Παρασκευή 15 Ιουλίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
 (24 ΙΟΥΛΙΟΥ 2016)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  
Ἀδελφοί, ἡ μέν εὐδοκία τῆς ἐμῆς καρδίας καὶ ἡ δέησις ἡ πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ τοῦ ᾿Ισραήλ ἐστιν εἰς σωτηρίαν· μαρτυρῶ γὰρ αὐτοῖς ὅτι ζῆλον Θεοῦ ἔχουσιν, ἀλλ᾿ οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν. Ἀγνοοῦντες γὰρ τὴν τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνην, καὶ τὴν ἰδίαν δικαιοσύνην ζητοῦντες στῆσαι, τῇ δικαιοσύνῃ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑπετάγησαν. Τέλος γὰρ νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνην παντὶ τῷ πιστεύοντι. Μωυσῆς γὰρ γράφει τὴν δικαιοσύνην τὴν ἐκ τοῦ νόμου, ὅτι «ὁ ποιήσας αὐτὰ ἄνθρωπος ζήσεται ἐν αὐτοῖς»· ἡ δὲ ἐκ πίστεως δικαιοσύνη οὕτω λέγει· «Μὴ εἴπῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου, τίς ἀναβήσεται εἰς τὸν οὐρανόν;» Τοῦτ᾿ ἔστι Χριστὸν καταγαγεῖν· ἢ «τίς καταβήσεται εἰς τὴν ἄβυσσον;» Τοῦτ᾿ ἔστι Χριστὸν ἐκ νεκρῶν ἀναγαγεῖν. Ἀλλὰ τί λέγει; «Ἐγγύς σου τὸ ῥῆμά ἐστιν, ἐν τῷ στόματί σου καὶ ἐν τῇ καρδίᾳ σου»· τοῦτ᾿ ἔστι τὸ ῥῆμα τῆς πίστεως ὃ κηρύσσομεν. Ὅτι ἐὰν ὁμολογήσῃς ἐν τῷ στόματί σου Κύριον ᾿Ιησοῦν, καὶ πιστεύσῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου ὅτι ὁ Θεὸς αὐτὸν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, σωθήσῃ· καρδίᾳ γὰρ πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην, στόματι δὲ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν.
                                    (Ρωμ.ι΄[10] 1 – 10)

ΛΟΓΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ
Πολλοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ποὺ ὄντως ἐπιζητοῦν νὰ γνωρίσουν τὸν Θεὸ καὶ νὰ συνδεθοῦν μαζί του ὅ,τι κι ἐὰν αὐτὸ τοὺς κοστίσει. Καὶ ἐνῶ αὐτὸ εἶναι ὁπωσδήποτε θετικὸ καὶ ἐπαινετό, ἀπ᾿ τὴν ἄλλη, μπερδεύονται στὶς ἀτραποὺς καὶ τὰ σκοτεινὰ περάσματα τοῦ ποικίλου θρησκευτικοῦ πλουραλισμοῦ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ χάνουν τὸν ἀρχικό τους στόχο.
Αὐτὴ ἀκριβῶς τὴν κατάσταση τοῦ πνευματικοῦ τους ἀποπροσανατολισμοῦ ποὺ ζοῦσαν κατὰ τραγικὸ τρόπο οἱ Ἑβραῖοι, μᾶς περιγράφει τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα καὶ ταυτοχρόνως μᾶς παρουσιάζει καὶ τὴν λύση τοῦ προβλήματος.
Ἡ περικοπὴ καὶ ὅλο γενικῶς τὸ δέκατο κεφάλαιο τῆς ἐπιστολῆς ἀποκαλύπτουν τὸν πόνο τοῦ Ἀπ. Παύλου, ὁ ὁποῖος «φλεγόταν» (Β´ Κορ. ια´[11] 29) ἀπὸ τὴν ἀγάπη τῶν συμπατριωτῶν του καὶ ὡς γνήσιος Ἀπόστολος λαχταροῦσε τὴν σωτηρία τους. Ἔφτανε μάλιστα στὸ σημεῖο, ὁ ἴδιος νὰ γίνει «ἀνάθεμα» ( Ρωμ. θ´[9] 3), ἀρκεῖ ὅλος αὐτὸς ὁ Ἑβραϊκὸς λαός, νὰ ἀναγνωρίσει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι αὐτὸς ὁ Γιαχβὲ ποὺ ἦρθε για νὰ σώσει μαζὶ μὲ τὸν λαὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τὸν κόσμο ὁλόκληρο.
Δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν νὰ ἔχει κανεὶς μόνο τὸν «ζῆλο», ταυτοχρόνως χρειάζεται νὰ συνυπάρχει καὶ ἡ ὀρθὴ γνώση. Καὶ τοῦτο διότι ὅταν ὁ αὐτὸς ζῆλος γιὰ τὸν Θεὸ δὲν διευθύνεται καὶ ἀπὸ τὴν ὀρθὴ καὶ πλήρη γνώση τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τῶν «καθηκόντων» τοῦ πιστοῦ πρὸς τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ πρὸς τοὺς συνανθρώπους, τότε δημιουργοῦνται πολλὲς καὶ σοβαρὲς καταστάσεις ποὺ μάλλον περιπλέκουν ἀντὶ νὰ ἐπιλύουν τὰ προβλήματα.
Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα; Μὰ οἱ ἴδιοι οἱ Ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι κατάντησαν Χριστοκτόνοι καὶ θὰ παραμείνουν βεβαίως ἔτσι, πορωμένοι, παρὰ τὸν ζῆλο τους, «...ἄχρις οὗ τὸ πλήρωμα τῶν ἐθνῶν εἰσέλθει, καὶ οὕτω πᾶς Ἰσραὴλ σωθήσεται...» (Ρωμ. ια´[11] 25-26).
Βεβαίως, δὲν εἶναι καθόλου δύσκολο, ὅπως βλέπουμε, στὸ φρικτὸ κατάντημα τοῦ Ἰσραὴλ νᾶ ὁδηγηθεῖ καὶ ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος ἢ ὁποιαδήποτε κοινότητα, ὅταν ξεφύγει ἀπὸ τὸ μέτρο τῆς πίστεως καὶ ἀπὸ τὴν εὐλογημένη διάκριση.
Μιὰ σύντομη ματιὰ στὶς τραγικὲς σελίδες τῆς Ἐκκλησιαστικῆς μας ἱστορίας, μᾶς κάνει νὰ μένουμε μὲ κομμένη τὴν ἀνάσα, κάθε φορὰ ποὺ γιὰ διάφορους λόγους τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ συγκλονίζεται μὲ ἐσωτερικὲς ταραχὲς ποὺ σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις, ὅταν αὐτὲς δὲν ἀποσοβοῦνται, καταλήγουν σὲ σχίσματα καὶ ἀλλοίμονο, σὲ καταστροφικὲς αἱρέσεις.
Καὶ ὁπωσδήποτε, τόσο ἡ ἱστορία τοῦ «ἐκλεκτοῦ λαοῦ», ὅσο καὶ αὐτὴ ἡ γενικὴ ἱστορία, θὰ πρέπει νὰ μελετᾶται, ὄχι βεβαίως γιὰ νὰ προβάλλονται τὰ ἀρνητικὰ ὡς παραδείγματα πρὸς μίμηση, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ σπουδάζεται μὲ περίσκεψη καὶ νὰ καταγράφουμε τὰ πάμπολλα παραδείγματα πρὸς ἀποφυγήν...
Μὲ πόση, ἀλήθεια, προσοχὴ, χρειάζεται νὰ βαδίζουμε τὸν δρόμο μας, ἀφοῦ ὡς γνωστὸν «τὸ Ὀρθοδοξεῖν ἐστι ἀεὶ σχοινοβατεῖν»! Καὶ πόσο προσεχτικοὶ θὰ πρέπει νὰ εἶναι ὅσοι, λόγω τῆς θέσεώς τους, καθοδηγοῦν τὸ λογικὸ ποίμνιο; Πόση σύνεση πράγματι χρειάζεται ὥστε, νὰ μὴ δημιουργοῦνται σκάνδαλα ποὺ κλονίζουν ἀστήρικτες συνειδήσεις καὶ ἐνδεχομένως νὰ ὁδηγηθοῦν στὴ συνέχεια οἱ σκανδαλισθέντες σὲ ἀποστασιοποιήσεις, ἀκόμα δὲ καὶ σὲ σχίσματα, παρὰ τὸν ζῆλο ποὺ εἶναι δεδομένο ὅτι ὑφίσταται;
Καὶ πόσο θὰ πρέπει νὰ ἀκούσουμε στὴ συνέχεια τὸν Θεόπνευστο λόγο τοῦ Ἀποστόλου ποῦ μᾶς μιλάει για τὴν ζωντανὴ πίστη!
Ὤ, αὐτὴ ἡ γνήσια καὶ κρυστάλλινη πίστις! Εἶναι τὸ μόνο ποὺ ἔχει ἀνάγκη ὁ ἄνθρωπος.
Ἂς μὴ ψάχνουμε ἀγαπητοί μου νὰ βροῦμε αὐτὸ ποὺ λαχταρᾶ ἡ ὑπαρξή μας, οὔτε σὲ ἄλλες πίστεις, οὔτε σὲ πλανεμένα φιλοσοφικὰ ἢ περίεργα καὶ ἀκραία κοινωνικὰ συστήματα ποὺ στὴν κυριολεξία μᾶς «κουρελιάζουν» στὸ τέλος.
«Τέλος γὰρ νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνην παντὶ τῷ πιστεύοντι» (Ρωμ. ι´[10] 4) Αὐτὸς ὁ Χριστός, ὁ Κύριός μας καὶ ὁ Θεός μας, ἔδωσε τὸ ὁριστικὸ τέλος στὴν ἀποστολὴ καὶ τὴν ἰσχὺ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Νόμου.
Αὐτὸς ὁ ἴδιος, σὲ κάθε ἐποχή, ἀπομυθοποιεῖ καὶ καταργεῖ ὁ,τιδήποτε ἔρχεται «ὡς φάσμα ἀληθείας» για νὰ σαγηνεύσει τὴν καρδιά μας. Αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς «ἐξῆλθεν νικῶν καὶ ἵνα νικήσει» (Ἀποκ. στ´[6] 2).
Τώρα πλέον, ἐπιτυγχάνει τὸν εὐλογημένο σκοπό του ὁ καθένας μας ποὺ πιστεύει στὸν Χριστὸ καὶ ἔχει καταστεῖ συνειδητὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας Του, τῆς Ὀρθοδοξίας μας. Τώρα πλέον ξεδιψᾶ αὐτὸς ποὺ γεύεται ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς (Ἰωάν. δ´[4] 14), καὶ ὄχι ἐκεῖνος ποὺ τρέχει στὸ «φρέαρ τὸ συντετριμμένον» ὅπως συνεχίζουν νὰ κάνουν οἱ Ἑβραῖοι, καὶ ὅσοι δυστυχῶς ἐξαρτῶνται ἀπ’ αὐτούς...
Ἔχουμε λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ζοῦμε ὄχι μια τυπικὴ καὶ ἐξωτερικὴ θρησκευτικότητα. Ὄχι μια νόθο κατάσταση ποὺ παρὰ τὸν ὑπάρχοντα ζῆλο, κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ παραμένει στοὺς τύπους καὶ νὰ χάνει τὴν οὐσία. Ἀλλ’ ἔχουμε ἀνάγκη τὴν γνήσια Ἐκκλησιαστικὴ ζωή, μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται καὶ ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ πηγαία, αὐθόρμητη καὶ αὐθεντικὴ πίστη καὶ ἀγάπη στὸν Σωτήρα καὶ Λυτρωτὴ Ἰησοῦ.
Ἔχουμε ἀνάγκη μιὰ αὐθεντικὴ πίστη ἡ ὁποία θὰ ἀλλάζει τὴν ζωή μας καὶ θὰ μᾶς ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ὁ τελικός μας στόχος, τὸ ποθούμενο καὶ ἡ λαχτάρα μας.
Βεβαίως ἡ καλλιέργεια τῆς πίστεως περὶ τῆς ὁποίας κάνουμε λόγο, δὲν εἶναι καὶ τόσο εὔκολη ὑπόθεση. Εἶναι ἔργο ὁλοκλήρου τῆς ζωῆς μας. Καὶ γιὰ τοῦτο χρειάζεται ὑπομονή, ἐπιμονή, ἀγωνιστικὴ διάθεση καὶ προπαντὸς ἡ εὐλογημένη διάκριση.
Ἂς τὸ κάνουμε λοιπὸν θέμα θερμῆς προσευχῆς καὶ εἴθε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς νὰ μᾶς συγκρατεῖ πάντοτε ὥστε, νὰ προκόπτουμε εἰς ἁγιασμὸν ἐντὸς τοῦ Σώματός του δηλ. στὴν Ἁγία μας Ἐκκλησία.
Ἀμὴν
Ἄρθρο τοῦ π. Ἰωὴλ   Πηγή: http://konitsa-epirus.blogspot.gr

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ ᾿Ιησοῦ εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι, ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης. Καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν, λέγοντες· Τί ἡμῖν καὶ σοί, ᾿Ιησοῦ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; Ἦν δὲ μακρὰν ἀπ᾿ αὐτῶν ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη. Οἱ δὲ δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν λέγοντες· Εἰ ἐκβάλλεις ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν ἀπελθεῖν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ὑπάγετε. Οἱ δὲ ἐξελθόντες, ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων. Καὶ ἰδοὺ, ὥρμησε πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν. Οἱ δὲ βόσκοντες ἔφυγον· καὶ ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν, ἀπήγγειλαν πάντα καὶ τὰ τῶν δαιμονιζομένων. Καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τῷ ᾿Ιησοῦ· καὶ ἰδόντες αὐτὸν, παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν.  Καὶ ἐμβὰς εἰς πλοῖον, διεπέρασε, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.
                                         (Ματθ. η΄[8] 28 –θ΄[9] 1)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ, ὅταν ὁ Κύριος ἦλθε στὴν ἀπέναντι ὄχθη, στὴ χώρα τῶν Γεργεσηνῶν, τὸν συνάντησαν δύο δαιμονισμένοι ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τὰ μνήματα ποὺ ὑπῆρχαν ἐκεῖ, στὰ ὁποῖα εὐχαριστιοῦνταν νὰ κατοικοῦν. Ἦταν καὶ οἱ δύο ἐπιθετικοὶ καὶ πολὺ ἐπικίνδυνοι· τόσο, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ κανεὶς νὰ περάσει ἀπ᾿ τὸν δρόμο ἐκεῖνο. Καὶ ξαφνικὰ ἀπ᾿ τὸν φόβο τους κραύγασαν δυνατὰ καὶ εἶπαν: Ποιὰ σχέση ὑπάρχει ἀνάμεσα σὲ μᾶς καὶ σὲ σένα, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ; Ἦλθες ἐδῶ πρόωρα, πρὶν ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς παγκόσμιας κρίσεως, γιὰ νᾶ μᾶς βασανίσεις; Στὸ μεταξὺ ὑπῆρχε μακριὰ ἀπ᾿ αὐτοὺς ἕνα κοπάδι μὲ πολλοὺς χοίρους, ποὺ ἔβοσκαν ἐκεῖ. Οἱ δαίμονες τότε ἄρχισαν νὰ τὸν παρακαλοῦν λέγοντας: Ἐὰν πρόκειται νὰ μᾶς βγάλεις ἔξω ἀπὸ ἐδῶ, δῶσ᾿ μας τὴν ἄδεια νὰ φύγουμε καὶ νὰ μποῦμε μέσα στὸ κοπάδι τῶν χοίρων. Κι ἐπειδὴ αὐτοὶ ποὺ ἔτρεφαν τοὺς χοίρους τὸ ἔκαναν αὐτὸ παραβαίνοντας τὸν Μωσαϊκὸ νόμο, ποὺ ἀπαγόρευε ὡς ἀκάθαρτο τὸ χοιρινὸ κρέας, ὁ Κύριος τιμωρώντας τὴν παρανομία τους αὐτὴ εἶπε στοὺς δαίμονες: Πηγαίνετε. Κι αὐτοὶ βγῆκαν ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους καὶ πῆγαν στοὺς χοίρους. Καὶ ξαφνικὰ ὅλο τὸ κοπάδι τῶν χοίρων ὄρμησε μὲ μανία ἀπὸ τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ γκρεμοῦ πρὸς τὰ κάτω, στὴ θάλασσα, καὶ πνίγηκαν στὰ νερὰ τῆς λίμνης. Τότε ἐκεῖνοι ποὺ ἔβοσκαν τοὺς χοίρους ἔφυγαν, κι ἀφοῦ πῆγαν στὴν πόλη, ἀνήγγειλαν ὅλα ὅσα ἔγιναν, καὶ ἰδιαιτέρως τὸ τί συνέβη μὲ τοὺς δαιμονισμένους. Καὶ τότε ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως βγῆκαν γιὰ νὰ συναντήσουν τὸν Ἰησοῦ· κι ὅταν τὸν εἶδαν, τὸν παρακάλεσαν νὰ φύγει ἀπὸ τὰ σύνορά τους, ἀπὸ φόβο μήπως πάθουν καὶ μεγαλύτερα κακά. Καὶ ἀφοῦ μπῆκε σ' ἕνα πλοῖο, πέρασε στὴν ἀπέναντι ὄχθη τῆς λίμνης, καὶ ἦλθε στὴ δική του πόλη, τὴν Καπερναούμ.


Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(10 ΙΟΥΛΙΟΥ 2016)
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, δι­και­ω­θέν­τες κ πί­στε­ως εἰ­ρή­νην ἔ­χο­μεν πρς τν Θε­ὸν δι­ὰ το Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, δι' ο κα τν προ­σα­γω­γὴν ἐ­σχή­κα­μεν τ πί­στει ες τν χά­ριν τα­ύ­την ν ἑ­στή­κα­μεν, κα καυ­χώ­με­θα ἐ­π' ἐλ­πί­δι τς δό­ξης το Θε­οῦ. ο μό­νον δ, ἀλ­λὰ κα καυ­χώ­με­θα ν τας θλί­ψε­σιν, εἰ­δό­τες ὅ­τι ἡ θλῖ­ψις ὑ­πο­μο­νὴν κα­τερ­γά­ζε­ται, δ ὑ­πο­μο­νὴ δο­κι­μήν, δ δο­κι­μὴ ἐλ­πί­δα, δ ἐλ­πὶς ο κα­ται­σχύ­νει, ὅ­τι ἡ ἀ­γά­πη το Θε­οῦ ἐκ­κέ­χυ­ται ἐν τας καρ­δί­αις ἡ­μῶν δι­ὰ Πνε­ύ­μα­τος ἁ­γί­ου το δο­θέν­τος ἡ­μῖν. ἔ­τι γρ Χρι­στὸς ὄν­των ἡ­μῶν ἀ­σθε­νῶν κα­τὰ και­ρὸν ὑ­πὲρ ἀ­σε­βῶν ἀ­πέ­θα­νε. μό­λις γρ ὑ­πὲρ δι­κα­ί­ου τις ἀ­πο­θα­νεῖ­ται· ὑ­πὲρ γρ το ἀ­γα­θοῦ τά­χα τις κα τολ­μᾷ ἀ­πο­θα­νεῖν. συ­νί­στη­σι δ τν ἑ­αυ­τοῦ ἀ­γά­πην ες ἡ­μᾶς ὁ Θε­ὸς, ὅ­τι ἔ­τι ἁ­μαρ­τω­λῶν ὄν­των ἡ­μῶν Χρι­στὸς ὑ­πὲρ ἡ­μῶν ἀ­πέ­θα­νε. πολ­λῷ ον μᾶλ­λον δι­και­ω­θέν­τες νν ν τ αἵ­μα­τι αὐ­τοῦ σω­θη­σό­με­θα δι' αὐ­τοῦ ἀ­πὸ τς ὀρ­γῆς. ε γρ ἐ­χθροὶ ὄν­τες κα­τηλ­λά­γη­μεν τ Θε­ῷ δι­ὰ το θα­νά­του το υἱ­οῦ αὐ­τοῦ, πολ­λῷ μᾶλ­λον κα­ταλ­λα­γέν­τες σω­θη­σό­με­θα ν τ ζω­ῇ αὐ­τοῦ. 
                                         (Ρωμ. ε΄[5] 1 – 10)
Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
1. ΕΙΡΗΝΕΥΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ
Στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ὁ ἀπόστολος Παῦλος μέσα σὲ λίγες γραμμὲς παρουσιάζει τὴν νέα σχέση τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν Θεὸ κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν συγκρίνει μὲ τὴν πρὸ Χριστοῦ κατάσταση. Τονίζει ὅτι οἱ βαπτισμένοι Χριστιανοὶ πλέον ἔχουμε διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰρήνη μὲ τὸν Θεό. Δὲν τρέμουμε πλέον τὴν θεία ὀργή, ὅπως ἔτρεμαν οἱ ἄνθρωποι στὴν πρὸ Χριστοῦ ἐποχή. Διότι ὁ Κύριός μας μᾶς μεταμόρφωσε ἀπὸ τέκνα τῆς ὀργῆς σὲ τέκνα τοῦ Θεοῦ, μᾶς εἰσήγαγε στὴν κατάσταση τῆς χάριτος. Ἐπειδὴ τὰ νοήματα εἶναι πυκνὰ καὶ βαθιά, ἂς προσπαθήσουμε μὲ ἁπλᾶ λόγια νὰ τὰ ἐξηγήσουμε. Νὰ δοῦμε δηλαδὴ γιατί οἱ ἄνθρωποι ἤμασταν ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ καὶ πῶς μᾶς εἰρήνευσε μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα ὁ Κύριος μᾶς Ἰησοῦς Χριστός.
Οἱ πρὸ Χριστοῦ ἄνθρωποι λόγῳ τῆς πτώσεως τῶν πρωτοπλάστων καὶ τῆς κυριαρχίας τῆς ἁμαρτίας στὴ ζωή τους εἶχαν διαταραγμένη σχέση μὲ τὸν οὐράνιο Θεό, ἐκτὸς βέβαια ἐλαχίστων ἑξαιρέσεων. Εἶχαν γίνει ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ. Διότι ἡ ἁμαρτία ὄχι μόνο τοὺς ἀποξένωσε ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ τοὺς κατέστησε ἀποστάτας καὶ θεομάχους. Οἱ ἄνθρωποι μακριὰ πλέον ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀγρίεψαν, ἀποκτηνώθηκαν, ἔγιναν ἕρμαια τοῦ διαβόλου. Αἱμορραγοῦσαν πνευματικῶς καθημερινὰ καὶ κατήντησαν ἐρείπια, ζωντανοὶ νεκροί. Ἦσαν τυφλοί, καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ διακρίνουν τὸν δρόμο ποὺ θὰ τοὺς ὁδηγοῦσε στὴ σωτηρία. Ἀλλὰ κι ἂν τὸν ἐγνώριζαν, ἦσαν παράλυτοι, καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ βαδίσουν στὸν δρόμο αὐτό. Ἦταν ἀδύνατο νὰ θεραπευθοῦν μόνοι τους ἀπὸ τὸ φοβερὸ νόσημά τους. Ἡ κατάστασή τους ἦταν ἀξιοθρήνητη καὶ ἀπελπιστική. Μόνο ὁ Θεὸς μποροῦσε νὰ τοὺς ἀναστήσει πνευματικῶς καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴν κατάσταση τῆς χάριτος. Ὅμως οἱ πρὸ Χριστοῦ ἄνθρωποι λόγω τῆς ἁμαρτωλότητός τους ἔτρεμαν τὸν Θεὸ· Τὸν ἔβλεπαν ὡς τιμωρὸ καὶ ἐκδικητή.
Γι' αὐτὸ λοιπόν, λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος. Γιὰ νὰ εἰρηνεύσει τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ τοὺς κάνει καὶ πάλι παιδιά του. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του καὶ τὴν σταυρική του θυσία μᾶς εἰρήνευσε μὲ τὸν Θεό. Ὄχι μόνο κατέπαυσε τὴν ἔχθρα, ἀλλὰ καὶ μᾶς ἔκανε φίλους τοῦ Θεοῦ, παιδιά του ἀγαπημένα. Μὲ τὰ ἱερὰ Μυστήρια συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες μας, εἰρήνευσε τὴν ψυχή μας, μᾶς κατέστησε τέκνα φωτὸς καὶ εἰρήνης.
Αὐτὴ ἠ πραγματικότητα ἔχει πολὺ μεγάλη σημασία γιὰ τὸν σημερινὸ ἀνειρήνευτο κόσμο μας. Αὐτὴν πρέπει νὰ γνωρίσουν καὶ νὰ κατανοήσουν ὅλοι οἱ ταραγμένοι καὶ τσακισμένοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἄνθρωποι: ὅτι ἐὰν θέλουν νὰ εἰρηνεύσουν, νὰ δοῦν φῶς στὴν ψυχή τους, δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀποκαταστήσουν τὴ σχέση τους μὲ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Διότι ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς μας δὲν εἶναι ἕνα ψυχολογικὸ ἀνθρώπινο ἐπίτευγμα, ἀλλὰ εἶναι ἡ κατάσταση τῆς μονίμου διαμονῆς μας μέσα στὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι σχέση εἰρήνης μὲ τὸν Θεό. Εἶναι κοινωνία ἀγάπης μαζί του. Διότι «ὁ Χριστὸς ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν» (Ἐφ. β'[2] 14).
2. Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Στὴ συνέχεια ὁ ἀπόστολος Παῦλος προβάλλει τὴν ἀξιοθαύμαστη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σὲ μᾶς, τὴν ἄβυσσο τῆς φιλανθρωπίας του. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, λέγει, ἐκχύθηκε καὶ πλημμύρισε τὶς καρδιές μας. Καὶ αὐτὸ ποὺ ἀποδεικνύει τὴν ἄπειρη αὐτὴ ἀγάπη του σὲ μᾶς εἶναι ὅτι ὁ Χριστὸς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ πέθανε ὄχι γιὰ κάποιους δικαίους ἀνθρώπους ἀλλὰ γιὰ μᾶς ποὺ ἤμασταν ὄχι μόνο ἁμαρτωλοὶ ἀλλὰ καὶ προδόται καὶ ἀρνηταί, βλάσφημοι καὶ ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ· ἀνάξιοι τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
Πόση ἀγάπη λοιπὸν ἔδειξε ὁ Θεὸς σέ μᾶς! Κατῆλθε στὴ γῆ καὶ σταυρώθηκε καὶ πέθανε πρὸς χάριν ἁμαρτωλῶν καὶ ἀσεβῶν. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἀποτελεῖ πρωτοφανὲς μυστήριο τῆς ἀγάπης του, τὸ ὁποῖο, ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, θὰ μᾶς τὸ ἀποκαλύπτει καὶ θὰ μᾶς τὸ ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Θεὸς στὴν αἰωνιότητα κι ἐμεῖς θὰ θαυμάζουμε ἀκόμη περισσότερο τὴν ἄπειρη ἀγάπη καὶ φιλανθρωπία του καὶ θὰ Τὸν λατρεύουμε.
Ἐκεῖ θὰ καταλάβουμε πολὺ περισσότερο πόσο πολὺ μᾶς ἀγάπησε ὁ Χριστός μας, ὥστε νὰ γίνει ἄνθρωπος καὶ νὰ σταυρωθεῖ γιὰ μᾶς. Ἐκεῖ θὰ κατανοήσουμε βαθύτερα πῶς ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πλημμυρίζει καθημερινὰ τὶς καρδιές μας· ὅτι ὅπως τὸ νερὸ πλημμυρίζει τὴν γῆ καὶ τρέχει ἀνεξάντλητα, ἔτσι καὶ ὁ Κύριος πλημμυρίζει τὴ ζωή μας μὲ τὴν ἀγάπη του. Ἀπὸ τὸν ὠκεανὸ τῆς θείας ἀγάπης του γεμίζει τὶς καρδιές μας καὶ τὶς καθιστᾷ κατοικητήριο τῆς ἀγάπης του. Ἀλλὰ καὶ ἀκόμη περισσότερο, ἐφ' ὅσον τόση ἀγάπη μᾶς ἔδειξε ἀπὸ τὸν Σταυρὸ τῆς θυσίας του ὁ Κύριος καὶ τόση ἀγάπη μᾶς δείχνει καθημερινὰ στὴν ζωή μας, πόση ἄραγε ἀγάπη θὰ μᾶς προσφέρει ἀπὸ τὸν οὐράνιο θρόνο του στὴν βασιλεία του;
Τί μποροῦμε ἄραγε νὰ κατανοήσουμε ἐδῶ στὴν γῆ ἀπὸ τὸ μυστήριο αὐτό τῆς σταυρικῆς ἀγάπης τοῦ Κυρίου μας; Ἂς προσπαθοῦμε τουλάχιστον καθημερινὰ νὰ μαθητεύουμε σ᾿ αὐτὸ καὶ νὰ ἐμπνεόμαστε ἀπὸ αὐτό. Κι ἂς φιλοτιμηθοῦμε, Ἐκεῖνον ποὺ τόσο μᾶς ἀγάπησε καὶ μᾶς ἀγαπᾷ, ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς, νὰ Τὸν ἀγαπήσουμε μὲ ὅλη μας τὴν δύναμη γνήσια καὶ ἀληθινά, ζώντας κατὰ τὸ ἅγιο θέλημά του, γινόμενοι εὐάρεστοι ἐνώπιόν του.
 (Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ Κύριος. λύ­χνος το σώ­μα­τός ἐ­στιν ὁ ὀ­φθαλ­μός. ἐ­ὰν ον ὀ­φθαλ­μός σου ἁ­πλοῦς ᾖ, ὅ­λον τ σῶ­μά σου φω­τει­νὸν ἔ­σται· ἐ­ὰν δ ὀ­φθαλ­μός σου πο­νη­ρὸς , ὅ­λον τ σῶ­μά σου σκο­τει­νὸν ἔ­σται. ε ον τ φς τ ν σο σκό­τος ἐ­στί, τ σκό­τος πό­σον; Οὐ­δεὶς δύ­να­ται δυ­σὶ κυ­ρί­οις δου­λε­ύ­ειν· γρ τν ἕ­να μι­σή­σει κα τν ἕ­τε­ρον ἀ­γα­πή­σει, ἑ­νὸς ἀν­θέ­ξε­ται κα το ἑ­τέ­ρου κα­τα­φρο­νή­σει· ο δύ­να­σθε Θε­ῷ δου­λε­ύ­ειν κα μα­μω­νᾷ. Δι­ὰ τοῦ­το λέ­γω ὑ­μῖν, μ με­ρι­μνᾶ­τε τ ψυ­χῇ ὑ­μῶν τ φά­γη­τε κα τ πί­η­τε, μη­δὲ τ σώ­μα­τι ὑ­μῶν τ ἐν­δύ­ση­σθε· οὐ­χὶ ψυ­χὴ πλεῖ­όν ἐ­στιν τς τρο­φῆς κα τ σῶ­μα το ἐν­δύ­μα­τος; ἐμ­βλέ­ψα­τε ες τ πε­τει­νὰ το οὐ­ρα­νοῦ, ὅ­τι ο σπε­ί­ρου­σιν οὐ­δὲ θε­ρί­ζου­σιν οὐ­δὲ συ­νά­γου­σιν ες ἀ­πο­θή­κας, κα πα­τὴρ ὑ­μῶν ὁ οὐ­ρά­νι­ος τρέ­φει αὐ­τά· οχ ὑ­μεῖς μᾶλ­λον δι­α­φέ­ρε­τε αὐ­τῶν; τς δ ξ ὑ­μῶν με­ρι­μνῶν δύ­να­ται προ­σθεῖ­ναι ἐ­πὶ τν ἡ­λι­κί­αν αὐ­τοῦ πῆ­χυν ἕ­να; κα πε­ρὶ ἐν­δύ­μα­τος τ με­ρι­μνᾶ­τε; κα­τα­μά­θε­τε τ κρί­να το ἀ­γροῦ πς αὐ­ξά­νει· ο κο­πι­ᾷ οὐ­δὲ νή­θει· λέ­γω δ ὑ­μῖν ὅ­τι οὐ­δὲ Σο­λο­μὼν ν πά­σῃ τ δό­ξῃ αὐ­τοῦ πε­ρι­ε­βά­λε­το ς ν το­ύ­των. Ε δ τν χόρ­τον το ἀ­γροῦ, σή­με­ρον ὄν­τα κα αὔ­ρι­ον ες κλί­βα­νον βαλ­λό­με­νον, Θε­ὸς οὕ­τως ἀμ­φι­έν­νυ­σιν, ο πολ­λῷ μᾶλ­λον ὑ­μᾶς, ὀ­λι­γό­πι­στοι; μ ον με­ρι­μνή­ση­τε λέ­γον­τες, τ φά­γω­μεν τ πί­ω­μεν τ πε­ρι­βα­λώ­με­θα; πάν­τα γρ ταῦ­τα τ ἔ­θνη ἐ­πι­ζη­τεῖ· οἶ­δε γρ πα­τὴρ ὑ­μῶν ὁ οὐ­ρά­νι­ος ὅ­τι χρῄ­ζε­τε το­ύ­των ἁ­πάν­των. ζη­τεῖ­τε δ πρῶ­τον τν βα­σι­λε­ί­αν το Θε­οῦ κα τν δι­και­ο­σύ­νην αὐ­τοῦ, κα ταῦ­τα πάν­τα προ­στε­θή­σε­ται ὑ­μῖν.         
   (Ματθ.στ΄[6] 22 – 33)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
        Εἶπεν ὁ Κύριος. Τὸ λυχνάρι ποὺ δίνει φῶς στὸ σῶμα εἶναι τὸ μάτι· καὶ τὸ λυχνάρι ποὺ φωτίζει τὴν ψυχὴ εἶναι ὁ νοῦς. Ἐὰν λοιπὸν τὸ μάτι σου εἶναι ὑγιές, ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι γεμάτο φῶς, σὰν νὰ ἦταν ὁλόκληρο τὸ σῶμα σου μάτι. Ἔτσι θὰ φωτίζεται καὶ ἡ ψυχή σου, ἐὰν ὁ νοῦς σου καὶ ἡ καρδιά σου δὲν ἔχουν τυφλωθεῖ ἀπ' τὴ φιλαργυρία καὶ τὴν προσκόλληση στὰ μάταια. Ἐὰν ὅμως τὸ μάτι σου εἶναι βλαμμένο καὶ τυφλωμένο, ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι βυθισμένο στὸ σκοτάδι. Ἐὰν λοιπὸν ἐκεῖνο ποὺ σοῦ δόθηκε γιὰ νὰ σοῦ μεταδίδει φῶς γίνει σκοτάδι, σὲ πόσο σκοτάδι θὰ βυθισθεῖς; Κάτι ἀνάλογο θὰ συμβεῖ, ἐὰν καὶ ὁ νοῦς σκοτισθεῖ ἀπὸ τὴν προσκόλληση στὸν πλοῦτο. Σὲ πόσο ἠθικὸ σκοτάδι θὰ βυθισθεῖ τότε ἡ ψυχή σου! Μὴν ἀπατᾶτε τὸν ἑαυτό σας μὲ τὴν ἰδέα ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ θησαυρίζει κανεὶς καὶ στὴ γῆ καὶ ταυτόχρονα νὰ εἶναι προσκολλημένος καὶ στὸ Θεό. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι συγχρόνως δοῦλος σὲ δύο κυρίους. Διότι ἢ θὰ μισήσει τὸν ἕνα καὶ θὰ ἀγαπήσει τὸν ἄλλο, ἢ θὰ προσκολληθεῖ στὸν ἕνα καὶ θὰ περιφρονήσει τὸν ἄλλο. Δὲν μπορεῖτε νὰ εἶστε συγχρόνως δοῦλοι καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ μαμωνᾶ, δηλαδὴ τοῦ πλούτου. Ἢ θὰ μισήσετε τὸν πλοῦτο γιὰ νὰ ἀγαπήσετε τὸν Θεό, ἢ θὰ προσκολληθεῖτε στὸν πλοῦτο καὶ θὰ περιφρονήσετε τότε τὸν Θεό. Ἡ καρδιά σας λοιπὸν πρέπει νὰ ἀνήκει ἀποκλειστικὰ στὸν Θεό. Γι᾿ αὐτὸ σᾶς λέω, κόψτε τὴ ρίζα τῆς πλεονεξίας· καὶ μὴ φροντίζετε μὲ ἀγωνία καὶ στενοχώρια γιὰ τὴ ζωή σας τί θὰ φᾶτε καὶ τί θὰ πιεῖτε, οὔτε γιὰ τὸ σῶμα σας τί ἔνδυμα θὰ φορέσετε. Δὲν ἀξίζει ἡ ζωὴ περισσότερο ἀπὸ τὴν τροφή, καὶ τὸ σῶμα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ ἔνδυμα; Ὁ Θεὸς λοιπὸν ποὺ σᾶς ἔδωσε αὐτὰ τὰ ἀνώτερα, θὰ σᾶς δώσει καὶ τὰ κατώτερα, τὴν τροφὴ δηλαδὴ καὶ τὸ ἔνδυμα. Κοιτάξτε τὰ πουλιὰ ποὺ πετοῦν στὸν ἀέρα καὶ δεῖτε ὅτι αὐτὰ δὲν σπέρνουν οὔτε θερίζουν οὔτε μαζεύουν τροφὲς σὲ ἀποθῆκες γιὰ τὸ χειμώνα ἢ τὸν καιρὸ τῆς στερήσεως. Κι ὅμως ὁ ἐπουράνιος Πατέρας σας τὰ τρέφει. Ἐσεῖς δὲν ἀξίζετε πολὺ περισσότερο ἀπὸ αὐτά; Καὶ γιὰ νὰ καταλάβετε πόσο ἀνόητη καὶ ἀνίσχυρη εἶναι αὐτή σας ἡ μέριμνα, σᾶς ρωτῶ: Ποιὸς ἀπὸ σᾶς, ὁσοδήποτε κι ἂν φροντίσει, μπορεῖ νὰ προσθέσει στὸ ἀνάστημά του ἕναν πήχη; Κανένας. Τί κατορθώνετε λοιπὸν μὲ τὴ μέριμνά σας; Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἔνδυμα γιατί κυριεύεσθε ἀπὸ ἀνήσυχη καὶ ἀγωνιώδη φροντίδα; Παρατηρῆστε τὰ ἀγριολούλουδα, ποὺ φυτρώνουν μόνα τους στὸν ἀγρό, μὲ ποιὸ τρόπο αὐξάνουν. Δὲν κοπιάζουν οὔτε γνέθουν· κι ὅμως σᾶς λέω ὅτι οὔτε ὁ σοφὸς σὲ ἐπινοήσεις Σολομών, μὲ ὅλη τὴν ξακουσμένη βασιλική του μεγαλοπρέπεια καὶ τὴ λαμπρὴ καὶ ἔνδοξη περιβολὴ καὶ ἐμφάνισή του, δὲν ντύθηκε μὲ ἔνδυμα τόσο ὡραῖο καὶ θαυμάσιο, ὅπως περιβάλλεται ἕνα ἀπὸ τὰ ἀγριολούλουδα αὐτά. Κι ἂν ὁ Θεὸς ντύνει μὲ τόση μεγαλοπρέπεια τὰ ἀγριόχορτα, ποὺ φυτρώνουν μόνα τους στὸν ἀγρὸ καὶ δὲν ἔχουν προορισμὸ νὰ ζήσουν αἰώνια, ὅπως ἐσεῖς, ἀλλὰ σήμερα ὑπάρχουν καὶ αὔριο ρίχνονται στὸ φοῦρνο ὡς καύσιμη ὕλη, δὲν θὰ φροντίσει πολὺ περισσότερο γιὰ σᾶς καὶ δὲν θὰ σᾶς δώσει ἔνδυμα, ὀλιγόπιστοι; Μὴν καταληφθεῖτε λοιπὸν ποτὲ ἀπὸ ἀγωνιώδη φροντίδα λέγοντας: τί θὰ φᾶμε, ἢ τί θὰ πιοῦμε, ἢ μὲ ποιὸ ἔνδυμα θὰ ντυθοῦμε; Διότι οἱ ἐθνικοὶ καὶ εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦν ἐντελῶς τὰ οὐράνια ἀγαθὰ ποὺ ἔχουν ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀξία, ζητοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ μάταια καὶ φθαρτὰ ὡς τὰ μόνα σοβαρὰ καὶ ἀπαραίτητα. Ἐσεῖς ὅμως μὴν ἀνησυχεῖτε γι' αὐτά, διότι ὁ οὐράνιος Πατέρας σας γνωρίζει ὄτι ἔχετε ἀνάγκη ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ καὶ συνεπῶς θὰ σᾶς τὰ δώσει. Νὰ ζητᾶτε πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν ποὺ ὁ Θεὸς σᾶς ζητᾶ ὡς ὅρο γιὰ νὰ σᾶς χαρίσει τὰ ἀγαθὰ αὐτά. Καὶ τότε ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπίγεια θὰ σᾶς δοθοῦν μαζὶ μ' ἐκεῖνα.