Σάββατο 20 Ιουνίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ



ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(21 ΙΟΥΝΙΟΥ 2020)

΄


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀ­δελ­φοί, δό­ξα καὶ τι­μὴ καὶ εἰ­ρή­νη παν­τὶ τῷ ἐρ­γα­ζο­μέ­νῳ τὸ ἀ­γα­θόν, ᾿Ι­ου­δα­ί­ῳ τε πρῶ­τον καὶ ῞Ελ­λη­νι· οὐ γάρ ἐ­στι προ­σω­πο­λη­ψί­α πα­ρὰ τῷ Θε­ῷ. Ὅ­σοι γὰρ ἀ­νό­μως ἥ­μαρ­τον, ἀ­νό­μως καὶ ἀ­πο­λοῦν­ται· καὶ ὅ­σοι ἐν νό­μῳ ἥ­μαρ­τον, διὰ νό­μου κρι­θή­σον­ται. Οὐ γὰρ οἱ ἀ­κρο­α­ταὶ τοῦ νό­μου δί­και­οι πα­ρὰ τῷ Θε­ῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποι­η­ταὶ τοῦ νό­μου δι­και­ω­θή­σον­ται. Ὅ­ταν γὰρ ἔ­θνη τὰ μὴ νό­μον ἔ­χον­τα φύ­σει τὰ τοῦ νό­μου ποι­ῇ, οὗ­τοι νό­μον μὴ ἔ­χον­τες ἑ­αυ­τοῖς εἰ­σι νό­μος, οἵ­τι­νες ἐν­δε­ί­κνυν­ται τὸ ἔρ­γον τοῦ νό­μου γρα­πτὸν ἐν ταῖς καρ­δί­αις αὐ­τῶν, συμ­μαρ­τυ­ρο­ύ­σης αὐ­τῶν τῆς συ­νει­δή­σε­ως καὶ με­τα­ξὺ ἀλ­λή­λων τῶν λο­γι­σμῶν κα­τη­γο­ρούν­των ἢ καὶ ἀ­πο­λο­γου­μέ­νων - ἐν ἡ­μέ­ρᾳ ὅ­τε κρι­νεῖ ὁ Θε­ὸς τὰ κρυ­πτὰ τῶν ἀν­θρώ­πων κα­τὰ τὸ εὐ­αγ­γέ­λι­όν μου διὰ ᾿Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ.           
          (Ρωμ.β΄[2] 10 - 16)

Η ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ
«Ἐν­δεί­κνυν­ται τὸ ἔρ­γον τοῦ νό­μου γρα­πτὸν ἐν ταῖς καρ­δί­αις
αὐ­τῶν, συμ­μαρ­τυ­ρού­σης αὐ­τῶν τῆς συ­νει­δή­σε­ως»
Δὲν ὑ­πάρ­χει ἄν­θρω­πος ποὺ νὰ μὴ γνω­ρί­ζει ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ κα­λὸ καὶ τὸ κα­κό. Ἀ­κό­μη καὶ οἱ εἰ­δω­λο­λά­τρες, ὅ­πως μᾶς βε­βαι­ώ­νει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος στὸ ση­με­ρι­νὸ Ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα, «ἐν­δεί­κνυν­ται τὸ ἔρ­γον τοῦ νό­μου γρα­πτὸν ἐν ταῖς καρ­δί­αις αὐ­τῶν, συμ­μαρ­τυ­ρού­σης αὐ­τῶν τῆς συ­νει­δή­σε­ως»· δη­λα­δὴ ἔ­χουν στὶς καρ­δι­ές τους γραμ­μέ­νο τὸν νό­μο ποὺ τοὺς δι­α­φω­τί­ζει νὰ δι­α­κρί­νουν τὸ κα­λὸ ἀ­πὸ τὸ κα­κό. Ὁ νό­μος αὐ­τὸς εἶ­ναι ἡ συ­νεί­δη­ση ποὺ δί­νει μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὸ ἂν εἶ­ναι σω­στὴ κά­θε πρά­ξη τους.
Μᾶς δί­νε­ται λοι­πὸν ἡ ἀ­φορ­μὴ σή­με­ρα νὰ δοῦ­με τί εἶ­ναι ἡ συ­νεί­δη­ση καὶ πῶς μπο­ροῦ­με νὰ τὴν καλ­λι­ερ­γοῦ­με, ὥ­στε νὰ μᾶς κα­θο­δη­γεῖ σω­στά.
1. Συ­νεί­δη­ση, ἡ φω­νὴ τοῦ Θε­οῦ
Συ­νεί­δη­ση ὀ­νο­μά­ζε­ται ἡ ἔμ­φυ­τη δυ­να­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που νὰ δι­α­κρί­νει τὸ κα­λὸ ἀ­πὸ τὸ κα­κὸ καὶ νὰ ἐ­νερ­γεῖ μὲ βά­ση ἠ­θι­κοὺς κα­νό­νες. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἡ συ­νεί­δη­ση εἶ­ναι ἡ φω­νὴ τοῦ Θε­οῦ μέ­σα μας. Αὐ­τὴ μᾶς ὑ­πο­δει­κνύ­ει τί πρέ­πει νὰ κά­νου­με καὶ τί νὰ ἀ­πο­φύ­γου­με, αὐ­τὴ ἐ­πί­σης ἐ­πι­δο­κι­μά­ζει ἢ ἀ­πο­δο­κι­μά­ζει κά­θε σκέ­ψη, ἐ­πι­θυ­μί­α ἢ πρά­ξη μας.
Ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὅ­τι ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή, ὅ­ταν ὁ Θε­ὸς δη­μι­ούρ­γη­σε τὸν ἄν­θρω­πο, «νό­μον αὐ­τῷ φυ­σι­κὸν ἐγ­κα­τέ­θη­κε... καὶ αὐ­το­δί­δα­κτον ἐ­ποί­η­σε τὴν γνῶ­σιν τῶν κα­λῶν καὶ τῶν οὐ τοι­ού­των» (PG 49, 131). Δη­λα­δὴ φύ­τε­ψε ὁ Πλά­στης μας Κύ­ριος μέ­σα στὴν ψυ­χὴ τοῦ ἀν­θρώ­που ὡς νό­μο φυ­σι­κὸ τὴ συ­νεί­δη­ση, κι ἔ­τσι ἀ­πὸ μό­νος του πλέ­ον ὁ ἄν­θρω­πος γνω­ρί­ζει νὰ ξε­χω­ρί­ζει τὸ κα­λὸ ἀ­πὸ τὸ κα­κό.
Μ᾿ αὐ­τὴ τὴ συ­νεί­δη­ση συμ­μορ­φώ­θη­καν οἱ δί­και­οι ἄν­θρω­ποι, ὅ­πως π.χ. ὁ Ἀ­βρα­άμ, ὁ Ἰ­σα­άκ, ὁ Ἰ­α­κώβ, ποὺ ἔ­ζη­σαν πρὶν ἀ­πὸ τὸν γρα­πτὸ νό­μο καὶ εὐ­α­ρέ­στη­σαν στὸν Θε­ό. Ἐ­πει­δὴ ὅ­μως μὲ τὴν προ­ο­δευ­τι­κὴ ἐ­ξά­πλω­ση τῆς ἁ­μαρ­τί­ας ἡ φω­νὴ τῆς συ­νει­δή­σε­ως δια­ρκῶς ἐ­ξα­σθε­νοῦ­σε, «ἐ­δε­ή­θη­μεν τοῦ γρα­πτοῦ νό­μου, ἐ­δε­ή­θη­μεν τῶν ἁ­γί­ων προ­φη­τῶν, ἐ­δε­ή­θη­μεν αὐ­τῆς τῆς ἐ­πι­δη­μί­ας τοῦ Δε­σπό­του ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ εἰς τὸ ἀ­να­κα­λύ­ψαι καὶ ἀ­νε­γεῖ­ραι αὐ­τὴν» (ἀβ­βᾶς Δω­ρό­θε­ος). Χρει­α­στή­κα­με δη­λα­δὴ τὸν γρα­πτὸ νό­μο ποὺ πα­ρέ­δω­σε ὁ Θε­ὸς στὸν Μω­υ­σῆ. Χρει­α­στή­κα­με ἀ­κό­μη τὸ ἀ­φυ­πνι­στι­κὸ κή­ρυγ­μα τῶν Προ­φη­τῶν καὶ τέ­λος τὴν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ ἴ­διου τοῦ Δε­σπό­του Χρι­στοῦ γιὰ νὰ ξα­να­φέ­ρει τὴ συ­νεί­δη­ση στὸ φῶς καὶ νὰ τὴν ἀ­να­στή­σει.
Ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­χου­με συ­νεί­δη­ση. Λει­τουρ­γεῖ ὅ­μως σω­στά; Δι­ό­τι μπο­ρεῖ κά­ποι­ος νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὅ­τι τά­χα δὲν τὸν ἐ­λέγ­χει ἡ συ­νεί­δη­σή του, ἐ­νῶ δι­α­πράτ­τει σο­βα­ρὰ πα­ρα­πτώ­μα­τα. Τό­τε θὰ λέ­γα­με ὅ­τι συμ­βαί­νει κά­τι πα­ρό­μοι­ο μὲ τὰ μά­τια. Ὅ­ταν πά­σχει κά­ποι­ος ἀ­πὸ μυ­ω­πί­α ἢ κά­ποι­α ἄλ­λη σχε­τι­κὴ πά­θη­ση, βλέ­πει θαμ­πὰ καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ δι­α­κρί­νει ὀρ­θὰ τὰ πράγ­μα­τα. Κι ὅ­σο σο­βα­ρό­τε­ρη εἶ­ναι ἡ ἀ­σθέ­νειά του, τό­σο πιὸ ἐ­πι­κίν­δυ­νο εἶ­ναι νὰ ἐμ­πι­στεύ­ε­ται τὴν ὅ­ρα­σή του. Ἔ­τσι καὶ ἡ συ­νεί­δη­ση πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ὑ­γι­ὴς γιὰ νὰ κα­θο­δη­γεῖ μὲ ἀ­σφά­λεια τὸν ἄν­θρω­πο. Πῶς ὅ­μως μπο­ροῦ­με νὰ καλ­λι­ερ­γοῦ­με τὴ συ­νεί­δη­σή μας, ὥ­στε νὰ λει­τουρ­γεῖ σω­στά;
2. Ἡ καλ­λι­έρ­γεια τῆς συ­νει­δή­σε­ως
Τὸ πρῶ­το καὶ πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸ γιὰ τὴν καλ­λι­έρ­γεια τῆς συ­νει­δή­σε­ως εἶ­ναι νὰ με­λε­τοῦ­με τὴν Ἁ­γί­α Γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τὸ ἡ συ­νεί­δη­σή μας φω­τί­ζε­ται γιὰ τὸ ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ καὶ τί ἀ­πο­τε­λεῖ πα­ρά­βα­ση τοῦ Νό­μου του.
Ἐ­πί­σης στὴν καλ­λι­έρ­γεια τῆς συ­νει­δή­σε­ως πο­λὺ βο­η­θεῖ ἡ τα­κτι­κὴ αὐ­το­κρι­τι­κὴ καὶ ἡ με­τά­νοι­α. Λέ­ει ὁ ἅ­γιος Νι­κό­δη­μος ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της: «Κα­θὼς τὰ πη­γά­δια ὅ­σο σκά­βον­ται, τό­σο κα­θα­ρό­τε­ρο καὶ γλυ­κύ­τε­ρο νε­ρὸ βγά­ζουν, ἔ­τσι κι ἡ συ­νεί­δη­ση, ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­ξε­τά­ζε­ται καὶ ξε­χώ­νε­ται ἀ­πὸ τὰ πά­θη ποὺ εἶ­ναι σκε­πα­σμέ­νη, τό­σο κα­λύ­τε­ρα μᾶς δι­δά­σκει τί πρέ­πει νὰ κά­νου­με». Ἂς ἐ­ξε­τά­ζου­με λοι­πὸν συ­στη­μα­τι­κὰ τὸν ἑ­αυ­τό μας κι ἂς κα­τα­φεύ­γου­με μὲ με­τά­νοι­α καὶ συν­τρι­βὴ στὸ Μυ­στή­ριο τῆς ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως, ὅ­που λαμ­βά­νου­με ὄ­χι μό­νο τὴν ἄ­φε­ση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν, ἀλ­λὰ καὶ κα­τάλ­λη­λες συμ­βου­λὲς ἀ­πὸ τὸν ἱ­ε­ρέ­α – Πνευ­μα­τι­κό, ὁ ὁ­ποῖ­ος κατ᾿ ἐ­ξο­χὴν μᾶς βο­η­θεῖ νὰ δι­α­κρί­νου­με τί εἶ­ναι σω­στὸ καὶ ὠ­φέ­λι­μο γιὰ τὴ ζω­ή μας.
Καὶ κά­τι τε­λευ­ταῖ­ο: Ἂς ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε ὥ­στε νὰ μὴν πα­ρα­βαί­νου­με τὶς ὑ­πο­δεί­ξεις τῆς συ­νει­δή­σε­ώς μας, ἀ­κό­μη καὶ σ᾿ αὐ­τὰ ποὺ θε­ω­ροῦ­με μι­κρὰ κι ἀ­σή­μαν­τα. Για­τί, ὅ­πως λέ­ει ὁ ἀβ­βᾶς Δω­ρό­θε­ος, ἀ­πὸ τὰ μι­κρὰ αὐ­τὰ καὶ ἀ­σή­μαν­τα φτά­νου­με νὰ κα­τα­φρο­νοῦ­με καὶ τὰ με­γά­λα.
Η συνείδηση! Ἡ φω­νὴ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ἀν­τη­χεῖ στὰ βά­θη τῆς καρ­διᾶς μας. Ἂς κα­θα­ρί­ζου­με τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό μας γιὰ νὰ ἀ­κοῦ­με κρυ­στάλ­λι­νη τὴ φω­νή της, κι ἂς ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε νὰ συμ­μορ­φώ­νου­με τὴ ζω­ή μας πρὸς τὶς ὑ­πο­δεί­ξεις της. Νὰ ζη­τοῦ­με δὲ καὶ τὴ Χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος διὰ τῶν ἱ­ε­ρῶν Μυ­στη­ρί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ὥ­στε ἡ συ­νεί­δη­σή μας νὰ φω­τί­ζε­ται καὶ νὰ ἁ­γι­ά­ζε­ται, γιὰ νὰ μᾶς κα­θο­δη­γεῖ ὀρ­θὰ στὸ δρό­μο τῆς σω­τη­ρί­ας.
 (Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, πε­ρι­πα­τῶν ὁ ᾿Ι­η­σοῦς πα­ρὰ τὴν θά­λασ­σαν τῆς Γα­λι­λα­ί­ας, εἶ­δε δύ­ο ἀ­δελ­φο­ύς, Σίμωνα τὸν λε­γό­με­νον Πέτρον καὶ ᾿Αν­δρέ­αν τὸν ἀ­δελ­φὸν αὐ­τοῦ, βάλ­λον­τας ἀμ­φί­βλη­στρον εἰς τὴν θά­λασ­σαν· ἦ­σαν γὰρ ἁ­λι­εῖς· καὶ λέ­γει αὐ­τοῖς· Δεῦ­τε ὀ­πί­σω μου καὶ ποι­ή­σω ὑ­μᾶς ἁ­λι­εῖς ἀν­θρώ­πων. Οἱ δὲ εὐ­θέ­ως ἀ­φέν­τες τὰ δί­κτυ­α ἠ­κο­λο­ύ­θη­σαν αὐ­τῷ. Καὶ προ­βὰς ἐ­κεῖ­θεν, εἶ­δεν ἄλ­λους δύ­ο ἀ­δελ­φο­ύς, ᾿Ιάκωβον τὸν τοῦ Ζε­βε­δα­ί­ου καὶ ᾿Ι­ω­άν­νην τὸν ἀ­δελ­φὸν αὐ­τοῦ, ἐν τῷ πλο­ί­ῳ με­τὰ Ζε­βε­δα­ί­ου τοῦ πα­τρὸς αὐ­τῶν, κα­ταρ­τί­ζον­τας τὰ δί­κτυ­α αὐ­τῶν· καὶ ἐ­κά­λε­σεν αὐ­το­ύς. Οἱ δὲ εὐ­θέ­ως ἀ­φέν­τες τὸ πλοῖ­ον καὶ τὸν πα­τέ­ρα αὐ­τῶν, ἠ­κο­λο­ύ­θη­σαν αὐ­τῷ. Καὶ πε­ρι­ῆ­γεν ὅ­λην τὴν Γα­λι­λα­ί­αν ὁ ᾿Ι­η­σοῦς δι­δά­σκων ἐν ταῖς συ­να­γω­γαῖς αὐ­τῶν, καὶ κη­ρύσ­σων τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιον τῆς βα­σι­λε­ί­ας, καὶ θε­ρα­πεύ­ων πᾶ­σαν νό­σον καὶ πᾶ­σαν μα­λα­κί­αν ἐν τῷ λα­ῷ.
                                                                                 (Ματθ. δ΄[4] 18 – 23)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Κα­θὼς ὁ Ἰ­η­σοῦς περ­πα­τοῦ­σε κον­τὰ στὴ θά­λασ­σα τῆς Γα­λι­λαίας, εἶ­δε δυ­ὸ ἀ­δελ­φούς, τὸν Σί­μω­να, τὸν ὁποῖο κα­τό­πιν ὀ­νό­μα­σε Πέ­τρο, καὶ τὸν Ἀν­δρέ­α τὸν ἀ­δελ­φό του, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­ρι­χναν δί­χτυ­α στὴ θά­λασ­σα, δι­ό­τι ἦ­ταν ψα­ρά­δες. Καὶ τοὺς λέ­ει: Ἀ­κο­λου­θῆ­στέ με, καὶ θὰ σᾶς κά­νω ἱ­κα­νοὺς νὰ ψα­ρεύ­ε­τε ἀν­τὶ γιὰ ψά­ρια ἀν­θρώ­πους. Αὐ­τοὺς θὰ ἑλ­κύ­ε­τε στὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν μὲ τὰ πνευ­μα­τι­κὰ δί­χτυ­α τοῦ κη­ρύγ­μα­τος. Κι αὐ­τοὶ ἀ­μέ­σως ἄ­φη­σαν τὰ δί­χτυ­ά τους καὶ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σαν. Κι ἀφοῦ προ­χώ­ρη­σε πιὸ πέ­ρα ἀ­πὸ ἐκεῖ, εἶ­δε ἄλ­λους δύ­ο ἀ­δελ­φούς, τὸν Ἰ­ά­κω­βο, τὸν γιὸ τοῦ Ζε­βε­δαί­ου, καὶ τὸν Ἰ­ω­άν­νη τὸν ἀ­δελ­φό του, νὰ ἑ­τοι­μά­ζουν τὰ δί­χτυ­ά τους μέ­σα στὸ πλοῖ­ο μα­ζὶ μὲ τὸν πα­τέ­ρα τους Ζε­βε­δαῖο. Καὶ τοὺς κά­λε­σε. Κι αὐ­τοὶ ἀ­μέ­σως ἄ­φη­σαν τὸ πλοῖ­ο καὶ τὸν πα­τέ­ρα τους καὶ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σαν.
Καὶ πε­ρι­ό­δευ­ε ὁ Ἰησοῦς ὅ­λη τὴ Γα­λι­λαί­α δι­δά­σκον­τας στὶς συ­να­γω­γές τους, ὅ­που κά­θε Σάβ­βα­το μα­ζεύ­ον­ταν οἱ Ἑ­βραῖ­οι γιὰ νὰ ἀ­κού­σουν τὴν ἀ­νά­γνω­ση τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς καὶ νὰ προ­σευ­χη­θοῦν. Καὶ κή­ρυτ­τε ἐκεῖ τὸ χαρ­μό­συ­νο ἄγ­γελ­μα ὅ­τι πλη­σί­α­ζε ὁ χρό­νος τῆς πνευ­μα­τι­κῆς βα­σι­λεί­ας, πού θὰ ἔ­φερ­νε στοὺς ἀν­θρώ­πους τὴν ἀ­πο­λύ­τρω­ση καὶ τὴ χα­ρά. Καὶ θε­ρά­πευ­ε κά­θε εἴ­δους ἀ­σθέ­νεια καὶ ἀ­δι­α­θε­σί­α στὸ λα­ό.

Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ TOY ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΔΑΝΙΗΛ


ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ TOY ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΔΑΝΙΗΛ



Δι­εύ­θυν­ση ἐκ­κλ. Ρι­ζα­ρί­ου Σχο­λῆς
Μάρ­τιος 1903
Ὁ­σι­ώ­τα­τε ἐν Χρι­στῷ Πα­τέ­ρα Δα­νι­ήλ, ἀ­σπά­ζο­μαι ἀ­δελ­φι­κὰ τὴν ἀ­γά­πη σας.
Λαμ­βά­νον­τας τὴ σε­βα­στὴ ἐ­πι­στο­λή σας, μὲ πολ­λὴ λύ­πη δι­ά­βα­σα γιὰ τὴ θλί­ψη ποὺ σᾶς βρῆ­κε καὶ δι­α­τά­ρα­ξε τὴν ψυ­χι­κή σας γα­λή­νη. Πράγ­μα­τι εἶ­ναι θλι­βε­ρὸ αὐ­τὸ ποὺ συ­νέ­βη, ἀλ­λὰ γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι γι᾿ αὐ­τοὺς ποὺ ἀ­γα­ποῦν τὸν Θε­ό, τὰ πάν­τα συ­νερ­γοῦν πρὸς τὸ ἀ­γα­θό. Ἡ ἀ­λή­θεια τοῦ ἀ­πο­στο­λι­κοῦ αὐ­τοῦ λό­γου εἶ­ναι ὅ­μοι­α μὲ τὴ χά­ρη ποὺ ἐ­νέ­πνευ­σε τὸν ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο, ἡ ὁ­ποί­α ὡς θεῖ­ος καὶ σο­φὸς λό­γος ἔ­χει πλῆ­ρες καὶ ἀ­πό­λυ­το κύ­ρος.Ἔ­χον­τας ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὴ θεί­α ἀ­γά­πη, πι­στεύ­ω δτὶ μπο­ρεῖ­τε νὰ ἀ­πο­κο­μί­σε­τε πολ­λὴ ὠ­φέ­λεια ἀ­πὸ τὴν δο­κι­μα­σί­α ποῦ σᾶς βρῆ­κε.
Γνω­ρί­ζει κα­λῶς ἡ δι­κή σας ὁ­σι­ό­τα­τη ἀ­γά­πη ὅ­τι οἱ δο­κι­μα­σί­ες ὁ­δη­γοῦν σὲ τε­λει­ό­τη­τα. Ἄν­θρω­πος ποὺ δὲν δο­κι­μά­ζε­ται, δὲν εὐ­δο­κι­μεῖ. Ἄν­θρω­πος ποὺ δὲν δο­κι­μά­ζε­ται, δὲν ὑ­ψώ­νε­ται πά­νω ἀ­πὸ τὸ γή­ι­νο ἔ­δα­φος, ἐ­κεῖ ὅ­που στη­ρί­ζε­ται ἡ κλί­μα­κα τῶν ἀ­ρε­τῶν ποὺ φτά­νει μέ­χρι τὸν οὐ­ρα­νό. Οἱ δο­κι­μα­σί­ες σὲ ὅ­σους ἀ­γα­ποῦν τὸν Θε­ό, ἀ­πο­βαί­νουν παι­δα­γω­γί­ες ποὺ ἐκ­παι­δεύ­ουν τὴν ψυ­χὴ στὴν ἀ­γά­πη πρὸς τὴν φι­λο­σο­φί­α, στὴν ἀ­γά­πη πρὸς τὴν ἀ­λή­θεια. Ὁ χρι­στι­α­νι­σμὸς χει­ρα­γω­γεῖ πρὸς τὴν ἀ­λη­θι­νὴ φι­λο­σο­φί­α, γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὁ χρι­στια­νὸς θὰ ᾿πρε­πε νὰ ἀ­γω­νί­ζε­ται, κα­θό­τι ὁ ἀ­φι­λο­σό­φη­τος, αὐ­τὸς δη­λα­δὴ ποὺ δὲν ἔ­χει ἀ­γά­πη πρὸς τὴν ἀ­λή­θεια, δὲν φτά­νει στὸ μέ­τρο τῆς τε­λει­ό­τη­τας στὸ ὁ­ποῖ­ο ὀ­φεί­λει νὰ φτά­σει. Ἂν ὅ­λοι οἱ χρι­στια­νοὶ ἔ­χουν ὑ­πο­χρέ­ω­ση νὰ γί­νουν φί­λοι τῆς θεί­ας γνώ­σης, ὥ­στε νὰ ἀ­πο­βοῦν τέ­λει­οι σύμ­φω­να μὲ τὴν ἐν­το­λὴ τοῦ Κυ­ρί­ου, πό­σω μᾶλ­λον ὅ­σοι τὴν ἀ­γά­πη­σαν καὶ ἀ­φο­σι­ώ­θη­καν σ᾿ αὐ­τήν. Ἐ­άν, λοι­πόν, οἱ δο­κι­μα­σί­ες εἶ­ναι παι­δα­γω­γοὶ πρὸς τὴν φι­λο­σο­φί­α, ἡ δὲ φι­λο­σο­φί­α προ­ά­γει στὴ χρι­στι­α­νι­κὴ τε­λει­ό­τη­τα, συμ­πε­ραί­νου­με ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ες οἱ δο­κι­μα­σί­ες.
Οἱ δο­κι­μα­σί­ες ποὺ παι­δα­γω­γοῦν στὴ φι­λο­σο­φί­α, παι­δα­γω­γοῦν καὶ στὴν ὑ­πο­μο­νή, ἐ­πει­δὴ ἡ ὑ­πο­μο­νὴ εἶ­ναι ἐκ φύ­σε­ως ἀ­δελ­φὴ τῆς φι­λο­σο­φί­ας. Γι᾿ αὐ­τό, κα­νεὶς ἀ­λη­θι­νὸς φι­λό­σο­φος δὲν εἶ­ναι ἀ­νυ­πό­μο­νος, οὔ­τε ὁ ἀ­νυ­πό­μο­νος μπο­ρεῖ νὰ γί­νει φι­λό­σο­φος. Οἱ δο­κι­μα­σί­ες πράγ­μα­τι δο­κι­μά­ζουν τὸν θε­μέ­λιο λί­θο τῶν ἀ­ρε­τῶν, ποὺ εἶ­ναι ἡ ὑ­πο­μο­νή.Ἡ ὑ­πο­μο­νὴ εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ μᾶς εἰ­σά­γει στὴ σω­τη­ρί­α. Γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τό, ὁ χρι­στια­νὸς ποὺ ἀ­γα­πᾶ τὴν ἀ­λή­θεια, ὄ­χι μό­νο δὲν ἀ­πο­θαρ­ρύ­νε­ται, ἀλ­λὰ ἔ­χει θάρ­ρος, ὑ­πο­μέ­νει καὶ χαί­ρε­ται. Ὄν­τως χαί­ρε­ται ἀ­λη­θι­νὰ κα­θὼς δι­α­πι­στώ­νου­με στὸν Ἀ­πό­στο­λο ὅ­τι «καυ­χᾶ­ται ἐν ταῖς θλί­ψε­σιν» κα­τα­νο­ών­τας «ὅ­τι ἡ θλί­ψη κα­τορ­θώ­νει τὴν ὑ­πο­μο­νή, ἡ ὑ­πο­μο­νὴ τὴν δο­κι­μα­σί­α, ἡ δο­κι­μα­σί­α τὴν ἐλ­πί­δα, ἡ δὲ ἐλ­πί­δα δὲν ντρο­πιά­ζει, ἀ­φοῦ ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ δι­α­χέ­ε­ται μέ­σα στὴν καρ­διά του».
Οἱ δο­κι­μα­σί­ες, κα­θὼς ἄ­ρι­στα γνω­ρί­ζεις, ἀ­κό­λου­θε τῆς ἀ­λη­θι­νῆς φι­λο­σο­φί­ας, γί­νον­ται κα­τὰ θεί­α οἰ­κο­νο­μί­α, θεί­α θέ­λη­ση καὶ εὐ­δο­κί­α, ὥ­στε νὰ ἀ­φυ­πνι­στεῖ ὁ νοῦς μας καὶ νὰ κα­τα­νο­ή­σει τε­λει­ό­τε­ρα τὸ μυ­στή­ριο ποὺ μᾶς πε­ρι­βάλ­λει. Ὁ ἄν­θρω­πος, ἂν δὲν δο­κι­μα­ζό­ταν, θὰ ἀ­γνο­οῦ­σε ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια. Οἱ δο­κι­μα­σί­ες μαρ­τυ­ροῦν ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴν εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Θε­οῦ πρὸς τὸν ἄν­θρω­πο. Ὡς ἐκ τού­του, ὀ­φεί­λει καὶ αὐ­τὸς νὰ εὐ­χα­ρι­στεῖ γιὰ ὅ­λα. Τὸ νὰ ὑ­φί­στα­ται δο­κι­μα­σί­ες ὁ ἄν­θρω­πος, εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το· τὸ ἀ­παι­τεῖ ἡ ἀ­δυ­να­μί­α του νὰ τε­λει­ο­ποι­η­θεῖ. Οἱ δο­κι­μα­σί­ες δι­ευ­ρύ­νουν τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς τοῦ τρό­που σκέ­ψε­ως, αὐ­τῶν ποὺ ἀ­γα­ποῦν τὸν Θε­ό, πρὸς τὸ φῶς τῆς ἀ­λή­θειας καὶ τοὺς κα­θι­στοῦν ἀ­κτι­νο­βό­λους καὶ ἱ­κα­νοὺς νὰ βλέ­πουν ὄ­χι μό­νο τὰ κον­τι­νά, ἀλ­λὰ καὶ τὰ μέλ­λον­τα· καὶ τὸν νοῦ ἱ­κα­νὸ νὰ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὄ­χι μό­νο τὰ κα­τα­λη­πτὰ ἀλ­λὰ νὰ κα­τα­νο­εῖ καὶ τὰ ὑ­πε­ρά­νω αὐ­τῶν.Ὄ­χι μό­νο νὰ τὰ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται, ἀλ­λὰ καὶ νὰ τὰ κα­τα­νο­εῖ σὲ βά­θος, για­τὶ στὴν τε­λει­ό­τη­τα ἀ­νευ­ρί­σκε­ται ἡ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη γνώ­ση. Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ δο­κι­μα­σί­α ἐ­πι­φέ­ρει τὴν τε­λει­ό­τη­τα, ἐ­πι­φέ­ρει καὶ τὴν ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη γνώ­ση. Μά­λι­στα, ἡ τε­λευ­ταί­α προ­η­γεῖ­ται τῆς τε­λει­ό­τη­τας.Ἔ­τσι δι­α­πι­στώ­νου­με, ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ δο­κι­μα­ζό­μα­στε, ὥ­στε νὰ τε­λει­ο­ποι­η­θοῦ­με. Αὐ­τὸ κα­θί­στα­ται ἀ­ναγ­καῖ­ο, ὄ­χι μό­νο γιὰ τὸ ὅ­τι ἀ­φοῦ γεν­νη­θή­κα­με κατ᾿ εἰ­κό­να Θε­οῦ, ἔ­χου­με ὑ­πο­χρέ­ω­ση νὰ ἀ­πο­βοῦ­με καὶ καθ᾿ ὁ­μοί­ω­ση, ἀλ­λὰ καὶ για­τί φέ­ρου­με τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς προ­γο­νι­κῆς κλη­ρο­νο­μιᾶς ποὺ ἐ­πέ­δρα­σαν στὶς ψυ­χι­κές μας δυ­νά­μεις καὶ τὶς ἐ­ξα­σθέ­νη­σαν, ἔ­τσι ὥ­στε νὰ ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ἡ ψυ­χὴ ἀ­πὸ πα­ρα­κί­νη­ση, ποὺ θὰ τὴν ἀ­φυ­πνί­ζει, καὶ ἀ­πὸ οὐ­ρά­νιο φῶς, ποὺ θὰ τῆς κα­θα­ρί­ζει τὸν νοῦ. Ἐ­άν, κα­θὼς γνω­ρί­ζε­τε, τε­λει­ο­ποί­η­ση εἶ­ναι τὸ νὰ μοι­ά­σου­με στὸν Θε­ό, ἐ­φό­σον πλα­σθή­κα­με κατ᾿ εἰ­κό­να Του, τό­τε αὐ­τὴ βρί­σκε­ται στὴν κο­ρυ­φαί­α βαθ­μί­δα τῆς πνευ­μα­τι­κῆς καὶ ἐ­κτει­νό­με­νης μέ­χρι τὸν οὐ­ρα­νὸ κλί­μα­κας, τῆς ὁ­ποί­ας ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χει ὑ­πο­χρέ­ω­ση νὰ ἀ­νέ­βει τὶς βαθ­μί­δες. Πα­ράλ­λη­λα, αὐ­τὸς βρί­σκε­ται ἐ­πιρ­ρε­πὴς πρὸς τὰ γή­ι­να, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς κλη­ρο­νο­μι­κό­τη­τας. Ἀ­πὸ αὐ­τά, λοι­πόν, ἀ­να­ρω­τι­ώ­μα­στε πό­σες δο­κι­μα­σί­ες ἔ­χει ἀ­νάγ­κη νὰ βι­ώ­σει, ὥ­στε νὰ μά­θει νὰ ἀν­τι­στέ­κε­ται σθε­να­ρὰ καὶ στα­θε­ρά, βα­δί­ζον­τας τὸν ἀ­νη­φο­ρι­κὸ δρό­μο, ἕ­ως ὅ­του φθά­σει στὸ πο­θη­τὸ τέρ­μα, πρὸς τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τευ­θύ­νε­ται καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο τό­σο πο­λὺ λα­χτα­ρά­ει ἡ καρ­διά του;
Ἀ­δελ­φέ μου ἐν Χρι­στῷ, ἡ δο­κι­μα­σί­α τὴν ὁ­ποί­α ὑ­πέ­στης, σί­γου­ρα κα­τὰ θεί­α οἰ­κο­νο­μί­α, σοῦ προ­σέ­φε­ρε με­γά­λη πνευ­μα­τι­κὴ ὠ­φέ­λεια. Ἀν­τλών­τας δὲ τὴν πλη­ρο­φο­ρί­α μέ­σα ἀ­πὸ τὴν καρ­διά μου, σοῦ λέ­ω ὅ­τι ἀ­πὸ σή­με­ρα εἶ­σαι τε­λει­ό­τε­ρος ἀπ᾿ ὅ­σο ἤ­σουν προ­η­γου­μέ­νως. Ὁ­πό­τε σὲ πα­ρα­κα­λῶ πά­ψε νὰ θλί­βε­σαι καὶ δό­ξα­σε τὸν Κύ­ριο ποὺ σὲ ἐ­λέ­η­σε.
Τοὺς τό­μους τοῦ Χρυ­σο­στό­μου σοῦ τοὺς στέλ­νω μὲ τὴ φορ­τω­τι­κή. Ση­μεῖ­α Δ.Α., μέ­σα σὲ κι­βώ­τιο «πρὸς τὴν Δάφ­νη» στὸ ὄ­νο­μά σας.
Σᾶς ἀ­σπά­ζο­μαι μὲ τὸν ἐν Χρι­στῷ ἀ­δελ­φι­κὸ ἀ­σπα­σμό, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­δελ­φό­τη­τά σας. Πα­ρα­κα­λῶ νὰ μνη­μο­νεύ­ε­τε καὶ ἐ­μᾶς στὶς προ­σευ­χές σας.
Πα­ρα­μέ­νω μὲ ἀ­γά­πη ὃ ἓν Χρι­στῷ ἀ­δελ­φός σας.
+Ο Πεν­τα­πό­λε­ως Νε­κτά­ριος

ΓΡΑΜΜΑΤΑ  ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΑΓΙΟ.   ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ
ΤΟΥ ΑΠΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΔΑΝΙΗΛ σελ. 151-155

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ)
(14 ΙΟΥΝΙΟΥ 2020)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ)
Ἀ­δελ­φοί, οἱ ἃγιοι πάντες δι­ὰ πί­στε­ως κα­τη­γω­νί­σαν­το βα­σι­λε­ί­ας, εἰρ­γά­σαν­το δι­και­ο­σύ­νην, ἐ­πέ­τυ­χον ἐ­παγ­γε­λι­ῶν, ἔ­φρα­ξαν στό­μα­τα λε­όν­των, ἔ­σβε­σαν δύ­να­μιν πυ­ρός, ἔ­φυ­γον στό­μα­τα μα­χα­ί­ρας, ἐ­νε­δυ­να­μώ­θη­σαν ἀ­πὸ ἀ­σθε­νε­ί­ας, ἐ­γε­νή­θη­σαν ἰ­σχυ­ροὶ ἐν πο­λέ­μῳ, πα­ρεμ­βο­λὰς ἔ­κλι­ναν ἀλ­λο­τρί­ων· ἔ­λα­βον γυ­ναῖ­κες ξ ἀ­να­στά­σε­ως τος νε­κροὺς αὐ­τῶν· ἄλ­λοι δ ἐ­τυμ­πα­νί­σθη­σαν, ο προσ­δε­ξά­με­νοι τν ἀ­πο­λύ­τρω­σιν, ἵ­να κρείτ­το­νος ἀ­να­στά­σε­ως τύ­χω­σιν· ἕ­τε­ροι δ ἐμ­παιγ­μῶν κα μα­στί­γων πεῖ­ραν ἔ­λα­βον, ἔ­τι δ δε­σμῶν κα φυ­λα­κῆς· ἐ­λι­θά­σθη­σαν, ἐ­πρί­σθη­σαν, ἐ­πει­ρά­σθη­σαν, ν φό­νῳ μα­χα­ί­ρας ἀ­πέ­θα­νον, πε­ρι­ῆλ­θον ν μη­λω­ταῖς, ν αἰ­γε­ί­οις δέρ­μα­σιν, ὑ­στε­ρού­με­νοι, θλι­βό­με­νοι, κα­κου­χο­ύ­με­νοι, ν οκ ν ἄ­ξι­ος ὁ κό­σμος, ἐ­ν ἐ­ρη­μί­αις πλα­νώ­με­νοι κα ὄ­ρε­σι κα σπη­λα­ί­οις κα τας ὀ­παῖς τς γς. Κα οὗ­τοι πάν­τες μαρ­τυ­ρη­θέν­τες δι­ὰ τς πί­στε­ως οκ ἐ­κο­μί­σαν­το τν ἐ­παγ­γε­λί­αν, το Θε­οῦ πε­ρὶ ἡ­μῶν κρεῖτ­τόν τι προ­βλε­ψα­μέ­νου, ἵ­να μ χω­ρὶς ἡ­μῶν τε­λει­ω­θῶ­σι. Τοι­γα­ροῦν κα ἡ­μεῖς, το­σοῦ­τον ἔ­χον­τες πε­ρι­κε­ί­με­νον ἡ­μῖν νέ­φος μαρ­τύ­ρων, ὄγ­κον ἀ­πο­θέ­με­νοι πάν­τα κα τν εὐ­πε­ρί­στα­τον ἁ­μαρ­τί­αν, δι' ὑ­πο­μο­νῆς τρέ­χω­μεν τν προ­κε­ί­με­νον ἡ­μῖν ἀ­γῶ­να, ἀ­φο­ρῶν­τες ες τν τς πί­στε­ως ἀρ­χη­γὸν κα τε­λει­ω­τὴν Ἰ­η­σοῦν.                                    
                                      (Ἑβρ.ια΄[11] 33 – ιβ΄[12] 2)

Η ΕΛΠΙΔΑ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΖΩΗΣ
«Ἄλ­λοι δὲ ἐ­τυμ­πα­νί­σθη­σαν, οὐ προσ­δε­ξά­με­νοι τὴν ἀ­πο­λύ­τρω­σιν, ἵ­να κρείτ­τω­νος ἀ­να­στά­σε­ως τύ­χω­σιν»
Ἡ πρώ­τη Κυ­ρια­κὴ με­τὰ τὴν Πεν­τη­κο­στὴ εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στὴ μνή­μη τῶν Ἁ­γί­ων Πάν­των, δη­λα­δὴ ὅ­λων «τῶν ἁ­παν­τα­χοῦ τῆς οἰ­κου­μέ­νης» γνω­στῶν καὶ ἀ­γνώ­στων ἁ­γί­ων. Πολ­λοὶ ἀπ᾿ αὐ­τούς, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος στὸ ση­με­ρι­νὸ Ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα, ἐ­πει­δὴ δὲν δέ­χθη­καν νὰ ἀρ­νη­θοῦν τὴν πί­στη τους, ὑ­πο­βλή­θη­καν σὲ σκλη­ρὰ βα­σα­νι­στή­ρια. Ἀρ­νή­θη­καν νὰ δε­χθοῦν «τὴν ἀ­πο­λύ­τρω­σιν», νὰ γλυ­τώ­σουν δη­λα­δὴ τὰ βα­σα­νι­στή­ρια καὶ νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σουν τὴν ἐ­πί­γεια ζω­ή τους. Προ­τί­μη­σαν τὸ μαρ­τύ­ριο, «Ἵ­να κρείτ­το­νος ἀ­να­στά­σε­ως τύ­χω­σιν», γιὰ νὰ ἀ­να­στη­θοῦν στὴν τε­λι­κὴ ἀ­νά­στα­ση καὶ ὄ­χι νὰ πε­τύ­χουν μιὰ πρό­σκαι­ρη ἀ­πο­κα­τά­στα­ση σ᾿ αὐ­τὴ τὴ ζω­ή.
Ἂς δοῦ­με λοι­πὸν πῶς ἡ ἐλ­πί­δα τῆς ἀ­να­στά­σε­ως στὴν αἰ­ώ­νια ζω­ὴ ἐ­νί­σχυ­ε τοὺς Ἁ­γί­ους μπρο­στὰ στὶς κά­θε εἴ­δους δο­κι­μα­σί­ες, καὶ τί ση­μα­σί­α ἔ­χει αὐ­τὸ γιὰ τὴ δι­κή μας ζω­ή.
1. «Προσ­δο­κί­α ἄλ­λης βι­ο­τῆς»
Εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στη ἡ ὑ­πο­μο­νὴ καὶ ἡ καρ­τε­ρί­α ποὺ ἔ­δει­ξαν οἱ Ἅ­γιοι μπρο­στὰ σὲ κά­θε δυ­σκο­λί­α καὶ κίν­δυ­νο, ἀ­κό­μη καὶ μπρο­στὰ στὸν θά­να­το! Ἐ­κεῖ­νο ποὺ ὅ­πλι­ζε τὶς ψυ­χές τους μὲ θάρ­ρος καὶ ἀν­δρεί­α ἦ­ταν ἡ ἐλ­πί­δα τῆς ἀ­να­στά­σε­ως καὶ ἡ κλη­ρο­νο­μιὰ τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀ­γα­θῶν. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ἔ­με­ναν ἀ­νε­πη­ρέ­α­στοι ἀ­πὸ τὰ θέλ­γη­τρα τοῦ κό­σμου καὶ ἀ­τρό­μη­τοι μπρο­στὰ στὰ φό­βη­τρα τῶν τυ­ράν­νων.
Ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα εἶ­ναι τὸ μαρ­τύ­ριο τῶν ἑ­πτὰ Μακ­κα­βαί­ων, ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη. Τὰ ἑ­πτὰ αὐ­τὰ ἀ­δέλ­φια προ­τί­μη­σαν νὰ πε­θά­νουν πα­ρὰ νὰ προ­δώ­σουν τὴν πί­στη τῶν πα­τέ­ρων τους. Ὅ­ταν ὁ δή­μιος ἀ­πεί­λη­σε τὸν τρί­το ἀ­δελ­φὸ ὅ­τι θὰ τοῦ κό­ψει τὴ γλώσ­σα καὶ τὰ χέ­ρια, ἐ­κεῖ­νος ἤ­ρε­μος ἀ­πάν­τη­σε: «Ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ ἔ­χω τὰ μέ­λη αὐ­τὰ (τὴ γλώσ­σα καὶ τὰ χέ­ρια) καὶ προ­κει­μέ­νου νὰ μεί­νω στὸν Νό­μο τοῦ Θε­οῦ ἀ­δι­α­φο­ρῶ γι᾿ αὐ­τά, για­τί ἐλ­πί­ζω ὅ­τι θὰ τὰ λά­βω καὶ πά­λι ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ» (Β' Μακ. ζ'[7] 11). Κι ἡ ἁ­γί­α μη­τέ­ρα τους, ποὺ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μὲ πό­νο τὰ μαρ­τύ­ρια τους, ὄ­χι μό­νο δὲν λύ­γι­σε ἀλ­λὰ στε­κό­ταν μὲ γεν­ναι­ο­ψυ­χί­α καὶ ἐ­νί­σχυ­ε τὰ παι­διά της μὲ λό­για γε­μά­τα πί­στη κι ἐλ­πί­δα. Τοὺς ἔ­λε­γε: Ὁ Δη­μι­ουρ­γὸς τοῦ κό­σμου, ποὺ ἔ­πλα­σε τὸν ἄν­θρω­πο κι ἔ­δω­σε ζω­ὴ σὲ ὅ­λα τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τα, Αὐ­τὸς θὰ σᾶς χα­ρί­σει καὶ πά­λι κα­τὰ τὴν εὐ­σπλα­χνί­α του πνεῦ­μα καὶ ζω­ή! (Β' Μακ. ζ'[7] 23).
Ἐ­πί­σης ἐν­τυ­πω­σια­κὸ εἶ­ναι καὶ τὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ δι­καί­ου Ἰ­ώβ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἂν καὶ ἔ­χα­σε ξαφ­νι­κὰ τὴν πε­ρι­ου­σί­α του καὶ ὅ­λα τὰ παι­διά του, ἐν­τού­τοις δὲν ἀ­πελ­πί­στη­κε. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸν ἐ­νί­σχυ­ε ἦ­ταν ἡ πί­στη στὸν Θε­ὸ καὶ ἡ ἐλ­πί­δα στὴ μέλ­λου­σα ζω­ή. Ἔ­λε­γε: Γνω­ρί­ζω ὅ­τι ὁ Κύ­ριος «ἀ­έν­να­ός ἐ­στιν», δη­λα­δὴ ζεῖ στοὺς αἰ­ῶ­νες καὶ εἶ­ναι Αὐ­τὸς ποὺ θὰ μὲ λυ­τρώ­σει ἀ­πὸ τὰ φο­βε­ρὰ δει­νὰ καὶ θὰ μὲ ἀ­να­στή­σει (Ἰ­ὼβ ιθ΄[19] 25-26). Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ δό­ξα­ζε τὸν Θε­ὸ μὲ τὰ γνω­στὰ λό­για του: «Εἴ­η τὸ ὄ­νο­μα Κυ­ρί­ου εὐ­λο­γη­μέ­νον εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας» (Ἰ­ὼβ α'[1] 21).
2. Ἡ ἐλ­πί­δα μας σή­με­ρα.
Ἔ­τσι ζοῦ­σαν οἱ Ἅ­γιοι. Μὲ τὴν ἐλ­πί­δα τῆς ἀ­να­στά­σε­ως καὶ τὴν προσ­δο­κί­α τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τος. Κι αὐ­τὸ τοὺς ἔ­δι­νε δύ­να­μη κι ἐ­νί­σχυ­ση γιὰ νὰ ὑ­περ­νι­κοῦν κά­θε δυ­σκο­λί­α, ἀ­κό­μη καὶ τὴν ἀ­πει­λὴ τοῦ θα­νά­του. Κι ἂν ἔ­τσι πο­λι­τεύ­ον­ταν ἄν­θρω­ποι ποὺ ἔ­ζη­σαν στὰ χρό­νια τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, ἐ­μεῖς ποὺ ζοῦ­με στὴν ἐ­πο­χὴ τῆς χά­ρι­τος, με­τὰ τὸν θρί­αμ­βο τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ, κα­λού­μα­στε νὰ ἔ­χου­με πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο στε­ρε­ω­μέ­νη τὴν πί­στη καὶ τὴν ἐλ­πί­δα μας στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Ἐ­κεῖ ποὺ βρί­σκε­ται ἡ ἀ­λη­θι­νὴ ζω­ή.
Ἂς στρέ­ψου­με λοι­πὸν τὸ βλέμ­μα μας στὸν οὐ­ρα­νὸ· στὸν τε­λι­κὸ στό­χο καὶ προ­ο­ρι­σμό μας. Ἂν συ­νει­δη­το­ποι­ού­σα­με ποι­ὰ δό­ξα μᾶς ἔ­χει ἑ­τοι­μά­σει ὁ Θε­ὸς ἐ­φό­σον μεί­νου­με ἑ­νω­μέ­νοι μα­ζί του, τό­τε θὰ πε­ρι­φρο­νού­σα­με κά­θε ἐ­πί­γεια δό­ξα καὶ πρό­σκαι­ρη ἀ­πό­λαυ­ση καὶ θὰ ὑ­πο­μέ­να­με μὲ καρ­τε­ρί­α κά­θε τα­λαι­πω­ρί­α. Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μᾶς βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι «οὐκ ἄ­ξια τὰ πα­θή­μα­τα τοῦ νῦν και­ροῦ πρὸς τὴν μέλ­λου­σαν δό­ξαν ἀ­πο­κα­λυ­φθῆ­ναι εἰς ἡ­μᾶς»· ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν εἶ­ναι ἄ­ξια τὰ ὅ­σα πά­σχου­με καὶ ὑ­πο­φέ­ρου­με στὴν πα­ροῦ­σα ζω­ὴ σὲ σύγ­κρι­ση μὲ τὴ δό­ξα ποὺ πρό­κει­ται νὰ μᾶς ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ γιὰ νὰ μᾶς δο­θεῖ στὴ μέλ­λου­σα ζω­ὴ (Ρωμ. η΄[8] 18). Ἂς δε­χό­μα­στε λοι­πὸν ὅ­σα ἐ­πι­τρέ­πει ὁ Θε­ὸς μὲ ἀ­κλό­νη­τη ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὴν ἀ­γα­θὴ Πρό­νοι­ά του κι ἂς κά­νου­με ὑ­πο­μο­νή, δι­ό­τι, ὅ­πως λέ­γει πά­λι ὁ ἴ­διος θε­ό­πνευ­στος Ἀ­πό­στο­λος, «τὸ πα­ραυ­τί­κα ἐλαφρὸν τῆς θλί­ψε­ως ἡ­μῶν καθ᾿ ὑ­περ­βο­λὴν εἰς ὑ­περ­βο­λὴν αἰ­ώ­νιον βά­ρος δό­ξης κα­τερ­γά­ζε­ται ἡ­μῖν»· δη­λα­δή, οἱ θλί­ψεις μας ποὺ γρή­γο­ρα περ­νοῦν καὶ εἶ­ναι γι᾿ αὐ­τὸ ἐ­λα­φρές, ἑ­τοι­μά­ζουν σὲ ὑ­περ­βο­λι­κὰ με­γά­λο βαθ­μὸ αἰ­ώ­νιο βά­ρος δό­ξας σὲ μᾶς (Β' Κορ. δ' [4] 17).
Α­ξί­ζει πράγ­μα­τι νὰ με­λε­τοῦ­με συ­χνὰ τὴ ζω­ὴ τῶν Ἁ­γί­ων, ὥ­στε οἱ ψυ­χές μας νὰ λαμ­βά­νουν θάρ­ρος, ἐ­νί­σχυ­ση καὶ πολ­λὴ πνευ­μα­τι­κὴ ὠ­φέ­λεια. Κα­θὼς λοι­πὸν ἡ ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α σή­με­ρα τι­μᾶ τὴ μνή­μη τῶν Ἁ­γί­ων Πάν­των, εἶ­ναι εὐ­και­ρί­α νὰ στρέ­ψου­με τὸ νοῦ καὶ τὴν καρ­διά μας στοὺς ἥ­ρω­ες αὐ­τοὺς τῆς πί­στε­ως καὶ νὰ τοὺς πα­ρα­κα­λέ­σου­με νὰ πρε­σβεύ­ουν γιὰ ὅ­λους ἐ­μᾶς, ὥ­στε νὰ τοὺς μι­μη­θοῦ­με στὴν ὑ­πο­μο­νὴ καὶ τὴ στα­θε­ρό­τη­τά τους καὶ νὰ ἀ­ξι­ω­θοῦ­με νὰ κλη­ρο­νο­μή­σου­με μα­ζί τους τὴν ἄ­φθαρ­τη δό­ξα καὶ χα­ρὰ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, τὴν αἰ­ώ­νια Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ!       
(Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Επεν Κύριος τος αυτο μαθητας. Πς ον ­στις ­μο­λο­γ­σει ν ­μο μ­προ­σθεν τν ν­θρ­πων, ­μο­λο­γ­σω κ­γ ν α­τ μ­προ­σθεν το πα­τρς μου το ν ο­ρα­νος· ­στις δ' ν ρ­ν­ση­τα με μ­προ­σθεν τν ν­θρ­πων, ρ­ν­σο­μαι α­τν κ­γ μ­προ­σθεν το πα­τρς μου το ν ο­ρα­νος. φι­λν πα­τ­ρα μη­τ­ρα ­πρ ­μ οκ ­στι μου ­ξι­ος· κα φι­λν υ­ν θυ­γα­τ­ρα ­πρ ­μ οκ ­στι μου ­ξι­ος· κα ς ο λαμ­β­νει τν σταυ­ρν α­το κα ­κο­λου­θε ­π­σω μου, οκ ­στι μου ­ξι­ος. Ττε ­πο­κρι­θες Πτρος ε­πεν α­τ· ­δο ­μες ­φ­κα­μεν πν­τα κα ­κο­λου­θ­σα­μν σοι· τ ­ρα ­σται ­μν; δ ­η­σος ε­πεν α­τος· ­μν λ­γω ­μν ­τι ­μες ο ­κο­λου­θ­σαν­τς μοι, ν τ πα­λιγ­γε­νε­σ­, ­ταν κα­θ­σ υ­ς το ν­θρ­που ­π θρ­νου δ­ξης α­το, κα­θ­σε­σθε κα ­μες ­π δ­δε­κα θρ­νους κρ­νον­τες τς δ­δε­κα φυ­λς το σ­ρα­λ. κα πς ς ­φ­κεν ο­κ­ας ­δελ­φος ­δελ­φς πα­τ­ρα μη­τ­ρα γυ­να­­κα τ­κνα ­γρος ­νε­κεν το ὀ­νό­μα­τός μου, ἑ­κα­τον­τα­πλα­σί­ο­να λή­ψε­ται κα ζω­ὴν αἰ­ώ­νι­ον κλη­ρο­νο­μή­σει. Πολ­λοὶ δ ἔ­σον­ται πρῶ­τοι ἔ­σχα­τοι κα ἔ­σχα­τοι πρῶ­τοι.            
       (Ματθ.ι΄[10] 32 – 33, 37 – 38, ιθ΄[19] 27 – 30)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Εἶ­πε Κύ­ριος στούς μα­θη­τές του. Κα­θέ­νας πού θὰ μὲ ὁ­μο­λο­γή­σει ὡς Σω­τή­ρα του καὶ Θε­ὸ του μπρο­στὰ στοὺς ἀν­θρώ­πους πού κα­τα­δι­ώ­κουν τὴν πί­στη μου, θὰ τὸν ὁ­μο­λο­γή­σω κι ἐ­γώ ὡς δι­κό μου πι­στὸ μπρο­στὰ στὸν Πα­τέ­ρα μου πού εἶ­ναι στοὺς οὐ­ρα­νούς. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως πού θὰ μὲ ἀρ­νη­θεῖ ὡς Θε­άν­θρω­πο Σω­τή­ρα μπρο­στὰ στοὺς ἀν­θρώ­πους, αὐ­τὸν θὰ τὸν ἀρ­νη­θῶ κι ἐ­γώ καὶ δὲν θὰ τὸν ἀ­να­γνω­ρί­σω ὡς δι­κό μου μπρο­στὰ στὸν Πα­τέ­ρα μου πού εἶ­ναι στοὺς οὐ­ρα­νούς. Ἐ­κεῖ­νος πού ἀ­γα­πᾶ τὸν πα­τέ­ρα του ἢ τὴ μη­τέ­ρα του πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ μέ­να, καὶ μὲ ἀρ­νεῖ­ται γιὰ νὰ μὴ χω­ρι­σθεῖ ἀ­πό τους γο­νεῖς του, δὲν ἀ­ξί­ζει γιὰ μέ­να. Κι ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἀ­γα­πᾶ τὸ γιό του ἢ τὴν κό­ρη του πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ μέ­να, δὲν εἶ­ναι ἄ­ξιος νὰ λέ­γε­ται μα­θη­τής μου. Κι ἐ­κεῖ­νος που δὲν παίρ­νει τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ ὑ­πο­στεῖ σταυ­ρι­κὸ θά­να­το καὶ δὲν ἀ­κο­λου­θεῖ πί­σω μου μὲ τὴν ἀ­πό­φα­ση αὐ­τή, δὲν μι­μεῖ­ται δη­λα­δὴ σὲ ὅ­λα τὸ πα­ρά­δειγ­μά μου, δὲν ἀ­ξί­ζει γιὰ μέ­να. Τό­τε τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Πέ­τρος: Νά, ἐ­μεῖς ὅ­λα τὰ ἀ­φή­σα­με καὶ σὲ ἀ­κο­λου­θή­σα­με. Τί ἄ­ρα­γε θὰ μᾶς δο­θεῖ ὡς ἀ­μοι­βή; Κι ὁ Ἰ­η­σοῦς τοὺς εἶ­πε: Ἀ­λη­θι­νά σᾶς λέ­ω ὅ­τι ἐ­σεῖς πού μὲ ἀ­κο­λου­θή­σα­τε, ὅ­ταν ξα­να­γεν­νη­θεῖ ὁ κό­σμος καὶ θὰ ἔ­χει συν­τε­λε­σθεῖ ἡ ἀ­νά­στα­ση τῶν νε­κρῶν, ὁπό­τε θὰ  κα­θί­σει ὁ υἱ­ὸς τοῦ ἄν­θρω­που σὲ θρό­νο λαμ­πρό, ἀν­τά­ξιο τῆς δό­ξας του, θὰ κα­θί­σε­τε κι ἐ­σεῖς σὲ δώ­δε­κα θρό­νους δι­κά­ζον­τας τὶς δώ­δε­κα φυ­λὲς το­ῦ Ἰσ­ρα­ήλ. Καὶ κα­θέ­νας πού ἄ­φη­σε σπί­τια ἢ ἀ­δελ­φοὺς ἢ ἀ­δελ­φὲς ἢ πα­τέ­ρα ἢ μη­τέ­ρα ἢ γυ­ναῖ­κα ἢ παι­διὰ ἢ χω­ρά­φια γιὰ νὰ μεί­νει ἑ­νω­μέ­νος καὶ νὰ μὴ χω­ρι­σθεῖ ἀ­πὸ μέ­να, θὰ πά­ρει ἑ­κα­τὸ φο­ρὲς πε­ρισ­σό­τε­ρα σ' αὐ­τὴ τὴ ζω­ὴ καὶ θὰ κλη­ρο­νο­μή­σει καὶ τὴν αἰ­ώ­νια ζω­ή. Πολ­λοὶ μά­λι­στα πού εἶ­ναι στὸν κό­σμο αὐ­τὸ πρῶ­τοι, θὰ εἶ­ναι στὸν ἄλ­λο κό­σμο τε­λευ­ταῖ­οι, καὶ πολ­λοὶ τε­λευ­ταῖ­οι θὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ πρῶ­τοι.