Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2021

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ (1950-2021)

 Συμπληρώνονται σήμερα 40 μέρες ἀπὸ τὴν ἐν Κυρίῳ κοίμησιν τοῦ λίαν Σεβαστοῦ καὶ Ἀγαπητοῦ μας π. Γρηγορίου Μουσουρούλη. Το Τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνό του τελέστηκε σήμερα τὸ πρωὶ στὴν Λεμεσὸ στὸν Ἱερό Ναό τῶν Ἁγίων Ἀνδρονίκου καὶ Ἀθανασίας.

Ἐμεῖς ἐδῶ στὴν Πάφο τιμοῦμε τὴν μνήμη του μὲ ἕνα ἄρθρο ἀγάπης ποὺ ἔγραψε ὁ Ἀγαπητός ἀδελφὸς ἐν Χριστῷ Ἀντώνης Πιλλάς μὲ τὴν γλαφυρή του γραφίδα τοῦ ποιητοῦ. Ἀπ᾿ ὅτι μοῦ εἶπε τὸ δημοσίευσε καὶ στὸν ἡμερίσιο τύπο.
Ἐμεῖς τί νὰ ποῦμε; Τοῦ ἀειμνήστου Ἀρχιμανδρίτου Γρηγορίου Μουσουρούλη, άδελφοῦ καὶ συλλετουργοὺ ἡμῶν γενομένου ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ.

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ (1950-2021)



Ἀ­πὸ τὸ μι­κρὸ χω­ριὸ τοῦ μυ­ρο­βό­λου νη­σιοῦ τῆς Χί­ου τὸν Δαφ­νώ­να, ὅ­που γεν­νή­θη­κε, ὁ νε­α­ρὸς Γρη­γό­ριος, παι­δὶ φτω­χῆς ἀ­γρο­τι­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας κα­τέ­βαι­νε σχε­δὸν κά­θε μέ­ρα ὄρ­θρου βα­θέ­ος με το γαϊ­δου­ρά­κι του φορ­τω­μέ­νο μὲ τὰ κη­πευ­τι­κὰ καὶ ἄλ­λα χορ­τα­ρι­κὰ τοῦ κή­που τῆς φα­μί­λιας στὴν λα­χα­να­γο­ρὰ τῆς μι­κρῆς πο­λι­τεί­ας. Εὐ­λο­γη­μέ­νη ὑ­πα­κο­ὴ καὶ μό­χθος γιὰ νὰ βγαί­νουν τὰ ἔ­ξο­δα τοῦ σπι­τιοῦ.

Εὐ­στα­λής, ψη­λό­κορ­μος, σκλη­ρα­γω­γη­μέ­νος καὶ πάν­τα κα­τα­δε­κτι­κὸς γιὰ ὅ­λους. Μὲ κα­λο­συ­νά­το χα­μό­γε­λο κα­λη­μέ­ρι­ζε ὅ­ποι­ον συ­ναν­τοῦ­σε στὸν δρό­μο, γέ­ρον­τες καὶ γε­ρόν­τισ­σες στὰ κα­τώ­φλια τους, ἔ­ξω ἀπ᾿ τὶς ἀ­νοι­χτὲς θύ­ρες, καὶ παι­δά­κια ἀ­νέ­με­λα, σκορ­πι­σμέ­να στὰ καν­τού­νια καὶ στὰ καλ­ντε­ρί­μια.

Εἶ­χε ὁ Γρη­γό­ριος πό­θο κρυ­φὸ καὶ ἔ­φε­ση γιὰ τὰ γράμ­μα­τα καὶ κά­θε νύ­χτα κά­τω ἀπ᾿ τὸ φῶς τοῦ λυ­χνα­ριοῦ με­λε­τοῦ­σε μὲ προ­σο­χὴ καὶ κα­ταρ­τι­ζό­ταν σὰν κα­λὸς μα­θη­τὴς μὲ ὄ­νει­ρο κρυ­φὸ νὰ συ­νε­χί­σει τὶς σπου­δές του σὲ με­γα­λύ­τε­ρα θρα­νί­α. Ἔ­τσι, μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ, σὰν τε­λεί­ω­σε τὸ Γυ­μνά­σιο γρά­φτη­κε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης στὸ τμῆ­μα τῆς Φι­λο­λο­γί­ας.  

Μα­ζὶ μὲ τὴν ἀ­γά­πη του γιὰ τὰ γράμ­μα­τα ἔ­λα­βε ὁ Γρη­γό­ριος καὶ κα­λὴ πα­ρα­κα­τα­θή­κη ἀ­πὸ τοὺς τα­πει­νοὺς καὶ πι­στοὺς γο­νιούς του ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σαν καὶ βί­ω­ναν – ὅ­πως γνω­ρί­ζουν οἱ τα­πει­νοὶ καὶ ἁ­πλοὶ ἄν­θρω­ποι τοῦ λα­οῦ – τὴν ἀ­θά­να­τη, θεί­α δι­δα­σκα­λί­α καὶ ζω­ὴ τοῦ Χρι­στοῦ μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἐγ­κάρ­δια συμ­με­το­χή τους στὴν λει­τουρ­γι­κὴ ζω­ὴ καὶ τὰ μυ­στή­ρια τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἔ­τσι μα­ζὶ μὲ τὸ πτυ­χί­ο τοῦ φι­λο­λό­γου σὰν προ­θά­λα­μο, προ­χώ­ρη­σε στὴν πιὸ με­γά­λη ἀ­γά­πη του τὴ Θε­ο­λο­γί­α.

Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε τὸ στρα­τι­ω­τι­κό του ἔ­φτα­σε στῆς Ἀ­θή­νας τὸ πο­λύ­βου­ο καὶ ἄ­ξε­νον ἄ­στυ ὅ­που βρῆ­κε κα­τα­φύ­γιο καὶ ζε­στὴ φω­λιὰ στὸ οἰ­κο­τρο­φεῖ­ο τοῦ ΣΩΤΗΡΟΣ ποὺ τό­σα παι­διὰ μά­ζε­ψε καὶ ἀ­νά­θρε­ψε καὶ σω­στὰ κα­ταρ­τι­σε μέ­σα στὴ σύγ­χρο­νη Βα­βυ­λώ­να τῆς πο­λι­τεί­ας. Γρή­γο­ρα, μὲ τὸ τα­πει­νό του φρό­νη­μα καὶ ἦ­θος, τὴν ὑ­πα­κο­ὴ τὴν ὑ­πευ­θυ­νό­τη­τα καὶ τὸν ζῆ­λο του, ἀ­νέ­λα­βε δι­ά­φο­ρα πό­στα στὸ ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κὸ ἔρ­γο τῆς Ἀ­δελ­φό­τη­τος τοῦ ΣΩΤΗΡΟΣ. Ὅ­σοι τὸν ἔ­ζη­σαν στὸ Ἀ­γρί­νιο καὶ ἀλ­λα­χοῦ θυ­μοῦν­ται ἀ­γα­πη­τι­κὰ καὶ μὲ συγ­κί­νη­ση τὸ πέ­ρα­σμά του για­τί ἤ­ξε­ρε ἁ­πλὰ νὰ ἐ­φαρ­μό­ζει τὴ μέ­θο­δο τῆς ἀ­γά­πης καὶ τῆς προ­σφο­ρᾶς. Κα­λὸς ἄ­νε­μος σὲ λί­γα χρό­νια τὸν ἔ­φε­ρε στὴ Λε­με­σὸ τῆς πο­λύ­πα­θης τῆς αὐ­τά­δελ­φης τῆς Χί­ου, νή­σου Κύ­πρου.

Κι ἔ­τσι ἀ­πὸ τὴ λα­χα­να­γο­ρὰ τῆς Χί­ου καὶ τὰ δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα πό­στα τῆς ἀ­δελ­φό­τη­τος ἔ­φτα­σε στὴ θεί­α ἀ­γο­ρὰ τοῦ ἀμ­πε­λῶ­νος του Χρι­στοῦ γιὰ ν᾿ ἀ­φή­σει κι ἐ­δῶ ἐ­πο­χὴ μὲ τὸ ἦ­θος, τὶς ὀρ­γα­νω­τι­κές του ἱ­κα­νό­τη­τες, τὴν προ­σή­λω­ση καὶ τὴν ἐρ­γα­τι­κό­τη­τά του.

Ται­ρί­α­ζε ἡ χι­ώ­τι­κη κα­τα­γω­γή του μὲ τὴ Λε­με­σὸ ὅ­που κα­τοι­κεῖ γιὰ πάν­τα μέσ᾿ ἀ­πὸ χρό­νους σκο­τει­νοὺς και­ροὺς ἡ σκιὰ τῆς Ἑ­λέ­νης τῆς Χι­ώ­τισ­σας ποὺ ἀ­πὸ τὴν Χιὸν τὴν μα­κελ­λε­μέ­νην, κα­τὰ τὸν ποι­η­τὴ, βρέ­θη­κε σκλά­βα τοῦ Τούρ­κου ἀ­γὰ γιὰ νὰ ξε­φύ­γει με­τὰ μὲ τὸ τολ­μη­ρὸ σχέ­διο τῆς θκει­ούλ­λας Χα­τζη­μα­ρί­ας σὲ συ­νέρ­γεια μὲ τὸν ἀ­δελ­φό της ποὺ ἦρ­θε στὴ Λε­με­σὸ μὲ τὸ κα­ρά­βι του ἐ­πὶ τοῦ­το. Ταί­ρια­ξε ἀ­κό­μα πιὸ πο­λὺ μὲ τοὺς κυ­πρί­ους ἀ­δελ­φούς του, τοὺς προ­ερ­χό­με­νους ἀ­πὸ κά­θε τά­ξη καὶ ἠ­λι­κί­α, ἀ­δελ­φοὺς πι­στούς, φι­λα­κό­λου­θους καὶ κα­λοὺς συ­νερ­γά­τες.

Ἡ κα­λὴ πο­λι­τεί­α, ὁ βί­ος ὁ ἐ­νά­ρε­τος ἡ κα­τάρ­τι­ση ,τὸ ἦ­θος μὲ τὴν κα­λὴν ἔ­ξω­θεν μαρ­τυ­ρί­α ὁ­δή­γη­σαν τὸν Γρη­γό­ριο, χω­ρὶς ποτὲ ὁ ἴ­διος νὰ τὸ ἐ­πι­ζη­τή­σει, στὸ ὕ­ψι­στο ἀ­ξί­ω­μα τῆς ἱ­ε­ρο­σύ­νης. Σφό­δρα γιὰ τοῦ­το χά­ρη­καν φί­λοι καὶ γνω­στοί του.Ἐν­δε­δυ­μέ­νος τὸ τί­μιο ρά­σο συ­νέ­χι­σε μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρο ζῆ­λο τὴν προ­σφο­ρά του ὡς ἱ­ε­ρουρ­γός, κα­τη­χη­τής, κυκλάρχης, ὁ­μι­λη­τὴς ἐ­κτε­λών­τας ταυ­τό­χρο­να μὲ πα­ροι­μι­ώ­δη εὐ­συ­νει­δη­σί­α καὶ ὑ­πα­κο­ὴ τὸ ἔρ­γο ποὺ τοῦ ἀ­νε­τε­θη, στὸ με­τα­ξὺ, τοῦ ἀρ­χι­γραμ­μα­τέ­ος τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Κύ­πρου.

Ἀ­νέλ­πι­στα, ὅ­πως πλει­στά­κις συμ­βαί­νει, ἡ κοι­νὴ μοί­ρα τῶν θνη­τῶν, ὁ θά­να­τος τὸν ἐ­πε­σκέ­φθη. Θά­να­τος ὀ­δυ­νη­ρὸς ἀ­πὸ τὴ νό­σο τοῦ κο­ρω­νοι­οῦ. Καρ­διὰ τοῦ χει­μώ­να τοῦ 21, Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 11.

Βα­ρειὰ συν­νε­φιά,κλει­σού­ρα,κρύ­ο. Καὶ τὸ κρυ­α­δε­ρὸ χέ­ρι τοῦ θα­νά­του ἔ­κο­ψε τῆς ζω­ῆς του τὸ νῆ­μα γιὰ νὰ σκορ­πί­σει ἄ­φα­τη θλί­ψη στοὺς προ­σφι­λεῖς καὶ συ­νερ­γά­τες του.

Ἔ­τσι δι­α­γρά­φη­κε ἡ λαμ­πρὴ πο­ρεί­α τοῦ βί­ου του ἀ­πὸ τὸ μι­κρὸ χω­ριὸ τῆς Χί­ου τὸν Δαφ­νώ­να, ἕ­ως πό­λεις ἀ­γα­πη­μέ­νες τῆς πα­τρί­δας κι ἕ­ως τὶς πό­λεις καὶ τὰ χω­ριά τῆς ἡ­μι­κα­τε­χό­με­νης Κύ­πρου ποὺ τοῦ ἔ­γι­νε δεύ­τε­ρη πα­τρί­δα. Ἀ­πὸ τὸν Δαφ­νώ­να σὲ ἀν­θη­ρό του Πα­ρα­δεί­σου λει­μώ­να, μὲ τὰ φτε­ρου­γί­σμα­τα λευ­κῶν ἀγ­γέ­λων, τὶς ἱ­ε­ρὲς σκι­ὲς προ­γό­νων, τὴ φω­τει­νὴ σκιὰ τοῦ συμ­πα­τρι­ώ­τη του Γ. Βε­ρί­τη νὰ τὸν συ­νο­δεύ­ουν.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΙΛΛΑΣ, ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ-ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ-ΠΟΙΗΤΗΣ

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ(Χαναναίας). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ(Χαναναίας)

 (14 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ  2021)

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΙΖ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)

 Ἀ­δελ­φοί, ὑ­μεῖ­ς  ἐ­στε να­ὸς Θε­οῦ ζῶν­τος, κα­θὼς εἶ­πεν ὁ Θε­ὸς «ὅ­τι ἐ­νοι­κή­σω ἐν αὐ­τοῖς καὶ ἐμ­πε­ρι­πα­τή­σω, καὶ ἔ­σο­μαι αὐ­τῶν Θε­ός, καὶ αὐ­τοὶ ἔ­σον­ταί μοι λα­ός. Διὸ ἐ­ξέλ­θε­τε ἐκ μέ­σου αὐ­τῶν καὶ ἀ­φο­ρί­σθη­τε, λέ­γει Κύριος, καὶ ἀ­κα­θάρ­του μὴ ἅ­πτε­σθε, κἀ­γὼ εἰσ­δέ­ξο­μαι ὑ­μᾶς, καὶ ἔ­σο­μαι ὑ­μῖν εἰς πα­τέ­ρα, καὶ ὑ­μεῖς ἔ­σε­σθέ μοι εἰς υἱ­οὺς καὶ θυ­γα­τέ­ρας, λέ­γει Κύριος παν­το­κρά­τωρ». Τα­ύ­τας οὖν ἔ­χον­τες τὰς ἐ­παγ­γε­λί­ας, ἀ­γα­πη­τοί, κα­θα­ρί­σω­μεν ἑ­αυ­τοὺς ἀ­πὸ παν­τὸς μο­λυ­σμοῦ σαρ­κὸς καὶ πνε­ύ­μα­τος, ἐ­πι­τε­λοῦν­τες ἁ­γι­ω­σύ­νην ἐν φό­βῳ Θε­οῦ.         

             (Β΄Κορ. στ΄[6] 16 – ζ΄[7] 1)

     

 ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἀ­δελ­φοί, ἐ­σεῖς εἶ­στε να­ὸς τοῦ ζων­τα­νοῦ Θε­οῦ, ὅ­πως εἶ­πε στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη ὁ Θε­ὸς ὅ­τι θὰ κα­τοι­κή­σω μέ­σα τους καὶ θὰ περ­πα­τή­σω ἀ­νά­με­σά τους, καὶ θὰ εἶ­μαι Θε­ὸς δι­κός τους κι αὐτοί θὰ εἶ­ναι λα­ός μου. Γι αὐ­τὸ βγεῖ­τε καὶ φύ­γε­τε μα­κριὰ ἀ­πό τους ἀπίστους καὶ ξε­χωρίστε ἀπ’ αὐ­τούς, λέ­ει ὁ Κύ­ριος, καὶ μὴν ἀγ­γί­ζε­τε ὁ­τι­δή­πο­τε ἀ­κά­θαρ­το. Καὶ τό­τε ἐγώ θὰ σᾶς δε­χθῶ μὲ πα­τρι­κὴ στορ­γή. Καὶ θὰ γί­νω πα­τέ­ρας σας, κι ἐ­σεῖς θὰ εἶ­στε παι­διὰ μου καὶ κό­ρες μου, λέ­ει ὁ Κύ­ριος ὁ Παν­το­κρά­τωρ. Ἀφοῦ λοι­πὸν ἔ­χου­με αὐ­τὲς τὶς ὑ­πο­σχέ­σεις, ἀ­γα­πη­τοί, ἂς κα­θα­ρί­σου­με τοὺς ἑ­αυ­τούς μας ἀ­πὸ κά­θε τι πού μο­λύ­νει τὸ σῶ­μα καὶ τὸ πνεῦ­μα μας, κι ἂς τέ­λει­οποι­ού­μα­στε στὴν ἁ­γι­ο­σύ­νη μὲ τὸ φό­βο τοῦ Θεοῦ.

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τ και­ρ ἐκείνῳ ­ξλ­θεν ­η­σος ες τ μ­ρη Τρου κα Σι­δ­νος. Κα ­δο γυ­ν Χα­να­να­­α ­π τν ­ρ­ων ­κε­­νων ­ξελ­θο­σα ­κρα­­γα­σεν α­τ λ­γου­σα· ­λ­η­σν με, Κριε, υ­ Δαυ­δ· θυ­γ­τηρ μου κα­κς δαι­μο­ν­ζε­ται. δ οκ ­πε­κρ­θη α­τ λ­γον. κα προ­σελ­θν­τες ο μα­θη­τα α­το ­ρ­των α­τν λ­γον­τες· ­π­λυ­σον α­τν, ­τι κρ­ζει ­πι­σθεν ­μν. δ ­πο­κρι­θες ε­πεν· Οκ ­πε­στ­λην ε μ ες τ πρ­βα­τα τ ἀ­πο­λω­λό­τα οἴ­κου Ἰσ­ραήλ. Ἡ δ ἐλ­θοῦ­σα προ­σε­κύ­νη­σεν αὐ­τῷ λέ­γου­σα· Κριε, βο­ή­θει μοι. Ὁ δ ἀ­πο­κρι­θεὶς εἶ­πεν· Οκ ἔ­στι κα­λὸν λα­βεῖν τν ἄρ­τον τν τέ­κνων κα βα­λεῖν τος κυ­να­ρί­οις. Ἡ δ εἶ­πε· Να, Κριε, κα γρ τ κυ­νά­ρι­α ἐ­σθί­ει ἀ­πὸ τν ψι­χί­ων τν πι­πτόν­των ἀ­πὸ τς τρα­πέ­ζης τν κυ­ρί­ων αὐ­τῶν. Τό­τε ἀ­πο­κρι­θεὶς ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­πεν αὐ­τῇ· γύ­ναι, με­γά­λη σου πί­στις! γε­νη­θή­τω σοι ς θέ­λεις. Κα ἰ­ά­θη ἡ θυ­γά­τηρ αὐ­τῆς ἀ­πὸ τς ὥ­ρας ἐ­κε­ί­νης.         

                             (Ματθ. ι­ε΄[15] 21 - 28)

 

ΟΤΑΝ Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΑ…

«Ὁ δὲ οὐκ ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τῇ λό­γον»

 Εἶ­ναι κά­ποι­ες φο­ρὲς πού, ἐ­νῶ προ­σευ­χό­μα­στε θερ­μὰ στὸν Θε­ό, φαί­νε­ται ὅ­τι δὲν ἀ­παν­τᾶ. Για­τί ἄ­ρα­γε;

Στὸ ἐ­ρώ­τη­μα αὐ­τὸ μᾶς δί­νει τὴν ἀ­πάν­τη­ση ἡ ση­με­ρι­νὴ εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πή. Μιὰ πο­νε­μέ­νη μάν­να, μιὰ Χα­να­ναί­α – κά­τοι­κος γει­το­νι­κῆς εἰ­δω­λο­λα­τρι­κῆς χώ­ρας – πλη­σί­α­σε τὸν Κύ­ριο Ἰ­η­σοῦ καὶ φώ­να­ξε δυ­να­τά:

–Κύ­ρι­ε, λυ­πή­σου μέ! Ἡ κό­ρη μου ὑ­πο­φέ­ρει φρι­κτὰ ἀ­πὸ δαι­μό­νιο…

Ὁ Κύ­ριος ὅ­μως «οὐκ ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τῇ λό­γον». Δὲν τῆς ἔ­δω­σε κα­μί­α ἀ­πάν­τη­ση. Ἀλ­λὰ καὶ στὶς δι­κές μας ἱ­κε­τευ­τι­κὲς δε­ή­σεις ὁ Κύ­ριος κά­πο­τε φαί­νε­ται ὅ­τι δὲν ἀ­παν­τᾶ. Για­τί ἄ­ρα­γε; Ἂς δοῦ­με κά­ποι­ους λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους οἱ προ­σευ­χές μας μέ­νουν ἀ­να­πάν­τη­τες.

1. ΓΙΑ ΝΑ ΔΟΚΙΜΑΣΕΙ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ

Ἴ­σως ὁ Θε­ὸς κά­πο­τε δὲν ἀ­παν­τᾶ στὶς προ­σευ­χές μας γιὰ νὰ δο­κι­μά­σει τὴν πί­στη μας. Ἂν ἐ­πι­μεί­νου­με στὴν προ­σευ­χή, αὐ­τὸ εἶ­ναι μί­α ἀ­πό­δει­ξη ὅ­τι τὴν πί­στη καὶ τὴν ἐλ­πί­δα μας τὴ στη­ρί­ζου­με στὸν παν­το­δύ­να­μο Θε­ό. Αὐ­τὸ ἔ­κα­νε καὶ ἡ Χα­να­ναί­α τοῦ ση­με­ρι­νοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Ἐ­νῶ ὁ Κύ­ριος δὲν τῆς ἀ­παν­τοῦ­σε, αὐ­τὴ συ­νέ­χι­ζε νὰ Τὸν πα­ρα­κα­λεῖ. Κι ὅ­ταν ἀ­κό­μη ὁ Κύ­ριος τῆς μί­λη­σε μὲ λό­γο ἀρ­νη­τι­κὸ γιὰ κά­θε βο­ή­θεια, ἐ­κεί­νη δὲν πα­ραι­τή­θη­κε. Ἐ­πέ­μει­νε καὶ τε­λι­κὰ κα­τόρ­θω­σε νὰ λά­βει αὐ­τὸ ποὺ ζη­τοῦ­σε καὶ πα­ράλ­λη­λα νὰ ἀ­πο­σπά­σει ἕ­να σπου­δαῖ­ο ἐγ­κώ­μιο ἀ­πὸ τὸν Κύ­ριο: «ὦ γύ­ναι, με­γά­λη σου ἡ πί­στις!». Μὲ τὴ φαι­νο­με­νι­κὴ ἀ­δι­α­φο­ρί­α τοῦ Κυ­ρί­ου δο­κι­μά­στη­κε ἡ πί­στη τῆς Χα­να­ναί­ας καὶ ἔ­λαμ­ψε σὰν ἀ­στρα­φτε­ρὸ δι­α­μάν­τι, γιὰ νὰ γί­νει ὑ­πό­δειγ­μα γιὰ ὅ­λους μας. Ἄ­ρα­γε ἐ­μεῖς ἔ­χου­με ἐμ­πι­στο­σύ­νη ἀ­κλό­νη­τη στὴ Θεί­α Πρό­νοι­α ἢ εἴ­μα­στε εὔ­κο­λοι νὰ πα­ραι­τη­θοῦ­με μὲ τὴν πρώ­τη δυ­σκο­λί­α; Ὁ Κύ­ριος μᾶς ζη­τᾶ πί­στη στα­θε­ρὴ καὶ ἀ­τα­λάν­τευ­τη. Καὶ ὅ­ταν δὲν ἀ­παν­τᾶ στὶς προ­σευ­χές μας, θέ­λει νὰ μᾶς δο­κι­μά­σει καὶ νὰ μᾶς βο­η­θή­σει νὰ καλ­λι­ερ­γή­σου­με αὐ­τὴ τὴν ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στη πί­στη τῆς Χα­να­ναί­ας.

2. ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΑΦΗΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Οἱ δυ­σκο­λί­ες καὶ οἱ θλί­ψεις γί­νον­ται ἀ­φορ­μὴ γιὰ νὰ κα­τα­φύ­γου­με στὸν φι­λάν­θρω­πο Θε­ὸ καὶ νὰ ζη­τή­σου­με τὴ βο­ή­θειά του. Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι αὐ­τὲς τὶς δύ­σκο­λες ὧ­ρες γί­νον­ται οἱ πιὸ θερ­μὲς προ­σευ­χές! Ἡ ψυ­χὴ προ­σεύ­χε­ται μὲ πί­στη καὶ ἀ­φο­σί­ω­ση, μὲ δά­κρυ­α καὶ ἀ­γω­νί­α. Ἂν ὅ­μως ὁ Θε­ὸς μᾶς δώ­σει ἀ­μέ­σως αὐ­τὸ ποὺ ζη­τᾶ­με, ὑ­πάρ­χει τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ στα­μα­τή­σου­με τὴν προ­σευ­χή. Νὰ λά­βου­με τὸ δῶ­ρο καὶ νὰ ξε­χά­σου­με τὸν Δω­ρε­ο­δό­τη. Καὶ τό­τε τὸ δῶ­ρο ποὺ λά­βα­με εἶ­ναι πο­λὺ μι­κρό­τε­ρο σὲ σύγ­κρι­ση μὲ τὴ ζη­μιὰ ποὺ πά­θα­με! Δι­ό­τι δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα χει­ρό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ νὰ δι­α­κό­ψου­με τὴν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μας μὲ τὸν Θε­ὸ καὶ νὰ φύ­γου­με ἀ­πὸ κον­τά του!

Μή­πως λοι­πὸν τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὁ Κύ­ριος δὲν μᾶς δί­νει ἀ­μέ­σως αὐ­τὸ ποὺ Τοῦ ζη­τᾶ­με, εἶ­ναι πρὸς τὸ συμ­φέ­ρον μας; Δὲν εἶ­ναι ἕ­νας τρό­πος γιὰ νὰ μά­θου­με νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­με μὲ τὸν Θε­ὸ καὶ νὰ πα­ρα­μέ­νου­με κον­τά του ἐ­ξαρ­τών­τας ἀ­πὸ Αὐ­τὸν κά­θε ὑ­πό­θε­ση τῆς ζω­ῆς μας; Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς το­νί­ζει καὶ ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης τῆς Κλί­μα­κος: «Νὰ μὴ λέ­γεις, ὅ­ταν γιὰ πο­λὺ και­ρὸ προ­σεύ­χε­σαι χω­ρὶς νὰ παίρ­νεις αὐ­τὸ ποὺ ζη­τεῖς, πὼς δὲν κα­τόρ­θω­σες τί­πο­τε, δι­ό­τι ἤ­δη κά­τι σπου­δαῖ­ο κα­τόρ­θω­σες· δι­ό­τι ποι­ὸ ἀ­νώ­τε­ρο ἀ­γα­θὸ ὑ­πάρ­χει ἀ­πὸ τὴν προ­σκόλ­λη­ση στὸν Κύ­ριο καὶ ἀ­πὸ τὴ συ­νε­χὴ πα­ρα­μο­νὴ στὴν ἕ­νω­ση μα­ζί του;» (Κλῖ­μαξ, Λό­γος ΚΗ΄, 33).

3. ΓΙΑ ΝΑ ΠΛΟΥΤΙΣΟΥΜΕ ΣΕ ΑΡΕΤΕΣ ΚΑΙ ΧΑΡΗ ΘΕΟΥ

Πολ­λὲς φο­ρὲς δὲν παίρ­νου­με αὐ­τὸ ποὺ ζη­τᾶ­με ἀ­πὸ τὸν ἅ­γιο Θε­ό, ὡ­στό­σο ὠ­φε­λού­μα­στε μὲ ἄλ­λο τρό­πο. Μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­μέ­νει κα­νεὶς χρό­νια ὁ­λό­κλη­ρα γιὰ νὰ δεῖ νὰ ἀλ­λά­ζει ὁ δύ­στρο­πος σύ­ζυ­γος, νὰ ἐ­πι­στρέ­φει τὸ πα­ρα­στρα­τη­μέ­νο παι­δί,­ νὰ θε­ρα­πεύ­ε­ται ὁ ἄρ­ρω­στος· κι ὅ­μως ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα δὲν πη­γαί­νει χα­μέ­νο.­ Τὸ ἀν­τί­θε­το μά­λι­στα. Ἡ πε­ρί­ο­δος τῆς φαι­νο­με­νι­κῆς σι­ω­πῆς τοῦ Θε­οῦ τε­λι­κὰ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ὡς ἡ πιὸ γό­νι­μη πε­ρί­ο­δος τῆς ζω­ῆς μας. Δι­ό­τι μέ­σα ἀ­πὸ τὴ δο­κι­μα­σί­α αὐ­ξά­νει ἡ πί­στη καὶ ἡ ἐλ­πί­δα μας στὸν Θε­ό, κα­ταρ­τι­ζό­μα­στε στὴν ὑ­πο­μο­νὴ καὶ στὴν τα­πεί­νω­ση, ὁ­δη­γού­μα­στε στὴ με­τά­νοι­α.­ Καὶ ἀ­κό­μα αἰ­σθα­νό­μα­στε ἐν­το­νό­τε­ρα τὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ ποὺ μᾶς ἐ­νι­σχύ­ει γιὰ νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σου­με τὸ κά­θε πρό­βλη­μα. Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­κά­λε­σε ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νως τὸν Θε­ὸ νὰ τὸν ἀ­παλ­λά­ξει ἀ­πὸ χρό­νια ἀ­σθέ­νεια ποὺ τὸν βα­σά­νι­ζε, ἀλ­λ᾿ ὁ Κύ­ριος τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: «Ἀρ­κεῖ σοι ἡ χά­ρις μου». Σοῦ εἶ­ναι ἀρ­κε­τὴ ἡ χά­ρις μου, μὲ τὴν ὁ­ποί­α σὲ ἐ­νι­σχύ­ω (Β΄ Κορ. ιβ΄ 9). Καὶ πράγ­μα­τι! Μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ ὁ με­γά­λος Ἀ­πό­στο­λος ξε­περ­νοῦ­σε τὶς δυ­σκο­λί­ες τῆς ἀ­σθέ­νειας καὶ συ­νέ­χι­ζε ἀ­νε­πη­ρέ­α­στος τὸ θαυ­μα­στὸ ἀ­πο­στο­λι­κό του ἔρ­γο. 

Ἑ­πο­μέ­νως, κι ὅ­ταν ὁ Θε­ὸς δὲν ἀ­παν­τᾶ στὶς προ­σευ­χές μας, ἐ­μεῖς ὠ­φε­λού­μα­στε, καὶ μά­λι­στα πολ­λα­πλά. Ἐ­νῶ νο­μί­ζου­με ὅ­τι δὲν μᾶς ἀ­παν­τᾶ, Ἐ­κεῖ­νος μᾶς ἐ­πι­σκέ­πτε­ται μὲ πλού­σια ἔκ­χυ­ση θεί­ας Χά­ρι­τος. Λοι­πὸν ἂς μὴν ἀ­πελ­πι­ζό­μα­στε κι ἂς μὴν ἀ­πο­κά­μνου­με προ­σευ­χό­με­νοι. Ὁ φι­λάν­θρω­πος Κύ­ριος ὡς στορ­γι­κὸς Πα­τέ­ρας πρό­θυ­μα δέ­χε­ται τοὺς στε­ναγ­μοὺς τῆς καρ­διᾶς μας καὶ μᾶς ἀ­παν­τᾶ ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸ ἀ­λη­θι­νό, τὸ αἰ­ώ­νιο συμ­φέ­ρον μας. Ἂς Τοῦ ἐμ­πι­στευ­θοῦ­με ὁ­λό­κλη­ρη τὴ ζω­ή μας. Ἐ­κεῖ­νος γνω­ρί­ζει.

(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2021

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

    ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(7 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2021)


 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΙΣΤ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)

Ἀ­δελ­φοί, συ­νερ­γοῦν­τε­ς  πα­ρα­κα­λοῦ­μεν, μὴ εἰς κε­νὸν τὴν χά­ριν τοῦ Θε­οῦ δέ­ξα­σθαι ὑ­μᾶς. Λέγει γάρ· Και­ρῷ δε­κτῷ ἐ­πή­κου­σά σου καὶ ἐν ἡ­μέ­ρᾳ σω­τη­ρί­ας ἐ­βο­ή­θη­σά σοι· ἰ­δοὺ νῦν και­ρὸς εὐ­πρόσ­δε­κτος· ἰ­δοὺ νῦν ἡ­μέ­ρα σω­τη­ρί­ας. Μη­δε­μί­αν ἐν μη­δε­νὶ δι­δόν­τες προ­σκο­πήν, ἵ­να μὴ μω­μη­θῇ ἡ δι­α­κο­νί­α, ἀλλ᾽ ἐν παν­τὶ συ­νι­στῶν­τες ἑ­αυ­τοὺς ὡς Θε­οῦ δι­ά­κο­νοι, ἐν ὑ­πο­μο­νῇ πολ­λῇ, ἐν θλί­ψε­σιν, ἐν ἀ­νάγ­καις, ἐν στε­νο­χω­ρί­αις, ἐν πλη­γαῖς, ἐν φυ­λα­καῖς, ἐν ἀ­κα­τα­στα­σί­αις, ἐν κό­ποις, ἐν ἀ­γρυ­πνί­αις, ἐν νη­στε­ί­αις, ἐν ἁ­γνό­τη­τι, ἐν γνώ­σει, ἐν μα­κρο­θυ­μί­ᾳ, ἐν χρη­στό­τη­τι, ἐν Πνε­ύ­μα­τι ἁ­γί­ῳ, ἐν ἀ­γά­πῃ ἀ­νυ­πο­κρί­τῳ, ἐν λό­γῳ ἀ­λη­θε­ί­ας, ἐν δυ­νά­μει Θε­οῦ· διὰ τῶν ὅ­πλων τῆς δι­και­ο­σύ­νης τῶν δε­ξι­ῶν καὶ ἀ­ρι­στε­ρῶν, διὰ δό­ξης καὶ ἀ­τι­μί­ας, διὰ δυ­σφη­μί­ας καὶ εὐ­φη­μί­ας· ὡς πλά­νοι καὶ ἀ­λη­θεῖς, ὡς ἀ­γνο­ο­ύ­με­νοι καὶ ἐ­πι­γι­νω­σκό­με­νοι, ὡς ἀ­πο­θνῄ­σκον­τες καὶ ἰ­δοὺ ζῶ­μεν, ὡς παι­δευ­ό­με­νοι καὶ μὴ θα­να­το­ύ­με­νοι, ὡς λυ­πο­ύ­με­νοι ἀ­εὶ δὲ χα­ί­ρον­τες, ὡς πτω­χοὶ πολ­λοὺς δὲ πλου­τί­ζον­τες, ὡς μη­δὲν ἔ­χον­τες καὶ πάν­τα κα­τέ­χον­τες.

                                                (Β΄ Κορινθ. στ΄ [6] 1-10)

     ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἀ­δελ­φοί, συ­νερ­γα­ζό­με­νοι μέ τόν Θε­ό στό ἔρ­γο αὐ­τό τς συμ­φι­λι­ώ­σε­ως καί τς κα­ταλ­λα­γῆς τν ἀν­θρώ­πων, σς πα­ρα­κα­λοῦ­με νά δεί­ξε­τε μέ τή δι­α­γω­γή σας ὅ­τι δέν δε­χθή­κα­τε μά­ται­α καί ἀ­νώ­φε­λα τή χά­ρη το Θε­οῦ. Καί μή νο­μί­σε­τε ὅ­τι πάν­το­τε Θε­ός θά σς στέλ­νει τούς ἀν­τι­προ­σώ­πους του νά σς πα­ρα­κα­λοῦν. Ὄ­χι. Δι­ό­τι λέ­ει Ἁ­γί­α Γρα­φή: Στόν κα­τάλ­λη­λο και­ρό, ὅ­ταν ὁ Θε­ός δεί­χνει τό ἔ­λε­ός του καί τήν ἀ­γά­πη του, σέ ἄ­κου­σα μέ προ­σο­χή, καί τήν ἡ­μέ­ρα πού δί­νε­ται σω­τη­ρί­α, σέ βο­ή­θη­σα. Νά λοι­πόν, τώ­ρα εἶ­ναι και­ρός κα­τάλ­λη­λος, νά, τώ­ρα εἶ­ναι ἡ­μέ­ρα σω­τη­ρί­ας. Καί τώ­ρα σς ἀ­πευ­θύ­νου­με αὐ­τά τά πα­ρα­κλη­τι­κά λό­για χω­ρίς νά δί­νου­με κα­μί­α ἀ­φορ­μή σκαν­δά­λου σέ τί­πο­τε, γιά νά μήν κα­τη­γο­ρη­θεῖ στό ἐ­λά­χι­στο ἡ δι­α­κο­νί­α το κη­ρύγ­μα­τος. Ἀλ­λά ἀν­τί­θε­τα, μέ κά­θε τρό­πο συ­στή­νου­με τούς ἑ­αυ­τούς μας καί ἀ­πο­δει­κνυ­ό­μα­στε ἀ­λη­θι­νοί δι­ά­κο­νοι το Θε­οῦ: μέ ὑ­πο­μο­νή πολ­λή, μέ θλί­ψεις, μέ ἀ­νάγ­κες, μέ στε­νο­χώ­ρι­ες, μέ δαρ­μούς καί μα­στι­γώ­σεις πού πλη­γώ­νουν τό σῶ­μα μας, μέ φυ­λα­κί­σεις, μέ κα­τα­δι­ώ­ξεις πού δέν μς ἀ­φή­νουν νά στα­θοῦ­με που­θε­νά, μέ κό­πους, μέ ἀ­γρυ­πνί­ες, μέ στε­ρή­σεις φα­γη­τοῦ, μέ κα­θα­ρό­τη­τα ἀ­πό κά­θε ἁ­μαρ­τί­α, μέ γνώ­ση τς ἀ­λή­θειας, μέ μα­κρο­θυ­μί­α, μέ κα­λο­σύ­νη, μέ ἁ­για­σμό καί μέ τά χα­ρί­σμα­τα το Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, μέ ἀ­γά­πη πραγ­μα­τι­κή κι ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­πό ὑ­πο­κρι­σί­α, μέ λό­γο πού κη­ρύτ­τει τήν ἀ­λή­θεια, μέ δύ­να­μη Θε­οῦ, μέ τά ὅ­πλα τά ἐ­πι­θε­τι­κά, πού εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λα γιά τήν ἐ­πι­βο­λή τς δι­και­ο­σύ­νης καί μοιά­ζουν μ’ αὐ­τά πού ἔ­χουν στό δε­ξί τους χέ­ρι ο στρα­τι­ῶ­τες πού μά­χον­ται, ὅ­πως καί μέ τά ὅ­πλα τά ἀ­μυν­τι­κά, πού μοιά­ζουν μ᾿ αὐ­τά πού ἔ­χουν στό ἀ­ρι­στε­ρό τους χέ­ρι. Εἴ­μα­στε δη­λα­δή πά­νο­πλοι, καί γιά νά ὑ­πε­ρα­σπι­στοῦ­με τή δι­και­ο­σύ­νη καί τήν ἀ­λή­θεια, καί γιά νά δη­μι­ουρ­γή­σου­με τό θρί­αμ­βό της. Ἀ­πο­δει­κνύ­ου­με ποι­οί εἴ­μα­στε μέ τή δό­ξα πού δε­χό­μα­στε ἀ­π᾿ αὐ­τούς πού πι­στεύ­ουν στό Εὐ­αγ­γέ­λιο καί μέ τήν ἀ­τι­μί­α ἀ­πό τούς ἀ­πί­στους, μέ τή δυ­σφή­μη­ση ἀ­πό τούς συ­κο­φάν­τες μας καί μέ τά ἐγ­κώ­μια καί τούς ἐ­παί­νους ἀ­πό τούς πι­στούς. Πα­ρου­σι­α­ζό­μα­στε ς ἀ­πα­τε­ῶ­νες ἀ­πό τούς ἐ­χθρούς το Εὐ­αγ­γε­λί­ου, καί ς εἰ­λι­κρι­νεῖς ἀ­πό τούς πι­στούς· ς ἄ­γνω­στοι ἐ­ξαι­τί­ας τς κοι­νω­νι­κῆς ἀ­ση­μό­τη­τός μας, καί ς πο­λύ γνω­στοί καί σπου­δαῖ­οι· ς ἄν­θρω­ποι πού κιν­δυ­νεύ­ου­με νά πε­θά­νου­με, κι ὅ­μως, νά πού ζοῦ­με· ς ἄν­θρω­ποι πού παι­δα­γω­γού­μα­στε ἀ­πό τόν Θε­ό μέ βα­ρύ­τα­τες δο­κι­μα­σί­ες, ἀλ­λά δέν φτά­νου­με στό θά­να­το. Ἐ­ξαι­τί­ας τν δο­κι­μα­σι­ῶν μας αὐ­τῶν μς νο­μί­ζουν βυ­θι­σμέ­νους στή λύ­πη, ἐ­μεῖς ὅ­μως πάν­το­τε χαι­ρό­μα­στε. Μς θε­ω­ροῦν φτω­χούς, ἐ­μεῖς ὅ­μως κά­νου­με πολ­λούς νά πλου­τί­ζουν μέ πνευ­μα­τι­κούς καί οὐ­ρά­νιους θη­σαυ­ρούς. Πα­ρου­σι­α­ζό­μα­στε σάν νά μήν ἔ­χου­με τί­πο­τε, κι ὅ­μως κα­τέ­χου­με τά πάν­τα.

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος τὴν πα­ρα­βο­λὴν ταύ­την· Ἄν­θρω­πος τις ἀ­πο­δη­μῶν ἐ­κά­λε­σε τοὺς ἰ­δί­ους δο­ύ­λους, καὶ πα­ρέ­δω­κεν αὐ­τοῖς τὰ ὑ­πάρ­χον­τα αὐ­τοῦ· καὶ ᾧ μὲν ἔ­δω­κε πέν­τε τά­λαν­τα, ᾧ δὲ δύ­ο, ᾧ δὲ ἕν· ἑ­κά­στῳ κα­τὰ τὴν ἰ­δί­αν δύ­να­μιν· καὶ ἀ­πε­δή­μη­σεν εὐ­θέ­ως. Πο­ρευ­θεὶς δὲ ὁ τὰ πέν­τε τά­λαν­τα λα­βὼν, εἰρ­γά­σα­το ἐν αὐ­τοῖς, καὶ ἐ­πο­ί­η­σεν ἄλ­λα πέν­τε τά­λαν­τα. Ὡ­σα­ύ­τως καὶ ὁ τὰ δύ­ο, ἐ­κέρ­δη­σε καὶ αὐ­τὸς ἄλ­λα δύ­ο. Ὁ δὲ τὸ ἓν λα­βὼν, ἀ­πελ­θὼν ὤ­ρυ­ξεν ἐν τῇ γῇ, καὶ ἀ­πέ­κρυ­ψε τὸ ἀρ­γύ­ριον τοῦ κυ­ρί­ου αὐ­τοῦ. Με­τὰ δὲ χρό­νον πο­λὺν ἔρ­χε­ται­ ὁ κύ­ριος τῶν δο­ύ­λων ἐ­κε­ί­νων, καὶ συ­να­ί­ρει μετ᾿ αὐ­τῶν λό­γον. Καὶ προ­σελ­θὼν ὁ τὰ πέν­τε τά­λαν­τα λα­βὼν, προ­σή­νεγ­κεν ἄλ­λα πέν­τε τά­λαν­τα λέ­γων· Κύ­ρι­ε, πέν­τε τά­λαντά μοι πα­ρέ­δω­κας· ἴ­δε, ἄλ­λα πέν­τε τά­λαν­τα ἐ­κέρ­δη­σα ἐπ᾿ αὐ­τοῖς. Ἔ­φη δὲ αὐ­τῷ ὁ κύ­ριος αὐ­τοῦ· Εὖ, δοῦ­λε ἀ­γα­θὲ καὶ πι­στέ· ἐ­πὶ ὀ­λί­γα ἦς πι­στός, ἐ­πὶ πολ­λῶν σε κα­τα­στή­σω· εἴ­σελ­θε εἰς τὴν χα­ρὰν τοῦ κυ­ρί­ου σου. Προ­σελ­θὼν δὲ καὶ ὁ τὰ δύ­ο τά­λαν­τα λα­βὼν εἶ­πε· Κύρι­ε, δύ­ο τά­λαντά μοι πα­ρέ­δω­κας· ἴ­δε ἄλ­λα δύ­ο τά­λαν­τα ἐ­κέρ­δη­σα ἐπ᾿ αὐ­τοῖς. Ἔ­φη αὐ­τῷ ὁ Κύ­ριος αὐ­τοῦ· Εὖ, δοῦ­λε ἀ­γα­θὲ καὶ πι­στέ· ἐ­πὶ ὀ­λί­γα ἦς πι­στός, ἐ­πὶ πολ­λῶν σε κα­τα­στή­σω· εἴ­σελ­θε εἰς τὴν χα­ρὰν τοῦ κυ­ρί­ου σου. Προ­σελ­θὼν δὲ καὶ ὁ τὸ ἓν τά­λαν­τον εἰ­λη­φὼς εἶ­πε· Κύ­ρι­ε, ἔ­γνων σε, ὅ­τι σκλη­ρὸς εἶ ἀν­θρω­πος, θε­ρί­ζων ὅ­που οὐκ ἔ­σπει­ρας καὶ συ­νά­γων ὅ­θεν οὐ δι­ε­σκόρ­πι­σας· καὶ φο­βη­θεὶς, ἀ­πελ­θὼν ἔ­κρυ­ψα τὸ τά­λαν­τόν σου ἐν τῇ γῇ· ἴ­δε, ἔ­χεις τὸ σόν. Ἀ­πο­κρι­θεὶς δὲ ὁ κύ­ριος αὐ­τοῦ εἶ­πεν αὐ­τῷ· Πο­νη­ρὲ δοῦ­λε καὶ ὀ­κνη­ρέ, ᾔ­δεις ὅ­τι θε­ρί­ζω ὅ­που οὐκ ἔ­σπει­ρα, καὶ συ­νά­γω ὅ­θεν οὐ δι­ε­σκόρ­πι­σα, ἔ­δει οὖν σε βα­λεῖν τὸ ἀρ­γύ­ρι­όν μου τοῖς τρα­πε­ζί­ταις· καὶ ἐλ­θὼν ἐ­γὼ, ἐ­κο­μι­σά­μην ἂν τὸ ἐ­μὸν σὺν τό­κῳ. Ἄ­ρα­τε οὖν ἀπ᾿ αὐ­τοῦ τὸ τά­λαν­τον, καὶ δό­τε τῷ ἔ­χον­τι τὰ δέ­κα τά­λαν­τα. (Τῷ γὰρ ἔ­χον­τι παν­τὶ δο­θή­σε­ται καὶ πε­ρισ­σευ­θή­σε­ται, ἀ­πὸ δὲ τοῦ μὴ ἔ­χον­τος, καὶ ὃ ἔ­χει ἀρ­θή­σε­ται ἀπ᾿ αὐ­τοῦ). Καὶ τὸν ἀ­χρεῖ­ον δοῦ­λον ἐκ­βάλ­λε­τε εἰς τὸ σκό­τος τὸ ἐ­ξώ­τε­ρον· ἐ­κεῖ ἔ­σται ὁ κλαυθ­μὸς καὶ ὁ βρυγ­μὸς τῶν ὀ­δόν­των. Ταῦ­τα λέ­γων, ἐ­φώ­νει· Ὁ ἔ­χων ὦ­τα ἀ­κο­ύ­ειν, ἀ­κου­έ­τω.             

                                  (Ματθ. κε΄ [25] 14-30)

 

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Τα­λαν­τοῦ­χοι

Ἡ ση­με­ρι­νὴ εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ μᾶς πα­ρου­σιά­ζει τὴν πα­ρα­βο­λὴ τῶν τα­λάν­των. Ἕ­νας ἄν­θρω­πος – πλού­σιος ἄρ­χον­τας – ἐ­πρό­κει­το νὰ φύ­γει γιὰ μα­κρι­νὸ τα­ξί­δι. Κά­λε­σε λοι­πὸν τοὺς δού­λους του καὶ τοὺς πα­ρέ­δω­σε τὰ ὑ­πάρ­χον­τά του, μοι­ρά­ζον­τάς τους δι­α­φο­ρε­τι­κὸ πο­σὸ τα­λάν­των γιὰ νὰ τὰ δι­α­χει­ρί­ζον­ται ὅ­σο θὰ ἀ­που­σί­α­ζε. (Ἕ­να τά­λαν­το ἀν­τι­στοι­χεῖ σὲ συγ­κε­κρι­μέ­νο βά­ρος χρυ­σοῦ).

Τὰ τά­λαν­τα αὐ­τὰ τῆς πα­ρα­βο­λῆς συμ­βο­λί­ζουν τὰ χα­ρί­σμα­τα ποὺ δί­νει ὁ Θε­ὸς στοὺς ἀν­θρώ­πους. Ἡ πρό­ο­δος στὰ γράμ­μα­τα, οἱ εἰ­δι­κὲς γνώ­σεις καὶ οἱ τε­χνι­κὲς ἱ­κα­νό­τη­τες, μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἔ­φε­ση σὲ κά­ποι­α ἐ­πι­στή­μη, στὴ μου­σι­κή, στὴν τέ­χνη ἢ σὲ κά­ποι­ο ἐ­πάγ­γελ­μα. Ἐ­πι­πλέ­ον ὑ­πάρ­χουν πολ­λὰ καὶ ποι­κί­λα χα­ρί­σμα­τα ποὺ κρύ­βει ἡ προ­σω­πι­κό­τη­τα τοῦ κα­θε­νός: Ἄλ­λος ἔ­χει ἡ­γε­τι­κὸ χά­ρι­σμα, ἄλ­λος ἔ­χει ἱ­κα­νό­τη­τα στὸν λό­γο, ἄλ­λος ἔ­χει σύ­νε­ση, ἄλ­λος αὐ­θορ­μη­τι­σμό, ἄλ­λος εἶ­ναι ὀρ­γα­νω­τι­κός, ἄλ­λος ἐν­θου­σι­ώ­δης καὶ τολ­μη­ρός.

Ὅ­πως κα­νεὶς δοῦ­λος τῆς πα­ρα­βο­λῆς δὲν ἔ­μει­νε χω­ρὶς τά­λαν­το, ἔ­τσι καὶ κα­νεὶς ἄν­θρω­πος δὲν μέ­νει χω­ρὶς κά­ποι­ο θε­ϊ­κὸ δῶ­ρο. Ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­χου­με χα­ρί­σμα­τα. Καὶ τὸ κά­θε χά­ρι­σμα μᾶς τὸ δί­νει ὁ ἅ­γιος Θε­ὸς μὲ σκο­πὸ νὰ τὸ χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με γιὰ τὴ δι­κή μας σω­τη­ρί­α καὶ τὴν ὠ­φέ­λεια τοῦ πλη­σί­ον.

2. Ἄ­δι­κη ἢ δί­και­η κα­τα­νο­μή;

Βέ­βαι­α ὁ Θε­ὸς δὲν δί­νει σὲ ὅ­λους οὔ­τε τὸν ἴ­διο ἀ­ριθ­μό, οὔ­τε τὸ ἴ­διο εἶ­δος ἀ­πὸ τά­λαν­τα. Ἐ­κεῖ­νος ὡς παν­το­γνώ­στης γνω­ρί­ζει τὴ δύ­να­μη καὶ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα τοῦ κα­θε­νός, Ἐ­κεῖ­νος γνω­ρί­ζει καὶ τὶς ἀ­νάγ­κες μας καὶ δί­νει «ἑ­κά­στῳ κα­τὰ τὴν ἰ­δί­αν δύ­να­μιν». Στὴν πα­ρα­βο­λὴ δι­α­βά­ζου­με ὅ­τι στὸν ἕ­να δοῦ­λο ἔ­δω­σε πέν­τε τά­λαν­τα, στὸν ἄλ­λο δύ­ο, στὸν ἄλ­λο ἕ­να.

Δι­α­φο­ρε­τι­κοὶ ἄν­θρω­ποι, δι­α­φο­ρε­τι­κὰ χα­ρί­σμα­τα. Χα­ρί­σμα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α δι­α­νέ­μει ὁ Θε­ὸς κα­τὰ τὴ δι­κή Του ἀ­λάν­θα­στη κρί­ση καὶ ἄ­πει­ρη σο­φί­α ἀλ­λὰ καὶ κα­τὰ τὴν ἀν­το­χὴ τοῦ κα­θε­νός, ὥ­στε κα­νεὶς νὰ μὴν ἔ­χει πα­ρά­πο­νο, κα­νεὶς νὰ μὴν αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι ὑ­στε­ρεῖ καὶ νὰ νι­ώ­θει μει­ο­νε­κτι­κά. Ἄλ­λω­στε ἡ κοι­νω­νί­α προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­παρ­τί­ζει ἕ­να ἁρ­μο­νι­κὸ σύ­νο­λο, χρει­ά­ζε­ται τὸν κά­θε ἄν­θρω­πο μὲ τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα χα­ρί­σμα­τά του. Μπο­ροῦ­με νὰ σκε­φθοῦ­με τὸ σῶ­μα νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται μό­νο ἀ­πὸ χέ­ρια ἢ μό­νο ἀ­πὸ μά­τια;

Ἂς μὴν πα­ρα­πο­νι­ό­μα­στε λοι­πὸν γιὰ τὴν δῆ­θεν ἄ­νι­ση κα­τα­νο­μὴ κι ἂς μὴ ζη­λεύ­ου­με τοὺς ἄλ­λους γιὰ τὰ χα­ρί­σμα­τά τους. Μιὰ τέ­τοι­α ζη­λότυ­πη στά­ση μό­νο δυ­στυ­χί­α μπο­ρεῖ νὰ προ­κα­λέ­σει στὴ ζω­ή μας. Ἀν­τί­θε­τα, ἂν ἀ­να­κα­λύ­ψου­με ὁ κα­θέ­νας τὰ δι­κά του χα­ρί­σμα­τα καὶ ἐρ­γα­στοῦ­με γιὰ τὴν ἀ­ξι­ο­ποί­η­σή τους, τό­τε κι ἐ­μεῖς προ­σω­πι­κὰ θὰ χαι­ρό­μα­στε, ἀλ­λὰ καὶ στὸν πλη­σί­ον μας θὰ εἴ­μα­στε εὐ­ερ­γε­τι­κοί.

3. Θὰ δώ­σου­με λό­γο

Ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν πα­ρα­βο­λή, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ πο­λὺ και­ρὸ ἐ­πέ­στρε­ψε ὁ ἄρ­χον­τας αὐ­τὸς καὶ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τοὺς δού­λους του νὰ τοῦ ἀ­πο­δώ­σουν λο­γα­ρια­σμὸ γιὰ τὸ πῶς ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν τὰ τά­λαν­τα ποὺ τοὺς εἶ­χε ἐμ­πι­στευ­θεῖ.

Εἶ­ναι πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸ καὶ δὲν πρέ­πει κι ἐ­μεῖς νὰ ξε­χνοῦ­με ὅ­τι κά­πο­τε ὅ­λοι θὰ κλη­θοῦ­με νὰ δώ­σου­με λό­γο γιὰ τὸ πῶς πε­ρά­σα­με τὸν χρό­νο τῆς ζω­ῆς μας. Πολ­λοὶ νο­μί­ζουν ὅ­τι ἡ ζω­ὴ τοὺς ἀ­νή­κει καὶ δὲν ἔ­χουν νὰ δώ­σουν λό­γο σὲ κα­νέ­ναν… Πό­σο λά­θος κά­νουν! Ἡ ζω­ὴ δὲν εἶ­ναι δι­κή μας! Εἶ­ναι δῶ­ρο τοῦ Θε­οῦ, ὅ­πως ἐ­πί­σης δῶ­ρο δι­κό Του εἶ­ναι καὶ ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α μας. Εἶ­ναι τά­λαν­τα. Γιὰ τὰ θαυ­μα­στὰ αὐ­τὰ θε­ϊ­κὰ δῶ­ρα θὰ δώ­σου­με λό­γο. Θὰ ἔλ­θει ἡ ἡ­μέ­ρα τῆς Τε­λι­κῆς Κρί­σε­ως καὶ τό­τε θὰ ἀ­πο­λο­γη­θοῦ­με γιὰ τὸν τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σα­με ὅ­λα τὰ χα­ρί­σμα­τα ποὺ μᾶς ἔ­δω­σε ἡ ἀ­γα­θό­τη­τα τοῦ Θε­οῦ.

4. Ἡ τι­μω­ρί­α τῆς ὀ­κνη­ρί­ας

Ὁ ἄρ­χον­τας τῆς πα­ρα­βο­λῆς ἐ­πι­βρά­βευ­σε τοὺς δού­λους ποὺ ἐρ­γά­στη­καν καὶ πολ­λα­πλα­σί­α­σαν τὰ τά­λαν­τά τους. Τι­μώ­ρη­σε ὅ­μως αὐ­στη­ρὰ τὸν δοῦ­λο ποὺ ἔ­φε­ρε πί­σω τὸ ἕ­να τά­λαν­το ποὺ εἶ­χε λά­βει.

Κά­νει ἐν­τύ­πω­ση αὐ­τὴ ἡ αὐ­στη­ρὴ τι­μω­ρί­α. Ὁ δοῦ­λος αὐ­τὸς δὲν ἔ­χα­σε τὸ τά­λαν­το τοῦ κυ­ρί­ου του οὔ­τε τὸ σπα­τά­λη­σε. Τοῦ τὸ ἔ­φε­ρε πί­σω ἀ­κέ­ραι­ο. Δὲν ἔ­κα­νε λοι­πὸν κά­τι κα­κό οὔ­τε ὅ­μως ἔ­κα­νε καὶ κά­ποι­ο κα­λό· καὶ γι᾿ αὐ­τὸ τι­μω­ρεῖ­ται. Μπο­ροῦ­σε νὰ ἐρ­γα­στεῖ, καὶ δὲν ἐρ­γά­στη­κε. Γιὰ τὴν ἀ­δρά­νεια καὶ τὴν ὀ­κνη­ρί­α του αὐ­τὴ εἶ­ναι ἄ­ξιος κα­τα­δί­κης. Ἔ­τσι ὁ Κύ­ριος ἐ­παι­νεῖ μὲν τὴν προ­θυ­μί­α καὶ ἀ­μεί­βει τὴν ἐ­πι­μέ­λεια καὶ τὴν ἐρ­γα­τι­κό­τη­τα τῶν δύ­ο δού­λων, τι­μω­ρεῖ ὅ­μως πα­ρα­δειγ­μα­τι­κὰ τὴ ρα­θυ­μί­α καὶ τὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τοῦ ἄλ­λου δού­λου.

Ἂς δι­δα­χθοῦ­με κι ἐ­μεῖς ἀ­πὸ τὴ δι­δα­κτι­κὴ αὐ­τὴ πα­ρα­βο­λὴ κι ἂς ἐρ­γα­στοῦ­με φι­λό­τι­μα γιὰ νὰ καλ­λι­ερ­γή­σου­με τὰ τά­λαν­τα ποὺ μᾶς ἔ­χει δώ­σει ὁ Θε­ός, ὥ­στε νὰ ἔ­χου­με «κα­λὴν ἀ­πο­λο­γί­αν» στὸ φο­βε­ρὸ βῆ­μα τῆς παγ­κο­σμί­ου Κρί­σε­ως.

(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)