Σάββατο 11 Μαΐου 2024

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ

(ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΥΠΡΟΥ)

(12 ΜΑΪΟΥ 2024)

 


ΕΩΘΙΝΟΝ Α΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, οἱ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς΄ καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν΄ καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων΄ Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν, καὶ Ἰδού, ἐγὼ μεθ' ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.

(Ματθ. κη΄[28]  16 – 20)


ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

16 Στὸ μεταξὺ οἱ ἕντεκα μαθητὲς πῆγαν στὴ Γαλιλαία, στὸ ὄρος ποὺ τοὺς καθόρισε ὁ Ἰησοῦς.17 Ἐκεῖ τὸν εἶδαν καὶ τὸν προσκύνησαν. Μερικοὶ ὅμως εἶχαν κάποια ἀμφιβολία ἂν ἦταν αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς. 18 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοὺς πλησίασε καὶ τοὺς μίλησε μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: Δόθηκε καὶ στὴν ἀνθρώπινη φύση μου κάθε ἐξουσία στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ. 19 Λοιπὸν πηγαίνετε καὶ κάνετε μαθητές σας ὅλα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντάς τους στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, 20 διδάσκοντάς τους νὰ τηροῦν καὶ νὰ ἐφαρμόζουν στὴ ζωή τους ὅλα τὰ παραγγέλματα ποὺ σᾶς ἔδωσα ὡς ἐντολές. Καὶ ἰδού, ἐγὼ ποὺ ἔλαβα κάθε ἐξουσία, θὰ εἶμαι πάντα μαζί σας βοηθὸς καὶ συμπαραστάτης σας μέχρι νὰ τελειώσει ὁ αἰώνας αὐτός, μέχρι δηλαδὴ τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Ἀμήν.

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ)

Τέκνον Τιμόθεε, δίωκε δικαιοσύνην, εὐσέβειαν, πίστιν, ἀγάπην, ὑπομονήν, πρᾳότητα. ἀγωνίζου τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως· ἐπιλαβοῦ τῆς αἰωνίου ζωῆς, εἰς ἣν καὶ ἐκλήθης καὶ ὡμολόγησας τὴν καλὴν ὁμολογίαν ἐνώπιον πολλῶν μαρτύρων. παραγγέλλω σοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τοῦ ζωοποιοῦντος τὰ πάντα καὶ Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ μαρτυρήσαντος ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου τὴν καλὴν ὁμολογίαν, τηρῆσαί σε τὴν ἐντολὴν ἄσπιλον, ἀνεπίληπτον μέχρι τῆς ἐπιφανείας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἣν καιροῖς ἰδίοις δείξει ὁ μακάριος καὶ μόνος δυνάστης, ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ κύριος τῶν κυριευόντων, ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν, φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον, ὃν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων οὐδὲ ἰδεῖν δύναται· ᾧ τιμὴ καὶ κράτος αἰώνιον· ἀμήν.

                           (Τιμ. Α΄ Ϛ΄ [6] 11 – 16)

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Παιδί μου Τιμόθεε, νά ἐπιδιώκεις τή δικαιοσύνη, τήν εὐσέβεια, τήν πίστη, τήν ἀγάπη, τήν ὑπομονή, τήν πραότητα. Νά ἀγωνίζεσαι τόν καλό ἀγώνα στόν ὁποῖο μᾶς καλεῖ ἡ πίστη. Πιάσε καλά καί κράτα σφιχτά τήν αἰώνια ζωή, τήν ὁποία σέ κάλεσε ὁ Θεός νά κληρονομήσεις, ἀλλά κι ἐσύ πρίν ἀπό τό βάπτισμά σου ἔδωσες τήν καλή ὁμολογία γι’ αὐτήν μπροστά σέ πολλούς μάρτυρες. Σοῦ παραγγέλλω ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μεταδίδει ζωή στά πάντα, καί ἐνώπιον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μπροστά στόν Πόντιο Πιλάτο ἔδωσε τή μαρτυρία τῆς καλῆς ὁμολογίας ὅτι εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, νά διατηρήσεις τήν ἐντολή καί τίς ὑποχρεώσεις πού ἀνέλαβες στό βάπτισμα καί τή χειροτονία σου καθαρή ἀπό κάθε μολυσμό, ἀνώτερη ἀπό κάθε κατηγορία, μέχρι τήν ἡμέρα πού θά φανερωθεῖ ἔνδοξος ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Καί τήν ἔνδοξη αὐτή φανέρωση τοῦ Κυρίου θά τή δείξει ὁ Θεός Πατήρ σέ καιρούς πού ὁ ἴδιος ὅρισε καί γνωρίζει, ὁ μακάριος καί μόνος ἐξουσιαστής, ὁ βασιλεύς ὅσων βασιλεύουν στή γῆ καί ὁ κύριος ἐκείνων πού κυριαρχοῦν ἐπάνω στή γῆ, ὁ μόνος πού ἔχει ἀπ’ τόν ἑαυτό του ζωή ἀθάνατη καί προαιώνια καί κατοικεῖ σέ φῶς τό ὁποῖο κανείς δέν μπορεῖ νά πλησιάσει. Αὐτόν δέν τόν εἶδε κανένας ἀπό τούς ἀνθρώπους, οὔτε μπορεῖ νά τόν δεῖ. Σ᾿ αὐτόν ἀνήκει ἡ τιμή καί ἡ παντοτινή καί αἰώνια δύναμη.

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Οὔ­σης ὀ­ψί­ας τ ἡ­μέ­ρᾳ ἐ­κε­ί­νῃ τ μι­ᾷ σαβ­βά­των, κα τν θυ­ρῶν κε­κλει­σμέ­νων ὅ­που ἦ­σαν ο μα­θη­ταὶ συ­νηγ­μέ­νοι δι­ὰ τν φό­βον τν Ἰ­ου­δα­ί­ων, ἦλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς κα ἔ­στη ες τ μέ­σον, κα λέ­γει αὐ­τοῖς· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. Κα τοῦ­το εἰ­πὼν ἔ­δει­ξεν αὐ­τοῖς τς χεῖ­ρας κα τν πλευ­ρὰν αὐ­τοῦ. ἐ­χά­ρη­σαν ον ο μα­θη­ταὶ ἰ­δόν­τες τν Κριον. εἶ­πεν ον αὐ­τοῖς Ἰ­η­σοῦς πά­λιν· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. κα­θὼς ἀ­πέ­σταλκέ με πα­τήρ, κἀ­γὼ πέμ­πω ὑ­μᾶς. κα τοῦ­το εἰ­πὼν ἐ­νε­φύ­ση­σε κα λέ­γει αὐ­τοῖς· Λβετε Πνεῦ­μα ἅ­γι­ον· ν τι­νων ἀ­φῆ­τε τς ἁ­μαρ­τί­ας, ἀ­φί­εν­ται αὐ­τοῖς, ν τι­νων κρα­τῆ­τε, κεκρά­την­ται. Θωμᾶς δ ες κ τν δώ­δε­κα λε­γό­με­νος Δδυμος, οκ ν με­τ' αὐ­τῶν ὅ­τε ἦλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς. Ἔ­λε­γον ον αὐ­τῷ ο ἄλ­λοι μα­θη­ταί· Ἑ­ω­ρά­κα­μεν τν Κριον. δ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Ἐ­ὰν μ ἴ­δω ἐν τας χερ­σὶν αὐ­τοῦ τν τύ­πον τν ἥ­λων, κα βά­λω τν δά­κτυ­λόν μου ες τν τύ­πον τν ἥ­λων, κα βά­λω τν χεῖ­ρά μου ες τν πλευ­ρὰν αὐ­τοῦ, ο μ πι­στε­ύ­σω. Κα με­θ' ἡ­μέ­ρας ὀ­κτὼ πά­λιν ἦ­σαν ἔ­σω ο μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ κα Θω­μᾶς με­τ' αὐ­τῶν. Ἔρ­χε­ται ὁ Ἰ­η­σοῦς τν θυ­ρῶν κε­κλει­σμέ­νων, κα ἔ­στη ες τ μέ­σον κα εἶ­πεν· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. Εἶ­τα λέ­γει τ Θω­μᾷ· Φρε τν δά­κτυ­λόν σου ὧ­δε κα ἴ­δε τς χεῖ­ράς μου, κα φέ­ρε τν χεῖ­ρά σου κα βά­λε ες τν πλευ­ράν μου, κα μ γί­νου ἄ­πι­στος, ἀλ­λὰ πι­στός. Κα ἀ­πε­κρί­θη Θω­μᾶς κα εἶ­πεν αὐ­τῷ· Κρις μου κα Θε­ός μου. Λέ­γει αὐ­τῷ Ἰ­η­σοῦς· Ὅ­τι ἑ­ώ­ρα­κάς με, πε­πί­στευ­κας· μα­κά­ρι­οι ο μ ἰ­δόν­τες κα πι­στε­ύ­σαν­τες. Πολ­λὰ μν ον κα ἄλ­λα ση­μεῖ­α ἐ­πο­ί­η­σεν ὁ Ἰ­η­σοῦς ἐ­νώ­πι­ον τν μα­θη­τῶν αὐ­τοῦ, οκ ἔ­στι γε­γραμ­μέ­να ν τ βι­βλί­ῳ το­ύ­τῳ· Ταῦ­τα δ γέ­γρα­πται ἵ­να πι­στε­ύ­ση­τε ὅ­τι Ἰ­η­σοῦς ἐ­στιν ὁ Χρι­στὸς υἱ­ὸς το Θε­οῦ, κα ἵ­να πι­στε­ύ­ον­τες ζω­ὴν ἔ­χη­τε ἐν τ ὀ­νό­μα­τι αὐ­τοῦ.

                                        (Ἰωάν. κ΄[20] 19 – 31)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ὅ­ταν βρά­δια­σε τήν ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη, τήν πρώ­τη τῆς ἑ­βδο­μά­δος, κι ἐ­νῷ οἱ μα­θη­τὲς ἦ­ταν μα­ζε­μέ­νοι σ' ἕ­να σπί­τι καὶ εἶ­χαν τὶς θύ­ρες κλει­στὲς ἐ­πει­δὴ φο­βοῦν­ταν τοὺς ἄρ­χον­τες τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, ἦλ­θε ὁ Ἰ­η­σοῦς καὶ στά­θη­κε στὴ μέ­ση καὶ τοὺς εἶ­πε: Ἂς εἶ­ναι εἰ­ρή­νη σὲ σᾶς. Κι ἀ­φοῦ τὸ εἶ­πε αὐ­τό, τοὺς ἔ­δει­ξε τὰ χέ­ρια του καὶ τὴν πλευ­ρά του, γιὰ νὰ δοῦν τὰ ση­μά­δια τῶν πλη­γῶν καὶ νὰ πει­σθοῦν ὅ­τι αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ Δι­δά­σκα­λός τους πού σταυ­ρώ­θη­κε. Ἀ­φοῦ λοι­πόν βε­βαι­ώ­θη­καν γι' αὐ­τὸ μὲ τὴν ἐ­πί­δει­ξη τῶν οὐ­λῶν του, χά­ρη­καν οἱ μα­θη­τὲς πού εἶ­δαν τὸν Κύ­ριο. Ὅ­ταν λοι­πὸν οἱ μα­θη­τὲς ἠ­ρέ­μη­σαν κά­πως ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη σφο­δρὴ συγ­κί­νη­ση πού αἰ­σθάν­θη­καν ἐ­ξαι­τί­ας τῆς με­γά­λης τους χα­ρᾶς, τοὺς εἶ­πε πά­λι ὁ Ἰ­η­σοῦς σὲ σχέ­ση μὲ τὴ μελ­λον­τι­κή τους τώ­ρα κλή­ση καὶ ἀ­πο­στο­λή: Ἂς εἶ­ναι εἰ­ρή­νη σὲ σᾶς. Ὅ­πως μὲ ἀ­πέ­στει­λε ὁ Πα­τέ­ρας μου γιὰ τὸ ἔρ­γο τῆς σω­τη­ρί­ας τῶν ἀν­θρώ­πων, ἔ­τσι κι ἐ­γώ σᾶς στέλ­νω νὰ συ­νε­χί­σε­τε τὸ ἴ­διο ἔρ­γο. Κι ἀ­φοῦ τὸ εἶ­πε αὐ­τό, προ­κει­μέ­νου νὰ τοὺς με­τα­δώ­σει τὴν πνο­ὴ τῆς νέ­ας οὐ­ρά­νιας ζω­ῆς ἐμ­φύ­ση­σε στὰ πρό­σω­πά τους, ὅ­πως κά­πο­τε ὁ Θε­ὸς στὸ πρό­σω­πο τοῦ Ἀ­δάμ, καὶ τοὺς εἶ­πε: Λά­βε­τε Πνεῦ­μα Ἅ­γιον.  Σ᾿ ὅ­ποι­ους συγ­χω­ρή­σε­τε τὶς ἁ­μαρ­τί­ες, θὰ τοὺς εἶ­ναι συγ­χω­ρη­μέ­νες κι ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Σ᾿ ὅ­ποι­ους ὅ­μως τὶς κρα­τᾶ­τε ἀσυγχώ­ρη­τες, θὰ μεί­νουν γιὰ πάν­τα κρα­τη­μέ­νες. Ὁ Θω­μᾶς ὅ­μως, πού ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πό τούς δώ­δε­κα ἀ­πο­στό­λους καὶ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὀ­νό­μα­ζαν Δί­δυ­μο ὅ­σοι Ἑ­βραῖ­οι μι­λοῦ­σαν τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα, δὲν ἦ­ταν μα­ζί τους ὅ­ταν ἦλ­θε ὁ Ἰ­η­σοῦς. Ὅ­ταν λοι­πὸν τὸν εἶ­δαν, τοῦ ἔ­λε­γαν οἱ ἄλ­λοι μα­θη­τές: Εἴ­δα­με τὸν Κύ­ριο. Αὐ­τὸς ὅ­μως τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: Ἐ­ὰν δὲν δῶ μὲ τὰ μά­τια μου στὰ χέ­ρια του τὸ ση­μά­δι τῶν καρ­φι­ῶν καὶ δὲν βά­λω τὸ δά­χτυ­λό μου στὸ ση­μά­δι τῶν καρ­φι­ῶν καὶ δὲν βά­λω τὸ χέ­ρι μου στὴν πλευ­ρά του, ὥ­στε ὄ­χι μό­νο μὲ τὰ μά­τια μου ἀλ­λά καὶ μὲ τά δά­χτυ­λά μου νὰ βε­βαι­ω­θῶ, δὲν θὰ πι­στέ­ψω.

Πράγ­μα­τι λοι­πόν, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ὀ­κτὼ ἡ­μέ­ρες ἦ­σαν πά­λι μέ­σα στὸ σπί­τι οἱ μα­θη­τές, καὶ μα­ζὶ μ' αὐ­τοὺς ἦ­ταν κι ὁ Θω­μᾶς. Ἔρ­χε­ται λοι­πὸν ὁ Ἰ­η­σοῦς, ἐ­νῶ ἦ­ταν κλει­στές οἱ θύ­ρες, καὶ στά­θη­κε ἀ­νά­με­σα στοὺς μα­θη­τὲς καί εἶ­πε: Ἂς εἶ­ναι εἰ­ρή­νη σὲ σᾶς. Ἔ­πει­τα λέ­ει στὸν Θω­μᾶ: Φέ­ρε τὸ δά­χτυ­λό σου ἐ­δῶ. Ψη­λά­φη­σε καὶ ἐ­ξέ­τα­σε τὰ ση­μά­δια τῶν πλη­γῶν μου, καί δὲς συγ­χρό­νως μὲ τὰ μά­τια σου τὰ χέ­ρια μου. Φέ­ρε τό χέ­ρι σου κά­τω ἀ­πὸ τὰ ἐν­δύ­μα­τά μου καὶ βά­λ' το στήν πλευ­ρά μου πού χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ λόγ­χη. Καὶ μὴν ἀ­φή­νεις τὸν ἑ­αυ­τό σου νὰ κυ­ρι­ευ­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πι­στί­α, ὥ­στε νὰ γί­νεις μό­νι­μα καὶ ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα ἄ­πι­στος, ἀλ­λά νά προ­ο­δεύ­εις καὶ νὰ στη­ρί­ζε­σαι στὴν πί­στη, ὥ­στε νὰ γί­νεις ἀ­με­τα­κί­νη­τος καὶ ἀ­δι­ά­σει­στος σ' αὐ­τή. Ὁ Θω­μᾶς τό­τε τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε: Πι­στεύ­ω καὶ ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι εἶ­σαι ὁ Κύ­ριός μου καὶ ὁ Θε­ός μου. Τοῦ λέ­ει ὁ Ἰ­η­σοῦς: Πί­στε­ψες ἐ­πει­δὴ μὲ εἶ­δες. Μα­κά­ριοι καὶ πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι πού πι­στεύ­ουν χω­ρὶς νὰ μὲ ἔ­χουν δεῖ μὲ τὰ μά­τια τους, ὅ­πως μὲ εἶ­δες ἐ­σύ. Καί θά πι­στέ­ψουν ἔ­τσι ὅ­λα τὰ μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μου στίς γε­νι­ές πού θὰ ἔλ­θουν.

Σύμ­φω­να λοι­πὸν μὲ ὅ­σα ἐ­ξι­στο­ρή­σα­με, ἐ­κτός ἀ­πό τό θαῦ­μα τῆς Ἀ­να­στά­σε­ώς του, ὀ Ἰ­η­σοῦς μπρο­στά στά μά­τια τῶν μα­θη­τῶν του ἔ­κα­νε καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα θαύ­μα­τα πού ἀ­πο­δεί­κνυ­αν τὴ θε­ό­τη­τά του καὶ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν εἶ­ναι γραμ­μέ­να στὸ βι­βλί­ο αὐ­τό. Αὐ­τὰ πού ἐκ­θέ­σα­με, γρά­φη­καν γιὰ νὰ πι­στέ­ψε­τε ὅ­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­ναι ὁ Χρι­στὸς πού προ­κη­ρύ­χθη­κε ἀ­πό τούς προ­φῆ­τες, ὁ μο­νο­γε­νὴς Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ· κι ἔ­τσι πι­στεύ­ον­τας νὰ ἔ­χε­τε ὡς ἀ­να­φαί­ρε­το κτῆ­μα σας τὴ νέ­α, θεί­α καὶ αἰ­ώ­νια ζω­ή, τὴν ὁ­ποί­α με­τα­δί­δει ὁ ἴ­διος στὶς ψυ­χὲς τῶν ἀν­θρώ­πων πού ἐ­πι­κα­λοῦν­ται τό ὄ­νο­μά του.

 

Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ´. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἐπιφανίου τοῦ σοφοῦ Ἰεράρχου, δεῦτε τελέσωμεν τὴν πάμφωτον μνήμην, κα εὐλαβῶς βοήσωμεν αὐτ ο πιστοί· εράρχα σιε, τοὺς πιστῶς πεποιθότας, τῇ στεῤῥ πρεσβείᾳ σου, πάσης ῥῦσαι ἀνάγκης, καὶ τῶν δεινῶν ἐν βίῳ συμφορῶν, ὡς παῤῥησίαν πλουτῶν πρὸς τὸν Κύριον.

 

Τρίτη 7 Μαΐου 2024

ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΕΛΕΙΟΦΟΙΤΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΊΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑ

 

ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΕΛΕΙΟΦΟΙΤΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ


 

Την Παρασκευή 10 Μα­ΐ­ου, στις 6.00 μ.μ. στην Εκ­κλη­σί­α του Α­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου στη Χλώ­ρα­κα, θα τε­λε­στεί ο ε­σπε­ρι­νός του Αγίου Μωκίου, ἱερομάρτυρος, και Μεθοδίου και Κυρίλλου φωτιστῶν τῶν Σλάβων και στη συ­νέ­χεια Πα­ρά­κλη­ση υ­πέρ φω­τι­σμού και ε­νί­σχυ­σης των Τε­λει­ο­φοί­των και λοι­πών μα­θη­τών της Πό­λης μας, εν ό­ψει των ε­πι­κεί­με­νων Παγ­κύ­πρι­ων και λοι­πών Ε­ξε­τά­σε­ων.

 

Ø  Ε­πί­σης την ε­πο­μέ­νη, το Σάββατο 11 Μα­ΐ­ου, στην ί­δια Εκ­κλη­σί­α, του Α­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου στην Χλώ­ρα­κα, θα τε­λε­στεί Θεί­α Λει­τουρ­γί­α για τον ί­διο σκο­πό.

Ø  Ο όρ­θρος θα αρ­χί­σει στις 6.30 το πρω­ί,

Ø  Η Θεί­α Λει­τουρ­γί­α γύ­ρω στις 7.30 και θα τε­λει­ώ­σει γύ­ρω στις 8.30.

 

Ό­σοι α­πό τους τε­λει­ό­φοι­τους και άλ­λους μα­θη­τές μας ε­πι­θυ­μούν, μπο­ρούν να μας στεί­λουν τα ο­νό­μα­τα τους για να προ­σευ­χη­θού­με στον Ά­γιο Θε­ό να τους δώ­σει πλού­σια την Χάρη Του  στη δύ­σκο­λη αυ­τή φά­ση της ζω­ής τους.

Σάββατο 4 Μαΐου 2024

ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ ΤΟΥ ΠΑ­ΣΧΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

Ι­Ε­ΡΑ ΜΗ­ΤΡΟ­ΠΟ­ΛΙΣ ΠΑ­ΦΟΥ

 Ι­Ε­ΡΟΣ ΝΑ­ΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ        

ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ ΤΟΥ ΠΑ­ΣΧΑ

(5 ΜΑΪΟΥ 2024)

 


Ο Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΟΣ

Τὸν μὲν πρῶ­τον λό­γον ἐ­ποι­η­σά­μην πε­ρὶ πάν­των, ὦ Θε­ό­φι­λε, ὧν ἤρ­ξα­το ὁ ᾿Ι­η­σοῦς ποι­εῖν τε καὶ δι­δά­σκειν ἄ­χρι ἧς ἡ­μέ­ρας ἐν­τει­λά­με­νος τοῖς ἀ­πο­στό­λοις διὰ Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου οὓς ἐ­ξε­λέ­ξα­το ἀ­νε­λή­φθη· οἷς καὶ πα­ρέ­στη­σεν ἑ­αυ­τὸν ζῶν­τα με­τὰ τὸ πα­θεῖν αὐ­τὸν ἐν πολ­λοῖς τεκ­μη­ρί­οις, δι᾿ ἡ­με­ρῶν τεσ­σα­ρά­κον­τα ὀ­πτα­νό­με­νος αὐ­τοῖς καὶ λέ­γων τὰ πε­ρὶ τῆς βα­σι­λε­ί­ας τοῦ Θε­οῦ. Καὶ συ­να­λι­ζό­με­νος πα­ρήγ­γει­λεν αὐ­τοῖς ἀ­πὸ ῾Ι­ε­ρο­σο­λύ­μων μὴ χω­ρί­ζε­σθαι, ἀλ­λὰ πε­ρι­μέ­νειν τὴν ἐ­παγ­γε­λί­αν τοῦ πα­τρὸς ἣν ἠ­κο­ύ­σα­τέ μου· ὅ­τι ᾿Ι­ω­άν­νης μὲν ἐ­βά­πτι­σεν ὕ­δα­τι, ὑ­μεῖς δὲ βα­πτι­σθή­σε­σθε ἐν Πνε­ύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ οὐ με­τὰ πολ­λὰς τα­ύ­τας ἡ­μέ­ρας. Οἱ μὲν οὖν συ­νελ­θόν­τες ἐ­πη­ρώ­των αὐ­τὸν λέ­γον­τες· Κύ­ρι­ε, εἰ ἐν τῷ χρό­νῳ το­ύ­τῳ ἀ­πο­κα­θι­στά­νεις τὴν βα­σι­λε­ί­αν τῷ ᾿Ισ­ρα­ήλ; Εἶ­πε δὲ πρὸς αὐ­το­ύς· Οὐχ ὑ­μῶν ἐ­στι γνῶ­ναι χρό­νους ἢ και­ροὺς οὓς ὁ πα­τὴρ ἔ­θε­το ἐν τῇ ἰ­δί­ᾳ ἐ­ξου­σί­ᾳ, ἀλ­λὰ λή­ψε­σθε δύ­να­μιν ἐ­πελ­θόν­τος τοῦ ῾Α­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος ἐφ᾿ ὑ­μᾶς, καὶ ἔ­σε­σθέ μοι μάρ­τυ­ρες ἔν τε ῾Ι­ε­ρου­σα­λὴμ καὶ ἐν πά­σῃ τῇ ᾿Ι­ου­δα­ί­ᾳ καὶ Σα­μα­ρε­ί­ᾳ καὶ ἕ­ως ἐ­σχά­του τῆς γῆς. 

                                     (Πράξ. Ἀ­πο­στ. a΄[1] 1 – 8)

 

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Ε­ΝΑ Α­Ν­Α­Σ­Τ­Α­Σ­Ι­ΜΟ Β­Ι­Β­Λ­ΙΟ!

Ν­ύ­χ­τα τ­ῆς Ἀ­ν­α­σ­τ­ά­σ­ε­ως! Τὰ μ­ά­τ­ια λ­ά­μ­π­ο­υν, τὰ πρόσωπα ἀ­κ­τ­ι­ν­ο­β­ο­λ­ο­ῦν, μ­ι­κ­ρ­οὶ καί με­γ­ά­λ­οι, ἄνδρες κ­αὶ γ­υ­ν­α­ῖ­κ­ες, ὅ­λ­οι οἱ π­ι­σ­τ­οὶ λ­ο­υ­σ­μ­έ­ν­οι σ­τὸ φ­ῶς ἀ­ν­τ­α­λ­λ­ά­σ­σ­ο­υ­με τ­ὸν θρι­α­μ­β­ε­υ­τ­ι­κὸ χ­α­ι­ρ­ε­τ­ι­σ­μό: Χ­Ρ­Ι­Σ­Τ­ΟΣ Α­Ν­Ε­Σ­ΤΗ! - Α­Λ­Η­Θ­ΩΣ Α­Ν­Ε­Σ­ΤΗ!

Κι ὅμως τὸ φ­ῶς, π­οὺ φ­ω­τ­ί­ζ­ει τὰ μ­ά­τ­ια καί π­λ­η­μ­μ­υ­ρ­ί­ζ­ει τ­ὶς κ­α­ρ­δ­ι­ές μ­ας, δ­ὲν ε­ἶ­ν­αι τὸ ἱλαρό φ­ῶς τ­ῶν λ­α­μ­π­ά­δ­ων, δ­ὲν ε­ἶ­ν­αι ἡ ἐ­κ­τ­υ­φ­λ­ω­τ­ι­κὴ λ­ά­μ­ψη τ­ῶν π­ο­λ­υ­ε­λ­α­ί­ων καί τ­ῶν προ­β­ο­λ­έ­ων, δ­ὲν ε­ἶ­ν­αι οἱ ἀ­σ­τ­ρ­α­π­ὲς τ­ῶν π­υ­ρ­ο­τ­ε­χ­ν­η­μ­ά­τ­ων. Ε­ἶ­ν­αι τὸ ἅ­γ­ιο καί ὑ­π­ε­ρ­κ­ό­σ­μ­ιο Φ­ῶς τῆς Ἀ­ν­α­σ­τ­ά­σ­ε­ως τ­οῦ Χ­ρ­ι­σ­τ­οῦ μ­ας. Ἡ σ­υ­γ­κ­λ­ο­ν­ι­σ­τ­ι­κὴ αἴσθηση ὅτι «ἑάλω ὁ θ­ά­ν­α­τ­ος θ­α­ν­ά­τῳ». Ἡ β­ε­β­α­ι­ό­τ­η­τα ὅτι ὁ χ­ε­ί­ρ­ι­σ­τ­ος ἐ­χ­θ­ρ­ός μ­ας, ὁ θ­ά­ν­α­τ­ος, ε­ἶ­ν­αι γ­ιὰ π­ά­ν­τα ν­ι­κ­η­μ­έ­νος.

Α­ὐ­τ­ὴν ἀ­κ­ρ­ι­β­ῶς τ­ὴν αἴσθηση μ­ᾶς μ­ε­τ­α­δ­ί­δ­ει καί τὸ κ­ε­ί­μ­ε­νο τ­οῦ Ἀ­π­ο­σ­τ­ο­λ­ι­κ­οῦ ἀ­ν­α­γνώ­σ­μ­α­τ­ος ἀπό τήν ἀρχή τοῦ β­ι­β­λ­ί­ου τ­ῶν «Π­ρ­ά­ξ­ε­ων τ­ῶν Ἀ­π­ο­σ­τ­ό­λ­ων». Τὸ β­ι­β­λ­ίο α­ὐ­τό, π­οὺ ε­ἶ­ν­αι π­ρ­α­γ­μ­α­τ­ι­κὰ ἔ­π­ος ἡ­ρ­ώ­ων, τὸ ἔ­γ­ρ­α­ψε ὁ ε­ὐ­α­γ­γ­ε­λ­ι­σ­τ­ὴς Λ­ο­υ­κ­ᾶς μ­ε­τὰ τὸ Ε­ὐ­α­γ­γ­έ­λιό τ­ου, κ­αὶ ἀπό τὸ π­ε­ρ­ι­ε­χ­ό­μ­ε­νο του ἔ­χ­ο­υν ἐπιλεγεῖ ὅλα τά Ἀποστολικά ἀ­ν­α­γ­ν­ώ­σ­μ­α­τα τοῦ Π­ε­ν­τ­η­κο­σ­τ­α­ρ­ί­ου. Τ­ῆς περιόδου δηλαδή, πού ἀ­ρ­χ­ί­ζ­ει τ­ὴν Κ­υ­ρ­ι­α­κὴ τοῦ Π­ά­σ­χα κ­αὶ φθά­ν­ει μ­έ­χ­ρι τὴν Κ­υ­ρ­ι­α­κὴ τ­ῆς Π­ε­ν­τ­η­κ­ο­σ­τ­ῆς.

Γ­ι­α­τί ἄ­ρ­α­γε α­ὐ­τὴ ἡ ἐ­π­ι­λ­ο­γή; Δ­ι­ό­τι τὸ β­ι­β­λ­ίο τ­ῶν «Π­ρ­ά­ξ­ε­ων» ε­ἶ­ν­αι ἕ­να κ­α­τ' ἐ­ξ­ο­χ­ὴν ἀ­να­σ­τ­ά­σ­ι­μο β­ι­β­λ­ίο. Ἀ­ν­α­σ­τ­ά­σ­ι­μο, ὄ­χι ἐ­π­ε­ι­δὴ π­ε­ρ­ι­γ­ρ­ά­φ­ει μὲ π­ε­ρ­ι­σ­σ­ό­τ­ε­ρ­ες λ­ε­π­τ­ο­μ­έ­ρ­ε­ι­ες τὴν ­Ἀ­ν­άσταση τ­οῦ Χ­ρ­ι­σ­τ­οῦ μ­ας, ἀλλά δ­ι­ό­τι μ­ᾶς μ­ε­τ­α­φ­έ­ρ­ει τ­ὴν ἀ­ν­α­σ­τ­ά­σ­ι­μη π­ν­οὴ τ­ῆς πρώ­τ­ης Ἐ­κ­κ­λ­η­σ­ί­ας. Τὰ θ­α­υ­μ­α­σ­τὰ ἔ­ρ­γα τ­ῶν Ἀ­π­ο­σ­τ­ό­λ­ων, π­οὺ π­ε­ρ­ι­γ­ρ­ά­φ­ει, ε­ἶ­ν­αι ἡ πειστικότερη ἀπόδειξη τ­ῆς Ἀ­ν­α­σ­τ­ά­σ­ε­ως, γιά τ­ὸν λ­ό­γο ἀ­κ­ρ­ι­β­ῶς ὅτι οἱ Ἀπόστολοι δ­ὲν τὰ κ­ά­ν­ο­υν μὲ τ­ὶς δι­κ­ές τ­ο­υς ἱκανότητες, ἀλλά μέ τή δύναμη τοῦ ­Ἀ­ν­α­σ­τ­ά­ν­τ­ος Κ­υ­ρ­ί­ου.

Κ­αὶ ε­ἶ­ν­αι σ­υ­γ­κ­λ­ο­ν­ι­σ­τ­ι­κὸ νὰ παρακολουθεῖ κανείς δ­ώ­δ­ε­κα φ­ο­β­ι­σ­μ­έ­ν­ο­υς κ­αὶ ἄ­τ­ο­λ­μους ψ­α­ρ­ά­δ­ες νὰ γίνονται μετά τήν Ἀνάσταση τ­οῦ Χ­ρ­ι­σ­τ­οῦ λ­ι­ο­ν­τ­ά­ρ­ια. Νὰ ἀ­δ­ι­α­φ­ο­ρ­ο­ῦν γ­ιὰ τ­ὶς ἀ­π­ε­ι­λ­ές· νὰ ἀ­ψ­η­φ­ο­ῦν τ­ὸ θ­ά­ν­α­το· νὰ β­α­δ­ί­ζ­ο­υν ἄ­φ­ο­β­οι π­ρ­ὸς τὰ φ­ρ­ι­κ­τὰ β­α­σ­α­ν­ι­σ­τ­ή­ρ­ια. Οὔτε ἡ μ­α­ν­ία τ­ῶν Ἑ­β­ρ­α­ί­ων νά τούς φοβίζει, οὔτε οἱ Ρ­ω­μ­α­ϊ­κ­ὲς λ­ε­γ­ε­ῶ­ν­ες νὰ τ­ο­ὺς π­τ­ο­ο­ῦν, οὔτε τά ἄ­γ­ρ­ια θ­η­ρ­ία νὰ τ­ο­ὺς τ­ρ­ο­μ­ά­ζ­ο­υν. Ποιός ἔ­φ­ε­ρε α­ὐ­τὴ τὴ θ­α­υ­μ­α­σ­τὴ μ­ε­τ­α­β­ο­λή; Ποιός ἄ­λ­λ­ος, π­α­ρὰ ὁ ἀ­ν­α­σ­τ­η­μ­έ­ν­ος Κ­ύ­ρ­ι­ός μ­ας, ὀ νικητής τοῦ θανάτου καί τοῦ Ἅδου! Νά, γ­ι­α­τί οἱ «Π­ρ­ά­ξ­ε­ις τ­ῶν Ἀ­π­ο­σ­τ­ό­λ­ων» ε­ἶ­ν­αι π­ε­ι­σ­τ­ι­κὴ κ­αὶ ἀ­δ­ι­α­μ­φ­ι­σ­β­ή­τ­η­τη μ­α­ρ­τ­υ­ρία π­ε­ρὶ τῆς Ἀ­ν­α­σ­τ­ά­σ­ε­ως τοῦ Κ­υ­ρ­ί­ου μ­ας κ­αὶ ἑπομένως ἀπόλυτα τ­α­ι­ρ­ι­α­σ­τὸ ἀ­νάγνωσμα γιά τήν ἀ­να­σ­τ­ά­σ­ι­μη π­ε­ρ­ί­ο­δο τοῦ Πεντηκοσταρίου, πού π­ε­ρ­ν­ᾶ­με.

Κ­αὶ κ­ά­τι ἀ­κ­ό­μη γ­ιὰ τὸ β­ι­β­λ­ίο τ­ῶν Π­ρ­ά­ξ­ε­ων, π­οὺ ἀφορᾶ ὅ­λ­ο­υς μ­ας, ἀ­γ­α­π­η­τ­οὶ ἀ­δελφοί. Τὸ β­ι­β­λ­ίο α­ὐ­τὸ ε­ἶ­ν­αι τὸ μ­ο­ν­α­δ­ι­κὸ μ­ὲς σ­τ­ὴν Κ­α­ι­νὴ Δ­ι­α­θ­ή­κη, π­οὺ δ­ὲν ἔ­χ­ει ἐπίλογο. Σ­τ­α­μ­α­τ­ά­ει σ­χ­ε­δ­ὸν ἀπότομα τή διήγησή τ­ου σ­τὸ σ­η­μ­ε­ῖο π­οὺ μ­ι­λ­ά­ει γ­ιὰ τὴ φυλάκιση τ­οῦ ἀ­π­ο­σ­τ­ό­λ­ου Π­α­ύ­λ­ου σ­τὴ Ρ­ώ­μη.

Ἀ­γ­ν­ο­ο­ῦ­με γ­ι­α­τί ὁ ε­ὐ­α­γ­γ­ε­λ­ι­σ­τ­ὴς Λ­ο­υ­κ­ᾶς σ­τ­α­μ­ά­τ­η­σε ἐ­κ­εῖ. Φ­α­ί­ν­ε­τ­αι ὅμως πώς ὁ Θ­ε­ὸς κ­α­τ­η­ύ­θ­υ­νε ἔ­τ­σι τὰ π­ρ­ά­γ­μ­α­τα, ὥστε τὸ β­ι­β­λ­ίο α­ὐ­τὸ νὰ μ­ὴν κλείσει, ἀφοῦ κ­αὶ τὸ π­ε­ρ­ι­ε­χ­ό­με­νό τ­ου δ­ὲν τ­ε­λ­ε­ι­ώ­ν­ει. Κ­α­τὰ κ­ά­π­ο­ι­ο τ­ρ­ό­πο ἡ σ­υ­γ­γ­ρ­α­φὴ τ­οῦ β­ι­β­λ­ί­ου τ­ῶν «Π­ρ­ά­ξ­ε­ων» συ­νε­χί­ζ­ε­τ­αι! Σ­υ­ν­ε­χ­ί­ζ­ε­τ­αι μὲ τ­ὴν ὅλη ζ­ωὴ τ­ῆς Ἐ­κ­κ­λ­η­σ­ί­ας, μὲ τ­ο­ὺς β­ί­ο­υς π­ρ­ω­τ­ί­σ­τ­ως τ­ῶν Ἁ­γί­ων, οἱ ὁποῖοι μέ τή δύναμη τ­οῦ Ἀ­ν­α­σ­τ­ά­ν­τ­ος Κ­υ­ρ­ί­ου ἔ­ζ­η­σ­αν ζ­ωὴ ἀ­π­ο­σ­τ­ο­λ­ι­κὴ κ­αὶ ἐ­π­ε­τ­έ­λ­ε­σ­αν ἔργα – πράξεις – ὡσάν τ­ῶν Ἀ­π­ο­σ­τ­ό­λ­ων. Σ­υ­ν­ε­χ­ί­ζ­ε­τ­αι ὅμως καί μὲ τὴ ζ­ωὴ κ­αὶ τὰ ἔ­ρ­γα ὅλων τ­ῶν π­ι­σ­τ­ῶν, π­οὺ ἀ­γ­α­π­ο­ῦν τ­ὸν Κ­ύ­ρ­ιο κ­αὶ ἀ­γ­ω­ν­ί­ζ­ο­ν­τ­αι θ­ε­ο­φ­ι­λ­ῶς μ­έ­σα σ­τ­ὴν ἁ­γ­ία Τ­ου Ἐ­κ­κλη­σ­ία. Ἑπομένως – στό βαθμό πού ε­ἶ­ν­αι ζ­ωὴ ἀ­ν­α­σ­τ­η­μ­έ­νη κ­αὶ ἀ­π­ο­στολική – συνεχίζεται κ­αὶ μὲ τ­οῦ κ­α­θ­ε­ν­ός μ­ας τὴ ζ­ωή, καί θὰ σ­υ­ν­ε­χ­ί­ζ­ε­τ­αι μ­έ­χ­ρι τὴ σ­υ­ν­τ­έ­λ­ε­ια τ­ῶν αἰ­ώ­ν­ων, μ­έ­χ­ρι τὴ Δ­ε­υ­τ­έ­ρα Π­α­ρ­ο­υ­σ­ία τ­οῦ Χ­ρ­ι­σ­τ­οῦ μ­ας. Τ­ό­τε θὰ γραφεῖ ὁ ἔνδοξος ἐπίλογος τοῦ ἡρωικοῦ αὐτοῦ β­ι­β­λ­ί­ου τ­ῶν «Π­ρ­ά­ξ­ε­ων τ­ῶν Ἀ­π­ο­σ­τ­ό­λ­ων», ἕ­ν­ας ἐ­πίλογος ὅμως, π­οὺ θὰ ᾿­ν­αι τ­α­υ­τ­ό­χρο­να ἀρχή! Μ­ιὰ α­ἰ­ώ­ν­ια Ἄνοιξη μ­ὲς σ­τ­ὴν ε­ὐ­λ­ο­γ­η­μ­έ­νη Β­α­σ­ι­λ­ε­ία τ­οῦ ἐν Τριάδι Θ­ε­οῦ!

2. Η Δ­Υ­Ν­Α­ΜΗ Τ­ΟΥ Π­Ν­Ε­Υ­Μ­Α­Τ­ΟΣ

Ἐπί σαράντα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάστασή Του, ὁ Κύριος μας ἐ­μ­φ­α­ν­ι­ζ­ό­τ­αν σ­τ­ο­ὺς μ­α­θητές Του, μ­ᾶς λ­έ­γ­ει τὸ Ἀνάγνωσμα μας, καί τούς δίδασκε «τὰ π­ε­ρὶ τ­ῆς β­α­σ­ι­λ­ε­ί­ας τ­οῦ Θε­οῦ». Σ­τὸ δ­ι­ά­σ­τ­η­μα α­ὐ­τὸ ἔ­τ­ρ­ω­γε κ­ι­ό­λ­ας μ­α­ζί τ­ο­υς, γ­ιὰ νὰ τ­ο­ὺς βεβαιώσει ὅτι ἀ­ν­α­σ­τ­ή­θη­κε π­ρ­α­γ­μ­α­τ­ι­κά. Σ­υ­γ­χ­ρ­ό­ν­ως τ­ο­ὺς π­α­ράγγειλε νὰ μ­ὴν ἀ­π­ο­μ­α­κ­ρ­υ­ν­θ­ο­ῦν ἀπό τ­ὴν Ἱ­ε­ρ­ο­υ­σα­λ­ήμ, ἀλλά νά περιμένουν τήν π­ρ­α­γ­μ­α­τ­ο­π­οίηση τ­ῆς ὑπόσχεσης, πού εἶχε δοθεῖ, ὅτι θὰ ἔλθει νά μείνει μαζί τους τό Ἅγιο Πνεῦμα. Κ­αὶ κ­λ­ε­ί­ν­ο­ν­τ­ας τ­ὶς π­α­ρ­α­γ­γ­ε­λ­ί­ες Τ­ου, τ­ο­ὺς λ­έ­γ­ει ὅ­τι δ­ὲν χρ­ε­ι­ά­ζ­ε­τ­αι νά ἀ­σ­χ­ο­λ­ο­ῦ­ν­τ­αι μὲ τὸ π­ό­τε ὁ Ἴδιος θά ἐπανέλθει κ­α­τὰ τ­ὴ Δ­ε­υ­τ­έ­ρα Τ­ου Π­α­ρ­ο­υ­σ­ία. Νὰ γ­ν­ω­ρ­ί­ζ­ο­υν μ­ό­ν­ον τ­ο­ῦ­το, ὅτι, ὅταν κατέλθει τό Ἅ­γ­ιο Π­ν­εῦμα, θά λάβουν ἐνίσχυση καί δύναμη μ­ε­γ­ά­λη. Κ­αὶ μὲ τὴ δ­ύ­ν­α­μη α­ὐ­τὴ τ­οῦ ­Ἁ­γ­ί­ου Π­ν­ε­ύ­μ­α­τ­ος θὰ κ­η­ρ­ύ­ξ­ο­υν σὲ ὅ­λο τ­ὸν κ­ό­σ­μο. «Λ­ή­ψ­ε­σ­θε δὺναμιν», τ­ο­ὺς λ­έ­γ­ει, «ἐ­π­ε­λ­θ­ό­ν­τ­ος τοῦ Ἁγίου Π­ν­ε­ύ­μ­α­τ­ος ἐφ᾿ ὑ­μ­ᾶς, κ­αὶ ἔ­σ­ε­σ­θέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱ­ε­ρ­ο­υ­σ­α­λ­ὴμ καί ἐν πάσῃ Ἰουδαίᾳ καί Σαμαρείᾳ καί ἕως ἐσχάτου τῆς γ­ῆς».

Καί π­ρ­ά­γ­μ­α­τι οἱ ἅ­γ­ι­οι Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ μας λ­ί­γ­ες μ­έ­ρ­ες ἀ­ρ­γ­ό­τ­ε­ρα, κ­α­τὰ τ­ὴν Πε­ν­τ­η­κ­ο­σ­τή, ὁπλίστηκαν μέ τή φλόγα τοῦ Ἁ­γ­ί­ου Π­ν­ε­ύ­μ­α­τ­ος κ­αὶ μὲ τὴ δύναμή Του σ­υ­ν­έ­τρι­ψ­αν τὴ σ­α­τ­α­ν­ι­κὴ α­ὐτοκρατορία καί ἔ­γ­ι­ν­αν μ­ά­ρ­τ­υ­ρ­ες – κήρυκες δηλαδή ἀψευδεῖς – τῆς ζωῆς, τῆς διδασκαλίας καί τ­ῆς Ἀνάστασης τοῦ Χ­ρ­ι­σ­τ­οῦ μ­ας, τ­έ­λ­ος δὲ οἱ περισσότεροι σφράγισαν τή μαρτυρία τους περί τοῦ Χριστοῦ μέ τό μαρτύριο καί τό αἷμα τους.

Μὲ τὴ δ­ύ­ν­α­μη α­ὐ­τὴ τ­οῦ Ἁ­γ­ί­ου Πνεύματος, πού εἶναι π­ρ­ω­τ­ί­σ­τ­ως δύναμη ἁγίας ζ­ω­ῆς, ὀ­φ­ε­ί­λ­ει νά ε­ἶ­ν­αι ἁρματωμένος καί κ­α­θ­έ­ν­ας μ­ας, ἀφοῦ ὅλοι μας ἔχουμε κληθεῖ νά γ­ί­ν­ο­υ­με «μ­ά­ρ­τ­υ­ρ­ες» τ­ῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χ­ρ­ι­σ­τ­οῦ μ­ας. Κ­αὶ ε­ἶ­ν­αι μ­ὲν γεγονός ὅτι τἠ Χάρη τοῦ Ἁ­γ­ί­ου Π­ν­ε­ύ­μ­α­τ­ος τή λαμβάνουμε οἱ π­ι­σ­τ­οὶ μὲ τὸ ἅ­γ­ιο Βάπτισμα καί τὸ ἅ­γ­ιο Χ­ρ­ί­σ­μα, ε­ἶ­ν­αι ἐν τούτοις καί θ­λ­ι­β­ε­ρὴ π­ρ­α­γ­μ­α­τ­ι­κ­ό­τ­η­τα, ὅτι αὐτή παύει νά ἐνεργεῖ μ­έ­σα μ­ας, ὅταν ἁμαρτάνουμε καί ὑ­π­ο­κ­ύ­π­τ­ο­υ­με σ­τὰ π­ά­θη μ­ας. Τί π­ρ­έ­π­ει λ­ο­ι­π­ὸν νὰ γίνει; Μά νά μετανοοῦμε νά ἐξομολογούμαστε, νά μετέχουμε στό ζωοπάροχο μ­υ­σ­τ­ή­ρ­ιο τ­ῆς θ­ε­ί­ας Εὐχαριστίας καί νά π­α­ρ­α­κ­α­λ­ο­ῦ­με τὸ Ἅ­γ­ιο Π­νεῦμα νά ἔ­ρ­χ­ε­τ­αι νά κατοικεῖ ἐντός μ­ας, καθαρίζοντάς μας «ἀπό π­ά­σ­ης κ­η­λ­ί­δ­ος», γιά νά ἐξουθενώνουμε μέ τή δύναμή Του τούς λυσσασμένους π­ν­ε­υ­μ­α­τ­ι­κ­ο­ὺς λ­ύ­κ­ο­υς, «τούς κοσμοκράτορας τοῦ σ­κ­ό­τ­ο­υς τ­οῦ α­ἰ­ῶ­ν­ος τ­ο­ύ­τ­ου», κ­αὶ νὰ β­α­δ­ί­ζ­ο­υ­με σ­τ­α­θ­ε­ρὰ τὸ σ­τ­ε­νὸ δ­ρ­ό­μο, π­οὺ ὁ­δ­η­γ­εῖ σ­τὴ Β­α­σ­ι­λ­ε­ία τ­ῶν Ο­ὐ­ρ­α­νῶν.

                      (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

    

 

ΤΟ Ι­Ε­ΡΟ ΕΥ­ΑΓ­ΓΕ­ΛΙΟ

Ἐν ἀρ­χῇ ἦν ὁ Λό­γος, καὶ ὁ Λό­γος ἦν πρὸς τὸν Θε­όν, καὶ Θε­ὸς ἦν ὁ Λό­γος.  Οὗ­τος ἦν ἐν ἀρ­χῇ πρὸς τὸν Θε­όν. πάν­τα δι' αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το, καὶ χω­ρὶς αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το οὐ­δὲ ἕν ὃ γέ­γο­νεν. ἐν αὐ­τῷ ζω­ὴ ἦν, καὶ ἡ ζω­ὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀν­θρώπων καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκο­τί­ᾳ φαί­νει, καὶ ἡ σκο­τί­α αὐ­τὸ οὐ κα­τέ­λα­βεν. Ἐ­γέ­νε­το ἄν­θρω­πος ἀ­πε­σταλ­μέ­νος πα­ρὰ Θε­οῦ, ὄ­νο­μα αὐ­τῷ Ἰ­ω­άν­νης· οὗ­τος ἦλ­θεν εἰς μαρ­τυ­ρί­αν, ἵ­να μαρ­τυ­ρή­σῃ πε­ρὶ τοῦ φω­τός, ἵ­να πάν­τες πι­στε­ύ­σω­σιν δι᾿ αὐ­τοῦ. οὐκ ἦν ἐ­κεῖ­νος τὸ φῶς, ἀλ­λ᾿ ἵ­να μαρ­τυ­ρή­σῃ πε­ρὶ τοῦ φω­τός. Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀ­λη­θι­νόν, ὃ φω­τί­ζει πάν­τα ἄν­θρω­πον, ἐρ­χό­με­νον εἰς τὸν κό­σμον. ἐν τῷ κό­σμῳ ἦν, καὶ ὁ κό­σμος δι᾿ αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το, καὶ ὁ κό­σμος αὐ­τὸν οὐκ ἔ­γνω. εἰς τὰ ἴ­δια ἦλ­θεν, καὶ οἱ ἴ­διοι αὐ­τὸν οὐ πα­ρέ­λα­βον. ὅ­σοι δὲ ἔ­λα­βον αὐ­τόν, ἔ­δω­κεν αὐ­τοῖς ἐ­ξου­σί­αν τέ­κνα Θε­οῦ γε­νέ­σθαι, τοῖς πι­στε­ύ­ου­σιν εἰς τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ, οἳ οὐκ ἐξ αἱ­μά­των, οὐ­δὲ ἐκ θε­λή­μα­τος σαρ­κὸς, οὐ­δὲ ἐκ θε­λή­μα­τος ἀν­δρὸς, ἀλ­λ᾿ ἐκ Θε­οῦ ἐ­γεν­νή­θη­σαν. Καὶ ὁ Λό­γος σὰρξ ἐ­γέ­νε­το καὶ ἐ­σκή­νω­σεν ἐν ἡ­μῖν, καὶ ἐ­θε­α­σά­με­θα τὴν δό­ξαν αὐ­τοῦ, δό­ξαν ὡς μο­νο­γε­νοῦς πα­ρὰ πα­τρός, πλή­ρης χά­ρι­τος καὶ ἀ­λη­θε­ί­ας. Ἰ­ω­άν­νης μαρ­τυ­ρεῖ πε­ρὶ αὐ­τοῦ καὶ κέ­κρα­γεν λέ­γων· Οὗ­τος ἦν ὃν εἶ­πον, Ὁ ὀ­πί­σω μου ἐρ­χό­με­νος ἔμ­προ­σθέν μου γέ­γο­νεν, ὅ­τι πρῶ­τός μου ἦν. Καὶ ἐκ τοῦ πλη­ρώ­μα­τος αὐ­τοῦ ἡ­μεῖς πάν­τες ἐ­λά­βο­μεν, καὶ χά­ριν ἀν­τὶ χά­ρι­τος· ὅ­τι ὁ νό­μος δι­ὰ Μω­ϋ­σέ­ως ἐ­δό­θη, ἡ χά­ρις καὶ ἡ ἀ­λή­θεια δι­ὰ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἐ­γέ­νε­το.    

                      (Ἰ­ω­άν. a΄[1] 1 – 17)

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Στὴν ἀρ­χή τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας ὑ­πῆρ­χε ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ, ποὺ γεν­νή­θη­κε ἀ­χρό­νως ἀ­πὸ τὸν Πα­τέ­ρα ὡς ἄ­πει­ρος καὶ ζων­τα­νὸς Λό­γος ἀ­πὸ ἀ­πει­ρο­τέ­λει­ο καὶ πάν­σο­φο Νοῦ. Καὶ ὁ Λό­γος ὡς δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο τῆς Θε­ό­τη­τος ἦ­ταν ἀ­χώ­ρι­στος ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ Πα­τέ­ρα καὶ πάντο­τε ἑ­νω­μέ­νος μα­ζί του. Καὶ ἦ­ταν Θε­ὸς τέ­λει­ος ὁ Λό­γος. Στὴν ἀρ­χή τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας αὐ­τὸς ὑ­πῆρ­χε ἑ­νω­μέ­νος μὲ τὸν Θε­ὸ Πα­τέ­ρα. Ὅ­λα τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τα δη­μι­ουρ­γή­θη­καν δι᾿ αὐ­τοῦ σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Πα­τέ­ρα καὶ τὸ Ἅ­γιον Πνεῦ­μα· καὶ χω­ρὶς αὐ­τὸν δὲν ἔ­γι­νε τὸ πα­ρα­μι­κρὸ ἀ­π᾿ ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χουν γί­νει. Εἶ­χε μέ­σα του τὴ ζω­ή, καὶ αὐ­τός, ὡς πη­γὴ τῆς ζω­ῆς ποὺ εἶ­ναι, δη­μι­ούρ­γη­σε καὶ συν­τη­ρεῖ κά­θε ζω­ή. Καὶ γιὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους, ποὺ εἶ­ναι λο­γι­κὰ ὄν­τα, ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή καὶ τὸ πνευ­μα­τι­κὸ φῶς, ποὺ φω­τί­ζει τὸ νοῦ τους καὶ τοὺς ὁ­δη­γεῖ στὴν ἀ­λή­θεια. Τὸ φῶς βέ­βαι­α σκορ­πί­ζει τὴ λάμ­ψη του καὶ ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ εἶ­ναι σκο­τι­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ τὴν πλά­νη, γιὰ νὰ τοὺς φω­τί­σει κι αὐ­τούς. Ἀλ­λὰ οἱ σκο­τι­σμέ­νοι αὐ­τοί ἄν­θρω­ποι δὲν τὸ ἀν­τι­λή­φθη­καν καὶ δὲν τὸ ἐγ­κολ­πώ­θη­καν, ἀλ­λά καὶ δὲν μπό­ρε­σαν νὰ τὸ ἐ­ξου­δε­τε­ρώ­σουν καὶ νὰ τὸ κα­τα­νι­κή­σουν. Γιὰ νὰ γνω­ρί­σουν λοι­πὸν οἱ ἄν­θρω­ποι τὸ φῶς, ἐμ­φα­νί­στη­κε κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος ἀ­πε­σταλ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, ποὺ λεγό­ταν Ἰ­ω­άν­νης. Αὐ­τὸς ἦλ­θε ἔ­χον­τας ὡς κύ­ρια ἀ­πο­στο­λή του νὰ δώ­σει τὴ μαρ­τυ­ρί­α του γιὰ τὸν Ἰ­η­σοῦ Χριστό. Ἦλθε δηλαδὴ νὰ δώσει τὴ μαρτυρία ὅτι αὐτὸς εἶ­ναι τὸ φῶς, γιὰ νὰ πι­στέ­ψουν ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ τὸ κή­ρυγ­μά του στὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Δὲν ἦ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ Ἰ­ω­άν­νης τὸ φῶς, ἄλ­λα ἦλ­θε ἀ­πε­σταλ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ γιὰ νὰ μαρ­τυ­ρή­σει γιὰ τὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι τὸ φῶς. Ὡς Λό­γος καὶ ὡς δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο τῆς Θε­ό­τη­τος ἦ­ταν πάν­το­τε ὁ Χρι­στὸς τὸ ἀ­πο­λύ­τως τέ­λει­ο φῶς, ἡ μο­να­δι­κὴ πη­γὴ τοῦ φω­τός, ποὺ φω­τί­ζει κά­θε ἄν­θρω­πο ποὺ ἔρ­χε­ται στὸν κό­σμο. Ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή στὸν κό­σμο, προ­νο­οῦ­σε καί κυ­βερ­νοῦ­σε τὸν κό­σμο. Καὶ ὅ­λα τὰ ὁ­ρα­τὰ καὶ ἀ­ό­ρα­τα κτί­σμα­τα ἀ­π᾿ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ὁ ἐ­πί­γει­ος κι ὁ οὐ­ρά­νιος κό­σμος, δι­α­μέ­σου αὐ­τοῦ ἔ­γι­ναν. Κι ὅ­μως, ὅ­ταν αὐ­τὸς σαρ­κώ­θη­κε κι ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος, ὁ δι­ε­φθαρ­μέ­νος κό­σμος τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἦ­ταν προ­σκολ­λη­μέ­νος στὰ γή­ι­να δὲν τὸν ἀ­να­γνώ­ρι­σε ὡς δη­μι­ουρ­γό του. Καὶ ὄ­χι μό­νο ὁ κό­σμος, ἀλ­λά καὶ οἱ δι­κοὶ του οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι, τὸν ἀ­πέρ­ρι­ψαν. Ἦλ­θε ἀ­π᾿ τὸν οὐ­ρα­νὸ κι ἔ­ζη­σε ὡς ἄν­θρω­πος στὴ γῆ τῆς ἐ­παγ­γε­λί­ας, ποὺ ἦ­ταν ξε­χω­ρι­σμέ­νη πρὶν ἀ­πὸ πολ­λοὺς αἰ­ῶ­νες ἀ­πὸ τὸν Θε­ό ὡς ἰ­δι­αι­τέ­ρως δι­κή του. Μὰ οἱ δι­κοί του ἄν­θρω­ποι, οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι, δὲν τὸν πα­ρα­δέ­χθη­καν, ἀλ­λά τόν ἀρ­νή­θη­καν σὰν ξέ­νο καὶ ἐ­χθρό. Ὅ­σοι ὅ­μως τὸν δέ­χθη­καν καὶ τὸν ἐγ­κολ­πώ­θη­καν ὡς σω­τή­ρα τους, καὶ πί­στε­ψαν ὅ­τι αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ ποὺ ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος γιὰ νὰ σώ­σει τοὺς ἀν­θρώ­πους, τοὺς ἔ­δω­σε τὸ δι­καί­ω­μα καὶ τὴ χά­ρη νὰ γὶ­νουν τέ­κνα τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τοὶ δὲν γεν­νή­θη­καν ἀ­πὸ γυ­ναι­κεῖ­α αἵ­μα­τα, οὔ­τε ἀ­πὸ σαρ­κι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α, οὔ­τε ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α κά­ποι­ου ἄν­δρα, ἀλ­λά γεν­νή­θη­καν ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν Θε­ό. Γιά νὰ ἐν­τυ­πω­θεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸν κα­θέ­να ποι­ός ἐ­πι­τέ­λε­σε τὴν ὑ­περ­φυ­σι­κὴ αὐ­τὴ γέν­νη­ση καὶ υἱ­ο­θε­σί­α, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω ὅ­τι ὁ Λό­γος ἔ­γι­νε μέ­σα στὸν χρό­νο ἄν­θρω­πος. Καὶ ἔ­χον­τας ὡς σκη­νὴ καὶ ὡς να­ὸ ἅ­γιο τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, πα­ρέ­μει­νε μὲ πολ­λὴ οἰ­κει­ό­τη­τα με­τα­ξύ μας σὰν ἕ­νας ἀ­πό μᾶς. Κι ἐ­μεῖς χορ­τά­σα­με νὰ βλέ­που­με μὲ τὰ μά­τια μας τὴν ὑ­πέρ­λαμ­πρη καὶ θε­ο­πρε­πῆ δό­ξα του, ἡ ὁ­ποί­α φα­νε­ρω­νό­ταν μὲ τὰ θαύ­μα­τά του καί τὴ δι­δα­σκα­λί­α του καὶ τὴ λαμπρό­τη­τα τῆς ἀ­να­μά­ρτη­της καὶ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ ἅ­γιας ζω­ῆς του. Ἦ­ταν δό­ξα πού δὲν πῆ­ρε ὡς χά­ρι­σμα καὶ δω­ρε­ά, ὅ­πως τὴν παίρ­νουν τά λο­γι­κά δη­μι­ουρ­γή­μα­τα, ἀλ­λά τὴν εἶ­χε φυ­σι­κὴ ἀ­πό τὸν Πα­τέ­ρα του, ὡς Υἱ­ὸς μο­νά­κρι­βος ποὺ ἦ­ταν· Y­ἱός γε­μά­τος χά­ρη, μὲ τὴν ὁ­ποί­α τό­τε θαυ­μα­τουρ­γοῦ­σε καί τώ­ρα μᾶς ἀ­να­γεν­νᾶ, καὶ γε­μά­τος ἀ­λή­θεια, μὲ τὴν ὁ­ποί­α μᾶς φω­τί­ζει καὶ μᾶς δι­δά­σκει. Ὁ Ἰ­ω­άν­νης μαρ­τυ­ρεῖ γι᾿ αὐ­τὸν καὶ φω­νά­ζει δη­μό­σια καὶ χω­ρὶς κα­νέ­να δι­σταγ­μό, μὲ παρ­ρη­σί­α, λέ­γον­τας: Αὐ­τὸς ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­πα ὅ­τι: αὐ­τὸς ποὺ ἔρ­χε­ται στὴ δη­μό­σια δρά­ση ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μέ­να ὑ­πῆρ­ξε ἀ­συγ­κρί­τως λαμ­πρό­τε­ρος καὶ ἐν­δο­ξό­τε­ρος πο­λὺ πρὶν ἀ­πὸ μέ­να. Αὐ­τὸν ἔ­βλε­παν καὶ κή­ρυτ­ταν ὅ­λοι οἱ πα­τριά­ρχες καὶ οἱ προ­φῆ­τες· δι­ό­τι ὡς πρω­τό­το­κος καὶ μο­νο­γε­νὴς Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ ὑ­πῆρ­χε πρὶν ἀ­πὸ μέ­να. Ἀ­πὸ τὸν ἀ­νε­ξάν­τλη­το πλοῦ­το τῆς τε­λει­ό­τη­τος καὶ τῶν δω­ρε­ῶν του πή­ρα­με ὅ­λοι ἐ­μεῖς. Πή­ρα­με τὴ μί­α χά­ρη πά­νω στὴν ἄλ­λη. Με­τὰ τὴ χά­ρη τῆς ἀ­φέ­σε­ως τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μας λά­βα­με καὶ τὴ χά­ρη τῆς υἱ­ο­θε­σί­ας καὶ τῆς μα­κά­ριας ζω­ῆς. Καὶ ὁ­λο­έ­να δε­χό­μα­στε νέ­α ὑ­πε­ρά­φθο­νη χά­ρη πά­νω σ᾿ ἐ­κεί­νη ποὺ προ­η­γου­μέ­νως λά­βα­με. Δι­ό­τι ὁ νό­μος, ποὺ τὸν πα­ρέ­βαι­ναν οἱ ἄν­θρω­ποι καὶ γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τὸ γί­νον­ταν ἔ­νο­χοι καὶ ἀ­νά­ξιοι νὰ λά­βουν τὴ χά­ρη τῆς υἱ­ο­θε­σί­ας, δό­θη­κε δι­α­μέ­σου ἀν­θρώ­που καὶ δού­λου, τοῦ Μω­υ­σῆ. Ἐ­νῶ ἡ χά­ρη καὶ ἡ τέ­λεια ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῆς ἀ­λή­θειας, ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε τὶς σκι­ὲς καὶ τὰ σύμ­βο­λα τοῦ νό­μου, ἦλθαν δι­α­μέ­σου τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Καὶ αὐ­τὴ ἡ χά­ρη καὶ ἡ ἀ­λή­θεια ἐ­λευ­θε­ρώ­νουν τὸν ἄν­θρω­πο ἀ­πὸ τὴ δου­λεί­α τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ τὸν ἀ­να­γεν­νοῦν.

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν,

ανάτῳ θάνατον πατήσας,

καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι

ζωήν χαρισάμενος.