Πέμπτη 26 Απριλίου 2018

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΟΜΙΛΙΑ

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Ἡ Ἱερά Μητρόπολις Πάφου καί ὁ Ἱερός Ναός Ἀποστόλων Παύλου καί Βαρνάβα
σᾶς προσκαλοῦν στήν Ὁμιλία,
πού θά γίνει στήν Αἴθουσα τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου Ἀποστόλου Παύλου
τήν Παρασκευή 4η Μαΐου στίς 7.00 τό ἀπόγευμα.
Ὁμιλητής:
ὁ Ἀρχιμανδρίτης (Φυσικός)
π. Ἐπιφάνιος Χατζηγιάγκου
Θέμα:
«Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα στό Σύμπαν»
Ἡ ὁμιλία θά συνοδεύεται ἀπό σχετικές διαφάνειες

Πέμπτη 19 Απριλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
 (22 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2018)


 ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ)
Ἐν ταῖς ἡ­μέ­ραις ἐ­κεί­ναις, πλη­θυ­νόν­των τῶν μα­θη­τῶν ἐ­γέ­νε­το γογ­γυ­σμὸς τῶν ῾Ελ­λη­νι­στῶν πρὸς τοὺς ῾Ε­βρα­ί­ους, ὅ­τι πα­ρε­θε­ω­ροῦν­το ἐν τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ τῇ κα­θη­με­ρι­νῇ αἱ χῆ­ραι αὐ­τῶν. Προ­σκα­λε­σά­με­νοι δὲ οἱ δώ­δε­κα τὸ πλῆ­θος τῶν μα­θη­τῶν εἶ­πον· Οὐκ ἀ­ρε­στόν ἐ­στιν ἡ­μᾶς κα­τα­λε­ί­ψαν­τας τὸν λό­γον τοῦ Θε­οῦ δι­α­κο­νεῖν τρα­πέ­ζαις. Ἐ­πι­σκέ­ψα­σθε οὖν, ἀ­δελ­φοί, ἄν­δρας ἐξ ὑ­μῶν μαρ­τυ­ρου­μέ­νους ἑ­πτά, πλή­ρεις Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου καὶ σο­φί­ας, οὓς κα­τα­στή­σο­μεν ἐ­πὶ τῆς χρε­ί­ας τα­ύ­της· ἡ­μεῖς δὲ τῇ προ­σευ­χῇ καὶ τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ τοῦ λό­γου προ­σκαρ­τε­ρή­σο­μεν. Καὶ ἤ­ρε­σεν ὁ λό­γος ἐ­νώ­πιον παν­τὸς τοῦ πλή­θους· καὶ ἐ­ξε­λέ­ξαν­το Στέ­φα­νον, ἄν­δρα πλή­ρη πί­στε­ως καὶ Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου, καὶ Φί­λιπ­πον καὶ Πρό­χο­ρον καὶ Νι­κά­νο­ρα καὶ Τί­μω­να καὶ Παρ­με­νᾶν καὶ Νι­κό­λα­ον προ­σή­λυ­τον ᾿Αν­τι­ο­χέ­α, οὓς ἔ­στη­σαν ἐ­νώ­πιον τῶν ἀ­πο­στό­λων, καὶ προ­σευ­ξά­με­νοι ἐ­πέ­θη­καν αὐ­τοῖς τὰς χεῖ­ρας. Καὶ ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ ηὔ­ξα­νε, καὶ ἐ­πλη­θύ­νε­το ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν μα­θη­τῶν ἐν ῾Ι­ε­ρου­σα­λὴμ σφό­δρα, πο­λύς τε ὄ­χλος τῶν Ἰ­ου­δαί­ων ὑ­πή­κου­ον τῇ πί­στει.      
 (Πράξ. στ΄[6] 1 – 7)  

ΟΙ ΕΠΤΑ ΔΙΑΚΟΝΟΙ
1.    Ο ΓΟΓΓΥΣΜΟΣ
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στίς πρῶτες ἡμέρες της ἐξαπλωνόταν μέ θαυμαστή ἄν­θηση. Ἕνα ὅμως ἐσωτερικό πρόβλημα ἦλθε νά ταράξει τήν εἰρήνη καί τήν ἑνότητα τῶν πρώτων πιστῶν. Καθώς αὔξανε ὁ ἀριθμός τῶν πιστῶν, «ἐγένετο γογγυσμός τῶν Ἑλληνιστῶν πρός τούς Ἑβραίους». Δηλαδή οἱ Ἰουδαῖοι χριστιανοί πού ἦταν ἀπό ξένα μέρη καί γι᾿ αὐτό μιλοῦσαν Ἑλ­ληνικά, ἄρχισαν νά γογγύζουν ἐναντίον τῶν ντόπιων Ἑβραίων χριστιανῶν, πού μιλοῦσαν τήν ἀραμαϊκή γλῶσσα. Κι ἄρχισαν τά παράπονα, ὅτι οἱ χῆρες τῶν ἑλληνόφωνων Ἰουδαίων χριστιανῶν παραμελοῦνταν στήν καθημερινή περίθαλψη καί στή διανομή τῶν τροφῶν καί τῶν ἐλεημοσυνῶν.
Ὁ γογγυσμός αὐτός, πού ἐκδηλώθηκε μέσα στά σπλάχνα τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, ἦταν περισσότερο ἐπικίνδυνος ἀπό τούς ἐξωτερικούς της ἐχθρούς. Διότι οἱ πο­λέμιοι τοῦ Χριστοῦ μέ τήν ἐχθρότητά τους συσπείρωναν τό σῶμα τῶν πιστῶν, ἐνῶ ὁ γογγυσμός ἦταν διαλυτικό στοιχεῖο καί ἔπρεπε ἄμεσα νά ἐξαλειφθεῖ. Μέχρι πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες ἦταν ὅλοι οἱ πιστοί μιά ψυχή και μιά καρδιά. Ὅταν ὅμως αὐξήθηκαν σέ ἀριθμό, ἄρχισαν τά παράπονα. Βέβαια εἶναι λογικό, ὅταν αὐξάνεται ὁ ἀρι­θμός, νά δημιουργοῦνται κάποια ὀργανω­τικά προβλήματα. Τό πλῆθος δέν βοηθᾶ πάντοτε στήν ποιότητα. Οἱ Ἀπόστολοι ἄλλωστε δέν ἐπαρκοῦσαν στή διευθέτηση τό­σων θεμάτων. Δέν μποροῦσαν νά κάνουν ταυτόχρονα τά πάντα. Ἡ παραμέληση τῶν Ἑλληνιστῶν ὅμως δέν ἦταν μιά σκόπιμη ἐνέργεια ἀλλά ἀποτέλεσμα δυσλειτουργί­ας. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά καί οἱ χῆρες τῶν Ἑλληνιστῶν δέν ἦταν δίκαιο νά πα­ραμελοῦνται. Ἀλλά τό πρόβλημα δημιουρ­γήθηκε ἐπειδή οἱ ντόπιες χῆρες εἶχαν εὐνοϊκότερη  μεταχείριση καί ἔπαιρναν πε­ρισσότερα ἀγαθά. Δηλαδή οὐσιαστικά μέ­σα ἀπό τό ὅλο πρόβλημα ἐκδηλώνονταν τά πάθη τῆς πλεονεξίας καί τῆς ζήλειας. Καί στίς ἁγιότερες λοιπόν κοινωνίες εἶναι δυνατόν νά δημιουργηθοῦν ἀφορμές πα­ραπόνων ὄχι πάντοτε ἀβάσιμες. Ἕνα δί­δαγμα λοιπόν πού μποροῦμε νά πάρου­με ἀπό τήν ὅλη διήγηση εἶναι ὅτι σέ κάθε πρόβλημα πού ἀνακύπτει στίς σχέσεις μας μέ τούς ἄλλους ἀδελφούς μας, νά μή γογγύζουμε διαρκῶς οὔτε νά ψάχνουμε νά βροῦμε ψεγάδια. Λάθη εἶναι φυσικό νά γίνονται. Νά τά ἀντιμετωπίζουμε ὅμως μέ σύνεση, κατανόηση καί διάκριση. Χωρίς νά γκρινιάζουμε διαρκῶς καί νά ἐπικρίνουμε τά πάντα καί νά εἴμαστε πάντοτε δυσαρε­στημένοι ἀπό τό καθετί. Ἔτσι καί τήν ψυχή μας μολύνουμε καί στούς ἄλλους μεταδί­δουμε ἕνα πνεῦμα διαλυτικό.
2. ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΙΕΡΗ
Μετά ἀπό τό πρόβλημα πού δημιουργή­θηκε, οἱ δώδεκα Ἀπόστολοι συγκάλεσαν τό πλῆθος τῶν πιστῶν καί τούς εἶπαν: Δέν μᾶς φαίνεται σωστό νά ἀφήσουμε ἐμεῖς τό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί νά ὑπηρετοῦμε στά τραπέζια τοῦ φαγητοῦ. Ἐξετάστε λοιπόν προσεκτικά καί ἐκλέξτε ἀπό σᾶς τούς ἴδιους ἑπτά ἄνδρες πού νά ἔχουν καλή μαρτυρία ἀπό ὅλους καί σύνε­ση καί νά εἶναι γεμάτοι ἀπό Ἅγιον Πνεῦμα, «ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά», γιά νά ἐπιτελοῦν τή διακονία αὐτή. Κι ἐμεῖς θά ἀφοσιωθοῦμε ἀποκλειστικά στήν προσ­ευχή καί στή διακονία τοῦ κηρύγματος.
Ἡ πρόταση αὐτή τῶν Ἀποστόλων φάνη­κε ἀρεστή στά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Καί διάλεξαν τόν Στέφανο, ἄνδρα γεμάτο μέ πίστη καί πολλά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τόν Φίλιππο, τόν Πρόχορο και τόν Νικάνορα, τόν Τίμωνα καί τόν Παρμενᾶ καί τόν Νικόλαο ἀπό τήν Ἀντιόχεια. Αὐτούς τούς ἑπτά τούς παρουσίασαν ἐνώπιον τῶν Ἀποστόλων. Καί αὐτοί, ἀφοῦ προσευχήθηκαν, ἔβαλαν ἐπάνω τους τά χέρια τους, γιά νά τούς μεταδοθεῖ ἡ θεία Χάρις. Ἔτσι τό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ εἶχε θαυμαστή πρόοδο καί διάδοση. Καί ὁ ἀ­ριθμός τῶν πιστῶν στά Ἱεροσόλυμα μεγάλωνε πάρα πολύ. Ἀλλά καί πλῆθος πολύ ἀπό τούς ἱερεῖς τῶν Ἰουδαίων ἀποδέχον­ταν τήν πίστη.
Πῶς λοιπόν λύθηκε τό πρόβλημα τῶν γογγυσμῶν; Μήπως τό ἔλυσαν οἱ γογγυστές; Κάθε ἄλλο. Τό ἔλυσαν ἄνθρωποι πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου. Ἄνθρωποι πού εἶχαν τήν ἔξωθεν καλή μαρτυρία, ἀκέραιοι καί ἀξιόπιστοι, ἐνάρετοι καί ταπεινοί. Μέ διοικητικά και πνευματικά χαρίσματα. Τί­μιοι στή διαχείριση, συνετοί στή συμπεριφορά τους. Διότι μέ τά πολλά αὐτά χαρί­σματα καί τίς ἀρετές τους μποροῦσαν νά διευθετοῦν καλύτερα τά διάφορα προβλή­ματα πού προέκυπταν· νά προλαβαίνουν τά παράπονα τῶν πιστῶν καί νά διανέ­μουν τά ἀγαθά τῆς Ἐκκλησίας μέ δικαιο­σύνη.
Μέσα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὑπάρ­χουν σέ κάθε ἐποχή ἄνθρωποι πού δια­κονοῦν στά ἱερά της ἔργα: κληρικοί καί λα­ϊκοί, ἐπίτροποι, ψάλτες, νεωκόροι, κυρίες τοῦ φιλοπτώχου, κύριοι καί κυρίες στά συσ­σίτια, στούς ἐράνους, στίς φιλανθρωπίες, σέ κάθε ἔργο. Ὅσοι λοιπόν διακονοῦμε στά ἱερά ἔργα τῆς Ἐκκλησίας, καί πολύ περισ­σότερο ὅσοι διαχειριζόμαστε τά ἱερά χρή­ματα, πρέπει νά ἔχουμε φρόνηση, σύνεση καί φόβο Θεοῦ. Νά ἐπιτελοῦμε τά ἱερά ἔργα μέ φόβο καί τρόμο. Μέ τή συναίσθηση ὅτι θά δώσουμε κάποτε λόγο στόν Θεό. Γι᾿ αὐτό νά ἐκζητοῦμε διαρκῶς τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιά νά ἐργαζόμαστε τά ἱερά μας ἔργα μέ δικαιοσύνη καί σοφία, μέ πίστη και φόβο Θεοῦ.
      (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

     ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
          Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐλ­θὼν Ἰ­ω­σὴφ ὁ ἀ­πὸ Ἁ­ρι­μα­θα­ί­ας, εὐ­σχή­μων βου­λευ­τής, ς κα αὐ­τὸς ν προσ­δε­χό­με­νος τν βα­σι­λε­ί­αν το Θε­οῦ, τολ­μή­σας εἰ­σῆλ­θε πρς Πι­λᾶ­τον κα ᾐ­τή­σα­το τ σῶ­μα το Ἰ­η­σοῦ. δ Πι­λᾶ­τος ἐ­θα­ύ­μα­σεν ε ἤ­δη τέ­θνη­κε, κα προ­σκα­λε­σά­με­νος τν κεν­τυ­ρί­ω­να ἐ­πη­ρώ­τη­σεν αὐ­τὸν ε πά­λαι ἀ­πέ­θα­νε· κα γνος ἀ­πὸ το κεν­τυ­ρί­ω­νος ἐ­δω­ρή­σα­το τ σῶ­μα τ Ἰ­ω­σήφ. κα ἀ­γο­ρά­σας σιν­δό­να κα κα­θε­λὼν αὐ­τὸν ἐ­νε­ί­λη­σε τ σιν­δό­νι κα κα­τέ­θη­κεν αὐ­τὸν ν μνη­με­ί­ῳ ν λε­λα­το­μη­μέ­νον κ πέ­τρας, κα προ­σε­κύ­λι­σε λί­θον ἐ­πὶ τν θύ­ραν το μνη­με­ί­ου. δ Μα­ρί­α Μα­γδα­λη­νὴ κα Μα­ρί­α Ἰ­ω­σῆ ἐ­θε­ώ­ρουν πο τί­θε­ται. Κα δι­α­γε­νο­μέ­νου το σαβ­βά­του Μα­ρί­α Μα­γδα­λη­νὴ κα Μα­ρί­α το Ἰ­α­κώ­βου κα Σα­λώ­μη ἠ­γό­ρα­σαν ἀ­ρώ­μα­τα ἵ­να ἐλ­θοῦ­σαι ἀ­λε­ί­ψω­σιν αὐ­τόν. κα λί­αν πρω­ῒ τῆς μι­ᾶς σαβ­βά­των ἔρ­χον­ται ἐ­πὶ τ μνη­μεῖ­ον, ἀ­να­τε­ί­λαν­τος το ἡ­λί­ου. κα ἔ­λε­γον πρς ἑ­αυ­τάς· Τς ἀ­πο­κυ­λί­σει ἡ­μῖν τν λί­θον κ τς θύ­ρας το μνη­με­ί­ου; κα ἀ­να­βλέ­ψα­σαι θε­ω­ροῦ­σιν ὅ­τι ἀ­πο­κε­κύ­λι­σται ὁ λί­θος· ν γρ μέ­γας σφό­δρα. κα εἰ­σελ­θοῦ­σαι ες τ μνη­μεῖ­ον εἶ­δον νε­α­νί­σκον κα­θή­με­νον ν τος δε­ξι­οῖς, πε­ρι­βε­βλη­μέ­νον στο­λὴν λευκήν, κα ἐ­ξε­θαμ­βή­θη­σαν. δ λέ­γει αὐ­ταῖς· Μ ἐκ­θαμβεῖ­σθε· Ἰ­η­σοῦν ζη­τεῖ­τε τν Να­ζα­ρη­νὸν τν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νον· ἠ­γέρ­θη, οκ ἔ­στιν ὧ­δε· ἴ­δε ὁ τό­πος ὅ­που ἔ­θη­καν αὐ­τόν. ἀλ­λ' ὑ­πά­γε­τε εἴ­πα­τε τος μα­θη­ταῖς αὐ­τοῦ κα τ Πτρ ὅ­τι προ­ά­γει ὑ­μᾶς ες τν Γα­λι­λα­ί­αν· ἐ­κεῖ αὐ­τὸν ὄ­ψε­σθε, κα­θὼς εἶ­πεν ὑ­μῖν. κα ἐ­ξελ­θοῦ­σαι ἔ­φυ­γον ἀ­πὸ το μνη­με­ί­ου· εἶ­χε δ αὐ­τὰς τρό­μος κα ἔκ­στα­σις, κα οὐ­δε­νὶ οὐ­δὲν εἶ­πον· ἐ­φο­βοῦν­το γρ.
               (Μάρκ. ιε΄[15] 43 – 47, ιστ΄[16] 1 – 8)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τόν καιρό ἦλ­θε ὁ Ἰ­ω­σὴφ πού κα­τα­γό­ταν ἀ­π' τὴν πό­λη Ἀ­ρι­μαθαί­α, ἕ­να σε­βα­στὸ καὶ ἐ­πί­ση­μο μέ­λος τοῦ ἰ­ου­δα­ϊ­κοῦ συνε­δρί­ου, πού εἶ­χε πι­στέ­ψει κι αὐ­τὸς στὸ κή­ρυγ­μα τοῦ Ἰησοῦ γιὰ τὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θεοῦ καὶ πε­ρί­με­νε τὴ βα­σιλεί­α αὐ­τὴ χω­ρὶς νὰ κλο­νι­σθεῖ ἡ ἐλ­πί­δα του ἀ­πὸ τὸ θάνα­το τοῦ Ἰησοῦ· αὐ­τὸς λοι­πὸν τόλ­μη­σε καὶ πα­ρου­σιάστη­κε στὸν Πι­λά­το καὶ ζή­τη­σε τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ Πι­λά­τος μά­λι­στα ἔ­μει­νε ἔκ­πλη­κτος κι ἀ­πό­ρη­σε πού τό­σο γρή­γο­ρα εἶ­χε κι­ό­λας πε­θά­νει ὁ Ἰησοῦς. Κι ἀ­φοῦ προ­σκά­λε­σε τὸν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο, τὸν ρώ­τη­σε ἐ­ὰν εἶ­χε ὥ­ρα πολ­λὴ πού πέ­θα­νε. Κι ὅ­ταν ἔ­μα­θε ἀ­πὸ τὸν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο ὅ­τι πραγ­μα­τι­κὰ πέ­θα­νε ὁ Ἰ­η­σοῦς, χά­ρι­σε τὸ σῶ­μα του στὸν Ἰ­ω­σήφ. Κι ἐ­κεῖ­νος, ἀφοῦ ἀ­γό­ρα­σε και­νούρ­γιο καὶ ἀ­με­τα­χείρι­στο σεν­τό­νι καὶ κα­τέ­βα­σε τὸν Ἰησοῦ ἀ­πὸ τὸν σταυ­ρό, τύ­λι­ξε τὸ σῶ­μα του στὸ σεν­τό­νι καὶ τὸν ἔ­βα­λε κά­τω σ' ἕ­να μνη­μεῖ­ο, τὸ ὁποῖο ἦ­ταν σκα­λι­σμέ­νο μέ­σα στὸ βράχο· καὶ κύ­λι­σε ἕ­να με­γά­λο λί­θο πά­νω στὸ στό­μιο τοῦ μνη­μεί­ου κλεί­νον­τας ἔ­τσι τὴν εἴ­σο­δο τοῦ μνη­μεί­ου. Στὸ με­τα­ξὺ ἡ Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νὴ καὶ ἡ Μα­ρί­α τοῦ Ἰωσῆ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν προ­σε­κτι­κὰ καὶ μὲ πο­λὺ ἐν­διαφέ­ρον ποῦ το­πο­θε­τή­θη­κε τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ.
Ἀφοῦ πέ­ρα­σε τὸ Σάβ­βα­το, ἡ Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νὴ καὶ ἡ Μα­ρί­α ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Ἰ­α­κώ­βου καὶ ἡ Σα­λώ­μη ἀ­γό­ρα­σαν τὸ βρά­δυ τοῦ Σαβ­βά­του ἀ­ρώ­μα­τα, γιὰ νὰ ἔλ­θουν τὸ πρω­ὶ στὸν τά­φο καὶ νὰ ἀ­λεί­ψουν τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ. Καί πολύ πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται στό μνημεῖο τήν ὥρα πού ὁ ἥλιος ἄρχισε νά διαλύει τό πρωινό σκοτάδι, καθώς πῆρε ν᾿ ἀνατέλλει κάτω ἀπ᾿ τόν ὁ­ρί­ζον­τα. Κι ἔ­λε­γαν με­τα­ξύ τους: Ποι­ὸς θὰ μᾶς κυ­λί­σει τὴ με­γάλη πέ­τρα μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο τοῦ μνη­μεί­ου; Μό­λις ὅ­μως ἔ­στρε­ψαν τὰ μά­τια τους πρὸς τὰ ἐκεῖ, εἶ­δαν ὅ­τι εἶ­χε με­τα­το­πι­σθεῖ ἡ πέ­τρα μα­κριὰ ἀπ’ τό μνημεῖο. Καὶ τὰ ἔ­λε­γαν αὐ­τὰ με­τα­ξύ τους, δι­ό­τι ἡ πέ­τρα αὐ­τὴ ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λη καὶ δὲν ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ με­τα­κι­νη­θεῖ. Κι ἀφοῦ μπῆ­καν στὸ μνη­μεῖ­ο, εἶ­δαν ἕ­να νέ­ο πού καθόταν στὰ δε­ξιὰ τοῦ μνη­μεί­ου καὶ ἦ­ταν ντυ­μέ­νος μὲ λευκή στο­λή, καὶ γέ­μι­σαν μὲ τρό­μο καὶ κα­τά­πλη­ξη. Αὐ­τὸς ὅ­μως τοὺς εἶπε: Μὴν τρο­μά­ζε­τε καὶ μὴ φο­βάστε. Ξέ­ρω ποι­ὸν ζη­τᾶ­τε. Ζη­τᾶ­τε τὸν Ἰησοῦ τὸν Να­ζα­ρηνὸ τὸν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο. Ἀ­να­στή­θη­κε. Δέν εἶναι ἐ­δῶ. Νά, εἶ­ναι ἀ­δεια­νὸ τὸ μέ­ρος πού τὸν ἔ­βα­λαν. Ἀλ­λὰ πη­γαί­νε­τε καὶ πέ­στε στοὺς μα­θη­τές του καὶ ἰ­διαι­τέ­ρως στὸν Πέ­τρο, πού ἔ­χει ἀ­νάγ­κη πα­ρη­γο­ριᾶς καὶ βε­βαι­ώ­σε­ως ὅ­τι συγ­χω­ρή­θη­κε γιὰ τὴν ἄρ­νη­σή του, ὅ­τι πη­γαί­νει πρὶν ἀ­πό σᾶς στὴ Γα­λι­λαί­α καὶ σᾶς πε­ρι­μέ­νει ἐκεῖ. Ἐ­κεῖ θὰ τὸν δεῖ­τε, ὅ­πως σᾶς τὸ εἶπε πρίν σταυρωθεῖ. Ἐ­κεῖ­νες τό­τε βγῆ­καν κι ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ τὸ μνη­μεῖ­ο. Ἦ­ταν μά­λι­στα γε­μά­τες τρό­μο καὶ ἔκ­στα­ση. Δὲν εἶ­παν ὅ­μως τί­πο­τε σὲ κα­νέ­να, δι­ό­τι ἦ­ταν φο­βι­σμέ­νες.  


Τετάρτη 18 Απριλίου 2018

ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΣΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
                
                 ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΣΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ




Δι­καί­ων ψυ­χαὶ ἐν χει­ρὶ Θε­οῦ, καὶ οὐ μὴ ἅ­ψη­ται αὐ­τῶν βά­σα­νος, ἔ­δο­ξαν ἐν ὀ­φθαλ­μοῖς ἀ­φρό­νων τε­θνά­ναι, καὶ ἐ­λο­γί­σθη κά­κω­σις ἡ ἔ­ξο­δος αὐ­τῶν. καὶ ἡ ἀφ᾿ ἡ­μῶν πο­ρεί­α σύν­τριμ­μα, οἱ δὲ εἰ­σιν ἐν εἰ­ρή­νη... καὶ ὀ­λί­γα παι­δευ­θέν­τες με­γά­λα εὐ­ερ­γε­τη­θή­σον­ται, ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ἐ­πεί­ρα­σεν αὐ­τοὺς καὶ εὗ­ρεν αὐ­τοὺς ἀ­ξί­ους ἑ­αυ­τοῦ· ὡς χρυ­σὸν ἐν χω­νευ­τη­ρίῳ ἐ­δο­κί­μα­σεν αὐ­τοὺς καὶ ὡς ὁ­λο­κάρ­πω­μα θυ­σί­ας προ­σε­δέ­ξα­το αὐ­τούς.(Σοφ. Σο­λομ.γ΄[3] 1-3, 5-6)
Ἡ ζω­ὴ τῶν δι­καί­ων εὑ­ρί­σκε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ παν­το­δύ­να­μο προ­στα­τευ­τι­κὸ χέ­ρι τοῦ Θε­οῦ, καὶ καμ­μιὰ θλί­ψις καὶ βά­σα­νος δὲν θὰ τοὺς ἐγ­γί­σει, χω­ρὶς ὁ Θε­ὸς νὰ τὸ ἐ­πι­τρέ­ψει. Εἰς τὰ μά­τια τῶν ἀ­φρό­νων ὁ θά­να­τός των ἐ­θε­ω­ρή­θη ὡς ἀ­φα­νι­σμὸς καὶ μη­δέ­νι­σις καὶ ἡ ἔ­ξο­δός των ἀ­πὸ τὸν κό­σμο αὐ­τὸν ὡς ὀ­δύ­νη καὶ τι­μω­ρί­α· ἡ ἀ­να­χώ­ρη­σίς των ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ αὐ­τὴ ὡς ὄ­λε­θρος καὶ ἀ­πώ­λεια. Ἐ­κεῖ­νοι ὅ­μως ὑ­πάρ­χουν καὶ ζοῦν ἐν εἰ­ρή­νῃ ... Καὶ ἐ­ὰν ὀ­λί­γον τα­λαι­πω­ρη­θοῦν καὶ βα­σα­νι­σθοῦν στὴν πα­ροῦ­σα ζω­ή, θὰ λά­βουν με­γά­λες ἀ­μοι­βὲς καὶ βρα­βεῖ­α στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Δι­ό­τι ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ριος ἔ­θε­σεν αὐ­τοὺς ὑ­πὸ δο­κι­μα­σί­α διὰ τῶν θλί­ψε­ων καὶ τοὺς εὖ­ρεν ἀ­ξί­ους νὰ βρα­βευ­θοῦν καὶ νὰ ἀ­μει­φθοῦν ἀ­πὸ αὐ­τόν. Τοὺς ἐ­δο­κί­μα­σεν, ὅ­πως ὁ χρυ­σο­χό­ος δο­κι­μά­ζει καὶ κα­θα­ρί­ζει τὸν χρυ­σὸν διὰ τοῦ πυ­ρός, καὶ τοὺς ἐ­δέ­χθη εὐ­α­ρέ­στως, ὅ­πως δέ­χε­ται τὰ προ­σφε­ρό­με­να ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τα τῶν θυ­σι­ῶν.
Ὁ θε­ό­πνευ­στος Λό­γος τοῦ Θε­οῦ ἤ­δη ἀ­πὸ τοὺς χρό­νους τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, καὶ συγ­κε­κρι­μέ­να στὸ βι­βλί­ο τῆς Σο­φί­ας Σο­λο­μῶν­τος θε­ο­λο­γών­τας γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ πό­νου καὶ τὴν πα­ρου­σί­α του στὴ ζω­ὴ πολ­λῶν ἀν­θρώ­πων, καὶ μά­λι­στα πι­στῶν καὶ κα­λῶν, μᾶς ὁ­μι­λεῖ γιὰ τὴ ση­μα­σί­α τοῦ πό­νου στὸν κό­σμο, καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα στοὺς εὐ­σε­βεῖς ἀν­θρώ­πους. Ὁ πο­λὺς κό­σμος μό­λις δεῖ κά­ποι­ον νὰ ὑ­πο­φέ­ρει βγά­ζει τὴν κα­τα­δι­κα­στι­κή του ἀ­πό­φα­ση (καὶ ὅ­πως λέ­ει ἡ Σο­φί­α Σο­λο­μῶν­τος «Εἰς τὰ μά­τια τῶν ἀ­φρό­νων ὁ θά­να­τός των ἐ­θε­ω­ρή­θη ὡς ἀ­φα­νι­σμὸς καὶ μη­δέ­νι­σις καὶ ἡ ἔ­ξο­δός των ἀ­πὸ τὸν κό­σμο αὐ­τὸν ὡς ὀ­δύ­νη καὶ τι­μω­ρί­α· ἡ ἀ­να­χώ­ρη­σίς των ἀ­πὸ τὴν ζω­ὴ αὐ­τὴ ὡς ὄ­λε­θρος καὶ ἀ­πώ­λεια»). Θε­ω­ροῦν οἱ ἄ­φρο­νες λοι­πὸν τὸν θά­να­το τῶν δι­καί­ων ἀ­φα­νι­σμὸ καὶ ἐκ­μη­δέ­νι­ση καὶ ὡς ὀ­δύ­νη, καὶ τι­μω­ρί­α καὶ ὄ­λε­θρο καὶ ἀ­πώ­λεια τὴν ἔ­ξο­δό τους ἀ­πὸ τὴν πα­ροῦ­σα ζω­ή. Τὸ ἴ­διο ὅ­μως βι­βλί­ο δί­νει καὶ τὴν ἀ­πάν­τη­ση: «Ἐ­κεῖ­νοι ὅ­μως ὑ­πάρ­χουν καὶ ζοῦν ἐν εἰ­ρή­νῃ.» ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΖΟΥΝ. Δὲν ἔ­χουν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἀλ­λὰ ζοῦν καὶ ὑ­πάρ­χουν, ἔ­στω καὶ ἂν ἀ­πὸ τὴν πα­ροῦ­σα ζω­ὴ ἔ­χουν φύ­γει καὶ φαί­νε­ται πὼς τοὺς ἔ­χου­με χά­σει. Ὡς πρὸς δὲ τὸν λό­γον τῶν πολ­λῶν βα­σά­νων συ­νε­χί­ζει ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ καὶ ἐ­ξη­γεῖ ὅ­τι αὐ­τὰ παί­ζουν τὸν ρό­λο τῆς δο­κι­μα­σί­ας γιὰ νὰ ἀ­πο­δεί­ξουν τὴν ἀ­ρε­τὴ καὶ ἁ­γι­ό­τη­τά τους.
Ὁ θά­να­τος στὴ ζω­ὴ τῶν ἀν­θρώ­πων ἔ­χει κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή του με­τὰ τὴν πτώ­ση τῶν πρω­το­πλά­στων ὄ­χι ὡς τι­μω­ρί­α, ἀλ­λ᾿ ὡς εὐ­ερ­γε­σί­α «ἵ­να μὴ τὸ κα­κὸν ἀ­θά­να­τον γέ­νη­ται», ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ σχε­τι­κὴ εὐ­χή, ποὺ μό­λις πρὸ ὀ­λί­γου δι­α­βά­σα­με. Με­τὰ τὴν εἰ­σβο­λὴ τοῦ κα­κοῦ, ποὺ εἰ­σέ­βα­λε με­τὰ τὴν ἁ­μαρ­τί­α, ἂν ὁ ἄν­θρω­πος πα­ρέ­με­νε ἀ­θά­να­τος, ὅ­πως δυ­νά­μει εἶ­χε δη­μι­ουρ­γη­θεῖ, τό­τε δὲ θὰ ὑ­πῆρ­χε δυ­στυ­χέ­στε­ρο πλά­σμα ἀ­πὸ τὸν πε­πτω­κό­τα ἄν­θρω­πο. Μὲ τὸν θά­να­το ὅ­μως ὑ­πάρ­χει ἕ­να τέ­λος στὰ βά­σα­να ἀ­πὸ τὴν ἀ­σθέ­νεια, τὸ γῆ­ρας καὶ τὶς πά­σης φύ­σε­ως τα­λαι­πω­ρί­ες τοῦ ἀν­θρώ­που. Τὸ κα­κο­ποι­η­μέ­νο ἀπ᾿ ὅ­λα αὐ­τὰ σῶ­μα πε­θαί­νει καὶ ἀ­πο­τί­θε­ται στὴν γῆ ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἐ­λή­φθη ἀ­πὸ τὸν Δη­μι­ουρ­γὸ Θε­ὸ κα­τὰ τὴ Δη­μι­ουρ­γί­α. Ἡ δὲ ψυ­χὴ με­τα­βαί­νει στὸν κό­σμο τῶν Πνευ­μά­των.
Μά­λι­στα με­τὰ τὴν Θεί­α Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση καὶ τὸν Σταυ­ρι­κὸ θά­να­το, τὴν τα­φὴ καὶ τὴν Τρι­ή­με­ρο Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Κυ­ρί­ου μας, δί­δε­ται ἡ δυ­να­τό­τη­τα σὲ μᾶς τοὺς  ἀν­θρώ­πους με­τὰ τὸν θά­να­τό μας νὰ προσ­δο­κοῦ­με «Ἀ­νά­στα­σιν νε­κρῶν καὶ Ζω­ὴν τοῦ Μέλ­λον­τος αἰ­ῶ­νος». Οἱ  κε­κοι­μη­μέ­νοι μας «με­τα­βαί­νουν ἐκ τοῦ θα­νά­του εἰς τὴν ζω­ήν». Ὁ θά­να­τος παύ­ει νὰ εἶ­ναι ὁ τε­λευ­ταῖ­ος σταθ­μὸς τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀ­φοῦ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος εἶ­ναι ἡ Ἀ­νά­στα­ση τῶν νε­κρῶν. Αὐ­τὴ θὰ γί­νει κα­τὰ τὴν ἔν­δο­ξη Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α, ὅ­πως ἀ­κού­σα­με στὸ Ἀ­πο­στο­λι­κὸ Ἀ­νά­γνω­σμα, οἱ νε­κροὶ θὰ ἀ­να­στη­θοῦν ἄ­φθαρ­τοι. Ὅ­σοι δὲ θὰ ζοῦν σὲ ἐ­κεί­νη τὴν χρο­νι­κὴ στιγ­μὴ θὰ ἁρ­πα­γοῦν «ἐν νε­φέ­λαις» καὶ θὰ ἀλ­λά­ξουν γιὰ νὰ ἔ­χουν ὅ­λοι, ἀ­να­στη­μέ­νοι καὶ ζῶν­τες, τὸ ἴ­διο πνευ­μα­τι­κὸ καὶ ἄ­φθαρ­το σῶ­μα ἑ­νω­μέ­νο μὲ τὴν ψυ­χὴ γιὰ νὰ ἀ­πο­λαύ­σουν τοὺς καρ­ποὺς τῶν ἔρ­γων τῆς ἐ­πὶ γῆς ζω­ῆς τους.
Οἱ ψυ­χὲς λοι­πὸν τῶν κε­κοι­μη­μέ­νων ἀ­δελ­φῶν μας ζοῦν σὲ μί­α ἄλ­λη κα­τά­στα­ση, στὴ μέ­ση κα­τά­στα­ση, ὅ­πως ἡ ἐκ­κλη­σί­α μας τὴν ὀ­νο­μά­ζει, πε­ρι­μέ­νον­τας τὴν ἡ­μέ­ρα τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ πα­ρα­κο­λου­θοῦν ἐ­μᾶς ἐ­δῶ στὴ γῆ καὶ ὅ­σοι ἀ­πὸ αὐ­τοὺς εὐ­α­ρέ­στη­σαν ἐ­νώ­πιον τοῦ Θε­οῦ πρε­σβεύ­ουν ὑ­πὲρ ἡ­μῶν στὸν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Γνω­ρί­ζου­με δὲ ἀ­πὸ τὴν Κα­θο­λι­κὴ Ἐ­πι­στο­λὴ τοῦ Ἰ­α­κώ­βου ὅ­τι «πο­λὺ ἰ­σχύ­ει δέ­η­σις δι­καί­ου ἐ­νερ­γου­μέ­νη» (Ἰ­ακ. ε΄[5] 16) δη­λα­δή, δέ­η­ση, ἡ ὁ­ποί­α προ­σφέ­ρε­ται μὲ πί­στη πρὸς τὸν Θε­ὸ ἐκ μέ­ρους τοῦ δι­καί­ου, ἔ­χει με­γά­λη δύ­να­μη καὶ φέ­ρει θαυ­μα­στὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα.
Μὲ αὐ­τὲς τὶς σκέ­ψεις κη­δεύ­ου­με σή­με­ρα τὸν ἀ­δελ­φό μας Δη­μή­τρη. Ὁ Δη­μή­τρης γεν­νή­θη­κε στὸ Πο­λέ­μι στὶς 8 Σεπτεμβρίου το 1944. Ὑ­πῆρ­ξε παι­δὶ πο­λύ­τε­κνης οἰ­κο­γέ­νειας καὶ σπού­δα­σε στὸ Φυ­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Νυμ­φεύ­τη­κε τὴν Ἀ­ρε­τὴ Μα­ραγ­κοῦ, Μα­θη­μα­τι­κὸ, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σαν δύ­ο παι­διά, τὸν Χρί­στο καὶ τὴν Ἑ­λέ­νη καὶ 5 ἐγ­γό­νια.
Ἀ­πὸ μα­θη­τὴς ὁ Δη­μή­τρης συμ­με­τέ­χον­τας σὲ μί­α δι­α­δή­λω­ση ἐ­ναν­τί­ον τῶν Ἄγ­γλων κα­τα­κτη­τῶν τραυ­μα­τί­στη­κε στὴ φτέρ­να, γε­γο­νὸς ποὺ τὸν συ­νό­δευ­ε σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ή. Ἄρ­χι­σαν μὲ τὴν Ἀ­ρε­τὴ μὲ πολ­λὰ ὄ­νει­ρα τὴν κοι­νή τους ζω­ὴ μὲ πο­λὺ κα­λὲς προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιὰ μί­α εὐ­τυ­χι­σμέ­νη οἰ­κο­γε­νεια­κὴ πο­ρεί­α, μέ­χρι ποὺ τὸν ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τὸ 1986 ἡ με­γά­λη δο­κι­μα­σί­α μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴν τε­τρα­πλη­γί­α ποὺ τὸν κα­θη­λώ­νει ἀρ­χι­κὰ στὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι καὶ στὴ συ­νέ­χεια στὸ κρε­βά­τι τοῦ πό­νου. Ὁ Δη­μή­τρης ὅ­μως εἶ­ναι ἀ­γω­νι­στὴς καὶ δὲν τὰ βά­ζει κά­τω. Μέ­σα στὴν ἀ­να­πη­ρί­α του ἀ­να­κα­λύ­πτει τὸ τά­λαν­το τῆς ζω­γρα­φι­κῆς ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε ὁ Ἅ­γιος Θε­ὸς τὸ ὁ­ποῖ­ο καὶ καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α. Γε­μί­ζει δη­μι­ουρ­γι­κὰ τὸν χρό­νο του ζω­γρα­φί­ζον­τας πί­να­κες μι­κρῶν καὶ με­γά­λων δι­α­στά­σε­ων μὲ ποι­κί­λο πε­ρι­ε­χό­με­νο. Ἀ­πὸ νε­κρὰ φύ­ση, μέ­χρι το­πί­α καὶ ναυ­μα­χί­ες καὶ ὅ,τι ἄλ­λο φαν­τα­στεῖ κα­νείς. Πα­ρου­σιά­ζει τὰ ἔρ­γα του σὲ ἀ­το­μι­κὲς ἐκ­θέ­σεις μὲ πο­λὺ κο­λα­κευ­τι­κὰ σχό­λια. 
Ὁ χρό­νος ὅ­μως κα­θὼς περ­νᾶ ἀ­φή­νει ἐ­πά­νω του τὰ ση­μά­δια μὲ τὴν ἐ­πι­δεί­νω­ση τῆς κα­τά­στα­σής του καὶ τὴν κα­θή­λω­σή του στὸ κρε­βά­τι. Ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια δί­πλα του ἦ­ταν ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του. Ἡ Ἀ­ρε­τὴ καὶ τὰ παι­διά τους. Ἡ δο­κι­μα­σί­α με­γά­λη, οἱ δυ­σκο­λί­ες ἐν πολ­λοῖς ἀ­νυ­πέρ­βλη­τες, οἱ εἰ­σα­γω­γὲς στὰ νο­ση­λευ­τή­ρια συ­χνές, ὅ­μως πα­ρό­λα αὐ­τὰ κα­νεὶς δὲν γόγ­γυ­σε, κα­νεὶς δὲν δυ­σα­να­σχέ­τη­σε ἀλ­λὰ ὅ­λοι μὲ τὸ χα­μό­γε­λο καὶ τὴν χα­ρὰ στὸ πρό­σω­πο ἀν­τι­με­τώ­πι­ζαν τὴν κα­τά­στα­σή τους.  

Ὁ Δη­μή­τρης δο­κι­μά­στη­κε πο­λύ. Στὴ δι­κή του πε­ρί­πτω­ση ἐ­φαρ­μό­ζε­ται πλή­ρως τὸ τῆς Σο­φί­ας Σο­λο­μῶν­τος «ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ἐ­πεί­ρα­σεν αὐ­τοὺς καὶ εὗρεν αὐ­τοὺς ἀ­ξί­ους ἑ­αυ­τοῦ» (Σοφ. Σο­λο­μῶν­τος γ΄[3] 5) δη­λα­δὴ ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ριος ἔ­θε­σεν αὐ­τούς, τοὺς δι­καί­ους, ὑ­πὸ δο­κι­μα­σί­αν διὰ τῶν θλί­ψε­ων καὶ τοὺς εὗ­ρεν ἀ­ξί­ους νὰ βρα­βευ­θοῦν καὶ νὰ ἀ­μει­φθοῦν ἀ­πὸ αὐ­τόν. Ἐ­πέ­τρε­ψε ὁ Θε­ὸς νὰ δο­κι­μα­στεῖ ὁ Δη­μή­τρης μὲ τὴν ἀ­σθέ­νεια, γιὰ νὰ δεί­ξει τὴν ἀ­ρε­τή του. Τῆς ὑ­πο­μο­νῆς καὶ τῆς καρ­τε­ρί­ας. Ὅ­σες φο­ρὲς τὸν ἐ­πι­σκε­φτό­μουν, δυ­στυ­χῶς ὄ­χι πο­λὺ συ­χνά, ὁ Δη­μή­τρης ἦ­ταν πάν­τα αἰ­σι­ό­δο­ξος καὶ χα­μο­γε­λα­στός. Καὶ πρὶν ἀ­κρι­βῶς 15 μέ­ρες, τὴν Με­γά­λη Τε­τάρ­τη, ὅ­ταν τὸν ἐ­πι­σκέ­φτη­κα γιὰ νὰ κοι­νω­νή­σει τῶν Ἀ­χράν­των μυ­στη­ρί­ων, καὶ ἐ­νῶ μό­λις εἶ­χε βγεῖ ἀ­πὸ μί­α με­γά­λη τα­λαι­πω­ρί­α τῆς ὑ­γεί­ας του, ὅ­ταν τὸν ἐ­ρώ­τη­σα «πῶς εἶ­σαι Δη­μή­τρη;» ἡ ἀ­πάν­τη­σή του ἦ­ταν «κα­λά, δό­ξα τῷ Θε­ῶ». Ὅ­μως ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ μᾶς ἀ­πο­χαι­ρε­τί­σει. Ὅ­ταν τὸ βρά­δυ τῆς Δευ­τέ­ρας ἐ­κλή­θη­κα νὰ τὸν ἐ­πι­σκε­φτῶ στὴν Ἐν­τα­τι­κή, οἱ για­τροὶ εἶ­παν, καὶ τὰ πράγ­μα­τα ἔ­δει­χναν, ὅ­τι φεύ­γει, τό­τε ὡς ἱ­ε­ρέ­ας βρέ­θη­κα στὴ δύ­σκο­λη θέ­ση νὰ δι­α­βά­σω τὴν ἀ­κο­λου­θί­α εἰς ψυ­χορ­ρα­γοῦν­τα μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ζη­τᾶ τὴν εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ καὶ τὴν συγ­χώ­ρε­ση ὅ­λων τῶν κα­τα­στά­σε­ων ποὺ δυ­σκο­λεύ­ουν τὴν ψυ­χὴ στὸ οὐ­ρά­νιο τα­ξί­δι της. Αὐ­τὰ ποὺ ἔ­λε­γε ἡ μεγάλη εὐ­χὴ ποὺ δι­α­βά­σα­με προ­η­γου­μέ­νως, εἶ­ναι τὰ ἴ­δια ποὺ προ­σευ­χη­θή­κα­με καὶ πρὶν τὸν θά­να­το, ὥ­στε ὁ θά­να­τος νὰ γί­νει κοί­μη­σις ἐν Κυ­ρί­ῳ.
Ὁ θά­να­τος πάν­το­τε δη­μι­ουρ­γεῖ πό­νο καὶ θλί­ψη. Ὅ­σοι μέ­νου­με πί­σω γνω­ρί­ζου­με πὼς δὲ θὰ ξα­να­δοῦ­με, στὴ ζω­ὴ αὐ­τή, τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο μας πρό­σω­πο, ποὺ κη­δεύ­ου­με. Καὶ ὁ σω­μα­τι­κὸς χω­ρι­σμὸς φέρ­νει πό­νο στὴν ψυ­χή. Ὅ­μως ὅ­ταν αὐ­τὸς ποὺ κη­δεύ­ου­με γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι δο­κι­μά­στη­κε καὶ ἀ­πέ­δει­ξε τὴν πί­στη του καὶ τὴν ἀ­ρε­τή του (ὅ­ταν γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι ἐ­κοι­μή­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ, τό­τε ἡ λύ­πη καὶ τὸ πέν­θος μπο­ροῦν μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ νὰ μα­λα­κώ­σουν καὶ νὰ ἔρ­θει ἡ πα­ρά­κλη­ση στὶς ψυ­χές, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἀ­κού­σα­με πρὸ ὀ­λί­γου τὸν Ἀ­πό­στο­λο νὰ μᾶς πα­ραγ­γέλ­λει: «ἵ­να μὴ λυ­πῆ­σθε κα­θὼς καὶ οἱ λοι­ποὶ οἱ μὴ ἔ­χον­τες ἐλ­πί­δα» (Α’ Θεσ. δ΄[4] 13). Γιὰ τοὺς Χρι­στια­νοὺς ἡ ἐλ­πί­δα τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ δί­νει πα­ρη­γο­ριὰ σ᾿ αὐ­τοὺς ποὺ μέ­νουν. Καὶ ὁ Δη­μή­τρης ὑ­πῆρ­ξε ἄν­θρω­πος τοῦ Θε­οῦ. Ἀ­γω­νι­ζό­ταν. Πί­στευ­ε καὶ δε­χό­ταν τὶς δο­κι­μα­σί­ες ποὺ ὁ Θε­ὸς ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ τὸν ἐ­πι­σκε­φτοῦν ἀ­γόγ­γυ­στα καὶ ἀ­δι­α­μαρ­τύ­ρη­τα. Οἱ δο­κι­μα­σί­ες δὲ αὐ­τὲς τὸν κα­τα­τάσ­σουν ἀ­νά­με­σα στοὺς μάρ­τυ­ρες καὶ με­γα­λο­μάρ­τυ­ρες τῆς πί­στε­ώς μας. Ὅ­πως ἐ­κεῖ­νοι ἄν­τε­χαν σὲ ὅ­λα τὰ βα­σα­νι­στή­ρια ποὺ οἱ δι­ῶ­κτες τοὺς ἔ­κα­ναν ἔ­τσι καὶ ὁ Δη­μή­τρης ἄν­τε­ξε τὴ φο­βε­ρὴ δο­κι­μα­σί­α τῆς ἀ­σθέ­νειάς του χω­ρὶς νὰ λυ­γί­σει.
Ὁ ἅ­γιος Θε­ὸς, στὸν ὁ­ποῖ­ο βρί­σκε­ται τώ­ρα ἐμ­πρὸς ὁ Δη­μή­τρης, εὐ­χό­μα­στε νὰ κα­τα­τά­ξει τὴν ψυ­χή του ἔν­θα οἱ δί­και­οι ἀ­να­παύ­ον­ται μέ­χρι τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως καὶ νὰ πα­ρη­γο­ρή­σει τὴν σύ­ζυ­γο, τὰ παι­διὰ καὶ τοὺς λοι­ποὺς συγ­γε­νεῖς.
Τοῦ ἀ­δελ­φοῦ ἡ­μῶν Δη­μη­τρί­ου αἰ­ω­νί­α ἡ μνή­μη.


Σάββατο 14 Απριλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
(15 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2018)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, δι­ὰ τν χει­ρῶν τν ἀ­πο­στό­λων ἐ­γί­νε­το ση­μεῖ­α κα τέ­ρα­τα ν τ λα­ῷ πολ­λὰ· κα ἦ­σαν ὁ­μο­θυ­μα­δὸν ἅ­παν­τες ἐν τ στο­ᾷ Σο­λο­μῶν­τος· τν δ λοι­πῶν οὐ­δεὶς ἐ­τόλ­μα κολ­λᾶ­σθαι αὐ­τοῖς, ἀλ­λ' ἐ­με­γά­λυ­νεν αὐ­τοὺς λα­ός. Μᾶλ­λον δ προ­σε­τί­θεν­το πι­στε­ύ­ον­τες τ Κυ­ρί­ῳ πλή­θη ἀν­δρῶν τε κα γυ­ναι­κῶν, ὥ­στε κα­τὰ τς πλα­τε­ί­ας ἐκ­φέ­ρειν τος ἀ­σθε­νεῖς κα τι­θέ­ναι ἐ­πὶ κλι­νῶν κα κρα­βάτ­των, ἵ­να ἐρ­χο­μέ­νου Πτρου κν σκι­ὰ ἐ­πι­σκι­ά­σῃ τι­νὶ αὐ­τῶν. Συ­νήρ­χε­το δ κα τ πλῆ­θος τν πέ­ριξ πό­λε­ων εἰς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ φέ­ρον­τες ἀ­σθε­νεῖς κα ὀ­χλου­μέ­νους ὑ­πὸ πνευ­μά­των ἀ­κα­θάρ­των, οἵ­τι­νες ἐ­θε­ρα­πε­ύ­ον­το ἅ­παν­τες. Ἀ­να­στὰς δ ἀρ­χι­ε­ρεὺς κα πάν­τες ο σν αὐ­τῷ, οὖ­σα αἵ­ρε­σις τν Σαδ­δου­κα­ί­ων, ἐ­πλή­σθη­σαν ζή­λου κα ἐ­πέ­βα­λον τς χεῖ­ρας αὐ­τῶν ἐ­πὶ τος ἀ­πο­στό­λους, κα ἔ­θεν­το αὐ­τοὺς ν τη­ρή­σει δη­μο­σί­ᾳ. Ἄγ­γε­λος δ Κυ­ρί­ου δι­ὰ τς νυ­κτὸς ἤ­νοι­ξε τς θύ­ρας τς φυ­λα­κῆς, ἐ­ξα­γα­γών τε αὐ­τοὺς εἶ­πε· Πο­ρε­ύ­ε­σθε κα στα­θέν­τες λα­λεῖ­τε ν τ ἱ­ε­ρῷ τ λα­ῷ πάν­τα τ ῥή­μα­τα τς ζω­ῆς τα­ύ­της.         
                            (Πράξ. Ἀποστ. ε΄[5] 12 – 20 )

ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
1. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ
Οἱ πρῶτες ἡμέρες τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἔνδοξες καί μοναδικές. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔκαναν πολλά καί ἐκπληκτικά Θαύματα, «σημεῖα καί τέρατα ἐν τῷ λαῷ πολλά», πού ἐπιβεβαίωναν τήν ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας τους καί κατέπλησσαν τά πλήθη τοῦ λαοῦ. Κι ὅλοι οἱ πιστοί μέ μιά καρδιά μαζεύονταν στή στοά τοῦ Σολομῶντος. Ἀλλά καί οἱ Ἰουδαῖοι πού δέν εἶχαν πιστεύσει ἄρχισαν νά σέβονται τούς πιστούς. Κανείς τους δέν εἶχε τήν τόλμη νά τούς περιφρονήσει. Διότι ὁ πολύς λαός τούς τιμούσε καί τούς ἐγκωμίαζε. Καθημερινά ὁλοένα καί περισσότερο προσελκύονταν πλήθη ἀνδρῶν καί γυναικῶν καί αὔξαναν τόν ἀριθμό τῶν πιστῶν. Πολλοί μάλιστα ἔ­βγαζαν τούς ἀσθενεῖς ἀπό τά σπίτια τους στίς πλατεῖες καί τούς ἔβαζαν πά­νω σέ κρεβάτια καί φορεῖα ἔτσι, ὥστε ὅταν θά περνοῦσε ἀπό ἐκεῖ ὁ Πέτρος, νά πέσει ἔστω καί ἡ σκιά του σέ κά­ποιον ἀπό τούς ἀσθενεῖς γιά νά τόν θεραπεύσει. Ἔρχονταν μάλιστα στήν Ἱερουσαλήμ πλήθη καί ἀπό τίς γειτο­νικές πόλεις καί ἔφερναν κάθε λογῆς ἀρρώστους, καί δαιμονισμένους. Καί ὅλοι τους θεραπεύονταν.
Τά θαύματα λοιπόν ἦταν πολλά κι ἐκπληκτικά. Καί δέν γίνονταν σέ κά­ποιο ἀπόμερο τόπο, μέσα σέ κάποιο σπίτι, ἤ κάπου κρυφά, ἀλλά δημόσια, στούς δρόμους καί στίς πλατεῖες. Καί ὁ λαός εἶχε τή δυνατότητα νά τά ἐξετά­σει, νά ἐξακριβώσει ἐάν εἶναι ἀληθινά. Καί μάλιστα οἱ φανατισμένοι Ἰουδαῖοι εἶχαν κάθε λόγο νά τά διαψεύσουν. Ἀλ­λά δέν μποροῦσαν. Διότι ὁ κόσμος εἶχε πεισθεῖ γιά τήν αὐθεντικότητά τους.
Τά θαύματα αὐτά λοιπόν εἶχαν πολ­λαπλές ὠφέλειες. Πρωτίστως ὠφελοῦσαν τούς ἴδιους τούς πιστούς. Τούς ἐνί­σχυαν στήν πίστη καί τούς ἕνωναν σέ μιά ψυχή γύρω ἀπό τούς Ἀποστόλους. Ἐξύψωναν σέ μέγιστο βαθμό τό κύρος τῶν Ἀποστόλων καί τούς καθιέρωναν στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας. Τά θαύματα αὐτά ακόμη τούς ἔδιναν θάρρος νά μή φοβοῦνται πλέον κανέναν. Κι αὐτοί πού τή Μεγάλη Παρασκευή εἶχαν διασκορπισθεῖ τρομοκρατημένοι, τώρα ἄφοβοι συνάζονταν καθημερινά στή Στοά τοῦ Σολομῶντος, μπροστά δηλα­δή στούς ἐχθρούς τοῦ Χριστοῦ.
Τά θαύματα ἀκόμη ὠφελοῦσαν καί τούς ἀπίστους. Διότι πιστοποιοῦσαν τή θεϊκή ἀποστολή τῶν μαθητῶν. Ἔτσι οἱ Ἰουδαῖοι πού δέν πίστευαν στήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἔκπληκτοι ἄρχι­σαν νά βλέπουν τούς πιστούς μέ σεβα­σμό. Κάποιοι ἀπό αὐτούς πιό δεκτικοί ἄρχισαν νά προβληματίζονται. Πῶς γί­νονται τά θαύματα αὐτά; Μέ ποιοῦ τή δύναμη; Καί πολλοί ἄρχισαν νά πι­στεύουν. Ἔτσι μεγάλωνε τόσο πολύ ὁ ἀριθμός τῶν πιστῶν, ὥστε νά μήν μπο­ρεῖ πλέον νά μετρηθεῖ. Πλούσιοι καί πτωχοί, ἄνδρες καί γυναῖκες, Ἰουδαῖοι καί προσήλυτοι, ἱερεῖς τῶν Ἰουδαίων καί λαϊκοί, πρωτευουσιάνοι καί χωρι­κοί, ἔτρεχαν νά γίνουν χριστιανοί.
2. ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ
 Ἀπό τή θαυμαστή ὅμως αὐτή ἐξά­πλωση τῆς Ἐκκλησίας ἐνοχλήθηκαν πολύ καί ὁ ἀρχιερέας τῶν Ἰουδαίων καί ὅλοι ὅσοι ἦταν μαζί του καί ἀνῆκαν στή θρησκευτική παράταξη τῶν Σαδδουκαίων. Γεμάτοι φθόνο καί κακία συνέλαβαν τούς Ἀποστόλους καί τούς ἔριξαν στή φυλακή. Ὅμως «ἄγγελος Κυρίου διά τῆς νυκτός ἤνοιξε τάς θύ­ρας τῆς φυλακῆς» κι ἀφοῦ τούς ἔβγαλε ἔξω τούς εἶπε: Πηγαίνετε στό ναό καί μέ θάρρος νά διδάσκετε δημόσια στό λαό τό κήρυγμα τῆς νέας ἐν Χριστῷ ζωῆς.
Γιατί ἄραγε πρῶτοι ἀπ᾿ ὅλους ξεση­κώθηκαν οἱ Σαδδουκαῖοι; Διότι ἦταν ἄνθρωποι ὑλόφρονες, πού δέν μπο­ροῦσαν νά δεχθοῦν τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καί τόν ἀόρατο κόσμο, καί ἦταν φυσικό νά ἐχθρεύονται τόν Χριστό και τό κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων γιά τήν Ἀνάστασή του. Διότι τό κήρυγμά τους γιά τήν αἰώνια ζωή, γιά τή μέλλουσα κρίση, τούς ἐνοχλοῦσε στή συνείδη­ση. Αὐτοί ἦταν βυθισμένοι στήν ὕλη καί στίς ἀπολαύσεις. Πῶς νά κατανο­ήσουν τά πνευματικά καί τά αἰώνια; Ἡ ἐπιτυχία τῶν Ἀποστόλων καί ἡ θαυ­μαστή ἐξάπλωση τοῦ κηρύγματος τῆς Ἀναστάσεως τούς ἐρέθιζε πολύ. Ἡ ἀ­ποδοχή τοῦ κόσμου ἀκόμη περισσό­τερο. Ἔβλεπαν νά χάνουν τόν κόσμο καί νά τόν κερδίζει τό κήρυγμα τῆς Ἀ­ναστάσεως. Γι᾿ αὐτό θέλησαν νά ἐξευ­τελίσουν τούς Ἀποστόλους στά μάτια τοῦ λαοῦ καί νά τούς κλείσουν τό στό­μα.
Ποιός ὅμως νίκησε τελικά; Οἱ Σαδδουκαῖοι ἤ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι; Οἱ δυνάμεις τῆς ὕλης ἤ οἱ κήρυκες τῆς Ἀναστάσεως καί τῆς αἰωνιότητος; Ἀσφαλῶς οἱ δεύτεροι. Διότι ὅσο κι ἄν ἀγωνίζονται οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους νά κρύψουν τό φῶς, τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ἀ­κατανίκητο. Ποιός ἀπελευθέρωσε ἀπό τή φυλακή τούς Ἀποστόλους; Ἄγγελος Κυρίου! Δηλαδή; Οὐσιαστικά ὁ ἴδιος ὁ ἀναστημένος Κύριος. Και ἐπιβεβαίωνε ἔτσι ὅτι δέν εἶναι νεκρός ἀλλά «ζῶν εἰς τούς αἰῶνας». Ὅπως πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες διέρρηξε τά δεσμά τοῦ θανά­του καί ἀνέστη ἐκ τοῦ τάφου, ἔτσι καί τώρα ἀπελευθέρωσε τούς μαθητές του καί τούς κάλεσε διά τοῦ ἀγγέλου νά μή σταματήσουν ποτέ νά κηρύττουν τό μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως. Καί τό κή­ρυγμα αὐτό δέν μπόρεσε κανείς νά τό ἀναχαιτίσει, ἀλλά ἐξαπλώθηκε σ᾿ ὅλο τόν κόσμο καί ἄλλαξε τήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. Ἔτσι γίνεται πάντοτε. Οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους ἔχουν ἐκ προοιμίου χαμένη τή μάχη. Ὅσο κι ἄν πολεμοῦν, ὅ,τι κι ἄν κάνουν. Πάντοτε θά νικᾶ ὁ ἀναστάς Κύριος.
(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)  

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Οὔ­σης ὀ­ψί­ας τ ἡ­μέ­ρᾳ ἐ­κε­ί­νῃ τ μι­ᾷ σαβ­βά­των, κα τν θυ­ρῶν κε­κλει­σμέ­νων ὅ­που ἦ­σαν ο μα­θη­ταὶ συ­νηγ­μέ­νοι δι­ὰ τν φό­βον τν Ἰ­ου­δα­ί­ων, ἦλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς κα ἔ­στη ες τ μέ­σον, κα λέ­γει αὐ­τοῖς· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. Κα τοῦ­το εἰ­πὼν ἔ­δει­ξεν αὐ­τοῖς τς χεῖ­ρας κα τν πλευ­ρὰν αὐ­τοῦ. ἐ­χά­ρη­σαν ον ο μα­θη­ταὶ ἰ­δόν­τες τν Κριον. εἶ­πεν ον αὐ­τοῖς Ἰ­η­σοῦς πά­λιν· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. κα­θὼς ἀ­πέ­σταλκέ με πα­τήρ, κἀ­γὼ πέμ­πω ὑ­μᾶς. κα τοῦ­το εἰ­πὼν ἐ­νε­φύ­ση­σε κα λέ­γει αὐ­τοῖς· Λβετε Πνεῦ­μα ἅ­γι­ον· ν τι­νων ἀ­φῆ­τε τς ἁ­μαρ­τί­ας, ἀ­φί­εν­ται αὐ­τοῖς, ν τι­νων κρα­τῆ­τε, κεκρά­την­ται. Θωμᾶς δ ες κ τν δώ­δε­κα λε­γό­με­νος Δδυμος, οκ ν με­τ' αὐ­τῶν ὅ­τε ἦλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς. Ἔ­λε­γον ον αὐ­τῷ ο ἄλ­λοι μα­θη­ταί· Ἑ­ω­ρά­κα­μεν τν Κριον. δ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Ἐ­ὰν μ ἴ­δω ἐν τας χερ­σὶν αὐ­τοῦ τν τύ­πον τν ἥ­λων, κα βά­λω τν δά­κτυ­λόν μου ες τν τύ­πον τν ἥ­λων, κα βά­λω τν χεῖ­ρά μου ες τν πλευ­ρὰν αὐ­τοῦ, ο μ πι­στε­ύ­σω. Κα με­θ' ἡ­μέ­ρας ὀ­κτὼ πά­λιν ἦ­σαν ἔ­σω ο μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ κα Θω­μᾶς με­τ' αὐ­τῶν. Ἔρ­χε­ται ὁ Ἰ­η­σοῦς τν θυ­ρῶν κε­κλει­σμέ­νων, κα ἔ­στη ες τ μέ­σον κα εἶ­πεν· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. Εἶ­τα λέ­γει τ Θω­μᾷ· Φρε τν δά­κτυ­λόν σου ὧ­δε κα ἴ­δε τς χεῖ­ράς μου, κα φέ­ρε τν χεῖ­ρά σου κα βά­λε ες τν πλευ­ράν μου, κα μ γί­νου ἄ­πι­στος, ἀλ­λὰ πι­στός. Κα ἀ­πε­κρί­θη Θω­μᾶς κα εἶ­πεν αὐ­τῷ· Κρις μου κα Θε­ός μου. Λέ­γει αὐ­τῷ Ἰ­η­σοῦς· Ὅ­τι ἑ­ώ­ρα­κάς με, πε­πί­στευ­κας· μα­κά­ρι­οι ο μ ἰ­δόν­τες κα πι­στε­ύ­σαν­τες. Πολ­λὰ μν ον κα ἄλ­λα ση­μεῖ­α ἐ­πο­ί­η­σεν ὁ Ἰ­η­σοῦς ἐ­νώ­πι­ον τν μα­θη­τῶν αὐ­τοῦ, οκ ἔ­στι γε­γραμ­μέ­να ν τ βι­βλί­ῳ το­ύ­τῳ· Ταῦ­τα δ γέ­γρα­πται ἵ­να πι­στε­ύ­ση­τε ὅ­τι Ἰ­η­σοῦς ἐ­στιν ὁ Χρι­στὸς υἱ­ὸς το Θε­οῦ, κα ἵ­να πι­στε­ύ­ον­τες ζω­ὴν ἔ­χη­τε ἐν τ ὀ­νό­μα­τι αὐ­τοῦ.
(Ἰωάν. κ΄[20] 19 – 31)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ὅ­ταν βρά­δια­σε τήν ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη, τήν πρώ­τη τῆς ἑ­βδο­μά­δος, κι ἐ­νῷ οἱ μα­θη­τὲς ἦ­ταν μα­ζε­μέ­νοι σ' ἕ­να σπί­τι καὶ εἶ­χαν τὶς θύ­ρες κλει­στὲς ἐ­πει­δὴ φο­βοῦν­ταν τοὺς ἄρ­χον­τες τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, ἦλ­θε ὁ Ἰ­η­σοῦς καὶ στά­θη­κε στὴ μέ­ση καὶ τοὺς εἶ­πε: Ἂς εἶ­ναι εἰ­ρή­νη σὲ σᾶς. Κι ἀ­φοῦ τὸ εἶ­πε αὐ­τό, τοὺς ἔ­δει­ξε τὰ χέ­ρια του καὶ τὴν πλευ­ρά του, γιὰ νὰ δοῦν τὰ ση­μά­δια τῶν πλη­γῶν καὶ νὰ πει­σθοῦν ὅ­τι αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ Δι­δά­σκα­λός τους πού σταυ­ρώ­θη­κε. Ἀ­φοῦ λοι­πόν βε­βαι­ώ­θη­καν γι' αὐ­τὸ μὲ τὴν ἐ­πί­δει­ξη τῶν οὐ­λῶν του, χά­ρη­καν οἱ μα­θη­τὲς πού εἶ­δαν τὸν Κύ­ριο. Ὅ­ταν λοι­πὸν οἱ μα­θη­τὲς ἠ­ρέ­μη­σαν κά­πως ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη σφο­δρὴ συγ­κί­νη­ση πού αἰ­σθάν­θη­καν ἐ­ξαι­τί­ας τῆς με­γά­λης τους χα­ρᾶς, τοὺς εἶ­πε πά­λι ὁ Ἰ­η­σοῦς σὲ σχέ­ση μὲ τὴ μελ­λον­τι­κή τους τώ­ρα κλή­ση καὶ ἀ­πο­στο­λή: Ἂς εἶ­ναι εἰ­ρή­νη σὲ σᾶς. Ὅ­πως μὲ ἀ­πέ­στει­λε ὁ Πα­τέ­ρας μου γιὰ τὸ ἔρ­γο τῆς σω­τη­ρί­ας τῶν ἀν­θρώ­πων, ἔ­τσι κι ἐ­γώ σᾶς στέλ­νω νὰ συ­νε­χί­σε­τε τὸ ἴ­διο ἔρ­γο. Κι ἀ­φοῦ τὸ εἶ­πε αὐ­τό, προ­κει­μέ­νου νὰ τοὺς με­τα­δώ­σει τὴν πνο­ὴ τῆς νέ­ας οὐ­ρά­νιας ζω­ῆς ἐμ­φύ­ση­σε στὰ πρό­σω­πά τους, ὅ­πως κά­πο­τε ὁ Θε­ὸς στὸ πρό­σω­πο τοῦ Ἀ­δάμ, καὶ τοὺς εἶ­πε: Λά­βε­τε Πνεῦ­μα Ἅ­γιον.  Σ' ὅ­ποι­ους συγ­χω­ρή­σε­τε τὶς ἁ­μαρ­τί­ες, θὰ τοὺς εἶ­ναι συγ­χω­ρη­μέ­νες κι ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Σ' ὅ­ποι­ους ὅ­μως τὶς κρα­τᾶ­τε ἀσυγχώ­ρη­τες, θὰ μεί­νουν γιὰ πάν­τα κρα­τη­μέ­νες. Ὁ Θω­μᾶς ὅ­μως, πού ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πό τούς δώ­δε­κα ἀ­πο­στό­λους καὶ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὀ­νό­μα­ζαν Δί­δυ­μο ὅ­σοι Ἑ­βραῖ­οι μι­λοῦ­σαν τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα, δὲν ἦ­ταν μα­ζί τους ὅ­ταν ἦλ­θε ὁ Ἰ­η­σοῦς. Ὅ­ταν λοι­πὸν τὸν εἶ­δαν, τοῦ ἔ­λε­γαν οἱ ἄλ­λοι μα­θη­τές: Εἴ­δα­με τὸν Κύ­ριο. Αὐ­τὸς ὅ­μως τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: Ἐ­ὰν δὲν δῶ μὲ τὰ μά­τια μου στὰ χέ­ρια του τὸ ση­μά­δι τῶν καρ­φι­ῶν καὶ δὲν βά­λω τὸ δά­χτυ­λό μου στὸ ση­μά­δι τῶν καρ­φι­ῶν καὶ δὲν βά­λω τὸ χέ­ρι μου στὴν πλευ­ρά του, ὥ­στε ὄ­χι μό­νο μὲ τὰ μά­τια μου ἀλ­λά καὶ μὲ τά δά­χτυ­λά μου νὰ βε­βαι­ω­θῶ, δὲν θὰ πι­στέ­ψω.
Πράγ­μα­τι λοι­πόν, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ὀ­κτὼ ἡ­μέ­ρες ἦ­σαν πά­λι μέ­σα στὸ σπί­τι οἱ μα­θη­τές, καὶ μα­ζὶ μ' αὐ­τοὺς ἦ­ταν κι ὁ Θω­μᾶς. Ἔρ­χε­ται λοι­πὸν ὁ Ἰ­η­σοῦς, ἐ­νῶ ἦ­ταν κλει­στές οἱ θύ­ρες, καὶ στά­θη­κε ἀ­νά­με­σα στοὺς μα­θη­τὲς καί εἶ­πε: Ἂς εἶ­ναι εἰ­ρή­νη σὲ σᾶς. Ἔ­πει­τα λέ­ει στὸν Θω­μᾶ: Φέ­ρε τὸ δά­χτυ­λό σου ἐ­δῶ. Ψη­λά­φη­σε καὶ ἐ­ξέ­τα­σε τὰ ση­μά­δια τῶν πλη­γῶν μου, καί δὲς συγ­χρό­νως μὲ τὰ μά­τια σου τὰ χέ­ρια μου. Φέ­ρε τό χέ­ρι σου κά­τω ἀ­πὸ τὰ ἐν­δύ­μα­τά μου καὶ βά­λ' το στήν πλευ­ρά μου πού χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ λόγ­χη. Καὶ μὴν ἀ­φή­νεις τὸν ἑ­αυ­τό σου νὰ κυ­ρι­ευ­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πι­στί­α, ὥ­στε νὰ γί­νεις μό­νι­μα καὶ ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα ἄ­πι­στος, ἀλ­λά νά προ­ο­δεύ­εις καὶ νὰ στη­ρί­ζε­σαι στὴν πί­στη, ὥ­στε νὰ γί­νεις ἀ­με­τα­κί­νη­τος καὶ ἀ­δι­ά­σει­στος σ' αὐ­τή. Ὁ Θω­μᾶς τό­τε τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε: Πι­στεύ­ω καὶ ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι εἶ­σαι ὁ Κύ­ριός μου καὶ ὁ Θε­ός μου. Τοῦ λέ­ει ὁ Ἰ­η­σοῦς: Πί­στε­ψες ἐ­πει­δὴ μὲ εἶ­δες. Μα­κά­ριοι καὶ πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι πού πι­στεύ­ουν χω­ρὶς νὰ μὲ ἔ­χουν δεῖ μὲ τὰ μά­τια τους, ὅ­πως μὲ εἶ­δες ἐ­σύ. Καί θά πι­στέ­ψουν ἔ­τσι ὅ­λα τὰ μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μου στίς γε­νι­ές πού θὰ ἔλ­θουν.
Σύμ­φω­να λοι­πὸν μὲ ὅ­σα ἐ­ξι­στο­ρή­σα­με, ἐ­κτός ἀ­πό τό θαῦ­μα τῆς Ἀ­να­στά­σε­ώς του, ὀ Ἰ­η­σοῦς μπρο­στά στά μά­τια τῶν μα­θη­τῶν του ἔ­κα­νε καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα θαύ­μα­τα πού ἀ­πο­δεί­κνυ­αν τὴ θε­ό­τη­τά του καὶ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν εἶ­ναι γραμ­μέ­να στὸ βι­βλί­ο αὐ­τό. Αὐ­τὰ πού ἐκ­θέ­σα­με, γρά­φη­καν γιὰ νὰ πι­στέ­ψε­τε ὅ­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­ναι ὁ Χρι­στὸς πού προ­κη­ρύ­χθη­κε ἀ­πό τούς προ­φῆ­τες, ὁ μο­νο­γε­νὴς Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ· κι ἔ­τσι πι­στεύ­ον­τας νὰ ἔ­χε­τε ὡς ἀ­να­φαί­ρε­το κτῆ­μα σας τὴ νέ­α, θεί­α καὶ αἰ­ώ­νια ζω­ή, τὴν ὁ­ποί­α με­τα­δί­δει ὁ ἴ­διος στὶς ψυ­χὲς τῶν ἀν­θρώ­πων πού ἐ­πι­κα­λοῦν­ται τό ὄ­νο­μά του.