ἕ­να χρό­νο μι­κρό­τε­ρος ἀ­πὸ τὴ Δή­μη­τρα. 

-Καὶ θὰ εἶ­σαι μό­νος σου ἐ­κεῖ στὸ σπί­τι, μπαμ­πά; ἀ­πό­ρη­σε κι ἡ μι­κρὴ Ἑ­λέ­νη.

Προ­σπά­θη­σε ὁ πα­τέ­ρας νὰ πεῖ κά­τι γιὰ νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει τὰ παι­διά, ἀλ­λὰ δὲν τὰ κα­τά­φε­ρε. 

Ἡ Δή­μη­τρα ἄ­κου­γε σι­ω­πη­λή. Τε­λεί­ω­σε σύν­το­μα τὸ φα­γη­τὸ καὶ κλεί­στη­κε στὸ δω­μά­τιό της. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα τὴν πλη­σί­α­σε ἡ μη­τέ­ρα. Τὴ βρῆ­κε δα­κρυ­σμέ­νη νὰ κοι­τά­ζει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

-Για­τί, μα­μά; εἶ­πε μὲ πα­ρά­πο­νο. Για­τί ἔ­πρε­πε νὰ γί­νει αὐ­τὸ σή­με­ρα; 

Ἡ μη­τέ­ρα δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ ἀ­παν­τή­σει. Τὴν ἀγ­κά­λια­σε μό­νο μὲ στορ­γὴ κι ἔ­φυ­γε γιὰ νὰ βά­λει τὰ μι­κρό­τε­ρα παι­διὰ γιὰ ὕ­πνο. Μέ­σα της ὅ­μως «ἔ­βρα­ζε». Ἦ­ταν ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νη. Ἤ­θε­λε νὰ φω­νά­ξει στὸν Γι­ῶρ­γο γιὰ τὸν ἀ­πα­ρά­δε­κτο χει­ρι­σμό του, ἀλ­λὰ συγ­κρα­τή­θη­κε γιὰ νὰ μὴ συγ­κρου­σθοῦν πά­λι μπρο­στὰ στὰ παι­διά. Ὅ­ταν τὴν ἄλ­λη μέ­ρα τὸν βρῆ­κε γιὰ νὰ μι­λή­σουν, ἐ­κεῖ­νος ἔ­δει­ξε σὰν νὰ μὴν εἶ­χε κα­τα­λά­βει τί­πο­τα. «Ἁ­πλῶς ἤ­θε­λα νὰ κά­νω μί­α δι­ε­ρεύ­νη­ση», εἶ­πε μὲ στω­ι­κὴ ἀ­πά­θεια. Τὸ ρῆγ­μα πάν­τως εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ βα­θαί­νει... 

Ἀ­πὸ τό­τε ἡ ἀ­τμό­σφαι­ρα στὸ σπί­τι ἔ­χει γί­νει ἀ­κό­μη πιὸ βα­ριά. Οἱ δύ­ο σύ­ζυ­γοι ἐ­πι­κοι­νω­νοῦν ψυ­χρὰ καὶ τυ­πι­κὰ γιὰ τὰ θέ­μα­τα τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, χω­ρὶς νὰ ἐκ­δη­λώ­νουν ἴ­χνος ἀ­γά­πης καὶ τρυ­φε­ρό­τη­τας με­τα­ξύ τους. Κά­τι ποὺ τὸ δι­έ­κρι­ναν ἀ­κό­μη καὶ τὰ πιὸ μι­κρὰ παι­διά. Αὐ­τὸ ἔ­δει­ξε μί­α αὐ­θόρ­μη­τη κί­νη­ση τοῦ τρί­του παι­διοῦ τους, τῆς ὀ­χτά­χρο­νης Ἑ­λε­νι­τσας.

Ἡ μι­κρὴ εἶ­χε πά­ρει στὰ χέ­ρια της καὶ ξε­φύλ­λι­ζε τὸ ἄλ­μπουμ μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες τοῦ γά­μου τους. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­βγα­λε μί­α ἀ­πὸ τὴ θή­κη καὶ τὴν πῆ­ρε μα­ζί της. Στὴ φω­το­γρα­φί­α στε­κό­ταν τὸ νι­ό­παν­τρο ζευ­γά­ρι μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸν Ἱ­ε­ρὸ Να­ό. Πό­σο ὅ­μορ­φοι ἔ­δει­χναν καὶ οἱ δύ­ο σύ­ζυ­γοι, κρα­τών­τας ὁ ἕ­νας τὸ χέ­ρι τοῦ ἄλ­λου! Ἡ Ἑ­λε­νί­τσα δὲν χόρ­ται­νε νὰ κοι­τά­ει αὐ­τὴ τὴν εἰ­κό­να. Ἔ­πει­τα ἔ­κο­ψε λί­γη ται­νί­α καὶ κόλ­λη­σε τὴ φω­το­γρα­φί­α στὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου της.

-Μα­μά, ἔ­λα νὰ δεῖς!

-Τί εἶ­ναι, Λέ­να μου; Ἂ! φω­το­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὸν γά­μο... Καὶ για­τί τὴν ἔ­βα­λες ἐ­δῶ;

-Για­τί ἔ­τσι θέ­λω νὰ σᾶς θυ­μᾶ­μαι ἀ­γα­πη­μέ­νους! εἶ­πε ἡ μι­κρὴ καὶ γύ­ρι­σε πρὸς τὸν πα­τέ­ρα ποὺ κα­θό­ταν στὸν κα­να­πέ. Ἔ­δει­ξε καὶ σ᾿ ἐ­κεῖ­νον τὴ φω­το­γρα­φί­α καὶ ἐ­πα­νέ­λα­βε:

-Ἔ­τσι σᾶς θέ­λω, μπαμ­πά, ἀ­γα­πη­μέ­νους! 

 

Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι οἱ ψυ­χὲς τῶν παι­δι­ῶν τραυ­μα­τί­ζον­ται, ὅ­ταν βλέ­πουν τοὺς γο­νεῖς τους νὰ δι­α­πλη­κτί­ζον­ται, νὰ μὴ μι­λοῦν ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο, νὰ ἀ­πει­λοῦν μὲ δι­α­ζύ­γιο. Μέ­σα τους νι­ώ­θουν στε­νο­χώ­ρια καὶ φό­βο μή­πως συμ­βεῖ κά­τι κα­κό, ἐ­νο­χὴ μή­πως τὰ ἴ­δια ἔ­κα­ναν κά­τι λά­θος, ἐ­σω­τε­ρι­κὸ δι­χα­σμὸ γιὰ τὸ ποι­ὸς ἔ­χει δί­κιο, ἄγ­χος καὶ ἀ­να­σφά­λεια γιὰ τὸ μέλ­λον. 

Σὲ μί­α ἔ­ρευ­να ποὺ ἔ­γι­νε σὲ Πο­λι­τεί­α τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς σὲ 235 οἰ­κο­γέ­νει­ες μὲ παι­διά, ἀ­πὸ τὸ νη­πι­α­γω­γεῖ­ο μέ­χρι καὶ τὸ γυ­μνά­σιο, δι­α­πι­στώ­θη­κε ὅ­τι τὰ παι­διὰ τῶν γο­νι­ῶν ποὺ κα­βγά­δι­ζαν συ­χνὰ καὶ ἔν­το­να, ἦ­ταν πιὸ πι­θα­νὸν νὰ ἐμ­φα­νί­σουν κα­τά­θλι­ψη, ἄγ­χος καὶ νὰ πα­ρου­σιά­σουν προ­βλή­μα­τα συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Ἐ­πι­πλέ­ον οἱ εἰ­δι­κοὶ ἐ­πι­ση­μαί­νουν ὅ­τι οἱ συγ­κρού­σεις τῶν γο­νέ­ων εἶ­ναι ἐν­δε­χό­με­νο νὰ ὁ­δη­γή­σουν τὰ παι­διὰ σὲ πα­ρα­βα­τι­κό­τη­τα καὶ ἐ­πι­θε­τι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ, νὰ ἐ­πη­ρε­ά­σουν ἀρ­νη­τι­κὰ τὴ γνω­στι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα καὶ τὴν ἐ­πί­δο­σή τους στὰ μα­θή­μα­τα, νὰ προ­κα­λέ­σουν δι­α­τα­ρα­χὲς στὴν ὑ­γεί­α τους, ὅ­πως προ­βλή­μα­τα στὸν ὕ­πνο ἢ στὴ δι­α­τρο­φή, καὶ γε­νι­κὰ νὰ δώ­σουν στὰ παι­διὰ μί­α ἀρ­νη­τι­κὴ ἄ­πο­ψη γιὰ τὴ ζω­ή. 

Εἶ­ναι δυ­να­τὸν ὅ­μως δύ­ο σύ­ζυ­γοι νὰ μὴ δι­α­φω­νοῦν πο­τέ; Μᾶλ­λον ὄ­χι. Ἀλ­λὰ δὲν εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ ζη­τού­με­νο. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι νὰ μὴν ψυ­χραί­νον­ται οἱ καρ­δι­ές, νὰ μὴ φθά­νουν στὰ ἄ­κρα καὶ σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση νὰ μὴν καλ­λι­ερ­γοῦν­ται με­τα­ξύ τους σκέ­ψεις ἀ­πο­μα­κρύν­σε­ως καὶ χω­ρι­σμοῦ. Ἂν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α δι­α­φω­νί­α, ἂς ἐκ­φρά­ζε­ται ὁ γο­νέ­ας πο­λι­τι­σμέ­να, χω­ρὶς ὕ­βρεις, προ­σβο­λές, ἀ­πει­λὲς καὶ βί­α, καὶ ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὄ­χι μπρο­στὰ στὰ παι­διά! Γε­νι­κό­τε­ρα, ὁ τρό­πος ποὺ οἱ σύ­ζυ­γοι δι­α­χει­ρί­ζον­ται μί­α δι­α­φω­νί­α, μπο­ρεῖ νὰ γί­νει ὑ­πό­δειγ­μα γιὰ τὸ παι­δὶ γιὰ τὸ πῶς θὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τυ­χὸν συγ­κρού­σεις στὴ δι­κή του ζω­ή. Εἶ­ναι εὐ­και­ρί­α μέ­σα ἀ­πὸ τὶς δύ­σκο­λες αὐ­τὲς στιγ­μὲς νὰ προ­βάλ­λον­ται ἀ­ξί­ες ὅ­πως ἡ συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τα καὶ ἡ ἀ­νε­ξι­κα­κί­α, ἡ συγ­κα­τά­βα­ση καὶ ἡ ἀλ­λη­λο­πε­ρι­χώ­ρη­ση, ἡ ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῶν λα­θῶν μας καὶ ἡ με­τά­νοι­α. 

Πά­νω ἀπ᾿ ὅ­λα, τὰ παι­διὰ ζη­τοῦν ἀ­γά­πη. Ὅ­ταν οἱ γο­νεῖς ἀ­γα­ποῦν πραγ­μα­τι­κὰ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο, τό­τε ἀ­γα­ποῦν καὶ τὰ παι­διά τους. Ἡ με­τα­ξὺ τῶν δύ­ο γο­νέ­ων ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη δὲν ἐ­πι­σκι­ά­ζε­ται ἀ­πὸ τὶς ὅ­ποι­ες δι­α­φω­νί­ες, ἀν­τα­να­κλᾶ­ται δὲ στὰ παι­διὰ καὶ δι­α­πο­τί­ζει εὐ­ερ­γε­τι­κὰ ὅ­λη τὴ ζω­ὴ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Ο ΣΩΤΗΡ», Ἀ­ριθ. 2245, 15 ΙΟΥΝΙΟΥ 2021, σελ. 283–284