Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(21 ΙΟΥΝΙΟΥ 2015)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
     Ἀδελφοί, δι­και­ω­θέν­τες κ πί­στε­ως εἰ­ρή­νην ἔ­χο­μεν πρς τν Θε­ὸν δι­ὰ το Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, δι' ο κα τν προ­σα­γω­γὴν ἐ­σχή­κα­μεν τ πί­στει ες τν χά­ριν τα­ύ­την ν ἑ­στή­κα­μεν, κα καυ­χώ­με­θα ἐ­π' ἐλ­πί­δι τς δό­ξης το Θε­οῦ. ο μό­νον δ, ἀλ­λὰ κα καυ­χώ­με­θα ν τας θλί­ψε­σιν, εἰ­δό­τες ὅ­τι ἡ θλῖ­ψις ὑ­πο­μο­νὴν κα­τερ­γά­ζε­ται, δ ὑ­πο­μο­νὴ δο­κι­μήν, δ δο­κι­μὴ ἐλ­πί­δα, δ ἐλ­πὶς ο κα­ται­σχύ­νει, ὅ­τι ἡ ἀ­γά­πη το Θε­οῦ ἐκ­κέ­χυ­ται ἐν τας καρ­δί­αις ἡ­μῶν δι­ὰ Πνε­ύ­μα­τος ἁ­γί­ου το δο­θέν­τος ἡ­μῖν. ἔ­τι γρ Χρι­στὸς ὄν­των ἡ­μῶν ἀ­σθε­νῶν κα­τὰ και­ρὸν ὑ­πὲρ ἀ­σε­βῶν ἀ­πέ­θα­νε. μό­λις γρ ὑ­πὲρ δι­κα­ί­ου τις ἀ­πο­θα­νεῖ­ται· ὑ­πὲρ γρ το ἀ­γα­θοῦ τά­χα τις κα τολ­μᾷ ἀ­πο­θα­νεῖν. συ­νί­στη­σι δ τν ἑ­αυ­τοῦ ἀ­γά­πην ες ἡ­μᾶς ὁ Θε­ὸς, ὅ­τι ἔ­τι ἁ­μαρ­τω­λῶν ὄν­των ἡ­μῶν Χρι­στὸς ὑ­πὲρ ἡ­μῶν ἀ­πέ­θα­νε. πολ­λῷ ον μᾶλ­λον δι­και­ω­θέν­τες νν ν τ αἵ­μα­τι αὐ­τοῦ σω­θη­σό­με­θα δι' αὐ­τοῦ ἀ­πὸ τς ὀρ­γῆς. ε γρ ἐ­χθροὶ ὄν­τες κα­τηλ­λά­γη­μεν τ Θε­ῷ δι­ὰ το θα­νά­του το υἱ­οῦ αὐ­τοῦ, πολ­λῷ μᾶλ­λον κα­ταλ­λα­γέν­τες σω­θη­σό­με­θα ν τ ζω­ῇ αὐ­τοῦ.
                                                   (Ρωμ. ε΄[5] 1 – 10)
Ε­Ρ­Μ­Η­Ν­Ε­ΙΑ (Π.Ν.Τ­Ρ­Ε­Μ­Π­Ε­ΛΑ)
Ἀδελφοί, ἀφοῦ γίναμε δίκαιοι μέσω τῆς πίστεως, ἔχουμε εἰρήνη μὲ τὸν Θεὸ διαμέσου τῆς μεσιτείας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν πίστη μας πρὸς αὐτὸν μᾶς ἔχει ἤδη φέρει στὴν κατάσταση αὐτὴ τῆς χάριτος, στὴν ὁποία στεκόμαστε στερεά. Καὶ δὲν τρέμουμε τώρα τὴ θεία ὀργή, ἀλλά καυχόμαστε ἐλπίζοντας ὅτι θὰ ἀπολαύσουμε τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Καὶ δὲν καυχόμαστε μόνο γιὰ τὴ δόξα ποὺ ἐλπίζουμε, ἀλλά καυχόμαστε καὶ γιὰ τὶς θλίψεις  διότι γνωρίζουμε ὅτι ἡ θλίψη παράγει σιγά – σιγά ὡς μόνιμο καί τέλειο ἔργο τὴν ὑπομονή, ἡ ὑπομονὴ παράγει ἀρετὴ δοκιμασμένη καί τέλεια, καὶ ἡ δοκιμασμένη ἀρετὴ παράγει τὴν ἐλπίδα στό Θεό. Καὶ ἡ ἐλπίδα αὐτὴ δὲν ντροπιάζει καὶ δὲν διαψεύδει αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει, διότι ἡ ἀγάπη ποὺ ἔδειξε σέ μᾶς ὁ  Θεός, στὸν ὁποῖο ἐλπίζουμε, ἐκχύθηκε καὶ πλημμύρισε τὶς καρδιές μας μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ποὺ μᾶς δόθηκε ὡς ἀρραβώνας τῆς ἐλπίδας μας. Καὶ εἶναι πραγματικὰ ἀξιοθαύμαστη καὶ μοναδική ἡ ἀγάπη ποὺ μᾶς ἔδειξε ὁ Θεός. Διότι ὅταν ἐμεῖς ἤμασταν ἀκόμη ἀσθενεῖς πνευματικά καί δέν μπορούσαμε νὰ ἐργασθοῦμε τὸ καλὸ καὶ νὰ ἀπαλλαγοῦμε μόνοι μας ἀπό τήν ὀργή, ὁ Χριστὸς στὸν κατάλληλο χρόνο πού εἶχε ὁρίσει ὁ Θεός, πέθανε γιὰ νὰ σώσει ἀνθρώπους ἀσεβεῖς. Κι αὐτὸ ἀποδεικνύει πράγματι τὴ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ  διότι μόλις καὶ μετὰ βίας θὰ βρεθεῖ ἄνθρωπος  νά πεθάνει γιά κάποιον δίκαιο. Διότι γιὰ ἕναν καλὸ ἄνθρωπο ἴσως νὰ ἔκανε κανείς τὴν τόλμη νὰ πεθάνει. Ὁ Θεὸς ὅμως δείχνει περίτρανα τὴν ἀγάπη πού ἔχει ἀπό τὰ βάθη του γιά μᾶς, διότι ὁ Χριστὸς πέθανε γιά χάρη μας, ὅταν ἐμεῖς ἤμασταν ἀκόμη γεμάτοι ἁμαρτίες. Πολὺ περισσότερο λοιπὸν τώρα ποὺ δικαιωθήκαμε μὲ τὸ αἷμα καὶ τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ, θὰ σωθοῦμε μέσω  αὐτοῦ ἀπό τὴ μέλλουσα ὀργή. Διότι, ἐάν συμφιλιωθήκαμε μὲ τὸν Θεὸ μὲ τὸ θάνατο τοῦ Υἱοῦ του ὅταν ἤμασταν ἐχθροί, πολὺ περισσότερο τώρα πού συμφιλιωθήκαμε θὰ σωθοῦμε διαμέσου τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπάρχει πλέον ἀνάγκη νά πεθάνει, ἀλλά ζεῖ ἔνδοξος στοὺς οὐρανοὺς ὡς μεσίτης δικός μας.
 ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
     Εἶπεν ὁ Κύριος. λύ­χνος το σώ­μα­τός ἐ­στιν ὁ ὀ­φθαλ­μός. ἐ­ὰν ον ὀ­φθαλ­μός σου ἁ­πλοῦς ᾖ, ὅ­λον τ σῶ­μά σου φω­τει­νὸν ἔ­σται· ἐ­ὰν δ ὀ­φθαλμός σου πο­νη­ρὸς , ὅ­λον τ σῶ­μά σου σκο­τει­νὸν ἔ­σται. ε ον τ φς τ ν σο σκό­τος ἐ­στί, τ σκό­τος πό­σον; Οὐ­δεὶς δύ­να­ται δυ­σὶ κυ­ρί­οις δου­λε­ύ­ειν· γρ τν ἕ­να μι­σή­σει κα τν ἕ­τε­ρον ἀ­γα­πή­σει, ἑ­νὸς ἀν­θέ­ξε­ται κα το ἑ­τέ­ρου κα­τα­φρο­νή­σει· ο δύ­να­σθε Θε­ῷ δου­λε­ύ­ειν κα μα­μω­νᾷ. Δι­ὰ τοῦ­το λέ­γω ὑ­μῖν, μ με­ρι­μνᾶ­τε τ ψυ­χῇ ὑ­μῶν τ φά­γη­τε κα τ πί­η­τε, μη­δὲ τ σώ­μα­τι ὑ­μῶν τ ἐν­δύ­ση­σθε· οὐ­χὶ ψυ­χὴ πλεῖ­όν ἐ­στιν τς τρο­φῆς κα τ σῶ­μα το ἐν­δύ­μα­τος; ἐμ­βλέ­ψα­τε ες τ πε­τει­νὰ το οὐ­ρα­νοῦ, ὅ­τι ο σπε­ί­ρου­σιν οὐ­δὲ θε­ρί­ζου­σιν οὐ­δὲ συ­νά­γου­σιν ες ἀ­πο­θή­κας, κα πα­τὴρ ὑ­μῶν ὁ οὐ­ρά­νι­ος τρέ­φει αὐ­τά· οχ ὑ­μεῖς μᾶλ­λον δι­α­φέ­ρε­τε αὐ­τῶν; τς δ ξ ὑ­μῶν με­ρι­μνῶν δύ­να­ται προ­σθεῖ­ναι ἐ­πὶ τν ἡ­λι­κί­αν αὐ­τοῦ πῆ­χυν ἕ­να; κα πε­ρὶ ἐν­δύ­μα­τος τ με­ρι­μνᾶ­τε; κα­τα­μά­θε­τε τ κρί­να το ἀ­γροῦ πς αὐ­ξά­νει· ο κο­πι­ᾷ οὐ­δὲ νή­θει· λέ­γω δ ὑ­μῖν ὅ­τι οὐ­δὲ Σο­λο­μὼν ν πά­σῃ τ δό­ξῃ αὐ­τοῦ πε­ρι­ε­βά­λε­το ς ν το­ύ­των. Ε δ τν χόρ­τον το ἀ­γροῦ, σή­με­ρον ὄν­τα κα αὔ­ρι­ον ες κλί­βα­νον βαλ­λό­με­νον, Θε­ὸς οὕ­τως ἀμ­φι­έν­νυ­σιν, ο πολ­λῷ μᾶλ­λον ὑ­μᾶς, ὀ­λι­γό­πι­στοι; μ ον με­ρι­μνή­ση­τε λέ­γον­τες, τ φά­γω­μεν τ πί­ω­μεν τ πε­ρι­βα­λώ­με­θα; πάν­τα γρ ταῦ­τα τ ἔ­θνη ἐ­πι­ζη­τεῖ· οἶ­δε γρ πα­τὴρ ὑ­μῶν ὁ οὐ­ρά­νι­ος ὅ­τι χρῄ­ζε­τε το­ύ­των ἁ­πάν­των. ζη­τεῖ­τε δ πρῶ­τον τν βα­σι­λε­ί­αν το Θε­οῦ κα τν δι­και­ο­σύ­νην αὐ­τοῦ, κα ταῦ­τα πάν­τα προ­στε­θή­σε­ται ὑ­μῖν.
                                             (Ματθ.στ΄[6] 22 – 33)
Ο­Μ­Ι­Λ­ΙΑ Σ­ΤΟ Ε­Υ­Α­Γ­Γ­Ε­Λ­ΙΟ
Η ΠΡΟΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ 
ΤΙ ΘΗΣΑΥΡΙΖΟΥΜΕ
Τὸ λυχνάρι ποὺ δίνει φῶς στὸ σῶμα, εἶπε o Κύριος, εἶναι τό μάτι· καὶ τὸ λυχνάρι ποὺ φωτίζει τὴν ψυχὴ εἶναι ὁ νοῦς. Ἐάν λοιπὸν τὸ µάτι μας εἶναι ὑγιές, ὅλο τὸ σῶμα µας θὰ εἶναι γεμάτο φῶς. Ἐάν ὅμως τὸ µάτι μας εἶναι τυφλό, ὅλο τὸ σῶμα µας θὰ εἶναι βυθισμένο στὸ σκοτάδι. Ἐάν ἑπομένως ὁ νοῦς μας σκοτισθεῖ ἀπὸ τὴν προσκόλληση στὸν πλοῦτο, σὲ πόσο σκοτάδι θὰ βυθισθεῖ ἡ ψυχή µας;
Καὶ συνέχισε ὁ Κύριος λέγοντας: Κανείς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι συγχρόνως δοῦλος σὲ δύο κυρίους. Ἢ θὰ μισήσει τὸν ἕνα καὶ θὰ ἀγαπήσει τὸν ἄλλο· ἢ θὰ προσκολληθεῖ στὸν ἕνα καὶ θὰ καταφρονήσει τὸν ἄλλο. Διότι δὲν μπορεῖτε νὰ εἶστε συγχρόνως δοῦλοι καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλούτου. Ἢ θὰ μισήσετε τὸν πλοῦτο για νὰ ἀγαπήσετε τὸν Θεό, ἢ θὰ προσκολληθεῖτε στὸν πλοῦτο καὶ θὰ καταφρονήσετε τὸν Θεό.
Γιατί ὅμως ὁ Κύριος μᾶς ζητεῖ νὰ διαλέξουμε ἕνα ἀπὸ τὰ δύο: ἢ τὸν Θεὸ καὶ τὸ θέλημά Του, ἢ τὸν πλοῦτο καὶ τὶς συνέπειές του; Δὲν μπορεῖ κανείς νὰ ἀγαπᾶ καὶ τὸν πλοῦτο καὶ τὸν Θεό; Ὄχι! Διότι ὅποιος ἔχει προσκόλληση στὸν πλοῦτο δὲν μπορεῖ νὰ ἀγαπήσει ἀληθινὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν οὐρανό. Διότι ὁ πλοῦτος, ὅταν κυριεύσει τὸν ἄνθρωπο, ὑποδουλώνει τὶς ψυχὲς καὶ δὲν τὶς ἀφήνει νὰ στραφοῦν πρὸς τὰ οὐράνια ἀγαθά. Τὰ πλούτη, οἰ ἀνέσεις σκλαβώνουν τὸν ἀνθρωπο.
Στὰ λόγια τοῦ Κυρίου μάλιστα ὁ πλοῦτος προσωποποιεῖται ὡς ἀνταγωνιστής καὶ ὡς ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ. Διότι ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ πολλὰ χρήματα ἔχει τὴν αἴσθηση τῆς δυνάμεως. Καὶ ἀγοράζει διαρκῶς ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ἀποξενώνεται ἀπὸ τὰ πνευματικά. Ὅποιος σκλαβώθηκε στὸ χρήμα, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι γνήσιος δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ζητᾶ ἀπὸ μᾶς ἀποκλειστικὴ ἀφοσίωση. Καὶ ἡ καθημερινὴ πραγματικότητα αὐτὸ ἀποδεικνύει. Σὲ ἐποχὲς καὶ σὲ περιοχὲς ποὺ οἱ ἄνθρωποι ζοῦν μέσα στὶς ἀνέσεις, στὴν πολυτέλεια καὶ τὴν καλοπέραση, πολὺ εὔκολα ξεχνοῦν τὸν Θεὸ καὶ τὸ θέλημά του. Ἀντίθετα ὅταν ἔλθουν καιροὶ δύσκολοι, καιροὶ στερήσεων καὶ πείνας, οἱ ἄνθρωποι συνέρχονται, μετανοοῦν, συναισθάνονται τὴ μικροτητά τους καὶ τὴν ἀνάγκη τοῦ Θεοῦ. Ἐπιπλέον ἡ προσκόλληση στὸ χρῆμα καλλιεργεῖ μέσα μας τὴν πλεονεξία, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ὡς εἰδωλολατρία. Τὸ βλέπει κανείς καὶ στὶς μέρες μας ὅτι κι ἐμεῖς οἱ πιστοὶ ἐπηρεαζόμαστε συχνὰ ἀπὸ τὸ κλίμα αὐτὸ τῆς πλεονεξίας. Θέλουμε διαρκῶς νὰ ἀγοράζουμε, νὰ ἀποκτοῦμε περισσότερα, ἔπιπλα, σκεύη, αὐτοκίνητα, σπίτια. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουμε γινόμαστε εἰδωλολάτρες. Δηλαδὴ κινδυνεύουμε νὰ χάσουμε τὸν Θεὸ καὶ τὴν ψυχή μας.
ΕΧΟΥΜΕ ΠΑΤΕΡΑ
Μὴ φροντίζετε, συνεχίζει ὁ Κύριος, μέ ἀγωνία καὶ στενοχώρια γιά τὴ ζωή σας, τί θὰ φᾶτε καὶ τί θὰ πιεῖτε καὶ τί θὰ φορέσετε. Δὲν ἀξίζει ἡ ζωὴ περισσότερο ἀπὸ τὴν τροφή, καὶ τὸ σῶμα πιό πολὺ ἀπὸ τὸ ἔνδυμα; Ὁ Θεὸς ποὺ σᾶς ἔδωσε αὐτὰ τὰ ἀνώτερα, θὰ σᾶς δώσει καί τά κατώτερα.
Κοιτάξτε τὰ πουλιὰ ποὺ πέφτουν στὸν ἀέρα. Οὔτε σπέρνουν οὔτε θερίζουν οὔτε μαζεύουν τροφὲς σὲ ἀποθῆκες. Κι ὅμως ὁ ἐπουράνιος Πατέρας σας τὰ τρέφει. Ἐσεῖς δὲν ἀξίζετε πολὺ περισσότερο ἀπὸ αὐτά; Ἄλλωστε, ποιός ἀπὸ σᾶς μπορεῖ νὰ προσθέσει στὸ ἀναστημὰ του ἕναν πῆχυ; Κανένας. Ἀλλά καὶ για τὸ ντύσιμό σας γιατί ἀγωνιᾶτε; Παρατηρῆστε τὰ ἀγριολούλουδα, ποὺ φυτρώνουν μόνα τους στοὺς ἀγροὺς κι ὅμως οὔτε ὁ σοφὸς Σολομών μέ ὅλη τὴ βασιλική του μεγαλοπρέπεια δὲν ντύθηκε μὲ ἔνδυμα τόσο ὡραῖο, ὅπως ἕνα ἀπὸ τὰ ἀγριολούλουδα αὐτά. Κι ἄν ὁ Θεὸς ντύνει µἐ τόση μεγαλοπρέπεια τὰ ἀγριόχορτα, ποὺ σήμερα ὑπάρχουν καὶ αὔριο ρίχνονται στὴ φωτιά, δὲν θὰ φροντίσει πολὺ περισσότερο γιά σᾶς, ὀλιγόπιστοι; Μὴν κυριευθεῖτε λοιπὸν ἀπὸ ἀγωνιώδη φροντίδα λέγοντας, τί θὰ φᾶμε, τί θὰ πιοῦμε καὶ τί θὰ ντυθοῦμε; Διότι γιά ὅλα αὐτὰ ἀγωνιοῦν ὅσοι δὲν ἐμπιστεύονται τὴ ζωή τους στὸν Θεό. Ἄλλωστε ὁ Πατέρας σας γνωρίζει τί ἔχετε ἀνάγκη καὶ θὰ σᾶς τὸ δώσει. Γι’ αὐτὸ πάνω ἀπὸ ὅλα νὰ ζητᾶτε τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Καὶ τότε θὰ σᾶς δοθοῦν καὶ ὅλα τά ἐπίγεια.
Τί µᾶς λέει λοιπὸν ὁ Κύριος; Ὅτι τὸ ἄγχος, ποὺ στὶς μέρες µας ἔχει καταντήσει ἀληθινὴ μάστιγα, θεραπεύεται ὅταν ἐμπιστευθοῦμε τὴ ζωὴ µας στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Δὲν λέει βέβαια ὁ Κύριος νὰ μὴν ἐργαζόμαστε ἢ νὰ µἡ νοιαζόμαστε για τὰ καθημερινὰ µας προβλήματα. Ἀλλὰ λέει νὰ μὴν ἀγωνιοῦμε ἀρρωστημένα γι’ αὐτά. Θὰ ἐργαστοῦμε βέβαια, θὰ κουραστοῦμε, ἀλλὰ χωρὶς ὑπερβολές. Ὄχι ἐξοντωτικὲς διπλὲς καὶ τριπλὲς ἐργασίες µόνο καί μόνο γιά νὰ ἔχουμε πολλὲς ἀνέσεις καὶ τελικὰ γινόμαστε νευρικοὶ καὶ τρέχουμε στοὺς γιατροὺς νὰ µᾶς ἡρεμήσουν καὶ νὰ µᾶς θεραπεύσουν. Θὰ φροντίζουμε ἐμεῖς για τὰ ἀπαραίτητα µέ σύνεση, ἐργατικότητα καὶ ὑπομονή. Καὶ θὰ φροντίζει πολὺ περισσότερο γιά µᾶς ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Θὰ μᾶς δώσει τὰ ἀγαθὰ ποὺ χρειαζόμαστε ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸ περιμένουμε. Ἰδιαιτέρως θὰ φροντίσει γιά τοὺς ἀδικημένους, τοὺς φτωχούς, τοὺς πεινασμένους, ἀλλὰ καὶ γιά ἐκεῖνες τὶς πολύτεκνες οἰκογένειες πού κάποιες στιγμὲς βρίσκονται σὲ οἰκονομικὰ ἀδιέξοδα καὶ μεγάλες στερήσεις καὶ προβλήματα ποὺ φαίνονται ἄλυτα. Δὲν µᾶς ἐγκαταλείπει ὁ Θεός. Αὐτὸς ποὺ τρέφει τὰ πουλιὰ καὶ ντύνει τὰ λουλούδια, πολὺ περισσότερο θὰ φροντίσει γιά μᾶς. Μέ μιά ὅμως προϋπόθεση: Νὰ ζητοῦμε ἐμεῖς πάνω ἀπ’ ὅλα τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ τῆς Βασιλείας του.
     (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)


Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015

Β΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
 (14 ΙΟΥΝΙΟΥ 2015)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀ­δελ­φοί, δό­ξα καὶ τι­μὴ καὶ εἰ­ρή­νη παν­τὶ τῷ ἐρ­γα­ζο­μέ­νῳ τὸ ἀ­γα­θόν, ᾿Ι­ου­δα­ί­ῳ τε πρῶ­τον καὶ ῞Ελ­λη­νι· οὐ γάρ ἐ­στι προ­σω­πο­λη­ψί­α πα­ρὰ τῷ Θε­ῷ. Ὅ­σοι γὰρ ἀ­νό­μως ἥ­μαρ­τον, ἀ­νό­μως καὶ ἀ­πο­λοῦν­ται· καὶ ὅ­σοι ἐν νό­μῳ ἥ­μαρ­τον, διὰ νό­μου κρι­θή­σον­ται. Οὐ γὰρ οἱ ἀ­κρο­α­ταὶ τοῦ νό­μου δί­και­οι πα­ρὰ τῷ Θε­ῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποι­η­ταὶ τοῦ νό­μου δι­και­ω­θή­σον­ται. Ὅ­ταν γὰρ ἔ­θνη τὰ μὴ νό­μον ἔ­χον­τα φύ­σει τὰ τοῦ νό­μου ποι­ῇ, οὗ­τοι νό­μον μὴ ἔ­χον­τες ἑ­αυ­τοῖς εἰ­σι νό­μος, οἵ­τι­νες ἐν­δε­ί­κνυν­ται τὸ ἔρ­γον τοῦ νό­μου γρα­πτὸν ἐν ταῖς καρ­δί­αις αὐ­τῶν, συμ­μαρ­τυ­ρο­ύ­σης αὐ­τῶν τῆς συ­νει­δή­σε­ως καὶ με­τα­ξὺ ἀλ­λή­λων τῶν λο­γι­σμῶν κα­τη­γο­ρούν­των ἢ καὶ ἀ­πο­λο­γου­μέ­νων - ἐν ἡ­μέ­ρᾳ ὅ­τε κρι­νεῖ ὁ Θε­ὸς τὰ κρυ­πτὰ τῶν ἀν­θρώ­πων κα­τὰ τὸ εὐ­αγ­γέ­λι­όν μου διὰ ᾿Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ.           
          (Ρωμ.β΄[2] 10 - 16)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἀ­δελ­φοί, δόξα κα τιμ κα ερήνη θ ποδοθε σέ κάθε ἄνθρωπο πο ργάζεται τ καλό, στν Ἰουδαῖο πρῶτα, κα στν εδωλολάτρη λληνα. Θ συμβον τ δια στος ουδαίους κα στος εἰδωλολάτρες, διότι δν χαρίζεται σ πρόσωπα ὁ Θεός. Κα γι' ατ ὅσοι μάρτησαν χωρς ν χουν λάβει γραπτ νόμο, ατο θ καταδικασθον σ πώλεια χωρίς ν χουν κατήγορο τ νόμο ατό. Κα ὅσοι ἁμάρτησαν ἐνῶ εἶχαν λάβει γραπτ νόμο, ατο θ κριθον μέ βάση τ νόμο ατό. Διότι δίκαιοι νώπιον τοῦ Θεο εναι χι ὅσοι ἄκουσαν ἁπλς τν νάγνωση τοῦ θείου νόμου, ἀλλά ὅσοι τηρον τ νόμο  ατο θ ναγνωρισθον δίκαιοι. Διότι ὅταν κάποιοι ἀπό τούς θνικούς, πο δν λαβαν ἀπό τν Θε γραπτ νόμο, θεοσεβεῖς ἄνθρωποι, δηγούμενοι ἀπό τν μφυτο θικ νόμο κάνουν ὅ,τι προστάζει ὁ γραπτς νόμος, οἱ ἄνθρωποι ατοί, ἄν κα δν χουν γραπτ νόμο, χουν ὡς νόμο τν διο τν αυτό τους, δηλαδ τ συνείδησή τους. Τ ργο πο κάνει ὁ νόμος ν διαφωτίζει τος νθρώπους ν διακρίνουν τ καλ ἀπ’ τ κακό, ατ τ ργο οἱ θνικο ατο ποδεικνύουν ὅτι τ χουν γραμμένο στς καρδιές τους. Κι ατ συμβαίνει ὅταν ἡ συνείδησή τους δίνει μαρτυρία σ' ατος γι κάθε πράξη, κα οἱ σωτερικοί τους λογισμο ναμεταξ τους κατηγορον κα καμι φορ πολογονται. Κα θ νακηρυχθον δίκαιοι οἱ τηρητς τοῦ νόμου τν ἡμέρα πο θ κρίνει ὁ Θες τς πόκρυφες πράξεις τν νθρώπων σύμφωνα μ τ Εαγγέλιο πο κηρύττω. Κα θ τς κρίνει διαμέσου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς ὑπέρτατου Κριτῆ.

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, πε­ρι­πα­τῶν ὁ ᾿Ι­η­σοῦς πα­ρὰ τὴν θά­λασ­σαν τῆς Γα­λι­λα­ί­ας, εἶ­δε δύ­ο ἀ­δελ­φο­ύς, Σίμωνα τὸν λε­γό­με­νον Πέτρον καὶ ᾿Αν­δρέ­αν τὸν ἀ­δελ­φὸν αὐ­τοῦ, βάλ­λον­τας ἀμ­φί­βλη­στρον εἰς τὴν θά­λασ­σαν· ἦ­σαν γὰρ ἁ­λι­εῖς· καὶ λέ­γει αὐ­τοῖς· Δεῦ­τε ὀ­πί­σω μου καὶ ποι­ή­σω ὑ­μᾶς ἁ­λι­εῖς ἀν­θρώ­πων. Οἱ δὲ εὐ­θέ­ως ἀ­φέν­τες τὰ δί­κτυ­α ἠ­κο­λο­ύ­θη­σαν αὐ­τῷ. Καὶ προ­βὰς ἐ­κεῖ­θεν, εἶ­δεν ἄλ­λους δύ­ο ἀ­δελ­φο­ύς, ᾿Ιάκωβον τὸν τοῦ Ζε­βε­δα­ί­ου καὶ ᾿Ι­ω­άν­νην τὸν ἀ­δελ­φὸν αὐ­τοῦ, ἐν τῷ πλο­ί­ῳ με­τὰ Ζε­βε­δα­ί­ου τοῦ πα­τρὸς αὐ­τῶν, κα­ταρ­τί­ζον­τας τὰ δί­κτυ­α αὐ­τῶν· καὶ ἐ­κά­λε­σεν αὐ­το­ύς. Οἱ δὲ εὐ­θέ­ως ἀ­φέν­τες τὸ πλοῖ­ον καὶ τὸν πα­τέ­ρα αὐ­τῶν, ἠ­κο­λο­ύ­θη­σαν αὐ­τῷ. Καὶ πε­ρι­ῆ­γεν ὅ­λην τὴν Γα­λι­λα­ί­αν ὁ ᾿Ι­η­σοῦς δι­δά­σκων ἐν ταῖς συ­να­γω­γαῖς αὐ­τῶν, καὶ κη­ρύσ­σων τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιον τῆς βα­σι­λε­ί­ας, καὶ θε­ρα­πεύ­ων πᾶ­σαν νό­σον καὶ πᾶ­σαν μα­λα­κί­αν ἐν τῷ λα­ῷ.
                                                 (Ματθ. δ΄[4] 18 – 23)


ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ   
Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ μς μιλε στ σημερινὸ Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα γιά τήν κλήση τν πρώτων μαθητν τοῦ Χριστοῦ μας. Εναι ἡ περίοδος τῆς ἀρχῆς τῆς δημόσιας δράσης τοῦ Κυρίου, ἡ περίοδος μέσως μετά τή φυλάκιση τοῦ γίου ωάννου τοῦ Προδρόμου.
Τ γεγονς δν εναι χωρς σημασία. Ἡ φυλάκιση τοῦ μεγάλου Προφήτου δημιούργησε ἀφόρητο πόνο στούς μαθητές, πο κενος εχε μπνεύσει καί οἱ ὁποῖοι εἶχαν συγκεντρωθεῖ γύρω του.
Τώρα ὁ κύκλος ατς τν μαθητν τοῦ Προδρόμου μένει ρφανός, ἀκαθοδήγητος, πογοητευμένος.
κριβς ὅμως τν ὥρα ἐκείνη μφανίζεται στ ζωὴ τους ἀποφασιστικ ὁ Κύριος. Μερικος ἀπό ατος τος εχε γνωρίσει ἀπό πρίν, δὲ θέλησε ὅμως ν τος ἀποσπάσει ἐνωρίτερα ἀπό τν διδάσκαλό τους, παρ' λον ὅτι κενος — ὁ Πρόδρομος — τος προέτρεπε ν φύγουν ἀπό κοντ του καί νά κολουθήσουν τν Ἰησοῦ.
ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ τος ποίους ὁ Κύριος καλε ριστικς κοντ Του εναι δύο ψαράδες. Ὁ νδρέας καδελφς του Σίμων, τόν ὁποῖο ὁ Κύριος ὀνόμασε Πέτρο. Ατος τος δύο καλε πρώτους ὁ Κύριος. Καί τος καλε ἀπό τν ργασία τους τήν ὥρα πού ψάρευαν.
λτε, τος λέγει. «Δετε πίσω μου»· κολουθῆστε με, καί ἐγώ θ σς κάνω «ἁλιες νθρώπων»· θ σς κάνω ψαράδες τοῦ πνεύματος, ἱκανος ν σαγηνεύετε τς καρδις τν νθρώπων, γι ν τος ὁδηγεῖτε στΒασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Οἱ δύο ἀδελφοί δέ δίστασαν καθόλου. «Εθέως», μέσως, γκατάλειψαν τ δίχτυά τους καί σπευσαν νά κολουθήσουν τν Κύριο.
Μ τν ἴδια προθυμία ὅμως κολουθον τν Κύριο καί οἱ λλοι δύο δελφοί, ὁ άκωβος καί ὁ ωάννης, ψαράδες κα ατοί, τος ποίους ὁ Κύριος κάλεσε μέσως μετ τν νδρέα κα τν Πέτρο. Ὁ άκωβος καωάννης ἦσαν μέσα στ πλοῖο μαζ μ τν πατέρα τους, τν Ζεβεδαῖο, κα τοίμαζαν τ δίχτυα γι ψάρεμα. Ἡ πρόσκληση τοῦ Κυρίου τούς βρίσκει κα ατος στν ὥρα τς ργασίας. Κα κενοι ἀπ’ ἐκεῖ, ἀπό τήν ἐργασία τους, σπεύδουν ν νταποκριθον. «Εθέως» καί αὐτοί γκαταλείπουν τό πλοῖο κα τν πατέρα τους κα κολουθον τν Κύριο.
Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΥΡΗΝΑΣ τν μαθητν τοῦ Κυρίου χει δη σχηματισθεῖ. Κα μαζί τους πλέον ὁ Κύριος ρχίζει ν περιοδεύει ἐκείνη τν περιοχή, τν περιοχή τς Γαλιλαίας, μιά ποβαθμισμένη πνευματικά περιοχή. Τν περιοδεύει διδάσκοντας στς Συναγωγές, ὅπου οἱ βραοι συνεκεντρώνονταν κάθε Σάββατο, γι ν μελετήσουν τν Νόμο το Θεο. Δίδασκε δ «τό εὐαγγέλιον τς βασιλείας», τν χαρμόσυνη εἴδηση ὅτι λθε ὁ καιρς ν δημιουργηθεῖ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεο, ἡ κκλησία, γιά νά σωθεῖ ὁ κόσμος ἀπό τν τυραννία τοῦ διαβόλου. Μάλιστα τ διδασκαλία Του ατὴ ὁ Κύριος τν συνόδευε μ πλθος θαυμάτων, μ τ ὁποῖα θεράπευε τς ποικίλες σθένειες καί κακοπάθειες τν νθρώπων.
ΟΧΙ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ!
ταν σβήνουν τ στέρια, εναι σημάδι ὅτι πλησιάζει ἡ αγή, ἡ ὥρα νά ἀνατείλει ὁ λιος. Τν ὥρα πού ὁ Τίμιος Πρόδρομος χανόταν, φθανε κενος, τν Ὁποῖο πρόσμεναν λοι οἱ αἰῶνες. Ἔσβηνε να στρο λαμπερό, ὁ πνευματικς αγερινός, γι ν προαναγγείλει τν νατολή τοῦ νοητοῦ Ἥλιου τς Δικαιοσύνης. Οἱ μαθητές τοῦ Προδρόμου βυθίζονταν στήν ἀπογοήτευση, ἀλλά ἡ μεγάλη χαρ τούς πλησίαζε καλπάζοντας.
Ἦταν ατ μιά πολ δυνατ μπειρία γι τος μαθητές τοῦ Κυρίου. μπειρία σημαντικ καί ναγκαία γι τ ργο στ ὁποῖο καλοῦνταν. Δν θ λλαζαν πάγγελμα. Ψαράδες ἦσαν, ψαράδες θ μεναν. Μόνον ὅτι τώρα θ λλαζε τ ντικείμενο τς ψαρευτικς τους ργασίας. Τώρα θ γινόντουσαν «λιες νθρώπων».
ν στν πρώτη ργασία τους ταν ἀναγκαῖο νά μή ἀπογοητεύονται, ὅταν δν ἔπιαναν ψάρια κα οἱ κόποι τους μεναν χωρς ποτέλεσμα, πολ περισσότερο στ νέα τους ποστολ θ ἔπρεπε ν εναι ἐφοδιασμένοι μέ ὑπομονή καί καρτερία πολλή, μέ πίστη ἀκλόνητη στν παρουσία τοῦ Θεοῦ σέ κάθε τους βμα.
Τελικά, ὡς ψαράδες πο ἦσαν, μαθημένοι ν μή ἀπογοητεύονται στς ποτυχίες, ἦσαν κατάλληλοι γιά τό ἀποστολικό ξίωμα μ τς ναρίθμητες δυσκολίες του καί τ πλθος τν φορμν πογοητεύσεως.
Κα λοι μας ὅμως στς ποιεσδήποτε δύσκολες συνθκες φείλουμε ν μή πογοητευόμαστε. Ὁ Θες δν μς γκαταλείπει ποτέ. Ὅταν παίρνει να στήριγμα, χει δη τοιμάσει κάποιο λλο, πολ πι στερε καί χρήσιμο γιά μᾶς. Ὅταν σβήνει τ στέρια πο μς καθοδηγοσαν στν πορεία τς ζως, μς τοιμάζει μιά νατολή, μς ναγγέλλει τν λιο. Ὁ Θες δν εναι μακριά μας!
     (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)