Σάββατο 14 Μαΐου 2022

Ἡ δύ­να­μη τῆς ἀ­νε­ξι­κα­κί­ας

 


Ἡ δύ­να­μη
τῆς ἀ­νε­ξι­κα­κί­ας

Ἦ­ταν ὁ ὅ­σιος Σε­ρα­φεὶμ ὁ Δομ­βο­ΐ­της (16ος αἰ­ώ­νας) ὁ­δη­γή­θη­κε μὲ θαυ­μα­στὸ τρό­πο στὸ ὄ­ρος Δομ­ποὺ Λε­βα­δεί­ας, ὅ­που ἄρ­χι­σε – μὲ ἄ­δεια τοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως – νὰ κτί­ζει σταυ­ρο­πη­για­κὸ μο­να­στή­ρι, ἀν­τι­με­τώ­πι­σε με­γά­λο πει­ρα­σμὸ ἀ­πὸ τὴν ἀν­τί­δρα­ση κά­ποι­ων φθο­νε­ρῶν ἀν­θρώ­πων.

Συγ­κε­κρι­μέ­να, τὸν κα­τήγ­γει­λαν στὸν Τοῦρ­κο δι­οι­κη­τὴ τῆς Λι­βα­δειᾶς ὅ­τι τά­χα πα­ρα­πλά­νη­σε τοὺς κα­τοί­κους τοῦ Δομ­ποῦ νὰ τοῦ πα­ρα­χω­ρή­σουν με­γά­λες ἐ­κτά­σεις ἔ­ναν­τι εὐ­τε­λέ­στα­του πο­σοῦ. Ἐ­ξορ­γί­σθη­κε τό­τε ὁ δι­οι­κη­τὴς καὶ ἔ­στει­λε τρεῖς Τούρ­κους στρα­τι­ῶ­τες νὰ τὸν συλ­λά­βουν καὶ νὰ τὸν ὁ­δη­γή­σουν στὴ Λι­βα­δειὰ γιὰ νὰ τι­μω­ρη­θεῖ.

Πράγ­μα­τι οἱ ἀ­πε­σταλ­μέ­νοι στρα­τι­ῶ­τες ἔ­φθα­σαν στὸ ὄ­ρος Δομ­πού, ὅ­που βρή­καν τὸν Ἅ­γιο νὰ ἐρ­γά­ζε­ται γιὰ τὴν ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση τῆς Μο­νῆς. Τοῦ φέρ­θη­καν μὲ βάρ­βα­ρο τρό­πο τὸν ἔ­βρι­σαν καὶ τὸν κτύ­πη­σαν τό­σο σκλη­ρά, ὥ­στε τὸν ἄ­φη­σαν σχε­δὸν λι­πό­θυ­μο. Ἕ­ως καὶ σή­με­ρα στὴν τί­μια κά­ρα τοῦ ὁ­σί­ου Σε­ρα­φεὶμ ὑ­πάρ­χει τὸ ση­μά­δι ἀ­πὸ τὸ φο­βε­ρὸ ἐ­κεῖ­νο πλῆγ­μα ποὺ κα­τα­φε­ραν στὴν κε­φα­λή του. Ὡ­στό­σο, ὅ­ταν κά­πως συ­νῆλ­θε, τὸν ἔ­δε­σαν καὶ τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­σαν νὰ τοὺς ἀ­κο­λου­θή­σει πε­ζὸς στὴ Λι­βα­δειά.

Στὸν δρό­μο οἱ Τοῦρ­κοι στρα­τι­ῶ­τες συ­νέ­χι­σαν νὰ κα­κο­με­τα­χει­ρί­ζον­ται τὸν ὅ­σιο Σε­ρα­φείμ. Μά­λι­στα, ὅ­ταν δί­ψα­σαν πο­λὺ καὶ δὲν ἔ­βρι­σκαν που­θε­νὰ νε­ρὸ στὴν πε­ρι­ο­χή, ἐ­πι­τέ­θη­καν πά­λι ἐ­ναν­τί­ον του. Τό­τε ὁ ἀ­νε­ξί­κα­κος καὶ με­γα­λό­καρ­δος Ἅ­γιος τοὺς εἶ­πε ὅ­τι, ἂν τὸν ἄ­φη­ναν νὰ προ­σευ­χη­θεῖ, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τοὺς ἐ­ξα­σφα­λί­σει πό­σι­μο νε­ρό. Πράγ­μα­τι, τοῦ ἔ­δω­σαν τὴν ἄ­δεια κι ἐ­κεῖ­νος, πα­ρὰ τὴν ἐ­ξάν­τλη­ση ἀ­πὸ τὴν ὁ­δοι­πο­ρί­α καὶ τοὺς φο­βε­ροὺς πό­νους ποὺ αἰ­σθα­νό­ταν ἀ­πὸ τὸ τραῦ­μα στὸ κε­φά­λι του, προ­σευ­χή­θη­κε γο­να­τι­στὸς με­τὰ δα­κρύ­ων γιὰ ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα. Ἔ­πει­τα χτύ­πη­σε τὸ ρα­βδί του στὸ ση­μεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο καὶ ἀ­μέ­σως ἀ­νέ­βλυ­σε πη­γὴ μὲ τρε­χού­με­νο καὶ γάρ­γα­ρο νε­ρό!

Ἔκ­πλη­κτοι οἱ Τοῦρ­κοι ἔ­σπευ­σαν νὰ ξε­δι­ψά­σουν γιὰ νὰ συ­νε­χί­σουν τὴν πο­ρεί­α τους. Ἀλ­λὰ τώ­ρα ἡ στά­ση τους ἀ­πέ­ναν­τι στὸν ἄν­θρω­πο τοῦ Θε­οῦ ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κή. Ἡ ἀ­νε­ξί­κα­κη συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ Ὁ­σί­ου καὶ τὸ θαῦ­μα ποὺ εἶ­δαν μὲ τὰ μά­τια τους, τοὺς ἔ­πει­σε ὅ­τι ἄ­δι­κα τὸν κα­τη­γο­ροῦ­σαν. Μά­λι­στα ὁ Ἅ­γιος συ­νέ­χι­σε νὰ τοὺς εὐ­ερ­γε­τεῖ. Ὅ­ταν στὴ συ­νέ­χεια οἱ τρεῖς Τοῦρ­κοι δο­κί­μα­σαν νὰ κυ­νη­γή­σουν ἄ­γρια πε­ρι­στέ­ρια χω­ρὶς κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ὁ Ἅ­γιος τοὺς ζή­τη­σε νὰ παύ­σουν νὰ ρί­χνουν ντου­φε­κι­ὲς γιὰ νὰ τοὺς δώ­σει ἐ­κεῖ­νος ὅ,τι ζη­τοῦ­σαν. Πράγ­μα­τι, ἀ­φοῦ προ­σευ­χή­θη­κε καὶ πά­λι θερ­μά, ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια του κι ἀ­μέ­σως ἦρ­θαν κον­τά του τρί­α ζων­τα­νὰ πε­ρι­στέ­ρια, τὰ ὁ­ποῖ­α καὶ τοὺς χά­ρι­σε δί­νον­τας ἀ­πὸ ἕ­να στὸν κα­θέ­νας τους. Αὐ­τὴ ἡ με­γα­λο­ψυ­χί­α τοῦ ὁ­σί­ου Σε­ρα­φεὶμ τοὺς ὑ­πο­χρέ­ω­σε τε­λι­κὰ νὰ τὸν ἀ­φή­σουν ἐ­λεύ­θε­ρο γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ Μο­νὴ καὶ νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὸ ἱ­ε­ρὸ ἔρ­γο του.

Τὸ θαυ­μα­στὸ αὐ­τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ ἀ­πὸ τὸν βί­ο τοῦ Ὁ­σί­ου Σε­ρα­φεὶμ τοῦ Δομ­βο­ΐ­του, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἑ­ορ­τά­ζει στὶς 6 Μα­ΐ­ου, φα­νε­ρώ­νει τὴ δύ­να­μη ποὺ ἔ­χει ἡ ἀ­νε­ξι­κα­κί­α καὶ ἡ συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τα. Ἡ προ­σευ­χὴ τοῦ Ὁ­σί­ου Σε­ρα­φεὶμ ἔ­φε­ρε τὸ συγ­κλο­νι­στι­κὸ θαῦ­μα, δι­ό­τι εἶ­χε ὡς βά­ση τῆς τὴ συγ­χώ­ρη­ση καὶ τὴν ἀ­γά­πη. Πῶς νὰ μὴν ἀ­παν­τή­σει ὁ Θε­ὸς σὲ μί­α τέ­τοι­α προ­σευ­χή! Πῶς μπο­ροῦ­σαν νὰ μεί­νουν ἀ­συγ­κί­νη­τοι ἀ­κό­μη κι αὐ­τοὶ οἱ σκλη­ρο­τρά­χη­λοι στρα­τι­ῶ­τες, ὅ­ταν εἶ­δαν ὅ­τι βρί­σκον­ταν μπρο­στὰ σὲ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ποὺ φα­νέ­ρω­νε τὴ δύ­να­μη τοῦ Θε­οῦ, μπρο­στὰ σὲ μί­α ψυ­χὴ ποὺ ξε­χεί­λι­ζε ἀ­πὸ κα­λο­σύ­νη καὶ ἀ­γά­πη;

Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ δύ­να­μη τῆς ἀ­νε­ξι­κα­κί­ας. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μᾶς προ­τρέ­πει πο­τὲ καὶ σὲ κα­νέ­να νὰ μὴν ἀν­τα­πο­δί­δου­με τὸ κα­κό: «μη­δε­νὶ κα­κὸν ἀν­τὶ κα­κοῦ ἀ­πο­δι­δόν­τες». Ἀν­τί­θε­τα μᾶς συ­νι­στᾶ τὴν «ἀν­τε­πί­θε­ση» τῆς ἀ­γά­πης: «ἐ­ὰν πει­νᾶ ὁ ἐ­χθρός σου, ψώ­μι­ζε αὐ­τὸν (=δί­νε του ψω­μὶ καὶ τρο­φή), ἐ­ὰν δι­ψᾶ, πό­τι­ζε αὐ­τὸν (=δί­νε του νε­ρὸ νὰ πι­εῖ)­». Αὐ­τὴ ἡ τα­κτι­κή, λέ­ει ὁ θε­ο­πνευ­στος Ἀ­πό­στο­λος, ὁ­πωσ­δή­πο­τε θὰ ντρο­πιά­σει καὶ θὰ κα­τα­βά­λει τὸν ἐ­χθρό, καὶ τε­λι­κὰ θὰ τὸν νι­κή­σεις μὲ τὸ κα­λό. Καὶ κα­τα­λή­γει: Μὴ νι­κι­έ­σαι ἀ­πὸ τὸ κα­κό, ἀλ­λὰ «νί­κα ἐν τῷ ἀ­γα­θῶ τὸ κα­κόν»: νὰ νι­κᾶς τὸ κα­κὸ μὲ τὸν κα­λὸ τρό­πο καὶ μὲ τὴν - ἀ­γα­θο­ερ­γί­α (Ρωμ. ι­β'[12] 17, 19-21).

Πράγ­μα­τι, ὁ κα­λύ­τε­ρος τρό­πος γιὰ νὰ νι­κή­σεις τὸ κα­κὸ εἶ­ναι τὸ κα­λό. Στὶς ἐ­πι­θέ­σεις ποὺ τυ­χὸν μπο­ρεῖ νὰ δε­χθεῖς, ἂν ἀ­παν­τή­σεις μὲ ἀν­τε­πί­θε­ση, σκλη­ρό­τη­τα καὶ ἐκ­δι­κη­τι­κό­τη­τα, ἁ­πλὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νεις τὸ κα­κὸ καὶ τὸ πολ­λα­πλα­σιά­ζεις. Ἂν ὅ­μως ἀ­γνο­ή­σεις τὶς ἄ­δι­κες ἐ­πι­θέ­σεις καὶ συγ­χω­ρή­σεις μέ­σα ἀ­πὸ τὴν καρ­διά σου ὅ­σους σοῦ φέ­ρον­ται ἄ­σχη­μα, τό­τε ἔ­χεις ἤ­δη πε­τύ­χει μί­α πρώ­τη νί­κη: ἔ­χεις στα­μα­τή­σει τη­ν ἐ­ξά­πλω­ση τοῦ κα­κοῦ στὸν βαθ­μὸ ποὺ σοῦ ἀ­να­λο­γεῖ. Ἂν μά­λι­στα προ­σευ­χη­θεῖς θερ­μὰ καὶ καρ­δια­κὰ γι᾿ αὐ­τοὺς ποὺ σὲ λύ­πη­σαν καὶ σὲ πί­κρα­ναν, τό­τε μπο­ρεῖ νὰ δεῖς καὶ ἄλ­λο θαῦ­μα: ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν προ­αί­ρε­σή τους, ὁ παν­το­δύ­να­μος καὶ πα­νά­γα­θος Θε­ὸς μπο­ρεῖ νὰ τοὺς με­τα­στρέ­ψει, ὥ­στε νὰ δεῖς τὴ σκλη­ρὴ καρ­διά τους νὰ μα­λα­κώ­νει, τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά τους νὰ ἀλ­λά­ζει ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου ἀ­πέ­ναν­τί σου.­.. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση πάν­τως ἐ­σὺ θὰ ἔ­χεις ὠ­φε­λη­θεῖ τὰ μέ­γι­στα, δι­ό­τι ἡ καρ­διά σου θὰ πλημ­μυ­ρί­ζει ἀ­πὸ εἰ­ρή­νη.

Ἂς μὴν ἀ­πελ­πι­ζό­μα­στε λοι­πόν, ὅ­ταν ἐρ­χό­μα­στε ἀν­τι­μέ­τω­ποι μὲ τὴν κα­κί­α καὶ τὴν πο­νη­ρί­α τοῦ κό­σμου· ἂς μὴν ἁ­φή­νου­με τὸν φό­βο νὰ κα­τα­βά­λει τὴν ψυ­χή μας καὶ τὴν πί­κρα νὰ ψυ­χρά­νει τὶς σχέ­σεις μας μὲ τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους. Ἂς ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σου­με ἀν­τί­θε­τα τὴ δύ­να­μη ποὺ κρύ­βει ἡ ἀ­γά­πη. Ἡ ἀ­νε­ξι­κα­κί­α καὶ ἡ συγ­χώ­ρη­ση κά­νουν θαύ­μα­τα! 

ΠΕ­ΡΙ­Ο­ΔΙ­ΚΟ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ», Ἀ­ριθ. 2264, 1ΜΑΙΟΥ 2022

Κυριακή 8 Μαΐου 2022

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΊΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑ. ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΕΛΕΙΟΦΟΙΤΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΊΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑ

 


ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΕΛΕΙΟΦΟΙΤΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ

 

Την Παρασκευή 13 Μα­ΐ­ου, στις 6.00 μ.μ. στην Εκ­κλη­σί­α του Α­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου στην Χλώ­ρα­κα, θα τε­λε­στεί ο ε­σπε­ρι­νός της από­δο­σης τῆς ἑ­ορ­τῆς τῶν Μυ­ρο­φό­ρων, Ἰ­σι­δώ­ρου μάρτυρος και Θε­ρά­πον­τος Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος και στη συ­νέ­χεια Πα­ρά­κλη­ση υ­πέρ φω­τι­σμού και ε­νί­σχυ­σης των Τε­λει­ο­φοί­των και λοι­πών μα­θη­τών της Πό­λης μας, εν ό­ψει των ε­πι­κεί­με­νων Παγ­κύ­πρι­ων και λοι­πών Ε­ξε­τά­σε­ων.

 

Ø Ε­πί­σης την ε­πο­μέ­νη, το Σάββατο 14 Μα­ΐ­ου, στην ί­δια Εκ­κλη­σί­α, του Α­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου στην Χλώ­ρα­κα, θα τε­λε­στεί Θεί­α Λει­τουρ­γί­α για τον ί­διο σκο­πό.

Ø Ο όρ­θρος θα αρ­χί­σει στις 6.30 το πρω­ί,

Ø Η Θεί­α Λει­τουρ­γί­α γύ­ρω στις 7.30 και θα τε­λει­ώ­σει γύ­ρω στις 8.30.

 

Ό­σοι α­πό τους τε­λει­ό­φοι­τους και άλ­λους μα­θη­τές μας ε­πι­θυ­μούν μπο­ρούν να μας στεί­λουν τα ο­νό­μα­τα τους για να προ­σευ­χη­θού­με στον Ά­γιο Θε­ό να τους δώ­σει πλού­σια την Χάρη Του  στη δύ­σκο­λη αυ­τή φά­ση της ζω­ής τους.

Παρασκευή 6 Μαΐου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

­ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

 (8 ΜΑΪΟΥ 2022)




 

  ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ)

Ὃ ἦν ἀ­π' ἀρ­χῆς, ὃ ἀ­κη­κό­α­μεν, ὃ ἑ­ω­ρά­κα­μεν τοῖς ὀ­φθαλ­μοῖς ἡ­μῶν, ὃ ἐ­θε­α­σά­με­θα καὶ αἱ χεῖ­ρες ἡ­μῶν ἐ­ψη­λά­φη­σαν, πε­ρὶ τοῦ Λό­γου τῆς ζω­ῆς· (καὶ ἡ ζω­ὴ ἐ­φα­νε­ρώ­θη, καὶ ἑ­ω­ρά­κα­μεν καὶ μαρ­τυ­ροῦ­μεν καὶ ἀ­παγ­γέλ­λο­μεν ὑ­μῖν τὴν ζω­ὴν τὴν αἰ­ώ­νιον, ἥ­τις ἦν πρὸς τὸν Πα­τέ­ρα καὶ ἐ­φα­νε­ρώ­θη ἡ­μῖν)· ὃ ἑ­ω­ρά­κα­μεν καὶ ἀ­κη­κό­α­μεν, ἀ­παγ­γέλ­λο­μεν ὑ­μῖν, ἵ­να καὶ ὑ­μεῖς κοι­νω­νί­αν ἔ­χη­τε με­θ' ἡ­μῶν· καὶ ἡ κοι­νω­νί­α δὲ ἡ ἡ­με­τέ­ρα με­τὰ τοῦ Πα­τρὸς καὶ με­τὰ τοῦ Υἱ­οῦ αὐ­τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. καὶ ταῦ­τα γρά­φο­μεν ἡ­μῖν, ἵ­να ἡ χα­ρὰ ἡ­μῶν ᾖ πε­πλη­ρω­μέ­νη. Καὶ αὕ­τη ἔ­στιν ἡ ἐ­παγ­γε­λί­α ἣν ἀ­κη­κό­α­μεν ἀ­π' αὐ­τοῦ καὶ ἀ­ναγ­γέλ­λο­μεν ὑ­μῖν, ὅ­τι ὁ Θε­ὸς φῶς ἐ­στι καὶ σκο­τί­α ἐν αὐ­τῷ οὐκ ἔ­στιν οὐ­δε­μί­α. Ἐ­ὰν εἴ­πω­μεν ὅ­τι κοι­νω­νί­αν ἔ­χο­μεν με­τ' αὐ­τοῦ καὶ ἐν τῷ σκό­τει πε­ρι­πα­τῶ­μεν, ψευ­δό­με­θα καὶ οὐ ποι­οῦ­μεν τὴν ἀ­λή­θειαν· ἐ­ὰν δὲ ἐν τῷ φω­τὶ πε­ρι­πα­τῶ­μεν, ὡς αὐ­τός ἐ­στιν ἐν τῷ φω­τί, κοι­νω­νί­αν ἔ­χο­μεν με­τ' ἀλ­λή­λων, καὶ τὸ αἷ­μα Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ τοῦ Υἱ­οῦ αὐ­τοῦ κα­θα­ρί­ζει ἡ­μᾶς ἀ­πὸ πά­σης ἁ­μαρ­τί­ας.                                               

                  (Α’ Καθ. Ἰωάν. α΄ [1] 1 – 7)  

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Σᾶς ἀ­ναγ­γέλ­λου­με αὐ­τό πού ἤ­δη ὑ­πῆρ­χε ὅ­ταν ἄρ­χι­σε ἡ δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ κό­σμου, αὐ­τό πού μέ τ’ αὐ­τιά μας ἀ­κού­σα­με ἐ­μεῖς οἱ Ἀ­πό­στο­λοι, αὐ­τό πού μέ τά μά­τια μας εἴ­δα­με, καί μά­λι­στα τό εἴ­δα­με κα­λά, καί τά χέ­ρια μας ψη­λά­φη­σαν· σᾶς κη­ρύτ­του­με δη­λα­δή γιά τόν ἐ­νυ­πό­στα­το Λό­γο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­χει μέ­σα του ζω­ή καί τή με­τα­δί­δει καί στούς ἄλ­λους. – Καί ἡ ἐ­νυ­πό­στα­τη ζω­ή προ­σέ­λα­βε τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος καί φα­νε­ρώ­θη­κε μέ σάρ­κα· καί τή ζω­ή αὐ­τή τήν ἔ­χου­με δεῖ μέ τά μά­τια μας καί δί­νου­με μαρ­τυ­ρί­α γι’ αὐ­τή καί σᾶς ἀ­ναγ­γέλ­λου­με τή ζω­ή τήν αἰ­ώ­νια, πού ὑ­πῆρ­χε προ­α­νάρ­χως καί αἰ­ω­νί­ως δί­πλα στόν Πα­τέ­ρα καί ἦ­ταν ἑ­νω­μέ­νη μ’ αὐ­τόν, καί φα­νε­ρώ­θη­κε σέ μᾶς τούς Ἀ­πο­στό­λους καί τούς πρώ­τους μα­θη­τές. – Αὐ­τό λοι­πόν πού ἔ­χου­με δεῖ κι ἔ­χου­με ἀ­κού­σει ὡς αὐ­τό­πτες καί αὐ­τή­κο­οι μάρ­τυ­ρες ἀ­ναγ­γέλ­λου­με σέ σᾶς πού δέν τό εἴ­δα­τε μέ τά μά­τια σας καί δέν τό ἀ­κού­σα­τε μέ τ’ αὐ­τιά σας. Καί σᾶς τό ἀ­ναγ­γέλ­λου­με, γιά νά ἔ­χε­τε κοι­νω­νί­α καί στε­νό σύν­δε­σμο μα­ζί μας. Κι ἐ­κεῖ­νος πού ἔ­χει στε­νή σχέ­ση καί κοι­νω­νί­α μα­ζί μας, ἔ­χει σχέ­ση καί κοι­νω­νί­α μέ τόν Πα­τέ­ρα καί μέ τόν Υἱ­ό του Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Ὁ στε­νός δη­λα­δή σύν­δε­σμος τῶν Χρι­στια­νῶν δέν δη­μι­ουρ­γεῖ μό­νο στε­νή σχέ­ση με­τα­ξύ τους, ἀλ­λά καί στε­νή σχέ­ση καί κοι­νω­νί­α μέ τόν Θε­ό καί μέ τόν Κύ­ριο Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Κι αὐ­τά σᾶς τά γρά­φου­με, γιά νά εἶ­ναι τέ­λεια ἡ χα­ρά μας, ἡ ὁ­ποί­α προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τό στε­νό σύν­δε­σμο καί τήν κοι­νω­νί­α μας μέ τόν Θε­ό καί με­τα­ξύ μας. Γιά νά ὑ­πάρ­χει ὅ­μως καί νά δι­α­τη­ρεῖ­ται ἡ κοι­νω­νί­α αὐ­τή, πού μᾶς φέρ­νει τό­ση χα­ρά, δέν πρέ­πει νά ξε­χνᾶ­τε ὅ­τι αὐ­τή εἶ­ναι ἡ ὑ­πό­σχε­ση πού ἔ­χου­με ἀ­κού­σει ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν Υἱ­ό καί τήν ἀ­ναγ­γέλ­λου­με σέ σᾶς: ὅ­τι ὁ Θε­ός εἶ­ναι φῶς πού ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ ἁ­γι­ό­τη­τα καί ἀ­λή­θεια, καί δέν ὑ­πάρ­χει μέ­σα του κα­νέ­να ἴ­χνος σκό­τους ἄ­γνοι­ας καί ἁ­μαρ­τί­ας.  Ἐ­άν λοι­πόν ποῦ­με ὅ­τι ἔ­χου­με στε­νή σχέ­ση καί κοι­νω­νί­α μέ τόν Θε­ό, καί ταυ­τό­χρο­να ἡ γε­νι­κό­τε­ρη συμ­πε­ρι­φο­ρά μας εἶ­ναι σκο­τει­νή καί ἁ­μαρ­τω­λή, λέ­με ψέ­μα­τα, καί οἱ πρά­ξεις μας δέν συμ­φω­νοῦν μέ τήν ἀ­λή­θεια.  Ἐ­άν ὅ­μως ζοῦ­με μέ­σα στό φῶς καί συμ­πε­ρι­φε­ρό­μα­στε μέ φω­τει­νή καί ἐ­νά­ρε­τη ζω­ή, ὅ­πως ζεῖ ὁ Θε­ός, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι μέ­σα στό πνευ­μα­τι­κό φῶς, ἔ­χου­με στε­νή σχέ­ση καί κοι­νω­νί­α με­τα­ξύ μας, καί ἡ θυ­σί­α τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ τοῦ Υἱ­οῦ του μᾶς κα­θα­ρί­ζει ἀ­πό κά­θε ἁ­μαρ­τί­α.

 

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

     Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐλ­θὼν Ἰ­ω­σὴφ ὁ ἀ­πὸ Ἁ­ρι­μα­θα­ί­ας, εὐ­σχή­μων βου­λευ­τής, ς κα αὐ­τὸς ν προσ­δε­χό­με­νος τν βα­σι­λε­ί­αν το Θε­οῦ, τολ­μή­σας εἰ­σῆλ­θε πρς Πι­λᾶ­τον κα ᾐ­τή­σα­το τ σῶ­μα το Ἰ­η­σοῦ. δ Πι­λᾶ­τος ἐ­θα­ύ­μα­σεν ε ἤ­δη τέ­θνη­κε, κα προ­σκα­λε­σά­με­νος τν κεν­τυ­ρί­ω­να ἐ­πη­ρώ­τη­σεν αὐ­τὸν ε πά­λαι ἀ­πέ­θα­νε· κα γνος ἀ­πὸ το κεν­τυ­ρί­ω­νος ἐ­δω­ρή­σα­το τ σῶ­μα τ Ἰ­ω­σήφ. κα ἀ­γο­ρά­σας σιν­δό­να κα κα­θε­λὼν αὐ­τὸν ἐ­νε­ί­λη­σε τ σιν­δό­νι κα κα­τέ­θη­κεν αὐ­τὸν ν μνη­με­ί­ῳ ν λε­λα­το­μη­μέ­νον κ πέ­τρας, κα προ­σε­κύ­λι­σε λί­θον ἐ­πὶ τν θύ­ραν το μνη­με­ί­ου. δ Μα­ρί­α Μα­γδα­λη­νὴ κα Μα­ρί­α Ἰ­ω­σῆ ἐ­θε­ώ­ρουν πο τί­θε­ται. Κα δι­α­γε­νο­μέ­νου το σαβ­βά­του Μα­ρί­α Μα­γδα­λη­νὴ κα Μα­ρί­α το Ἰ­α­κώ­βου κα Σα­λώ­μη ἠ­γό­ρα­σαν ἀ­ρώ­μα­τα ἵ­να ἐλ­θοῦ­σαι ἀ­λε­ί­ψω­σιν αὐ­τόν. κα λί­αν πρω­ῒ τῆς μι­ᾶς σαβ­βά­των ἔρ­χον­ται ἐ­πὶ τ μνη­μεῖ­ον, ἀ­να­τε­ί­λαν­τος το ἡ­λί­ου. κα ἔ­λε­γον πρς ἑ­αυ­τάς· Τς ἀ­πο­κυ­λί­σει ἡ­μῖν τν λί­θον κ τς θύ­ρας το μνη­με­ί­ου; κα ἀ­να­βλέ­ψα­σαι θε­ω­ροῦ­σιν ὅ­τι ἀ­πο­κε­κύ­λι­σται ὁ λί­θος· ν γρ μέ­γας σφό­δρα. κα εἰ­σελ­θοῦ­σαι ες τ μνη­μεῖ­ον εἶ­δον νε­α­νί­σκον κα­θή­με­νον ν τος δε­ξι­οῖς, πε­ρι­βε­βλη­μέ­νον στο­λὴν λευ­κήν, κα ἐ­ξε­θαμ­βή­θη­σαν. δ λέ­γει αὐ­ταῖς· Μ ἐκ­θαμβεῖ­σθε· Ἰ­η­σοῦν ζη­τεῖ­τε τν Να­ζα­ρη­νὸν τν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νον· ἠ­γέρ­θη, οκ ἔ­στιν ὧ­δε· ἴ­δε ὁ τό­πος ὅ­που ἔ­θη­καν αὐ­τόν. ἀλ­λ' ὑ­πά­γε­τε εἴ­πα­τε τος μα­θη­ταῖς αὐ­τοῦ κα τ Πτρ ὅ­τι προ­ά­γει ὑ­μᾶς ες τν Γα­λι­λα­ί­αν· ἐ­κεῖ αὐ­τὸν ὄ­ψε­σθε, κα­θὼς εἶ­πεν ὑ­μῖν. κα ἐ­ξελ­θοῦ­σαι ἔ­φυ­γον ἀ­πὸ το μνη­με­ί­ου· εἶ­χε δ αὐ­τὰς τρό­μος κα ἔκ­στα­σις, κα οὐ­δε­νὶ οὐ­δὲν εἶ­πον· ἐ­φο­βοῦν­το γρ. 

                                          (Μάρκ. ιε΄[15] 43 – 47, ιστ΄[16] 1 – 8)

 

ΠΡΟ­ΣΜΟ­ΝΗ ΚΑΙ Α­ΠΟ­ΦΑ­ΣΗ

Ο­ΜΙ­ΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥ­ΑΓ­ΓΕ­ΛΙΟ

1. ΤΑ Α­ΔΙ­Ε­ΞΟ­ΔΑ

Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ ἀ­πό­γευ­μα. Ἐ­πά­νω στὸν σταυ­ρὸ τοῦ Γολ­γο­θᾶ κρέ­με­ται νε­κρὸ τὸ πα­νά­γιο σῶ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου. Ὁ κίν­δυ­νος νὰ μεί­νει ἄ­τα­φο γιὰ ἡ­μέ­ρες εἶ­ναι φα­νε­ρός, δι­ό­τι σὲ λί­γες ὧ­ρες ἀρ­χί­ζει ἡ ἀρ­γί­α τοῦ Σαβ­βά­του καὶ κά­θε κί­νη­ση εἶ­ναι ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νη. Οἱ μα­θη­ταὶ τρο­μο­κρα­τη­μέ­νοι ἀ­πὸ τὴν μα­νί­α τῶν Ἰ­ου­δαί­ων ἔ­χουν δι­α­σκορ­πι­σθεῖ. Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νείς νὰ φρον­τί­σει γιὰ τὴν τα­φὴ τοῦ Κυ­ρί­ου;

Στὴν κρί­σι­μη αὐ­τὴ ὥ­ρα ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἕ­νας ἄ­γνω­στος ἕ­ως τό­τε μα­θη­τής, ὁ Ἰ­ω­σήφ, ποὺ κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὴν πό­λη Ἀ­ρι­μα­θαί­α. Ἦ­ταν βου­λευ­τής, ἐ­πί­ση­μο μέ­λος τοῦ ἰ­ου­δα­ϊ­κοῦ Συ­νε­δρί­ου. Ὁ Ἰ­ω­σὴφ λοι­πὸν χω­ρὶς νὰ ὑ­πο­λο­γί­σει καμ­μί­α συ­νέ­πεια πα­ρου­σι­ά­ζε­ται στὸν Πι­λά­το καὶ τοῦ ζη­τεῖ τὸ σῶ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, γιὰ νὰ τὸ ἐν­τα­φιά­σει.

Ὁ Πι­λά­τος, μό­λις βε­βαι­ώ­θη­κε ὅ­τι πραγ­μα­τι­κὰ πέ­θα­νε ὁ Κύ­ριος, χά­ρι­σε στὸν Ἰ­ω­σὴφ τὸ πα­νά­γιο σῶ­μα Του. Ὁ Ἰ­ω­σὴφ τρέ­χει ἀ­μέ­σως, ἀ­γο­ρά­ζει «σιν­δό­να κα­θα­ρὰν» καὶ μα­ζὶ μὲ τὸν Νι­κό­δη­μο ἀ­νε­βαί­νουν στὸν Γολ­γο­θᾶ. Ἐ­κεῖ, μὲ εὐ­λά­βεια καὶ ἱ­ε­ρὸ συγ­κλο­νι­σμό, ἀ­πο­κα­θη­λώ­νουν τὸ πα­νά­γιο σῶ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου ἀ­πὸ τὸν σταυ­ρό. Καὶ ἀ­φοῦ τὸ ἀ­λεί­φουν μὲ πο­λύ­τι­μα μύ­ρα,τὸ ἀ­πο­θέ­τουν στὸ μνη­μεῖ­ο ποὺ ἦ­ταν σκα­λι­σμέ­νο σὲ βρά­χο ἐ­κεῖ κον­τά, κλεί­νον­τας τὴν εἴ­σο­δο τοῦ μνη­μεί­ου μὲ μί­α με­γά­λη πέ­τρα.

Οἱ μα­θή­τρι­ες τοῦ Κυ­ρί­ου Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νὴ καὶ ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Ἰ­ω­σῆ Μα­ρί­α πα­ρα­τη­ροῦ­σαν μὲ πό­νο καὶ ἀ­γά­πη τὸν ἐν­τα­φια­σμὸ τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἤ­θε­λαν ὅ­μως νὰ προ­σφέ­ρουν με­γα­λύ­τε­ρες τι­μὲς στὸ νε­κρὸ σῶ­μα τοῦ λα­τρευ­τοῦ τους Δι­δα­σκά­λου. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ πε­ρί­με­ναν ἐ­να­γω­νί­ως νὰ πε­ρά­σει ἡ ἀρ­γί­α τοῦ Σαβ­βά­του. Ἀ­γό­ρα­σαν πα­νά­κρι­βα ἀ­ρώ­μα­τα καὶ πο­λὺ νω­ρὶς τὸ πρω­ΐ τῆς ἑ­πο­μέ­νης ἡ­μέ­ρας ξε­κι­νοῦν μὲ ἱ­ε­ρὸ πό­θο γιὰ τὸ μνη­μεῖ­ο.

Εἶ­ναι ὅ­μως ἀ­νή­συ­χες, δι­ό­τι μπρο­στά τους, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τοὺς ἀ­πει­λη­τι­κοὺς κιν­δύ­νους τῆς νύ­κτας, ὀρ­θώ­νε­ται φο­βε­ρὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο: Ποι­ὸς θὰ κυ­λί­σει ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο τοῦ μνη­μεί­ου τὴ με­γά­λη τα­φό­πε­τρα; Ὅ­μως οἱ μα­θή­τρι­ες δὲν ἀ­πο­θαρ­ρύ­νον­ται, προ­χω­ροῦν μὲ πί­στη καὶ τόλ­μη· καὶ πό­ση ἔκ­πλη­ξη δο­κι­μά­ζουν, μό­λις ἀν­τι­κρί­ζουν τὸν τά­φο ἀ­νοι­κτό! Ὁ λί­θος εἶ­χε κυ­λι­σθεῖ μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ μνη­μεῖ­ο!

ΤΑ Α­ΔΙ­Ε­ΞΟ­ΔΑ λοι­πὸν ξε­πε­ρά­στη­καν. Τὰ μύ­ρια ἐμ­πό­δια ποὺ ὀρ­θώ­νον­ταν ἀ­πει­λη­τι­κὰ καὶ στὸν Ἰ­ω­σὴφ καὶ στὶς μυ­ρο­φό­ρες ἐ­ξα­φα­νί­σθη­καν.

Τί ση­μαί­νει αὐ­τὸ γιὰ μᾶς; Ὅ­τι πί­στη καὶ τόλ­μη μᾶς χρει­ά­ζον­ται, ὅ­ταν καὶ στὴ δι­κή μας ζω­ὴ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται δι­ά­φο­ρα προ­βλή­μα­τα καὶ ἀ­δι­έ­ξο­δα· οἰ­κο­γε­νεια­κά, οἰ­κο­νο­μι­κά, συ­νει­δη­σια­κά, ἐρ­γα­σια­κά, ὑ­γεί­ας καὶ τό­σα ἄλ­λα. Δυ­στυ­χῶς σ᾿ αὐ­τὲς τὶς δύ­σκο­λες ὧ­ρες ἀ­πελ­πι­ζό­μα­στε, τὰ χά­νου­με, νομί­ζου­με πὼς χά­θη­καν τὰ πάν­τα, πὼς βου­λι­ά­ξα­με στὰ ἄ­λυ­τα προ­βλή­μα­τά μας.

Σ᾿ αὐ­τὲς τὶς κρί­σι­μες στιγ­μὲς τῆς ζω­ῆς μας θὰ πρέ­πει νὰ προ­χω­ροῦ­με μὲ πί­στη καὶ τόλ­μη, νὰ δί­νου­με τὶς με­γά­λες μά­χες· ἔ­στω κι ἂν μᾶς φαί­νε­ται ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­κα­τόρ­θω­το νὰ πα­ρα­με­ρι­σθοῦν τὰ ἐμ­πό­δια. Δι­ό­τι ὁ Θε­ός, ποὺ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴ ζω­ή μας, θὰ ἀ­νοί­γει δρό­μους σ᾿ ὅ­λα τὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα. Οἱ δυ­σκο­λί­ες θὰ ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ται. Τὸ σκο­τά­δι θὰ δι­α­λύ­ε­ται. Ἐ­μεῖς μό­νο νὰ προ­χω­ροῦ­με μὲ πί­στη καὶ τόλ­μη, ὅ­πως προ­χώ­ρη­σαν οἱ μυ­ρο­φό­ροι, γυ­ναῖ­κες καὶ ἄν­δρες.

2. ΤΡΟ­ΜΟΣ ΚΑΙ ΕΚ­ΣΤΑ­ΣΙΣ

Οἱ μα­θή­τρι­ες λοι­πὸν δὲν δί­στα­σαν· προ­χω­ροῦν καὶ μπαί­νουν στὸ μνη­μεῖ­ο. Ἀ­πο­ρί­α καὶ φό­βος κυ­ρι­εύ­ει τὴν ψυ­χή τους, κα­θὼς τώ­ρα βλέ­πουν ἕ­ναν ἀ­στρα­φτε­ρὸ ἄγ­γε­λο μὲ κα­τά­λευ­κη ἐν­δυ­μα­σί­α νὰ κά­θε­ται στὸ δε­ξιὸ μέ­ρος τοῦ μνη­μεί­ου. Συγ­κλο­νι­σμέ­νες ἀ­κοῦν ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν πιὸ χαρ­μό­συ­νο λό­γο.

—Μή φο­βᾶ­σθε. Τὸν Ἰ­η­σοῦ τὸν Να­ζα­ρη­νὸ ζη­τᾶ­τε, τὸν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο; Ἀ­να­στή­θη­κε. Δὲν εἶ­ναι πλέ­ον ἐ­δῶ. Νὰ ὁ τό­πος ποὺ τὸν εἶ­χαν βά­λει. Πη­γαί­νε­τε λοι­πὸν στοὺς μα­θη­τές Του, καὶ στὸν Πέ­τρο, καὶ νὰ τοὺς ἀ­ναγ­γεί­λε­τε ὅ­τι ὁ Χρι­στὸς ἀ­να­στή­θη­κε· καὶ ὅ­τι πη­γαί­νει πρω­τύ­τε­ρα ἀ­πὸ σᾶς Αὐ­τὸς στὴ Γα­λι­λαί­α, ὅ­που θὰ τὸν δοῦν, ὅ­πως τοὺς εἶ­χε πεῖ πρὶν σταυ­ρω­θεῖ.

Μό­λις ἄ­κου­σαν τὰ ἀ­προσ­δό­κη­τα αὐ­τὰ λό­για ἀ­πὸ τὸν ἄγ­γε­λο, γε­μά­τες τρό­μο καὶ ἔκ­στα­ση ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ τὸ μνη­μεῖ­ο. Τό­σο με­γά­λος μά­λι­στα ἦ­ταν ὁ ἱ­ε­ρὸς συγ­κλο­νι­σμός τους καὶ ὁ φό­βος τους, ὥ­στε δὲν εἶ­χαν πλέ­ον τὴν δύ­να­μη νὰ ποῦν οὔ­τε μιὰ λέ­ξη στοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ συ­ναν­τοῦ­σαν στὸν δρό­μο τους.

ΤΡΟ­ΜΟΣ ΚΑΙ ΕΚ­ΣΤΑ­ΣΙΣ. Δύ­ο λέ­ξεις ποὺ πε­ρι­κλεί­ουν ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ ἀ­πε­ρί­γρα­πτα καὶ δυ­να­τὰ συ­ναι­σθή­μα­τα ποὺ ἔ­νοι­ω­σαν μέ­σα τους αὐ­τὲς οἱ εὐ­λα­βι­κὲς μα­θή­τρι­ες τοῦ Κυ­ρί­ου. Τρό­μος, δι­ό­τι ἄρ­χι­σαν νὰ κα­τα­λα­βαί­νουν ὅ­τι κά­τι μο­να­δι­κὸ καὶ πρω­το­φα­νὲς συ­νέ­βη στὸ κε­νὸ μνη­μεῖ­ο. Νι­κή­θη­κε ὁ θά­να­τος, νέ­α ζω­ὴ ἀ­νέ­τει­λε. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ χω­ρέ­σει ὁ νοῦς τους. Αὐ­τὸς ποὺ ἐ­πὶ τρί­α χρό­νια ἦ­ταν δί­πλα τους δὲν ἦ­ταν μό­νον ἕ­νας με­γά­λος δι­δά­σκα­λος ἢ προ­φή­της, ἀλ­λὰ ὁ δη­μι­ουρ­γὸς τῆς ζω­ῆς καὶ τοῦ θα­νά­του, ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ὸς ποὺ ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος.

Γι᾿ αὐ­τὸ νοι­ώ­θουν νὰ γί­νε­ται μέ­σα τους ἀλ­λοί­ω­ση, πε­ρι­έρ­χον­ται σὲ ἔκ­στα­ση, ἀ­νέκ­φρα­στο θαυ­μα­σμό, χα­ρά, ἔκ­πλη­ξη, βα­θύ­τα­τη συγ­κί­νη­ση. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ δὲν μπο­ροῦν νὰ βγά­λουν οὔ­τε λέ­ξη ἀ­πὸ τὸ στό­μα τους. Τὰ πό­δια τους τρέ­χουν, ἡ καρ­διά τους πάλ­λε­ται, ἀλ­λὰ τὸ στό­μα τους μέ­νει κλει­στό. Καὶ ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῆς καρ­διᾶς τους μί­α εἶ­ναι ἡ βου­βὴ νι­κη­τή­ριος κραυ­γὴ πρὸς τοὺς πι­στοὺς ὅ­λων τῶν αἰ­ώ­νων: «Χρι­στὸς ἀ­νέ­στη».

 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)