Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ. ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ



ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
Α΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
(20 ΜΑΡΤΙΟΥ 2016)
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  
Ἀδελφοί, πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ, μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν· μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ· ἀπέβλεπε γὰρ εἰς τὴν μισθαποδοσίαν. Καὶ τί ἔτι λέγω; Ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ ᾽Ιεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν Προφητῶν· οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.
                            (Ἑβρ. ια΄[11] 24-26, 32-40)

ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΑΤΙΑ ΣΤΑ ΒΟΣΚΟΤΟΠΙΑ
ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ: «Πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ»
Στὸ Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας ἐξυμνεῖται, ἡ θαυμαστὴ πίστη ποὺ εἶχε ὁ Μωϋσῆς, ὥστε, ὅταν μεγάλωσε, νὰ ἀρνηθεῖ νὰ ὀνομάζεται βασιλόπουλο, γιὸς τῆς κόρης τοῦ Φαραώ. Προτίμησε νὰ ὑποφέρει μαζὶ μὲ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ παρὰ νὰ ἔχει τὴν πρόσκαιρη ἀπόλαυση τῆς ἁμαρτίας, νὰ ζεῖ δηλαδὴ ὡς ἄρχοντας μὲ τιμὲς καὶ ἀνέσεις στὰ ἀνάκτορα τοῦ Φαραὼ μαζὶ μὲ τοὺς Αἰγυπτίους  εἰδωλολάτρες, ποὺ καταπίεζαν τοὺς Ἰσραηλίτες. Τὸ παράδειγμα λοιπὸν αὐτὸ τοῦ Μωϋσέως μᾶς δίνει τὴν ἀφορμὴ νὰ δοῦμε ὅτι: πρέπει νὰ περιφρονοῦμε τὶς κοσμικὲς ἀπολαύσεις καὶ νὰ πορευόμαστε κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅ,τι κι ἂν μᾶς κοστίζει.
1. ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΔΙΛΗΜΜΑ
Ἦταν πραγματικὰ μεγάλο τὸ δίλημμα τοῦ Μωϋσῆ. Ἀπὸ τὴν μία πλευρὰ ἡ δόξα καὶ τὸ μεγαλεῖο, οἱ ἀνέσεις καὶ τὰ πλούτη τῶν ἀνακτόρων, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ πτώχεια καὶ ἡ ἀφάνεια. Ἀπὸ τὴν μία θέση τῆς ζυγαριᾶς οἱ καλύτεροι ὅροι τῶν κοσμικῶν ἀπολαύσεων, οἱ θησαυροὶ τῆς Αἰγύπτου καὶ οἱ βασιλικὲς τιμές. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ χειρότεροι ὅροι κακοπαθείας, οἱ κακουχίες, οἱ στερήσεις, ὁ ὀνειδισμὸς καὶ ἡ ἀτίμωση. Ὅμως ὁ Μωϋσῆς ἐπῆρε τὴν μεγάλη ἀλλὰ καὶ πολὺ δύσκολη ἀπόφαση τῆς ζωῆς του. Προτίμησε νὰ παραμείνει υἱὸς τοῦ Ἀβραάμ, υἱὸς τοῦ Θεοῦ, παρὰ υἱὸς τῆς θυγατρὸς Φαραώ. Ἐγκατέλειψε τὰ ἀνάκτορα καὶ τὶς ἀνέσεις, τὰ βασιλικὰ τραπέζια, τὴν χλιδὴ καὶ τὴν μεγαλοπρέπεια, ἀρνήθηκε ἀκόμη καὶ τὸ ὄνομά του, νὰ προσαγορεύεται υἱὸς τῆς κόρης τοῦ βασιλέως. Λέγει σχετικὰ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Κανεὶς ἀπὸ μᾶς δὲν ἄφησε βασίλεια λαμπρὰ καὶ τόσο μεγάλους θησαυρούς, οὔτε περιφρόνησε τὴν ἰδιότητά του νὰ εἶναι γιὸς τοῦ βασιλέως, ὅπως ἔκανε ὁ Μωϋσῆς». «Αὐτὸς ὄχι μόνον ἀρνήθηκε τὸ ὄνομά του, νὰ λέγεται δηλαδὴ γιὸς τῆς κόρης τοῦ Φαραώ, ἀλλὰ κι ἐμίσησε τὸ ὄνομα αὐτό».
Γιατί ὅμως τὸ ἔκανε αὐτό; Διότι γνώριζε καλὰ ὅτι οἱ ἀπολαύσεις τοῦ παλατιοῦ ἦταν ἀπολαύσεις τῆς ἁμαρτίας. Γι' αὐτὸ καὶ ἀρνήθηκε τὴν ἁμαρτωλὴ ζωὴ τῆς αἰγυπτιακῆς αὐλῆς, ἀρνήθηκε νὰ συναναστρέφεται μὲ τοὺς ἀσεβεῖς εἰδωλολάτρες Αἰγυπτίους. Διότι γνώριζε ὅτι οἱ ἀπολαύσεις αὐτὲς ἦσαν πρόσκαιρες καὶ ἁμαρτωλὲς καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ τὸν ἀλλοτριώσουν καὶ νὰ τὸν παρασύρουν μακριὰ ἀπὸ τὸ θεῖο θέλημα. Αὐτὲς οἱ ἀπολαύσεις θὰ τὸν ἐχώριζαν ὄχι μόνον ἀπὸ τὸν λαό του τὸν Ἰσραήλ, ἀλλὰ κι ἀπ᾿ τὸν ἴδιο τὸν Θεό.
Ἐμεῖς ἆραγε ἔχουμε αὐτὴν τὴν αὐταπάρνηση τοῦ Μωϋσέως; Μποροῦμε νὰ περιφρονοῦμε τὰ πλούτη καὶ τὶς ἀνέσεις καὶ τὴν ματαιότητα τῶν ἐπιγείων, προκειμένου νὰ μὴ χάσουμε τὸν οὐράνιο προσανατολισμό μας; Βέβαια ἐμεῖς δὲν ἔχουμε νὰ ἀπαρνηθοῦμε παλάτια καὶ βασιλικὲς τιμές. Δυστυχῶς ὅμως κι ἐμεῖς συχνὰ ἐπιδιώκουμε ἀχόρταγα μάταιες μικροαπολαύσεις αὐτῆς τῆς ζωῆς· πλούσια σπίτια, ἀκριβὰ ἔπιπλα, ἐντυπωσιακὰ ἐνδύματα, πολυτελῆ αὐτοκίνητα. Καὶ μεθᾶ ἡ ψυχὴ μας μ᾿ αὐτὰ καὶ προσκολλᾶται σ' αὐτὴν ἐδῶ τὴν γῆ, τὴν «Αἰγυπτίαν γῆν», καὶ λησμονεῖ τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, τὴν βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
2. ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ
Θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ ξεκαθαρίσουμε μέσα μας τὶς ἐπιλογές μας. Ἡ ἐπιλογὴ ποὺ ἔκανε ὁ Μωϋσῆς ἦταν γι' αὐτὸν ἰδιαιτέρως ἐπώδυνη. Προτίμησε «συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ», καὶ οἱ συνέπειες ἦταν ἄμεσες καὶ ὀδυνηρές. Ἄρχισε κι αὐτὸς νὰ ὑποφέρει θλίψεις καὶ δοκιμασίες, κακουχίες καὶ στερήσεις ὅπως καὶ ὁ λαός του. Ἀπὸ βασιλιὰς πλέον ἔγινε βοσκὸς γιὰ σαράντα ὁλόκληρα χρόνια. Ἀπὸ τὰ παλάτια ἔφυγε στὰ βοσκοτόπια. Ἀπὸ κυρίαρχος ἔγινε ἐξόριστος καὶ μάλιστα καταδιωκόμενος καὶ ἀντιμέτωπος μὲ ἀμέτρητους κινδύνους. Τοῦ στοίχισε λοιπὸν πολὺ ἀκριβὰ αὐτὴ του ἡ ἐνέργεια. Κι ὅμως παρέμεινε ἀταλάντευτος στὶς ἐπιλογές του.
Καὶ μᾶς διδάσκει ὅλους μας νὰ ἐπιλέγουμε στὴ ζωὴ μας αὐτὸ ποὺ μᾶς ζητεῖ ὁ Θεός, ἀκόμη κι ἂν αὐτὸ μᾶς κοστίζει ἀκριβά. Νὰ ἐπιλέγουμε ἀκόμη καὶ τὶς θλίψεις καὶ τὶς δοκιμασίες καὶ τὶς στερήσεις καὶ τὰ δεινὰ καὶ τοὺς διωγμούς, καὶ τὸ μαρτύριο ἀκόμη, ὅταν διακυβεύεται τὸ αἰώνιο μέλλον μας. Χωρὶς νὰ ὑπολογίζουμε τὸ κόστος. Χωρὶς νὰ φοβούμαστε τὴν περιφρόνηση· τοὺς ὀνειδισμούς, τὴν χλεύη, τὴν ἀπομόνωση. Ἀλλὰ νὰ τὰ ὑποφέρουμε ὅλα αὐτὰ ὅπως κι ὁ Μωϋσῆς μαζὶ μὲ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ. Τότε στὴν συνοδοιπορία μας αὐτὴ μαζὶ μὲ τοὺς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς μας καὶ τὴν προστασία τοῦ Θεοῦ θὰ ἐλαφρώνει ἡ θλίψη μας ἀπὸ τὶς περιπέτειες καὶ τὰ παθήματα. Τότε θὰ βλέπουμε τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἐπισκιάζει, νὰ μᾶς προστατεύει ἀλλὰ καὶ νὰ μᾶς δοξάζει, ὅπως δόξασε καὶ τὸν Μωϋσῆ.
Ἀδελφοί, σήμερα Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸ παράδειγμα τοῦ Μωϋσέως μᾶς ἐμπνέει καὶ μᾶς καθοδηγεῖ. Διότι σὲ μία ἐποχὴ ποὺ οἱ αἱρετικοὶ παπικοὶ καὶ προτεστάντες αἰχμαλωτίζονται στὴν ἐκκοσμίκευση καὶ τὴν ἐγκόσμια δόξα, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας πορεύεται ὅπως καὶ ὁ Μωϋσῆς, μαρτυρικά, ταπεινὰ καὶ ἀσκητικὰ πρὸς τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Διότι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας εἶναι Ἐκκλησία σταυροῦ καὶ θυσίας. Αὐτὴν τὴν πορεία τῆς ταπεινώσεως, αὐταπαρνήσεως καὶ πτώχειας ἂς ἀκολουθοῦμε καὶ ὅλοι μας, ὁ ὀρθόδοξος λαὸς τοῦ Θεοῦ. Διότι ὁδηγεῖ στὴν ἀληθινὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, στὸν οὐρανὸ καὶ τὸν Παράδεισο.
(Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τ και­ρ ­κεί­ν ­θ­λη­σεν ­η­σος ­ξελ­θεν ες τν Γα­λι­λα­­αν, κα ε­ρ­σκει Φλιππον κα λ­γει α­τ· ἀ­κο­λο­ύ­θει μοι. ν δ Φλιππος ­π Βηθ­σα­ϊ­δ, κ τς π­λε­ως ν­δρ­ου κα Πτρου. ε­ρ­σκει Φλιππος τν Να­θα­να­λ κα λ­γει α­τ· ν ­γρα­ψε Μω­ϋ­σς ν τ ν­μ κα ο προ­φ­ται, ε­ρ­κα­μεν, ­η­σον τν υ­ν το ­ω­σφ τν ­π Να­ζα­ρτ. κα ε­πεν α­τ Να­θα­να­λ· κ Να­ζα­ρτ δ­να­τα τι ­γα­θν ε­ναι; λ­γει α­τ Φλιππος· ἔρ­χου κα ­δε. ε­δεν ­η­σος τν Να­θα­να­λ ρ­χ­με­νον πρς α­τν κα λ­γει πε­ρ α­το· ἴ­δε ἀ­λη­θς σ­ρα­η­λ­της ν δ­λος οκ ­στι. λ­γει α­τ Να­θα­να­λ· πθεν με γι­ν­σκεις; ­πε­κρ­θη ­η­σος κα ε­πεν α­τ· πρ το σε Φλιππον φω­ν­σαι, ν­τα ­π τν συ­κν ε­δν σε. ­πε­κρί­θη Να­θα­να­λ κα λ­γει α­τ· Ραβ­βί, σ ε υἱ­ὸς το Θε­οῦ, σ ε βα­σι­λεὺς το Ἰσ­ρα­ήλ. ἀπε­κρί­θη Ἰ­η­σοῦς κα εἶ­πεν αὐ­τῷ· ὄ­τι εἶ­πόν σοι, εἶ­δόν σε ὑ­πο­κά­τω τς συ­κῆς, πι­στε­ύ­εις; με­ί­ζω το­ύ­των ὄ­ψῃ.  κα λέ­γει αὐ­τῷ· ἀ­μὴν ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν, ἀ­π' ἄρ­τι ὄ­ψε­σθε τν οὐ­ρα­νὸν ἀ­νε­ῳ­γό­τα, κα τος ἀγ­γέ­λους το Θε­οῦ ἀ­να­βα­ί­νον­τας κα κα­τα­βα­ί­νον­τας ἐ­πὶ τν υἱ­ὸν το ἀν­θρώ­που.
                                              (Ιω. α΄[1] 44 – 52)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ ἀ­πο­φά­σι­σε ὁ Ἰ­η­σοῦς νὰ ἀ­να­χω­ρή­σει γιὰ τὴ Γα­λι­λαί­α. Βρί­σκει τό­τε τὸν Φί­λιπ­πο καὶ τοῦ λέ­ει: Ἀ­κο­λού­θη­σέ με στὸ τα­ξί­δι ποὺ πρό­κει­ται νὰ κά­νω. Ὁ Φί­λιπ­πος μά­λι­στα κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὴ Βηθ­σα­ϊ­δά, τὴν πα­τρί­δα τοῦ Ἀν­δρέ­α καὶ τοῦ Πέ­τρου. Βρί­σκει στὸ με­τα­ξὺ ὁ Φί­λιπ­πος τὸν Να­θα­να­ὴλ καί τοῦ λέ­ει: Ἐ­κεῖ­νον γιὰ τὸν ὁποῖο ἔ­γρα­ψε ὁ Μωυ­σῆς στό νό­μο καὶ προ­α­νήγ­γει­λαν οἱ προ­φῆ­τες, τὸν βρή­κα­με, εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ὁ γιός τοῦ Ἰ­ω­σήφ, καὶ κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τή Να­ζα­ρέτ. Ἀλ­λὰ ὁ Να­θα­να­ὴλ τοῦ εἶ­πε: Ἀ­πὸ τὴ Να­ζα­ρέτ, τὸ κακό καὶ ἄ­ση­μο αὐ­τὸ χω­ριό, μπο­ρεῖ νὰ βγεῖ τί­πο­τε κα­λὸ; Τοῦ λέ­ει ὁ Φί­λιπ­πος: Ἔ­λα, κι ὅ­ταν τὸν δεῖς μὲ τὰ μά­τια σου, θὰ πει­σθεῖς. Εἶ­δε ὁ Ἰησοῦς τὸν Να­θα­να­ὴλ νὰ ἔρ­χε­ται κον­τά του καὶ λέ­ει γι' αὐ­τόν: Νὰ ἕ­νας γνή­σιος καὶ πραγ­μα­τι­κὸς Ἰσ­ρα­η­λί­της, ποὺ δὲν ἔ­χει στὴν καρ­διὰ του κα­μί­α πο­νη­ριὰ καὶ δό­λο, ἀλλά πο­θεῖ μὲ εἰ­λι­κρί­νεια νὰ βρεῖ τὴν ἀ­λή­θεια.
Τοῦ λέ­ει ὁ Να­θα­να­ήλ: Ἀ­πὸ ποῦ μὲ ξέ­ρεις; Καὶ πῶς γνω­ρί­ζεις τὴν εἰ­λι­κρί­νεια τῶν μυ­στι­κῶν μου σκέ­ψε­ων καὶ ἐ­λα­τη­ρί­ων; Τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε τό­τε ὁ Ἰησοῦς: Πρὶν ἀ­κό­μη σὲ φω­νά­ξει ὁ Φί­λιπ­πος, ὅ­ταν ἤ­σουν κά­τω ἀ­πὸ τὴ συ­κιὰ καὶ προ­σευ­χό­σουν μα­κριὰ ἀ­πὸ κά­θε μά­τι ἀνθρώπου, ἐγώ μὲ τὸ ὑπερ­φυ­σι­κὸ καὶ θεῖ­ο μου βλέμ­μα σὲ εἶ­δα. Τό­τε ὁ Να­θα­να­ὴλ τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε: Δι­δά­σκα­λε, ἐσύ πράγ­μα­τι εἶ­σαι ὁ Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ, ἐσύ εἶ­σαι ὁ βα­σι­λεὺς τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ ποὺ πε­ρι­μέ­να­με σύμ­φω­να μὲ τὶς προ­φη­τεῖ­ες. Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: Ἐ­πει­δὴ σοῦ εἶ­πα ὅ­τι σὲ εἶ­δα κά­τω ἀ­πὸ τὴ συ­κιὰ πι­στεύ­εις; Θὰ δεῖς  πιὸ με­γά­λα καὶ πιὸ θαυ­μα­στὰ πράγ­μα­τα ἀ­π' αὐ­τά. Καὶ τοῦ λέ­ει: Ἀ­λη­θι­νά σᾶς δι­α­βε­βαι­ώ­νω ὅ­τι ἀ­πὸ τώ­ρα ποὺ ἄ­νοι­ξε ὁ οὐ­ρα­νὸς κα­τὰ τὴ βά­πτι­σή μου, θὰ δεῖ­τε κι ἐ­σεῖς τὸν οὐ­ρα­νὸ ἀ­νοιγ­μέ­νο, καὶ τοὺς ἀγ­γέ­λους τοῦ Θεοῦ νὰ ἀ­νε­βαί­νουν καὶ νὰ κα­τε­βαί­νουν στὸν Υἱ­ὸ τοῦ Θεοῦ. Αὐ­τὸς ἔ­γι­νε καὶ τέ­λει­ος ἄν­θρω­πος, καὶ ὡς υἱ­ὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶ­ναι μο­να­δι­κὸς ἀν­τι­πρό­σω­πος τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου γέ­νους· καὶ πρό­κει­ται νὰ ἔλ­θει καὶ πά­λι ὡς Κρι­τὴς ἔν­δο­ξος κα­θι­σμέ­νος πά­νω σὲ νε­φέ­λες. Θὰ ἀ­νε­βαί­νουν καὶ θὰ κα­τε­βαί­νουν οἱ ἄγ­γε­λοι προ­κει­μέ­νου νὰ ὑ­πη­ρε­τοῦν αὐ­τὸν καὶ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α του.

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ
(13 ΜΑΡΤΙΟΥ 2016)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Τῆς Τυρινῆς)
Ἀδελφοί, νν ἐγ­γύ­τε­ρον ἡ­μῶν ἡ σω­τη­ρί­α ὅ­τε ἐ­πι­στε­ύ­σα­μεν νξ προ­έ­κο­ψεν, δ ἡ­μέ­ρα ἤγ­γι­κεν. ἀ­πο­θώ­με­θα ον τ ἔρ­γα το σκό­τους κα ἐν­δυ­σώ­με­θα τ ὅ­πλα το φω­τός. ὡς ν ἡ­μέ­ρᾳ εὐ­σχη­μό­νως πε­ρι­πα­τή­σω­μεν, μ κώ­μοις κα μέ­θαις, μ κο­ί­ταις κα ἀ­σελ­γε­ί­αις, μ ἔ­ρι­δι κα ζή­λῳ, ἀλ­λ' ἐν­δύ­σα­σθε τν Κριον Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν, κα τς σαρ­κὸς πρό­νοι­αν μ ποι­εῖ­σθε ες ἐ­πι­θυ­μί­ας. Τν δ ἀ­σθε­νοῦν­τα τ πί­στει προσ­λαμ­βά­νε­σθε, μ ες δι­α­κρί­σεις δι­α­λο­γι­σμῶν. ς μν πι­στε­ύ­ει φα­γεῖν πάν­τα, δ ἀ­σθε­νῶν λά­χα­να ἐ­σθί­ει. ἐ­σθί­ων τν μ ἐ­σθί­ον­τα  μ ἐ­ξου­θε­νε­ί­τω, κα μ ἐ­σθί­ων τν ἐ­σθί­ον­τα μ κρι­νέ­τω· Θε­ὸς γρ αὐ­τὸν προ­σε­λά­βε­το. σ τς ε κρί­νων ἀλ­λό­τριον οἰ­κέ­την; τ ἰ­δί­ῳ Κυ­ρί­ῳ στή­κει πί­πτει· στα­θή­σε­ται δ· δυ­να­τὸς γρ ἐ­στιν ὁ Θε­ὸς στῆ­σαι αὐ­τόν.
                                       (Ρωμ. ιγ΄[13] 11 – ιδ΄[14] 4)

Η ΝΥΧΤΑ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΗΜΕΡΑ
ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ: «Ἡ νύξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικε»
Καθὼς ἡ νύχτα προχωρεῖ πρὸς τὸ τέλος της καὶ ἡ πλάση εἶναι βυθισμένη στὸ σκοτάδι τὸ πιο βαθύ τῆς νύχτας, ἡ ἀνθρωπότητα μὲ προσμονὴ καρτερεῖ τὴν ἀνατολὴ μιᾶς νέας ἡμέρας φωτεινῆς καὶ χαρούμενης. Αὐτὴν τὴν παραστατικὴ εἰκόνα χρησιμοποιεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸ σημερινὸ Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, γιὰ νὰ μᾶς παρακινήσει σὲ μετάνοια.
Ἂς ἐμβαθύνουμε λοιπὸν κι ἐμεῖς τώρα στὶς δύο αὐτὲς ἔννοιες κι ἂς δοῦμε: τί ἐννοεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μὲ τοὺς ὅρους «νύκτα» καὶ «ἡμέρα» καὶ ποιὰ σημασία ἔχουν για τὴ ζωή μας.
1. Η ΝΥΧΤΑ ΕΧΕΙ ΠΡΟΧΩΡΗΣΕΙ
Ἡ νύχτα ἔχει προχωρήσει, μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, καὶ πλησιάζει νὰ φανεῖ ἡ ἡμέρα. Τί ἐννοεῖ ὅμως μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ θεῖος Ἀπόστολος; Οἱ ἱεροὶ ἑρμηνευτές μᾶς ἐξηγοῦν τὸ παραβολικὸ νόημα τῆς εἰκόνας αὐτῆς. Νύχτα ἀπέραντη καὶ σκοτεινὴ εἶναι ἡ περίοδος αὐτῆς τῆς ζωῆς. Διότι εἶναι ἁπλωμένο γύρω μας τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας, τὸ ὁποῖο συγκαλύπτει τὰ ἔργα τῆς ντροπῆς. Νύχτα εἶναι αὐτὴ ἡ ζωή. Καὶ ὅπως τὸν καιρὸ τῆς νύχτας ἐργάζονται οἱ κακοποιοὶ καὶ οἱ κλέφτες, ποὺ κάνουν τόσα ἐγκλήματα, ἔτσι καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐπιγείου ζωῆς μας, οἱ ἀόρατοι ἐχθροί μας, οἱ δαίμονες, μὲ κάθε τρόπο ζητοῦν νὰ μᾶς κακοποιήσουν, νὰ ληστέψουν τὸν θησαυρὸ τῆς ψυχῆς μας καὶ νὰ μᾶς σύρουν πρὸς τὸν ἀτελεύτητο ὕπνο, τὸν πνευματικὸ αἰώνιο θάνατο.
Νύχτα ὀνομάζεται ἀκόμη ἡ παροῦσα ζωή, διότι σ' αὐτὴ τὴ γῆ ἡ ζωὴ μας εἶναι προσωρινὴ καὶ ἐγκλωβισμένη στοὺς περιορισμοὺς τῆς ὑλικῆς πραγματικότητας, τὸν κόπο καὶ τὸν ἱδρῶτα, τὴν θλίψη καὶ τὶς δοκιμασίες, τὴν φθορὰ τοῦ χρόνου, τὶς ἀρρώστιες καὶ τὸν θάνατο.
Ἕνα θάνατο πρὸς τὸν ὁποῖο καθημερινὰ πλησιάζουμε, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τὸ καταλαβαίνουμε. Καὶ ἀπορροφημένοι ἀπὸ τὶς βιοτικὲς μέριμνες, πορευόμαστε σὰν νὰ πρόκειται νὰ ζήσουμε ἐδῶ αἰωνίως. Γι' αὐτὸ καὶ συχνὰ ἀδιαφοροῦμε για ὅλα ἐκεῖνα ποὺ μᾶς συνδέουν μὲ τὴν αἰωνιότητα. Κοιμόμαστε. Κοιμόμαστε σὰν ὑπνοβάτες. Πόσες φορὲς συλλαμβάνουμε τὸν ἑαυτό μας νὰ κοιμᾶται, δηλαδὴ νὰ μὴν προσέχει στὶς μεγάλες καὶ ἱερὲς ὧρες τῆς ζωῆς μας, στὶς ὧρες τῆς προσευχῆς, τῆς μελέτης, τοῦ κηρύγματος, τῆς λατρείας! Παρόντες στὸ σῶμα ἀλλὰ ἀπόντες στὸ πνεῦμα. Ξύπνιοι σωματικῶς, κοιμισμένοι πνευματικῶς.
Καὶ πόσες ἄλλες φορὲς ξεχνιόμαστε μέσα στὰ ἀπατηλὰ ὄνειρα, τὶς φευγαλέες ἀπολαύσεις τῆς νύχτας τοῦ κόσμου αὐτοῦ! Ξεχνοῦμε ὅτι «ὁ κόσμος παράγεται καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ» (Α' Ιω. β'[2] 17). Οἱ ἡδονὲς καὶ οἱ ἀπολαύσεις εἶναι παροδικές, ψεύτικες, καὶ χάνονται. Καὶ αὐτὸ ποὺ ἀφήνουν πίσω τους εἶναι μιὰ μεγάλη πικρία ἀναμεμιγμένη μὲ δυσβάστακτες τύψεις καὶ ἐνοχές, ἀλλὰ καὶ τὶς προϋποθέσεις ἐκεῖνες γιὰ νὰ ἔχουμε σίγουρη γιὰ τὸν ἑαυτό μας τὴν αἰώνια κόλαση. Γι' αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέγει: Ξυπνῆστε, ἄνθρωποι. Μὴ κοιμᾶσθε. Εἶναι ὥρα νὰ σηκωθεῖτε ἀπὸ τὸν βαρὺ ὕπνο τῆς ραθυμίας, τῆς ἀδιαφορίας, τῆς ἁμαρτίας, τῆς πλάνης, τοῦ θανάτου, διότι:
2. Η ΗΜΕΡΑ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ
«Ἡ ἡμέρα ἤγγικεν». Ἡ ἡμέρα πλησιάζει, μᾶς λέγει. Ὅπως ἡ νύχτα προχωρεῖ καὶ παρέρχεται, καὶ ἀνατέλλει χαρούμενη καὶ ἡλιοφώτιστη ἡ νέα ἡμέρα, ἔτσι καὶ ἡ νύχτα τῆς παρούσης ζωῆς παρέρχεται γιὰ τὸν καθένα μας καθὼς εἰσερχόμαστε μὲ τὸν θάνατο στὴ ζωὴ τῆς αἰωνιότητος. «Ἡ ἡμέρα» λοιπὸν «ἤγγικεν». Εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς κρίσεως, κατὰ τὴν ὁποία θὰ ἔλθει ὁ Κύριος ὡς κριτὴς ὅλων μας ἀπαστράπτων μὲ ὅλη τὴν θεία του μεγαλειότητα. Καὶ ὀνομάζεται ἡμέρα γιὰ τὴν λαμπρότητά της, ἀλλὰ καὶ διότι τότε θὰ φανερωθοῦν ὅλα τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους. Ἡ ἡμέρα λοιπὸν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ πλησιάζει καὶ περιμένει νὰ μᾶς ἀνοίξει διάπλατα τὶς πύλες της. Περνοῦν τὰ χρόνια μας χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουμε. Πότε ἤμασταν παιδιὰ καὶ πότε φθάσαμε στὴν ἠλικία ποὺ τώρα βρισκόμαστε; Ὅσο περνᾶ ἡ ἡλικία μας, τόσο πλησιάζουμε πρὸς τὴν χαραυγὴ τῆς νέας ἡμέρας.
Μὴ ξεχνιόμαστε λοιπὸν σ' αὐτὴν τὴν νυχτερινὴ ζωὴ τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ νὰ στρέφουμε καθημερινὰ τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά μας στὸ ξημέρωμα τῆς αἰωνίου ἡμέρας. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα νὰ ἐπιθυμοῦμε περισσότερο ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο στὸν κόσμο. Νὰ τὴν σκεπτόμαστε. Αὐτὴ νὰ εἶναι ἡ γλυκειὰ μας προσδοκία. Πρὶν ξημερώσει, νὰ ἑτοιμαζόμαστε γιὰ τὴν καινούργια ἡμέρα. Νὰ κρατᾶμε ἀναμμένη τὴν λαμπάδα τῆς ψυχῆς μας καὶ νὰ ἀγρυπνοῦμε, ὥστε ν' ἀκούσουμε κι ἐμεῖς τὴν φωνὴ ἐκείνη: «Ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός», «εἰσέλθετε μετ' αὐτοῦ εἰς τοὺς γάμους», «ἔνθα ὁ τῶν ἑορταζόντων ἦχος ὁ ἀκατάπαυστος καὶ ἡ ἀπέραντος ἡδονὴ τῶν καθορώντων τοῦ θείου προσώπου τὸ κάλλος τὸ ἄρρητον».
Ἀδελφοί. Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία σήμερα μᾶς ἀνοίγει τὶς νοητὲς πύλες τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Καὶ μᾶς δείχνει τὸ δρόμο πρὸς τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Μὴ χάνουμε λοιπὸν τὶς εὐκαιρίες μετανοίας, πού μᾶς δίνει ὁ Θεὸς σ' αὐτὴ τὴ ζωή. Μὲ τὴν Ἁγία καὶ Μ. Τεσσαρακοστή μᾶς χαρίζεται ἑξαιρετικὴ εὐκαιρία μετανοίας, σωτηρίας μας δηλαδή. Ἂς τὴν ἁρπάξουμε. Εἶναι ἀπίθανο νὰ εἶναι ἡ τελευταία; Μὴ τὴν χάσουμε, ἀγαπητοί.
 (Δι­α­σκευ­ή ἀ­πό πα­λαι­ό τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν Κύριος· ­ν ­φ­τε τος ν­θρ­ποις τ πα­ρα­πτ­μα­τα α­τν, ­φ­σει κα ­μν πα­τρ ­μν ο­ρ­νι­ος· ­ν δ μ ­φ­τε τος ν­θρ­ποις τ πα­ρα­πτ­μα­τα α­τν, ο­δ πα­τρ ­μν ­φ­σει τ πα­ρα­πτ­μα­τα ­μν. ­ταν δ νη­στε­­η­τε, μ γ­νε­σθε ­σπερ ο ­πο­κρι­τα σκυ­θρω­πο, ­φα­ν­ζου­σι γρ τ πρ­σω­πα α­τν ­πως φα­ν­σι τος ν­θρ­ποις νη­στε­­ον­τες· ­μν λ­γω ­μν, ­τι ­π­χου­σιν τν μι­σθν α­τν.  σ δ νη­στε­­ων ­λει­ψα σου τν  κε­φα­λν κα τ πρ­σω­πν σου ν­ψαι,  ­πως μ φα­νς τος ν­θρ­ποις νη­στε­­ων λ­λ τ πα­τρ σου τ ν τ κρυ­πτ· κα πα­τρ σου βλ­πων ν τ κρυ­πτ ­πο­δώ­σει σοι ν τ φα­νε­ρ.  Μ θη­σαυ­ρ­ζε­τε ­μν θη­σαυ­ρος ­π τς γς, ­που σς κα βρ­σις ­φα­ν­ζει, κα ­που κλ­πται δι­ο­ρσ­σου­σιν κα κλ­πτου­σιν·  θη­σαυ­ρ­ζε­τε δ ­μν θη­σαυ­ρος ν ο­ρα­ν, ­που ο­τε σς ο­τε βρ­σις ἀ­φα­νί­ζει, κα ὅ­που κλέ­πται ο δι­ο­ρύσ­σου­σιν οὐ­δὲ κλέ­πτου­σιν· ὅ­που γρ ἐ­στιν ὁ θη­σαυ­ρός ὑ­μῶν, ἐ­κεῖ ἔ­σται κα καρ­δί­α ὑ­μῶν 
                                   (Ματθ. στ΄[6] 14 -21)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος· «Ὅ­ταν ζη­τᾶ­τε τὴ συγ­χώ­ρη­ση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν σας, πρέ­πει νὰ συγ­χω­ρεῖ­τε κι ἐ­σεῖς τούς ἄλ­λους. Δι­ό­τι ἐ­ὰν συγ­χω­ρή­σε­τε τὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τα πού σᾶς ἔ­κα­ναν οἱ ἄν­θρω­ποι, καὶ ὁ Πα­τέ­ρας σας ὁ οὐ­ρά­νιος θὰ συγ­χω­ρή­σει καὶ τὰ δι­κά σας ἁ­μαρ­τή­μα­τα. Ἐ­ὰν ὅ­μως δὲν συγ­χω­ρή­σε­τε τοὺς ἀν­θρώ­πους πού ἁ­μάρ­τη­σαν ἀ­πέ­ναν­τί σας, οὔ­τε ὁ Πα­τέ­ρας σας θὰ συγ­χω­ρή­σει τὶς δι­κές σας ἁ­μαρ­τί­ες πρὸς αὐ­τόν. Κι ὅ­ταν νη­στεύ­ε­τε, μὴ γί­νε­στε σκυ­θρω­ποὶ καὶ πε­ρί­λυ­ποι σὰν τοὺς ὑ­πο­κρι­τές. Δι­ό­τι αὐ­τοὶ ἀλ­λοι­ώ­νουν τὰ πρό­σω­πά τους καὶ παίρ­νουν τὴν ὄ­ψη καὶ τὴν ἔκ­φρα­ση ἀν­θρώ­που κα­τα­βε­βλη­μέ­νου ἀ­πὸ τὶς στε­ρή­σεις, γι­ὰ νὰ φα­νοῦν στοὺς ἀν­θρώ­πους ὅ­τι νη­στεύ­ουν. Ἀ­λη­θι­νά σᾶς λέ­ω ὅ­τι πῆ­ραν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ τὴν ἀ­μοι­βή τους ἀ­πό τούς ἐ­παί­νους τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἐ­σὺ ὅ­μως ὅ­ταν νη­στεύ­εις, ἄ­λει­ψε τὸ κε­φά­λι σου καὶ νί­ψε τὸ πρό­σω­πό σου, ὥ­στε νὰ φαί­νε­σαι χα­ρού­με­νος, καὶ νὰ μὴ φα­νεῖς στοὺς ἀν­θρώ­πους ὅ­τι νη­στεύ­εις. Ἀλ­λά ἡ νη­στεί­α σου νὰ φα­νεῖ μό­νο στὸν Πα­τέ­ρα σου, πού εἶ­ναι βέ­βαι­α ἀ­ό­ρα­τος, ἀλ­λά βρί­σκε­ται πα­ρὼν καὶ στὰ πι­ὸ ἀ­πό­κρυ­φα μέ­ρη. Κι ὁ Πα­τέ­ρας σου πού βλέ­πει στὰ κρυ­φά, θὰ σοῦ ἀ­πο­δώ­σει τὴν ἀ­μοι­βή σου στὰ φα­νε­ρά. Μὴ μα­ζεύ­ε­τε γι­ὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ σας θη­σαυ­ροὺς πά­νω στὴ γῆ, ὅ­που ὁ σκό­ρος καὶ ἡ φθο­ρὰ τῆς σα­πί­λας ἢ τῆς σκου­ριᾶς ἀ­φα­νί­ζουν τὰ ἀ­πο­θη­κευ­μέ­να εἴ­δη τοῦ πλού­του κι ὅ­που οἱ κλέ­φτες τρυ­ποῦν τοὺς τοί­χους τῶν θη­σαυ­ρο­φυ­λα­κί­ων καὶ τὰ κλέ­βουν. Μα­ζεύ­ε­τε γι­ὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ σας θη­σαυ­ροὺς στὸν οὐ­ρα­νό, ὅ­που οὔ­τε ὁ σκό­ρος οὔ­τε ἡ σα­πί­λα καί ἡ σκου­ριὰ ἀ­φα­νί­ζουν τοὺς ἀ­πο­θη­κευ­μέ­νους θη­σαυ­ρούς σας κι ὅ­που οἱ κλέ­φτες δὲν τρυ­ποῦν τοὺς τοί­χους τῶν θη­σαυ­ρο­φυ­λα­κί­ων σας οὔ­τε κλέ­βουν. Πρέ­πει λοι­πὸν νὰ θη­σαυ­ρί­ζε­τε θη­σαυ­ροὺς στὸν οὐ­ρα­νό, γι­ὰ νὰ εἶ­ναι καὶ ἡ καρ­διὰ σας προ­σκολ­λη­μέ­νη στὸ Θε­ὸ καὶ στὰ οὐ­ρά­νια. Δι­ό­τι ἐ­κεῖ ὅ­που εἶ­ναι ὁ θη­σαυ­ρός σας, ἐ­κεῖ θά εἶ­ναι καί ἡ καρ­διά σας.