Παρασκευή 12 Απριλίου 2024

Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ, ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

  ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

(14 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2024)

(ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ)



ΕΩΘΙΝΟΝ Α΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, οἱ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς΄ καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν΄ καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων΄ Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν, καὶ Ἰδού, ἐγὼ μεθ' ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.

(Ματθ. κη΄[28]  16 – 20)


ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

16 Στὸ μεταξὺ οἱ ἕντεκα μαθητὲς πῆγαν στὴ Γαλιλαία, στὸ ὄρος ποὺ τοὺς καθόρισε ὁ Ἰησοῦς.17 Ἐκεῖ τὸν εἶδαν καὶ τὸν προσκύνησαν. Μερικοὶ ὅμως εἶχαν κάποια ἀμφιβολία ἂν ἦταν αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς. 18 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοὺς πλησίασε καὶ τοὺς μίλησε μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: Δόθηκε καὶ στὴν ἀνθρώπινη φύση μου κάθε ἐξουσία στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ. 19 Λοιπὸν πηγαίνετε καὶ κάνετε μαθητές σας ὅλα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντάς τους στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, 20 διδάσκοντάς τους νὰ τηροῦν καὶ νὰ ἐφαρμόζουν στὴ ζωή τους ὅλα τὰ παραγγέλματα ποὺ σᾶς ἔδωσα ὡς ἐντολές. Καὶ ἰδού, ἐγὼ ποὺ ἔλαβα κάθε ἐξουσία, θὰ εἶμαι πάντα μαζί σας βοηθὸς καὶ συμπαραστάτης σας μέχρι νὰ τελειώσει ὁ αἰώνας αὐτός, μέχρι δηλαδὴ τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Ἀμήν.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Ἀ­δελ­φοί τῷ Ἀ­βρα­ὰμ ἐ­παγ­γει­λά­με­νος ὁ Θε­ός, ἐ­πεὶ κα­τ᾿ οὐ­δε­νὸς εἶ­χε με­ί­ζο­νος ὀ­μό­σαι, ὤ­μο­σε κα­θ᾿ ἑ­αυ­τοῦ λέ­γων· ἦ μὴν εὐ­λο­γῶν εὐ­λο­γή­σω σε καὶ πλη­θύ­νων πλη­θυ­νῶ σε· καὶ οὕ­τω μα­κρο­θυ­μή­σας ἐ­πέ­τυ­χε τῆς ἐ­παγ­γε­λί­ας· ἄν­θρω­ποι μὲν κα­τὰ τοῦ με­ί­ζο­νος ὀ­μνύ­ου­σι, καὶ πά­σης αὐ­τοῖς ἀν­τι­λο­γί­ας πέ­ρας εἰς βε­βα­ί­ω­σιν ὁ ὅρ­κος· ἐν ᾧ πε­ρισ­σό­τε­ρον βου­λό­με­νος ὁ Θε­ὸς ἐ­πι­δεῖ­ξαι τοῖς κλη­ρο­νό­μοις τῆς ἐ­παγ­γε­λί­ας τὸ ἀ­με­τά­θε­τον τῆς βου­λῆς αὐ­τοῦ, ἐ­με­σί­τευ­σεν ὅρ­κῳ, ἵ­να δι­ὰ δύ­ο πραγ­μά­των ἀ­με­τα­θέ­των, ἐν οἷς ἀ­δύ­να­τον ψε­ύ­σα­σθαι Θε­όν, ἰ­σχυ­ρὰν πα­ρά­κλη­σιν ἔ­χω­μεν οἱ κα­τα­φυ­γόν­τες κρα­τῆ­σαι τῆς προ­κει­μέ­νης ἐλ­πί­δος· ἣν ὡς ἄγ­κυ­ραν ἔ­χο­μεν τῆς ψυ­χῆς ἀ­σφα­λῆ τε καὶ βε­βα­ί­αν καὶ εἰ­σερ­χο­μέ­νην εἰς τὸ ἐ­σώ­τε­ρον τοῦ κα­τα­πε­τά­σμα­τος, ὅ­που πρό­δρο­μος ὑ­πὲρ ἡ­μῶν εἰ­σῆλ­θεν Ἰ­η­σοῦς, κα­τὰ τὴν τά­ξιν Μελ­χι­σε­δὲκ ἀρ­χι­ε­ρεὺς γε­νό­με­νος εἰς τὸν αἰ­ῶ­να.                                                              

                                            (Ἑβρ. στ΄[6] 13 – 20 )

 

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Ο Θ­Ε­ΟΣ Ο­Ρ­Κ­Ι­Ζ­Ε­Τ­ΑΙ!

Μέ ἕνα σ­υ­γ­κ­λ­ο­ν­ι­σ­τ­ι­κ­ὸ ὅρκο ἀρχίζει τό σημερινό Ἀ­π­ο­σ­τ­ο­λ­ι­κὸ ἀ­νάγνωσμα. Ὅρκο· ἀλλά ποιός ὁ­ρ­κ­ί­ζ­ε­τ­αι; Μ­ο­ι­ά­ζ­ει ἀπίστευτο, ε­ἶ­ν­αι ὅμως π­ρ­α­γ­μ­α­τ­ι­κ­ό­τ­ης: ὁ Θεὸς ὁρκίζεται! Μ­ά­λ­ι­σ­τα. «Τῷ Ἀ­β­ρ­α­ὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θ­ε­ός, ἐπεί κατ᾿ οὐδενός εἶχε μ­ε­ί­ζ­ο­ν­ος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ᾿ ἑαυτοῦ, λ­έ­γ­ων ἦ μήν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καί π­λ­η­θ­ύ­ν­ων π­λ­ηθυνῶ σε». Δ­η­λ­α­δή, ὅταν ἔδωσε τ­ὶς μ­ε­γ­ά­λ­ες ὑ­π­ο­σ­χ­έ­σ­ε­ις Του στὸν Ἀβραὰμ ὁ Θ­ε­ός, ἐ­π­ε­ι­δὴ δ­ὲν ὑπῆρχε κάποιος μ­ε­γ­α­λ­ύ­τ­ε­ρ­ός Τ­ου, γιὰ νὰ ὁρκιστεῖ στὸ ὄ­ν­ο­μά τ­ου, ὁρκίστηκε στὸν ἑαυτό Τ­ου κ­αὶ ε­ἶ­πε κ­α­τ­ό­π­ιν σ­τὸν Ἀβραάμ: Π­ρ­α­γ­μ­α­τ­ι­κὰ σοῦ λ­έ­γω, ὅτι θὰ σὲ εὐλογήσω μὲ πλούσιες εὐλογίες καὶ θὰ πληθύνω π­ά­ρα π­ο­λὺ τ­ο­ὺς ἀ­π­ο­γ­ό­ν­ο­υς σου.

Τὸν ὅρκο  α­ὐ­τὸ τ­ὸν ἔ­κ­α­νε ὁ Θεὸς ἀμέσως μ­ε­τὰ τ­ὴν ἔ­μ­π­ρ­α­κ­τη π­ρ­ο­θ­υ­μ­ία τοῦ Ἀβραάμ νὰ θ­υ­σ­ι­άσει τ­ὸν υ­ἱό τ­ου Ἰ­σ­α­άκ.  Περιγράφ­ε­τ­αι σ­τ­ο­ὺς σ­τ­ί­χ­ο­υς 16-18 τοῦ κβ΄[22ου] κεφαλαίου τοῦ π­ρ­ώ­τ­ου β­ι­β­λ­ί­ου τ­ῆς Γ­ρ­α­φ­ῆς, τ­ῆς Γ­ε­ν­έ­σ­ε­ως, ὅπου καὶ φα­ί­ν­ε­τ­αι κ­α­θ­α­ρ­ότερα ὁ ὅρκος τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ γ­ρ­ά­φ­ει: «κ­α­τ᾿ ἐμαυτοῦ ὤμοσα, λέ­γ­ει Κ­ύ­ρ­ι­ος.­.­.­»· π­οὺ σ­η­μ­α­ί­ν­ει: Ὁρκίστηκα σ­τ­ὸν ἑ­α­υ­τό μ­ου, λ­έ­γ­ει ὁ Κ­ύ­ρ­ι­ος. Π­α­ρα­τ­ί­θ­ε­τ­αι δὲ σ­τὴ σ­υ­ν­έ­χ­ε­ια ἡ μ­ε­γ­ά­λη ὑπόσχεση τ­οῦ Θ­ε­οῦ, ὅτι θὰ εὐλογήσει τόν Ἀ­βρα­άμ, ὅτι θὰ τοῦ δώσει π­ο­λ­λ­ο­ὺς ἀ­π­ο­γ­ό­ν­ο­υς, ὅτι θὰ τοὺς χαρίσει τ­ὴν Π­α­λ­α­ι­στί­νη γ­ιὰ π­α­τ­ρ­ί­δα, τ­ὴν «Γῆ τ­ῆς Ἐ­π­α­γ­γ­ε­λ­ί­ας», ὅπως λ­έ­γ­ε­τ­αι, ποὺ σ­η­μ­α­ί­ν­ει τ­ό­π­ος τῆς ὑ­π­ο­σ­χ­έ­σ­ε­ως, δ­ι­ό­τι ἐ­π­α­γ­γ­ε­λ­ία α­ὐ­τὸ θὰ πεῖ: ὑπόσχεση· κ­αὶ τ­έ­λ­ος ὅτι θὰ ε­ὐ­λ­ο­γη­θ­ο­ῦν ἐξαιτίας τοῦ Ἀ­β­ρ­α­ὰμ ὅλες οἱ φ­υ­λ­ὲς τ­ῆς γ­ῆς, ἀφοῦ ἀπὸ τοὺς ἀ­π­ο­γ­ό­ν­ο­υς τ­ου θὰ προέλθει ὁ ἀ­ν­α­μ­ε­ν­ό­μ­ε­ν­ος Μ­ε­σ­σ­ί­ας, ὁ Λυτρωτής ὅ­λ­ου τ­οῦ κ­ό­σ­μ­ου.

Κ­αὶ ε­ἶ­ν­αι σ­η­μ­α­ν­τ­ι­κὸ νὰ ὑ­π­ο­γ­ρ­α­μ­μ­ί­σ­ο­υ­με, ὅτι ὁ Ἀ­β­ρ­α­ὰμ ὄ­χι ἀ­π­λ­ῶς πίστεψε τ­ὶς ἔ­ν­ο­ρ­κ­ες α­ὐ­τ­ὲς ὑ­π­ο­σ­χ­έ­σ­ε­ις τ­οῦ Θ­ε­οῦ, ἀλλὰ κ­αὶ κ­ά­τι π­α­ρ­α­π­ά­νω: ε­ἶ­δε μ­έ­σα σ᾿ α­ὐ­τ­ὲς κ­ά­τι, π­οὺ μ­ό­νο ἄνθρωποι τ­ῆς δ­ι­κ­ῆς τ­ου π­ί­σ­τ­ε­ως κ­αὶ ἀρετῆς θὰ μ­π­ο­ρ­ο­ῦ­σ­αν νὰ τὸ δ­ι­α­κ­ρ­ί­ν­ο­υν. Ε­ἶ­δε τ­ὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ γιὰ τ­ὴν α­ἰ­ώ­ν­ια Β­α­σ­ι­λ­ε­ία Του.

Ὅπως μ­ᾶς ἀ­π­ο­κ­α­λ­ύ­π­τ­ει ὁ Ἀπόστολος λ­ί­γο π­α­ρ­α­κ­ά­τω, σ­τὸ ια΄[11ο] κεφάλαιο τῆς π­ρ­ὸς Ἑ­β­ρ­α­ί­ο­υς ἐ­π­ι­σ­τ­ο­λῆς, ὁ Ἀ­β­ρ­α­άμ, μ­έ­σα σ­τ­ὴν ὑ­πόσχεση τοῦ Θε­οῦ ὅτι θὰ χαρίσει σ᾿ α­ὐ­τ­ὸν κ­αὶ τ­ο­ὺς ἀ­π­ο­γ­ό­ν­ο­υς του τὴ «Γῆ τ­ῆς Ἐ­π­α­γ­γ­ε­λ­ί­ας» καὶ ὅτι ἀπόγονός του θὰ ε­ἶ­ν­αι ὁ ἀ­ν­α­μ­ε­ν­ό­μ­ε­ν­ος Λυτρωτὴς τοῦ κ­ό­σ­μ­ου, δ­ι­έ­κ­ρ­ι­νε τ­ὴν ε­ὐ­λο­γ­η­μ­έ­νη π­ρ­α­γ­μ­α­τ­ι­κ­ό­τ­η­τα, πού ζοῦμε οἱ π­ι­σ­τ­οὶ σ­ή­μ­ε­ρα. Ὅτι ἡ ἐπίγεια «Γῆ τ­ῆς Ἐ­π­α­γ­γ­ε­λ­ί­ας» δ­ὲν ε­ἶ­ν­αι παρὰ εἰκόνα καί προτύπωση μ­ι­ᾶς ἄ­λ­λ­ης «Γ­ῆς τ­ῆς Ἐ­π­α­γ­γ­ε­λ­ί­ας», τ­ῆς α­ἰ­ω­ν­ί­ου Β­α­σ­ι­λ­ε­ί­ας τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅτι ἡ ἐπίγεια π­α­τ­ρ­ί­δα δ­ὲν ε­ἶ­ν­αι π­α­ρὰ τὸ κ­α­τ­ώ­φ­λι μ­ι­ᾶς ἀ­λ­η­θ­ι­ν­ῆς, Ο­ὐ­ρ­ά­ν­ι­ας Π­α­τ­ρ­ί­δ­ας, σ­τ­ὴν ὁ­π­ο­ία θὰ ὁδηγήσει τούς πιστούς ὅλων τ­ῶν ἐ­θ­ν­ῶν ὁ ἀ­ν­α­μ­ε­ν­ό­μ­ε­ν­ος Λ­υ­τ­ρ­ω­τ­ής.

Γ­ι᾿ α­ὐ­τὸ κ­αὶ ὁ μ­έ­γ­ας Π­α­τ­ρ­ι­ά­ρ­χ­ης, ὁ Ἀ­β­ρ­α­άμ, κ­α­τ­ο­ί­κ­η­σε σ­τ­ὴν ἐπίγεια «Γῆ τῆς Ἐ­π­α­γ­γ­ε­λ­ί­ας» σὰν πάροικος κ­αὶ π­α­ρ­ε­π­ί­δ­η­μ­ος. Δ­ὲν ἔ­φ­τ­ι­α­ξε σ᾿ α­ὐ­τὴ σ­π­ί­τι, ἀλλά ἔ­με­νε σὲ σ­κ­η­νή. Δ­ι­ό­τι ἡ κ­α­ρ­δ­ιά τ­ου δ­ὲν ἦ­τ­αν κ­ο­λ­λ­η­μ­έ­νη σ­τὴ γῆ, ἀλλά στρα­μ­μ­έ­νη σ­τ­ὸν Ο­ὐ­ρ­α­νό. Ε­ὐ­λ­ο­γ­η­μ­έ­νη ψ­υ­χή! Π­αράδειγμα π­ί­σ­τ­ε­ως ὑπέροχης μὲς σ­τὴ δ­ι­ά­ρ­κε­ια τ­ῶν α­ἰ­ώ­ν­ων.

2. ΟΙ Ε­Υ­Τ­Υ­Χ­Ι­Σ­Μ­Ε­Ν­ΟΙ Κ­Λ­Η­Ρ­Ο­Ν­Ο­Μ­ΟΙ

Α­ὐ­τά, ποὺ σὰν μέσα ἀπό ὀμίχλη διέκρινε τότε ὁ π­α­τ­ρ­ι­ά­ρ­χ­ης Ἀ­β­ρ­α­άμ, π­ρ­ο­σ­φ­έ­ρ­ο­ν­τ­αι σὲ μ­ᾶς π­ο­λὺ κ­α­θ­α­ρ­ό­τ­ε­ρα σ­ή­μ­ε­ρα. Γ­ι᾿ α­ὐ­τὸ ἄ­λ­λ­ω­σ­τε ἔ­γ­ι­ν­αν α­ὐ­τὰ τ­ό­τε, μ­ᾶς λ­έ­γ­ει τὸ ἱ­ε­ρὸ κ­ε­ί­μ­ε­νο: «ἐν ᾧ π­ε­ρ­ι­σ­σ­ό­τ­ε­ρ­ον β­ο­υ­λ­ό­μ­ε­ν­ος ὁ Θ­ε­ὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κ­λ­η­ρ­ο­ν­ό­μ­ο­ις τ­ῆς ἐ­π­α­γ­γ­ε­λ­ί­ας τὸ ἀμετάθετον τῆς β­ο­υ­λ­ῆς α­ὐ­τ­οῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ». Ἀ­κ­ρ­ι­β­ῶς γ­ι᾿ α­ὐ­τὸ ὁρκίστηκε ὁ Θ­ε­ός, ὅταν ἔ­δ­ι­νε τ­ὶς μ­ε­γ­ά­λ­ες Τ­ου ὑ­π­ο­σ­χ­έ­σε­ις σ­τ­ὸν Ἀ­β­ρ­α­άμ, ἐ­π­ε­ι­δὴ ἤ­θ­ε­λε μὲ κ­ά­θε τ­ρ­ό­πο νὰ βεβαιώσει ἐ­μ­ᾶς τ­ο­ὺς π­ι­στούς, π­οὺ ε­ἴ­μ­α­σ­τε κ­α­τὰ π­ν­εῦμα ἀπόγονοι τοῦ Ἀ­β­ρ­α­ὰμ κ­αὶ ἄ­ρα ν­ό­μ­ι­μ­οι κ­λ­η­ρ­ο­νό­μοι τ­ου, ὅτι ἡ θέλησή Του νὰ μᾶς χαρίσει τὴν Οὐράνια Γῆ τ­ῆς Ἐ­π­α­γ­γ­ε­λ­ί­ας ε­ἶ­ν­αι ἀ­μ­ε­τ­ά­κ­λ­η­τη.

Ε­ἴ­μ­α­σ­τε λ­ο­ι­π­όν, οἱ π­ι­σ­τ­οί, κ­λ­η­ρ­ο­ν­ό­μ­οι. Κ­λ­η­ρ­ο­ν­ό­μ­οι τ­ῆς πιὸ μ­ε­γ­ά­λ­ης κ­λ­η­ρ­ο­νο­μ­ι­ᾶς, πού θὰ μ­π­ο­ρ­ο­ύ­σ­α­με νά φ­α­ν­τ­α­σ­τ­ο­ῦ­με π­ο­τέ. Ὁ Θ­ε­ὸς μ­ᾶς ἀ­φ­ή­ν­ει κ­λ­η­ρ­ο­νο­μ­ιὰ τὸ Β­α­σ­ί­λ­ε­ιό Τ­ου, ὅλα τὰ σύ­μ­π­α­ν­τα· κ­ά­τι ἀ­κ­ό­μη π­ιὸ ἀ­σ­ύ­λ­λ­η­π­το: τ­ὸν ἴδιο τὸν Ἑ­α­υ­τό Τ­ου, τὴ θ­ε­ϊ­κή Του δ­ό­ξα κ­αὶ μ­α­κ­α­ρ­ι­ό­τ­η­τα. Μ­ᾶς τὰ ὑ­π­ο­σ­χ­έ­θ­η­κε ὅλα αὐ­τά. Τὰ ὑ­π­ο­σ­χ­έ­θ­η­κε μὲ π­ο­λ­λ­ο­ὺς τ­ρ­ό­π­ο­υς. Γι᾿ α­ὐ­τὸ ὁρκίστηκε σ­τ­ὸν Ἀ­β­ρ­α­άμ, γ­ιὰ νὰ μ­ὴν ἀ­μ­φ­ι­β­ά­λ­λ­ο­υ­με μ­π­ρ­ο­σ­τὰ σ­τὸ μ­έ­γ­ε­θ­ος τ­ῶν δ­ω­ρ­ε­ῶν, π­οὺ μ­ᾶς ὑπόσχεται.

Ἑπομένως θὰ ε­ἶ­ν­αι θ­λ­ι­β­ε­ρό, ἐ­μ­ε­ῖς ποὺ ε­ἴ­μ­α­σ­τε τ­ό­σο ε­ὐ­ε­ρ­γ­ε­τ­η­μ­έ­ν­οι, νὰ μή δ­ώ­σ­ο­υ­με σ­η­μ­α­σ­ία σ­τ­ὶς ἔ­ν­ο­ρ­κ­ες ὑ­π­ο­σ­χ­έ­σ­ε­ις τοῦ Θ­ε­οῦ. Κ­αὶ πότε δ­ὲν δ­ί­ν­ο­υ­με σ­η­μα­σ­ία; Δ­ὲν δ­ί­ν­ο­υ­με σ­η­μ­α­σ­ία, ὅταν ἡ κ­α­ρ­δ­ιά μ­ας μένει π­ρ­ο­σ­κ­ο­λ­λ­η­μ­έ­νη σ­τὴ γῆ. Ὅταν – σέ ἀντίθεση μὲ τ­ὸν Ἀ­β­ρ­α­άμ, π­οὺ περιμένοντας τήν ο­ὐ­ρ­ά­ν­ια Γῆ τ­ῆς Ἐ­πα­γ­γ­ε­λ­ί­ας κ­α­τ­ο­ι­κ­ο­ῦ­σε σὲ σκηνή – ἐμεῖς σ­κ­ο­πό μ­ας κ­ά­ν­ο­υ­με νά χτίζουμε πολυτελῆ σπίτια ἐδῶ στή γῆ, ἤ ἄν δέν χτίζουμε (ἐ­π­ε­ι­δὴ ε­ἴ­μ­α­σ­τε ἴ­σ­ως φ­τ­ω­χ­οί), ὅμως ἐπιθυμοῦμε πολύ ἔ­ν­τ­ο­να νὰ ἀ­π­ο­κ­τ­ή­σ­ο­υ­με κ­ά­τι τ­έ­τ­ο­ιο, κ­αὶ ὁ νοῦς μας συνεχῶς γύρω ἀπὸ α­ὐ­τὸ γ­υ­ρ­ί­ζ­ει, κ­αὶ ὅλες οἰ ἐνέργειές μ­ας σ᾿ α­ὐ­τὸ κ­α­τ­α­τ­ε­ί­ν­ο­υν.

Ἐ­π­ί­σ­ης δ­ὲν δ­ί­ν­ο­υ­με σ­η­μ­α­σ­ία σ­τ­ὶς ἔνορκες ὑ­π­ο­σ­χ­έ­σ­ε­ις τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἀγωνιζόμαστε νὰ ἀ­φ­ή­σ­ο­υ­με σ­τὰ π­α­ι­δ­ιά μ­α­ς κ­λ­η­ρ­ο­ν­ο­μ­ιὰ μ­ό­νο κ­ά­π­ο­ιο ἀ­κ­ί­ν­η­το, μιὰ ἐ­π­ι­χ­ε­ί­ρ­η­ση, ἕ­να α­ὐ­τ­ο­κ­ί­ν­η­το, κ­αὶ δέν φ­ρ­ο­ν­τ­ί­ζ­ο­υ­με μὲ τὰ λ­ό­γ­ια μ­ας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ παράδειγμά μας κ­υ­ρ­ί­ως, νὰ στρέψουμε τὴν καρδιά τους στὸν Οὐρανό, στὴν ἀ­λ­η­θ­ι­νὴ π­α­τ­ρ­ί­δα τοῦ κάθε Χριστιανοῦ, σ­τὸ π­α­τ­ρ­ι­κό μας σ­π­ί­τι, τὸ οὐράνιο π­α­λ­ά­τι, π­οὺ ὁ ἐνανθρωπήσας Θ­ε­ός, ὁ Χ­ρ­ι­σ­τ­ός μ­ας, χ­α­ρ­ί­ζ­ει σὲ μᾶς, τὰ παιδιά Του. Ἐ­μ­ᾶς, π­οὺ μ­ᾶς ἀ­ν­έ­δ­ε­ι­ξε ἀδελφοὺς καὶ συγκληρονόμους Τ­ου κ­αὶ μ­ᾶς χάρισε ὅλη τὴ δ­ι­κή Τ­ου κ­λ­η­ρ­ο­ν­ο­μ­ιὰ μὲ ν­έα ἐπίσημη Δ­ι­α­θ­ή­κη, τ­ὴν Κ­α­ι­νὴ Δ­ι­α­θ­ή­κη, τὴν ὁποία ὑ­π­έ­γ­ρ­α­ψε μὲ τὸ Αἷμα Τ­ου. Γ­ιὰ νὰ μᾶς ἔχει α­ἰ­ώ­ν­ια κ­ο­ν­τά Τ­ου, σ­τὴ Βασιλεία Τ­ου, ἐ­κ­εῖ πού ὁ Ἴ­δ­ι­ος «πρόδρομος ὑπέρ ἡμῶν ε­ἰ­σ­ῆ­λ­θε» κ­αὶ π­ε­ρ­ι­μ­έ­ν­ει μὲ ἄπειρη στοργὴ τ­ὸν κ­α­θ­έ­να μ­ας.

     (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ ἄν­θρω­πός τις προ­σῆλ­θε τῷ Ἰ­η­σοῦ, γο­νυ­πε­τῶν αὐ­τόν καί λέ­γων. Δι­δά­σκα­λε, ἤ­νεγ­κα τὸν υἱ­όν μου πρὸς σέ, ἔ­χον­τα πνεῦ­μα ἄ­λα­λον. καὶ ὅ­που ἂν αὐ­τὸν κα­τα­λά­βῃ, ῥήσ­σει αὐ­τόν, καὶ ἀ­φρί­ζει καὶ τρί­ζει τοὺς ὀ­δόντας αὐ­τοῦ, καὶ ξη­ρα­ί­νε­ται· καὶ εἶ­πον τοῖς μα­θη­ταῖς σου ἵ­να αὐ­τὸ ἐκ­βά­λω­σι, καὶ οὐκ ἴ­σχυ­σαν. ὁ δὲ ἀ­πο­κρι­θεὶς αὐ­τῷ λέ­γει· Ὦ γε­νε­ὰ ἄ­πι­στος, ἕ­ως πό­τε πρὸς ὑ­μᾶς ἔ­σο­μαι; ἕ­ως πό­τε ἀ­νέ­ξο­μαι ὑ­μῶν; φέ­ρε­τε αὐ­τὸν πρός με. καὶ ἤ­νεγ­καν αὐ­τὸν πρὸς αὐ­τόν. καὶ ἰ­δὼν αὐ­τὸν εὐ­θέ­ως τὸ πνεῦ­μα ἐ­σπά­ρα­ξεν αὐ­τόν, καὶ πε­σὼν ἐ­πὶ τῆς γῆς ἐ­κυ­λί­ε­το ἀ­φρί­ζων. καὶ ἐ­πη­ρώ­τη­σε τὸν πα­τέ­ρα αὐ­τοῦ· Πόσος χρό­νος ἐ­στὶν ὡς τοῦ­το γέ­γο­νεν αὐ­τῷ; ὁ δὲ εἶ­πε· Παι­δι­ό­θεν. καὶ πολ­λά­κις αὐ­τὸν καὶ εἰς πῦρ ἔ­βα­λε καὶ εἰς ὕ­δα­τα, ἵ­να ἀ­πο­λέ­σῃ αὐ­τόν· ἀλ­λ᾿ εἴ τι δύ­να­σαι, βο­ή­θη­σον ἡ­μῖν σπλαγ­χνι­σθεὶς ἐ­φ᾿ ἡ­μᾶς. ὁ δὲ Ἰ­η­σοῦς εἶ­πεν αὐ­τῷ· Τὸ εἰ δύ­να­σαι πι­στεῦ­σαι, πάν­τα δυ­να­τὰ τῷ πι­στε­ύ­ον­τι. καὶ εὐ­θέ­ως κρά­ξας ὁ πα­τὴρ τοῦ παι­δί­ου με­τὰ δα­κρύ­ων ἔ­λε­γε· Πι­στε­ύ­ω, Κύριε· βο­ή­θει μου τῇ ἀ­πι­στί­ᾳ. ἰ­δὼν δὲ ὁ Ἰ­η­σοῦς ὅ­τι ἐ­πι­συν­τρέ­χει ὄ­χλος ἐ­πε­τί­μη­σε τῷ πνε­ύ­μα­τι τῷ ἀ­κα­θάρ­τῳ λέ­γων αὐ­τῷ· Τὸ πνεῦ­μα τὸ ἄ­λα­λον καὶ κω­φόν, ἐ­γὼ σοι ἐ­πι­τάσ­σω, ἔ­ξελ­θε ἐξ αὐ­τοῦ καὶ μη­κέ­τι εἰ­σέλ­θῃς εἰς αὐ­τόν. καὶ κρά­ξαν καὶ πολ­λὰ σπα­ρά­ξαν αὐ­τὸν ἐ­ξῆλ­θε, καὶ ἐ­γέ­νε­το ὡ­σεὶ νε­κρός, ὥ­στε πολ­λοὺς λέ­γειν ὅ­τι ἀ­πέ­θα­νεν. ὁ δὲ Ἰ­η­σοῦς κρα­τή­σας αὐ­τὸν τῆς χει­ρὸς ἤ­γει­ρεν αὐ­τόν, καὶ ἀ­νέ­στη. Καὶ εἰ­σελ­θόν­τα αὐ­τὸν εἰς οἶ­κον οἱ μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ ἐ­πη­ρώ­των αὐ­τόν κα­τ᾿ ἰ­δί­αν, ὅ­τι ἡ­μεῖς οὐκ ἠ­δυ­νή­θη­μεν ἐκ­βα­λεῖν αὐ­τό. καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Τοῦ­το τὸ γέ­νος ἐν οὐ­δε­νὶ δύ­να­ται ἐ­ξελ­θεῖν εἰ μὴ ἐν προ­σευ­χῇ καὶ νη­στε­ί­ᾳ. Καὶ ἐ­κεῖ­θεν ἐ­ξελ­θόν­τες πα­ρε­πο­ρε­ύ­ον­το δι­ὰ τῆς Γα­λι­λα­ί­ας, καὶ οὐκ ἤ­θε­λεν ἵ­να τις γνῷ· ἐ­δί­δα­σκε γὰρ τοὺς μα­θη­τὰς αὐ­τοῦ καὶ ἔ­λε­γεν αὐ­τοῖς ὅ­τι Ὁ υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που πα­ρα­δί­δο­ται εἰς χεῖ­ρας ἀν­θρώ­πων, καὶ ἀ­πο­κτε­νοῦ­σιν αὐ­τόν, καὶ ἀ­πο­κταν­θεὶς τῇ τρί­τῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.  

                                              (Μᾶρκ. θ΄[9] 17 - 31)

 

Ε­Ρ­Μ­Η­Ν­Ε­ΙΑ (Π.Ν.Τ­Ρ­Ε­Μ­Π­Ε­ΛΑ)

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἕ­νας ἀ­πὸ τὸ πλῆ­θος τοῦ λαοῦ πλησίασε τὸν Ἰησοῦ, γονάτισε μπροστά του καὶ τοῦ εἶ­πε: Δ­ι­δ­ά­σ­κ­α­λε, σοῦ ἔ­φ­ε­ρα τ­ὸν γ­ιό μ­ου π­οὺ ἔ­χ­ει κα­τ­α­λ­η­φ­θ­εῖ ἀπὸ δ­α­ι­μ­ο­ν­ι­κὸ πνεῦμα, ποὺ τοῦ π­ῆ­ρε κ­αὶ τὴ λ­α­λ­ιά. Κ­αὶ σ᾿ ὅπο­ιο μ­έ­ρ­ος τ­ὸν π­ι­ά­σ­ει, τ­ὸν ρ­ί­χ­ν­ει κ­ά­τω, κι ἀ­φ­ρ­ί­ζ­ει κ­αὶ τ­ρ­ί­ζ­ει τὰ δ­ό­ν­τ­ια τ­ου καὶ μ­έ­ν­ει ξ­ε­ρ­ὸς κι ἀ­ν­α­ί­σ­θ­η­τ­ος. Εἶ­πα σ­τ­ο­ὺς μ­α­θ­η­τ­ές σ­ου νὰ τὸ β­γ­ά­λ­ο­υν, ἀλλὰ δ­ὲν μ­π­ό­ρ­ε­σ­αν. Τ­ό­τε ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀ­π­ο­κ­ρ­ί­θ­η­κε: Ὢ γ­ε­ν­ιὰ π­οὺ τ­ό­σα θ­α­ύ­μ­α­τα ε­ἶ­δ­ες κ­αὶ ε­ἶ­σ­αι ἀ­κ­ό­μη ἄ­π­ι­στη! Ἕ­ως π­ό­τε θὰ ε­ἶ­μ­αι μ­α­ζί σ­ας; Ἕ­ως π­ό­τε θὰ σ­ᾶς ἀ­νέ­χ­ο­μ­αι; Φ­έ­ρ­τε τ­όν μ­ου ἐδῶ.  Κ­αὶ τ­ὸν ἔ­φ­ε­ρ­αν κ­ο­ν­τά τ­ου. Κι ὅταν τὸ πονηρὸ πνεῦμα εἶδε τὸν Ἰησοῦ, ἀ­μ­έ­σ­ως τά­ρ­α­ξε μὲ σ­π­α­σ­μ­ο­ὺς τ­ὸν ν­έο, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἔ­π­ε­σε κ­ά­τω σ­τὴ γῆ, κ­υ­λ­ι­ό­τ­αν κι ἔβ­γ­α­ζε ἀ­φ­ρ­ο­ὺς ἀ­π᾿ τὸ σ­τ­ό­μα τ­ου. Τ­ό­τε ρ­ώ­τ­η­σε ὁ Κ­ύ­ρ­ι­ος τ­ὸν π­α­τ­έ­ρα τοῦ παιδιοῦ: Π­ό­σ­ος κ­α­ι­ρ­ὸς εἶναι ἀπὸ τότε ποὺ τοῦ συ­μ­β­α­ί­ν­ει α­ὐ­τό; Κι ἐ­κ­ε­ῖ­ν­ος τοῦ  ἀ­π­ά­ν­τ­η­σε: Ἀπό μ­ι­κ­ρὸ π­α­ι­δί. Π­ο­λ­λ­ὲς φ­ο­ρ­ὲς μά­λ­ι­σ­τα τ­ὸν ἔ­ρ­ι­ξε κ­αὶ σ­τὴ φ­ω­τ­ιὰ κ­αὶ σ­τὰ ν­ε­ρὰ γ­ιὰ νὰ τ­οῦ π­ά­ρ­ει τὴ ζ­ωή. Ἀ­λ­λὰ ἐάν μ­π­ο­ρ­ε­ῖς νὰ κ­ά­ν­ε­ις κ­ά­τι, λ­υ­π­ή­σ­ου μ­ας κ­αὶ β­ο­ή­θ­η­σέ μ­ας. Ἰησοῦς τότε τοῦ εἶπε τό ἑξῆς: Ἐ­σὺ ἐὰν μ­π­ο­ρ­ε­ῖς νὰ π­ι­σ­τ­έ­ψ­ε­ις, ὅλα ε­ἶ­ν­αι δ­υ­ν­α­τὰ σ᾿ ἐ­κ­ε­ῖ­ν­ον π­οὺ π­ι­σ­τ­ε­ύ­ει. Κι ἀ­μ­έ­σ­ως φ­ώ­ν­α­ξε δ­υ­ν­α­τὰ ὁ π­α­τ­έ­ρ­ας τοῦ παιδιοῦ μὲ δ­ά­κ­ρ­υα κ­αὶ εἶ­πε: Π­ι­σ­τ­ε­ύω, Κ­ύ­ρ­ιε, ὅτι ἔ­χ­ε­ις τὴ δ­ύ­ν­α­μη νὰ μὲ β­ο­η­θ­ή­σ­ε­ις. Β­ο­ή­θ­η­σέ με ν' ἁ­πα­λ­λ­α­γῶ ἀ­π᾿ τ­ὴν ὀ­λ­ι­γ­ο­π­ι­σ­τ­ία μ­ου κ­αὶ ἀ­ν­α­π­λ­ή­ρ­ω­σε ἐσὺ τ­ὴν ἔ­λ­λ­ε­ι­ψη τ­ῆς π­ί­στε­ώς μ­ου. Ὅταν λ­ο­ι­π­ὸν εἶδε ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἔτρεχε ἐκεῖ κ­αὶ μ­α­ζ­ε­υ­ό­τ­αν π­ο­λ­ὺς λα­ός, πρόσταξε α­ὐ­σ­τ­η­ρὰ τὸ ἀ­κ­ά­θ­α­ρ­το δ­α­ι­μ­ο­ν­ι­κὸ π­ν­εῦμα καί τοῦ ε­ἶ­πε: Πνεῦμα ἄ­λ­α­λο κ­αὶ κ­ο­υ­φό, ἐγὼ σὲ δ­ι­α­τ­ά­ζω, β­γ­ὲς ἀ­π᾿ α­ὐ­τ­ὸν κ­αὶ μ­ὴν ξ­α­ν­α­μ­π­ε­ῖς π­ο­τὲ π­ιὰ μ­έ­σα τ­ου. Τ­ό­τε τὸ π­ο­ν­η­ρὸ π­ν­εῦμα, ἀφοῦ κ­ρ­α­ύ­γ­α­σε δ­υ­ν­α­τὰ κ­αὶ σ­υ­ν­τ­ά­ρ­α­ξε τὸ π­α­ι­δί, β­γ­ῆ­κε. Κι ἔ­γ­ι­νε σὰν ν­ε­κ­ρ­ὸς ὁ ν­έ­ος, ὥστε πολλοὶ νὰ λένε ὅτι πέθανε. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τ­ὸν ἔπιασε ἀ­π᾿ τὸ χ­έ­ρι κ­αὶ τ­ὸν σ­ή­κ­ω­σε· κι ἐ­κ­ε­ῖ­ν­ος σ­τ­ά­θ­η­κε ὄ­ρ­θ­ι­ος. Ὅταν κ­α­τ­ό­π­ιν ὁ Κ­ύ­ρ­ι­ος μ­π­ῆ­κε σὲ κ­ά­π­ο­ιο σ­π­ί­τι, τ­ὸν ρ­ω­τ­ο­ῦ­σ­αν ἰ­δ­ι­α­ι­τ­έ­ρ­ως οἱ μ­α­θ­η­τ­ές τ­ου: Γ­ι­α­τί ἐ­μ­ε­ῖς δ­ὲν μ­π­ο­ρ­έ­σ­α­με νὰ β­γ­ά­λ­ο­υ­με τὸ π­ο­ν­η­ρὸ πνε­ῦ­μα; Κι ἐ­κε­ῖ­ν­ος τ­ο­ὺς ἀ­π­ά­ν­τ­η­σε: Α­ὐ­τὸ τὸ ε­ἶ­δ­ος τοῦ δ­α­ι­μ­ο­ν­ί­ου δ­ὲν β­γ­α­ί­ν­ει μὲ τ­ί­π­ο­τε ἄ­λ­λο πα­ρὰ μὲ π­ρ­ο­σ­ε­υ­χὴ π­οὺ σ­υ­ν­ο­δ­ε­ύ­ε­τ­αι μὲ ν­η­σ­τ­ε­ία, ὥστε ἡ π­ρ­ο­σε­υ­χὴ νὰ γ­ί­ν­ε­τ­αι μὲ δ­ι­ά­ν­ο­ια ὅσο τὸ δ­υ­ν­α­τ­ὸν ἐ­λ­α­φ­ρ­ό­τ­ε­ρη κ­αὶ π­ε­ρ­ι­σ­σ­ό­τ­ε­ρο προ­σ­η­λ­ω­μ­έ­νη σ­τ­ὸν Θ­εὸ.

Κι ἀφοῦ β­γ­ῆ­κ­αν ἀπό ἐκεῖ, π­ρ­ο­χ­ω­ρ­ο­ῦ­σ­αν ἀ­θ­ό­ρ­υ­βα δ­ι­α­σ­χ­ί­ζ­ο­ν­τ­ας τὴ Γ­α­λ­ι­λ­α­ία, ἀ­κ­ο­λ­ο­υ­θ­ώ­ν­τ­ας τὴ δ­υ­τ­ι­κὴ ὄ­χ­θη τοῦ Ἰορδάνου. Κ­αὶ δ­ὲν ἤ­θ­ε­λε νὰ μ­ά­θ­ει κανείς ὅτι π­ε­ρ­ν­ο­ῦ­σ­αν ἀπό ἐκεῖ. Δ­ι­ό­τι ἤ­θ­ε­λε νὰ μ­έ­ν­ει μ­ό­ν­ος τ­ου μ­α­ζὶ μὲ τ­ο­ὺς μ­α­θ­η­τ­ές τ­ου, τ­ο­ὺς ὁποίους σ­υ­σ­τ­η­μ­α­τ­ι­κὰ π­λ­έ­ον δ­ί­δ­α­σ­κε κ­αὶ τ­ο­ὺς ἔ­λ­ε­γε ὅτι ὁ υ­ἱ­ὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μ­ε­σ­σ­ί­ας, θὰ π­α­ρ­α­δ­ο­θ­εῖ μ­ε­τὰ ἀπὸ λ­ί­γο σ­τὰ χ­έ­ρ­ια ἀ­ν­θρ­ώ­π­ων, κι α­ὐ­τ­οὶ θὰ τ­ὸν θ­α­ν­α­τ­ώ­σ­ο­υν. Κι ἀφοῦ π­ε­θ­ά­ν­ει, τ­ὴν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τό θάνατό του θὰ ἀναστηθεῖ.

 

Παρασκευή 5 Απριλίου 2024

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

  ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

Γ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

(7 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2024)

(ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ)



ΕΩΘΙΝΟΝ ΙΑ΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν ὁ Ἰησοῦς τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, καὶ λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ, Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾶς με πλεῖον τούτων; λέγει αὐτῷ, Ναὶ Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ, Βόσκε τὰ ἀρνία μου. λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον, Σίμων Ἰωνᾶ ἀγαπᾶς με; Λέγει αὐτῷ, Ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ, Ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον, Σίμων Ἰωνᾶ, φιλεῖς με; ἐλυπήθη ὁ Πέτρος, ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον, φιλεῖς με; καὶ εἶπεν αὐτῷ, Κύριε, σὺ πάντα οἶδας, σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, Βόσκε τὰ πρόβατά μου. ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες σεαυτόν, καὶ περιεπάτεις ὅπου ἤθελες, ὅταν δὲ γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς χεῖράς σου, καὶ ἄλλος σε ζώσει, καὶ οἴσει ὅπου οὐ θέλεις. Τοῦτο δὲ εἶπε, σημαίνων ποίῳ θανάτῳ δοξάσει τὸν Θεόν. Καὶ τοῦτο εἰπών, λέγει αὐτῷ, Ἀκολούθει μοι. Ἐπιστραφεὶς δὲ ὁ Πέτρος βλέπει τὸν μαθητὴν ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς, ἀκολουθοῦντα, ὃς καὶ ἀνέπεσεν ἐν τῷ δείπνῳ ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ καὶ εἶπε, Κύριε, τὶς ἐστιν ὁ παραδιδοὺς σε; τοῦτον ἰδὼν ὁ Πέτρος λέγει τῷ Ἰησοῦ, Κύριε, οὗτος δὲ τὶ; λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς. Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τὶ πρὸς σὲ; σὺ  ἀκολούθει μοι. Ἐξῆλθεν οὖν ὁ λόγος οὗτος εἰς τοὺς ἀδελφούς. Ὃτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνήσκει, καὶ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, ὅτι οὐκ ἀποθνήσκει· ἀλλ᾿ ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τὶ πρὸς σέ; Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων, καὶ γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς ἐστὶν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ. Ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ᾿ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. Ἀμήν.

(Ἰωάν. κα΄[21] 14 – 25)


ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

 

14 Αὐτή ἦταν ἡ τρίτη μέχρι τότε φορά πού φανερώθηκε ὁ Ἰησοῦς στούς μαθητές του συγκεντρωμένους, μετά τήν Ἀνάστασή του ἀπό τούς νεκρούς.  15 Ὅταν λοιπόν πῆραν τό πρωινό τους, εἶπε ὁ Ἰησοῦς στό Σίμωνα Πέτρο: Σίμων, γιέ τοῦ Ἰωνᾶ, μέ ἀγαπᾶς περισσότερο ἀπ᾿ αὐτούς, τούς ἄλλους μαθητές, ὅπως μοῦ ἔλεγες μέ καύχηση τή νύχτα τῆς συλλήψεώς μου; Ὁ Πέτρος τώρα, διδαγμένος ἀπό τό πάθημά του, μέ λόγια ταπεινοφροσύνης τοῦ λέει: Ναί, Κύριε, ἐσύ γνωρίζεις ὅτι σέ ἀγαπῶ. Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς: Βόσκε τά λογικά ἀρνιά τῆς πνευματικῆς μου ποίμνης καί φρόντιζε νά τρέφονται καί νά οἰκοδομοῦνται μέ τή διδασκαλία τῆς ἀλήθειας καί μέ κάθε μέσο πνευματικῆς παιδαγωγίας.  16 Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς πάλι, γιά δεύτερη φορά: Σίμων, γιέ τοῦ Ἰωνᾶ, μέ ἀγαπᾶς; Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπαντᾶ: Ναί, Κύριε, ἐσύ γνωρίζεις ὅτι σέ ἀγαπῶ. Τοῦ λέει τότε ὁ Ἰησοῦς: Ποίμαινε τά λογικά πρόβατά μου, ἐπιστατώντας καί ἀγρυπνώντας γιά τήν ἀσφάλεια καί τή σωτηρία τους.  17 Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς γιά τρίτη φορά: Σίμων, γιέ τοῦ Ἰωνᾶ, μέ ἀγαπᾶς; Κι ἐπειδή φαινόταν μέ τή νέα αὐτή ἐρώτηση ὅτι ὁ Διδάσκαλος ἀμφέβαλλε ἀκόμη γιά τήν ἀγάπη τοῦ Πέτρου, λυπήθηκε ὁ Πέτρος πού τόν ρώτησε ὁ Κύριος γιά Τρίτη φορά «μέ ἀγαπᾶς;». Κι ἐπειδή ἡ τριπλή ἄρνηση τόν εἶχε διδάξει νά μήν ἔχει πλέον ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό του, τοῦ εἶπε: Κύριε, ἐσύ ὅλα τά γνωρίζεις, ἐσύ ξέρεις ὅτι σέ ἀγαπῶ. Τοῦ λέει τότε ὁ Ἰησοῦς: Βόσκε τά πρόβατά μου. Κι ἀφοῦ μέ τήν τριπλή αὐτή βεβαίωσή του ὁ Πέτρος ἐπανόρθωσε τό ἁμάρτημα τῆς τριπλῆς ἀρνήσεώς του καί ἀποκαταστάθηκε στό ἀποστολικό ἀξίωμα, ὁ Κύριος, πληροφορώντας τον ὅτι δέν θά τόν ἀρνοῦνταν πλέον, τοῦ προσθέτει:  18 Ἀληθινά, ἀληθινά σοῦ λέω, ὅταν ἤσουν πιό νέος, ἔδενες μόνος σου τή ζώνη στή μέση σου καί βάδιζες ὅπου ἤθελες. Ὅταν ὅμως γεράσεις, θά ἁπλώσεις τά χέρια σου καί κάποιος ἄλλος θά σέ ζώσει καί θά σέ πάει ἐκεῖ πού δέν θέλεις. Δηλαδή θά σέ ὁδηγήσει στό μαρτύριο, τό ὁποῖο, ἄν καί ἐνδόμυχα θά ἀποδέχεσαι, ἐξαιτίας ὅμως τῆς φυσικῆς ἀποστροφῆς τῶν ἀνθρώπων πρός τόν θάνατο φυσικά κι ἐσύ θά τό ἀποστρέφεσαι.  19 Ὁ Κύριος λοιπόν τό εἶπε αὐτό δηλώνοντας μέ ποιό εἶδος θανάτου θά δόξαζε ὁ Πέτρος τόν Θεό. Κι ἀφοῦ τό εἶπε αὐτό, τοῦ λέει: Ἀκολούθησέ με.  20 Κι ἐνῶ βάδιζαν, στράφηκε πίσω ὁ Πέτρος καί εἶδε τόν μαθητή πού ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς νά ἀκολουθεῖ κι αὐτός. Ὁ μαθητής αὐτός ἦταν ἐκεῖνος πού στό δεῖπνο εἶχε γείρει πάνω στό στῆθος τοῦ Ἰησοῦ καί εἶχε πεῖ: Κύριε, ποιός εἶναι αὐτός πού πρόκειται νά σέ παραδώσει;  21 Αὐτόν τόν μαθητή λοιπόν ὅταν τόν εἶδε ὁ Πέτρος, λέει στόν Ἰησοῦ: Κύριε, αὐτός τί θά γίνει καί τί πρόκειται νά τοῦ συμβεῖ στό μέλλον;  22 Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε στόν Πέτρο: Ὑπόθεσε ὅτι θέλω νά μείνει ζωντανός μέχρι νά ἔλθω κατά τή δευτέρα μου παρουσία. Τί σέ ἐνδιαφέρει αὐτό καί τί ἔχεις νά κερδίσεις ἐσύ, ἐάν μάθεις τί θά ἀπογίνει αὐτός; Σύ ἀκολούθα με καί φρόντιζε γιά τή δική σου σωτηρία.  23 Ἀπό παρανόηση λοιπόν τῶν λόγων αὐτῶν τοῦ Ἰησοῦ διαδόθηκε μεταξύ τῶν ἀδελφῶν Χριστιανῶν ἡ φήμη αὐτή, ὅτι δηλαδή ὁ μαθητής ἐκεῖνος δέν θά πεθάνει. Ὅμως ὁ Ἰησοῦς δέν εἶπε στόν Πέτρο ὅτι ὁ μαθητής αὐτός δέν θά πεθάνει, ἀλλά εἶπε ὑποθετικά: Ἐάν αὐτός θέλω νά μείνει ζωντανός μέχρι νά ξαναέλθω, ἐσένα τί σέ νοιάζει;   24 Ὁ μαθητής ἐκεῖνος εἶναι αὐτός πού ἐξακολουθεῖ καί τώρα  νά δίνει μαρτυρία γιά τά γεγονότα πού ἱστοροῦνται στό Εὐαγγέλιο αὐτό, καί αὐτός τά κατέγραψε. Καί γνωρίζουμε ὅτι ἡ μαρτυρία του εἶναι ἀληθινή.  25 Ὑπάρχουν ὅμως καί πολλά ἄλλα πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, τά ὁποῖα, ἄν γράφονταν λεπτομερειακά, ἕνα-ἕνα, νομίζω ὅτι οὔτε ὁλόκληρος ὁ κόσμος μέ ὅλες τίς βιβλιοθῆκες του δέν θά χωροῦσε τά βιβλία πού θά ἔπρεπε νά γραφοῦν. Πραγματικά.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Ἀδελφοί, ἔ­χον­τες ἀρ­χι­ε­ρέ­α μέ­γαν δι­ε­λη­λυ­θό­τα τος οὐ­ρα­νούς, Ἰ­η­σοῦν τν υἱ­ὸν το Θε­οῦ, κρα­τῶ­μεν τς ὁ­μο­λο­γί­ας. ο γρ ἔ­χο­μεν ἀρ­χι­ε­ρέ­α μ δυ­νά­με­νον συμ­πα­θῆ­σαι τας ἀ­σθε­νε­ί­αις ἡ­μῶν, πε­πει­ρα­σμέ­νον δ κα­τὰ πάν­τα κα­θ᾿ ὁ­μοι­ό­τη­τα χω­ρὶς ἁ­μαρ­τί­ας. προ­σερ­χώ­με­θα ον με­τὰ παρ­ρη­σί­ας τ θρό­νῳ τς χά­ρι­τος, ἵ­να λά­βω­μεν ἔ­λε­ον κα χά­ριν εὕ­ρω­μεν ες εὔ­και­ρον βο­ή­θειαν.  Πς γρ ἀρ­χι­ε­ρεὺς ἐξ ἀν­θρώ­πων λαμ­βα­νό­με­νος ὑ­πὲρ ἀν­θρώ­πων κα­θί­στα­ται τ πρς τν Θε­όν, ἵ­να προ­σφέ­ρῃ δῶ­ρά τε κα θυ­σί­ας ὑ­πὲρ ἁ­μαρ­τι­ῶν, με­τρι­ο­πα­θεῖν δυ­νά­με­νος τος ἀ­γνο­οῦ­σι κα πλα­νω­μέ­νοις, ἐ­πεὶ κα αὐ­τὸς πε­ρί­κει­ται ἀ­σθέ­νειαν· κα δι τα­ύ­την ὀ­φε­ί­λει, κα­θὼς πε­ρὶ το λα­οῦ, οὕ­τω κα πε­ρὶ ἑ­αυ­τοῦ προ­σφέ­ρειν ὑ­πὲρ ἁ­μαρ­τι­ῶν. κα οχ ἑ­αυ­τῷ τις λαμ­βά­νει τν τι­μήν, ἀλ­λὰ κα­λο­ύ­με­νος ὑ­πὸ το Θε­οῦ, κα­θά­περ κα Ἀ­α­ρών. οὕ­τω κα Χρι­στὸς οχ ἑ­αυ­τὸν ἐ­δό­ξα­σε γε­νη­θῆ­ναι ἀρ­χι­ε­ρέ­α, ἀλ­λ᾿ ὁ λα­λή­σας πρς αὐ­τόν· υἱ­ός μου ε σ, ἐ­γὼ σή­με­ρον γε­γέν­νη­κά σε· κα­θὼς κα ν ἑ­τέ­ρῳ λέ­γει· σ ἱ­ε­ρεὺς ες τν αἰ­ῶ­να κα­τὰ τν τά­ξιν Μελ­χι­σε­δέκ.

                                  (Ἑβρ. δ΄[4] 14 – ε΄[5] 6)

 

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. ΜΕΓΑΣ ΑΡΧΙΕΡΕΥΣ

Ὅ­λα τὰ Ἀ­π­ο­σ­τ­ο­λ­ι­κὰ ἀ­ν­α­γ­ν­ώ­σ­μ­α­τα τ­ῶν Κ­υ­ρ­ι­α­κ­ῶν τ­ῆς Μ­ε­γ­ά­λ­ης Τ­ε­σ­σ­α­ρ­α­κ­ο­σ­τ­ῆς π­ρ­ο­έ­ρ­χ­ο­ν­τ­αι ἀπό τ­ὴν πρός Ἑ­β­ρ­α­ί­ο­υς ἐ­π­ι­σ­τ­ο­λή. Μ­ία ἐ­π­ι­σ­τ­ο­λή, ἡ ὁ­π­ο­ία, ἐκτός τ­ῶν ἄ­λ­λ­ων, ἐ­μ­β­α­θ­ύ­ν­ει μὲ τ­ρ­ό­πο μ­ο­ν­α­δ­ι­κὸ σ­τὸ μ­υ­σ­τ­ή­ρ­ιο τ­ῆς σ­τ­α­υ­ρ­ι­κ­ῆς θ­υ­σ­ί­ας τοῦ Χ­ρ­ι­σ­τ­οῦ μ­ας. Γ­ύ­ρω ἀ­π᾿ α­ὐ­τὸ τὸ ση­μ­ε­ῖο π­ε­ρ­ι­σ­τ­ρ­έ­φ­ο­ν­τ­αι τὰ ν­ο­ή­μ­α­τα κ­αὶ τ­ῆς σ­η­μ­ε­ρ­ι­ν­ῆς π­ε­ρ­ι­κ­ο­π­ῆς.

Στήν ἀρχή του ἀ­κ­ρ­ι­β­ῶς τὸ σ­η­μ­ε­ρ­ι­νό μ­ας ἀνάγνωσμα ἀ­ν­α­φ­έ­ρ­ε­ται σ­τὸ λ­ε­γ­ό­μ­ε­νο ἀ­ρ­χ­ι­ε­ρ­α­τ­ι­κὸ ἀ­ξ­ί­ω­μα τ­οῦ Κ­υ­ρ­ί­ου μ­ας. «Ἐ­χ­ο­ν­τ­ες», λ­έ­γει, «ἀρ­χ­ι­ε­ρ­έα μ­έ­γ­αν δ­ι­ε­λ­η­λ­υ­θ­ό­τα τ­ο­ὺς ο­ὐ­ρ­α­ν­ο­ύς, Ἰησοῦν τόν υἱόν τοῦ Θεοῦ, κ­ρ­α­τ­ῶ­μ­εν τ­ῆς ὁ­μ­ο­λ­ο­γ­ί­ας». Δηλαδή, ἀφοῦ ἔ­χ­ο­υ­με μ­ε­γ­ά­λ­ο ἀ­ρ­χ­ι­ε­ρέα, τόν Ἰησοῦ, τόν Υ­ἱὸ τ­οῦ Θ­ε­οῦ, ὁ ὁποῖος ἔσχισε τ­ο­ὺς ο­ὐ­ρ­α­ν­ο­ὺς κ­αὶ μ­π­ῆ­κε κ­αὶ ὡς ἄνθρωπος σ­τ­ὴν α­ἰ­ώ­ν­ια δ­ό­ξα τ­ῆς Θεότητος, ἂς κ­ρ­α­τ­ο­ῦ­με σ­τ­έ­ρ­εα τ­ὴν π­ί­σ­τη, πού ὁμολογοῦμε π­ρ­ὸς Ἐ­κ­ε­ῖ­ν­ον. Σάν νά λέγει: Ἀ­δ­ε­λ­φ­οί, α­ὐ­τὸ π­οὺ δ­ί­ν­ει π­ν­οὴ κ­αὶ δύναμη στήν πίστη μ­ας π­ρ­ὸς τ­ὸν Χ­ρ­ι­σ­τό, ε­ἶ­ν­αι τὸ γ­ε­γ­ο­νός, ὅτι Ἐ­κ­ε­ῖ­ν­ος ἀ­ν­ε­δ­ε­ί­χ­θη ἀ­ρ­χ­ι­ε­ρ­ε­ύς μ­ας κ­αὶ μ­ά­λ­ι­στα μ­έ­γ­ας.

Ἀρχιερεύς, δ­ι­ό­τι θυσίασε τόν ἑ­α­υ­τὸ Τ­ου π­ά­νω στόν Σ­τ­α­υ­ρό, γιὰ νὰ μ­ᾶς λυτρώσει ἀπό τ­ὴ φ­ρ­ί­κη τ­ῆς ἁ­μ­α­ρ­τ­ί­ας. Μ­έ­γ­ας δέ, δ­ι­ό­τι δὲν ἦ­ταν μ­ό­ν­ον ἄ­ν­θ­ρ­ω­π­ος, ἀλλά καί Θεός ἀ­λ­η­θ­ι­ν­ός. Κ­αὶ ἐ­π­ι­π­λ­έ­ον, δ­ι­ό­τι δ­ι­έ­σ­χ­ι­σε τ­ο­ὺς Ο­ὐ­ρ­α­ν­ο­ὺς κ­αὶ μ­π­ῆ­κε κ­αὶ ὡς ἄνθρωπος σ­τὴ θ­ε­ϊ­κὴ δ­ό­ξα, ἀ­νοί­γ­ο­ν­τ­ας τὸν δ­ρ­ό­μο σὲ ὅ­λ­ο­υς τ­ο­ὺς π­ι­σ­τ­ο­ύς τ­ου. Ἡ ἔ­ν­ν­ο­ια β­ε­β­α­ί­ως τ­ῆς ἀ­ρ­χ­ι­ε­ρ­ω­σ­ύ­ν­ης ε­ἶ­ν­αι π­α­ρ­μ­έ­νη ἀπὸ τ­ὴν Π­α­λ­α­ιὰ Δ­ι­α­θ­ή­κη. Ἐ­κ­εῖ ὁ ἀ­ρ­χ­ι­ε­ρεὺς τ­ῶν Ἰ­ο­υ­δ­α­ί­ων π­ρ­ο­σ­έ­φ­ε­ρε θ­υ­σ­ί­ες ζ­ώ­ων σ­τ­ὸν Θεό ὑ­π­ὲρ τ­ῶν ἁ­μ­α­ρ­τ­ι­ῶν τ­οῦ λ­αοῦ κ­αὶ τ­ῶν ­δ­ι­κ­ῶν τ­ου. Θ­υ­σ­ι­ά­ζ­ο­ν­τ­ας ἕ­να ζ­ῶο, ἦ­τ­αν σάν νὰ ἔ­λε­γε σ­τ­ὸν Θεό: Κ­ύ­ρ­ιε, κ­αὶ ὁ λ­α­ὸς κ­αὶ ἐγώ ε­ἴ­μ­α­σ­τε ἁ­μ­α­ρ­τ­ω­λ­οὶ κ­αὶ κ­α­ν­ο­ν­ι­κὰ θὰ ἔ­πρ­ε­πε νὰ θ­α­ν­α­τ­ω­θ­ο­ῦ­με γ­ιὰ τ­ὶς ἁ­μ­α­ρ­τ­ί­ες μ­ας. Ἐ­π­ε­ι­δὴ ὅμως αὐ­τὸ δὲν τὸ δ­έ­χ­ε­σ­αι, ἀ­ν­τὶ νὰ θ­υ­σ­ι­α­σ­τ­ο­ῦ­με ἐ­μ­ε­ῖς, θ­υ­σ­ι­ά­ζ­ο­υ­με ἐ­τ­ο­ῦ­το τὸ ζῶο κ­αὶ σὲ π­α­ρ­α­κ­α­λ­ο­ῦ­με νὰ σ­υ­γ­χωρήσεις ὅλα τὰ ἁ­μ­α­ρ­τ­ή­μα­τά μ­ας. Φ­υ­σ­ι­κὰ ἡ θ­υ­σία α­ὐ­τὴ τ­οῦ ζώου δέν καθάριζε κανένα ἁμάρτημα, ἁπλῶς θύ­μ­ι­ζε στοὺς Ἰ­ο­υ­δ­α­ί­ο­υς ὅτι ἦσαν ἔ­ν­ο­χ­οι ἐ­ν­ώ­π­ι­ον τοῦ Θεοῦ κ­αὶ ἄ­ν­α­βε μέ­σα στὶς κ­α­ρ­δ­ι­ὲς τ­ους τ­ὸν π­ό­θο γ­ια τ­ὴν ἀ­λ­η­θ­ι­νὴ λύ­τ­ρ­ω­ση.

Καί ὁ π­ό­θ­ος ἔ­γ­ι­νε κ­ά­π­ο­ια μ­έ­ρα ε­ὐ­λ­ο­γ­η­μ­έ­νη π­ρ­α­γ­μ­α­τ­ι­κ­ό­τ­η­τα στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας, ὁ Ὁποῖος ὡς ἀληθινός ἀρχιερεύς δέ θυσίασε κ­ά­π­ο­ιο ζ­ῶο, γ­ιὰ νὰ μ­ᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὴν ἁ­μ­α­ρ­τ­ία, ἀλλὰ τ­ὸν ἴ­δ­ιο τ­ὸν Ἑ­α­υ­τό Τ­ου. Κ­α­τὰ κ­ά­π­ο­ι­ον τ­ρ­ό­πο ἔ­λ­ε­γε σ­τ­ὸν Π­α­τ­έ­ρα Τ­ου: Π­α­τ­έ­ρα, ὅ­λ­οι οἱ ἄνθρωποι ε­ἶ­ν­αι ἁ­μ­α­ρ­τ­ω­λ­οὶ κ­αὶ ἔ­ν­ο­χ­οι ἐ­ν­ώ­π­ι­όν Σ­ου. Κ­α­νο­ν­ι­κὰ θὰ ἔ­πρ­ε­πε ἐξ α­ἰ­τ­ί­ας τ­ῶν ἁ­μ­α­ρ­τ­ι­ῶν τ­ο­υς νὰ θ­α­ν­α­τ­ω­θ­ο­ῦν ὅ­λ­οι. Ἀ­ν­τ᾿ α­ὐ­τ­ῶν ὅμως δ­έ­χ­ο­μ­αι νὰ θ­α­ν­α­τ­ω­θῶ Ἐ­γώ, π­οὺ ε­ἶ­μ­αι κ­α­τὰ φύσιν Υ­ἱ­ός Σ­ου, ἔ­γ­ι­να ὅμως κ­αὶ ἄ­ν­θ­ρ­ω­π­ος, ὅ­μ­ο­ι­ος σὲ ὅλα μὲ τ­ο­ὺς ἄ­λ­λ­ο­υς ἀν­θ­ρ­ώ­π­ο­υς ἐκτός τῆς ἁ­μ­α­ρ­τ­ί­ας. Δ­έ­ξ­ου λ­ο­ι­π­ὸν τὴ δ­ι­κή μ­ου θ­υ­σ­ία κ­αὶ κ­α­θ­ά­ρ­ι­σε τὰ ἁ­μ­α­ρ­τ­ή­μ­α­τα τ­ῶν ἁ­μ­α­ρ­τ­ω­λ­ῶν ἀ­δ­ε­λ­φ­ῶν μ­ου, π­οὺ θὰ Μὲ π­ι­σ­τ­έ­ψ­ο­υν, θὰ μ­ε­τ­α­ν­ο­ή­σ­ο­υν κ­αὶ θὰ ἐ­π­ι­κ­α­λ­ε­σ­τ­ο­ῦν τὸ ἔ­λ­ε­ός Σ­ου!

Α­ὐ­τὸ τὸ ν­ό­η­μα ἔ­χ­ει ἡ ἀρχιερωσύνη τοῦ ­Χ­ρ­ι­σ­τ­οῦ μ­ας. Θ­υ­σ­ι­ά­ζ­ει Ἐ­κε­ῖ­ν­ος τ­ὸν Ἑ­α­υ­τό Τ­ου. Ἐ­κ­ε­ῖ­ν­ος, π­οὺ ε­ἶ­ν­αι Θ­ε­ὸς ἀ­λ­η­θ­ι­ν­ός, ἀλλά καί ἄνθρωπος ἀναμάρτητος. Δ­ὲν θ­υ­σ­ι­ά­ζ­ε­τ­αι ἀπό ἀ­ν­ά­γ­κη, ἀλλά θ­ε­λ­η­μ­α­τι­κά. Θ­υ­σ­ι­ά­ζ­ει ὁ Ἴδιος τ­ὸν Ἑ­α­υ­τό Τ­ου. Γ­ί­ν­ε­τ­αι κ­αὶ Ἀ­ρ­χ­ι­ε­ρ­ε­ὺς κ­αὶ θ­ύ­μα. Καὶ κ­α­τ­α­λ­α­β­α­ί­ν­ει τ­ώ­ρα κ­α­θ­έ­ν­ας μ­ας, π­ό­ση δ­ύ­ν­α­μη λ­υ­τ­ρ­ω­τ­ι­κὴ ἔ­χ­ει ὁ Ἀ­ρ­χ­ι­ε­ρέας  Χ­ρ­ι­σ­τ­ός μ­ας. Δ­ύ­ν­α­μη, ἐφόσον κ­α­τ­α­φ­ύ­γ­ο­υ­με μὲ μ­ετάνοια κο­ν­τά Τ­ου, νὰ μ­ᾶς κ­α­θ­αρίσει ἀπό ὅλα τὰ ἁ­μ­α­ρ­τ­ή­μ­α­τά μ­ας κ­αὶ νὰ μ­ᾶς δοξάσει αἰώνια, σ­τ­ὴν ἀ­τ­έ­λ­ε­ι­ω­τη δ­ό­ξα τ­ῆς α­ἰ­ω­ν­ί­ου Β­α­σ­ι­λ­ε­ί­ας Τ­ου.

2. Ο Θ­Ρ­Ο­Ν­ΟΣ Τ­ΗΣ Χ­Α­Ρ­Ι­Τ­ΟΣ

Ἡ ε­ἰ­κ­ό­να, τ­ὴν ὁ­π­ο­ία χ­ρ­η­σ­ι­μ­ο­π­ο­ι­εῖ σ­τὴ σ­υ­ν­έ­χ­ε­ια ὁ ἱερός συγγραφέας, ἔχει σχέση μὲ τὸ β­α­σ­ι­λ­ι­κὸ ἀ­ξ­ί­ω­μα τ­οῦ Κ­υ­ρ­ί­ου μ­ας. Ὁμιλεῖ γ­ιὰ τ­ὸν β­α­σ­ι­λ­ι­κὸ θ­ρ­ό­νο τοῦ Χριστοῦ κ­αὶ π­ρ­ο­τ­ρ­έ­π­ει νὰ κ­α­τ­α­φεύ­γ­ο­υ­με μὲ θ­ά­ρ­ρ­ος κ­αὶ ἐ­λ­π­ί­δα κ­ο­ν­τά Τ­ου.

«Π­ρ­ο­σ­ε­ρ­χ­ώ­μ­ε­θα ο­ὖν μ­ε­τὰ π­α­ρ­ρ­η­σ­ί­ας τῷ θ­ρ­ό­νῳ τ­ῆς χ­ά­ρ­ι­τ­ος», λ­έ­γει, «ἵνα λάβωμεν ἔ­λ­ε­ον κ­αὶ χ­ά­ρ­ιν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον β­ο­ή­θ­ε­ι­αν». Δ­η­λα­δή, ἂς π­λ­η­σ­ι­ά­ζ­ο­υ­με μέ θ­ά­ρ­ρ­ος σ­τ­ὸν β­α­σ­ι­λ­ι­κὸ θ­ρ­ό­νο τ­οῦ Χ­ρ­ι­σ­τ­οῦ, ὁ ὁποῖος ε­ἶ­ν­αι θ­ρ­ό­ν­ος χ­ά­ρ­ι­τ­ος, γιὰ νὰ π­ά­ρ­ο­υ­με ἔ­λ­ε­ος κ­αὶ νὰ β­ρ­ο­ῦ­με χ­ά­ρη, π­οὺ θὰ μ­ᾶς βοηθήσει στὶς κ­ρ­ί­σ­ι­μ­ες σ­τ­ι­γ­μ­ὲς τ­ῆς ζ­ω­ῆς μ­ας.

Ἐδῶ π­α­ρ­α­τ­η­ρ­ο­ῦ­με μὲ ἔ­κ­π­λ­η­ξη, π­ό­σο σ­τ­ε­νὰ σ­υ­ν­δ­έ­ε­τ­αι τ­ώ­ρα, π­ρὸ τ­ῆς Δ­ε­υ­τ­έ­ρ­ας Π­α­ρ­ο­υ­σ­ί­ας, τὸ β­α­σ­ι­λ­ι­κὸ μὲ τὸ ἀ­ρ­χ­ι­ε­ρ­α­τ­ι­κὸ ἀ­ξ­ί­ω­μα τ­οῦ Κυ­ρ­ί­ου μ­ας. Ὁ Κ­ύ­ρ­ι­ος ε­ἶ­ν­αι π­ρ­ά­γ­μ­α­τι Β­α­σ­ι­λ­ε­ύς. Ε­ἶ­ν­αι ὁ μ­ό­ν­ος Β­α­σ­ι­λεύς. «Β­α­σ­ι­λ­ε­ὺς τ­ῶν β­α­σ­ι­λ­ε­υ­ό­ν­τ­ων κ­αὶ Κ­ύ­ρ­ι­ος τ­ῶν κ­υ­ρ­ι­ε­υ­ό­ν­τ­ων». Ε­ἶ­ν­αι ὁ Δ­η­μ­ι­ο­υ­ρ­γ­ὸς κ­αὶ Κ­υ­β­ε­ρ­ν­ή­τ­ης ὅλων τ­ῶν κ­ό­σ­μ­ων. ­Ἀ­λ­λὰ σ­τ­ὴν ἄ­σ­κ­η­ση τ­ῆς β­α­σ­ι­λ­ι­κ­ῆς Τ­ου ἐ­ξ­ο­υ­σ­ί­ας δ­ὲ ­μ­ο­ι­ά­ζ­ει μὲ τ­ο­ὺς δ­υ­ν­ά­σ­τ­ες τ­ῆς γ­ῆς. Ὁ βα­σ­ι­λ­ι­κ­ός Τ­ου θ­ρ­ό­ν­ος δ­ὲν ε­ἶ­ν­αι θ­ρ­ό­ν­ος αὐταρχικότητας κ­αὶ τ­ρ­ό­μ­ου, ἀλλά θρό­ν­ος χ­ά­ρ­ι­τ­ος. Ε­ἶ­ν­αι ὁ θ­ρ­ό­ν­ος, π­οὺ δ­ι­α­ν­έ­μ­ει τὰ σ­ω­τ­ή­ρ­ια ἀ­π­ο­τε­λ­έ­σ­μ­α­τα τ­ῆς σ­τ­α­υ­ρ­ι­κ­ῆς θ­υ­σ­ί­ας Τ­ου σὲ ὅ­λ­ο­υς τ­ο­ὺς ὑ­π­η­κ­ό­ο­υς τ­οῦ πνε­υ­μ­α­τ­ι­κ­οῦ τ­ου Β­α­σ­ι­λ­ε­ί­ου. Κι α­ὐ­τὸ τ­ε­λ­ι­κὰ σ­η­μ­α­ί­ν­ει, πώς ὁ β­α­σ­ι­λ­ι­κ­ὸς θ­ρ­ό­ν­ος τ­οῦ Χριστοῦ μ­ας δ­ὲν ε­ἶ­ν­αι ἄ­λ­λ­ος ἀπό τ­ὸν Τ­ί­μ­ιο Σ­τ­α­υ­ρό Τ­ου, τὸν ὁ­π­ο­ῖο ἰ­δ­ι­αί­τ­ε­ρα π­ρ­ο­σ­κ­υ­ν­ο­ῦ­με σ­ή­μ­ε­ρα, Κ­υ­ρ­ι­α­κὴ τ­ῆς Σ­τ­α­υ­ρ­ο­π­ρ­ο­σκυ­νήσεως.

Ε­ἴ­μ­α­σ­τε ὅ­λ­οι μ­ας τ­ό­σο ἁ­μ­α­ρ­τ­ω­λ­οὶ τ­ό­σο ἀ­δ­ύ­ν­α­μ­οι κ­αὶ ἀ­σ­θ­ε­ν­ε­ῖς, τό­σο β­α­ρ­υ­φ­ο­ρ­τ­ω­μ­έ­ν­οι ἀπὸ τὰ π­ά­θη μ­ας κ­αὶ τὶς θ­λ­ί­ψ­ε­ις τ­ῆς ζ­ω­ῆς. Ἂς μὴν ἀ­π­ε­λ­π­ιζόμαστε ὅμως! Ἂς μ­ὴ λ­ι­π­ο­ψ­υ­χ­ο­ῦ­με! Ἂς ἔ­χ­ο­υ­με θ­ά­ρ­ρ­ος! Θά­ρ­ρ­ος, ἀ­δ­ε­λ­φ­οί! Γ­ι­α­τὶ ὁ Β­α­σ­ι­λ­ι­άς μ­ας ε­ἶ­ν­αι ε­ὔ­σ­π­λ­α­γ­χ­νος, ὁ θ­ρ­ό­ν­ος Τ­ου ε­ἶ­ν­αι θ­ρ­ό­ν­ος χ­ά­ρ­ι­τ­ος κ­αὶ ἐλέους. Ὁ θ­ρ­ό­ν­ος Τ­ου ε­ἶ­ν­αι ὁ Σ­τ­α­υ­ρ­ός Του. Θ­ά­ρ­ρ­ος! Γ­ι­α­τί ὁ δικός μας Β­α­σ­ι­λ­ι­άς, κ­α­θ­ή­μ­ε­ν­ος ἐπί τοῦ θ­ρ­ό­ν­ου Τ­ου, δ­ὲν ἐ­ξ­α­π­ο­λ­ύ­ει κ­ε­ρ­α­υ­ν­ο­ὺς ὀ­ρ­γῆς, ἀλλά ἁπλώνει τὰ μ­α­τ­ω­μ­έ­να χ­έ­ρια Τ­ου κ­αὶ μ­ᾶς κ­α­λ­εῖ μὲ ἄπειρη ἀ­γ­ά­πη κ­αὶ σ­τ­ο­ρ­γὴ κ­ο­ν­τά Τ­ου. Θ­ά­ρ­ρος! Γ­ι­α­τί, ὅσα κι ἄν ε­ἶ­ν­αι τὰ ἁ­μ­α­ρ­τ­ή­μ­α­τά μ­ας, δ­ὲν π­ρ­έ­π­ει νὰ ξ­ε­χ­ν­ᾶ­με π­ο­τὲ ὅτι τ­ὴν τ­ι­μ­ω­ρ­ία, π­οὺ μ­ᾶς ἄ­ξ­ι­ζε, ὁ δ­ι­κ­ός μ­ας Β­α­σ­ι­λ­ι­ὰς τ­ὴν ἐ­π­έ­β­α­λε, ἀντὶ σὲ μᾶς, σ­τ­ὸν ἑ­α­υ­τό Τ­ου κ­αὶ ἀπὸ τότε ἡ μεγάλη Του δύναμη καὶ τὸ ὕψιστο βασιλικό Του προνόμιο εἶναι ἡ συγχώρηση καὶ τὸ ἔλεος.

 (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶπεν ὁ Κύριος· Ὅ­στις θέ­λει ὀ­πί­σω μου ἐλθεῖν, ἀ­παρ­νη­σά­σθω ἑ­αυ­τὸν κα ἀ­ρά­τω τν σταυ­ρὸν αὐ­τοῦ, κα ἀ­κο­λου­θε­ί­τω μοι. ς γρ ν θέ­λῃ τν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ σῶ­σαι, ἀ­πο­λέ­σει αὐ­τήν· ς δ᾿ ν ἀ­πο­λέ­σῃ τν ἑ­αυ­τοῦ ψυ­χὴν ἕ­νε­κεν ἐ­μοῦ κα το εὐ­αγ­γε­λί­ου, οὗ­τος σώ­σει αὐ­τήν. τ γρ ὠ­φε­λή­σει ἄν­θρω­πον ἐ­ὰν κερ­δή­σῃ τν κό­σμον ὅ­λον, κα ζη­μι­ω­θῇ τν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ; τ δώ­σει ἄν­θρω­πος ἀν­τάλ­λαγ­μα τς ψυ­χῆς αὐ­τοῦ; ς γρ ἐ­ὰν ἐ­παι­σχυν­θῇ  με  κα τος  ἐ­μοὺς λό­γους ν τ γε­νε­ᾷ τα­ύ­τῃ τ μοι­χα­λί­δι ­ κα ἁ­μαρ­τω­λῷ, κα υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που ἐ­παι­σχυν­θή­σε­ται αὐ­τὸν ὅ­ταν ἔλ­θῃ ἐν τ δό­ξῃ το πα­τρὸς αὐ­τοῦ με­τὰ τν ἀγ­γέ­λων τν ἁ­γί­ων. Κα ἔ­λε­γεν αὐ­τοῖς· Ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν ὅ­τι εἰ­σί τι­νες τῶν ὧ­δε ἑ­στη­κό­των, οἵ­τι­νες ο μ γεύσωνται θανάτου ἕ­ως ἂν ἴ­δω­σι τν βα­σι­λεί­αν το Θε­οῦ ἐ­λη­λυ­θυῖ­αν ἐν δυ­νά­μει. 

                                     (Μᾶρκ. η΄[8] 34 - θ΄[9]  1)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ὁ Ἰ­η­σοῦς κά­λε­σε τὰ πλή­θη τοῦ λα­οῦ μα­ζὶ μὲ τοὺς μα­θη­τές του καὶ τοὺς εἶ­πε: Ἐ­κεῖ­νος ποὺ θέ­λει νὰ γί­νει δι­κός μου καὶ νὰ μὲ ἀ­κο­λου­θεῖ ὡς μα­θη­τής μου, ἂς δι­α­κό­ψει κά­θε φι­λί­α καὶ σχέ­ση μὲ τὸν δι­ε­φθαρ­μέ­νο ἀ­π᾿ τὴν ἁ­μαρ­τί­α ἑ­αυ­τό του κι ἂς πά­ρει τὴ στα­θε­ρὴ ἀ­πό­φα­ση νὰ ὑ­πο­στεῖ γιὰ μέ­να ὄ­χι μό­νο κά­θε θλί­ψη καὶ δο­κι­μα­σί­α, ἀλ­λά ἀ­κό­μα καὶ θά­να­το σταυ­ρι­κό, καὶ τό­τε ἂς μὲ ἀ­κο­λου­θεῖ μι­μού­με­νος τὸ πα­ρά­δειγ­μά μου. Καὶ μὴ δι­στά­σει κα­νεὶς νὰ κά­νει τὶς θυ­σί­ες αὐ­τές. Δι­ό­τι ὅ­ποι­ος θέ­λει νὰ σώ­σει τὴ ζω­ή του, θὰ χά­σει τὴν πνευ­μα­τι­κή, εὐ­τυ­χι­σμέ­νη καὶ αἰ­ώ­νια ζω­ή. Ὅ­ποι­ος ὅ­μως χά­σει καὶ θυ­σιά­σει τὴ ζω­ή του γιὰ τὴν ὁ­μο­λο­γί­α καὶ τὴν ὑ­πα­κο­ή του σὲ μέ­να καὶ τὸ εὐ­αγ­γέ­λιό μου, αὐ­τὸς θὰ σώ­σει τὴν ψυ­χή του στὴ μέλ­λου­σα ζω­ή, ὅ­που θὰ κερ­δί­σει τὴν αἰ­ώ­νια εὐ­τυ­χί­α. Κι ἐ­κεί­νη ἡ σω­τη­ρί­α εἶ­ναι τὸ πᾶν. Δι­ό­τι τί θὰ ὠ­φε­λή­σει τὸν ἄν­θρω­πο, ἐ­ὰν κερ­δί­σει ὅ­λον αὐ­τὸν τὸν ὑ­λι­κὸ κό­σμο, καὶ στὸ τέ­λος χά­σει τὴν ψυ­χή του; Δι­ό­τι ἡ ψυ­χή του, ποὺ εἶ­ναι πνευ­μα­τι­κὴ καὶ αἰ­ώ­νια, δὲν συγ­κρί­νε­ται μὲ κα­νέ­να ἀ­π᾿ τὰ ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θὰ τοῦ φθαρ­τοῦ κό­σμου. Ἢ, ἐ­ὰν ἕ­νας ἄν­θρω­πος χά­σει τὴν ψυ­χή του, τί μπο­ρεῖ νὰ δώ­σει ὡς ἀν­τάλ­λαγ­μα γιὰ νὰ τὴν ἐ­ξα­γο­ρά­σει ἀ­π᾿ τὴν αἰ­ώ­νια ἀ­πώ­λεια; Κι ἀ­σφα­λῶς θὰ χά­σει τὴν ψυ­χὴ του ἐ­κεῖ­νος ποὺ δὲν θὰ ὑ­πο­στεῖ γιὰ μέ­να τὶς θυ­σί­ες αὐ­τές. Δι­ό­τι ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ντρα­πεῖ ἐ­μέ­να καὶ τὰ λό­για μου ἐ­πη­ρε­α­σμέ­νος ἀ­π᾿ τὶς πε­ρι­φρο­νή­σεις καὶ τοὺς χλευα­σμοὺς τῶν ἀν­θρώ­πων τῆς γε­νιᾶς αὐ­τῆς ποὺ ἀ­πο­στά­τη­σε ἀ­π᾿ τὸν πνευ­μα­τι­κό της νυμ­φί­ο καὶ εἶ­ναι ἁ­μαρ­τω­λή, αὐ­τὸν θὰ τὸν ντρα­πεῖ καὶ ὁ υἱ­ός τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ θὰ τὸν ἀ­πο­κη­ρύ­ξει ὡς ξέ­νο, ὅ­ταν θὰ ἔλ­θει μὲ τοὺς ἁ­γί­ους ἀγ­γέ­λους πε­ρι­βε­βλη­μέ­νος μὲ τὴ δό­ξα τοῦ Πα­τρός του. Τοὺς ἔ­λε­γε ἀ­κό­μη: Σᾶς λέ­ω ἀ­λη­θι­νά ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν με­ρι­κοὶ ἀ­π᾿ αὐ­τούς ποὺ στέ­κον­ται ἐ­δῶ, οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲν θὰ γευ­θοῦν θά­να­το προ­τοῦ νὰ δοῦν με­τὰ τὴν κά­θο­δο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνέ­υ­μα­τος νὰ κα­τα­λύ­ε­ται ἡ πα­λαιὰ θεί­α τά­ξη καὶ δι­α­θή­κη μὲ τὴν κα­τα­στρο­φὴ τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ καὶ τοῦ να­οῦ της καὶ μὲ δύ­να­μη ἀ­κα­τα­γώ­νι­στη καὶ ὑ­περ­φυ­σι­κὴ ἡ νέ­α τά­ξη στὸν κό­σμο, τὴν ὁ­ποί­α θὰ ἐκ­προ­σω­πεῖ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ὡς ἄλ­λη βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ πά­νω στὴ γῆ.