Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

Δεκατρείς Οσιομάρτυρες Ι. Μ. Παναγίας Καντάρας - Περί αζύμων


Ἐν Πει­ραι­εῖ

18-5-2012



Τοῦ αἰ­δε­σι­μο­λο­γι­ω­τά­του πρε­σβυ­τέ­ρου

π. Ἀγ­γέ­λου Ἀγ­γε­λα­κο­πού­λου

ἐ­φη­με­ρί­ου Ι. Ν. Ζω­ο­δό­χου Πη­γῆς

Χα­τζη­κυ­ρι­α­κεί­ου Πει­ραι­ῶς

Πολ­λοὶ ἀ­θε­ο­λό­γη­τοι κλη­ρι­κοὶ καὶ λα­ϊ­κοὶ ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι τὸ θέ­μα πε­ρὶ ἐν­ζύ­μου ἢ ἀ­ζύ­μου ἄρ­του στὴ Θεί­α Κοι­νω­νί­α εἶ­ναι ἀ­σή­μαν­το. Ἄν, ὅ­μως, εἶ­ναι ἀ­σή­μαν­τη αὐ­τὴ ἡ δι­α­φο­ρά, τό­τε για­τί ἔ­δω­σαν τὴ ζω­ή τους, πα­ρα­δι­δό­με­νοι στὸ πῦρ, οἱ σή­με­ρον ἑ­ορ­τα­ζό­με­νοι 13 ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρες; Τὸ μαρ­τύ­ριό τους ἀ­πο­δει­κνύ­ει ἀν­τι­θέ­τως ὅ­τι πρό­κει­ται ὄν­τως πε­ρὶ με­γά­λης δι­α­φο­ρᾶς με­τα­ξύ της Ὀρ­θο­δο­ξί­ας καὶ τῆς αἱ­ρέ­σε­ως τοῦ Πα­πι­σμοῦ. Εἶ­ναι λί­αν ἐν­δι­α­φέ­ρον νὰ δοῦ­με τὴν ὁ­μο­λο­γί­α τῶν 13 ὁ­σι­ο­μαρ­τύ­ρων.

Στὴν ἐ­ρώ­τη­ση τοῦ λα­τί­νου, πα­πι­κοῦ ἀ­πε­σταλ­μέ­νου, Ἀν­δρέ­α πρὸς τοὺς ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρες «πῶς τε­λεῖ­τε τὶς ἱ­ε­ρὲς μυ­στα­γω­γί­ες», ἐ­κεῖ­νοι ἀ­πάν­τη­σαν: «Ἐ­μεῖς τε­λοῦ­με τὶς ἱ­ε­ρὲς μυ­στα­γω­γί­ες κα­θὼς μᾶς πα­ρέ­δω­σαν οἱ ἀ­π’ ἀρ­χῆς αὐ­τό­πτες καὶ κή­ρυ­κες τοῦ Θε­οῦ Λό­γου καὶ με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τοὺς οἱ ἅ­γι­ες καὶ οἰ­κου­με­νι­κὲς σύ­νο­δοι τῶν ἁ­γί­ων καὶ θε­ο­φό­ρων πα­τέ­ρων, ἔν­ζυ­μο ἄρ­το, κα­θὼς καὶ ὁ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ Πα­τρὸς στὸν μυ­στι­κὸ δεῖ­πνο, ἀ­φοῦ πῆ­ρε στὰ χέ­ρια Του ἄρ­το καὶ τὸν τε­μά­χι­σε, ἔ­δω­σε στοὺς ἁ­γί­ους Του μα­θη­τὲς καὶ ἀ­πο­στό­λους, λέ­γον­τας· λά­βε­τε, φά­γε­τε, τοῦ­τύ μού ἐ­στι τὸ σῶ­μα τὸ ὑ­πὲρ ἡ­μῶν κλώ­με­νον εἰς ἄ­φε­σιν ἁ­μαρ­τι­ῶν· ἔ­τσι πι­στεύ­ου­με καὶ ἔ­τσι ὁ­μο­λο­γοῦ­με· αὐ­τὸ ποὺ πα­ρα­λά­βα­με, αὐ­τὸ φέ­ρου­με σὲ ὑ­πό­μνη­ση· καὶ ὅ­λοι οἱ ὀρ­θό­δο­ξοι χρι­στια­νοὶ ὀ­φεί­λου­με νὰ ἱ­ε­ρουρ­γοῦ­με μὲ ἔν­ζυ­μο ἄρ­το».

Σὲ ἑ­πό­με­νη ἐ­ρώ­τη­ση τοῦ λα­τί­νου Ἀν­δρέ­α πε­ρὶ τῶν Λα­τί­νων, ποὺ τε­λοῦν τὴν ἱ­ε­ρὰ μυ­στα­γω­γί­α μὲ ἄ­ζυ­μα, οἱ 13 ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρες, μὲ στα­θε­ρὸ φρό­νη­μα καὶ γεν­ναί­α γνώ­μη, ἀ­πο­κρί­θη­καν: «Ὁ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ, ὁ ζῶν καὶ ἀ­εὶ ὤν, στὸ μυ­στι­κὸ δεῖ­πνο, ἀ­φοῦ πῆ­ρε ἄρ­το ἔν­ζυ­μο, ἔμ­ψυ­χο, τέ­λει­ο, ἅ­γιο, ἐ­πει­δὴ δὲν βρι­σκό­ταν τό­τε ἄ­ζυ­μο, εἶ­πε· τοῦ­το ποι­εῖ­τε εἰς τήν ἐ­μὴν ἀ­νά­μνη­σιν, δηλ. τὸ ἔν­ζυ­μο. Κι ἐ­μεῖς ἔ­τσι κρα­τᾶ­με καὶ πι­στεύ­ου­με. Σχε­τι­κὰ μὲ τὸ δι­κό σας λα­τι­νι­κὸ φρό­νη­μα καὶ τὸ ἄ­ζυ­μο, δὲν μᾶς εἶ­ναι γνω­στό, οὔ­τε ἀ­πὸ τοὺς κή­ρυ­κες τοῦ Χρι­στοῦ, οὔ­τε ἀ­πὸ τὶς οἰ­κου­με­νι­κὲς καὶ ἅ­γι­ες συ­νό­δους τὸ πα­ρα­λά­βα­με. Γι’ αὐ­τὸ καὶ αὐ­τοί, ποὺ τε­λοῦν τὸ ἄ­ζυ­μο, τὸ προ­σφέ­ρουν χω­ρὶς νὰ γνω­ρί­ζουν καὶ ἐκ­πί­πτουν ἀ­πὸ τῆν ἀ­λή­θεια, κα­κῶς νο­ών­τας καὶ πα­ρεκ­φρά­ζον­τας, χω­ρὶς νὰ ἐ­ξε­τά­ζουν τὶς Γρα­φὲς καὶ νὰ ἐ­κλέ­γουν τὸ ἀ­λη­θές».

Ἔ­πει­τα ὁ λα­τί­νος Ἀν­δρέ­ας τοὺς ὁ­δή­γη­σε στὸν λα­τί­νο, πα­πι­κὸ «ἀρ­χι­ε­ρέ­α», τὸν Στόρ­γγο, γιὰ ν’ ἀ­πο­λο­γη­θοῦν. Κα­τὰ τὴν πρώ­τη ἐ­ξέ­τα­ση τοῦ πα­πι­κοῦ «ἀρ­χι­ε­ρέ­ως» οἱ 13 ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρες δι­α­κή­ρυ­ξαν: «ὅ­σοι με­τα­λαμ­βά­νουν ἀ­πὸ τὰ ἄ­ζυ­μα, ἐκ­πί­πτουν ἀ­πὸ τὴν ἀ­λή­θεια, πα­ρα­δογ­μα­τί­ζουν ἐ­ναν­τί­ον τοῦ ἁ­γί­ου Εὐ­αγ­γε­λί­ου, τῶν θεί­ων Γρα­φῶν καὶ τῶν ἁ­γί­ων συ­νό­δων καὶ εἶ­ναι πλα­νε­μέ­νοι· ὄ­χι μό­νο οἱ ζων­τα­νοί, ἀλ­λὰ καὶ οἱ κε­κοι­μη­μέ­νοι». Στὴν δεύ­τε­ρη ἐ­ρώ­τη­ση τοῦ λα­τί­νου «ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που» οἱ 13 ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρες ἀ­πάν­τη­σαν: «αὐ­τοί, ποὺ με­τα­λαμ­βά­νουν ἀ­πὸ τὰ ἄ­ζυ­μα, εἶ­ναι μέ­το­χοι τῆς ἀ­πω­λεί­ας». Στὴν τρί­τη ἐ­ρώ­τη­ση, ἂν τὸ ἄ­ζυ­μο εἶ­ναι σῶ­μα Χρι­στοῦ, ἐ­κεῖ­νοι βό­η­σαν: «μὴ γέ­νοι­το, Χρι­στὲ Βα­σι­λεῦ! Τὸ ἄ­ζυ­μο δὲν εἶ­ναι σῶ­μα Χρι­στοῦ». Τέ­λος, στὴν τε­λευ­ταί­α ἐ­ξέ­τα­ση ἀ­πὸ τὸν λα­τί­νο Ἀν­δρέ­α, οἱ 13 ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρες, ἀ­φοῦ κα­τα­θέ­τουν τήν πί­στη τους τό­σο στὸ Τρι­α­δο­λο­γι­κὸ ὅ­σο καὶ τὸ Χρι­στο­λο­γι­κὸ δόγ­μα, ὁ­μο­λο­γοῦν καὶ τήν πί­στη τους στὸν ἔν­ζυ­μο ἄρ­το ὡς ἑ­ξῆς: «Πι­στεύ­ου­με καὶ στὸ πα­νά­γιο καὶ παν­τέ­λει­ο σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, τὸ ὁ­ποῖ­ο μὲ τὰ ἴ­δια Του τὰ χέ­ρια πα­ρέ­δω­σε στοὺς ἁ­γί­ους Του μα­θη­τὲς καὶ ἀ­πο­στό­λους, λέ­γον­τας· λά­βε­τε, φά­γε­τε, τοῦτό μού ἐ­στι τὸ σῶ­μα, τοῦ­το ποι­εῖ­τε εἰς τήν ἐ­μὴν ἀ­νά­μνη­σιν, τοῦ­το ἐ­στιν ἡ και­νὴ δι­α­θή­κη. Καὶ αὐ­τοὶ πα­ρέ­δω­σαν τήν μί­α καὶ Κα­θο­λι­κὴ (Ὀρ­θό­δο­ξη) Ἐκ­κλη­σί­α, ποὺ ὀρ­θο­δο­ξεῖ σὲ ὅ­λη τήν οἰ­κου­μέ­νη, ὅ­πως δι­α­γο­ρεύ­ουν τὰ θεῖα καὶ ἱ­ε­ρὰ εὐ­αγ­γέ­λια καὶ ὅ­λοι οἱ ἅ­γιοι, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι τὸ ἔν­ζυ­μο, ποὺ προ­σέ­φε­ραν σὲ θυ­σί­α, καὶ μέ­χρι σή­με­ρα αὐ­τὸ φυ­λάτ­του­με, πι­στεύ­ου­με καὶ ὁ­μο­λο­γοῦ­με. Καὶ ἂν κά­ποι­ος δὲν πι­στεύ­ει σ’ αὐ­τὰ καὶ δὲν ἀ­κο­λου­θεῖ, αὐ­τὸς δὲν εἶ­ναι ἀ­πὸ αὐ­τούς, ποὺ πι­στῶς ὀρ­θο­δο­ξοῦν, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἔκ­δη­λος αἱ­ρε­τι­κός· ἐ­πει­δὴ καὶ αὐ­τός, ποὺ πα­ρεκ­κλί­νει ἀ­κό­μη καὶ σὲ κά­τι μι­κρὸ ἀ­πὸ τήν ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη, εἶ­ναι αἱ­ρε­τι­κὸς καὶ ὑ­πό­κει­ται στὸ ἀ­νά­θε­μα τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν. Στὴ Και­νὴ Δι­α­θή­κη που­θε­νὰ δὲν βρί­σκε­ται ὅ­τι ὁ Χρι­στὸς πα­ρέ­δω­σε τὸ ἄ­ζυ­μο, οὔ­τε οἱ ἀ­πό­στο­λοι. Ἄ­ρα, λοι­πόν, κα­θέ­νας ποὺ λέ­ει ὅ­τι τὸ ἄ­ζυ­μο εἶ­ναι πα­ρα­δε­δο­μέ­νο στὴν Κα­θο­λι­κὴ (Ὀρ­θό­δο­ξη) ἐκ­κλη­σί­α, δὲν εἶ­ναι πι­στὸς χρι­στια­νὸς καὶ ὑ­πό­κει­ται στὸ ἀ­νά­θε­μα· για­τί ἀ­λη­θῶς ἔ­χει γί­νει πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ δι­α­βε­βαι­ώ­νουν οἱ θεῖ­ες Γρα­φὲς ὅ­τι τὰ ἄ­ζυ­μα εἶ­ναι τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, καὶ αὐ­τοί, ποὺ κά­νουν τὸ ἄ­ζυ­μο σῶ­μα Χρι­στοῦ, ὁ­ρί­ζουν οἱ ἅ­γιοι Ἀ­πό­στο­λοι καὶ οἱ ἅ­γι­ες καὶ οἰ­κου­με­νι­κὲς σύ­νο­δοι ὅ­τι εἶ­ναι πα­ρά­νο­μοι, φρο­νοῦν τὰ τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, εἶ­ναι ἐ­κτός της Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως καὶ πα­ρα­βά­τες τῆς ἀ­λη­θοῦς πα­ρα­δό­σε­ως· τὸ ἀ­λη­θι­νὸ σῶ­μα Χρι­στοῦ, ποὺ μαρ­τυ­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τὸν Χρι­στὸ καὶ ἀ­πὸ ὅ­λους τους ἁ­γί­ους, εἶ­ναι τὸ ἔν­ζυ­μο, τὸ ὁ­ποῖ­ο καὶ ἐ­μεῖς μαρ­τυ­ροῦ­με καὶ πά­σχου­με γι­’­αὐ­τὸ καὶ πρό­κει­ται νὰ πε­θά­νου­με».

Ἐ­μεῖς, λοι­πόν, σή­με­ρα, ποὺ ἑ­ορ­τά­ζου­με τήν μνή­μη τῶν 13 ὁ­σι­ο­μαρ­τύ­ρων ὁ­μο­λο­γη­τῶν, ἂς τοὺς πα­ρα­κα­λέ­σου­με νὰ μᾶς ἐ­νι­σχύ­ουν, νὰ μᾶς δί­νουν θάρ­ρος, γιὰ νὰ κα­τα­πα­τοῦ­με τὸ θρά­σος τῶν αἱ­ρε­τι­ζόν­των, ὅ­λων τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν, καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως τῶν φο­βε­ρῶν αἱ­ρέ­σε­ων τοῦ πα­πι­σμοῦ καὶ τοῦ οἰ­κου­με­νι­σμοῦ, ποὺ μα­στί­ζουν στὴ σύγ­χρο­νη ἐ­πο­χὴ τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α μας, καὶ αὐ­τοὶ μὲ τὴ σει­ρά τους νὰ πρε­σβεύ­ουν στὸν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στὸ νὰ στε­ρε­ώ­νει μὲ τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α τήν ἁ­γί­α Του Ἐκ­κλη­σί­α, «ἢν πε­ρι­ε­ποι­ή­σα­το τῷ ἰ­δί­ω αὐ­τοῦ αἵ­μα­τι». Ἀ­μήν!

http://www.impantokratoros.gr/13-martyres-kantaras-azyma.el.aspx

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ

(13 ΜΑΪΟΥ 2012)

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  

    Ἐν ταῖς ἡ­μέ­ραις ἐ­κεί­ναις, δι­α­σπα­ρέν­τες οἱ ἀ­πό­στο­λοι ἀ­πὸ τῆς θλί­ψε­ως τῆς γε­νο­μέ­νης ἐ­πὶ Στε­φά­νῳ δι­ῆλ­θον ἕ­ως Φοι­νί­κης καὶ Κύ­πρου καὶ ᾿Αν­τι­ο­χε­ί­ας, μη­δε­νὶ λα­λοῦν­τες τὸν λό­γον εἰ μὴ μό­νον ᾿Ι­ου­δα­ί­οις. ῏Η­σαν δέ τι­νες ἐξ αὐ­τῶν ἄν­δρες Κύ­πριοι καὶ Κυ­ρη­ναῖ­οι, οἵ­τι­νες εἰ­σελ­θόν­τες εἰς ᾿Αν­τι­ό­χειαν ἐ­λά­λουν πρὸς τοὺς ῾Ελ­λη­νι­στάς, εὐ­αγ­γε­λι­ζό­με­νοι τὸν Κύ­ριον ᾿Ι­η­σοῦν. Καὶ ἦν χεὶρ Κυ­ρί­ου μετ᾿ αὐ­τῶν, πο­λύς τε ἀ­ριθ­μὸς πι­στε­ύ­σας ἐ­πέ­στρε­ψεν ἐ­πὶ τὸν Κύ­ριον. ᾿Η­κο­ύ­σθη δὲ ὁ λό­γος εἰς τὰ ὦ­τα τῆς ἐκ­κλη­σί­ας τῆς ἐν ῾Ι­ε­ρο­σο­λύ­μοις πε­ρὶ αὐ­τῶν, καὶ ἐ­ξα­πέ­στει­λαν Βαρ­νά­βαν δι­ελ­θεῖν ἕ­ως ᾿Αν­τι­ο­χε­ί­ας· ὃς πα­ρα­γε­νό­με­νος καὶ ἰ­δὼν τὴν χά­ριν τοῦ Θε­οῦ ἐ­χά­ρη, καὶ πα­ρε­κά­λει πάν­τας τῇ προ­θέ­σει τῆς καρ­δί­ας προ­σμέ­νειν τῷ Κυ­ρί­ῳ, ὅ­τι ἦν ἀ­νὴρ ἀ­γα­θὸς καὶ πλή­ρης Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου καὶ πί­στε­ως· καὶ προ­σε­τέ­θη ὄ­χλος ἱ­κα­νὸς τῷ Κυ­ρί­ῳ. Ἐ­ξῆλ­θε δὲ εἰς Ταρ­σὸν ὁ Βαρ­νά­βας ἀ­να­ζη­τῆ­σαι Σαῦ­λον, καὶ εὑ­ρὼν αὐ­τὸν ἤ­γα­γεν αὐ­τὸν εἰς ᾿Αν­τι­ό­χειαν. Ἐ­γέ­νε­το δὲ αὐ­τοὺς ἐ­νια­υτὸν ὅ­λον συ­να­χθῆ­ναι ἐν τῇ ἐκ­κλη­σί­ᾳ καὶ δι­δά­ξαι ὄ­χλον ἱ­κα­νόν, χρη­μα­τί­σαι τε πρῶ­τον ἐν ᾿Αν­τι­ο­χε­ί­ᾳ τοὺς μα­θη­τὰς Χρι­στι­α­νο­ύς. ᾿Εν τα­ύ­ταις δὲ ταῖς ἡ­μέ­ραις κα­τῆλ­θον ἀ­πὸ ῾Ι­ε­ρο­σο­λύ­μων προ­φῆ­ται εἰς ᾿Αν­τι­ό­χειαν· ἀ­να­στὰς δὲ εἷς ἐξ αὐ­τῶν ὀ­νό­μα­τι ῎Α­γα­βος ἐ­σή­μα­νε διὰ τοῦ Πνε­ύ­μα­τος λι­μὸν μέ­γαν μέλ­λειν ἔ­σε­σθαι ἐφ᾿ ὅ­λην τὴν οἰ­κου­μέ­νην· ὅ­στις καὶ ἐ­γέ­νε­το ἐ­πὶ Κλαυ­δί­ου Κα­ί­σα­ρος. Τῶν δὲ μα­θη­τῶν κα­θὼς ηὐ­πο­ρεῖ­τό τις, ὥ­ρι­σαν ἕ­κα­στος αὐ­τῶν εἰς δι­α­κο­νί­αν πέμ­ψαι τοῖς κα­τοι­κοῦ­σιν ἐν τῇ ᾿Ι­ου­δα­ί­ᾳ ἀ­δελ­φοῖς· ὃ καὶ ἐ­πο­ί­η­σαν ἀ­πο­στε­ί­λαν­τες πρὸς τοὺς πρε­σβυ­τέ­ρους διὰ χει­ρὸς Βαρ­νά­βα καὶ Σαύ­λου. 

                                                                                  (Πράξ. ια΄ [11] 50 – 42) 

Ο­ΜΙ­ΛΙΑ ΣΤΟΝ Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΟ

Τὸ θαῦ­μα τῆς ἐ­ξα­πλώ­σε­ως τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου καί τῆς ἐ­πε­κτά­σε­ως τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δι­η­γοῦν­ται σή­με­ρα οἱ Πρά­ξεις τῶν Ἀ­πο­στό­λων. Με­τὰ τὸν λι­θο­βο­λι­σμό τοῦ Στε­φά­νου σκορ­πί­στη­σαν οἱ πι­στοί ἀ­πό τά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα καί ἔ­φθα­σαν «ἕ­ως Φοι­νί­κης καί Κύ­πρου καί Ἀν­τι­ο­χεί­ας». Στήν Ἀν­τι­ό­χεια ἦλ­θαν με­ρι­κοὶ Κύ­πριοι καὶ Κυ­ρη­ναῖ­α­οι, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πευ­θύν­θη­σαν πρός τούς Ἰ­ου­δαί­ους πού μι­λοῦ­σαν ἑλ­λη­νι­κὰ καί τούς κή­ρυτ­ταν τόν Χρι­στόν. Καί ἡ δύ­να­μη τοῦ Κυ­ρί­ου ἦ­ταν μα­ζί τους ὥ­στε «πο­λὺς ἀ­ριθ­μὸς πι­στεύ­σας ἐ­πέ­στρε­ψεν ἐ­πί τόν Κύ­ριον». Ἔ­φθα­σε δέ ἡ εἴ­δη­ση τῶν ἐ­πι­τυ­χι­ῶν αὐ­τῶν στήν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων. Ἡ ὁ­ποί­α γιά νὰ στη­ρί­ξει τούς νέ­ους πι­στοὺς ἔ­στει­λε τόν Βαρ­νά­βα στήν Ἀν­τι­ό­χεια. Ὅ­ταν δὲ ἦλ­θεν ὁ Βαρ­νά­βας καὶ εἶ­δε τήν χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, πού φαι­νό­ταν ἀ­πό τό πλῆ­θος τῶν πι­στῶν καί τή ζω­ή των, δο­κί­μα­σε πολ­λή χα­ρά καί «πα­ρε­κά­λει πάν­τας τῇ προ­θέ­σει τῆς καρ­δί­ας προ­σμέ­νειν τῷ Κυ­ρί­ῳ». Τοὺς προ­έ­τρε­πε μὲ ὅ­λη τὴ δι­ά­θε­σή τους νὰ μέ­νουν ἀ­φο­ω­σι­ω­μέ­νοι στόν Χρι­στό. Ἦ­ταν δέ ὁ Βαρ­νά­βας «ἀ­γα­θὸς ἄν­θρω­πος καὶ πλή­ρης Πνεύ­μα­τος Ἁ­γί­ου καὶ πί­στε­ως». Μὲ τίς προ­σπά­θει­ες δὲ τοῦ Βαρ­νά­βα καί ἄλ­λο πλῆ­θος προ­στέ­θη­κε στούς πι­στούς. Τό­σοι δὲ ἦ­σαν οἱ πι­στοί, ὥ­στε ὁ Βαρ­νά­βας χρει­ά­στη­κε καί βο­η­θό ἱ­κα­νό στό ἔρ­γο του. Καί γι’ αὐ­τὸ πῆ­γε στήν Ταρ­σό καί βρῆ­κε τόν Παῦ­λο κά­ι τὸν ἔ­φε­ρε στήν Ἀν­τι­ό­χεια, ὅ­που ἔ­μει­ναν ὁ­λό­κλη­ρο ἔ­τος. Ἐ­κεῖ δἐ στίς συ­νά­ξεις τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δί­δα­ξαν «ὄ­χλον ἱ­κα­νόν». Ἐξ αἰ­τί­ας δὲ τοῦ πλή­θους τῶν πι­στῶν ὠ­νο­μά­σθη­σαν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στήν Ἀν­τι­ό­χεια οἱ μα­θη­τές τοῦ Κυ­ρί­ου Χρι­στια­νοί!­.­..

Στήν Ἀν­τι­ό­χεια λοι­πὸν ἀ­κού­στη­κε γιά πρώ­τη φο­ρὰ τὸ τι­μη­μέ­νο ὄ­νο­μα Χρι­στια­νοί. Τὸ εἶ­παν οἱ εἰ­δω­λο­λά­τρες κά­τοι­κοι τῆς Ἀν­τι­ό­χειας γιά νὰ χα­ρα­κτη­ρί­σουν τοὺς πι­στοὺς στόν Χρι­στό. Τό εἶ­παν, ἴ­σως, καὶ μὲ κά­ποι­α εἰ­ρω­νεί­α. Ὅ­μως ἀ­πὸ τό­τε οἱ μα­θη­τές τοῦ Κυ­ρί­ου τὸ πῆ­ραν τὸ ὄ­νο­μα Χρι­στια­νοὶ καί τό ἔ­κα­μαν ση­μαί­α τους καὶ καύ­χη­μα τους, «Χρι­στια­νὸς εἰ­μι», ἔ­λε­γαν μὲ κα­μά­ρι οἱ ἅ­γιοι Μάρ­τυ­ρες στούς δι­κα­στές τους. Πό­σο πρέ­πει κι ἐ­μεῖς νά καυ­χό­μα­στε δι­ό­τι εἴ­μα­στε Χρι­στια­νοί. Πό­σο πρέ­πει καὶ σή­με­ρα μὲ ἅ­για καύ­χη­ση καί μὲ τὸ κε­φά­λι ψη­λὰ νὰ τὸ λέ­με πρὸς κά­θε κα­τεύ­θυν­ση. Μά­λι­στα σή­με­ρα, πού πολ­λοὶ ἐ­χθροί της Πί­στε­ως πο­λε­μοῦν τὸν Χρι­στὸ καί τήν Ἐκ­κλη­σί­α, οἱ Χρι­στια­νοὶ ἔ­χου­με κα­θῆ­κον ἱ­ε­ρὸ νὰ προ­βάλ­λου­με τὸ ὄ­νο­μά μας καὶ νὰ λέμε κι ἐμεῖς: «μά­λι­στα, εἶ­μαι Χρι­στια­νός, πι­στεύ­ω στόν Χριστό, ἀγαπῶ τόν Χριστό»! Καί μέ τά λόγια μας καί πρό παν­τὸς μὲ τὴν ἁγία καί καθαρή ζωή μας νὰ κηρύττουμε πρὸς ὅ­λους τὴν ἀ­φο­σίωση στόν Χρι­στὸ καί τήν Ἐκκλησία Του, ὅ­πως τὸ ἔ­κα­μαν τό­τε στήν Ἀν­τι­ό­χεια οἱ Χρι­στια­νοί. Νὰ θε­ω­ροῦ­με δὲ σάν τή μεγαύτερη τι­μή, πού μᾶς ἔ­χει γί­νει στόν κό­σμο αὐ­τό, τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι μᾶς ἀξίωσε ὁ Θε­ὸς νὰ εἴμαστε καί νά λεγόμαστε Χρι­στια­νοί. Εἶ­ναι ὁ εὐ­γε­νέ­στε­ρος τί­τλος, πού μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­κτήσει ὁ ἄν­θρω­πος στή ζωή αὐτή. αὐ­τήν. Τό ὡραιότερο καί ἁγιότερο ὄ­νο­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ον πρέ­πει νὰ μᾶς γεμίζει  χα­ρὰ καί καύχηση.

2. Νὰ λεγόμαστε, ἀλλά καί νά εἴμαστε καί στά πράγ­μα­τα Χρι­στια­νοί. Ὅ­πως τὸ ἔ­δει­ξαν οἱ πρῶ­τοι ἐ­κεῖ­νοι Χρι­στια­νοί. Πῶς τὸ ἔ­δει­ξαν; «Ἐν ταύ­ταις ταῖς ἡμέραις», πού ἦσαν στήν Ἀν­τι­ό­χεια ὁ Βαρνάβας καί ὁ Παῦ­λος, «κα­τῆλ­θον ἀ­πὸ Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων προ­φῆ­ται εἰς Ἀν­τι­ό­χειαν». Ἕ­νας δὲ ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ὀ­νό­μα­τι Ἄ­γα­βος, φω­τιστηκε ἀ­πὸ τὸ Ἅ­γιο Πνεῦ­μα καί ἀνάγγειλε «λι­μὸν μέ­γαν μέλ­λειν ἔ­σε­σθαι ἐ­φ' ὅ­λην τὴν οἰ­κου­μέ­νην». Θὰ γίνει με­γά­λη πεί­να σέ ὁλη τήν οἰ­κου­μέ­νη, προφήτευσε ὁ Ἄ­γα­βος. Πράγ­μα­τι δὲ ἔ­γι­νε ἡ πεί­να αὐ­τὴ ἐπί τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρος Κλαυ­δί­ου. Ὅ­ταν ἄκουσαν οἱ Χρι­στια­νοὶ τῆς Ἀν­τιόχειας τὴν προ­φη­τεί­α αὐ­τή, ἀ­μέ­σως ­πῆ­ραν ἀ­πό­φα­ση νὰ βο­η­θή­σουν τοὺς πτω­χοὺς Χρι­στια­νοὺς τῆς Ἰουδαίας. Ἡ ἀ­γά­πη τους γι’ αὐ­τοὺς τοὺς ἔκαμε ὥστε, «κα­θὼς ηὐπορεῖτό τις.­.. εἰς διακονίαν πέμ­ψαι τοῖς κα­τοι­κοῦσιν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ ἀδελφοῖς». Ἀνάλογα μέ τήν εὐκολία πού εἶχε ὁ  καθένας, ἀποφάσισαν νά στείλουν βο­ή­θεια πρὸς ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­ση τῶν ἀδελφῶν πού ἦσαν στήν Ἰ­ου­δαί­αν. «Ὅ καί ἐ­ποί­η­σαν». Τὴν ἀ­πό­φα­σή τους τήν ἔκαμαν πρά­ξη καί ἔ­στει­λαν τὴν εἰσφορά τους πρὸς τοὺς πρε­σβυ­τέ­ρους τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων «διὰ χειρός Βαρνάβα καί Σαύ­λου».

Ὁ Χρι­στια­νός, ἀ­δελ­φοί, εἶ­ναι ἄνθρωπος τῆς ἀ­γά­πης, σύμφωνα πρός τήν ἐντολή πού μᾶς ἔδωσε ὁ Κύ­ριός μας καί τὴν ἐκ­δη­λώ­νει τὴν ἀγάπη Του πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους ἀνεξαίρετα. Ἰδιαίτερα ὅ­μως τὴν ἐκ­δη­λώ­νει πρός τούς οἰκείους τῆς πίστεως. Πρός ἐκείνους πού εἶναι ἀδελφοί ἐν Χρι­στῷ. πιστοί καί ἐυλαβεῖς Χριστιανοί. Θερ­μοὶ καί συνειδητοί μαθητές τοῦ Κυρίου. Αὐτό μᾶς διδάσκει τό παράδειγμα τό παράδειγμα τῶν Χριστιανῶν τὴς Ἀντιοχείας. Διότι αὐτοί εἶναι μέλη τοὺ ἰδίου σώ­μα­τος. Τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Εἶ­ναι ἕ­να κομ­μά­τι τοῦ ἑαυτοῦ μας. Εἶναι ἀκόμη ἀ­γα­πη­τοὶ στόν Κύριο. Καί ἑπομένως κατ’ ἐξοχή πρός αὐτούς πρέπει νά ἐκδηλώνουμε τήν ἀγάπη μας. Καί κανείς ἀπό τούς ἀ­δελ­φούς μας δὲν πρέ­πει νὰ στερεῖται τῶν ἀναγκαίων. Ἀλλά μέ κάθε τρόπο, μέ κάθε θυσία ἐκ μέρους των οἱ ἄλλοι Χριστιανοί πρέπει νά συντρέχουμε τούς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς μας εἴτε στή φτώχεια τους, εἴτε στήν ἀσθένειά τους, εἴτε στό πένθος εἴτε σέ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀνάγκη τους. Ἡ πρώ­τη Ἐκ­κλη­σί­α ἐ­φάρ­μοζε κατά τρόπο ἐξαίρετο τήν ἀγάπη πρός τά μέλη της. Τό­σο πο­λύ, ὥ­στε με­ταξύ τῶν εἰδωλολατρῶν εἶ­χε καταστεῖ παροιμιώδης ἡ φράση: «­Ἴ­δε­τε πῶς οἱ Χριστιανοί ἀγαπῶσιν ἀλλήλους»! Ἔ­κα­με μεγάλη ἐντύπωση ἡ ἀ­γά­πη αὐ­τὴ με­τα­ξὺ τῶν πιστῶν διότι ἦταν θερμή καί πλούσια, εἶναι δέ γεγονός ὅτι αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ ἀγάπη ἦταν καί δύναμη πού εἵλ­κυ­ε πολ­λοὺς εἰδωλοτάτρες στήν πίστη τοῦ Χρι­στοῦ. Ἀ­σφα­λῶς δὲ σὲ κά­θε ἐ­πο­χὴ ἡ ἄ­σκη­ση τῆς με­γά­λης καὶ ἀ­δελ­φι­κῆς ἀ­γά­πης με­τα­ξὺ τῶν Χρι­στια­νῶν εἶ­ναι κή­ρυγ­μα ἰ­σχυ­ρό, ποὺ μπο­ρεῖ νὰ φω­τί­ζει τὶς ψυ­χὲς καὶ νὰ τὶς ὁ­δη­γεῖ σὲ ἐ­πι­στρο­φὴ καὶ πί­στη στὸν Κύ­ριο. Γι’ αὐ­τὸ πρέπει καὶ σήμερα νὰ τὴν ἀσκοῦμε οἱ Χριστιανοὶ πρὸς ἀλλήλους ὅσο τὸ δυνατὸ περισσότερο...

(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 ΤΟ ΙΕΡΟΝ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

          Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ,  ἔρ­χε­ται ὁ Ἰ­η­σοῦς εἰς πό­λιν τῆς Σα­μα­ρε­ί­ας λε­γο­μέ­νην Συ­χὰρ, πλη­σί­ον τοῦ χω­ρί­ου ὃ ἔ­δω­κεν Ἰ­α­κὼβ Ἰ­ω­σὴφ τῷ υἱ­ῷ αὐ­τοῦ. ἦν δὲ ἐ­κεῖ πη­γὴ τοῦ Ἰ­α­κώβ. ὁ οὖν Ἰ­η­σοῦς κε­κο­πια­κὼς ἐκ τῆς ὁ­δοι­πο­ρί­ας ἐ­κα­θέ­ζε­το οὕ­τως ἐ­πὶ τῇ πη­γῇ· ὥ­ρα ἦν ὡ­σεὶ ἕ­κτη.  ἔρ­χε­ται γυ­νὴ ἐκ τῆς Σα­μα­ρε­ί­ας ἀν­τλῆ­σαι ὕ­δωρ. λέ­γει αὐ­τῇ ὁ Ἰ­η­σοῦς· Δός μοι πι­εῖν. οἱ γὰρ μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ ἀ­πε­λη­λύ­θει­σαν εἰς τὴν πό­λιν, ἵ­να τρο­φὰς ἀ­γο­ρά­σω­σι. λέ­γει οὖν αὐ­τῷ ἡ γυ­νὴ ἡ Σα­μα­ρεῖ­τις· Πῶς σὺ Ἰ­ου­δαῖ­ος ὢν πα­ρ' ἐ­μοῦ πι­εῖν αἰ­τεῖς, οὔ­σης γυ­ναι­κὸς Σα­μα­ρε­ί­τι­δος; οὐ γὰρ συγ­χρῶν­ται Ἰ­ου­δαῖ­οι Σα­μα­ρε­ί­ταις. ἀ­πε­κρί­θη Ἰ­η­σοῦς καὶ εἶ­πεν αὐ­τῇ· Εἰ ᾔ­δεις τὴν δω­ρε­ὰν τοῦ Θε­οῦ καὶ τίς ἐ­στιν ὁ λέ­γων σοι, δός μοι πι­εῖν, σὺ ἂν ᾔ­τη­σας αὐ­τὸν, καὶ ἔ­δω­κεν ἄν σοι ὕ­δωρ ζῶν. λέ­γει αὐ­τῷ ἡ γυ­νή· Κύριε, οὔ­τε ἄν­τλη­μα ἔ­χεις, καὶ τὸ φρέ­αρ ἐ­στὶ βα­θύ· πό­θεν οὖν ἔ­χεις τὸ ὕ­δωρ τὸ ζῶν; μὴ σὺ με­ί­ζων εἶ τοῦ πα­τρὸς ἡ­μῶν Ἰ­α­κώβ, ὃς ἔ­δω­κεν ἡ­μῖν τὸ φρέ­αρ, καὶ αὐ­τὸς ἐξ αὐ­τοῦ ἔ­πι­ε καὶ οἱ υἱ­οὶ αὐ­τοῦ καὶ τὰ θρέμ­μα­τα αὐ­τοῦ; ἀ­πε­κρί­θη Ἰ­η­σοῦς καὶ εἶ­πεν αὐ­τῇ· Πᾶς ὁ πί­νων ἐκ τοῦ ὕ­δα­τος το­ύ­του δι­ψή­σει πά­λιν· ὃς δ' ἂν πί­ῃ ἐκ τοῦ ὕ­δα­τος οὗ ἐ­γὼ δώ­σω αὐ­τῷ, οὐ μὴ δι­ψή­σει εἰς τὸν αἰ­ῶ­να, ἀλ­λὰ τὸ ὕ­δωρ ὃ δώ­σω αὐ­τῷ, γε­νή­σε­ται ἐν αὐ­τῷ πη­γὴ ὕ­δα­τος ἁλ­λο­μέ­νου εἰς ζω­ὴν αἰ­ώ­νιον. λέ­γει πρὸς αὐ­τὸν ἡ γυ­νή· Κύριε, δός μοι τοῦ­το τὸ ὕ­δωρ, ἵ­να μὴ δι­ψῶ μη­δὲ ἔρ­χο­μαι ἐν­θά­δε ἀν­τλεῖν. λέ­γει αὐ­τῇ ὁ Ἰ­η­σοῦς· Ὕ­πα­γε φώ­νη­σον τὸν ἄν­δρα σου καὶ ἐλ­θὲ ἐν­θά­δε. ἀ­πε­κρί­θη ἡ γυ­νὴ καὶ εἶ­πεν· Οὐκ ἔ­χω ἄν­δρα. λέ­γει αὐ­τῇ ὁ Ἰ­η­σοῦς· Κα­λῶς εἶ­πας ὅ­τι ἄν­δρα οὐκ ἔ­χω· πέν­τε γὰρ ἄν­δρας ἔ­σχες, καὶ νῦν ὃν ἔ­χεις οὐκ ἔ­στι σου ἀ­νήρ· τοῦ­το ἀ­λη­θὲς εἴ­ρη­κας. λέ­γει αὐ­τῷ ἡ γυ­νή· Κύριε, θε­ω­ρῶ ὅ­τι προ­φή­της εἶ σύ. οἱ πα­τέ­ρες ἡ­μῶν ἐν τῷ ὄ­ρει το­ύ­τῳ προ­σε­κύ­νη­σαν· καὶ ὑ­μεῖς λέ­γε­τε ὅ­τι ἐν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μοις ἐ­στὶν ὁ τό­πος ὅ­που δεῖ προ­σκυ­νεῖν. λέ­γει αὐ­τῇ ὁ Ἰ­η­σοῦς· Γύναι, πί­στευ­σόν μοι ὅ­τι ἔρ­χε­ται ὥ­ρα ὅ­τε οὔ­τε ἐν τῷ ὄ­ρει το­ύ­τῳ οὔ­τε ἐν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μοις προ­σκυ­νή­σε­τε τῷ πα­τρί. ὑ­μεῖς προ­σκυ­νεῖ­τε ὃ οὐκ οἴ­δα­τε, ἡ­μεῖς προ­σκυ­νοῦ­μεν ὃ οἴ­δα­μεν· ὅ­τι ἡ σω­τη­ρί­α ἐκ τῶν Ἰ­ου­δα­ί­ων ἐ­στίν. ἀλ­λ' ἔρ­χε­ται ὥ­ρα, καὶ νῦν ἐ­στιν, ὅ­τε οἱ ἀ­λη­θι­νοὶ προ­σκυ­νη­ταὶ προ­σκυ­νή­σου­σι τῷ πα­τρὶ ἐν πνε­ύ­μα­τι καὶ ἀ­λη­θε­ί­ᾳ· καὶ γὰρ ὁ πα­τὴρ τοι­ο­ύ­τους ζη­τεῖ τοὺς προ­σκυ­νοῦν­τας αὐ­τόν. πνεῦ­μα ὁ Θε­ός, καὶ τοὺς προ­σκυ­νοῦν­τας αὐ­τὸν ἐν πνε­ύ­μα­τι καὶ ἀ­λη­θε­ί­ᾳ δεῖ προ­σκυ­νεῖν. λέ­γει αὐ­τῷ ἡ γυ­νή· Οἶ­δα ὅ­τι Μεσ­σί­ας ἔρ­χε­ται ὁ λε­γό­με­νος Χρι­στός· ὅ­ταν ἔλ­θῃ ἐ­κεῖ­νος, ἀ­ναγ­γε­λεῖ ἡ­μῖν πάν­τα. λέ­γει αὐ­τῇ ὁ Ἰ­η­σοῦς· Ἐ­γώ εἰ­μι, ὁ λα­λῶν σοι. καὶ ἐ­πὶ το­ύ­τῳ ἦλ­θαν οἱ μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ, καὶ ἐ­θα­ύ­μα­σαν ὅ­τι με­τὰ γυ­ναι­κὸς ἐ­λά­λει· οὐ­δεὶς μέν­τοι εἶ­πε, τί ζη­τεῖς ἤ τί λα­λεῖς με­τ' αὐ­τῆς; Ἀ­φῆ­κεν οὖν τὴν ὑ­δρί­αν αὐ­τῆς ἡ γυ­νὴ καὶ ἀ­πῆλ­θεν εἰς τὴν πό­λιν, καὶ λέ­γει τοῖς ἀν­θρώ­ποις· Δεῦ­τε ἴ­δε­τε ἄν­θρω­πον ὃς εἶ­πέ μοι πάν­τα ὅ­σα ἐ­πο­ί­η­σα· μή­τι οὗ­τός ἐ­στιν ὁ Χρι­στός; ἐ­ξῆλ­θον οὖν ἐκ τῆς πό­λε­ως καὶ ἤρ­χον­το πρὸς αὐ­τόν. Ἐν δὲ τῷ με­τα­ξὺ ἠ­ρώ­των αὐ­τὸν οἱ μα­θη­ταὶ λέ­γον­τες· Ραβ­βί, φά­γε. ὁ δὲ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Ἐ­γὼ βρῶ­σιν ἔ­χω φα­γεῖν, ἣν ὑ­μεῖς οὐκ οἴ­δα­τε. ἔ­λε­γον οὖν οἱ μα­θη­ταὶ πρὸς ἀλ­λή­λους· Μή τις ἤ­νεγ­κεν αὐ­τῷ φα­γεῖν; λέ­γει αὐ­τοῖς ὁ Ἰ­η­σοῦς· Ἐ­μὸν βρῶ­μά ἐ­στιν ἵ­να ποι­ῶ τὸ θέ­λη­μα τοῦ πέμ­ψαν­τός με καὶ τε­λει­ώ­σω αὐ­τοῦ τὸ ἔρ­γον. οὐχ ὑ­μεῖς λέ­γε­τε ὅ­τι ἔ­τι τε­τρά­μη­νός ἐ­στι καὶ ὁ θε­ρι­σμὸς ἔρ­χε­ται; ἰ­δοὺ λέ­γω ὑ­μῖν, ἐ­πά­ρα­τε τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς ὑ­μῶν καὶ θε­ά­σα­σθε τὰς χώ­ρας, ὅ­τι λευ­καί εἰ­σι πρὸς θε­ρι­σμόν ἤ­δη. καὶ ὁ θε­ρί­ζων μι­σθὸν λαμ­βά­νει καὶ συ­νά­γει καρ­πὸν εἰς ζω­ὴν αἰ­ώ­νιον, ἵ­να καὶ ὁ σπε­ί­ρων ὁ­μοῦ χα­ί­ρῃ καὶ ὁ θε­ρί­ζων. ἐν γὰρ το­ύ­τῳ ὁ λό­γος ἐ­στὶν ὁ ἀ­λη­θι­νὸς, ὅ­τι ἄλ­λος ἐ­στὶν ὁ σπε­ί­ρων καὶ ἄλ­λος ὁ θε­ρί­ζων. ἐ­γὼ ἀ­πέ­στει­λα ὑ­μᾶς θε­ρί­ζειν ὃ οὐχ ὑ­μεῖς κε­κο­πι­ά­κα­τε· ἄλ­λοι κε­κο­πι­ά­κα­σι, καὶ ὑ­μεῖς εἰς τὸν κό­πον αὐ­τῶν εἰ­σε­λη­λύ­θα­τε. Ἐκ δὲ τῆς πό­λε­ως ἐ­κε­ί­νης πολ­λοὶ ἐ­πί­στευ­σαν εἰς αὐ­τὸν τῶν Σα­μα­ρει­τῶν δι­ὰ τὸν λό­γον τῆς γυ­ναι­κὸς, μαρ­τυ­ρο­ύ­σης ὅ­τι εἶ­πέ μοι πάν­τα ὅ­σα ἐ­πο­ί­η­σα. ὡς οὖν ἦλ­θον πρὸς αὐ­τὸν οἱ Σα­μα­ρεῖ­ται, ἠ­ρώ­των αὐ­τὸν μεῖ­ναι πα­ρ' αὐ­τοῖς· καὶ ἔ­μει­νεν ἐ­κεῖ δύ­ο ἡ­μέ­ρας. καὶ πολ­λῷ πλε­ί­ους ἐ­πί­στευ­σαν δι­ὰ τὸν λό­γον αὐ­τοῦ, τῇ τε γυ­ναι­κὶ ἔ­λε­γον ὅ­τι οὐ­κέ­τι δι­ὰ τὴν σὴν λα­λιὰν πι­στε­ύ­ο­μεν· αὐ­τοὶ γὰρ ἀ­κη­κό­α­μεν, καὶ οἴ­δα­μεν ὅ­τι οὗ­τός ἐ­στιν ἀ­λη­θῶς ὁ σω­τὴρ τοῦ κό­σμου ὁ Χρι­στός.
                                                                         (Ἰωάν. δ΄[4] 5 -42)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἒρ­χε­ται ὁ Ἰησοῦς σὲ μιά πό­λη τῆς Σα­μάρειας πού λε­γό­ταν Συ­χάρ, ἡ ὁποία ἦ­ταν κον­τὰ στὴν πε­ρι­ο­χὴ πού εἶχε δώσει ὁ Ἰ­α­κὼβ στὸ γιὸ του τὸν Ἰ­ω­σήφ. Ὑ­πῆρ­χε μά­λι­στα ἐκεῖ κι ἕνα πηγάδι πού εἶχε ἀνοίξει ὁ Ἰ­α­κώβ. Ὁ Ἰ­η­σοῦς λοι­πόν, ὅ­πως ἦ­ταν κου­ρα­σμὲνος ἀπό τήν πεζοπορία, κα­θό­ταν κον­τὰ στὸ πη­γά­δι. Ἡ ὥρα ἦ­ταν πε­ρί­που ἔ­ξι ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­το­λὴ τοῦ ἡλίου, δη­λα­δὴ δώ­δε­κα τὸ με­ση­μέ­ρι. Ἔρ­χε­ται τό­τε μί­α γυ­ναί­κα πού κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὴ Σαμάρεια, νὰ βγά­λει ἀ­πὸ τὸ πη­γά­δι νε­ρό. Ὁ Ἰ­η­σοῦς τότε ὁ ὁποῖος πραγ­μα­τι­κὰ δι­ψοῦ­σε, τῆς εἶ­πε: Δῶ­σ' μου νὰ πι­ῶ. Καὶ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὴ γυ­ναί­κα νε­ρό, δι­ό­τι οἱ μα­θη­τὲς Tου, πού θὰ φρόν­τι­ζαν νὰ βγά­λουν νε­ρὸ ἀ­πὸ τὸ πη­γά­δι, εἶχαν πά­ει στὴν πό­λη ν' ἀ­γο­ρά­σουν τρό­φι­μα. Τοῦ λέ­ει λοι­πὸν ἡ γυ­ναί­κα ἡ Σα­μα­ρεί­τι­δα: Πῶς ἐσύ πού εἶ­σαι Ἰ­ου­δαῖ­ος, κα­τα­δέ­χε­σαι καὶ ζη­τᾶς νὰ πι­εῖς νε­ρὸ ἀ­πὸ μέ­να, πού εἶ­μαι γυ­ναί­κα Σα­μα­ρεί­τι­δα; Κι ἔ­κα­νε ἡ γυ­ναί­κα τὴν ἐ­ρώ­τη­ση αὐ­τή, δι­ό­τι οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι μι­σοῦ­σαν τοὺς Σα­μα­ρεῖ­τες καὶ δὲν εἶ­χαν σχέ­σεις μα­ζί τους. Ὁ Ἰ­η­σοῦς τῆς ἀ­πάν­τη­σε: Ἐ­ὰν γνώ­ρι­ζες τὴ δω­ρε­ὰ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, πού δίνει ὁ Θε­ὸς στοὺς ἀν­θρώ­πους, καὶ ποι­ὸς εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποῦ σοῦ λέ­ει τώ­ρα, δῶ­σ' μου νὰ πι­ῶ, ἐσύ θά τοῦ ζη­τοῦ­σες καὶ θὰ σοῦ ἔ­δι­νε νε­ρὸ τρε­χού­με­νο, πού δὲ στε­ρεύ­ει πο­τέ. Θὰ σοῦ ἔ­δι­νε αὐ­τὸς τὴ χά­ρη τοῦ Ἁγίου Πνεύ­μα­τος, ἡ ὁποία σὰν πνευ­μα­τι­κὸ νε­ρὸ κα­θα­ρί­ζει, δρο­σί­ζει, πα­ρη­γο­ρεῖ καὶ ζω­οποεῖ τίς ψυ­χές, χω­ρὶς νὰ στε­ρεύ­ει πο­τέ. Τοῦ λέει ἡ γυ­ναί­κα: Κύ­ρι­ε, ἀ­σφα­λῶς τὸ νε­ρὸ αὐ­τὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μι­λᾶς δὲν εἶ­ναι ἀ­πὸ τὸ πη­γά­δι αὐ­τό. Δι­ό­τι οὔ­τε ἀγ­γεῖ­ο ἔ­χεις, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ βγά­λεις ἀ­πὸ ἐ­δῶ νε­ρό, ἀλλά καὶ τὸ πη­γά­δι εἶ­ναι βα­θύ. Ἀ­πὸ ποῦ λοι­πὸν ἔ­χεις τὸ τρε­χού­με­νο καὶ ἀ­στεί­ρευ­το νε­ρό; Μή­πως ἐσύ εἶ­σαι ἀ­νώ­τε­ρος στὴν ἀξία καὶ τὴ δύ­να­μη ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα μας τὸν Ἰ­α­κώβ, πού μᾶς ἔ­δω­σε ὡς κλη­ρο­νο­μιὰ τὸ πη­γά­δι αὐ­τὸ καὶ δὲν ζή­τη­σε ἄλ­λο κα­λύ­τε­ρο νε­ρό, ἀλλά ἀ­π' αὐ­τὸ ἤ­πι­ε καὶ ὁ ἴδιος, ὅ­πως καὶ τὰ παι­διά του καὶ τὰ ζῶ­α του πού ἔ­τρε­φε καὶ ἔ­βο­σκε; Τῆς ἀ­πο­κρί­θη­κε τό­τε ὁ Ἰ­η­σοῦς: Βε­βαί­ως δὲν ἐν­νο­ῶ τὸ νε­ρὸ τοῦ πη­γα­διοῦ αὐ­τοῦ. Δι­ό­τι ὅ­ποι­ος πί­νει ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ αὐ­τό, θὰ δι­ψά­σει πά­λι. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως πού θὰ πι­εῖ ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ πού θὰ τοῦ δώσω ἐγώ, δὲν θὰ δι­ψά­σει πο­τὲ στὸν αἰ­ώ­να· ἀλλά τό νερό πού θά τοῦ δώ­σω θὰ με­τα­βλη­θεῖ μέ­σα του σὲ πη­γὴ νε­ροῦ πού δὲν θὰ στε­ρεύ­ει, ἀλλά θὰ ἀ­να­βλύ­ζει καὶ θὰ ἀ­να­πη­δᾶ καὶ θὰ τρέ­χει πάν­το­τε γιὰ νὰ τοῦ με­ταγ­γί­ζει ζω­ὴ αἰ­ώ­νια. Τοῦ λέ­ει τό­τε ἡ γυ­ναί­κα: Κύ­ρι­ε, δῶ­σ' μου τὸ νε­ρὸ αὐ­τό, γιὰ νὰ μὴ δι­ψῶ καὶ νὰ μὴν ὑ­πο­βάλ­λο­μαι σὲ τό­σο κό­πο νὰ ἔρ­χο­μαι ἐ­δῶ γιὰ νὰ βγά­ζω νε­ρὸ ἀ­πὸ τὸ πη­γά­δι. Τῆς λέ­ει ὁ Ἰ­η­σοῦς: Ἐ­φό­σον τὸ νε­ρὸ αὐ­τὸ δὲν τὸ θέ­λεις μό­νο γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου, ἀλλά καὶ γιὰ ἐ­κεί­νους μὲ τοὺς ὁποίους συ­ζεῖς, πή­γαι­νε, φώ­να­ξε τὸν ἄν­δρα σου κι ἔ­λα ἐ­δῶ μα­ζὶ μ' αὐ­τόν, ὥ­στε κι ἐ­κεῖ­νος νὰ δε­χθεῖ μα­ζί σου τὴ δω­ρε­ὰ αὐ­τή. Τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε τό­τε ἡ γυ­ναί­κα: Δὲν ἔ­χω ἄν­δρα. Τῆς λέ­ει ὁ Ἰ­η­σοῦς: Κα­λὰ εἶ­πες «δὲν ἔ­χω ἄν­δρα». Δι­ό­τι ἔ­χεις πά­ρει πέν­τε ἄν­δρες, τὸν ἕ­να ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο. Καὶ τώ­ρα μ' αὐ­τὸν πού ζεῖς, εἶ­σαι συν­δε­δεμέ­νη κρυ­φά, καὶ γι' αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι ἄν­δρας σου. Αὐ­τὸ τό εἶπες ἀ­λή­θεια. Τοῦ λέ­ει ἡ γυ­ναί­κα: Κύ­ρι­ε, κα­τα­λα­βαί­νω ὅ­τι ἐσύ εἶσαι προ­φή­της. Δι­ό­τι μοῦ εἶ­πες κά­ποι­α μυ­στι­κὰ τῆς ζωῆς μου, ἐ­νῶ δὲν μ' ἔ­χεις συ­ναν­τή­σει ἄλ­λη φορά, ἀλλά μό­λις σή­με­ρα μὲ βλέ­πεις γιὰ πρώ­τη φο­ρά. Σὲ πα­ρακα­λῶ λοι­πὸν νὰ μὲ δι­α­φω­τί­σεις πά­νω στὸ πα­ρα­κάτω σπου­δαῖ­ο ζή­τη­μα: Οἱ πα­τέ­ρες μας προ­σκύ­νη­σαν καὶ λά­τρευ­σαν τόν Θε­ὸ στὸ ὄ­ρος αὐ­τὸ τὸ Γα­ρι­ζείν, ἐ­νῶ ἐσεῖς οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι λέ­τε ὅ­τι στὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα εἶ­ναι ὁ τόπος πού πρέπει νά λα­τρεύ­ου­με τὸν Θε­ό. ἐσύ λοι­πὸν ὡς προ­φή­της τί λέ­ς γι' αὐ­τό; Τῆς λέ­ει ὁ Ἰησοῦς: Πί­στε­ψέ με, γυ­ναί­κα, ὅ­τι γρή­γο­ρα ἔρ­χε­ται ὁ και­ρὸς πού οὔ­τε σ' αὐ­τὸ τὸ βου­νὸ τὸ Γαριζείν μό­νο, οὔτε στὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα ἀ­πο­κλει­στι­κὰ θὰ λα­τρεύσε­τε τὸν οὐ­ρά­νιο Πα­τέ­ρα. Ἐσεῖς οἱ Σα­μα­ρεῖ­τες ἀ­πορ­ρί­ψα­τε τὰ βι­βλί­α τῶν προφητῶν καὶ προ­σκυ­νᾶ­τε ἐ­κεῖ­νο γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ἔχετε σα­φῆ καὶ πλή­ρη γνώ­ση. Ἐμεῖς οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι προ­σκυνοῦμε ἐκεῖνο πού γνω­ρί­ζου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ κάθε ἄλ­λον. Ἀ­πό­δει­ξη μά­λι­στα γι' αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ὅ­τι ὁ Μεσσίας πού θὰ σώ­σει τὸν κό­σμο προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τους Ἰουδαί­ους. Αὐ­τοὺς δι­ά­λε­ξε ὁ Θε­ὸς ὡς λα­ὸ δι­κό του καὶ αὐ­τοὶ τὸν γνώ­ρι­σαν καὶ τὸν λά­τρευ­σαν τε­λει­ό­τε­ρα ἀπό κά­θε ἄλ­λον λα­ό. Πο­λὺ σύν­το­μα ὅ­μως ἔρ­χε­ται ὥ­ρα, καὶ μπο­ρῶ νὰ πῶ ὅτι ἡ ὥ­ρα αὐ­τὴ ἔ­χει ἤ­δη ἔλ­θει, πού οἱ πραγ­μα­τι­κοὶ προσκυ­νη­τὲς θὰ προ­σκυ­νή­σουν καὶ θὰ λα­τρεύ­σουν τόν Πα­τέ­ρα πνευ­μα­τι­κὰ καὶ ἀ­λη­θι­νά· δη­λα­δὴ μὲ θεοφώτιστες τὶς πνευ­μα­τι­κές τους δυ­νά­μεις καὶ μὲ λα­τρεί­α ὂχι τυ­πι­κὴ καὶ σκι­ώ­δη, ἀλλά πραγ­μα­τι­κὴ καὶ ἐμ­πνευ­σμέ­νη ἀ­πὸ πλή­ρη ἐ­πί­γνω­ση τῆς ἀ­λή­θειας. Δι­ό­τι καὶ ὁ Πατήρ ζητᾶ ἐ­πί­μο­να τέ­τοι­οι ἀ­λη­θι­νοὶ καὶ πραγ­μα­τι­κοὶ προ­σκυνη­τὲς νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι πού τὸν λα­τρεύ­ουν. Ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι πνεῦ­μα, γι' αὐ­τὸ καὶ δὲν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται σὲ τό­πους. Κι ἐ­κεῖ­νοι πού τὸν λα­τρεύ­ουν πρέ­πει νὰ τὸ προ­σκυ­νοῦν μὲ τὶς ἐ­σω­τε­ρι­κές τους πνευ­μα­τι­κὲς δυνάμεις, μὲ ἀ­φο­σί­ω­ση τῆς καρ­διᾶς καὶ τοῦ νοῦ, ἀλλά καὶ μὲ ἀ­λη­θι­νὴ ἐ­πί­γνω­ση τοῦ Θε­οῦ καὶ τῆς λα­τρεί­ας πού τοῦ ἁρ­μό­ζει. Τοῦ λέει ἡ γυ­ναί­κα: Γνω­ρί­ζω ὅ­τι ἔρ­χε­ται ὁ Μεσ­σί­ας, ὄ­νο­μα πού με­τα­φρά­ζε­ται μὲ τὴ λέ­ξη Χριστός. Ὅ­ταν ἔλ­θει ἐ­κεῖ­νος, θὰ μᾶς τὰ δι­δά­ξει ὅ­λα. Τῆς λέ­ει ὁ Ἰ­η­σοῦς: Ἐγώ εἶ­μαι ὁ Μεσ­σί­ας, ἐγώ πού τὴ στιγ­μὴ αὐ­τὴ σοῦ μι­λά­ω.

Καὶ τὴ στιγ­μὴ αὐ­τὴ ἀ­κρι­βῶς ἦλ­θαν οἱ μα­θη­τές του καὶ ἀ­πό­ρη­σαν πού ὁ δι­δά­σκα­λος μι­λοῦ­σε δη­μο­σί­ως μὲ γυ­ναί­κα, κά­τι πού ἀ­πα­γο­ρευ­ό­ταν ἀ­πὸ τὶς πα­ρα­δό­σεις τῶν ραβ­βί­νων. Κα­νεὶς ὅ­μως δὲν τοῦ εἶ­πε: Τί ζη­τᾶς νὰ σοῦ κά­νει ἡ γυ­ναί­κα αὐ­τή, ἢ γιὰ ποι­ὸ θέ­μα μι­λᾶς μα­ζὶ της; Στὸ με­τα­ξὺ ἡ γυ­ναί­κα, γε­μά­τη συγ­κί­νη­ση ὕ­στε­ρα ἀ­π' αὐ­τὰ πού ἄ­κου­σε, ἄ­φη­σε τὴ στά­μνα της στὸ πη­γά­δι καὶ πῆ­γε τρέ­χον­τας στὴν πό­λη κι ἄρ­χι­σε νὰ λέ­ει στοὺς ἀν­θρώ­πους: Ἐλᾶτε νὰ δεῖ­τε ἕ­ναν ἄν­θρω­πο πού μοῦ εἶ­πε ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χω κά­νει, καὶ αὐ­τὰ ἀ­κό­μη τὰ μυ­στι­κὰ καὶ προ­σω­πι­κὰ στοι­χεῖ­α τῆς ζω­ῆς μου. Μή­πως εἶ­ναι αὐ­τὸς ὁ Χρι­στός; Βγῆ­καν λοι­πὸν ἀ­πὸ τὴν πό­λη οἱ Σα­μα­ρεῖ­τες κι ἄρ­χι­σαν νὰ ἔρ­χον­ται πρὸς αὐ­τόν. Στὸ με­τα­ξὺ ὅ­μως, μέ­χρι νὰ εἰ­δο­ποι­η­θοῦν οἱ Σα­μα­ρεῖ­τες καὶ νὰ ἔλ­θουν νὰ συ­ναν­τή­σουν τὸν Ἰ­η­σοῦ, ἐ­πει­δὴ ὁ Κύ­ριος εἶ­χε ἀ­πορ­ρο­φη­θεῖ ἀ­π' τὸ πνευ­μα­τι­κό του ἔρ­γο καὶ δὲν ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν κα­θό­λου γιὰ φα­γη­τό, τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν οἱ μα­θη­τὲς καὶ τοῦ ἔ­λε­γαν: Δι­δά­σκα­λε, φά­ε κά­τι. Αὐ­τὸς ὅ­μως τοὺς εἶ­πε: Ἐγώ ἔ­χω φα­γη­τὸ νὰ φά­ω πού ἐσεῖς δὲν τὸ ξέ­ρε­τε. Ἐ­πει­δὴ λοι­πὸν δὲν κα­τά­λα­βαν οἱ μα­θη­τὲς τὴ ση­μα­σί­α τῶν λό­γων αὐ­τῶν τοῦ Κυ­ρί­ου, ἔ­λε­γαν με­τα­ξύ τους: Μή­πως τὴν ὥ­ρα πού λεί­πα­με τοῦ ἔ­φε­ρε κα­νεὶς ἄλ­λος φα­γη­τὸ κι ἔ­φα­γε; Τοὺς λέ­ει ὁ Ἰ­η­σοῦς: Δι­κό μου φα­γη­τό, πού μὲ χορ­ταί­νει καὶ μὲ τρέ­φει, εἶ­ναι νὰ κά­νω πάν­το­τε τὸ θέ­λη­μα ἐ­κεί­νου πού μὲ ἀ­πέ­στει­λε στὸν κό­σμο καὶ νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σω τὸ ἔρ­γο του, τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ σω­τη­ρί­α τῶν ἀν­θρώ­πων. Καὶ τὸ θερ­μὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μου γιὰ τὸ ἔρ­γο αὐ­τὸ μὲ ἀ­πορ­ρό­φη­σε ὁ­λό­κλη­ρο τώ­ρα πού πρό­κει­ται νὰ ἔλ­θουν ἐ­δῶ οἱ Σα­μα­ρεῖ­τες, καὶ μοῦ ἔ­κο­ψε κά­θε ὄ­ρε­ξη πού προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ φυ­σι­κὴ πεί­να. Δὲν λέ­τε ἐσεῖς ὅ­τι τέσ­σε­ρις μῆ­νες μέ­νουν ἀ­κό­μη καὶ ὁ θε­ρι­σμὸς ἔρ­χε­ται; Στὴν πνευ­μα­τι­κὴ ὅ­μως σπο­ρὰ εἶ­ναι δυ­να­τὸν ὁ λόγος τοῦ Θε­οῦ νὰ καρ­πο­φο­ρή­σει καὶ σὲ χρονικά δι­ά­στη­μα πο­λὺ πιὸ σύν­το­μο. Καὶ γιὰ νὰ πει­σθεῖ­τε γιὰ τὸ θέ­μα αὐ­τὸ πού σᾶς λέ­ω, ση­κῶ­στε τὰ μά­τια σας καὶ κοι­τάξ­τε τὸ πλῆ­θος αὐ­τὸ τῶν Σα­μα­ρει­τῶν πού ἔρ­χονται. Μοιά­ζουν οἱ ψυ­χές τους μὲ χω­ρά­φια, στὰ ὁποῖα δέν πρόφθασε νά σπαρεῖ ὁ λό­γος τῆς ἀ­λή­θειας, κι ὅ­μως εἶ­ναι λευ­κὰ καὶ ὥ­ρι­μα πλέ­ον, ἕ­τοι­μα νὰ θε­ρι­σθοῦν. Ἔ­τσι καὶ σ' ὅ­λα τὰ μέ­ρη τοῦ κό­σμου οἱ ψυ­χὲς τῶν ἀν­θρώ­πων εἶ­ναι τώ­ρα ὥ­ρι­μες γιὰ νὰ δε­χθοῦν τὴ σω­τη­ρί­α. Κι ἐ­κεῖ­νος πού θε­ρί­ζει στὸν πνευ­μα­τι­κὸ αὐ­τὸ ἀ­γρὸ παίρ­νει μι­σθό, ὄ­χι μό­νο δι­ό­τι χαί­ρε­ται καὶ ἐ­δῶ βλέ­πον­τας τὴν πνευ­μα­τι­κὴ συγ­κο­μι­δή, ἀλλά καὶ δι­ό­τι θὰ ἀνταμειφθεῖ καὶ στὴ μελ­λον­τι­κὴ ζω­ὴ ἀ­πὸ τὸν Κύ­ριο. Ἐ­πει­δή λοι­πὸν ἑλ­κύ­ει στὴ σω­τη­ρί­α ψυ­χὲς ἀ­θά­να­τες, συ­να­θροίζει καρ­πὸ γιὰ τὴν αἰ­ώ­νια ζω­ή. Κι ἔ­τσι, στὴν πνευ­μα­τι­κὴ σπο­ρὰ πού γί­νε­ται τώ­ρα, χαί­ρο­μαι κι ἐγώ πού σπέρ­νω μα­ζὶ μὲ σᾶς πού θὰ θε­ρί­σε­τε. Δι­ό­τι στὴ δι­κή μας πε­ρί­πτω­ση ἐ­φαρ­μό­ζε­ται ἡ ἀληθινή πα­ροι­μί­α, ὅ­τι ἄλ­λος ἔ­σπει­ρε κι ἄλ­λος θε­ρί­ζει. Ἔσπειρα ἐγώ καὶ θὰ θε­ρί­σε­τε ἐσεῖς, ὅ­πως καὶ μελ­λον­τι­κὰ θὰ σπέρ­νε­τε ἐσεῖς καί θά θερίζουν οἱ δι­ά­δο­χοί σας. Ἐ­γώ, ὁ Κύ­ριος τοῦ ἀγροῦ, σᾶς ἔ­στει­λα γιὰ νὰ θερίζετε καρ­πὸ γιὰ τὸν ὁποῖο ἐσεῖς δὲν ἔ­χε­τε κο­πιά­σει γιὰ νὰ σπαρεῖ. Ἄλ­λοι, δη­λα­δὴ ἐγώ καί οἱ προ­φῆ­τες πρὶν ἀ­πὸ μέ­να, ἔ­χουν κο­πιά­σει κι ἔ­χουν σπεί­ρει, κι ἐσεῖς ἔ­χε­τε μπεῖ στοὺς κό­πους καὶ τὴ σπο­ρά τους γιὰ νὰ θε­ρί­σε­τε. Ἀ­πὸ τὴν πό­λη ἐ­κεί­νη Συ­χὰρ πολ­λοὶ ἀ­πό τους Σα­μαρεῖτες πί­στε­ψαν σ' αὐ­τὸν ὅ­τι ἦ­ταν ὁ Μεσ­σί­ας, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς μαρ­τυ­ρί­ας τῆς γυ­ναί­κας πού ἔ­λε­γε «μοῦ εἶ­πε ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χω κά­νει, κι αὐ­τὰ ἀ­κό­μη τὰ μυ­στι­κά μου, τὰ ὁποῖα δὲν ἤ­ξε­ραν οὔτε ἐ­κεῖ­νοι μὲ τοὺς ὅ­ποι­ους συ­ζῶ καὶ μέ γνω­ρί­ζουν ἀ­πὸ πο­λὺ και­ρό». Ὅ­ταν λοι­πὸν ἦλ­θαν κον­τὰ του οἱ Σα­μα­ρεῖ­τες, τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν νὰ μεί­νει γιὰ πάν­τα μα­ζί τους. Κι ἔ­μει­νε ἐκεῖ δύο ἡμέρες. Καὶ ἀ­πὸ τὴ δι­δα­σκα­λί­α πού τοὺς ἔ­κα­νε τὶς δύ­ο αὐ­τὲς ἡμέρες πί­στε­ψαν πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους πού ἦλ­θαν στὸ πη­γά­δι καὶ τὸν πα­ρα­κά­λε­σαν νὰ μεί­νει στὴν πό­λη τους. Καὶ στὴ γυ­ναί­κα ἔ­λε­γαν ὅ­τι δὲν πι­στεύ­ου­με πλέ­ον γιὰ τὰ ὅ­σα μᾶς εἶπες ἐσύ. Διότι ἐμεῖς οἱ ἴ­διοι τὸν ἔ­χου­με τώ­ρα ἀ­κού­σει καὶ γνω­ρί­ζου­με πλέ­ον ὅ­τι αὐ­τὸς εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νὰ ὁ Σω­τή­ρας ὅ­λου τοῦ κό­σμου, ὁ ἀ­να­με­νό­με­νος Μεσ­σί­ας, ὁ Χρι­στός.


Τρίτη 8 Μαΐου 2012

ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΜΑΣ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ



ΑΙ­ΜΟ­ΔΟ­ΣΙ­Α



       Τὴν ἑ­πό­με­νη Τρί­τη, 15/05 καὶ ὥ­ρα 5.00 μ.μ. ἕ­ως 7.00 μ.μ. θὰ γί­νει ἡ κα­θι­ε­ρω­μέ­νη αἱ­μο­δο­σί­α τῆς Ἐ­νο­ρί­ας Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου .

       Ἡ προ­σφο­ρὰ αἵ­μα­τος θε­ω­ρεῖ­ται πρά­ξη ὕ­ψι­στης ἀ­ξί­ας καὶ ἀ­γά­πης Χρι­στι­α­νι­κῆς. Στοὺς δύ­σκο­λους και­ροὺς ποὺ ζοῦ­με, ποὺ ἡ ἀν­θρω­πι­ὰ ἔ­χει χα­θεῖ καὶ τὸ συμ­φέ­ρον βα­σι­λεύ­ει στὶς σχέ­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων, τὸ μό­νο ποὺ μᾶς ἀ­πο­μέ­νει εἶ­ναι ἡ προ­σφο­ρὰ αὐ­τὴ τῆς ἀ­γά­πης μας πρὸς τὸν πά­σχον­τα ἀ­δελ­φό μας.

     Ὅ­σοι μὲ τὴ βο­ή­θει­α τοῦ Θε­οῦ εἴ­μα­στε ὑ­γι­εῖς καὶ δὲν ἔ­χο­με δώ­σει αἷ­μα τοὺς τε­λευ­ταί­ους 4 μῆ­νες νὰ δώ­σου­με τὸ πα­ρόν μας τὴν Τρί­τη στὴν Αἴ­θου­σα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ὅ­που θὰ γί­νει ἡ αἱ­μο­δο­σί­α.






Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΤΩΝ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ «ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΩΝ» ΛΑΤΡΕΙΩΝ

ΒΑΣΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ – ΜΟΡΦΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΤΩΝ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ «ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΩΝ» ΛΑΤΡΕΙΩΝ



ΒΑΣΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ – ΜΟΡΦΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΤΩΝ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ «ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΩΝ» ΛΑΤΡΕΙΩΝ*
ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΡΠΑΣΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΤΣΙΑΚΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ TOY ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΣΤΗΝ 4Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΔΙΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΩΝ ΜΕΛΕΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΩΝ ΛΑΤΡΕΙΩΝ 6- 9 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2011 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Φέτος επιλέξαμε να μελετήσουμε σε βάθος ένα πάρα πολύ σημαντικό θέμα, το οποίο έχει και πνευματικές-ποιμαντικές προεκτάσεις, αλλά και κοινωνικές και προσωπικές, δεδομέ­νου ότι άπτεται των θεμάτων της υγείας του ανθρώπου. Το κεντρικό μας, λοιπόν, θέμα θα είναι: «Το Πρό­βλημα των θεραπευτικών λατρειών, των αποκρυφιστικών πρακτικών θε­ραπείας και των ψυχολατρειών. Κοι­νωνικά και Ποιμαντικά Προβλήμα­τα».
Επιτρέψετέ μου πολύ σύντομα να κάνω μία μικρή εισαγωγή στο θέμα, ώστε από την αρχή να γίνει κατα­νοητό το όλο πρόβλημα, το οποίο κα­λούμαστε να διαπραγματευθούμε φέ­τος, τόσο μέσα από τις εισηγήσεις, όσο και μέσα από τις ομάδες εργασίας.
Οι ολιστικές θεραπείες καλούνται και εναλλακτικές ή και συμπληρω­ματικές θεραπείες.
Ο όρος «ολιστικές» χρησιμοποιείται με την έννοια ότι οι «θεραπείες» αυτές «θεραπεύουν» τον όλον άνθρωπο: διά­νοια, σώμα, πνεύμα˙ και ο όρος «εναλλακτικές» ότι είναι εναλλακτικές εν σχέσει με την κλασική ιατρική. Ο όρος «συμπληρωματικές» χρησιμοποι­είται συχνά για να δηλώσει μια δρά­ση που συμπληρώνει τις άλλες ολιστικές-εναλλακτικές θεραπείες. Όλες αυτές οι «θεραπείες» στηρίζονται στα ίδια δόγματα και χρησιμοποιούν τις ίδιες τεχνικές. Είναι παράλογο να ειπωθεί ότι είναι καθ', οιονδήποτε τρόπο συμπληρωματικές της κλασικής ιατρικής, κυρίως επειδή, σύμφωνα με την αποκρυφιστική ιατρική, το φυ­σικό σώμα έχει μεγάλο αριθμό αο­ράτων στομίων και μεγάλο αριθμό αοράτων γραμμών ενεργείας, που είναι «μπλοκαρισμένα» ή χρειάζονται «ισορροπία» ή «καθάρισμα» με έναν αόρατο τρόπο. Από αυτή την το­ποθέτηση και μόνο φαίνεται ότι οι θεραπευτικές αυτές τεχνικές και μέ­θοδοι κινούνται σε ένα εντελώς πνευματιστικό αποκρυφιστικό χώρο και δεν έχουν απολύτως κανένα επιστημονικό έρεισμα και τεκμηρίωση.
Οι ολιστικές θεραπείες στηρίζονται σε ιδέες και δόγματα που προέρχο­νται από την Αίγυπτο, τη Μεσοπο­ταμία και την αρχαία Βαβυλώνα, την Άπω Ανατολή και γενικά τον Απο­κρυφισμό. Τα πιστεύω, οι θεωρίες και οι τεχνικές που έχουν τα συστήμα­τα των ολιστικών «θεραπειών της Νέ­ας Εποχής» αναπτύχθηκαν και συ­στηματοποιήθηκαν στις χώρες αυτές από τους Ασσυρίους, Βαβυλωνίους και Σουμερίους. Στην ουσία, λοι­πόν, δεν είναι νέες, αλλά μάλλον πα­λαιές αποκρυφιστικές μέθοδοι. Ο όρος «Αποκρυφισμός» αναφέρεται στη μαγεία, αλχημεία, αστρολογία, θεοσοφία και νεκρομαντεία, που απο­τελούσαν τις μεθόδους των λαών της αρχαίας εποχής με τις οποίες πίστευ­αν ότι είχαν τη δύναμη να ενεργοποιούν και να εξουσιάζουν δυνά­μεις της φύσης, οι οποίες εκτός των άλλων μπορούσαν και να θεραπεύ­σουν.
Επίσης, ο Αποκρυφισμός και ο Παγανισμός ήταν γνωστοί στην Ασία και Ινδία, διότι οι πρακτικές και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν οι Κινέζοι (Ching, Tai, Chi, Βελονισμό) και οι Ινδοί (Γιόγκα) μαρτυρούν αυτό το γεγονός, αν και κρύβονται πίσω από προσωπεία με προγράμ­ματα υγείας, χαλάρωσης, φυσικής εξά­σκησης κ.τ.λ. του σύγχρονου τρόπου ζωής. Η δύναμη των σύγχρονων προ­σωπείων στηρίζεται στην άγνοια των ανθρώπων γύρω από την αλή­θεια και τους κινδύνους που αυτά κρύβουν, με τις συγκεκαλυμμένες αποκρυφιστικές τεχνικές τους. Μέσα από αυτές τις «θεραπευτικές» μεθό­δους ο άνθρωπος καταλήγει να λα­τρεύει είδωλα, θεούς και θεές αρχαί­ων προχριστιανικών πολιτισμών.
Οι εναλλακτικές και αποκρυφιστικές μέθοδοι ιατρικής καλύπτουν όλο το φάσμα της υγείας και επεκτείνονται σ' όλα τα θέματα της ζωής μας, από τις πιο αθώες μέχρι και επιστημονικά αποδεδειγμένα χρήσιμες τεχνικές, καθώς και τις υγιεινές τροφές. Ακόμα μέσα σε αυτές τις προσφορές εμπλέκονται και άτομα που αυτοαποκαλούνται πνευματι­κοί οδηγοί και ψυχικοί χειρουργοί, ψυχαναλυτές.
Μία ακυβέρνητη και χωρίς σύνο­ρα βιομηχανία ολιστικής ιατρικής εξαπλώνεται με ραγδαίους ρυθμούς σε όλο τον κόσμο. Η προσπάθεια αυτή διευθύνεται από αρθρογράφους σε εφημερίδες και περιοδικά, προμηθευ­τές μέσω αλληλογραφίας, υγιεινιστές, μάγους, θεραπευτές μέσω θρησκευ­τικών εκδηλώσεων, βοτανολόγους, ομοιοπαθητικούς, ψυχοθεραπευτές κ.α. Εκμεταλλευόμενη, η ολιστική ιατρική, την αύξηση των ασθενειών και του πόνου στη ζωή του ανθρώ­που διεισδύει μέσα στη ζωή του, υπο­σχόμενη εύκολες και γρήγορες λύσεις.
Οι εκφραστές της ολιστικής ιατρικής, ισχυριζόμενοι ότι μπο­ρούν να θεραπεύσουν τον όλον άνθρωπο και μάλιστα αποτελεσμα­τικά, διατείνονται ότι η κλασική ιατρική, κατά κάποιο τρόπο, έχει απο­τύχει να τον θεραπεύσει ολοκληρωτικά. Το πρόβλημα λαμβάνει επικίνδυνες για τον άνθρωπο διαστάσεις αν κάποιος βρεθεί κάτω από την εξάρτηση ακραίων ομάδων ή θεραπευτών, που με απόλυτο τρόπο αποκλείουν την οποιαδήποτε συμμετοχή στην κλασσική ιατρική, ανεξάρτητα από την πάθηση.
Κλείνοντας θα ήθελα να αναφερθώ πολύ συνοπτικά στις βασικές μορφές και κατηγορίες όπως αυτές παρουσιά­ζονται μέσα από τους εκφραστές των εναλλακτικών θεραπειών.
Βασικές Ομάδες - Μορφές και Κατηγορίες
Θα μπορούσαμε, λοιπόν, με βάση τις διδασκαλίες των ιδίων των αποκρυφιστών και των εκφραστών των εναλλακτικών «θεραπειών» να τις χω­ρίσουμε στις παρακάτω ομάδες:
α. Φυσική: Η μέθοδος και τεχνι­κή αυτή δηλώνει ότι μπορεί να θε­ραπεύσει τον άνθρωπο με χρήση μέσων από την ίδια τη φύση, προσ­δίδοντας υπερφυσικές ιδιότητες σ' αυτήν ή ακόμα πιστεύοντας ότι η φύση έχει μέσα της θεϊκές δυνάμεις... Αυτή συμπεριλαμβάνει θεραπείες μέ­σω βιταμινών, βοτάνων, μασάζ, της ομοιοπαθητικής με την αραίωση φυσικών βοτανικών ουσιών και άλλες μεθόδους, που βασίζονται στην χο­ρήγηση φυτικών ουσιών, όπως φυσικοπαθητική, κινησιολογία, φυσιοθε­ραπεία, νηστειοθεραπεία κ.τ.λ.
β. Πνευματική: Είναι η μέθοδος εκείνη η οποία στηρίζεται στη λεγό­μενη Θετική Σκέψη. Οι υποστηρικτές της πιστεύουν ότι ο άνθρωπος είναι αυτό το οποίο σκέφτεται. Έτσι, προ­σπαθούν με αυτή την μέθοδο να υπε­ρισχύσουν, με την απολυτοποίηση της θετικής σκέψης, έναντι της ασθέ­νειας. Όταν πιστεύουμε ότι μπο­ρούμε να είμαστε ευτυχείς και υγιείς, τότε θα έχουμε και ευτυχία και υγεία. Ο κόσμος μας είναι απλώς μια αντα­νάκλαση του τι πιστεύουμε για τον εαυτό μας, για τους άλλους και για τη φύση του ίδιου του κόσμου. Σε αυτή την κατηγορία συμπεριλαμβά­νονται όλες οι λεγόμενες ψυχολατρείες, όπως η Αρμονική Ζωή του Νάτζεμυ, η Δυναμική της Επιτυχίας, η Μέθοδος Σίλβα κ.α.
γ. Παγκόσμια Ενέργεια: Η πί­στη σε μια παγκόσμια η πανσυμπαντική ενέργεια, η οποία βρίσκεται μέ­σα και είναι εναρμονισμένη με όλα τα πράγματα, είναι εκείνη, που, όταν με την κατάλληλη τεχνική ενεργοποιηθεί, τότε θεραπεύει. Με τον έλεγχο αυτής της παγκοσμίου ενέργειας, μέσω διαφόρων τεχνικών, όπως βε­λονισμός, ιριδολογία, θεραπευτικό άγγιγμα, θεραπεία με κρυστάλλους κ.τ.λ, προσπαθούν να συντονιστούν με αυτή την πανσυμπαντική δύνα­μη, η οποία ταυτίζεται με τον Θεό, για να αποκτήσουν πνευματιστικές δυνάμεις, για να μπορούν δήθεν να αυτοθεραπεύονται.
δ. Υπερφυσική: Αυτή συμπεριλαμ­βάνει στις τεχνικές της όλες τις ομάδες εκείνες που χρησιμοποιούν πνευματιστικές, αποκρυφιστικές, μα­γικές και σατανιστικές διαδικασίες. Όλες αυτές οι ομάδες θεωρούν την αιτία της αρρώστιας ως απάτη ή ως αποτέλεσμα του κάρμα, δηλαδή του χρέους, που φέρει ο άνθρωπος μέσα του από μία προηγούμενη ζωή.
Στις περισσότερες, αν όχι σε όλες, τις κινήσεις που δραστηριοποιούνται στο χώρο των «εναλλακτικών θερα­πειών» συναντούμε όλες τις πιο πά­νω κατηγορίες, δίνοντας ενδεχομένως περισσότερη έμφαση σε μία από αυτές.
Αντιλαμβάνεται κανείς ότι μέσα από αυτή την θεώρηση της υγείας του ανθρώπου καραδοκούν, εκτός των άλλων, δύο βασικοί κίνδυνοι: α) η αλλαγή φρονήματος και τρόπου ζωής σε σχέση με την Ορθόδοξη Πίστη μας και β) ο κίνδυνος της προσω­πικής και κοινωνικής υγείας του ανθρώπου, που προέρχεται από την απολυτοποίηση των μεθόδων και τεχνικών αυτών ή την εξάρτηση από την ομάδα ή τον θεραπευτή.
Καλούμαστε, λοιπόν, μέσα από τις εργασίες του Δ' Διορθόδοξου Δικτύ­ου μας να μελετήσουμε το φαινόμε­νο αυτό και με σοβαρότητα, σύνε­ση, χωρίς φανατισμούς και ακρότη­τες και κυρίως μέσα από το φως της Ορθοδόξου διδασκαλίας και ζωής να καταλήξουμε στα συμπεράσματα εκείνα που θα βοηθήσουν την ποιμαίνουσα Εκκλησία μας στην στή­ριξη του ποιμνίου της.
Ευχαριστώ όλους σας και εύχο­μαι ο Τριαδικός μας Θεός να κα­τευθύνει τα διαβήματα και τις διά­νοιες μας στον ορθό δρόμο. Αμήν.


Αναδημοσίευση από το περιοδικό της Παγκύπριας Ένωσης Γονέων «ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΣ»

Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ

(6 ΜΑΪΟΥ 2012)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐ­γέ­νε­το Πτρον δι­ερ­χό­με­νον δι­ὰ πάν­των κα­τελ­θεῖν κα πρς τος ἁ­γί­ους τος κα­τοι­κοῦν­τας Λδδαν. εὗ­ρε δ ἐ­κεῖ ἄν­θρω­πόν τι­να Αἰ­νέ­αν ὀ­νό­μα­τι, ξ ἐ­τῶν ὀ­κτὼ κα­τα­κε­ί­με­νον ἐ­πὶ κρα­βάτ­τῳ, ς ν πα­ρα­λε­λυ­μέ­νος. κα εἶ­πεν αὐ­τῷ Πτρος· Αἰ­νέ­α, ἰ­ᾶ­ταί σε Ἰ­η­σοῦς ὁ Χρι­στός· ἀ­νά­στη­θι κα στρῶ­σον σε­αυ­τῷ. κα εὐ­θέ­ως ἀ­νέ­στη. κα εἶ­δον αὐ­τὸν πάν­τες ο κα­τοι­κοῦν­τες Λδδαν κα τν Σρωνα, οἵ­τι­νες ἐ­πέ­στρε­ψαν ἐ­πὶ τν Κριον. ν Ἰόππ δ τις ν μα­θή­τρι­α ὀ­νό­μα­τι Τα­βι­θά, δι­ερ­μη­νευ­ο­μέ­νη λέ­γε­ται Δορ­κάς· αὕ­τη ν πλή­ρης ἀ­γα­θῶν ἔρ­γων κα ἐ­λε­η­μο­συ­νῶν ὧν ἐ­πο­ί­ει. ἐ­γέ­νε­το δ ν τας ἡ­μέ­ραις ἐ­κε­ί­ναις ἀ­σθε­νή­σα­σαν αὐ­τὴν ἀ­πο­θα­νεῖν· λο­ύ­σαν­τες δ αὐ­τὴν ἔ­θη­καν ἐν ὑ­πε­ρώ­ῳ. ἐγ­γὺς δ οὔ­σης Λδδης τ Ἰόππ ο μα­θη­ταὶ ἀ­κο­ύ­σαν­τες ὅ­τι Πτρος ἐ­στὶν ἐν αὐ­τῇ, ἀ­πέ­στει­λαν δύ­ο ἄν­δρας πρς αὐ­τὸν πα­ρα­κα­λοῦν­τες μ ὀ­κνῆ­σαι δι­ελ­θεῖν ἕ­ως αὐ­τῶν. ἀ­να­στὰς δ Πτρος συ­νῆλ­θεν αὐ­τοῖς· ν πα­ρα­γε­νό­με­νον ἀ­νή­γα­γον ες τ ὑ­πε­ρῷ­ον, κα πα­ρέ­στη­σαν αὐ­τῷ πᾶ­σαι α χῆ­ραι κλα­ί­ου­σαι κα ἐ­πι­δει­κνύ­με­ναι χι­τῶ­νας κα ἱ­μά­τι­α ὅ­σα ἐ­πο­ί­ει με­τ' αὐ­τῶν οὖ­σα Δορ­κάς. ἐκ­βα­λὼν δ ἔ­ξω πάν­τας Πτρος κα θες τ γό­να­τα προ­ση­ύ­ξα­το, κα ἐ­πι­στρέ­ψας πρς τ σῶ­μα εἶ­πε· Τα­βι­θά, ἀ­νά­στη­θι. δ ἤ­νοι­ξε τος ὀ­φθαλ­μοὺς αὐ­τῆς, κα ἰ­δοῦ­σα τν Πτρον ἀ­νε­κά­θι­σε. δος δ αὐ­τῇ χεῖ­ρα ἀ­νέ­στη­σεν αὐ­τήν, φω­νή­σας δ τος ἁ­γί­ους κα τς χή­ρας πα­ρέ­στη­σεν αὐ­τὴν ζῶ­σαν. γνω­στὸν δ ἐ­γέ­νε­το κα­θ' ὅ­λης τς Ἰόππης, κα πολ­λοὶ ἐ­πί­στευ­σαν ἐ­πὶ τν Κριον. 

                                                                                         (Πράξ. Ἀποστ. θ΄ [9] 32 – 42)

Ο­ΜΙ­ΛΙΑ ΣΤΟΝ Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΟ

1. Δύ­ο με­γά­λα θαύ­μα­τα, πού ἔ­κα­με ὁ ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος, μᾶς δι­η­γεῖ­ται τὸ ση­με­ρι­νό ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα. Δύ­ο θαύ­μα­τα ἐ­ξαί­ρε­τα. Τὸ πρῶ­το ἔ­γι­νε στή πό­λη Λύδ­δα, πού βρι­σκό­ταν με­τα­ξύ τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ καὶ τῆς Ἰ­όπ­πης. Πε­ρι­ό­δευ­ε ὁ ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος στίς πό­λεις, γιά νά ἐ­πι­οι­νω­νεῖ μέ τούς Χρι­σια­νούς καί νά τούς στη­ρί­ζει.  Ἔ­φθα­σε ἔ­τσι «καί πρὸς τοὺς ἀ­γί­ους τούς κα­τοι­κοῦν­τας Λύδ­δαν». Ἐ­κεῖ λοι­πὸν «εὗ­ρεν ἄν­θρω­πόν τι­να Αἰ­νέ­αν ὀ­νό­μα­τι, ἐξ ἐ­τῶν ὀ­κτώ κα­τα­κεί­με­νον ἐ­πὶ κρα­βάτ­τῳ, ὅς ἦν πα­ρα­λε­λυ­μέ­νος». Βρῆ­κε ἕ­να Χρι­στια­νό, τόν Αἰ­νέ­α. Εἶ­χεν αὐ­τὸς ὀ­κτὼ χρό­νια πα­ρά­λυ­τος καί βρι­σκό­ταν ξα­πλω­μέ­νος στό κρεβ­βά­τι του. Τόν συμ­πά­θη­σε ὁ Πέ­τρος. Τόν λυ­πή­θη­κε.  Ἐ­πει­δὴ δὲ ἀ­σφα­λῶς ὁ Αἰ­νέ­ας ἔ­δει­ξε καὶ πί­στη στόν Κύ­ριο, ὁ Πέ­τρος προ­χώ­ρη­σε καί τή συμ­πά­θειά του τὴν με­τέ­τρε­ψε σέ εὐ­ερ­γσεί­α. Τοῦ εἶ­πε: «Αἰ­νέ­α, ἰᾶ­ται σε Ἰ­η­σοῦς ὁ Χρι­στός· ἀ­νά­στη­θι καὶ στρῶ­σον σε­αυ­τῷ». Ὁ Ἰ­η­σοῦς, πού εἶ­ναι ὁ ἀ­λη­θι­νὸς Μεσ­σί­ας, σὲ θε­ρα­πεύ­ει ἀ­πὸ τὴν ἀ­σθέ­νειά σου. Σή­κω καὶ στρῶ­σε μό­νος σου τὸ κρεβ­βά­τι σου. Μὲ τὴ δι­α­τα­γὴ αὐ­τὴ τοῦ Ἀ­πο­στό­λου τὸ θαῦ­μα ἔ­γι­νε. Ὁ Αἰ­νέ­ας «εὐ­θέ­ως ἀ­νέ­στη». Ἀ­μέ­σως ση­κώ­θη­κε ὁ Αἰ­νέ­ας τε­λεί­ως ὑ­γι­ής. Με­γά­λο καί σπου­δαῖ­ο τό θαῦ­μα! Καὶ ἔ­κα­με με­γά­λη ἐν­τύ­πω­ση. Καὶ ἀ­πὸ στό­μα σὲ στό­μα δι­α­δό­θη­κε. Καὶ ἔ­τσι «εἶ­δον τόν Αἰ­νέ­αν πάν­τες οἱ κα­τοι­κοῦν­τες Λύδ­δαν καὶ τὴν πε­διά­δα τοῦ Σά­ρω­νος, οἱ ὁ­ποῖ­οι καὶ ἐ­πέ­στρε­ψαν ἐ­πὶ τὸν Κύ­ριον». Ἐ­πί­στευ­σαν στόν Χρι­στό καὶ ἐ­πέ­στρε­ψαν πλη­σί­ον Του.

Ἡ συμ­πά­θεια τοῦ ἀ­πο­στό­λου Πέ­τρου, ἀ­δελ­φοί, πρὸς τὸν πο­νε­μέ­νο ἐ­κεῖ­νο ἄν­θρω­πο καί ἡ προ­θυ­μί­α του νὰ τὸν θε­ρα­πεύ­σει καὶ τὸν ἀ­παλ­λά­ξει ἀ­πὸ τὸ βά­σα­νό του μᾶς δι­δά­σκει πῶς κι ἐ­μεῖς πρέ­πει νὰ δι­α­τι­θέ­με­θα πρὸς τὸν πό­νο τῶν συ­ναν­θρώ­πων μας. Μᾶς λέ­γει πό­σον καὶ ἐ­μεῖς πρέ­πει νά εἴ­μα­στε συμ­πα­θεῖς πρὸς ἐ­κεί­νους πού πο­νοῦν εἴ­τε ἀ­πό ἀ­σθέ­νει­ες εἴ­τε ἀ­πὸ ἄλ­λες αἰ­τί­ες. Οἰ καρ­δι­ές μας νά εἶ­ναι μα­λα­κές καί νά μᾶς συγ­κι­νεῖ ὁ πό­νος τῶν ἀ­δελ­φῶν μας. Δι­ό­τι οἱ ἄλ­λοι Χρι­στια­νοὶ δὲν μᾶς εἶ­ναι ξέ­νοι. Εἶ­ναι καὶ ἐ­κεῖ­νοι ὅ­πως κι ἐ­μεῖς μέ­λη τοῦ σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Εἶ­ναι κι αὐ­τοὶ τέ­κνα τοῦ Θε­οῦ καὶ ἀ­δελ­φοὶ δι­κοί μας. Καὶ ἑ­πο­μέ­νως, ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ­νοι πά­σχουν καὶ ὑ­πο­φέ­ρουν, κα­θῆ­κον εἶ­ναι νὰ συμ­πά­σχου­με κι ἐ­μεῖς μα­ζί τους. Ὅ­πως γί­νε­ται μὲ τὸ σῶ­μα μας. Ὅ­ταν κά­ποι­ο μέ­λος ὑ­πο­φέ­ρει, ὁ­λό­κλη­ρο τό σῶ­μα μας ὑ­πο­φέ­ρει. Ὅ­πως γί­νε­ται καὶ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά μας. Ὅ­ταν ἕ­να μέ­λος της κλαί­ει, τὰ ἄλ­λα δὲν μέ­νουν ἀ­δι­ά­φο­ρα. Συμ­πα­θοῦν, συγ­κι­νοῦν­ται, κλαί­ουν καὶ αὐ­τά. Καὶ ὄ­χι μό­νο νὰ συμ­πα­θοῦ­με τὸν πό­νο τῶν συ­ναν­θρώ­πων μας πρέ­πει, ἀλ­λά καί μέ ὅ,τι μπο­ροῦ­με νά ἐρ­χό­μα­στε σέ βο­ή­θειά τους. Καὶ νὰ δεί­χνου­με ἔμ­πρα­κτα τή συμ­πά­θειά μας. Νὰ σπεύ­δου­με νά βο­η­θή­σου­με ἐ­κεῖ­νο πού πο­νεῖ. Νὰ τὸν πε­ρι­ποι­η­θοῦ­με ὅ­σο μπο­ροῦ­με. Νὰ τοῦ ἐ­λα­φρώ­σου­με τόν πό­νο. Νά προ­σευ­χη­θοῦ­με γι’ αὐ­τόν στόν Κύ­ριο. Νά τοῦ δεί­ξου­με ὅ­σο τό τὸ δυ­να­τὸ πε­ρισ­σό­τε­ρο τήν ἀ­γά­πη μας. Ἔ­τσι φέ­ρε­ται ὁ Χρι­στια­νός. Ὅ­πως τὸ ἔ­κα­με ὁ  ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος στόν Αἰ­νέ­α, ἀλ­λά ὅ­πως καί στή συ­νέ­χεια ἔ­πρα­ξε.

2. Δε­κα­πέν­τε πε­ρί­που χι­λι­ό­με­τρα ἀ­πὸ τὴ Λύδ­δα βρι­σκό­ταν ἡ Ἰ­όπ­πη. Ἡ Γιά­φφα. Ἐ­κεῖ οἱ πι­στοί εἶ­χαν πέν­θος. Δι­ό­τι μιά Χρι­στια­νή, πι­στὴ «μα­θή­τρια ὀ­νό­μα­τι Τα­βι­θὰ» εἶ­χε ἀρ­ρω­στή­σει καὶ ἀ­πο­θά­νει. Τὴν ἔ­λου­σαν λοι­πὸν καὶ τὴν ἔ­βα­λαν στό ἐ­πά­νω δι­α­μέ­ρι­σμα τῆς οἰ­κί­ας της. Ἦ­σαν ὅ­μως πο­λὺ λυ­πη­μέ­νοι οἱ Χρι­στια­νοί. Δι­ό­τι ἡ Τα­βι­θὰ ἦ­ταν σπου­δαί­α Χρι­στια­νή. Ἦ­ταν «πλή­ρης ἀ­γα­θῶν ἔρ­γων καὶ ἐ­λε­η­μο­συ­νῶν». Ἔ­κα­μνε συ­νε­χῶς ἀ­γα­θο­ερ­γί­ες καὶ ἐ­λη­μο­σύ­νες. Καί μέ τήν ἀ­ρε­τή της δί­δα­σκε ὅ­λους. Γι’ αὐ­τό οἱ Χρι­στια­νοὶ τῆς Ἰ­όπ­πης, ὅ­ταν ἄ­κου­σαν ὅ­τι ὁ ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος ἦ­ταν στή γει­το­νι-κὴ Λύδ­δα, «ἀ­πέ­στει­λαν δύ­ο ἄν­δρας πρὸς αὐ­τὸν» καὶ τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν νά ἔλ­θει σ’ αὐ­τούς γιά νά συμ­πα­ρα­στα­θεῖ στή θλί­ψη τους. Πράγ­μα­τι ὁ Πέ­τρος ἀ­μέ­σως «ἀ­να­στάς συ­νῆλ­θεν αὐ­τοῖς». Καὶ ὅ­ταν ἔ­φθα­σε, τὸν ἀ­νέ­βα­σαν στό δω­μά­τιο τῆς νε­κρῆς καί ἐ­κεῖ πα­ρου­σι­ά­σθη­καν «πᾶ­σαι αἱ χῆ­ραι κλαί­ου­σαι καί τοῦ ἔ­δει­χναν τό ὑ­πο­κά­μι­σα καί τὰ πα­νω­φό­ρια, τά ὁ­ποῖ­α τούς ἔ­κα­μνεν ἡ Τα­βι­θὰ ὅ­ταν ἦ­ταν μα­ζὶ τους». Ὅ­λη αὐ­τή ἡ σκη­νὴ συγ­κί­νησε τὸν Πέ­τρον, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­φοῦ ἔ­βγα­λε ὅ­λους ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο, γο­νά­τι­σε καί προ­σευ­χή­θη­κε. Με­τά γύ­ρι­σε στό σῶ­μα καὶ εἶ­πε: «Τα­βι­θά, ἀ­νά­στη­θι». Σή­κω ἐ­πά­νω. Ἡ Τα­βι­θὰ «ἄ­νοι­ξε τούς ὀ­φθαλ­μούς καί ἰ­δοῦ­σα τόν Πέ­τρον ἀ­νε­κά­θι­σε». Ἐ­κεῖ­νος τό­τε τῆς ἔ­δω­σε τὸ χέ­ρι καί τή σή­κω­σε ὄρ­θια. Ἀ­φοῦ δέ  φώ­να­ξε τοὺς Χρι­στια­νοὺς καὶ μά­λι­στα τίς χῆ­ρες, τοὺς τὴν πα­ρου­σί­α­σε ζων­τα­νή. Καί ὅ­λοι τους γέ­μι­σαν ἀ­πὸ χα­ρά. Τό με­γά­λο αὐ­τό θαῦ­μα «γνω­στὸν ἐ­γέ­νε­το δι’ ὅ­λης τῆς Ἰ­όπ­πης καί πολ­λοί ἐ­πί­στευ­σαν σὰν ἐ­πὶ τὸν Κύ­ριον».

Ἀ­λή­θεια, πό­σο ψη­λὰ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­νε­βεῖ ἡ Χρι­στια­νὴ γυ­ναί­κα, ὅ­ταν εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κή μα­θή­τρια τοῦ Κυ­ρί­ου μας. Γί­νε­ται με­γά­λος πα­ρά­γων στήν κοι­νω­νί­α. Πα­ρά­γων εὐ­ερ­γε­τι­κός. Μὲ τὴν ἀ­γά­πη της. Μὲ τὰ ἔρ­γα της τὰ ἀ­γα­θά. Μὲ τὴ χρι­στι­α­νι­κή της προ­θυ­μί­α. Μέ τή συμ­πα­ρά­στα­σή της πρὸς τοὺς πτω­χούς, τὰ ὀρ­φα­νά, τίς χῆ­ρες. Μὲ τὸ χρι­στι­α­νι­κό της πα­ρά­δειγ­μα. Ἄν εἶ­ναι καὶ μορ­φω­μέ­νη, καί μέ τή δι­δα­σκα­λί­αν της πρὸς τίς ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες. Τὴν παίρ­νει ὁ Θε­ός καί τήν χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιὰ τὴ δό­ξα Του. Τὴν κά­μνει ὄρ­γα­νό Του γιὰ τὸ κα­λὸ καί τή σω­τη­ρί­α τῶν ἄλ­λων. Ἐρ­γά­ζε­ται δι’ αὐ­τῆς ὁ Θε­ὸς ἔρ­γα θαυ­μα­στὰ καὶ με­γά­λα. Δέν τό βλέ­πο­με καί στήν ἐ­πο­χή μας αὐ­τό; Οἱ ἀ­δελ­φές νο­σο­κό­μες, ὅ­ταν εἶ­ναι πι­στές στόν Χρι­στό, ποι­ά βο­ή­θεια καί ἀ­να­κού­φι­ση σώ­μα­τος καὶ ψυ­χῆς δὲν προ­σφέ­ρουν στούς ἀ­σθε­νεῖς; Οἱ δα­σκά­λες καί κα­θη­γή­τρι­ες στά σχο­λεῖ­α, ὅ­ταν εἶ­ναι εὐ­σε­βεῖς, πό­σον ἐ­νι­σχύ­ουν καὶ στη­ρί­ζουν στό σω­στό δρό­μο τά παι­διά, ἀλ­λά καί τούς γο­νεῖς τους! Οἱ εὐ­σε­βεῖς γυ­ναῖ­κες, πού ἔ­χουν οἰ­κο­γέ­νεια, πό­σον εὐ­ερ­γε­τι­κές γί­νον­ται στό σπί­τι τους, στά παι­διά τους, στούς συγ­γε­νεῖς, στούς φί­λους! Καὶ πό­σα δὲν προ­σφέ­ρουν στή κοι­νω­νί­α γε­νι­κό­τε­ρα μέ τά ἔρ­γα τῆς ἀ­γά­πης, τῆς ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς, τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ τους πα­ρα­δείγ­μα­τος. Αὐ­τές εἶ­ναι οἱ ἀ­λη­θι­νά κοι­νω­νι­κές γυ­ναῖ­κες καί ὄ­χι οἱ ἄλ­λες οἱ μα­ται­ό­δο­ξες, οἱ ἐ­γω­ί­στρι­ες, ὅ­σες κυ­τά­ζουν τό γλέν­τι τους. Ἄς προ­σευ­χό­μα­στε, ἀ­δελ­φοί, μα­θή­τρι­ες τοῦ Χρι­στοῦ νά χα­ρί­σει ὁ Κύ­ριος στήν Πα­τρί­δα μας. Τέ­τοι­ες νά γί­νουν ὅ­λες οἱ Ἑλ­λη­νί­δες γυ­ναῖ­κες.

(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

          Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς ες Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. ἔ­στι δ ν τος Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μοις ἐ­πὶ τ προ­βα­τι­κῇ κο­λυμ­βή­θρα, ἐ­πι­λε­γο­μέ­νη Ἑ­βρα­ϊ­στὶ Βη­θεσδά, πέν­τε στο­ὰς ἔ­χου­σα. ν τα­ύ­ταις κα­τέ­κει­το πλῆ­θος τν ἀ­σθε­νο­ύν­των, τυ­φλῶν, χω­λῶν, ξη­ρῶν, ἐκ­δε­χο­μέ­νων τν το ὕ­δα­τος κί­νη­σιν. ἄγ­γε­λος γρ κα­τὰ και­ρὸν κα­τέ­βαι­νεν ν τ κο­λυμ­βή­θρᾳ, κα ἐ­τα­ράσ­σε­ τ ὕ­δωρ· ον πρῶ­τος ἐμ­βὰς με­τὰ τν τα­ρα­χὴν το ὕ­δα­τος ὑ­γι­ὴς ἐ­γί­νε­το ᾧ δή­πο­τε κα­τε­ί­χε­το νο­σή­μα­τι. ν δ τις ἄν­θρω­πος ἐ­κεῖ τρι­ά­κον­τα κα ὀ­κτὼ ἔ­τη ἔ­χων ἐν τ ἀ­σθε­νε­ί­ᾳ αὐ­τοῦ. τοῦ­τον ἰ­δὼν ὁ Ἰ­η­σοῦς κα­τα­κε­ί­με­νον, κα γνος ὅ­τι πο­λὺν ἤ­δη χρό­νον ἔ­χει, λέ­γει αὐ­τῷ· Θλεις ὑ­γι­ὴς γε­νέ­σθαι; ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τῷ ἀ­σθε­νῶν· Κριε, ἄν­θρω­πον οκ ἔ­χω, ἵ­να ὅ­ταν τα­ρα­χθῇ τ ὕ­δωρ, βά­λῃ με ες τν κο­λυμ­βή­θραν· ν δ ἔρ­χο­μαι ἐγώ ἄλ­λος πρ ἐ­μοῦ κα­τα­βα­ί­νει. λέ­γει αὐ­τῷ Ἰ­η­σοῦς· Ἔ­γει­ρε, ἆ­ρον τν κρά­βατ­τόν σου κα πε­ρι­πά­τει. κα εὐ­θέ­ως ἐ­γέ­νε­το ὑ­γι­ὴς ὁ ἄν­θρω­πος, κα ἦ­ρε τν κρά­βατ­τον αὐ­τοῦ κα πε­ρι­ε­πά­τει. ν δ σάβ­βα­τον ν ἐ­κε­ί­νῃ τ ἡ­μέ­ρᾳ. ἔ­λε­γον ον ο Ἰ­ου­δαῖ­οι τ τε­θε­ρα­πευ­μέ­νῳ· Σββατν ἐ­στιν· οκ ἔ­ξε­στί σοι ἆ­ραι τν κρά­βατ­τον. ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τοῖς· ποι­ή­σας με ὑ­γι­ῆ, ἐ­κεῖ­νός μοι εἶ­πεν· ἆ­ρον τν κρά­βατ­τόν σου κα πε­ρι­πά­τει. ἠ­ρώ­τη­σαν ον αὐ­τόν· Τς ἐ­στιν ὁ ἄν­θρω­πος ὁ εἰ­πών σοι, ἆ­ρον τν κρά­βατ­τόν σου κα πε­ρι­πά­τει; δ ἰ­α­θεὶς οκ ᾔ­δει τς ἐ­στιν· γρ Ἰ­η­σοῦς ἐ­ξέ­νευ­σεν ὄ­χλου ὄν­τος ἐν τ τό­πῳ. με­τὰ ταῦ­τα εὑ­ρί­σκει αὐ­τὸν Ἰ­η­σοῦς ἐν τ ἱ­ε­ρῷ κα εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ἴ­δε ὑ­γι­ὴς γέ­γο­νας· μη­κέ­τι ἁ­μάρ­τα­νε, ἵ­να μ χεῖ­ρόν σο τι γέ­νη­ται. ἀ­πῆλ­θεν ὁ ἄν­θρω­πος κα ἀ­νήγ­γει­λε τος Ἰ­ου­δα­ί­οις ὅ­τι Ἰ­η­σοῦς ἐ­στιν ὁ ποι­ή­σας αὐ­τὸν ὑ­γι­ῆ.

                                                        (Ἰωάν. ε΄[5] 1 – 15 )

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ὕ­στε­ρα ἀπ’ αὐ­τὰ ἦ­ταν ἡ ἑ­ορ­τὴ τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, πι­θα­νό­τα­τα ἡ ἑ­ορ­τὴ τῶν Που­ρίμ, πού ἔ­πε­φτε πε­ρί­που ἕ­να μή­να πρὶν τὸ Πά­σχα. Κα­τὰ τὴν ἑ­ορ­τὴ αὐ­τὴ ἀ­νέ­βη­κε ὁ Ἰησοῦς στὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Ἐκεῖ, στὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, κον­τὰ στὴν προ­βα­τι­κὴ πύ­λη τοῦ τεί­χους τῆς πό­λε­ως ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α λί­μνη στὴν ὁποία κο­λυμ­ποῦ­σαν, καὶ ἡ ὁ­ποί­α στὴν ἑ­βρα­ϊ­κὴ γλώσ­σα ὀ­νο­μα­ζό­ταν Βη­θεσ­δά. Ἡ κο­λυμ­βή­θρα αὐ­τὴ εἶ­χε τριγύ­ρω της πέν­τε στο­ές, πέν­τε θο­λω­τὰ ὑ­πό­στε­γα. Σ' αὐ­τὰ τὰ θο­λω­τὰ ὑ­πό­στε­γα βρί­σκον­ταν ξα­πλω­μένοι πά­ρα πολ­λοὶ ἄρ­ρω­στοι, τυ­φλοί, κου­τσοί, ἄν­θρω­ποι μὲ κά­ποι­ο μέ­λος πι­α­σμέ­νο καὶ ἀ­ναί­σθη­το ἢ ἀ­τρο­φι­κὸ· κι ὅ­λοι αὐ­τοὶ πε­ρί­με­ναν νὰ κι­νη­θεῖ τὸ νε­ρὸ τῆς κο­λυμβή­θρας. Δι­ό­τι ἀ­πὸ και­ρὸ σὲ και­ρὸ ἕ­νας ἄγ­γε­λος κα­τέ­βαι­νε στὴν κο­λυμ­βή­θρα καὶ ἀ­να­τά­ρα­ζε τὰ νε­ρά της. Καὶ ὅ­ποι­ος ἔμ­παι­νε πρῶ­τος σ' αὐ­τὴ με­τὰ τὴν ἀ­να­τά­ρα­ξη τοῦ νε­ροῦ, γι­νό­ταν ὑ­γι­ής, ὁ­ποι­α­δή­πο­τε κι ἂν ἦ­ταν ἡ ἀρ­ρώ­στια πού εἶ­χε. Ὑ­πῆρ­χε λοι­πὸν ἐκεῖ ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος τῶν ἀρρώ­στων καὶ κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος πού ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος τριά­ντα ὀ­κτὼ ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια. Ὅ­ταν τὸν εἶ­δε ὁ Ἰησοῦς νὰ εἶ­ναι ξα­πλω­μέ­νος κά­τω καὶ μὲ τὸ θεῖ­ο Του βλέμ­μα δι­έ­κρι­νε ὅ­τι ἀ­πὸ πο­λὺ και­ρὸ εἶχε αὐ­τὴν τὴν ἀ­σθέ­νεια, τοῦ εἶ­πε: Θέ­λεις νὰ γί­νεις ὑ­γι­ής; Καὶ μὲ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση αὐ­τὴ ὁ Κύ­ριος ἔ­δι­νε ἀ­φορ­μὴ στὸν πα­ρά­λυ­το νὰ ζη­τή­σει τὴ βο­ή­θειά Του. Πράγ­μα­τι λοι­πὸν ὁ ἄρ­ρω­στος τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε: Κύ­ρι­ε, δὲν ἔ­χω ἄν­θρω­πο νὰ μὲ ρί­ξει στὴν κο­λυμ­βή­θρα ἀ­μέ­σως μό­λις ἀ­να­τα­ρα­χθοῦν τὰ νε­ρά της. Κι ἐ­νῶ προ­σπα­θῶ νὰ πλη­σιά­σω ἐγώ μό­νος μου, προ­λα­βαί­νει ἄλ­λος καὶ κα­τε­βαί­νει στὸ νε­ρὸ πρὶν ἀ­πὸ μέ­να. Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς: Σή­κω ἐ­πά­νω, πά­ρε τὸ κρε­βά­τι σου στὸν ὦ­μο σου καὶ περ­πάτα. Κι ἀ­μέ­σως ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­γι­νε κα­λά, πῆ­ρε τὸ κρε­βά­τι του καὶ περ­πα­τοῦ­σε ἐ­λεύ­θε­ρα.

Ἦ­ταν ὅ­μως Σάβ­βα­το ἡ ἡμέρα πού ἔ­γι­νε αὐ­τό. Ἔ­λε­γαν λοι­πὸν οἱ πρό­κρι­τοι Ἰ­ου­δαῖ­οι στὸν θε­ρα­πευ­μέ­νο: Σή­με­ρα εἶ­ναι Σάβ­βα­το. Δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ ση­κώ­νεις καὶ νὰ με­τα­φέ­ρεις τὸ κρε­βά­τι σου. Αὐ­τὸς ὅ­μως τοὺς ἀ­πο­κρί­θη­κε: Ἐ­κεῖ­νος πού μὲ ἔ­κα­νε κα­λὰ μὲ θαῦμα καὶ θε­ϊ­κὴ δύ­να­μη, αὐ­τὸς μοῦ εἶ­πε, πά­ρε τὸ κρε­βά­τι σου καὶ περπάτα. Με­τὰ λοι­πὸν ἀ­πὸ τὴν ἀ­πάν­τη­ση αὐ­τὴ τὸν ρώ­τη­σαν ἐ­κεῖ­νοι: Ποι­ὸς εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς πού σοῦ εἶπε πά­ρε τὸ κρε­βά­τι σου καὶ περπάτα; Ὁ θε­ρα­πευ­μέ­νος ὅ­μως πα­ρά­λυ­τος δὲν ἤ­ξε­ρε ποι­ὸς εἶ­ναι· δι­ό­τι ὁ Ἰησοῦς εἶ­χε φύ­γει ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος καί εἶχε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Καὶ ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ, δι­ό­τι ὓπῆρ­χε πο­λὺς λα­ὸς στὸν τό­πο πού ἔ­γι­νε τὸ θαῦ­μα. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἀρ­κε­τὸ και­ρὸ τὸν βρῆ­κε ὁ Ἰησοῦς στό ἱ­ε­ρὸ καὶ τοῦ εἶ­πε: Βλέ­πεις, τώ­ρα ἔ­χεις γί­νει ὑ­γι­ής. Πρόσεξε λοι­πὸν ἀ­πὸ δῶ καὶ πέ­ρα νὰ μὴν ἁ­μαρ­τά­νεις πιά γιὰ νὰ μὴ πά­θεις τί­πο­τε χει­ρό­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν ἀσθένεια πού εἶ­χες, καὶ ἡ ὁ­ποί­α σοῦ συ­νέ­βη ἀ­πὸ τὶς ἁμαρτίες σου. Πρό­σε­ξε μὴν πά­θεις χει­ρό­τε­ρη συμ­φο­ρὰ στὸ σῶμα σου, καὶ χά­σεις μα­ζὶ μὲ τὴν ὑ­γεί­α τοῦ σώματός σου καὶ τὴν ψυ­χή σου. Ἔ­φυ­γε τό­τε ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ τὸ ἱ­ε­ρὸ καί, ἀφοῦ συνάν­τη­σε τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους, τοὺς ἀ­νήγ­γει­λε ὅ­τι ὁ Ἰησοῦς ἦ­ταν αὐ­τὸς πού τὸν γι­ά­τρε­ψε.