Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΛΟΥΚΑ . ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ. ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΡΙΜΥΘΟΥΝΤΟΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΛΟΥΚΑ  (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ)

(12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2021)

(ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΡΙΜΥΘΟΥΝΤΟΣ)



Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ)

Ἀ­δελ­φοί, ὡς τέ­κνα φω­τὸς πε­ρι­πα­τεῖ­τε· ὁ γὰρ καρ­πὸς τοῦ Πνε­ύ­μα­τος ἐν πά­σῃ ἀ­γα­θω­σύ­νῃ καὶ δι­και­ο­σύ­νη καὶ ἀ­λη­θε­ί­ᾳ· δο­κι­μά­ζον­τες τί ἐ­στιν εὐ­ά­ρε­στον τῷ Κυ­ρί­ῳ. Καὶ μὴ συγ­κοι­νω­νεῖ­τε τοῖς ἔρ­γοις τοῖς ἀ­κάρ­ποις τοῦ σκό­τους, μᾶλ­λον δὲ καὶ ἐ­λέγ­χε­τε· τὰ γὰρ κρυ­φῆ γι­νό­με­να ὑπ᾿ αὐ­τῶν αἰ­σχρόν ἐ­στι καὶ λέ­γειν· τὰ δὲ πάν­τα ἐ­λεγ­χό­με­να ὑ­πὸ τοῦ φω­τὸς φα­νε­ροῦ­ται· πᾶν γὰρ τὸ φα­νε­ρο­ύ­με­νον φῶς ἐ­στι. Διὸ λέ­γει· Ἔ­γει­ρε ὁ κα­θε­ύ­δων καὶ ἀ­νά­στα ἐκ τῶν νε­κρῶν, καὶ ἐ­πι­φα­ύ­σει σοι ὁ Χρι­στός. Βλέ­πε­τε οὖν πῶς ἀ­κρι­βῶς πε­ρι­πα­τεῖ­τε, μὴ ὡς ἄ­σο­φοι, ἀλλ᾿ ὡς σο­φοί, ἐ­ξα­γο­ρα­ζό­με­νοι τὸν και­ρόν, ὅ­τι αἱ ἡ­μέ­ραι πο­νη­ραί εἰ­σι. Διὰ τοῦ­το μὴ γί­νε­σθε ἄ­φρο­νες, ἀλ­λὰ συ­νι­έν­τες τί τὸ θέ­λη­μα τοῦ Κυ­ρί­ου. Καὶ μὴ με­θύ­σκε­σθε οἴ­νῳ, ἐν ᾧ ἐ­στιν ἀ­σω­τί­α, ἀλ­λὰ πλη­ροῦ­σθε ἐν Πνε­ύ­μα­τι, λα­λοῦν­τες ἑ­αυ­τοῖς ψαλ­μοῖς καὶ ὕ­μνοις καὶ ᾠ­δαῖς πνευ­μα­τι­καῖς, ᾄ­δον­τες καὶ ψάλ­λον­τες ἐν τῇ καρ­δί­ᾳ ὑ­μῶν τῷ Κυ­ρί­ῳ.

          (Ἐφεσ. ε΄[5] 8-19)                               

  ΕΝΟΧΗ ΑΝΟΧΗ

«Μὴ συγ­κοι­νω­νεῖ­τε τοῖς ἔρ­γοις τοῖς ἀ­κάρ­ποις τοῦ σκό­τους, μᾶλ­λον δὲ καὶ ἐ­λέγ­χε­τε»

   Στὸ ση­με­ρι­νὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος κα­λεῖ τοὺς πι­στοὺς Χρι­στια­νοὺς νὰ δι­α­χω­ρί­σουν τὴ θέ­ση τους ἀ­πὸ τὸν ἁ­μαρ­τω­λὸ κό­σμο «μὴ συγ­κοι­νω­νεῖ­τε τοῖς ἔρ­γοις τοῖς ἀ­κάρ­ποις τοῦ σκό­τους, μᾶλ­λον δὲ καὶ ἐ­λέγ­χε­τε», τοὺς λέ­γει. Δη­λα­δή, νὰ μὴ γί­νε­σθε μὲ τὴν ἀ­νο­χή σας συγ­κοι­νω­νοὶ καὶ συ­νέ­νο­χοι στὰ ἁ­μαρ­τω­λὰ σκο­τει­νὰ ἔρ­γα, ποὺ δὲν φέρ­νουν κα­νέ­να ὠ­φέ­λι­μο καρ­πό. Αὐ­τὰ ἀν­τὶ νὰ τὰ σκε­πά­ζε­τε καὶ νὰ τὰ ἀ­νέ­χε­σθε, ὀ­φεί­λε­τε μᾶλ­λον νὰ τὰ ἐ­λέγ­χε­τε καὶ νὰ τὰ βγά­ζε­τε στὸ φῶς, ἀ­πο­δει­κνύ­ον­τας πό­σο ὀ­λέ­θρια εἶ­ναι.

Πῶς γι­νό­μα­στε ὅ­μως συ­νέ­νο­χοι στὰ ἔρ­γα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ στά­ση ποὺ ὀ­φεί­λου­με νὰ τη­ροῦ­με ὡς Χρι­στια­νοί;

1. Η Ε­νο­χΗ τΗς Α­νο­χΗς

    Ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὅ­ταν ἁ­μαρ­τά­νου­με ἔ­χου­με εὐ­θύ­νη καὶ εἴ­μα­στε ἔ­νο­χοι ἀ­πέ­ναν­τι τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­μως ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἐ­πι­ση­μαί­νει ἐ­δῶ ὅ­τι εἴ­μα­στε ἐ­πί­σης ἔ­νο­χοι ὅ­ταν ἀ­μνη­στεύ­ου­με τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ μέ­νου­με σι­ω­πη­λοὶ καὶ ἀ­νε­κτι­κοὶ στὰ πα­ρά­νο­μα καὶ ἁ­μαρ­τω­λὰ ἔρ­γα ποὺ πα­ρα­τη­ροῦ­με γύ­ρω μας.

Βέ­βαι­α, ὀ­φεί­λου­με νὰ δι­ευ­κρι­νί­σου­με ὅ­τι ἄλ­λο εἶ­ναι νὰ δεί­χνου­με κα­τα­νό­η­ση στὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα τῶν ἄλ­λων καὶ νὰ τοὺς ἀ­νε­χό­μα­στε μὲ ὑ­πο­μο­νὴ καὶ ἀ­γά­πη πε­ρι­μέ­νον­τας τὴ δι­όρ­θω­σή τους καὶ ἄλ­λο νὰ σι­ω­ποῦ­με ἢ νὰ δι­και­ο­λο­γοῦ­με τὴν κά­θε πα­ρε­κτρο­πὴ χω­ρὶς νὰ ξε­κα­θα­ρί­ζου­με τὴ θέ­ση μας. Σὲ αὐ­τὴν τὴ δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση ἡ ἀ­νο­χὴ εἶ­ναι ἔ­νο­χη, δι­ό­τι προ­κα­λοῦ­με δι­πλὴ ζη­μιά: πρῶ­τον, πρὸς τοὺς ἄλ­λους, δι­ό­τι δὲν τοὺς βο­η­θοῦ­με νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σουν τὸ σφάλ­μα τους· καὶ δεύ­τε­ρον, σ᾿ ἐ­μᾶς τοὺς ἴ­διους, δι­ό­τι μὲ τὸ πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου συ­νη­θί­ζου­με στὸ κα­κὸ καὶ ὑ­πάρ­χει κίν­δυ­νος κι ἐ­μεῖς νὰ πα­ρα­συρ­θοῦ­με. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἂν ἔ­χου­με ἕ­να συ­νέ­ται­ρο ποὺ προ­σπα­θεῖ νὰ κερ­δί­σει χρή­μα­τα μὲ ψεύ­δη, ἀ­δι­κί­ες ἢ ἄλ­λες πα­ρά­νο­μες συ­ναλ­λα­γές, ἀ­σφα­λῶς δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ συμ­πρά­ξου­με μα­ζί του οὔ­τε νὰ σι­ω­πή­σου­με. Ἡ δι­κή μας ἀ­νε­πί­λη­πτη στά­ση καὶ σα­φὴς ἀν­τί­θε­ση, ἂν δὲν τὸν ἀ­να­χαι­τί­σει, του­λά­χι­στον θὰ τὸν προ­βλη­μα­τί­σει. Ἄλ­λο πα­ρά­δειγ­μα: Οἱ γο­νεῖς βλέ­πουν τὰ παι­διά τους ἀν­τὶ νὰ δη­μι­ουρ­γοῦν οἰ­κο­γέ­νεια μὲ τὴν εὐ­λο­γί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στὸ Μυ­στή­ριο τοῦ Γά­μου, νὰ συ­ζοῦν ἐ­λεύ­θε­ρα. Εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ σι­ω­πή­σουν μπρο­στὰ σὲ τέ­τοι­α ἐ­κτρο­πή; Ὡς πι­στοὶ Χρι­στια­νοὶ ἔ­χουν χρέ­ος νὰ μι­λή­σουν στὰ παι­διά τους καὶ νὰ τοὺς ἐ­ξη­γή­σουν ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ σω­στό. Μὲ ἀ­γά­πη καὶ κα­τα­νό­η­ση ἀλ­λὰ καὶ μὲ στα­θε­ρό­τη­τα καὶ σα­φή­νεια. Ὄ­χι κά­νον­τας ἀ­βα­ρί­ες καὶ ὑ­πο­χω­ρή­σεις, χά­ριν συ­ναι­σθη­μα­τι­σμοῦ. Στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως Ἠ­λὶ ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­νῶ ἔ­βλε­πε τοὺς γυι­ούς του νὰ βε­βη­λώ­νουν τὸ θυ­σι­α­στή­ριο, δὲν τοὺς ἀ­πέ­τρε­πε ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κά, ἀλ­λὰ πε­ρι­ο­ρι­ζό­ταν σὲ κά­ποι­ες χλια­ρὲς συμ­βου­λές: «Μή, τέ­κνα», τοὺς ἔ­λε­γε. Μὴν τὸ κά­νε­τε αὐ­τό, παι­δά­κια μου!… Ὅ­μως τὰ παι­διὰ δὲν μπο­ροῦ­σαν ἔ­τσι νὰ συ­ναι­σθαν­θοῦν τὴ σο­βα­ρό­τη­τα τῆς πα­ρε­κτρο­πῆς τους κι ὁ Θε­ὸς ἀ­πο­δο­κί­μα­σε ὄ­χι μό­νο αὐ­τὰ ἀλ­λὰ καὶ τὸν πα­τέ­ρα τους γιὰ τὴν ἔ­νο­χη ἀ­νε­κτι­κή του στά­ση.

2. Συ­ναί­σθη­ση εΥ­θύ­νης

Ποι­ὰ στά­ση λοι­πὸν ὀ­φεί­λου­με νὰ τη­ροῦ­με ὥ­στε νὰ μὴ γι­νό­μα­στε συγ­κοι­νω­νοὶ στὰ ἔρ­γα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας; «Μᾶλ­λον δὲ καὶ ἐ­λέγ­χε­τε», μᾶς προ­τρέ­πει ὁ θε­ό­πνευ­στος Ἀ­πό­στο­λος. Ἔ­χου­με χρέ­ος νὰ ἐ­λέγ­χου­με καὶ νὰ δι­α­φω­τί­ζου­με ὅ­σους βρί­σκον­ται στὸ σκο­τά­δι τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ὄ­χι ὅ­μως καὶ νὰ τοὺς κα­τα­δι­κά­ζου­με. «Ἐ­λέγ­χειν, εἶ­πεν, οὐ κα­τα­κρί­νειν», ὑ­πο­γραμ­μί­ζει ὁ ἱ­ε­ρὸς Χρυ­σό­στο­μος. Πῶς;

Πρῶ­τον, μὲ τὸ πα­ρά­δειγ­μά μας. Ἂν ζοῦ­με σύμ­φω­να μὲ τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, τό­τε ἡ ἴ­δια μας ἡ ζω­ὴ θὰ εἶ­ναι τὸ φῶς, ποὺ δι­α­λύ­ει τὸ σκο­τά­δι καὶ γί­νε­ται σι­ω­πη­λὸς ἔ­λεγ­χος τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ κό­σμου. Ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος Βε­λι­μί­ρο­βιτς, Σέρ­βος ἐ­πί­σκο­πος τοῦ πε­ρα­σμέ­νου αἰ­ώ­να καὶ θε­ο­λό­γος μὲ παγ­κό­σμια ἀ­κτι­νο­βο­λί­α, ση­μει­ώ­νει: «Κα­νέ­να φῶς δὲν λάμ­πει μό­νο στὸν ἑ­αυ­τό του. Τὸ φῶς τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­μεῖς κα­τα­φέρ­νου­με νὰ ἀ­νά­ψου­με μέ­σα μας μὲ μα­κρὰ ἐ­ξέ­γερ­ση ἐ­νάν­τια στὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ τὶς ἀ­δυ­να­μί­ες, μὲ μα­κρὰ τρι­βή, δὲν θὰ λάμ­πει μό­νον σὲ μᾶς, ἀλ­λὰ θὰ τὸ βλέ­πουν κι ἐ­κεῖ­νοι ποὺ βρί­σκον­ται στὸ σκο­τά­δι γύ­ρω μας».

Ἐ­πι­πλέ­ον ἔ­χου­με ὑ­πο­χρέ­ω­ση, ὅ­πο­τε μᾶς δί­νε­ται κα­τάλ­λη­λη εὐ­και­ρί­α, νὰ ἐ­λέγ­χου­με καὶ μὲ τὰ λό­για μας. Πάν­το­τε μὲ σύ­νε­ση καὶ ἀ­γά­πη νὰ προ­ει­δο­ποι­οῦ­με τοὺς ἀ­δελ­φούς μας γιὰ τὶς κα­τα­στρε­πτι­κὲς συ­νέ­πει­ες τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ νὰ τοὺς ἐ­νι­σχύ­ου­με στὸν δρό­μο τῆς με­τα­νοί­ας καὶ τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς.

Πο­λὺς λό­γος γί­νε­ται στὴν ἐ­πο­χή μας γιὰ τὴν ἀ­νε­κτι­κό­τη­τα ὡς ἀ­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση γιὰ τὴν ὁ­μα­λὴ κοι­νω­νι­κὴ συ­νύ­παρ­ξη. Καὶ βέ­βαι­α, αὐ­τὸ ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως φαί­νε­ται θε­τι­κό. Ὅ­μως μὲ τὸ πρό­σχη­μα τῆς ἀ­νε­κτι­κό­τη­τας στὴν οὐ­σί­α ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται νὰ κα­τα­στεῖ κοι­νω­νι­κὰ ἀ­πο­δε­κτὴ κά­θε ἁ­μαρ­τί­α καὶ δι­α­στρο­φὴ καὶ νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ κά­θε φω­νὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας καὶ ἐ­λέγ­χου. Ἂς μὴν ἀ­φή­σου­με νὰ μᾶς ἐ­πη­ρε­ά­σει αὐ­τὸ τὸ κο­σμι­κὸ πνεῦ­μα. Ἂς μὴν ἀ­φή­σου­με τὸ σκο­τά­δι νὰ κα­λύ­ψει τὰ πάν­τα γύ­ρω μας. Ἂς ἀ­νά­ψου­με τὸ φῶς τοῦ Χρι­στοῦ! Τὸ φῶς ποὺ δι­α­λύ­ει τὰ σκο­τά­δια καὶ χα­ρί­ζει στὸν ἄν­θρω­πο εἰ­ρή­νη καὶ ἐλ­πί­δα!

  (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ)

Εἶ­πεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην· Ἄν­θρω­πός τις ἐ­πο­ί­η­σε δεῖ­πνον μέ­γα, κα ἐ­κά­λε­σε πολ­λο­ύς· κα ἀ­πέ­στει­λε τν δοῦ­λον αὐ­τοῦ τ ὥ­ρᾳ το δε­ί­πνου εἰ­πεῖν τος κε­κλη­μέ­νοις· ἔρ­χε­σθε, ὅ­τι ἤ­δη ἕ­τοι­μά ἐ­στι πάν­τα. κα ἤρ­ξαν­το ἀ­πὸ μι­ᾶς πα­ραι­τεῖ­σθαι πάν­τες, πρῶ­τος εἶ­πεν αὐ­τῷ· ἀ­γρὸν ἠ­γό­ρα­σα, κα ἔ­χω ἀ­νάγ­κην ἐ­ξελ­θεῖν κα ἰ­δεῖν αὐ­τόν· ἐ­ρω­τῶ σε, ἔ­χε με πα­ρῃ­τη­μέ­νον. κα ἕ­τε­ρος εἶ­πε· ζεύ­γη βο­ῶν ἠ­γό­ρα­σα πέν­τε, κα πο­ρε­ύ­ο­μαι δο­κι­μά­σαι αὐ­τά· ἐ­ρω­τῶ σε, ἔ­χε με πα­ρῃ­τη­μέ­νον. κα ἕ­τε­ρος εἶ­πε· γυ­ναῖ­κα ἔ­γη­μα, κα δι­ὰ τοῦ­το ο δύ­να­μαι ἐλ­θεῖν. κα πα­ρα­γε­νό­με­νος δοῦ­λος ἐ­κεῖ­νος ἀ­πήγ­γει­λε τ κυ­ρί­ῳ αὐ­τοῦ ταῦ­τα. τό­τε ὀρ­γι­σθεὶς ὁ οἰ­κο­δε­σπό­της εἶ­πε τ δο­ύ­λῳ αὐ­τοῦ· ἔ­ξελ­θε τα­χέ­ως ες τς πλα­τε­ί­ας κα ῥύ­μας τς πό­λε­ως, κα τος πτω­χοὺς κα ἀ­να­πή­ρους κα χω­λοὺς κα τυ­φλοὺς εἰ­σά­γα­γε ὧ­δε. κα εἶ­πεν δοῦ­λος· κύ­ρι­ε, γέ­γο­νεν ς ἐ­πέ­τα­ξας, κα ἔ­τι τό­πος ἐ­στί. κα εἶ­πεν κύ­ρι­ος πρς τν δοῦ­λον· Ἔ­ξελ­θε  ες  τς  ὁ­δοὺς  κα φραγ­μοὺς κα ἀ­νάγ­κα­σον εἰ­σελ­θεῖν, ἵ­να γε­μισθῇ οἶ­κός μου. λέ­γω γρ ὑ­μῖν  ὅ­τι   οὐ­δεὶς  τν  ἀν­δρῶν   ἐ­κε­ί­νων  τν  κε­κλη­μέ­νων  γε­ύ­σε­ταί  μου  το δείπνου.                   

                                                     (Λουκ. ιδ΄[14] 16 – 24)

 ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Επε Κύριος τήν πιό κάτω παραβολ:  Κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος ἔ­κα­νε με­γά­λο βρα­δι­νὸ συμ­πό­σιο καὶ κάλεσε πολ­λούς. Ἡ χα­ρὰ καὶ ἡ ἀ­πό­λαυ­ση δη­λα­δὴ τῆς αἰ­ώ­νιας βα­σι­λεί­ας πα­ρο­μοι­ά­ζε­ται μ' ἕ­να με­γα­λο­πρε­πὲς δεῖπνο πού ἑ­τοί­μα­σε ὁ Θε­ός. Σ' αὐ­τὸ δὲν κά­λε­σε ἀρ­χι­κὰ ὅ­λους τους ἀν­θρώ­πους, ἀλλά πολ­λούς, δη­λα­δὴ μό­νο τούς Ἰου­δαί­ους. Καὶ τὴν ὥ­ρα τοῦ δεί­πνου ἔ­στει­λε τὸν δοῦλο του γιὰ νὰ πεῖ στοὺς κα­λε­σμέ­νους: Ἐ­λᾶ­τε καὶ μὴν ἀ­να­βάλ­λε­τε, δι­ό­τι εἶ­ναι πλέ­ον ὅ­λα ἕ­τοι­μα. (Σὲ κά­θε ἐ­πο­χὴ δη­λα­δὴ ὁ Θε­ὸς ἔ­στελ­νε τοὺς ἀ­πε­σταλ­μέ­νους του. Καὶ στὸ τέ­λος ἔ­στει­λε τὸν Ἰ­ω­άν­νη τὸν Βα­πτι­στὴ κι ἔ­πει­τα τὸν Υἱ­ό του, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἐ­ναν­θρώ­πη­σή του ἔ­λα­βε μορ­φὴ δού­λου). Τό­τε ἄρ­χι­σαν με­μιᾶς ὅ­λοι οἱ κα­λε­σμέ­νοι, ὁ ἕ­νας με­τὰ τὸν ἄλ­λον, σάν νά ἦ­ταν συ­νεν­νο­η­μέ­νοι, νὰ δι­και­ο­λο­γοῦν τὴν ἀ­που­σί­α τους ἀ­πὸ τὸ δεῖ­πνο. Ὁ πρῶ­τος τοῦ εἶπε: Ἔ­χω ἀ­γο­ρά­σει κά­ποι­ο χω­ρά­φι καὶ πρέ­πει νὰ βγῶ ἔξω καὶ νὰ τὸ δῶ. Σὲ πα­ρα­κα­λῶ, θε­ώ­ρη­σέ με δικαιολογημένο καὶ ἀ­παλ­λαγ­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­ση νὰ ἔλ­θω. Ἄλ­λος πά­λι τοῦ εἶ­πε: Ἔ­χω ἀ­γο­ρά­σει πέν­τε ζευγάρια βό­δια καὶ πη­γαί­νω νὰ τὰ δο­κι­μά­σω. Σὲ πα­ρα­καλῶ, συγ­χώ­ρη­σε τὴ δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη ἀ­που­σί­α μου. Κι ἕ­νας ἄλ­λος τοῦ εἶ­πε: Εἶ­μαι νι­ό­παν­τρος καὶ γι’ αὐτό δὲν μπο­ρῶ νὰ ἔλ­θω. Δη­λα­δὴ οἱ προ­σκε­κλημένοι ὅ­λοι ἀ­πορ­ρο­φή­θη­καν ἀ­πὸ τὶς βι­ο­τι­κὲς καὶ τὶς σαρκικές τους μέ­ρι­μνες καὶ ἀ­δι­α­φό­ρη­σαν γιὰ τὴν πρό­σκληση τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁποῖος τοὺς κα­λοῦ­σε νὰ γί­νουν μέ­τοχοι καί κληρονόμοι τῆς βα­σι­λεί­ας του. Ὅ­ταν λοι­πὸν γύ­ρι­σε ὁ δοῦ­λος ἐ­κεῖ­νος, δι­η­γή­θη­κε στὸν κύ­ριό του τὰ ὅ­σα τοῦ εἶ­παν οἱ κα­λε­σμέ­νοι. Τό­τε ὁ νοι­κο­κύ­ρης θύ­μω­σε καὶ εἶ­πε στὸ δοῦλο του: Βγὲς γρή­γο­ρα στὶς πλα­τεῖ­ες καὶ στὰ στε­νὰ τῆς πό­λε­ως καὶ φέ­ρε ἐ­δῶ μέ­σα τοὺς φτω­χούς, τοὺς σα­κά­τη­δες, τοὺς χω­λοὺς καὶ τοὺς τυ­φλοὺς πού θὰ βρεῖς ἐκεῖ. Κά­λε­σε δη­λα­δὴ ὅ­σους εἶ­ναι πε­ρι­φρο­νη­μέ­νοι με­τα­ξὺ τῶν Ἰσ­ρα­η­λι­τῶν, ἀφοῦ οἱ ἐ­πί­ση­μοι ἄρ­χον­τες τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ ἀρ­νοῦν­ται νὰ δεχθοῦν τὴ σω­τη­ρί­α πού τοὺς προ­σφέ­ρει ὁ Μεσ­σί­ας. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο ἐ­πέ­στρε­ψε πά­λι ὁ δοῦ­λος καὶ εἶ­πε: Κύ­ρι­ε, ἔ­γι­νε ὅ­πως δι­έ­τα­ξες, καὶ ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη τό­πος ἀ­δεια­νὸς στὸ σπί­τι γιὰ νὰ προ­σκλη­θοῦν κι ἄλ­λοι. Τό­τε εἶ­πε ὁ κύ­ριος στὸ δοῦλο: Βγὲς ἔ­ξω ἀ­π' τὴν πό­λη στοὺς δρό­μους καὶ στοὺς φρά­χτες τῶν κτη­μά­των, ὅ­που συ­νή­θως μα­ζεύ­ον­ται οἱ πε­ρι­πλα­νώ­με­νοι, πού δὲν ἔ­χουν σπί­τι καὶ μό­νι­μη κα­τοι­κί­α. Κι ἐ­πει­δὴ αὐ­τοὶ θὰ δι­στά­ζουν ἀ­πὸ συ­στο­λὴ νὰ πά­ρουν μέ­ρος στὸ δεῖ­πνο μου, πα­ρα­κί­νη­σέ τους ἐ­πί­μο­να νὰ μποῦν ἐ­δῶ, γιὰ νὰ γε­μί­σει τὸ σπί­τι μου. Προ­σκά­λε­σε δη­λα­δὴ καὶ τοὺς ἐ­θνι­κοὺς νὰ πά­ρουν μέ­ρος στὰ ἀ­γα­θὰ τῆς βα­σι­λεί­ας μου. Δι­ό­τι σᾶς βε­βαι­ώ­νω ὅ­τι κα­νέ­νας ἀ­πό τους ἀν­θρώ­πους ἐ­κεί­νους πού κά­λε­σα  ὄ­χι μό­νο δὲν θὰ κα­θί­σει, ἀλ­λ' οὔτε κἄν θὰ γευ­θεῖ τὸ δεῖ­πνο μου.

 

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2021

 

Ι­Ε­ΡΑ Μ­Η­Τ­Ρ­Ο­Π­Ο­Λ­ΙΣ Π­Α­Φ­ΟΥ

Ι­Ε­Ρ­ΟΣ Ν­Α­ΟΣ ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

 Α­Κ­Ο­Λ­Ο­Υ­Θ­Ι­ΕΣ Δ­Ε­Κ­Ε­Μ­Β­Ρ­Ι­ΟΥ



2 ΠΕΜΠΤΗ Ὁ­σί­ου Πορ­φυ­ρί­ου τοῦ Καυ­σο­κα­λυ­βί­του

4 ΣΑΒΒΑΤΟΝ  Βαρ­βά­ρας με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος, Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Δα­μα­σκη­νοῦ, Κασ­σια­νοῦ ὁ­σί­ου τοῦ Κυ­πρί­ου

5 ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ΛΟΥΚΑ, Ἀ­πό­στ. (Γαλ. ε΄[5] 22- Ϛ΄[6] 2), Εὐ­αγγ. (Λουκ. ιγ΄[13] 10-17) Σάβ­βα τ­οῦ ἡ­γι­α­σμέ­νου, Δι­ο­γέ­νους μάρ­τυ­ρος

6 ΔΕΥΤΕΡΑ  Νι­κο­λά­ου τ­οῦ ἐν Μύ­ροις τ­οῦ Θαυ­μα­τουρ­γοῦ

9 ΠΕΜΠΤΗ Σύλ­λη­ψις τῆς Ἁ­γί­ας Ἄν­νης,

12 ΚΥΡΙΑΚΗ Ι­Α΄ΛΟΥ­ΚΑ (ΑΓ. ΠΡΟ­ΠΑ­ΤΟ­ΡΩΝ), Ἀ­πό­στ. (Ἐ­φεσ. ε΄[5] 8-19 , Εὐ­αγγ. (Λουκ. ιδ΄[14], 16-24), Ἁ­γί­ου Σπυ­ρί­δω­νος ἐ­πι­σκό­που Τρι­μυ­θοῦν­τος τοῦ Θαυ­μα­τουρ­γοῦ

15 ΤΕΤΑΡΤΗ Ἐ­λευ­θε­ρί­ου Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος καί Ἀν­θί­ας τῆς μη­τρός αὐ­τοῦ

19 ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗ-ΣΕΩΣ, Ἀ­πό­στ. (Ἑ­βρ. ι­α΄[11] 9–10, 32-40),Εὐ­αγγ. (Ματθ. α΄[1] 1-25). Μνή­μην ἐπιτελοῦμεν πάν­των τῶν ἀπ’ αἰ­ῶ­νος Θε­ῷ εὐ­α­ρε­στη­σάν­των, ἀ­πό Ἀ­δάμ ἂ­χρι καί Ἰ­ω­σήφ τοῦ μνή­στο­ρος, Βονιφατίου, Πολυεύκτου, Άρεως, Θεσσαλονίκης μαρτύρων

22 ΤΕΤΑΡΤΗ Ἀ­να­στα­σί­ας Φαρ­μα­κο­λυ­τρί­ας

24 ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Πα­ρα­μο­νὴ τῆς τοῦ Χρι­στοῦ Γεν­νή­σε­ως. Εὐ­γε­νί­ας Ὁ­σι­ο­παρ­θε­νο­μάρ­τυ­ρος καί τῶν σύν αὐ­τῇ.

Ἀ­κο­λου­θί­α Με­γά­λων Ὡ­ρῶν τῶν Χρι­στου­γέν­νων. 

Ἑ­σπερινὸς Χρι­στου­γέν­νων κ­αι Θεία Λει­τουργία Μεγάλου Βα­σι­λεί­ου

25 ΣΑΒΒΑΤΟ Η ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΣ

(Γαλ. δ΄[4] 4–7), Εὐ­αγγ. (Ματθ. β΄[2] 1-12)

26 ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣ ΙΝ. (Γαλ. α΄[1] 11 – 19), Εὐ­αγγ. (Ματθ. β΄[2] 13-23). Σύ­να­ξις Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου,  Τ­ῶν ἁ­γί­ων και δι­καί­ων Ἰ­ω­σήφ τ­οῦ Μνή­στο­ρος, Δαυ­ίδ τ­οῦ βα­σι­λέ­ως καί Ἰ­α­κώ­βου τοῦ Ἀ­δελ­φο­θέ­ου.

Ω­Ρ­Α­Ρ­ΙΟ Δ­Ε­Κ­Ε­Μ­Β­Ρ­Ι­ΟΥ

Ε­Σ­Π­Ε­Ρ­Ι­Ν­ΟΣ: 4.00 Μ.Μ.

Ο­Ρ­Θ­Ρ­ΟΣ: 6.30 Π.Μ.

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ. ΣΑΒΒΑ ΤΟΥ ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΥ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

    ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ

(5 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2021)

(ΣΑΒΒΑ ΤΟΥ ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΥ)

 


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΣΑΒΒΑ)

Ἀ­δελ­φοί, ὁ καρ­πὸς τοῦ Πνε­ύ­μα­τός ἐ­στιν ἀ­γά­πη, χα­ρά, εἰ­ρή­νη, μα­κρο­θυ­μί­α, χρη­στό­της, ἀ­γα­θω­σύ­νη, πί­στις, πρᾳ­ό­της, ἐγ­κρά­τεια· κα­τὰ τῶν τοι­ο­ύ­των οὐκ ἔ­στι νό­μος. Οἱ δὲ τοῦ Χρι­στοῦ τὴν σάρ­κα ἐ­στα­ύ­ρω­σαν σὺν τοῖς πα­θή­μα­σι καὶ ταῖς ἐ­πι­θυ­μί­αις. Εἰ ζῶ­μεν Πνε­ύ­μα­τι, Πνε­ύ­μα­τι καὶ στοι­χῶ­μεν. Μὴ γι­νώ­με­θα κε­νό­δο­ξοι, ἀλ­λή­λους προ­κα­λο­ύ­με­νοι, ἀλ­λή­λοις φθο­νοῦν­τες. Ἀ­δελ­φοί, ἐ­ὰν καὶ προ­λη­φθῇ ἄν­θρω­πος ἔν τι­νι πα­ρα­πτώ­μα­τι, ὑ­μεῖς οἱ πνευ­μα­τι­κοὶ κα­ταρ­τί­ζε­τε τὸν τοι­οῦ­τον ἐν πνε­ύ­μα­τι πρᾳ­ό­τη­τος, σκο­πῶν σε­αυ­τόν, μὴ καὶ σὺ πει­ρα­σθῇς. Ἀλ­λή­λων τὰ βά­ρη βα­στά­ζε­τε, καὶ οὕ­τως ἀ­να­πλη­ρώ­σα­τε τὸν νό­μον τοῦ Χρι­στοῦ.

                                                             (Γαλ. ε[5] 22 – Ϛ΄[6] 2)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἀ­δελ­φοί,   καρ­πός πού πα­ρά­γει τό Ἅ­γιον Πνεῦ­μα μέ τόν φω­τι­σμό καί τή χά­ρη πού χο­ρη­γεῖ στίς ψυ­χές μας, εἶ­ναι ἀ­γά­πη, χα­ρά πού προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τήν ἀ­γα­θή συ­νεί­δη­ση, εἰ­ρή­νη πού εἶ­ναι ἀ­χώ­ρι­στη ἀ­π᾿ αὐ­τήν, ἀ­νο­χή καί πλα­τιά καρ­διά στίς ἀ­δι­κί­ες πού μς κά­νουν ο ἄλ­λοι, ἀ­γα­θή δι­ά­θε­ση καί κα­λο­σύ­νη, εὐ­ερ­γε­τι­κή δι­ά­θε­ση καί συμ­πε­ρι­φο­ρά, πί­στη καί ἀ­ξι­ο­πι­στί­α στά λό­για καί τίς ὑ­πο­σχέ­σεις μας, πρα­ό­τη­τα, ἐγ­κρά­τεια σέ ὁ­τι­δή­πο­τε πο­νη­ρό. Ἀ­πέ­ναν­τι στούς ἀν­θρώ­πους πού ἔ­χουν τίς ἀ­ρε­τές αὐ­τές δέν ἰ­σχύ­ει ὁ νό­μος. Κι ὅ­σοι ἀ­νή­κουν πραγ­μα­τι­κά στόν Χρι­στό, ἔ­χουν νε­κρώ­σει τόν σαρ­κι­κό ἄν­θρω­πο μέ τά πά­θη καί τίς ἐ­πι­θυ­μί­ες του. Ἐ­άν ζοῦ­με σύμ­φω­να μέ τίς ἐμ­πνεύ­σεις το Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ς συμ­πε­ρι­φε­ρό­μα­στε καί σύμ­φω­να μέ τίς προ­στα­γές το Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καί ὄ­χι κι­νού­με­νοι ἀ­πό ἐ­λα­τή­ρια ἰ­δι­ο­τέ­λειας καί μα­ται­ο­δο­ξί­ας. ς μή γι­νό­μα­στε μα­ται­ό­δο­ξοι, προ­κα­λών­τας ἕ­νας τόν ἄλ­λο σέ φι­λο­νι­κί­ες καί φθο­νών­τας ἕ­νας τόν ἄλ­λο. Σᾶς κά­νω προ­σε­κτι­κούς στή μα­ται­ο­δο­ξί­α καί τό φθό­νο, δι­ό­τι οἱ ἀ­δυ­να­μί­ες τῶν ἀ­δελ­φῶν γί­νον­ται ἀ­φορ­μή νά ἐκ­δη­λώ­νει ὁ ἕ­νας κι ὁ ἄλ­λος τή φι­λαρ­χί­α του. Ὄ­χι, ἀ­δελ­φοί· κι ἐ­άν ἀ­πό ἀ­δυ­να­μί­α πέ­σει ἕ­νας ἄν­θρω­πος σέ κά­ποι­ο ἁ­μάρ­τη­μα, ἐ­σεῖς πού εἶ­στε πνευ­μα­τι­κά ἰ­σχυ­ροί, νά τόν δι­ορ­θώ­νε­τε καί νά τόν παι­δα­γω­γεῖ­τε μέ πνεῦ­μα πρα­ό­τη­τος. Ἐ­σύ μά­λι­στα πού δι­ορ­θώ­νεις τόν ἄλ­λο πρό­σε­χε τόν ἑ­αυ­τό σου μήν πέ­σεις κι ἐ­σύ σέ πει­ρα­σμό· καί θά συμ­βεῖ αὐ­τό εἴ­τε μέ τό νά πα­ρα­συρ­θεῖς στό ἴ­διο ἁ­μάρ­τη­μα, εἴ­τε μέ τό νά κυ­ρι­ευ­θεῖς ἀ­πό ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α ἤ μα­ται­ο­δο­ξί­α καί φι­λαρ­χί­α, καί γε­νι­κό­τε­ρα ἀ­πό ἐ­γω­ι­σμό. Γιά νά προ­στα­τεύ­ε­στε λοι­πόν ἀ­πό τόν κίν­δυ­νο νά πέ­σε­τε κι ἐ­σεῖς, νά ὑ­πο­μέ­νε­τε ὁ ἕ­νας τίς ἐ­νο­χλή­σεις τοῦ ἄλ­λου, πού ὀ­φεί­λον­ται στά ἐ­λατ­τώ­μα­τα καί τίς ἐλ­λεί­ψεις του· κι ἔ­τσι, μέ τήν ὑ­πο­μο­νε­τι­κή αὐ­τή ἀ­νο­χή, ἐκ­πλη­ρῶ­στε τε­λεί­ως τόν νό­μο τοῦ Χρι­στοῦ, δη­λα­δή τήν ἐν­το­λή τῆς ἀ­γά­πης. Ἄν­θρω­πος πού δέν ὑ­πο­μέ­νει μέ ἀ­γά­πη τήν ἀ­δυ­να­μί­α τοῦ ἄλ­λου, δέν συ­ναι­σθά­νε­ται ὅ­τι ἔ­χει κι αὐ­τός ἐ­λατ­τώ­μα­τα, ἀλ­λά ἔ­χει με­γά­λη ἰ­δέ­α γιά τόν ἑ­αυ­τό του. Ἡ ἰ­δέ­α του ὅ­μως αὐ­τή εἶ­ναι ψεύ­τι­κη.

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἦν ὁ Ἰησοῦς  δι­δά­σκων ἐν μι­ᾷ τῶν συ­να­γω­γῶν ἐν τοῖς σάβ­βα­σι. καὶ ἰ­δοὺ γυ­νὴ ἦν πνεῦ­μα ἔ­χου­σα ἀ­σθε­νε­ί­ας ἔ­τη δέ­κα καὶ ὀ­κτώ, καὶ ἦν συγ­κύ­πτου­σα καὶ μὴ δυ­να­μέ­νη ἀ­να­κύ­ψαι εἰς τὸ παν­τε­λές. ἰ­δὼν δὲ αὐ­τὴν ὁ Ἰ­η­σοῦς προ­σε­φώ­νη­σε καὶ εἶ­πεν αὐ­τῇ· Γύναι, ἀ­πο­λέ­λυ­σαι τῆς ἀ­σθε­νε­ί­ας σου· καὶ ἐ­πέ­θη­κεν αὐ­τῇ τὰς χεῖ­ρας· καὶ πα­ρα­χρῆ­μα ἀ­νωρ­θώ­θη καὶ ἐ­δό­ξα­ζε τὸν Θε­όν. ἀ­πο­κρι­θεὶς δὲ ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος, ἀ­γα­να­κτῶν ὅ­τι τῷ σαβ­βά­τῳ ἐ­θε­ρά­πευ­σεν ὁ Ἰ­η­σοῦς, ἔ­λε­γε τῷ ὄ­χλῳ· Ἓξ ἡ­μέ­ραι εἰ­σὶν ἐν αἷς δεῖ ἐρ­γά­ζε­σθαι· ἐν τα­ύ­ταις οὖν ἐρ­χό­με­νοι θε­ρα­πε­ύ­ε­σθε, καὶ μὴ τῇ ἡ­μέ­ρᾳ τοῦ σαβ­βά­του. ἀ­πε­κρί­θη οὖν αὐ­τῷ ὁ Κύριος καὶ εἶ­πεν· Ὑ­πο­κρι­τά· ἕ­κα­στος ὑ­μῶν τῷ σαβ­βά­τῳ οὐ λύ­ει τὸν βοῦν αὐ­τοῦ ἢ τὸν ὄ­νον ἀ­πὸ τῆς φάτ­νης καὶ ἀ­πα­γα­γὼν πο­τί­ζει; τα­ύ­την δὲ, θυ­γα­τέ­ρα Ἀ­βρα­ὰμ οὖ­σαν, ἣν ἔ­δη­σεν ὁ σα­τα­νᾶς ἰ­δοὺ δέ­κα καὶ ὀ­κτὼ ἔ­τη, οὐκ ἔ­δει λυ­θῆ­ναι ἀ­πὸ τοῦ δε­σμοῦ το­ύ­του τῇ ἡ­μέ­ρᾳ τοῦ σαβ­βά­του; καὶ ταῦ­τα λέ­γον­τος αὐ­τοῦ κα­τῃ­σχύ­νον­το πάν­τες οἱ ἀν­τι­κε­ί­με­νοι αὐ­τῷ, καὶ πᾶς ὁ ὄ­χλος ἔ­χαι­ρεν ἐ­πὶ πᾶ­σι τοῖς ἐν­δό­ξοις τοῖς γι­νο­μέ­νοις ὑ­π' αὐ­τοῦ.     

 (Λουκ. ιγ΄[13] 10 – 17)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐκεῖνο τόν καιρό ὁ  Ἰησοῦς ἕνα Σάβ­βα­το δί­δα­σκε σὲ μί­α συ­να­γω­γή. Ἐ­κεῖ βρι­σκό­ταν καὶ μί­α γυ­ναί­κα πού ὑ­πέ­φε­ρε δέ­κα ὀ­κτὼ χρό­νια ἀ­πὸ μιὰ ἀ­σθέ­νεια ἐ­ξαι­τί­ας κά­ποι­ου πο­νη­ροῦ πνεύ­μα­τος. Καὶ γι' αὐ­τὸ ἦ­ταν σκυμ­μέ­νη δια­ρκῶς μὲ κυρ­τω­μέ­νο τὸ σῶ­μα της καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε κα­θό­λου νὰ ση­κώ­σει ὄρ­θιο τὸ κε­φά­λι της. Ὅ­ταν λοι­πὸν τὴν εἶ­δε ὁ Ἰ­η­σοῦς, τῆς φώ­να­ξε καὶ τῆς εἶ­πε: Γυ­ναί­κα, εἶ­σαι λυ­μέ­νη καὶ ἐ­λευ­θε­ρω­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀρ­ρώ­στια σου. Κι ἔ­βα­λε πά­νω της τὰ χέ­ρια του. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη ἐ­πα­νέ­κτη­σε τὴν ὄρ­θια στά­ση τοῦ σώ­μα­τός της καὶ δό­ξα­ζε τὸν Θε­ὸ γιὰ τὴ θε­ρα­πεί­α της. Τό­τε ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος, γε­μά­τος ἀ­γα­νά­κτη­ση πού ὁ Ἰ­η­σοῦς ἔ­κα­νε τὴ θε­ρα­πεί­α αὐτή μέ­ρα Σάβ­βα­το, στρά­φη­κε στὸ πλῆ­θος τοῦ λα­οῦ κι ἔ­λε­γε: Ἕξι ἡμέρες ἔχουμε στὴ δι­ά­θε­σή μας νὰ ἐρ­γα­ζό­μα­στε, καὶ μό­νο μέ­σα σ' αὐ­τὲς δι­και­ού­μα­στε καὶ πρέ­πει νὰ τὸ κά­νου­με αὐ­τό. Τίς ἐρ­γά­σι­μες αὐ­τὲς ἡμέρες λοι­πὸν νὰ ἔρ­χε­στε καὶ νὰ θε­ρα­πεύ­ε­σθε, καὶ ὄ­χι τὴν ἡμέρα τοῦ Σαβ­βά­του. Τό­τε λοι­πὸν ὁ Κύ­ριος τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: Ὑ­πο­κρι­τή, κά­τω ἀ­πὸ τὸ πρό­σχη­μα τοῦ σε­βα­σμοῦ τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του κρύ­βεις φθό­νο καὶ μο­χθη­ρί­α. Ὁ κα­θέ­νας σας τὴν ἡμέρα τοῦ Σαβ­βά­του δὲν λύ­νει τὸ βό­δι του ἢ τό γα­ϊ­δού­ρι ἀ­πὸ τὸ πα­χνὶ καὶ δὲν τὸ πη­γαί­νει νὰ τὸ πο­τί­σει; Καὶ τὸ κά­νει αὐ­τὸ χω­ρὶς νὰ θε­ω­ρεῖ­ται πα­ρα­βά­της τῆς ἐν­το­λῆς τῆς ἀρ­γί­ας τοῦ Σαβ­βά­του, σύμ­φω­να μὲ τὴν ἑρ­μη­νεί­α τῆς ἐν­το­λῆς αὐ­τῆς πού εἶ­ναι ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­δο­ση. Αὐ­τὴ ὅ­μως, πού εἶ­ναι κό­ρη καὶ ἀ­πό­γο­νος τοῦ Ἀ­βρα­ὰμ καὶ τὴν ἔ­δε­σε ὁ σα­τα­νᾶς μὲ τέ­τοι­α ἀρ­ρώ­στια, ὤ­στε νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ ση­κω­θεῖ ὄρ­θια δε­κα­ο­κτὼ ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια, δὲν ἦ­ταν σω­στὸ καὶ ἐ­πι­βε­βλη­μέ­νο νὰ λυ­θεῖ ἀπό τὰ μα­κρο­χρό­νια αὐ­τὰ καὶ ὀ­δυ­νη­ρὰ δε­σμὰ της τὴν ἡμέρα τοῦ Σαβ­βά­του; Κι ἐ­νῶ τὰ ἔ­λε­γε αὐ­τὰ ὁ Ἰ­η­σοῦς, ντρο­πι­ά­ζον­ταν ὅ­λοι οἱ ἀν­τί­θε­τοί του. Κι ὅ­λος ὁ λα­ὸς χαι­ρό­ταν γιὰ ὅ­λα τὰ λαμ­πρὰ καὶ θαυ­μα­στὰ ἔρ­γα πού δια­ρκῶς ἔ­κα­νε ὁ Ἰησοῦς.

ΒΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ ΤΟΥ ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΥ

Ψυ­χὴν ὄ­πι­σθέν του Θε­οῦ κολ­λῶν πά­λαι,

Ἔμ­προ­σθεν αὐ­τοῦ νῦν πα­ρί­στα­ται Σάβ­βας.

Θε­σπε­σί­οι­ο πό­λου πέμ­πτη Σάβ­βας ἐν­τὸς ἐ­σή­χθη.

Ὁ Ἅ­γιος Σάβ­βας κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ Μου­τα­λά­σκη τῆς Καπ­πα­δο­κί­ας καὶ ἦ­ταν γιὸς εὐ­σε­βῶν γο­νέ­ων, τοῦ Ἰ­ω­άν­νη καὶ τῆς Σο­φί­ας .

Ἀ­πὸ πο­λὺ νω­ρὶς γνώ­ρι­σε τὶς θεῖ­ες βου­λὲς καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ἀ­φι­ε­ρω­θεῖ στὸν μο­να­στι­κὸ βί­ο. Εἶ­χε τό­ση πί­στη ποὺ κά­πο­τε μπῆ­κε σὲ ἕ­να κλί­βα­νο πυ­ρὸς ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο βγῆ­κε ἀ­βλα­βὴς μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ.

Ὅ­ταν ἦ­ταν δε­κα­ο­χτὼ ἐ­τῶν ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ μο­να­στή­ρι τῶν Φλα­βια­νῶν καὶ πῆ­γε στὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὴν ἔ­ρη­μο τῆς Ἀ­να­το­λῆς γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σει τὸν Μέ­γα Εὐ­θύ­μιο. Ὁ Εὐ­θύ­μιος τὸν ἔ­στει­λε σὲ ἕ­να κοι­νό­βιο, τὸ ὁ­ποῖ­ο δι­ηύ­θυ­νε ὁ ὅ­σιος Θε­ό­κτι­στος

Ὁ Ἅ­γιος Σάβ­βας κα­τὰ τὴν πα­ρα­μο­νή του στὸ κοι­νό­βιο ἔ­λαμ­ψε λό­γω τοῦ χα­ρα­κτή­ρα του καὶ τῶν ἀ­ρε­τῶν του. Μά­λι­στα ἦ­ταν τό­σο σο­βα­ρὸς καὶ ἠ­θι­κὸς – πα­ρὰ τὸ νε­α­ρόν της ἡ­λι­κί­ας – ποὺ προ­σα­γο­ρεύ­τη­κε «Παι­δα­ρι­ο­γέ­ρον­τας» ἀ­πὸ τὸν Μέ­γα Εὐ­θύ­μιο.

Ὁ Ἅ­γιος Σάβ­βας ὅ­σο με­γά­λω­νε τρο­φο­δο­τοῦ­σε ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸ πνεῦ­μα του, γι' αὐ­τὸ καὶ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ χά­ρι­σμα τῆς θαυ­μα­τουρ­γί­ας. Τὸ χά­ρι­σμα αὐ­τὸ τὸ ἐ­πι­στρά­τευ­σε στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α τῶν φτω­χῶν καὶ τῶν ἀ­σθε­νῶν καὶ ἔ­τσι ἐ­πι­τέ­λε­σε ση­μαν­τι­κό­τα­τα ἔρ­γα.

Γιὰ τὴν ἁ­γι­ό­τη­τα τῆς ζω­ῆς του καὶ γιὰ τὴ με­γά­λη του φή­μη, εἶ­χε στα­λεῖ ἀ­πὸ τὸν Πα­τριά­ρχη Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων δύ­ο φο­ρὲς πρε­σβευ­τὴς στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, πρὸς τὸν βα­σι­λιὰ Ἀ­να­στά­σιο καὶ ἔ­πει­τα πρὸς τὸν Ἰ­ου­στι­νια­νό.

Σὲ ἡ­λι­κί­α ἐ­νε­νήν­τα τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν, τὸ 534 μ.Χ., ἀ­νῆλ­θε πρὸς Κύ­ριον ἐν εἰ­ρή­νῃ.

Τὸ 584 μ.Χ., τὸ Λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου Σάβ­βα ἀ­να­κο­μί­σθη­κε ἀ­δι­ά­φθο­ρο ὅ­ταν ἀ­νοί­χθη­κε ὁ τά­φος του γιὰ νὰ ἐν­τα­φια­στεῖ ὁ Ἡ­γού­με­νος Κασ­σια­νός. Ἀρ­χι­κὰ δι­α­φυ­λά­χθη­κε στὴ Μο­νή του καὶ στὴ συ­νέ­χεια με­τα­φέρ­θη­κε στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τῶν Ἀ­ρα­βι­κῶν ἐ­πι­δρο­μῶν.

Γιὰ τὸν χρό­νο ἄ­φι­ξής του στὴ Βε­νε­τί­α ἐ­πι­κρα­τοῦν δύ­ο πα­ρα­δό­σεις. Σύμ­φω­να μὲ τὴν πρώ­τη τὸ Λεί­ψα­νο εἶ­χε με­τα­φερ­θεῖ στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, ἀπ᾿ ὅ­που τὸ 1026 μ.Χ. τὸ ἔ­κλε­ψε ὁ Βε­νε­τὸς εὐ­γε­νὴς Πέ­τρος Centranico (ἔ­πει­τα Δό­γης, 1026 – 1031 μ.Χ.), ἐ­πὶ τῶν ἡ­με­ρῶν τοῦ Δό­γη Tribunio Menio (982 – 1026 μ.Χ.), τὸ με­τέ­φε­ρε στὴ Βε­νε­τί­α καὶ τὸ κα­τέ­θε­σε στὸν Να­ὸ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­τω­νί­νου.

Κα­τὰ τὴν δεύ­τε­ρη πα­ρά­δο­ση τὸ Λεί­ψα­νο δὲν με­τα­φέρ­θη­κε πο­τὲ στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, ἀλ­λὰ δι­α­φυ­λά­χθη­κε στὸν Ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη τῆς Ἄ­κρας, ἀπ᾿ ὅ­που με­τα­φέρ­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς Γε­νουά­τες στὴν ἀν­τα­γω­νί­στρια τῆς Βε­νε­τί­ας πό­λη τους. Τὸ 1257 μ.Χ. οἱ Βε­νε­τοὶ πέ­τυ­χαν νὰ με­τα­φέ­ρουν τὸ Λεί­ψα­νο στὴ Βε­νε­τί­α.

Ἡ πα­ρου­σί­α τοῦ Λει­ψά­νου τοῦ Ἁ­γί­ου Σάβ­βα στὴ Βε­νε­τί­α ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν σχε­τι­κὴ ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ Σαβ­βα­ΐ­του Μο­να­χοῦ Σω­φρο­νί­ου στὸν Μη­τρο­πο­λί­τη Ρω­σί­ας Ἅ­γιο Μα­κά­ριο, τὸ 1547 μ.Χ.

Τὸ 1965 μ.Χ., με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­νέρ­γει­ες τοῦ Πα­τριά­ρχου Βε­νε­δί­κτου, ἡ ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κὴ Ἐκ­κλη­σί­α ἐ­πέ­στρε­ψε τὸ Λεί­ψα­νο στὸ Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων καὶ φυ­λάσ­σε­ται ἔ­κτο­τε στὴ Μο­νή του.