Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

Δί­πλα στὸν πό­νο τοῦ ἀρ­ρώ­στου



         Πο­λύ­τι­μο ἀ­γα­θὸ ὑ­γεί­α. Ὅ­λοι τὴ θέ­λου­με, τὴν πο­θοῦ­με, τὴν ἐ­πι­δι­ώ­κου­με καὶ εὐ­χό­μα­στε νὰ τὴν ἔ­χου­με μέ­χρι τὰ βα­θιὰ γε­ρά­μα­τα. ­μως πολ­λὲς φο­ρές, χω­ρὶς νὰ τὸ θέ­λου­με καὶ χω­ρὶς νὰ τὸ πε­ρι­μέ­νου­με, ­σθέ­νεια χτυ­πᾶ τὴν πόρ­τα μας καὶ μᾶς ­πι­σκέ­πτε­ται. Ἡ δι­ά­γνω­σή της ἀλ­λά­ζει ση­μαν­τι­κὰ τὰ δε­δο­μέ­να τῆς ζω­ῆς μας τό­σο σὲ πρα­κτι­κὸ ὅ­σο καὶ σὲ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Δύ­σκο­λη ἡ ὥ­ρα, ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­ταν πρό­κει­ται γιὰ δι­κό μας συγ­γε­νι­κό, φι­λι­κὸ πρό­σω­πο. Σὰν ἕ­να μαῦ­ρο σύν­νε­φο στέ­κε­ται ἀ­πὸ πά­νω μας, ἐ­νῶ ὁ φό­βος, ὁ πα­νι­κός, τὸ ἄγ­χος, ἡ ἀ­να­σφά­λεια, ἡ στε­νο­χώ­ρια, οἱ ἐ­νο­χὲς κυ­ρια­ρχοῦν στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό μας.
Πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι δὲν ξέ­ρου­με πῶς νὰ φερ­θοῦ­με στὶς δύ­σκο­λες αὐ­τὲς ὧ­ρες, πῶς νὰ στα­θοῦ­με δί­πλα στὸν πό­νο τοῦ ἀρ­ρώ­στου. Πε­λα­γώ­νου­με, θυ­μώ­νου­με, ἀρ­ρω­σταί­νου­με οἱ ἴ­διοι. Τί ὅ­μως πρέ­πει νὰ κά­νου­με;
Κα­λού­μα­στε κα­ταρ­χὰς νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με τὴ νέ­α κα­τά­στα­ση ποὺ δι­α­μορ­φώ­νε­ται· νὰ ἀ­πο­δε­χθοῦ­με τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ ψύ­χραι­μα, πνευ­μα­τι­κὰ νὰ συμ­βά­λου­με στὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῆς ἀ­σθέ­νειας.
Πρω­τί­στως ἡ ἀ­σθέ­νεια τοῦ ἀν­θρώ­που μας εἶ­ναι μιὰ εὐ­και­ρί­α νὰ ἐκ­δη­λώ­σου­με τὴν ἀ­γά­πη μας. Ἡ ἀ­γά­πη ἐκ­φρά­ζε­ται ὡς εἰ­λι­κρι­νὴς μέ­ρι­μνα γιὰ τὸ κα­λό του, ὡς κα­λο­σύ­νη καὶ ἀν­θρώ­πι­νη θαλ­πω­ρή, ὡς ἑ­τοι­μό­τη­τα γιὰ ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­ση καὶ ὑ­πο­στή­ρι­ξη. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­γά­πη στη­ρί­ζει τὸν ἀ­σθε­νῆ, τοῦ δί­νει δύ­να­μη καὶ ἐλ­πί­δα στὴ ζω­ή, ἐ­νι­σχύ­ει τὴν πί­στη του στὸν Θε­ό. Ἡ ἀ­γά­πη μας φαί­νε­ται, ὅ­ταν δί­νου­με χρό­νο στὸν ἀ­σθε­νῆ μας μὲ λι­γό­τε­ρα δι­κά μας λό­για καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­κρό­α­ση. Ἡ ἀ­κρό­α­ση εἶ­ναι ἀ­γά­πη. Ὁ ἄν­θρω­πος τῆς ἀ­γά­πης ἐ­πι­στρα­τεύ­ει ὅ­λες τὶς δυ­νά­μεις του – προ­σο­χή, ἐν­δι­α­φέ­ρον, σκέ­ψη, δι­αί­σθη­ση – καὶ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τί λέ­ει τὸ ἄλ­λο πρό­σω­πο. Ἀ­κού­ει ἀ­κό­μη καὶ τὴ σι­ω­πή του. Ὅ­ταν ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­με μὲ τὸν ἄρ­ρω­στο, μὴ βι­α­ζό­μα­στε νὰ δώ­σου­με συμ­βου­λὲς· οὔ­τε νὰ θε­ω­ροῦ­με ὅ­τι πρέ­πει πάν­τα νὰ βρί­σκου­με λύ­σεις. Μέ­σα στὴ βι­α­σύ­νη μας νὰ ἐκ­φρα­σθοῦ­με, μπο­ρεῖ ἄ­θε­λά μας νὰ ποῦ­με κά­τι ποὺ θὰ τὸν πλη­γώ­σει. Ὁ ἄρ­ρω­στος δὲν ἀ­να­ζη­τεῖ ἀ­πα­ραι­τή­τως ἀ­παν­τή­σεις, ἀλ­λὰ κά­ποι­ον ποὺ θὰ τὸν ἀ­κού­σει μὲ ἀ­νοι­χτὴ καρ­διά. Ἀ­κό­μη θέ­λει καὶ αὐ­τὸ ποὺ θὰ μᾶς πεῖ, θὰ μᾶς ἐμ­πι­στευ­θεῖ, νὰ τὸ κρα­τή­σου­με μὲ ἀ­πό­λυ­τη ἐ­χε­μύ­θεια.
Ὁ ἀ­σθε­νὴς χρει­ά­ζε­ται σε­βα­σμό. Ὁ σε­βα­σμὸς ἐκ­δη­λώ­νε­ται σὰν λε­πτὴ εὐ­αι­σθη­σί­α ἔ­ναν­τι τῶν ἀ­δυ­να­μι­ῶν καὶ τῶν δυ­να­το­τή­των του. Ὁ σε­βα­σμός μας βε­βαι­ώ­νει τὸν ἀ­σθε­νῆ ὅ­τι ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με, κα­τα­νο­οῦ­με τὸν πό­νο του καὶ συμ­με­τέ­χου­με ὁ­λό­ψυ­χα σ᾿ αὐ­τόν, σὰν νὰ ἦ­ταν δι­κός μας.
Πο­λύ­τι­μη εἶ­ναι καὶ ἡ προ­σευ­χή μας, συμ­βού­λευ­ε ὁ ἅ­γιος Παΐ­σιος ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της: «Ἂν γιὰ ἕ­ναν ἄρ­ρω­στο δὲν κά­νου­με προ­σευ­χή, ἡ ἀρ­ρώ­στια θὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὴ φυ­σι­κή της πο­ρεί­α. Ἐ­νῶ, ἂν κά­νου­με προ­σευ­χή, μπο­ρεῖ νὰ ἀλ­λά­ξει δρό­μο. Γι᾿ αὐ­τὸ πάν­τα νὰ κά­νε­τε προ­σευ­χὴ γιὰ τοὺς ἀρ­ρώ­στους» (Ἁγ. Πα­ϊ­σί­ου Ἁ­γι­ο­ρεί­του, Λό­γοι, Δ': «Οἰ­κο­γε­νεια­κὴ ζω­ή», σελ. 124).
Μα­ζὶ μὲ τὴν προ­σευ­χή μας ἂς ἔ­χου­με καὶ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ὑ­γεί­α τοῦ ἀ­σθε­νοῦς, ὅ­πως ὁ Χρι­στός μας, ποὺ ἔ­δει­ξε ἰ­δι­αί­τε­ρη στορ­γὴ στοὺς ἀ­σθε­νεῖς ἀν­θρώ­πους θε­ρα­πεύ­ον­τας ὄ­χι μό­νο τὰ σώ­μα­τά τους, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ψυ­χή τους. Δὲν ἐ­ξαν­τλεῖ­ται τὸ χρέ­ος μας στὸ νὰ βο­η­θή­σου­με κά­ποι­ον ἀ­σθε­νῆ νὰ θε­ρα­πευ­θεῖ σω­μα­τι­κῶς, ἀλ­λὰ πρέ­πει νὰ μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει καὶ τὸ νὰ γνω­ρί­σει τὸν Χρι­στὸ μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­σθέ­νειά του. Ἡ ἀ­σθέ­νεια ὠ­φε­λεῖ καὶ ὁ­δη­γεῖ πιὸ κον­τὰ στὸν Θε­ό. Σ᾿ αὐ­τὸ βο­η­θοῦν ὁ σύν­δε­σμος τοῦ ἀ­σθε­νοῦς μὲ τὰ ἱ­ε­ρὰ Μυ­στή­ρια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας: τοῦ ἱ­ε­ροῦ Εὐ­χε­λαί­ου, τῆς ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως καὶ τῆς θεί­ας Κοι­νω­νί­ας.
Τέ­λος, ἂς ἀ­κού­σου­με τὸν ἅ­γιο Πα­ΐ­σιο νὰ μᾶς συμ­βου­λεύ­ει πό­σο ὠ­φε­λοῦν ὅ­λους μας οἱ ἀ­σθέ­νει­ες: «Με­γά­λο πράγ­μα ἡ ὑ­γεί­α, ἀλ­λὰ καὶ τὸ κα­λὸ ποὺ προ­σφέ­ρει ἡ ἀρ­ρώ­στια, ἡ ὑ­γεί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ δώ­σει! Πνευ­μα­τι­κὸ κα­λό! Εἶ­ναι πο­λὺ με­γά­λη εὐ­ερ­γε­σί­α, πο­λὺ με­γά­λη! Κα­θα­ρί­ζει τὸν ἄν­θρω­πο ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α, καὶ με­ρι­κὲς φο­ρὲς τοῦ ἐ­ξα­σφα­λί­ζει καὶ μι­σθό. Ἡ ψυ­χὴ τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι σὰν τὸ χρυ­σά­φι, καὶ ἡ ἀρ­ρώ­στια εἶ­ναι σὰν τὴ φω­τιὰ ποὺ τὴν κα­θα­ρί­ζει. Βλέ­πεις, καὶ ὁ Χρι­στὸς εἶ­πε στὸν ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο: «Ἡ δύ­να­μίς μου ἐν ἀ­σθε­νεί­ᾳ τε­λει­οῦ­ται». Ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο τα­λαι­πω­ρη­θεῖ μὲ κά­ποι­α ἀρ­ρώ­στια ὁ ἄν­θρω­πος, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­ξα­γνί­ζε­ται καὶ ἁ­γι­ά­ζε­ται, ἀρ­κεῖ νὰ κά­νει ὑ­πο­μο­νὴ καὶ νὰ τὴ δέ­χε­ται μὲ χα­ρὰ» (Ἁγ. Πα­ϊ­σί­ου Ἁ­γι­ο­ρεί­του, ὅ.π, σελ. 113).   
ΠΗΓΗ: Πε­ρι­ο­δι­κὸ «Ο ΣΩΤΗΡ», Ἀ­ριθ. 2225, 15 Ἰ­ου­λί­ου 2020, σελ. 335-336

Σάββατο 11 Ιουλίου 2020

Ἕ­να ζῶ­ο μᾶς δι­δά­σκει!


Ἕ­να ζῶ­ο μᾶς δι­δά­σκει!

λα­ὸς τοῦ Θε­οῦ προ­χω­ροῦ­σε στα­θε­ρὰ πρὸς τὴ Γῆ τῆς Ἐ­παγ­γε­λί­ας. Με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὲς νι­κη­φό­ρες μά­χες ἐ­ναν­τί­ον δι­α­φό­ρων λα­ῶν καὶ πρὸς τὸ τέ­λος αὐ­τῆς τῆς μα­κρό­χρο­νης πο­ρεί­ας του πρὸς τὴ γῆ Χα­να­άν, στρα­το­πέ­δευ­σε σὲ μιὰ ἔ­ρη­μο ἀ­να­το­λι­κά του Ἰ­ορ­δά­νου, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὴν Ἱ­ε­ρι­χώ.
Ἐ­κεῖ βα­σί­λευ­ε ὁ Βα­λάκ, βα­σι­λιὰς τῶν Μω­α­βι­τῶν. Αὐ­τὸς βλέ­πον­τας ἕ­ναν ξέ­νο λα­ὸ νὰ εἰ­σέρ­χε­ται στὰ ὅ­ρια τῆς ἐ­ξου­σί­ας του, ἀν­τέ­δρα­σε. Κά­λε­σε σὲ συμ­μα­χί­α τοὺς Μα­δι­α­νί­τες. Ὁ φό­βος του ὅ­μως με­γά­λω­σε, ὅ­ταν ἔ­φτα­σαν στὰ αὐ­τιά του οἱ εἰ­δή­σεις γιὰ τὴν ἥτ­τα τοῦ βα­σι­λιᾶ τῶν Ἀ­μο­ραί­ων Ση­ών, ὅ­πως καὶ τοῦ βα­σι­λιᾶ τῆς γὴς Βασὰν Ὤγ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν καὶ ἀ­πό­γο­νος τῶν λε­γό­με­νων γι­γάν­των!
Ἀν­τὶ λοι­πὸν νὰ συ­νά­ψει εἰ­ρή­νη μὲ τὸν Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸ λα­ὸ καὶ νὰ τοὺς ἀ­φή­σει νὰ πε­ρά­σουν εἰ­ρη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸ βα­σί­λει­ό του, αὐ­τὸς ἐ­πέ­λε­ξε νὰ τοὺς πο­λε­μή­σει, καὶ μά­λι­στα ὄ­χι μὲ ὄ­πλα, ἀλ­λὰ μὲ μά­για καὶ μὲ κα­τά­ρες.
Τί ἔ­κα­νε λοι­πόν; Ἔ­δω­σε ἐν­το­λὴ νὰ κα­λέ­σουν τὸν μά­γο Βα­λα­ὰμ ἀ­πὸ τὴ Φα­θου­ρὰ τῆς Με­σο­πο­τα­μί­ας, ἐλ­πί­ζον­τας ὅ­τι μὲ τὰ μά­για του καὶ τὶς κα­τά­ρες του θὰ δώ­σει θάρ­ρος στοὺς φο­βι­σμέ­νους στρα­τι­ῶ­τες του καὶ θὰ κα­τα­τρο­πώ­σει ἀ­μα­χη­τὶ τὸν λα­ὸ τοῦ Θε­οῦ.
Ἤ­ξε­ρε ὁ βα­σι­λιὰς τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τοῦ μά­γου καὶ ψευ­δο­προ­φή­τη Βα­λα­ὰμ στὸ χρῆ­μα καὶ στὰ δῶ­ρα. Ἔ­τσι στέλ­νει ἀν­θρώ­πους του γε­μά­τους μὲ δῶ­ρα γιὰ νὰ τὸν φέ­ρουν στὴ Μω­άβ. Ὁ μά­γος λυ­γί­ζει μπρο­στὰ στὰ πλού­σια δῶ­ρα. Βά­ζει τοὺς ἐ­πι­σκέ­πτες του νὰ ξε­κου­ρα­σθο­ΰν, προ­κει­μέ­νου τὸ πρω­ὶ νὰ τοὺς πεῖ τί πρό­κει­ται νὰ κά­νουν. Τὴ νύ­χτα ὅ­μως καθ᾿ ὕ­πνον ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τὸν Βα­λα­ὰμ ὁ Θε­ός. Ὁ ἀ­λη­θι­νός, ὁ παν­το­δύ­να­μος Θε­ός. Αὐ­τὸς τὸν Ὁ­ποῖ­ο ἀ­γνο­οῦ­σε ὁ Βα­λα­άμ. Στὸν δι­ά­λο­γο ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε, ὁ Θε­ὸς θέ­λη­σε νὰ ξυ­πνή­σει τὴν κοι­μι­σμέ­νη συ­νεί­δη­ση τοῦ ψευ­δο­προ­φή­τη. Ἔ­τσι ὁ Βα­λα­ὰμ γε­μά­τος φό­βο ἀρ­νεῖ­ται νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τοὺς ἀ­πε­σταλ­μέ­νους. Ὁ Θε­ός, ὅ­πως τοὺς εἶ­πε, δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νὰ τοὺς ἀ­κο­λου­θή­σει στὴ Μω­άβ. Ἔ­τσι οἱ ἀ­πε­σταλ­μέ­νοι ἔ­φυ­γαν ἄ­πρα­κτοι.
Ὁ βα­σι­λιὰς Βα­λὰκ ὅ­μως δὲν τὸ βά­ζει κά­τω. Ὅ­λες οἱ ἐλ­πί­δες του στη­ρί­ζον­ται στὴ δύ­να­μη τοῦ μά­γου. Στέλ­νει λοι­πὸν νέ­α ἀν­τι­προ­σω­πεί­α, ἀ­σφα­λῶς μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρα δῶ­ρα, γιὰ νὰ κο­λα­κεύ­σει τὸν ἐ­γω­ι­σμὸ καὶ τὴ φι­λο­χρη­μα­τί­α τοῦ ψευ­δο­προ­φή­τη.
Ὁ Βα­λα­ὰμ στὴν ἀρ­χὴ βλέ­πον­τας τὴν ἀν­τι­προ­σω­πεί­α ἀρ­νεῖ­ται νὰ τοὺς ἀ­κο­λου­θή­σει. Δε­λε­ά­ζε­ται ὅ­μως καὶ πά­λι ἀ­πὸ τὰ δῶ­ρα ποὺ τοὺ ἔ­χουν φέ­ρει καὶ θέ­λει νὰ τοὺς ἀ­κο­λου­θή­σει πα­ρα­βαί­νον­τας τὴν ἐν­το­λὴ τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Θε­ός, βλέ­πον­τας τὴν ὑ­πο­χω­ρη­τι­κό­τη­τά του καὶ τὴ φι­λο­χρη­μα­τί­α του, συγ­κα­τα­βαί­νει στὸ αἴ­τη­μα τοῦ Βα­λα­άμ. Τοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ πά­ει, ὅ­μως τοῦ δί­νει ξε­κά­θα­ρη ἐν­το­λὴ νὰ πεῖ μό­νο ὅ,τι Ἐ­κεῖ­νος θὰ βά­λει στὸ στό­μα του.
Ἡ ὁ­δη­γί­α αὐ­τὴ τοῦ Θε­οῦ, ὅ­πως μᾶς λέ­νε οἱ ἑρ­μη­νευ­τές, δὲν ἦ­ταν ἀ­πό­δει­ξη τῆς εὐ­μέ­νειάς Του, οὔ­τε ἔκ­φρα­ση τοῦ θε­λή­μα­τός Του. Ἀλ­λὰ ἦ­ταν πα­ρα­χώ­ρη­ση.
Γι᾿ αὐ­τό, ἐ­νῶ ὁ Βα­λα­ὰμ ξε­κι­νᾶ τὸ τα­ξί­δι του πρὸς τὴ Μω­άβ, στὸν δρό­μο συμ­βαί­νει ἕ­να συν­τα­ρα­κτι­κὸ γε­γο­νός: Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου μὲ προ­τε­τα­μέ­νο τὸ ξί­φος φράσ­σει τὸν δρό­μο ποὺ θὰ περ­νοῦ­σε ὁ Βα­λα­άμ. Τὸν Ἄγ­γε­λο ὅ­μως, τὸν βλέ­πει μό­νο τὸ γα­ϊ­δου­ρά­κι τοῦ Βα­λα­άμ, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­ναγ­κά­ζε­ται, γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γει τὸ ἐμ­πό­διο τοῦ Ἀγ­γέ­λου, νὰ ξε­στρα­τί­σει καὶ νὰ πά­ει μέ­σα ἀ­πὸ τὰ χω­ρά­φια. Ὁ Βα­λα­ὰμ δὲν κα­τα­λα­βαί­νει κι ἀρ­χί­ζει νὰ χτυ­πᾶ τὸ ζῶ­ο γιὰ νὰ τὸ ἐ­πα­να­φέ­ρει στὸν δρό­μο. Ἀλ­λὰ ξα­νὰ μπρο­στά τους ὁ Ἄγ­γε­λος. Τὸ ζῶ­ο προ­σπα­θεῖ νὰ τὸν προ­σπε­ρά­σει. Στρι­μώ­χνε­ται στὸν φρά­χτη καὶ στὸν τοῖ­χο, γδέρ­νον­τας τὸ πό­δι τοῦ Βα­λα­άμ. Ἐ­κεῖ­νος ξα­να­χτυ­πᾶ τὸ ζῶ­ο μὲ θυ­μό. Προ­χω­ροῦν, ἀλ­λὰ καὶ πά­λι, γιὰ τρί­τη φο­ρὰ μπρο­στὰ στὸν δρό­μο τους ὁ Ἄγ­γε­λος. Τώ­ρα ὅ­μως ἔ­χει φρά­ξει γιὰ τὰ κα­λὰ τὸν δρό­μο. Τὸ ζῶ­ο δὲν ἔ­χει ἀ­πὸ ποῦ νὰ πε­ρά­σει. Γο­να­τί­ζει καὶ κά­θε­ται. Ὁ Βα­λα­ὰμ τὸ χτυ­πᾶ γιὰ τρί­τη φο­ρά.
Τό­τε συμ­βαί­νει κά­τι τὸ θαυ­μα­στό: Τὸ γα­ϊ­δου­ρά­κι δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται! Ὁ Θε­ὸς μὲ θαυ­μα­στὸ τρό­πο ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα τοῦ ζώ­ου: «Τί σοῦ ἔ­κα­να καὶ μὲ χτύ­πη­σες τρεῖς φο­ρές;» «Σὲ χτυ­πῶ για­τί μὲ πε­ρι­παί­ζεις», ἀ­παν­τᾶ ὁ ψευ­δο­προ­φή­της, σὰν νὰ μι­λᾶ μὲ ἄν­θρω­πο. «Ἂν εἶ­χα μα­ζί μου μα­χαί­ρι, θὰ σὲ εἶ­χα σκο­τώ­σει». «Για­τί μοῦ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σαι ἔ­τσι;», λέ­ει μὲ πα­ρά­πο­νο τὸ ἄ­λο­γο ζῶ­ο. «Δὲν εἶ­μαι τὸ γα­ϊ­δου­ρά­κι ποὺ τό­σα χρό­νια σὲ ὑ­πη­ρε­τῶ ἀ­δι­α­μαρ­τύ­ρη­τα;»
Τό­τε ὁ Θε­ὸς ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια τοῦ Βα­λα­ὰμ καὶ εἶ­δε μπρο­στά του τὸν Ἄγ­γε­λο! Γε­μά­τος φό­βο ἔ­πε­σε μὲ τὸ πρό­σω­πο στὸ χῶ­μα καὶ προ­σκύ­νη­σε τὸν Ἄγ­γε­λο τοῦ Θε­οῦ.
Ἔ­φτα­σαν στὴ Μω­άβ, ἀλ­λὰ πα­ρὰ τὶς ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νες προ­σπά­θει­ες τοῦ βα­σι­λιὰ Βα­λὰκ νὰ ἀ­πο­σπά­σει τὶς κα­τά­ρες τοῦ μά­γου κα­τὰ τῶν Ἰσ­ρα­η­λι­τῶν, ἐ­κεῖ­νος, ὁ Βα­λα­άμ, πει­θαρ­χών­τας στὴν ἐν­το­λὴ τοῦ Θε­οῦ εὐ­λό­γη­σε τὸν Ἰσ­ρα­ήλ. «Ἐ­νῶ ἦ­ταν ψευ­δο­προ­φή­της», ὅ­πως θὰ πεῖ ὁ ἱ­ε­ρὸς Χρυ­σό­στο­μος, «ἐ­νήρ­γη­σε σὲ αὐ­τὸν ἡ θεί­α Χά­ρις γιὰ τὴν ὠ­φέ­λεια τοῦ λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ».
Κι ὄ­χι ἁ­πλῶς εὐ­λό­γη­σε τὸν λα­ὸ τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λὰ στὴν τρί­τη προ­φη­τεί­α ποὺ βγῆ­κε ἀ­πὸ τὰ χεί­λη του, προ­φή­τευ­σε ὅ­τι ἀ­πὸ τὸν Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸ λα­ὸ θὰ ἀ­να­τεί­λει ἕ­να ἀ­στέ­ρι, θὰ προ­έλ­θει δη­λα­δὴ ἕ­νας ἄν­θρω­πος, ποὺ θὰ νι­κή­σει καὶ θὰ γί­νει Κύ­ριος πολ­λῶν ἐ­θνῶν, ἡ δὲ Βα­σι­λεί­α Του θὰ εἶ­ναι πα­νί­σχυ­ρη καὶ σὲ ἔ­κτα­ση καὶ σὲ δύ­να­μη.
Αὐ­τὴ ἡ προ­φη­τεί­α γιὰ τὸ πρό­σω­πο τοῦ Μεσ­σί­α, ποὺ θὰ ἀ­να­τεί­λει σὰν ἀ­στέ­ρι, ἦ­ταν ποὺ ὁ­δή­γη­σε αἰ­ῶ­νες ἀρ­γό­τε­ρα τὰ βή­μα­τα τῶν Μά­γων τῆς Ἀ­να­το­λῆς στὴ Βη­θλε­έμ, σὲ προ­σκύ­νη­ση τοῦ ἐ­ναν­θρω­πή­σαν­τος Θε­οῦ.
Πα­ρά­δο­ξη καὶ δι­δα­κτι­κὴ ἡ δι­ή­γη­ση ἀ­πὸ τὸ 22ο κε­φά­λαι­ο τοῦ βι­βλί­ου τῶν Ἀ­ριθ­μῶν. Προ­κα­λεῖ πραγ­μα­τι­κὰ ἔκ­πλη­ξη μὲ πό­σους τρό­πους ἐκ­δή­λω­σε ὁ Θε­ὸς τὴν ἀ­γά­πη Του γιὰ νὰ προ­στα­τεύ­σει τὸν λα­ό Του, ποὺ ἐ­πὶ 40 χρό­νια πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν στὴν ἔ­ρη­μο μέ­χρι νὰ φθά­σει στὴ Γῆ τῆς Ἐ­παγ­γε­λί­ας!
Βά­ζει τὸν βα­σι­λιὰ Βα­λὰκ νὰ προ­σπα­θή­σει νὰ νι­κή­σει τὸν λα­ὸ τοῦ Θε­οῦ ὄ­χι μὲ ὅ­πλα, ἀλ­λὰ μὲ μαγ­γα­νεῖ­ες. Βά­ζει ἕ­ναν ψευ­δο­προ­φή­τη ἀν­τὶ νὰ κα­τα­ρα­σθεῖ τὸν λα­ό Του, νὰ τὸν εὐ­λο­γή­σει. Δί­νει ἀν­θρώ­πι­νη λα­λιὰ σ᾿ ἕ­να γα­ϊ­δου­ρά­κι γιὰ νὰ ὁ­μο­λο­γή­σει κι ἐ­κεῖ­νο τὸ ἄ­λο­γο ζῶ­ο τὸ θέ­λη­μά Του. Ἀλ­λὰ καὶ μὲ πό­σους ἄλ­λους τρό­πους ἐκ­δή­λω­σε ὁ Θε­ὸς τὴν ἀ­γά­πη Του πρὸς τὸν λα­ό Του κα­τὰ τὴ μα­κραί­ω­νη ἱ­στο­ρί­α του!
Αὐ­τὴ τὴν εὔ­νοι­α καὶ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ γευ­ό­μα­στε καὶ ἐ­μεῖς κα­θη­με­ρι­νὰ στὴ ζω­ή μας. Ἄλ­λο­τε τὴν αἰ­σθα­νό­μα­στε καὶ τὴ συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­με, ἄλ­λο­τε περ­νᾶ ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τη. Ὅ­λοι ὅ­μως, πα­ρὰ τὴν ἀ­να­ξι­ό­τη­τά μας, ἔ­χου­με δε­χθεῖ πλου­σι­ο­πά­ρο­χα καὶ μὲ πολ­λοὺς τρό­πους τὴν ἀ­γά­πη Του, ὅ­πως Ἐ­κεῖ­νος τὴν ἐ­πι­δα­ψι­λεύ­ει στὴ ζω­ή μας.
Αὐ­τὴ ἡ με­γά­λη ἀ­λή­θεια ἂς γί­νε­ται αἰ­τί­α δο­ξο­λο­γί­ας καὶ εὐ­χα­ρι­στί­ας στὸ πα­νά­γιο Ὄ­νο­μά Του, γιὰ τὶς πολ­λὲς κρυ­φὲς ἢ φα­νε­ρὲς δω­ρε­ές Του ποὺ ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με στὴ ζω­ή μας.

Πε­ρι­ο­δι­κὸ «Ο ΣΩΤΗΡ», Ἀ­ριθμ. 2225, 15 Ἰ­ου­λί­ου 2020, σελ. 319-320

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ    
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
 (12 ΙΟΥΛΙΟΥ 2020)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ε΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ          
Ἀ­δελ­φοί, ἡ μὲν εὐ­δο­κί­α τῆς ἐ­μῆς καρ­δί­ας καὶ ἡ δέ­η­σις πρὸς τὸν Θὸν ὑ­πὲρ αὐ­τῶν εἰς σω­τη­ρί­αν. Μαρ­τυ­ρῶ γὰρ αὐ­τοῖς ὅ­τι ζῆ­λον Θε­οῦ ἔ­χου­σιν, ἀλλ΄ οὐ κατ΄ ἐ­πί­γνω­σιν· ἀ­γνο­οῦν­τες γὰρ τὴν τοῦ Θε­οῦ δι­και­ο­σύ­νην, καὶ τὴν ἰ­δί­αν ζη­τοῦν­τες στῆ­σαι, τῇ δι­και­ο­σύ­νῃ τοῦ Θε­οῦ οὐχ ὑ­πε­τά­γη­σαν· τέ­λος γὰρ νό­μου Χρι­στὸς εἰς δι­και­ο­σύ­νην παν­τὶ τῷ πι­στε­ύ­ον­τι. Μω­ϋ­σῆς γὰρ γρά­φει τὴν δι­και­ο­σύ­νην τὴν ἐκ τοῦ νό­μου ὅ­τι ὁ ποι­ή­σας ἄν­θρω­πος ζή­σε­ται ἐν αὐ­τῇ. Ἡ δὲ ἐκ πί­στε­ως δι­και­ο­σύ­νη οὕ­τως λέ­γει· Μὴ εἴ­πῃς ἐν τῇ καρ­δί­ᾳ σου· Τίς ἀ­να­βή­σε­ται εἰς τὸν οὐ­ρα­νόν; τοῦτ΄ ἔ­στι Χρι­στὸν κα­τα­γα­γεῖν· ἤ, Τίς κα­τα­βή­σε­ται εἰς τὴν ἄ­βυσ­σον; τοῦτ΄ ἔ­στι Χρι­στὸν ἐκ νε­κρῶν ἀ­να­γα­γεῖν. Ἀλ­λὰ τί λέ­γει; Ἐγ­γύς σου τὸ ῥῆ­μά ἐ­στιν, ἐν τῷ στό­μα­τί σου καὶ ἐν τῇ καρ­δί­ᾳ σου· τοῦτ΄ ἔ­στι τὸ ῥῆ­μα τῆς πί­στε­ως ὃ κη­ρύσ­σο­μεν. Ὅ­τι ἐ­ὰν ὁ­μο­λο­γή­σῃς ἐν τῷ στό­μα­τί σου Κύριον Ἰ­η­σοῦν, καὶ πι­στε­ύ­σῃς ἐν τῇ καρ­δί­ᾳ σου ὅ­τι ὁ Θε­ὸς αὐ­τὸν ἤ­γει­ρεν ἐκ νε­κρῶν, σω­θή­σῃ· καρ­δί­ᾳ γὰρ πι­στε­ύ­ε­ται εἰς δι­και­ο­σύ­νην, στό­μα­τι δὲ ὁ­μο­λο­γεῖ­ται εἰς σω­τη­ρί­αν.
                                    (Ρωμ. ι΄ [10] 1 - 11)

Η ΑΓΑΠΗ CTHN ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ
«Ἡ εὐ­δο­κί­α τῆς ἐ­μῆς καρ­δί­ας... ὑ­πέρ τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ
ἐ­στιν εἰς σω­τη­ρί­αν»
Ἀ­νοί­γει τὴν καρ­διά του ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος κι ἀ­φή­νει νὰ ξε­χυ­θεῖ ὁ πλού­σιος σὲ αἰ­σθή­μα­τα στορ­γῆς ἐ­σω­τε­ρι­κός του κό­σμος. Ἔκ­δη­λη δι­α­κρί­νου­με τὴ συγ­κί­νη­σή του κα­θὼς ἀ­να­φέ­ρε­ται στοὺς ὁ­μο­ε­θνεῖς του Ἰσ­ρα­η­λί­τες ποὺ δὲν πί­στε­ψαν στὸν Μεσ­σί­α Χρι­στὸ κι ἔ­μει­ναν μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸν δρό­μο τῆς σω­τη­ρί­ας. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ μὲ πό­νο ψυ­χῆς γρά­φει: «Ἡ εὐ­δο­κί­α τῆς ἐ­μῆς καρ­δί­ας καὶ ἡ δέ­η­σις ἡ πρὸς τὸν Θε­ὸν ὑ­πὲρ τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ ἐ­στιν εἰς σω­τη­ρί­αν», δη­λα­δή, ἡ σφο­δρὴ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ εὐ­α­ρέ­σκεια τῆς καρ­διᾶς μου καὶ ἡ προ­σευ­χὴ ποὺ ἀ­πευ­θύ­νω στὸν Θε­ὸ γιὰ τοὺς Ἰσ­ρα­η­λί­τες – πα­ρὰ τὴν ἀ­πι­στί­α ποὺ δεί­χνουν – εἶ­ναι νὰ σω­θοῦν.
Ὁ ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὸς αὐ­τὸς λό­γος τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­πο­στό­λου μᾶς δί­νει τὴν ἀ­φορ­μὴ νὰ δοῦ­με πῶς ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος φα­νέ­ρω­νε τὴν ἀ­γά­πη του πρὸς τοὺς συμ­πα­τρι­ῶ­τες του καὶ πῶς κα­λού­μα­στε κι ἐ­μεῖς νὰ ἐκ­δη­λώ­νου­με τὴν ἀ­γά­πη μας αὐ­τή.
1. Ἡ ἀ­γά­πη τοῦ ἀπ. Παύ­λου γιὰ τοὺς συμ­πα­τρι­ῶ­τες του
Μὲ ἔκ­πλη­ξη καὶ θαυ­μα­σμὸ στέ­κε­ται κα­νεὶς μπρο­στὰ στὸ με­γα­λεῖ­ο τῆς ψυ­χῆς τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου. Ναί! Ὁ μέ­γας Παῦ­λος ποὺ δι­έ­τρε­ξε ὅ­λη τὴν οἰ­κου­μέ­νη γιὰ νὰ δι­α­δώ­σει τὸ μή­νυ­μα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου· αὐ­τὸς ποὺ δι­ε­κή­ρυ­ξε ὅ­τι δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ ὑ­πάρ­χουν φυ­λε­τι­κες δι­α­κρί­σεις· αὐ­τός, ὁ Ἀ­πό­στο­λος τῶν ἐ­θνῶν, πο­τὲ δὲν ξε­χνοῦ­σε τὴν πα­τρί­δα του. Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι μὲ σε­μνὴ καύ­χη­ση ἀ­νέ­φε­ρε συ­χνὰ τὴν κα­τα­γω­γὴ καὶ τὴν ἐ­θνι­κό­τη­τά του: «Ἐ­γὼ ἄν­θρω­πος μέν εἰ­μι Ἰ­ου­δαῖ­ος Ταρ­σεύς, τῆς Κι­λι­κί­ας οὐκ ἀ­σή­μου πό­λε­ως πο­λί­της» (Πράξ. κα΄ [21] 39, κβ'[22] 3). Μά­λι­στα δὲν ἔ­παυ­σε ν᾿ ἀ­γα­πᾶ τοὺς συμ­πα­τρι­ῶ­τες του ἀ­κό­μη καὶ τό­τε ποὺ αὐ­τοὶ τὸν πλή­γω­ναν μὲ τὴν ἀ­χά­ρι­στη συμ­πε­ρι­φο­ρά τους καὶ τοὺς σκλη­ροὺς δι­ωγ­μοὺς ἐ­ναν­τί­ον του...
Τὸ πιὸ συγ­κλο­νι­στι­κὸ ὅ­μως εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἔν­το­νη ἀ­γά­πη καὶ τὸ διαρκὲς ἐν­δι­α­φέ­ρον του γιὰ τοὺς ὁ­μο­ε­θνεῖς του τὸν ὁ­δή­γη­σε στὸ νὰ γρά­ψει τοὺς ἑ­ξῆς συγ­κι­νη­τι­κοὺς λό­γους: «Ηὐ­χό­μην γὰρ αὐ­τὸς ἐ­γὼ ἀ­νά­θε­μα εἶ­ναι ἀ­πὸ τοῦ Χρι­στοῦ ὑ­πὲρ τῶν ἀ­δελ­φῶν μου, τῶν συγ­γε­νῶν μου κα­τὰ σάρ­κα» (Ρωμ. θ'[9] 3). Δη­λα­δή: Θὰ εὐ­χό­μουν ἐ­γώ, ποὺ τί­πο­τε δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ χω­ρί­σει ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό, νὰ χω­ρι­σθῶ ἀ­πὸ Αὐ­τὸν γιὰ πάν­τα, ἐ­ὰν ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ γί­νει αὐ­τό, γιὰ χά­ρη τῶν ἀ­δελ­φῶν μου Ἰ­ου­δαί­ων, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­ναι φυ­σι­κοὶ συγ­γε­νεῖς μου.
Αὐ­τὸ τὸ ἐ­ξαί­ρε­το πα­ρά­δειγ­μα φι­λο­πα­τρί­ας τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου μᾶς δι­δά­σκει ὅ­τι ἡ χρι­στι­α­νι­κὴ πί­στη δὲν κα­ταρ­γεῖ τὴν ἀ­γά­πη στὴν πα­τρί­δα, ἀλ­λὰ τῆς δί­νει νό­η­μα βα­θύ­τε­ρο καὶ οὐ­σι­α­στι­κό­τε­ρο. Πῶς μπο­ροῦ­με λοι­πὸν κι ἐ­μεῖς ὡς πι­στοὶ χρι­στια­νοὶ νὰ ἐκ­δη­λώ­νου­με τὴν ἀ­γά­πη μας πρὸς τὴν πα­τρί­δα;
2. Ἡ δι­κή μας ἀ­γά­πη στὴν Πα­τρί­δα
Μιὰ λέ­ξη εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ φα­νε­ρώ­νει τὴν ἀ­γά­πη στὴν ὕ­ψι­στη μορ­φή της: ἡ θυ­σί­α. Μᾶς τὸ εἶ­πε ὁ Κύ­ριος: «Μεί­ζο­να ταύ­της ἀ­γά­πην οὐ­δεὶς ἔ­χει, ἵ­να τις τὴν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ θῇ ὑ­πὲρ τῶν φί­λων αὐ­τοῦ» (Ἰ­ω. ιε΄[15] 13). Με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­γά­πη πρὸς τοὺς φί­λους του κα­νεὶς δὲν ἔ­χει ἀπ᾿ αὐ­τήν, δη­λα­δὴ ἀ­πὸ τὸ νὰ προ­σφέ­ρει καὶ νὰ θυ­σιά­σει τὴ ζω­ή του γιὰ χά­ρη τῶν φί­λων του. Ἐ­φό­σον λοι­πὸν ἀ­γα­ποῦ­με τὴν Πα­τρί­δα μας, ὀ­φεί­λου­με νὰ εἴ­μα­στε ἕ­τοι­μοι νὰ ἀ­να­λά­βου­με κό­πους καὶ δα­πά­νες γιὰ χά­ρη τοῦ κοι­νοῦ κα­λοῦ, ἀ­κό­μη καὶ νὰ θυ­σι­ά­σου­με τὸν ἴ­διο τὸν ἑ­αυ­τό μας, ἂν χρεια­στεῖ!
Ἐ­πι­πλέ­ον ἡ ἀ­γά­πη πρὸς τὴν Πα­τρί­δα ἐκ­δη­λώ­νε­ται καὶ μὲ τὴν προ­σευ­χή μας γι᾿ αὐ­τήν. Ὅ­πως ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἀ­πηύ­θυ­νε δέ­η­ση πρὸς τὸν Θε­ὸν «ὑ­πὲρ τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ», ἔ­τσι κι ἐ­μεῖς ἔ­χου­με χρέ­ος νὰ προ­σευ­χό­μα­στε θερ­μὰ γιὰ τὴν Πα­τρί­δα μας καὶ νὰ πα­ρα­κα­λοῦ­με τὸν ἅ­γιο Θε­ὸ νὰ χα­ρί­ζει στὸ Ἔ­θνος μας εἰ­ρή­νη καὶ ἀ­σφά­λεια, καὶ – τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο – με­τά­νοι­α! Ἄλ­λω­στε καὶ ἡ ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α εὔ­χε­ται στὴ θεί­α Λει­τουρ­γί­α ὄ­χι μό­νο «ὑ­πὲρ τοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου» ἀλ­λὰ καὶ εἰ­δι­κὰ «ὑ­πὲρ τοῦ εὐ­σε­βοῦς ἡ­μῶν ἔ­θνους».
Τέ­λος, τὴν ἀ­γά­πη μας πρὸς τὴν Πα­τρί­δα τὴν φα­νε­ρώ­νου­με καὶ μὲ τὴν ἐ­νά­ρε­τη καὶ ἁ­γί­α ζω­ή μας. Ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος συμ­βου­λεύ­ει σὲ μί­α ἀ­πὸ τὶς ἐ­πι­στο­λές του: «Τὴν πα­τρί­δα τί­μη­σον, καὶ τῇ ἀ­ρε­τῇ βο­ή­θη­σον» (ΕΠΕ 7, 52). Εἶ­ναι τι­μὴ καὶ ἐγ­γύ­η­ση γιὰ τὴν πα­τρί­δα νὰ ἀ­να­τρέ­φει ἀν­θρώ­πους μὲ ἀ­ρε­τὴ καὶ ἁ­γι­ό­τη­τα. Ὅ­σο ἔ­χου­με πι­στοὺς χρι­στια­νοὺς ποὺ προ­σεύ­χον­ται, με­τα­νο­οῦν καὶ ἀ­γω­νί­ζον­ται, τὸ Ἔ­θνος μας δὲν κιν­δυ­νεύ­ει. Θὰ ζεῖ καὶ θὰ με­γα­λουρ­γεῖ μὲ τὴ βο­ή­θεια καὶ τὴ δύ­να­μη τοῦ παν­το­δύ­να­μου Θε­οῦ.
Βεβαίως δὲν εἶ­ναι ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος τὸ μο­να­δι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα φι­λο­πα­τρί­ας. Τὸ ἀ­ξε­πέ­ρα­στο πρό­τυ­πο καὶ στὸ θέ­μα τῆς ἀ­γά­πης πρὸς τὴν Πα­τρί­δα εἶ­ναι ὁ Κύ­ριος Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ὁ Ὁ­ποῖ­ος κα­τὰ τὴν ἐ­πί­γεια ζω­ὴ καὶ δρά­ση του ἔ­δει­ξε ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τῶν συμ­πα­τρι­ω­τῶν του. Καὶ τὸ πιὸ συγ­κι­νη­τι­κό: ὅ­ταν κά­πο­τε ἀν­τί­κρι­σε τὴν πό­λη τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, ἔ­κλα­ψε μὲ λυγ­μοὺς γι᾿ αὐ­τήν, δι­ό­τι γνώ­ρι­ζε τὸ οἰ­κτρὸ τέ­λος ποὺ θὰ εἶ­χε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­πι­στί­ας της...
Ἂς ἀ­να­λο­γι­στοῦ­με κι ἐ­μεῖς τὴν εὐ­θύ­νη μας κι ἂς ἀ­φή­σου­με τὸ δά­κρυ καὶ τὸν στε­ναγ­μό μας νὰ γί­νουν προ­σευ­χὴ θερ­μὴ πρὸς τὸν παν­το­δύ­να­μο καὶ πα­νά­γα­θο Θε­ό, γιὰ νὰ κά­νει καὶ πά­λι τὸ θαῦ­μα του καὶ νὰ σώ­σει τὸ Ἔ­θνος μας. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ἡ μό­νη μας ἐλ­πί­δα!
(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, ἐλ­θόν­τι τῷ ᾿Ι­η­σοῦ εἰς τὴν χώ­ραν τῶν Γερ­γε­ση­νῶν ὑ­πήν­τη­σαν αὐ­τῷ δύ­ο δαι­μο­νι­ζό­με­νοι, ἐκ τῶν μνη­με­ί­ων ἐ­ξερ­χό­με­νοι, χα­λε­ποὶ λί­αν, ὥ­στε μὴ ἰ­σχύ­ειν τι­νὰ πα­ρελ­θεῖν διὰ τῆς ὁ­δοῦ ἐ­κε­ί­νης. Καὶ ἰ­δοὺ ἔ­κρα­ξαν, λέ­γον­τες· Τί ἡ­μῖν καὶ σοί, ᾿Ι­η­σοῦ Υἱ­ὲ τοῦ Θε­οῦ; ἦλ­θες ὧ­δε πρὸ και­ροῦ βα­σα­νί­σαι ἡ­μᾶς; Ἦν δὲ μα­κρὰν ἀπ᾿ αὐ­τῶν ἀ­γέ­λη χο­ί­ρων πολ­λῶν βο­σκο­μέ­νη. Οἱ δὲ δα­ί­μο­νες πα­ρε­κά­λουν αὐ­τὸν λέ­γον­τες· Εἰ ἐκβάλ­λεις ἡ­μᾶς, ἐ­πί­τρε­ψον ἡ­μῖν ἀ­πελ­θεῖν εἰς τὴν ἀ­γέ­λην τῶν χο­ί­ρων. Καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Ὑ­πά­γε­τε. Οἱ δὲ ἐ­ξελ­θόν­τες, ἀ­πῆλ­θον εἰς τὴν ἀ­γέ­λην τῶν χο­ί­ρων. Καὶ ἰ­δοὺ, ὥρ­μη­σε πᾶ­σα ἡ ἀ­γέ­λη τῶν χο­ί­ρων κα­τὰ τοῦ κρη­μνοῦ εἰς τὴν θά­λασ­σαν, καὶ ἀ­πέ­θα­νον ἐν τοῖς ὕ­δα­σιν. Οἱ δὲ βό­σκον­τες ἔ­φυ­γον· καὶ ἀ­πελ­θόν­τες εἰς τὴν πό­λιν, ἀ­πήγ­γει­λαν πάν­τα καὶ τὰ τῶν δαι­μο­νι­ζο­μέ­νων. Καὶ ἰ­δοὺ πᾶ­σα ἡ πό­λις ἐ­ξῆλ­θεν εἰς συ­νάν­τη­σιν τῷ ᾿Ι­η­σοῦ· καὶ ἰ­δόν­τες αὐ­τὸν, πα­ρε­κά­λε­σαν ὅ­πως με­τα­βῇ ἀ­πὸ τῶν ὁ­ρί­ων αὐ­τῶν.  Καὶ ἐμ­βὰς εἰς πλοῖ­ον, δι­ε­πέ­ρα­σε, καὶ ἦλ­θεν εἰς τὴν ἰ­δί­αν πό­λιν.
                                         (Ματθ. η΄[8] 28 – θ΄[9] 1)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ, ὅ­ταν ὁ Κύ­ριος ἦλ­θε στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ὄ­χθη, στὴ χώ­ρα τῶν Γερ­γε­ση­νῶν, τὸν συ­νάν­τη­σαν δύ­ο δαι­μο­νι­σμέ­νοι ποὺ ἔ­βγαι­ναν ἀ­πὸ τὰ μνή­μα­τα ποὺ ὑ­πῆρ­χαν ἐ­κεῖ, στὰ ὁ­ποῖ­α εὐ­χα­ρι­στι­οῦν­ταν νὰ κα­τοι­κοῦν. Ἦ­ταν καὶ οἱ δύ­ο ἐ­πι­θε­τι­κοὶ καὶ πο­λὺ ἐ­πι­κίν­δυ­νοι· τό­σο, ὥ­στε νὰ μὴν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ πε­ρά­σει ἀπ᾿ τὸν δρό­μο ἐ­κεῖ­νο. Καὶ ξαφ­νι­κὰ ἀπ᾿ τὸν φό­βο τους κραύ­γα­σαν δυ­να­τὰ καὶ εἶ­παν: Ποι­ὰ σχέ­ση ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σα σὲ μᾶς καὶ σὲ σέ­να, Ἰ­η­σοῦ, υἱ­ὲ τοῦ Θε­οῦ; Ἦλ­θες ἐ­δῶ πρό­ω­ρα, πρὶν ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τῆς παγ­κό­σμιας κρί­σε­ως, γιὰ νᾶ μᾶς βα­σα­νί­σεις; Στὸ με­τα­ξὺ ὑ­πῆρ­χε μα­κριὰ ἀπ᾿ αὐ­τοὺς ἕ­να κο­πά­δι μὲ πολ­λοὺς χοί­ρους, ποὺ ἔ­βο­σκαν ἐ­κεῖ. Οἱ δαί­μο­νες τό­τε ἄρ­χι­σαν νὰ τὸν πα­ρα­κα­λοῦν λέ­γον­τας: Ἐ­ὰν πρό­κει­ται νὰ μᾶς βγά­λεις ἔ­ξω ἀ­πὸ ἐ­δῶ, δῶσ᾿ μας τὴν ἄ­δεια νὰ φύ­γου­με καὶ νὰ μποῦ­με μέ­σα στὸ κο­πά­δι τῶν χοί­ρων. Κι ἐ­πει­δὴ αὐ­τοὶ ποὺ ἔ­τρε­φαν τοὺς χοί­ρους τὸ ἔ­κα­ναν αὐ­τὸ πα­ρα­βαί­νον­τας τὸν Μω­σα­ϊ­κὸ νό­μο, ποὺ ἀ­πα­γό­ρευ­ε ὡς ἀ­κά­θαρ­το τὸ χοι­ρι­νὸ κρέ­ας, ὁ Κύ­ριος τι­μω­ρών­τας τὴν πα­ρα­νο­μί­α τους αὐ­τὴ εἶ­πε στοὺς δαί­μο­νες: Πη­γαί­νε­τε. Κι αὐ­τοὶ βγῆ­καν ἀπ᾿ τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ πῆ­γαν στοὺς χοί­ρους. Καὶ ξαφ­νι­κὰ ὅ­λο τὸ κο­πά­δι τῶν χοί­ρων ὄρ­μη­σε μὲ μα­νί­α ἀ­πὸ τὸ ἐ­πά­νω μέ­ρος τοῦ γκρε­μοῦ πρὸς τὰ κά­τω, στὴ θά­λασ­σα, καὶ πνί­γη­καν στὰ νε­ρὰ τῆς λί­μνης. Τό­τε ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ἔ­βο­σκαν τοὺς χοί­ρους ἔ­φυ­γαν, κι ἀ­φοῦ πῆ­γαν στὴν πό­λη, ἀ­νήγ­γει­λαν ὅ­λα ὅ­σα ἔ­γι­ναν, καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως τὸ τί συ­νέ­βη μὲ τοὺς δαι­μο­νι­σμέ­νους. Καὶ τό­τε ὅ­λοι οἱ κά­τοι­κοι τῆς πό­λε­ως βγῆ­καν γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σουν τὸν Ἰ­η­σοῦ· κι ὅ­ταν τὸν εἶ­δαν, τὸν πα­ρα­κά­λε­σαν νὰ φύ­γει ἀ­πὸ τὰ σύ­νο­ρά τους, ἀ­πὸ φό­βο μή­πως πά­θουν καὶ με­γα­λύ­τε­ρα κα­κά. Καὶ ἀ­φοῦ μπῆ­κε σ' ἕ­να πλοῖ­ο, πέ­ρα­σε στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ὄ­χθη τῆς λί­μνης, καὶ ἦλ­θε στὴ δι­κή του πό­λη, τὴν Κα­περ­να­ούμ.

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΟΣΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΑΘΩ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(5 ΙΟΥΛΙΟΥ 2020)
(ΟΣΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΑΘΩ)



Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ)
Ἀ­δελ­φοί, ὁ καρ­πὸς τοῦ Πνε­ύ­μα­τός ἐ­στιν ἀ­γά­πη, χα­ρά, εἰ­ρή­νη, μα­κρο­θυ­μί­α, χρη­στό­της, ἀ­γα­θω­σύ­νη, πί­στις, πρα­ό­της, ἐγ­κρά­τεια· κα­τὰ τῶν τοι­ο­ύ­των οὐκ ἔ­στι νό­μος. Οἱ δὲ τοῦ Χρι­στοῦ τὴν σάρ­κα ἐ­στα­ύ­ρω­σαν σὺν τοῖς πα­θή­μα­σι καὶ ταῖς ἐ­πι­θυ­μί­αις. Εἰ ζῶ­μεν πνε­ύ­μα­τι, πνε­ύ­μα­τι καὶ στοι­χῶ­μεν. Μὴ γι­νώ­με­θα κε­νό­δο­ξοι, ἀλ­λή­λους προ­κα­λο­ύ­με­νοι, ἀλ­λή­λοις φθο­νοῦν­τες. ᾽Α­δελ­φοί, ἐ­ὰν καὶ προ­λη­φθῇ ἄν­θρω­πος ἔν τι­νι πα­ρα­πτώ­μα­τι, ὑ­μεῖς οἱ πνευ­μα­τι­κοὶ κα­ταρ­τί­ζε­τε τὸν τοι­οῦ­τον ἐν πνε­ύ­μα­τι πρα­ό­τη­τος· σκο­πῶν σε­αυ­τόν, μὴ καὶ σὺ πει­ρα­σθῇς. ᾽Αλ­λή­λων τὰ βά­ρη βα­στά­ζε­τε, καὶ οὕ­τως ἀ­να­πλη­ρώ­σα­τε τὸν νό­μον τοῦ Χρι­στοῦ.                              
         (Γαλ. ε΄[΄5] 22 – Ϛ΄2)

ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΕΝ ΑΘΩ
Μί­α τῶν με­γα­λυ­τέ­ρων Ὁ­σια­κῶν μορ­φῶν ποὺ ἑ­ορ­τά­ζει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας στὶς 5 Ἰ­ου­λί­ου εἶ­ναι ὁ Ἅ­γιος Ἀ­θα­νά­σιος ὁ Ἀ­θω­νί­της, ὁ κτί­τωρ τῆς Με­γί­στης Λαύ­ρας τοῦ Ἁ­γί­ου Ὅ­ρους καὶ ὁ ὀρ­γα­νω­τὴς τοῦ Κοι­νο­βια­κοῦ Μο­να­χι­σμοῦ. Δέ­ος κα­τα­λαμ­βά­νει τὸν εὐ­σε­βῆ προ­σκυ­νη­τὴ ὅ­ταν ἐκ τοῦ μα­κρό­θεν ἀν­τι­κρί­σει τὴν κα­στρο­πο­λι­τεί­α τῆς Μο­νῆς ποὺ ἀ­δι­α­σπά­στως ἀ­π' ὅ­ταν ἱ­δρύ­θη­κε συ­νε­χί­ζει ἕ­ως τῶν ἡ­με­ρῶν μας καὶ χά­ρι­τι Θε­οῦ θὰ συ­νε­χί­ζει νὰ κρα­τᾶ ὑ­ψω­μέ­να τὰ λά­βα­ρα τῆς αὐ­θεν­τι­κῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας καὶ τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ μας Ἔ­θνους.
Ἀλ­λὰ ἡ συγ­κί­νη­σις εἶ­ναι ἀ­νω­τέ­ρα πά­σης πε­ρι­γρα­φῆς ὅ­ταν κλί­νει τὸ γό­νυ καὶ πάλ­λε­ται ἡ καρ­δί­α μπρο­στὰ στὸν τά­φο τοῦ ἴ­διου του Ἁ­γί­ου. Στὸ μνη­μεῖ­ο ποὺ δι­α­φυ­λάσ­σει τὸ ἱ­ε­ρὸ σκή­νω­μα τοῦ Ὁ­σί­ου τό­σους αἰ­ῶ­νες, ἀ­φοῦ ἡ ἐν­το­λὴ ποὺ ἄ­φη­σε ἦ­ταν νὰ μὴ γί­νει πο­τὲ ἡ ἀ­να­κο­μι­δὴ τῶν ἱ­ε­ρῶν του λει­ψά­νων. Ἀλ­λὰ γιὰ τὸν με­γά­λο αὐ­τὸν Ἅ­γιον ποὺ γεν­νή­θη­κε τὸ 930 μ.Χ. στὴν Τρα­πε­ζούν­τα, ἐ­ποί­μα­νε τὴν Λαύ­ρα του ἐ­πὶ σα­ράν­τα ἔ­τη καὶ κα­τὰ τὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση τῶν ἐρ­γα­σι­ῶν τοῦ κα­θο­λι­κοῦ τῆς Μο­νῆς, κα­τέρ­ρευ­σε τμῆ­μα τοῦ οἰ­κο­δο­μή­μα­τος, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ὁ Ὅ­σιος νὰ πα­ρα­δώ­σει μαρ­τυ­ρι­κῶς τὴν ζω­ή του μέ­σα στὰ χα­λά­σμα­τα, θὰ πρέ­πει ὅ­λοι οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι καὶ δὴ φι­λο­μό­να­χοι πι­στοὶ νὰ με­λε­τή­σου­με ἐ­κτε­νῶς τὸν βί­ον καὶ τὴν πο­λι­τεί­αν του. Καὶ αὐ­τὸ το­σού­τω μᾶλ­λον πρέ­πει νὰ γί­νει δι­ό­τι ὁ δη­μι­ουρ­γὸς τό­σων μο­νῶν καὶ σκη­τῶν καὶ Πα­τέ­ρας πνευ­μα­τι­κὸς χι­λιά­δων ἕ­ως σή­με­ρα μο­να­χῶν, ἐ­βί­ω­νε στὸν ὑ­ψη­λό­τε­ρο βαθ­μὸ τὸν καρ­πὸ τοῦ Πνεύ­μα­τος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ον μᾶς γρά­φει στὴν πρὸς Γα­λά­τας ἐ­πι­στο­λὴ τοῦ ὁ Ἀπ. Παῦ­λος.
Μά­λι­στα, τὸ Πνεῦ­μα τὸ Ἅ­γιον εὑ­ρῆ­κε στὴν ψυ­χὴ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου τὸ κα­τάλ­λη­λο ἔ­δα­φος γιὰ νὰ καρ­πο­φο­ρή­σει ἑ­κα­τον­τα­πλα­σί­ως. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ τὸν ἐ­νέ­πλη­σε μὲ τό­ση χά­ρη ποὺ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ συλ­λά­βει ὁ νοῦς τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὸς ὁ Ἀγ­γε­λι­κὸς κό­σμος μέ­νει ἐκ­στα­τι­κὸς ἐ­νώ­πιόν του. «Τὴν ἐν σαρ­κὶ ζω­ήν σου κα­τε­πλά­γη­σαν, Ἀγ­γέ­λων τάγ­μα­τα...» ση­μει­ώ­νει ὁ ὑ­μνο­γρά­φος στὸ ἀ­πο­λυ­τί­κιο τοῦ Ὁ­σί­ου. Ἀλ­λὰ τοὺς Ἁ­γί­ους τοὺς με­λε­τοῦ­με καὶ γιὰ ἕ­ναν ἀ­κό­μα λό­γο. Νὰ σκύ­πτου­με καὶ νὰ βλέ­που­με τὴν δι­κή μας κα­τά­στα­ση καὶ τὸ πνευ­μα­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο, ὄ­χι βε­βαί­ως γιὰ νὰ ἀ­πο­θαρ­ρυ­νό­με­θα, ἀλλ᾿ ἀν­τι­θέ­τως γιὰ νὰ ἀν­τλοῦ­με, διὰ τῶν εὐ­χῶν τους, δύ­να­μη καὶ θάρ­ρος στὸ νὰ συ­νε­χί­σου­με τὸν ἀ­γώ­να τῆς κα­θάρ­σε­ως καὶ στὴν συ­νέ­χεια τοῦ φω­τι­σμοῦ. Ὡς ἐκ τού­του ἡ μο­νο­λό­γι­στος εὐ­χή, τὸ «Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σον μὲ τὸν ἁ­μαρ­τω­λόν», οὐ­δέ­πο­τε πρέ­πει νὰ ἀ­που­σιά­ζει ἀ­πὸ τὰ χεί­λη καὶ ἰ­δί­ως τὸν νοῦ, ταυ­το­χρό­νως δὲ νὰ ὑ­πο­ψάλ­λου­με­  ὑ­πο­καρ­δί­ως τὴν ἀ­έ­να­η δο­ξο­λο­γί­α πρὸς τὸν Τρι­α­δι­κὸ Θε­ό.
Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς καρ­ποὺς ποὺ τὸ Ἅ­γιον Πνεῦ­μα πα­ρά­γει στὴν ὕ­παρ­ξη τῶν ὀρ­θο­δό­ξων πι­στῶν εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη ποὺ βε­βαί­ως το­πο­θε­τεῖ­ται πρώ­τη ἀ­πὸ τὸν Θε­ό­πνευ­στο Ἀ­πό­στο­λο. Για­τί αὐ­τό; Μὰ δι­ό­τι εἶ­ναι ἡ ρί­ζα ἀλ­λὰ καὶ τὸ ἐ­πι­στέ­γα­σμα ὅ­λων τῶν ἄλ­λων ἀ­ρε­τῶν. Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ το­νί­σου­με ἀ­δελ­φοί μου τὴν ἀ­ξί­α τῆς πί­στε­ως. Τῆς Ἀ­πο­στο­λι­κῆς μας Πί­στε­ως, ὅ­πως αὐ­τὴ σὲ κά­θε ἐ­πο­χὴ τὴν κα­τέ­χουν, τὴν κη­ρύσ­σουν καὶ μᾶς πα­ρα­δί­δουν οἱ θε­ού­με­νοι Ἅ­γιοι.
Τοῦ­το εἶ­ναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄ­νευ, ἀ­πό­λυ­τον καὶ ἀ­δι­α­πραγ­μά­τευ­τον. Ἐ­ὰν δὲ κα­νεὶς ἐ­πι­μέ­νει στὸ ἀν­τί­θε­το, εὑ­ρί­σκε­ται σὲ ἀ­θε­ρά­πευ­τη πλά­νη καὶ τὴν εὐ­θύ­νη ἀ­κε­ραί­α τὴν φέ­ρει ὁ ἴ­διος. Ἂς ἀ­φή­σου­με ὅ­μως τό­σο τὶς ἀ­θε­ϊ­στι­κὲς ὅ­σο καὶ τὶς οἰ­κου­με­νι­στι­κὲς ἀ­γα­πο­λο­γί­ες καὶ ἂς πε­ρά­σου­με ἔ­σω καὶ δι᾿ ὀ­λί­γον νὰ γευ­θοῦ­με τοὺς ἡ­δύ­τα­τους καρ­ποὺς τοῦ Πνεύ­μα­τος. Ἀ­λή­θεια ποῦ νὰ στα­θεῖ κα­νεὶς καὶ τί νὰ τρυ­γή­σει πρῶ­το, τί δὲ νὰ ἀ­φή­σει δεύ­τε­ρον. «Ἀ­γά­πη, Χα­ρά, Εἰ­ρή­νη, Μα­κρο­θυ­μί­α, Χρη­στό­της – Ἀ­γα­θω­σύ­νη, Πί­στις, Πρα­ό­της, Ἐγ­κρά­τεια»!
Ἕ­να ὁ­λό­χρυ­σον πε­ρι­δέ­ραι­ον ποὺ κο­σμεῖ τὶς ὑ­πάρ­ξεις ὅ­σων ἀ­γω­νί­ζον­ται χω­ρὶς ἀ­γω­νί­α καὶ ἄγ­χος νὰ ὁ­μοιά­σουν πρὸς τὸν Κύ­ριο. Καὶ ὅ­πως κα­τα­νο­εῖ ὁ κά­θε ἕ­νας ποὺ γεύ­θη­κε τοῦ εὐ­λο­γη­μέ­νου ἀ­γῶ­νος, δὲν πρό­κει­ται πε­ρὶ ἀν­θρω­πί­νων κα­τορ­θω­μά­των, οὔ­τε γιὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τα νο­η­τι­κῶν ἢ συ­ναι­σθη­μα­τι­κῶν ἱ­κα­νο­τή­των. Πρό­κει­ται γιὰ τοὺς εὐ­χό­με­νους καρ­ποὺς τοῦ Πνεύ­μα­τος ποὺ λαμ­βά­νου­με διὰ τῶν ἱ­ε­ρῶν μυ­στη­ρί­ων καὶ τῆς ἐν γέ­νει ἀ­σκη­τι­κῆς – ἡ­συ­χα­στι­κῆς – ὁ­μο­λο­για­κῆς βι­ο­τῆς. Εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἄ­ξιον πα­ρα­τη­ρή­σε­ως ὅ­τι οἱ πνευ­μα­τι­κοὶ αὐ­τοὶ καρ­ποὶ ἐ­πὶ τῆς οὐ­σί­ας ἀ­πο­τε­λοῦν ἕ­να σύ­νο­λο ἑ­νια­ῖο, ἁρ­μο­νι­κὸ καὶ συμ­με­τρι­κό. Αὐ­τὸς δὲ εἶ­ναι καὶ ὁ λό­γος ποὺ ἐ­νῶ οἱ ἀ­ρε­τὲς ποὺ τὸ ἀ­πο­τε­λοῦν εἶ­ναι πολ­λές, γί­νε­ται λό­γος πε­ρὶ ἑ­νὸς καὶ τοῦ αὐ­τοῦ καρ­ποῦ. 
Ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν εὐ­λο­γη­μέ­νο χῶ­ρο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, μπο­ρεῖ νὰ βρεῖ κα­νεὶς ἀν­θρώ­πους κα­τὰ κό­σμον ἀ­ξι­ό­λο­γους μὲ ἀ­ρε­τὲς με­μο­νω­μέ­νες καὶ πρό­σω­πα βε­βαί­ως ἄ­ξια λό­γου. Οὐ­δε­μί­α ἀν­τίρ­ρη­σις πε­ρὶ αὐ­τοῦ. Οὐ­δέ­πο­τε ὅ­μως ἐ­κτὸς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς τὴν ἁ­γνό­τη­τα, ὄ­χι ὡς ἕ­να ἐ­πί­πε­δο ἠ­θι­κι­στι­κῆς ζω­ῆς, ἀλ­λὰ μὲ τὴν μορ­φὴ τῆς αὐ­θεν­τι­κῆς ἁ­γι­ό­τη­τος ποὺ φέ­ρουν οἱ ἅ­γιοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας ὅ­πως ἐν προ­κει­μέ­νῳ ὁ Ἅ­γιος Ἀ­θα­νά­σιος ὁ Ἀ­θω­νί­της. Οἱ Ἅ­γιοι τῆς Πί­στε­ώς μας, οἱ Μάρ­τυ­ρες, οἱ Ὁ­μο­λο­γη­τές, οἱ Ὅ­σιοι, οἱ Ἱ­ε­ράρ­χες, ὅ­λοι αὐ­τοὶ ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν τὰ κα­τα­ξι­ω­μέ­να καὶ ἐ­ξα­γι­α­σμέ­να μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας καὶ ποὺ ἀ­ναν­τιρ­ρή­τως ἔ­χουν κα­τα­στεῖ οἱ φω­τει­νοί μας ὁ­δο­δεῖ­κτες, ὄ­χι ἁ­πλῶς ἐ­γεύ­θη­σαν τὸν καρ­πὸν τοῦ Πνεύ­μα­τος, ἀλ­λὰ οἱ ἴ­διοι ἐ­καρ­πο­φό­ρη­σαν τὶς Εὐ­αγ­γε­λι­κὲς ἀ­ρε­τές, ταυ­το­χρό­νως δὲ ἀ­πο­τε­λοῦν τοὺς θε­μα­το­φύ­λα­κες τῶν Ὁ­σί­ων καὶ τῶν Ἱ­ε­ρῶν ἔ­ναν­τι ὅ­σων προ­σπα­θοῦν νὰ ἀ­πεμ­πο­λή­σουν τὴν Ἱ­ε­ρά μας Πα­ρα­κα­τα­θή­κη.
Εἶ­ναι οἱ θε­η­γό­ροι ὁ­πλί­τες οἱ ὁ­ποῖ­οι προ­μα­χοῦν μα­ζὶ μὲ τὸ σύ­νο­λο τῶν πι­στῶν τῆς στρα­τευ­ο­μέ­νης Ἐκ­κλη­σί­ας ἔ­ναν­τι ὅ­σων χρη­σι­μο­ποι­οῦν ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὸν τὸν συ­νο­δι­κὸ θε­σμὸ γιὰ νὰ ἀλ­λοι­ώ­σουν τὴν Ἀ­πο­στο­λι­κὴ καὶ Πα­τε­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση πού, πορ­φυ­ρο­μέ­νη μὲ τὰ αἵ­μα­τα τῶν Ἁ­γί­ων, κα­τέ­χου­με.
Τὸ δὲ θαυ­μα­στὸ στὴν ζω­ὴ τῶν πι­στῶν εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο εὑ­ρί­σκουν τὸ μο­νο­πά­τι τῆς κα­τὰ Θε­ὸν ζω­ῆς καὶ γεύ­ον­ται τὸν καρ­πὸν τοῦ Πνεύ­μα­τος μὲ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ἐκ­φάν­σεις ποὺ ἀ­να­πτύσ­σει ὁ Θεῖ­ος Ἀ­πό­στο­λος, τό­σο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἑ­δραι­ώ­νε­ται ὄ­χι μό­νο ἡ στα­θε­ρό­τη­τα στὴν Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ – Ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὴ ἀ­λή­θεια, ἀλ­λὰ συ­ναυ­ξά­νουν τὸν ἔν­θε­ο ζῆ­λο τους σὲ ὅ,τι οἱ Ἅ­γιοί μας πρό­σφε­ραν γιὰ νὰ κρα­τή­σου­με ἀλ­λὰ καὶ νὰ με­τα­λαμ­πα­δεύ­σου­με.
Καὶ αὐ­τὸ ὀ­φεί­λουν νὰ τὸ γνω­ρί­ζουν πο­λὺ κα­λῶς ὅ­σοι νο­μί­ζουν ὅ­τι τὰ μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὑ­πα­κού­ουν ἄ­νευ δι­α­κρί­σε­ως καὶ κα­τὰ πάν­τα σὲ ὅ,τι κά­ποι­οι κύ­κλοι σχε­διά­ζουν ποὺ δῆ­θεν θὰ ἐ­πι­φέ­ρει ἀλ­λα­γὲς στὸ δόγ­μα καὶ στὸ ἦ­θος.
Εἴ­θε, ἀ­φοῦ ἀρ­νού­μα­στε τοὺς στυ­φοὺς καὶ δη­λη­τη­ρι­α­σμέ­νους καρ­ποὺς τῆς ἀ­πο­στα­σί­ας τῆς Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς, ἰ­σο­βί­ως νὰ γευ­ό­με­θα τὸν καρ­πὸν τοῦ Πνεύ­μα­τος.
Ἀ­μήν.                                         
                               Ἀρχ. Ἰ­ω­ὴλ Κων­στάν­τα­ρος

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, ἐλ­θόν­τι τῷ Ἰ­η­σοῦ εἰς Κα­περ­να­οὺμ, προ­σῆλ­θεν αὐ­τῷ Ἑ­κα­τόν­ταρ­χος, πα­ρα­κα­λῶν αὐ­τὸν, καὶ λέ­γων· Κύριε, ὁ παῖς μου βέ­βλη­ται ἐν τῇ οἰ­κί­ᾳ πα­ρα­λυ­τι­κός, δει­νῶς βα­σα­νι­ζό­με­νος. Καὶ λέ­γει αὐ­τῷ ὁ ᾿Ι­η­σοῦς· ἐ­γὼ ἐλ­θὼν θε­ρα­πε­ύ­σω αὐ­τόν. Καὶ ἀ­πο­κρι­θεὶς ὁ Ἑ­κα­τόν­ταρ­χος ἔ­φη· Κύριε, οὐκ εἰ­μὶ ἱ­κα­νὸς ἵ­να μου ὑ­πὸ τὴν στέ­γην εἰ­σέλ­θῃς· ἀλ­λὰ μό­νον εἰ­πὲ λό­γῳ, καὶ ἰ­α­θή­σε­ται ὁ παῖς μου. Καὶ γὰρ ἐ­γὼ ἄν­θρω­πός εἰ­μι ὑ­πὸ ἐ­ξουσί­αν, ἔ­χων ὑπ᾿ ἐ­μαυ­τὸν στρα­τι­ώ­τας, καὶ λέ­γω το­ύ­τῳ, πο­ρε­ύ­θη­τι, καὶ πο­ρε­ύ­ε­ται· καὶ ἄλ­λῳ, ἔρ­χου, καὶ ἔρ­χε­ται· καὶ τῷ δο­ύ­λῳ μου, πο­ί­η­σον τοῦ­το, καὶ ποι­εῖ. Ἀ­κο­ύ­σας δὲ ὁ ᾿Ι­η­σοῦς, ἐ­θα­ύ­μα­σε, καὶ εἶ­πε τοῖς ἀ­κο­λου­θοῦ­σιν· Ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν, οὐ­δὲ ἐν τῷ ᾿Ισ­ρα­ὴλ το­σα­ύ­την πί­στιν εὗ­ρον. Λέγω δὲ ὑ­μῖν, ὅ­τι πολ­λοὶ ἀ­πὸ ἀ­να­το­λῶν καὶ δυ­σμῶν ἥ­ξου­σι, καὶ ἀ­να­κλι­θή­σον­ται με­τὰ ᾿Α­βρα­ὰμ καὶ ᾿Ι­σα­ὰκ καὶ ᾿Ι­α­κὼβ ἐν τῇ βα­σι­λε­ί­ᾳ τῶν οὐ­ρα­νῶν· οἱ δὲ υἱ­οὶ τῆς βα­σι­λε­ί­ας ἐκ­βλη­θή­σον­ται εἰς τὸ σκό­τος τὸ ἐ­ξώ­τε­ρον· ἐ­κεῖ ἔ­σται ὁ κλαυθ­μὸς καὶ ὁ βρυγ­μὸς τῶν ὀ­δόντων. Καὶ εἶ­πεν ὁ ᾿Ι­η­σοῦς τῷ Ἑ­κα­τον­τάρ­χῳ· Ὕ­πα­γε, καὶ ὡς ἐ­πί­στευ­σας γε­νη­θή­τω σοι. Καὶ ἰ­ά­θη ὁ παῖς αὐ­τοῦ ἐν τῇ ὥ­ρᾳ ἐ­κε­ί­νῃ.                  
        (Ματθ. η΄[8] 5 - 13)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό μό­λις μπῆ­κε ὁ Ἰ­η­σοῦς στὴν Κα­περ­να­ούμ, ἦλ­θε κον­τὰ του ἕ­νας ἑ­κα­τόν­ταρ­χος, ὁ ὁ­ποῖ­ος τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε καὶ τοῦ ἔ­λε­γε: Κύ­ρι­ε, ὁ δοῦ­λος μου εἶ­ναι κα­τά­κοι­τος καὶ πα­ρά­λυ­τος στὸ σπί­τι καὶ βα­σα­νί­ζε­ται ἀ­πὸ τρο­με­ροὺς πό­νους. Ὁ Ἰ­η­σοῦς τό­τε τοῦ λέ­ει: Θὰ ἔλ­θω ἐ­γώ στὸ σπί­τι σου καὶ θὰ τὸν θε­ρα­πεύ­σω. Κι ὁ ἑ­κα­τόν­ταρ­χος τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε: Κύ­ρι­ε, δὲν εἶ­μαι ἄ­ξιος νὰ εἰ­σέλ­θεις κά­τω ἀ­πὸ τὴ στέ­γη τοῦ σπι­τιοῦ μου. Ἀλ­λά πὲς αὐ­τὸ πού θέ­λεις μό­νο μ' ἕ­ναν ἁ­πλό λό­γο, καὶ θὰ γι­α­τρευ­θεῖ ὁ δοῦ­λος μου. Δι­ό­τι κι ἐ­γώ ἄν­θρω­πος εἶ­μαι κά­τω ἀ­πὸ ἐ­ξου­σί­α καὶ παίρ­νω δι­α­τα­γὲς ἀ­πὸ ἀ­νω­τέ­ρους, ἀλ­λά κι ἔ­χω στὶς δι­α­τα­γές μου στρα­τι­ῶ­τες· καὶ λέ­ω σ' ἕ­να στρα­τι­ώ­τη: πή­γαι­νε· καὶ πη­γαί­νει. Καὶ σ' ἄλ­λον λέ­ω, ἔ­λα, κι ἔρ­χε­ται. Καὶ στὸ δοῦ­λο μου λέ­ω, κά­νε αὐ­τό, καὶ τὸ ἐ­κτε­λεῖ. Πό­σο μᾶλ­λον θὰ ἐ­κτε­λε­σθεῖ ὁ δι­κός σου λό­γος. Δι­ό­τι ἐ­σύ δὲν εἶ­σαι κά­τω ἀ­πὸ τὶς δι­α­τα­γὲς κα­νε­νός, ἀλ­λά ἔ­χεις ἐ­ξου­σί­α πά­νω σὲ ὅ­λες τὶς ἀ­ό­ρα­τες δυ­νά­μεις! Ὅ­ταν ὁ Ἰ­η­σοῦς ἄ­κου­σε τὰ λό­για του αὐ­τά, θαύ­μα­σε καὶ εἶ­πε σ' ἐ­κεί­νους πού τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν: Ἀ­λη­θι­νά σᾶς λέ­ω, τό­σο με­γά­λη πί­στη δὲν βρῆ­κα οὔ­τε ἀ­νά­με­σα στοὺς Ἰσ­ρα­η­λί­τες, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­ναι ὁ ἐ­κλε­κτὸς λα­ὸς τοῦ Θε­οῦ. Σᾶς δι­α­βε­βαι­ώ­νω λοι­πὸν ὅ­τι πολ­λοὶ σὰν τὸν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο θὰ ἔλ­θουν ἀ­πὸ ἀ­να­το­λὴ καὶ δύ­ση, ἀ­π' ὅ­λα τὰ μέ­ρη τοῦ κό­σμου, καὶ θὰ κα­θί­σουν μα­ζὶ μὲ τὸν Ἀ­βρα­άμ, τὸν Ἰ­σα­ὰκ καὶ τὸν Ἰ­α­κὼβ στὸ εὐ­φρό­συ­νο δεῖ­πνο τῆς βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν. Ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νοι πού κα­τά­γον­ται ἀ­πὸ τὸν Ἀ­βρα­ὰμ καὶ σύμ­φω­να μὲ τὶς ἐ­παγ­γε­λί­ες καὶ ὑ­πο­σχέ­σεις τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι κλη­ρο­νό­μοι τῆς βα­σι­λεί­ας, θὰ ρι­χθοῦν ἔ­ξω ἀ­π' αὐ­τήν, στὸ σκο­τά­δι πού εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­κεῖ θὰ κλαῖ­νε καὶ θὰ τρί­ζουν τὰ δόν­τια τους. Καὶ εἶ­πε ὁ Ἰ­η­σοῦς στὸν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο: Πή­γαι­νε στό σπί­τι σου κι ἂς γί­νει σὲ σέ­να ὅ­πως τὸ πί­στε­ψες (ὅ­τι δη­λα­δὴ μό­νο μὲ τὸ λό­γο μου καὶ ἀ­πὸ μα­κριὰ μπο­ρῶ νὰ θε­ρα­πεύ­σω τὸ δοῦ­λο σου). Καὶ πράγ­μα­τι ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ θε­ρα­πεύ­θη­κε ὁ δοῦ­λος του.


Πέμπτη 2 Ιουλίου 2020

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΟΥΛΙOY

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

        ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΟΥΛΙOY


  

5 ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ Δ' Μ­Α­Τ­Θ­Α­Ι­ΟΥ Ἀ­πό­στ. (Γαλ. ε΄[5] 22 – Ϛ΄[6] 2), Εὐ­αγγ. (Ματθ. η'[8] 5 - 13), Ἀ­θα­να­σί­ου τοῦ ἐν Ἄ­θῳ, Λαμ­πα­δοῦ Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως.

7 ΤΡΙΤΗ Κυ­ρια­κῆς Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος, Θω­μᾶ τοῦ ἐν Μα­λε­ῷ ὁ­σί­ου
12 Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Ε' Μ­Α­Τ­Θ­Α­Ι­ΟΥ. (Ἀ­πό­στ. Ρωμ. ι΄ [10] 1 – 10), Εὐ­αγγ.  Ματθ. η΄[8] 28 – θ΄ [9] 1) Πρό­κλου κ­αί Ἱ­λα­ρί­ου Μαρ­τύ­ρων, Βε­ρο­νί­κης αἱ­μορ­ρο­ού­σης, Μι­χα­ήλ τ­οῦ Μα­λε­ΐ­νου ὁ­σί­ου, Πα­ϊ­σί­ου τ­οῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του ὁ­σ.
17 Π­Α­Ρ­Α­Σ­Κ­Ε­ΥΗ Μα­ρί­νης Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος
19 Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Τ­ῶν Ἁ­γί­ων 630 Θε­ο­φό­ρων Πα­τέ­ρων τ­ῆς ἐν Χαλ­κη­δό­νι Δ΄ Ο­ἰκ. Συ­
νό­δου (451). (Ἀ­πό­στ. Τίτ. γ΄[3] 8-15, Εὐ­αγγ.  Ματθ. ε΄[5] 14-19), Μα­κρί­νης ἀ­δελ­φῆς τοῦ Με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου, Δί­ου ὁ­σί­ου
25  ΣΑΒΒΑΤΟΝ Κοί­μη­σις τ­ῆς Ἁ­γί­ας Ἄν­νης μη­τρός τ­ῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου. Τ­ῶν Ἁ­γί­ων 165 Πα­τέ­ρων τ­ῶν ἐν τῇ Ε΄ Ο­ἰκ. Σ­υν. συ­νελ­θόν­των, Ὀ­λυμ­πιά­δος δια­κόν.­, Εὐ­πρα­ξί­ας ὁ­σί­ας
26 Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ  Ζ' Μ­Α­Τ­Θ­Α­Ι­ΟΥ (Ἀ­πό­στ.  Γαλ. γ΄[3] 23 – δ΄[4] 5, Εὐ­αγγ.  Ματθ. θ΄[9] 27- 35), Πα­ρα­σκευ­ῆς Ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρος, Ἑρ­μο­λά­ου ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος κ­αί τ­ῶν σ­ύν αὐ­τῷ Ἑρ­μίπ­που κ­αί Ἑρ­μο­κρά­τους
27 ΔΕΥΤΕΡΑ Παν­τε­λε­ή­μο­νος Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος τοῦ Ἰ­α­μα­τι­κοῦ
28 ΤΡΙΤΗ Εἰ­ρή­νης Ὁ­σί­ας τ­ῆς Χρυ­σο­βα­λάν­του

ΩΡΑΡΙΟ
 Ε­ΣΠΕ­ΡΙ­ΝΟΣ: 6.00 Μ.Μ.
ΟΡ­ΘΡΟΣ: 6.30 Π.Μ. 

Σάββατο 27 Ιουνίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ


ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(28 ΙΟΥΝΙΟΥ 2020)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, δι­και­ω­θέν­τες κ πί­στε­ως εἰ­ρή­νην ἔ­χο­μεν πρς τν Θε­ὸν δι­ὰ το Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, δι' ο κα τν προ­σα­γω­γὴν ἐ­σχή­κα­μεν τ πί­στει ες τν χά­ριν τα­ύ­την ν ἑ­στή­κα­μεν, κα καυ­χώ­με­θα ἐ­π' ἐλ­πί­δι τς δό­ξης το Θε­οῦ. ο μό­νον δ, ἀλ­λὰ κα καυ­χώ­με­θα ν τας θλί­ψε­σιν, εἰ­δό­τες ὅ­τι ἡ θλῖ­ψις ὑ­πο­μο­νὴν κα­τερ­γά­ζε­ται, δ ὑ­πο­μο­νὴ δο­κι­μήν, δ δο­κι­μὴ ἐλ­πί­δα, δ ἐλ­πὶς ο κα­ται­σχύ­νει, ὅ­τι ἡ ἀ­γά­πη το Θε­οῦ ἐκ­κέ­χυ­ται ἐν τας καρ­δί­αις ἡ­μῶν δι­ὰ Πνε­ύ­μα­τος ἁ­γί­ου το δο­θέν­τος ἡ­μῖν. ἔ­τι γρ Χρι­στὸς ὄν­των ἡ­μῶν ἀ­σθε­νῶν κα­τὰ και­ρὸν ὑ­πὲρ ἀ­σε­βῶν ἀ­πέ­θα­νε. μό­λις γρ ὑ­πὲρ δι­κα­ί­ου τις ἀ­πο­θα­νεῖ­ται· ὑ­πὲρ γρ το ἀ­γα­θοῦ τά­χα τις κα τολ­μᾷ ἀ­πο­θα­νεῖν. συ­νί­στη­σι δ τν ἑ­αυ­τοῦ ἀ­γά­πην ες ἡ­μᾶς ὁ Θε­ὸς, ὅ­τι ἔ­τι ἁ­μαρ­τω­λῶν ὄν­των ἡ­μῶν Χρι­στὸς ὑ­πὲρ ἡ­μῶν ἀ­πέ­θα­νε. πολ­λῷ ον μᾶλ­λον δι­και­ω­θέν­τες νν ν τ αἵ­μα­τι αὐ­τοῦ σω­θη­σό­με­θα δι' αὐ­τοῦ ἀ­πὸ τς ὀρ­γῆς. ε γρ ἐ­χθροὶ ὄν­τες κα­τηλ­λά­γη­μεν τ Θε­ῷ δι­ὰ το θα­νά­του το υἱ­οῦ αὐ­τοῦ, πολ­λῷ μᾶλ­λον κα­ταλ­λα­γέν­τες σω­θη­σό­με­θα ν τ ζω­ῇ αὐ­τοῦ. 
                                         (Ρωμ. ε΄[5] 1 – 10)

ΠΙΣΤΟΙ Σ᾿ ΕΚΕΙΝΟΝ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΓΑΠΑ
1. Εἴ­μα­στε πι­στοὶ Χρι­στια­νοί;
   Στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἂν εἴ­μα­στε πι­στοὶ Χρι­στια­νοί, πο­λὺ εὔ­κο­λα θὰ ἀ­παν­τού­σα­με θε­τι­κά. Ὡ­στό­σο ἂς μὴ βι­α­στοῦ­με νὰ δώ­σου­με ἀ­πάν­τη­ση. Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μᾶς κα­λεῖ μέ­σα ἀ­πὸ τὴ ση­με­ρι­νὴ ἀ­πο­στο­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ νὰ δο­κι­μά­σου­με τὴν πί­στη μας καὶ νὰ τὴ δοῦ­με μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο ἀ­πὸ ὅ,τι τὴ βλέ­πουν οἱ πολ­λοί. Δι­ό­τι ἡ πί­στη δὲν εἶ­ναι κά­ποι­α θε­ω­ρη­τι­κὴ πα­ρα­δο­χή, οὔ­τε ἡ τυ­πι­κὴ τή­ρη­ση κά­ποι­ων κα­θη­κόν­των, ἀλ­λὰ ἀ­πό­λυ­τη ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸν πα­νά­γα­θο Θε­ό, ποὺ κά­νει τὰ πάν­τα γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α μας.
   Ἂς δοῦ­με ὅ­μως τί μᾶς λέ­γει ὁ ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος:
   Ἐ­μεῖς οἱ Χρι­στια­νοί, ποὺ δι­και­ω­θή­κα­με ἀ­πό τήν πί­στη, ἔ­χου­με εἰ­ρή­νη μὲ τὸν Θε­ὸ διὰ μέ­σου τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ὁ Ὁ­ποῖ­ος μὲ τὴν πί­στη μας πρὸς Αὐ­τὸν μᾶς ἔ­χει ἤ­δη φέ­ρει στὴν κα­τά­στα­ση αὐ­τὴ τῆς χά­ρι­τος, στὴν ὁ­ποί­α στε­κό­μα­στε στε­ρε­ά. Καὶ ὄ­χι μό­νο ἔ­χου­με εἰ­ρή­νη, ἀλ­λὰ καὶ καυ­χό­μα­στε ἐλ­πί­ζον­τας ὅ­τι θὰ ἀ­πο­λαύ­σου­με τὴ δό­ξα τοῦ Θε­οῦ. 
Καὶ δὲν καυ­χό­μα­στε μό­νο γιὰ τὴ δό­ξα ποὺ ἐλ­πί­ζου­με, ἀλ­λὰ καυ­χό­μα­στε καὶ γιὰ τὶς θλί­ψεις μας· δι­ό­τι γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι «ἡ θλῖ­ψις ὑ­πο­μο­νὴν κα­τερ­γά­ζε­ται»· ἡ θλί­ψη ἀ­σκεῖ σὲ ὑ­πο­μο­νή, ἡ ὑ­πο­μο­νὴ πα­ρά­γει ἀ­ρε­τὴ δο­κι­μα­σμέ­νη, καὶ ἡ δο­κι­μα­σμέ­νη ἀ­ρε­τὴ πα­ρά­γει τὴν ἐλ­πί­δα στὸ Θε­ό.
   Καὶ ἡ ἐλ­πί­δα αὐ­τὴ δὲν ντρο­πιά­ζει καὶ δὲν δι­α­ψεύ­δει αὐ­τὸν ποὺ τὴν ἔ­χει, δι­ό­τι ἡ ἀ­γά­πη ποὺ ἔ­δει­ξε σὲ μᾶς ὁ Θε­ός, στὸν Ὁ­ποῖ­ο ἐλ­πί­ζου­με, ἐκ­χύ­θη­κε καὶ πλημ­μύ­ρι­σε τὶς καρ­δι­ές μας μὲ τὸ Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, ποὺ μᾶς δό­θη­κε ὡς ἀρ­ρα­βώ­νας τῆς ἐλ­πί­δας μας. 
   Ἡ πί­στη μας λοι­πὸν καὶ ἡ ἐλ­πί­δα γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α μας βα­σί­ζον­ται στὸν Κύ­ριο Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Αὐ­τὸς ἀ­νέ­λα­βε νὰ μᾶς συμ­φι­λι­ώ­σει μὲ τὸν Θε­ὸ Πα­τέ­ρα, θυ­σι­ά­στη­κε γιὰ μᾶς καὶ μᾶς ἐ­ξα­σφά­λι­σε τὴ σω­τη­ρί­α καὶ τὴν αἰ­ώ­νια δό­ξα. 
   Αὐ­τὴ ἡ θε­ϊ­κὴ δό­ξα εἶ­ναι ἡ ἐλ­πί­δα καὶ τὸ καύ­χη­μά μας. Ὡ­στό­σο ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος προ­σθέ­τει κι ἕ­ναν ἀ­κό­μη λό­γο γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὀ­φεί­λου­με νὰ καυ­χό­μα­στε, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­κού­γε­ται ὅ­μως πο­λὺ πα­ρά­δο­ξος: «καυ­χώ­με­θα ἐν ταῖς θλί­ψε­σιν», γρά­φει. Εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ καυ­χό­μα­στε γιὰ τὶς θλί­ψεις καὶ τὶς δο­κι­μα­σί­ες ποὺ ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με; 
   Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς φα­νε­ρώ­νει τὴ γνη­σι­ό­τη­τα τῆς πί­στε­ώς μας. Ὁ πι­στὸς Χρι­στια­νὸς γνω­ρί­ζει ὅ­τι στὴ ζω­ὴ θὰ συ­ναν­τή­σει δυ­σκο­λί­ες καὶ ἐμ­πό­δια. Καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει μὲ τὴ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι τὰ ἐ­πι­τρέ­πει ὁ Θε­ὸς γιὰ τὸ κα­λό του. Γιὰ νὰ κα­ταρ­τι­στεῖ καὶ νὰ καλ­λι­ερ­γή­σει ἀ­ρε­τὲς ὅ­πως ἡ ὑ­πο­μο­νὴ καὶ ἡ ἐλ­πί­δα. Γιὰ νὰ ἀ­γα­πή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸν Κύ­ριο, κα­θὼς Τὸν νι­ώ­θει στὶς δύ­σκο­λες ὧ­ρες νὰ τὸν στη­ρί­ζει καὶ νὰ τὸν ἐ­νι­σχύ­ει. Ὁ συ­νει­δη­τὸς Χρι­στια­νὸς ἐμ­πι­στεύ­ε­ται πλή­ρως τὸν Θε­ό, δι­ό­τι εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως βέ­βαι­ος ὅ­τι ὁ Θε­ὸς τὸν ἀ­γα­πᾶ. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται πε­ρί­τρα­να μέ­σα ἀ­πὸ τὸ σω­τη­ρι­ῶ­δες ἔρ­γο τῆς θεί­ας οἰ­κο­νο­μί­ας, ὅ­πως το­νί­ζει καὶ ὁ θε­ό­πνευ­στος Ἀ­πό­στο­λος στὴ συ­νέ­χεια:
2. Ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ
   Εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στη καὶ μο­να­δι­κὴ ἡ ἀ­γά­πη ποὺ μᾶς ἔ­δει­ξε ὁ Θε­ός. Δι­ό­τι, ὅ­ταν ἐ­μεῖς ἤ­μα­σταν ἀ­κό­μη ἀ­σθε­νεῖς πνευ­μα­τι­κὰ καὶ δὲν μπο­ρού­σα­με νὰ ἐρ­γα­σθοῦ­με τὸ κα­λό, ὁ Χρι­στὸς στὸν κα­τάλ­λη­λο χρό­νο ποὺ εἶ­χε ὁ­ρί­σει ὁ Θε­ός, πέ­θα­νε γιὰ νὰ σώ­σει ἀν­θρώ­πους ἀ­σε­βεῖς. 
   Κι αὐ­τὸ ἀ­πο­δει­κνύ­ει πράγ­μα­τι τὴ με­γά­λη ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ· δι­ό­τι μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας θὰ βρε­θεῖ ἄν­θρω­πος νὰ πε­θά­νει γιὰ κά­ποι­ον δί­και­ο. Δι­ό­τι γιὰ ἕ­ναν κα­λὸ ἄν­θρω­πο ἴ­σως νὰ εἶ­χε κα­νεὶς τὴν τόλ­μη νὰ πε­θά­νει. 
   Ὁ Θε­ὸς ὅ­μως δεί­χνει πε­ρί­τρα­να τὴν ἄ­πει­ρη ἀ­γά­πη Του γιὰ μᾶς, δι­ό­τι «ἔ­τι ἁ­μαρ­τω­λῶν ὄν­των ἡ­μῶν Χρι­στὸς ὑ­πὲρ ἡ­μῶν ἀ­πέ­θα­νε». Ὁ Χρι­στὸς πέ­θα­νε γιὰ χά­ρη μας, ὅ­ταν ἐ­μεῖς ἤ­μα­σταν ἀ­κό­μη γε­μά­τοι ἁ­μαρ­τί­ες. 
   Πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο λοι­πὸν τώ­ρα ποὺ δι­και­ω­θή­κα­με μὲ τὸ Αἷ­μα καὶ τὴ θυ­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ, θὰ σω­θοῦ­με μέ­σῳ Αὐ­τοῦ ἀ­πὸ τὴ μέλ­λου­σα ὀρ­γή. 
   Δι­ό­τι, ἐ­ὰν συμ­φι­λι­ω­θή­κα­με μὲ τὸν Θε­ὸ μὲ τὸν θά­να­το τοῦ Υἱ­οῦ Του ὅ­ταν ἤ­μα­σταν ἐ­χθροί, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο τώ­ρα ποὺ συμ­φι­λι­ω­θή­κα­με, θὰ σω­θοῦ­με διὰ μέ­σου τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ Ὁ­ποῖ­ος δὲν ὑ­πάρ­χει πλέ­ον ἀ­νάγ­κη νὰ πε­θά­νει, ἀλ­λὰ ζεῖ ἔν­δο­ξος στοὺς οὐ­ρα­νοὺς ὡς με­σί­της δι­κός μας. 
   Τί με­γα­λεῖ­ο ἀ­γά­πης! Ὁ Χρι­στὸς πέ­θα­νε γιὰ χά­ρη μας τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἐ­μεῖς ἤ­μα­σταν ἁ­μαρ­τω­λοί, ἀ­σε­βεῖς, βλά­σφη­μοι, προ­δό­τες! Ἤ­μα­σταν ἐ­χθροί Του, κι Ἐ­κεῖ­νος ὄ­χι μό­νο μᾶς συγ­χω­ρεῖ, ἀλ­λὰ καὶ θυ­σι­ά­ζε­ται γιὰ μᾶς! Τί πα­ρά­φο­ρη ἀ­γά­πη! Κα­τα­δι­κά­ζε­ται ὁ Ἀ­θῶ­ος γιὰ νὰ ἀ­παλ­λά­ξει ἐ­μᾶς τοὺς ἐ­νό­χους ἀ­πὸ τὴν αἰ­ώ­νια κα­τα­δί­κη. Πα­ρα­δί­δε­ται στὸν θά­να­το ἡ πη­γὴ τῆς Ζω­ῆς γιὰ νὰ ἐ­λευ­θε­ρώ­σει τοὺς νε­κροὺς ἀ­πὸ τὰ δε­σμὰ τοῦ θα­νά­του. Γιὰ νὰ μᾶς χα­ρί­σει τὴν αἰ­ώ­νια Ζω­ή! 
   Ποι­ὸς μπο­ρεῖ νὰ μεί­νει ἀ­συγ­κί­νη­τος ἐμ­πρὸς σ᾿ αὐ­τὸ τὸ πρω­το­φα­νὲς καὶ ἀ­σύλ­λη­πτο με­γα­λεῖ­ο τῆς θε­ϊ­κῆς ἀ­γά­πης! 
   Τί ἄλ­λο ἀ­πο­μέ­νει γιὰ ἐ­μᾶς πα­ρὰ νὰ ἀ­γα­πή­σου­με ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ τὸν Κύ­ριο; Νὰ Τὸν ἀ­γα­ποῦ­με ὁ­λό­ψυ­χα ὡς ἀν­τα­πό­κρι­ση στὴ δι­κή Του ἀ­γά­πη. Νὰ Τὸν ἐμ­πι­στευ­θοῦ­με ἀ­πό­λυ­τα ἔ­χον­τας τὴ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι μό­νο κον­τά Του θὰ βροῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, τὴ δό­ξα, τὴ χα­ρά, τὴν εὐ­τυ­χί­α. Αὐ­τὸς καὶ μό­νο μπο­ρεῖ νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σει κά­θε βα­θύ­τα­το πό­θο καὶ ἐ­πι­θυ­μί­α μας.
 (Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

 ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ Κύριος. λύ­χνος το σώ­μα­τός ἐ­στιν ὁ ὀ­φθαλ­μός. ἐ­ὰν ον ὀ­φθαλ­μός σου ἁ­πλοῦς ᾖ, ὅ­λον τ σῶ­μά σου φω­τει­νὸν ἔ­σται· ἐ­ὰν δ ὀ­φθαλ­μός σου πο­νη­ρὸς , ὅ­λον τ σῶ­μά σου σκο­τει­νὸν ἔ­σται. ε ον τ φς τ ν σο σκό­τος ἐ­στί, τ σκό­τος πό­σον; Οὐ­δεὶς δύ­να­ται δυ­σὶ κυ­ρί­οις δου­λε­ύ­ειν· γρ τν ἕ­να μι­σή­σει κα τν ἕ­τε­ρον ἀ­γα­πή­σει, ἑ­νὸς ἀν­θέ­ξε­ται κα το ἑ­τέ­ρου κα­τα­φρο­νή­σει· ο δύ­να­σθε Θε­ῷ δου­λε­ύ­ειν κα μα­μω­νᾷ. Δι­ὰ τοῦ­το λέ­γω ὑ­μῖν, μ με­ρι­μνᾶ­τε τ ψυ­χῇ ὑ­μῶν τ φά­γη­τε κα τ πί­η­τε, μη­δὲ τ σώ­μα­τι ὑ­μῶν τ ἐν­δύ­ση­σθε· οὐ­χὶ ψυ­χὴ πλεῖ­όν ἐ­στιν τς τρο­φῆς κα τ σῶ­μα το ἐν­δύ­μα­τος; ἐμ­βλέ­ψα­τε ες τ πε­τει­νὰ το οὐ­ρα­νοῦ, ὅ­τι ο σπε­ί­ρου­σιν οὐ­δὲ θε­ρί­ζου­σιν οὐ­δὲ συ­νά­γου­σιν ες ἀ­πο­θή­κας, κα πα­τὴρ ὑ­μῶν ὁ οὐ­ρά­νι­ος τρέ­φει αὐ­τά· οχ ὑ­μεῖς μᾶλ­λον δι­α­φέ­ρε­τε αὐ­τῶν; τς δ ξ ὑ­μῶν με­ρι­μνῶν δύ­να­ται προ­σθεῖ­ναι ἐ­πὶ τν ἡ­λι­κί­αν αὐ­τοῦ πῆ­χυν ἕ­να; κα πε­ρὶ ἐν­δύ­μα­τος τ με­ρι­μνᾶ­τε; κα­τα­μά­θε­τε τ κρί­να το ἀ­γροῦ πς αὐ­ξά­νει· ο κο­πι­ᾷ οὐ­δὲ νή­θει· λέ­γω δ ὑ­μῖν ὅ­τι οὐ­δὲ Σο­λο­μὼν ν πά­σῃ τ δό­ξῃ αὐ­τοῦ πε­ρι­ε­βά­λε­το ς ν το­ύ­των. Ε δ τν χόρ­τον το ἀ­γροῦ, σή­με­ρον ὄν­τα κα αὔ­ρι­ον ες κλί­βα­νον βαλ­λό­με­νον, Θε­ὸς οὕ­τως ἀμ­φι­έν­νυ­σιν, ο πολ­λῷ μᾶλ­λον ὑ­μᾶς, ὀ­λι­γό­πι­στοι; μ ον με­ρι­μνή­ση­τε λέ­γον­τες, τ φά­γω­μεν τ πί­ω­μεν τ πε­ρι­βα­λώ­με­θα; πάν­τα γρ ταῦ­τα τ ἔ­θνη ἐ­πι­ζη­τεῖ· οἶ­δε γρ πα­τὴρ ὑ­μῶν ὁ οὐ­ρά­νι­ος ὅ­τι χρῄ­ζε­τε το­ύ­των ἁ­πάν­των. ζη­τεῖ­τε δ πρῶ­τον τν βα­σι­λε­ί­αν το Θε­οῦ κα τν δι­και­ο­σύ­νην αὐ­τοῦ, κα ταῦ­τα πάν­τα προ­στε­θή­σε­ται ὑ­μῖν.         
   (Ματθ.στ΄[6] 22 – 33)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
          Εἶπεν ὁ Κύριος. Τὸ λυχνάρι ποὺ δίνει φῶς στὸ σῶμα εἶναι τὸ μάτι· καὶ τὸ λυχνάρι ποὺ φωτίζει τὴν ψυχὴ εἶναι ὁ νοῦς. Ἐὰν λοιπὸν τὸ μάτι σου εἶναι ὑγιές, ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι γεμάτο φῶς, σὰν νὰ ἦταν ὁλόκληρο τὸ σῶμα σου μάτι. Ἔτσι θὰ φωτίζεται καὶ ἡ ψυχή σου, ἐὰν ὁ νοῦς σου καὶ ἡ καρδιά σου δὲν ἔχουν τυφλωθεῖ ἀπ' τὴ φιλαργυρία καὶ τὴν προσκόλληση στὰ μάταια. Ἐὰν ὅμως τὸ μάτι σου εἶναι βλαμμένο καὶ τυφλωμένο, ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι βυθισμένο στὸ σκοτάδι. Ἐὰν λοιπὸν ἐκεῖνο ποὺ σοῦ δόθηκε γιὰ νὰ σοῦ μεταδίδει φῶς γίνει σκοτάδι, σὲ πόσο σκοτάδι θὰ βυθισθεῖς; Κάτι ἀνάλογο θὰ συμβεῖ, ἐὰν καὶ ὁ νοῦς σκοτισθεῖ ἀπὸ τὴν προσκόλληση στὸν πλοῦτο. Σὲ πόσο ἠθικὸ σκοτάδι θὰ βυθισθεῖ τότε ἡ ψυχή σου! Μὴν ἀπατᾶτε τὸν ἑαυτό σας μὲ τὴν ἰδέα ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ θησαυρίζει κανεὶς καὶ στὴ γῆ καὶ ταυτόχρονα νὰ εἶναι προσκολλημένος καὶ στὸ Θεό. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι συγχρόνως δοῦλος σὲ δύο κυρίους. Διότι ἢ θὰ μισήσει τὸν ἕνα καὶ θὰ ἀγαπήσει τὸν ἄλλο, ἢ θὰ προσκολληθεῖ στὸν ἕνα καὶ θὰ περιφρονήσει τὸν ἄλλο. Δὲν μπορεῖτε νὰ εἶστε συγχρόνως δοῦλοι καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ μαμωνᾶ, δηλαδὴ τοῦ πλούτου. Ἢ θὰ μισήσετε τὸν πλοῦτο γιὰ νὰ ἀγαπήσετε τὸν Θεό, ἢ θὰ προσκολληθεῖτε στὸν πλοῦτο καὶ θὰ περιφρονήσετε τότε τὸν Θεό.
Ἡ καρδιά σας λοιπὸν πρέπει νὰ ἀνήκει ἀποκλειστικὰ στὸν Θεό. Γι᾿ αὐτὸ σᾶς λέω, κόψτε τὴ ρίζα τῆς πλεονεξίας· καὶ μὴ φροντίζετε μὲ ἀγωνία καὶ στενοχώρια γιὰ τὴ ζωή σας τί θὰ φᾶτε καὶ τί θὰ πιεῖτε, οὔτε γιὰ τὸ σῶμα σας τί ἔνδυμα θὰ φορέσετε. Δὲν ἀξίζει ἡ ζωὴ περισσότερο ἀπὸ τὴν τροφή, καὶ τὸ σῶμα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ ἔνδυμα; Ὁ Θεὸς λοιπὸν ποὺ σᾶς ἔδωσε αὐτὰ τὰ ἀνώτερα, θὰ σᾶς δώσει καὶ τὰ κατώτερα, τὴν τροφὴ δηλαδὴ καὶ τὸ ἔνδυμα. Κοιτάξτε τὰ πουλιὰ ποὺ πετοῦν στὸν ἀέρα καὶ δεῖτε ὅτι αὐτὰ δὲν σπέρνουν οὔτε θερίζουν οὔτε μαζεύουν τροφὲς σὲ ἀποθῆκες γιὰ τὸ χειμώνα ἢ τὸν καιρὸ τῆς στερήσεως. Κι ὅμως ὁ ἐπουράνιος Πατέρας σας τὰ τρέφει. Ἐσεῖς δὲν ἀξίζετε πολὺ περισσότερο ἀπὸ αὐτά; Καὶ γιὰ νὰ καταλάβετε πόσο ἀνόητη καὶ ἀνίσχυρη εἶναι αὐτή σας ἡ μέριμνα, σᾶς ρωτῶ: Ποιὸς ἀπὸ σᾶς, ὁσοδήποτε κι ἂν φροντίσει, μπορεῖ νὰ προσθέσει στὸ ἀνάστημά του ἕναν πήχη; Κανένας. Τί κατορθώνετε λοιπὸν μὲ τὴ μέριμνά σας; Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἔνδυμα γιατί κυριεύεσθε ἀπὸ ἀνήσυχη καὶ ἀγωνιώδη φροντίδα; Παρατηρῆστε τὰ ἀγριολούλουδα, ποὺ φυτρώνουν μόνα τους στὸν ἀγρό, μὲ ποιὸ τρόπο αὐξάνουν. Δὲν κοπιάζουν οὔτε γνέθουν· κι ὅμως σᾶς λέω ὅτι οὔτε ὁ σοφὸς σὲ ἐπινοήσεις Σολομών, μὲ ὅλη τὴν ξακουσμένη βασιλική του μεγαλοπρέπεια καὶ τὴ λαμπρὴ καὶ ἔνδοξη περιβολὴ καὶ ἐμφάνισή του, δὲν ντύθηκε μὲ ἔνδυμα τόσο ὡραῖο καὶ θαυμάσιο, ὅπως περιβάλλεται ἕνα ἀπὸ τὰ ἀγριολούλουδα αὐτά. Κι ἂν ὁ Θεὸς ντύνει μὲ τόση μεγαλοπρέπεια τὰ ἀγριόχορτα, ποὺ φυτρώνουν μόνα τους στὸν ἀγρὸ καὶ δὲν ἔχουν προορισμὸ νὰ ζήσουν αἰώνια, ὅπως ἐσεῖς, ἀλλὰ σήμερα ὑπάρχουν καὶ αὔριο ρίχνονται στὸ φοῦρνο ὡς καύσιμη ὕλη, δὲν θὰ φροντίσει πολὺ περισσότερο γιὰ σᾶς καὶ δὲν θὰ σᾶς δώσει ἔνδυμα, ὀλιγόπιστοι; Μὴν καταληφθεῖτε λοιπὸν ποτὲ ἀπὸ ἀγωνιώδη φροντίδα λέγοντας: τί θὰ φᾶμε, ἢ τί θὰ πιοῦμε, ἢ μὲ ποιὸ ἔνδυμα θὰ ντυθοῦμε; Διότι οἱ ἐθνικοὶ καὶ εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦν ἐντελῶς τὰ οὐράνια ἀγαθὰ ποὺ ἔχουν ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀξία, ζητοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ μάταια καὶ φθαρτὰ ὡς τὰ μόνα σοβαρὰ καὶ ἀπαραίτητα. Ἐσεῖς ὅμως μὴν ἀνησυχεῖτε γι' αὐτά, διότι ὁ οὐράνιος Πατέρας σας γνωρίζει ὄτι ἔχετε ἀνάγκη ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ καὶ συνεπῶς θὰ σᾶς τὰ δώσει. Νὰ ζητᾶτε πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν ποὺ ὁ Θεὸς σᾶς ζητᾶ ὡς ὅρο γιὰ νὰ σᾶς χαρίσει τὰ ἀγαθὰ αὐτά. Καὶ τότε ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπίγεια θὰ σᾶς δοθοῦν μαζὶ μ' ἐκεῖνα.