Τετάρτη 21 Απριλίου 2021

ΣΤΑΣΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ. Πῶς ἀν­τέ­δρα­σε ὁ Χρι­στός!

 

ΣΤΑΣΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ



Πῶς ἀν­τέ­δρα­σε ὁ Χρι­στός!

Γιὰ τὴ στά­σι μας μπρο­στὰ στὸ φέ­ρε­τρο ὑ­πό­δειγ­μά μας εἶ­ναι ὁ Χρι­στός. Βρέ­θη­κε κα­τὰ τὴν ἐ­πι­γεια πο­ρεί­α του μπρο­στὰ σὲ φέ­ρε­τρα καὶ σὲ μνή­μα­τα. Τί ἔ­κα­νε; Αὐ­τὸ θὰ κά­νου­με κι ἐ­μεῖς. 

·             Τὸ δρε­πά­νι τοῦ θα­νά­του ἔ­κο­ψε τὸ παρ­θε­νι­κὸ λου­λού­δι τῆς δω­δε­κά­χρο­νης κό­ρης τοῦ Ἰ­α­εί­ρου. Τί εἶ­πε ὁ Κύ­ριος; «Μὴ κλαί­ε­τε οὐκ ἀ­πέ­θα­νεν, ἀλ­λὰ κα­θεύ­δει» (Λουκ. 8,52). 

·             Βρέ­θη­κε μπρο­στὰ στὸ φέ­ρε­τρο τοῦ νε­κροῦ παλ­λη­κα­ριοῦ, τοῦ μο­νά­κρι­βου γυι­οῦ τῆς χώ­ρας τῆς Να­ΐν. Ἀ­τέ­νι­σε τὴν πο­νε­μέ­νη μά­να καὶ «ἐ­σπλαγ­χνί­σθη ἐπ᾿ αὐ­τῇ καὶ εἶ­πεν αὐ­τῇ· Μὴ κλαῖ­ε» (Λουκ. 7,13). 

·             Βά­δι­ζε πρὸς τὸ μνῆ­μα τοῦ Λα­ζά­ρου. Πῶς μί­λη­σε γιὰ τὸ θά­να­τό του στοὺς μα­θη­τές Του; «Λά­ζα­ρος ὁ φί­λος ἡ­μῶν κε­κοί­μη­ται, ἀλ­λὰ πο­ρεύ­ο­μαι ἵ­να ἐ­ξυ­πνή­σω αὐ­τὸν» (Ἰ­ω­άν. 11,11). 

·             Βά­δι­ζε πρὸς τὸ δι­κό Του ἑ­κού­σιο θά­να­το. Ἀ­νέ­βαι­νε γιὰ τὸν τό­πο τῆς θυ­σί­ας, τὸ Γολ­γο­θᾶ. Ἄ­κου­σε τὰ κλά­μα­τα καὶ τοὺς θρή­νους τῶν μυ­ρο­φό­ρων. Πῶς ἀν­τέ­δρα­σε; Σή­μα­νε στὶς γυ­ναῖ­κες, πὼς δὲν εἶ­ναι γιὰ κλά­μα­τα ὁ θα­να­τός του, ἀ­φοῦ θὰ γι­νό­ταν ἡ πη­γὴ τῆς ζω­ῆς καὶ τῆς χα­ρᾶς, «Μὴ κλαί­ε­τε ἐπ᾿ ἐ­μὲ πλὴν ἐφ᾿ ἑ­αυ­τὰς κλαί­ε­τε καὶ ἐ­πὶ τὰ τέ­κνα ὑ­μῶν» (Λουκ. 23,28). 

Ὁ Χρι­στὸς τὰ δά­κρυ­α γιὰ τὸ θά­να­το τὰ σπογ­γί­ζει μὲ τὸ σφουγ­γά­ρι, ποὺ λέ­γε­ται ἀ­νά­στα­σις. Με­τὰ τὸν πα­ρα­μυ­θη­τι­κό Του λό­γο ἔρ­χε­ται τὸ πα­ράγ­γελ­μα τῆς ἀ­να­στά­σε­ως:

«Ἡ παῖς ἐ­γεί­ρου» (Λουκ. 8,54). 

«Νε­α­νί­σκε, σοὶ λέ­γω, ἐ­γέρ­θη­τι» (Λουκ. 7,14). 

«Λά­ζα­ρε, δεῦ­ρο ἔ­ξω» (Ἰ­ω­άν. 11,43

Τὰ μά­τια τῶν πο­νε­μέ­νων χρι­στια­νῶν ὅ­λων τῶν αἰ­ώ­νων τὰ σπογ­γί­ζει μὲ τὸ σφουγ­γά­ρι τῆς πί­στε­ως καὶ τῆς ἐλ­πί­δας στὴν ἀ­νά­στα­ση. «Εἰ γὰρ σύμ­φυ­τοι γε­γό­να­μεν τῷ ὁ­μοι­ώ­μα­τι τοῦ θα­νά­του αὐ­τοῦ, ἀλ­λὰ καὶ τῆς ἀ­να­στά­σε­ως ἐ­σό­με­θα» (Ρωμ. 6,5). 

Λέ­γει ὁ ἱ­ε­ρὸς Χρυ­σό­στο­μος: «Παι­δεύ­ει μὴ δε­δι­έ­ναι τὸν θά­να­τον οὐ γὰρ εἶ­ναι θά­να­τον αὐ­τόν, ἀλλ᾿ ὕ­πνον γε­γε­νῆ­σθαι. Ἐ­πει­δὴ γὰρ αὐ­τὸς ἔ­μελ­λεν ἀ­πο­θνή­σκειν, ἐν τοῖς ἑ­τέ­ρων σώ­μα­σι προ­πα­ρα­σκευά­ζει τοὺς μα­θη­τὰς θαρ­ρεῖν καὶ πρά­ως φέ­ρειν τὴν τε­λευ­τήν. Καὶ γὰρ αὐ­τοῦ πα­ρα­γε­νο­μέ­νου λοι­πὸν ὕ­πνος ὁ θά­να­τος ἦν» (Ε. Π.Ε. 10,348). Με­τά­φρα­σις: Μᾶς δι­δά­σκει νὰ μὴ φο­βό­μα­στε τὸ θά­να­το. Δι­ό­τι δὲν εἶ­ναι πλέ­ον θά­να­τος, ἀλλ᾿ ἔ­χει γί­νει ὕ­πνος. Ἐ­πει­δὴ ὁ ἴ­διος ἐ­πρό­κει­το νὰ πε­θά­νη (ἑ­κού­σια), προ­πα­ρα­σκευά­ζει τοὺς μα­θη­τάς του στὸ νὰ μὴ φο­βοῦν­ται τὸ θά­να­το, μὲ τὴν ἐ­πέμ­βα­σί του σὲ σώ­μα­τα ἄλ­λων νε­κρῶν. Δι­ό­τι μό­λις ἦλ­θε ὁ Χρι­στός, ὁ θά­να­τος ἔ­γι­νε ὕ­πνος.

(Άρ­χι­μαν­δρ. Δα­νι­ήλ Ἀ­ε­ρά­κη "ΠΩΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙΣ ΤΙΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ;" σελ. 91-92)

 

Τρέ­μουν τὸ θά­να­το

 

Τρέ­μουν τὸ θά­να­το




• Μέ­τρο κρί­σε­ως εἶ­ναι ὁ θά­να­τος. 

• Μέ­τρο πί­στε­ως εἶ­ναι ὁ φό­βος ἢ ἡ ἀ­φο­βί­α τοῦ θα­νά­του.

Πές μου, πῶς ἀν­τι­με­τω­πί­ζεις τὸ θά­να­το, γιὰ νὰ σοῦ πῶ, ἂν καὶ πό­σο πι­στεύ­ης στὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, ποὺ εἶ­ναι ἡ ζω­ὴ καὶ ἡ ἀ­νά­στα­σις. 

Πρὶν ἀ­πὸ χρό­νια ἄ­θε­ος ἡ­γέ­της ἑ­νὸς με­γά­λου ἄ­θρη­σκου κρά­τους, σὰν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε κά­ποι­α με­γά­λη χώ­ρα, ποὺ θε­ω­ρη­τι­κὰ ἦ­ταν θρη­σκευ­τι­κή, εἶ­πε μὲ ἀρ­κε­τὴ δό­ση εἰ­ρω­νεί­ας: «Δη­λα­δή, σὲ τί δι­α­φέ­ρε­τε σεῖς ποὺ πι­στεύ­ε­τε ἀ­πὸ μᾶς ποὺ δὲν πι­στεύ­ου­με; Ἐ­γὼ βλέ­πω, πὼς τρέ­με­τε καὶ σεῖς τὸ θά­να­το, ὅ­πως κι ἐ­μεῖς...». 

Ὁ Χρι­στι­α­νι­σμὸς δὲν εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἕ­να κοι­νω­νι­κὸ σύ­στη­μα, ποὺ ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἐ­πι­λύ­ει δί­και­α καὶ ἱ­ε­ραρ­χι­κὰ ὅ­λα τὰ κοι­νω­νι­κὰ καὶ οἰ­κο­νο­μι­κὰ προ­βλή­μα­τα. Κυ­ρί­ως εἶ­ναι ἡ ὀρ­θὴ στά­σις ζω­ῆς. Εἶ­ναι ἡ λύ­σις τοῦ προβλή­μα­τος, ποὺ λέ­γε­ται θά­να­τος

Ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­σι, πὼς, ἂν κα­λού­σα­με στὴν κη­δεί­α προ­σφι­λοῦς μας προ­σώ­που τὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, θὰ μᾶς ἔ­βγα­ζε ὅ­λους ἔ­ξω ἀπ᾿ τὴν ἐκ­κλη­σί­α, σὰν ἄ­κου­γε τὰ κλά­μα­τα καὶ τὰ μοι­ρο­λό­για, τὶς γο­ε­ρὲς κραυ­γὲς καὶ τοὺς ἐ­πι­κή­δει­ους λό­γους. Θὰ ἐ­νερ­γοῦ­σε, ὅ­πως ἐ­νήρ­γη­σε τό­τε, στὸ σπί­τι τοῦ Ἰ­α­εί­ρου,ποὺ θρη­νο­λο­γοῦ­σαν γιὰ τὸ θά­να­το τῆς δω­δε­κά­χρο­νης κό­ρης. Μό­λις μπῆ­κε στὸ σπί­τι Αὐ­τός, ποὺ εἶ­ναι ἡ Ζω­ή, ἔ­βγα­λε ἔ­ξω ὅ­σους θρη­νοῦ­σαν ἀ­πελ­πι­σμέ­να γιὰ τὸ θά­να­το. «Ἀ­να­χω­ρεῖ­τε· οὐ γὰρ ἀ­πέ­θα­νε τὸ κο­ρά­σιον, ἀλ­λὰ κα­θεύ­δει» (Ματθ. 9,24). 

Μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν ἐ­νέρ­γεια αὐ­τὴ τοῦ Χρι­στοῦ ὁ ἱ­ε­ρὸς Χρυ­σό­στο­μος, ἐ­ξε­φώ­νη­σε μί­α θαυ­μά­σια ὁ­μι­λί­α, ὅ­που ἀ­παν­τᾶ σ᾿ ὅ­σους ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα κλαῖ­νε γιὰ τὸ θά­να­το προ­σφι­λοῦς προ­σώ­που, καὶ μά­λι­στα μι­κροῦ παι­διοῦ. 

Ἂς δοῦ­με ἀ­πὸ τὴν ὁ­μι­λί­α αὐ­τὴ με­ρι­κὲς χρυ­σο­στο­μι­κὲς ἀ­λή­θει­ες. 

• Ἂν τό­τε ὁ Χρι­στὸς ἔ­βγα­λε ἔ­ξω τοὺς θρη­νο­λο­γοῦν­τες, πε­ρισ­σό­τε­ρο θὰ ἔ­βγα­ζε ἐ­μᾶς. Τὴν ἴ­δια εὐ­θύ­νη ἔ­χουν ὅ­σοι κλαῖ­νε γιὰ ἀ­σθε­νῆ ποὺ πε­θαί­νει, δι­ό­τι δὲν ὑ­πάρ­χει τὸ φάρ­μα­κο, καὶ τὴν ἴ­δια ὅ­σοι κλαῖ­νε, ἐ­νῶ ὑ­πάρ­χει τὸ φάρ­μα­κο; 

Οἱ ἀρ­χαῖ­οι, πρὸ Χρι­στοῦ, ἔ­κλαι­γαν, ἀ­φοῦ φάρ­μα­κο γιὰ τὴν ἐ­ξου­δε­τέ­ρω­ση τοῦ θα­νά­του δὲν ὑ­πῆρ­χε. Ἐ­μεῖς σή­με­ρα πῶς ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ κλαῖ­με; Ὁ Χρι­στὸς μᾶς χά­ρι­σε τὸ φάρ­μα­κο τῆς ἀ­θα­να­σί­ας. «Εἰ γὰρ τό­τε ἐ­ξέ­βα­λεν ἐ­κεί­νους ἔ­ξω, πολ­λῷ μᾶλ­λον νῦν. Τό­τε μὲν γὰρ οὔ­πω δῆ­λος ὁ θά­να­τος ἦν ὕ­πνος γε­γε­νη­μέ­νος. Νῦν δὲ καὶ αὐ­τοῦ τοῦ ἡ­λί­ου τοῦ­το φα­ει­νό­τε­ρον. Ἀλλ᾿ οὐκ ἤ­γει­ρέ σου τὸ θυ­γά­τριον νῦν; Ἀλ­λὰ πάν­τως ἐ­γε­ρεῖ καὶ με­τὰ πλεί­ο­νος τῆς δό­ξης. Τὸ δὲ σὸν ἐ­ὰν ἀ­να­στῇ, μέ­νει λοι­πὸν ἀ­θά­να­τον ὂν» (Ε.Π.Ε. 10,352). Με­τά­φρα­σις: Ἂν τό­τε ἔ­βγα­λε ἐ­κεί­νους ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ Ἰ­α­εί­ρου ἔ­ξω, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο τώ­ρα. Δι­ό­τι τό­τε ὁ θά­να­τος δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα φα­νε­ρω­θῆ σὰν ὕ­πνος. Τώ­ρα ὅ­μως ἡ ἀ­λή­θεια αὐ­τή, ὅ­τι ὁ θά­να­τος εἶ­ναι ἕ­νας ὕ­πνος, λάμ­πει πιὸ πο­λὺ κι ἀπ᾿ τὸν ἥ­λιο. Θὰ μοῦ πῆς ἴ­σως, ὅ­τι τὸ δι­κό σου κο­ρί­τσι δὲν τὸ ἀ­νέ­στη­σε ὁ Χρι­στός; Εἶ­ναι ὅ­μως σί­γου­ρο, ὅ­τι μί­α ἡ­μέ­ρα θὰ τὸ ξυ­πνή­ση, καὶ μά­λι­στα μὲ με­γα­λύ­τε­ρη δό­ξα. Κι ὅ­ταν τὸ παι­δί σου τὸ ἀ­να­στή­ση, ἀ­πὸ κεῖ καὶ πέ­ρα θὰ μεί­νη ἀ­θά­να­το. 

(Άρ­χι­μαν­δρ. Δα­νι­ήλ Ἀ­ε­ρά­κη "ΠΩΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙΣ ΤΙΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ;" σελ. 88-90)

Τρίτη 20 Απριλίου 2021

Ὁ Σταυ­ρός, τὸ ξύ­λο τῆς ζωῆς

 

Ὁ Σταυ­ρός, τὸ ξύ­λο τῆς ζωῆς



Ἡ δου­λεί­α τῆς δει­λί­ας τοῦ θα­νά­του ὑ­πάρ­χει δυ­στυ­χῶς καὶ σή­με­ρα σὲ πολ­λούς, στοὺς πε­ρισ­σο­τέ­ρους. Καὶ εἶ­ναι κι αὐ­τὸ δεῖγ­μα ἤ τῆς ὀ­λι­γο­πι­στί­ας μας ἢ τῆς ἀ­με­τα­νο­η­σί­ας μας. 

Μᾶς συ­νέ­χει ὁ φό­βος τοῦ θα­νά­του. Μᾶς σφίγ­γει τὴν καρ­διὰ ἡ ἰ­δέ­α τοῦ θα­νά­του. Μᾶς τα­ρά­ζει τὸ ἐν­δε­χό­με­νο τοῦ ἐ­πι­κει­μέ­νου θα­νά­του μας. 

Εἴ­δα­τε τί συμ­βαί­νει μὲ τὴ λε­γό­με­νη ἀ­ε­ρο­πει­ρα­τί­α; Τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, μὲ ἀ­νυ­πο­ψί­α­στους τοὺς ἐ­πι­βά­τες καὶ τὸ πλή­ρω­μα, ξε­κι­νά­ει, ἀ­νε­βαί­νει σὲ χι­λιά­δες πό­δια ὕ­ψος, κι ὅ­μως στὰ σπλά­χνα του κρύ­βει βόμ­βα. Ἡ ἔ­κρη­ξίς της προ­κα­λεῖ τρα­γω­δί­α. Ἀπ᾿ τὰ ὕ­ψη τό­σοι ἄν­θρω­ποι προ­σγει­ώ­νον­ται νε­κρὰ πτώ­μα­τα στὴ γῆ. 

·      ὑ­πε­ρή­φα­νος ἄν­θρω­πος ἀ­νε­βαί­νει σὲ ὕ­ψη κο­σμι­κῶν με­γα­λεί­ων, γνώ­σε­ων, πλού­του, εὐ­τυ­χί­ας αἰ­σθη­σια­κῆς. Λη­σμο­νεῖ, ὅ­τι τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο τῆς ζω­ῆς του κρύ­βει στὰ σπλά­χνα του τὴ βόμ­βα τοῦ θα­νά­του. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε σὲ κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ ἐ­κρα­γῆ. Τὴν ὥ­ρα, ποὺ ἔ­χει ὁ­ρί­σει ὁ Θε­ός. Καὶ τό­τε ὁ ὑ­πε­ρή­φα­νος ἄν­θρω­πος θὰ προ­σγει­ω­θῆ ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὰ στὴν τρα­γι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, στὴ ζω­ὴ με­τὰ θά­να­τον, ποὺ γιὰ τὸν ἄ­πι­στο εἶ­ναι ἡ αἰ­ώ­νια κό­λα­σις. 

·      Ἂν γιὰ τὸν ἄ­πι­στο καὶ ὑ­πε­ρή­φα­νο ὁ θά­να­τος εἶ­ναι ἡ βόμ­βα, ποὺ δι­α­λύ­ει τὰ ὄ­νει­ρά του καὶ προ­σγει­ώ­νει τὴν ὑ­περ­φί­α­λη ζω­ή του στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα τῆς ἀ­βά­στα­χτης φρί­κης, γιὰ τὸν πι­στὸ καὶ τα­πει­νὸ ὁ θά­να­τος εἶ­ναι ὁ χει­ρα­γω­γός, ποὺ τὸν ὁ­δη­γεῖ στὴν αἰ­ώ­νια ζω­ή, στὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν. 

Με­τὰ Χρι­στὸν καὶ μὲ τὸ Χρι­στὸ ὁ θά­να­τος δὲν εἶ­ναι μο­νό­δρο­μος πρὸς τὸν ἅ­δη ἢ πρὸς τὴν κό­λα­σι. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν πλέ­ον δυ­να­τό­τη­τα ἐ­πι­λο­γῆς. 

·      Μπο­ροῦ­με νὰ δι­α­λέ­ξου­με ἢ τὴ ζω­ὴ ἢ τὸ θά­να­το.

·      Ἐ­πι­λέ­γον­τας τὸ θά­να­το τοῦ Χρι­στοῦ, ἐ­ξα­σφα­λί­ζου­με τὴν ὄν­τως ζω­ή. Ὁ θά­να­τός Του, ἡ ζω­ή μας!

Ὁ Σταυ­ρός Του εἶ­ναι τὸ ξύ­λο τῆς ζω­ῆς. Ψάλ­λου­με: «Ὁ σταυ­ρός σου, Κύ­ρι­ε, ζω­ὴ καὶ ἀ­νά­στα­σις ὑ­πάρ­χει τῷ λα­ῷ σου...» (ἀ­πό τους αἴ­νους τοῦ πλ.β'). 

Ὅ­σοι πι­στεύ­ουν στὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, στό μυ­στή­ριο τοῦ Σταυ­ροῦ, στὸ γε­γο­νὸς τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως, αὐ­τοὶ μὲ χα­ρὰ καὶ ἐλ­πί­δα δι­α­λέ­γουν τὸ θά­να­το τοῦ Ἰ­η­σοῦ. Δη­λα­δὴ, πε­θαί­νουν ὡς πρὸς τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ ζοῦν τὴ νέ­κρω­σι τοῦ θα­νά­του. Προ­χω­ροῦν λυ­τρω­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸ φό­βο του θα­νά­του. «Πάν­το­τε τὴν νέ­κρω­σιν τοῦ Κυ­ρί­ου Ἰ­η­σοῦ καὶ ἐν τῷ σώ­μα­τι πε­ρι­φέ­ρον­τες, ἵ­να καὶ ἡ ζω­ὴ τοῦ Ἰ­η­σοῦ ἐν τῷ σώ­μα­τι ἡ­μῶν φα­νε­ρω­θῇ» (Β΄Κορ. 4,10). 

Τὴ φι­λο­σο­φί­α τοῦ μο­να­χι­κοῦ βί­ου, ἀλ­λὰ καὶ κά­θε χρι­στι­α­νι­κῆς πο­ρεί­ας, ἐκ­φρά­ζει τὸ δί­στι­χο: 

«Ἂν πε­θά­νης, πρὶν πε­θά­νης,

δὲν θὰ πε­θά­νης, ὅ­ταν πε­θά­νης».

(Άρ­χι­μαν­δρ. Δα­νι­ήλ Ἀ­ε­ρά­κη "ΠΩΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙΣ ΤΙΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ;" σελ. 86-88)

Δευτέρα 19 Απριλίου 2021

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΜΕΓ. ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ και ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ 2021

 ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ       

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΜΕΓ. ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ και ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ 2021



ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ ΤΩΝ ΒΑ­Ϊ­ΩΝ 25/4

6.30 π.μ. Ὄρ­θρος - Θ. Λει­τουρ­γί­α Ἰ­ω. Χρυ­σο­στό­μου

5.30 μ.μ. Ἑ­σπε­ρι­νός                 

6.30 μ.μ.  Ἀ­κο­λου­θί­α Νυμ­φί­ου

 ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥ­ΤΕ­ΡΑ 26/4

5.30 μ.μ. Ἀ­κο­λου­θί­α Μεγ. Ἀ­πο­δεί­πνου

6.30 μ.μ.  Ἀ­κο­λου­θί­α Νυμ­φί­ου 

 ΜΕ­ΓΑ­ΛΗ ΤΡΙ­ΤΗ 27/4

6.30 π.μ. Θεί­α Λει­τουρ­γί­α Προ­η­γι­α­σμέ­νων

5.30 μ.μ. Ἀ­κο­λου­θί­α Μεγ. Ἀ­πο­δεί­πνου

6.30 μ.μ.  Ἀ­κο­λου­θί­α Νυμ­φί­ου

ΜΕ­ΓΑ­ΛΗ ΤΕ­ΤΑΡ­ΤΗ 28/4

6.30 π.μ.  Θεί­α Λει­τουρ­γί­α Προ­η­γι­α­σμέ­νων

5.30 μ.μ.  Μι­κρόν Ἀ­πό­δει­πνον

6.00 μ.μ.  Ἀ­κο­λου­θί­α Νι­πτῆ­ρος

7.30 μ.μ. Ἅ­γιον Εὐ­χέ­λαι­ον

ΜΕ­ΓΑ­ΛΗ ΠΕΜ­ΠΤΗ 29/4

6.30 π.μ. Ἑ­σπε­ρι­νός καί Θεί­α Λει­τουρ­γί­α Μ. Βα­σι­λεί­ου

6.00 μ.μ. Ἀ­κο­λου­θί­α Ἁ­γί­ων Πα­θῶν

ΜΕ­ΓΑ­ΛΗ ΠΑ­ΡΑ­ΣΚΕΥ­Η 30/4

 7.00 π.μ.  Ἀ­κο­λου­θί­α ΜΕ­ΓΑ­ΛΩΝ Ω­ΡΩΝ

9.00 π.μ.  Μέγ.  Ἑ­σπε­ρι­νός - Ἀ­πο­κα­θή­λω­σις

6.30 μ.μ.  Ἀ­κο­λου­θί­α Ἐ­πι­τα­φί­ου

 ΜΕ­ΓΑ­ΛΟ ΣΑΒ­ΒΑ­ΤΟ 1/5

7.30 π.μ. Ἑ­σπε­ρι­νός (Πρώ­τη Ἀ­νά­στα­σις γύ­ρω στὶς  8.00) Θεί­α Λει­τουρ­γί­α Μ. Βα­σι­λεί­ου

            11.00 μ.μ. Θα ἠ­χή­σουν οἱ καμ­πά­νες καί στή συ­νέ­χεια ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ Με­σο­νυ­κτι­κοῦ

ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ ΤΟΥ ΠΑ­ΣΧΑ 2/5

12.00 Με­σά­νυ­χτα Ο ΚΑ­ΛΟΣ ΛΟ­ΓΟΣ καί στή συ­νέ­χεια θά τε­λε­στεῖ ὁ Ὄρ­θρος καί

ἡ Θ. Λει­τουρ­γί­α τῆς Α­ΝΑ­ΣΤΑ­ΣΕ­ΩΣ.

(Ἡ ἀ­κο­λου­θί­α θά τε­λει­ώ­σει γύ­ρω στίς 2.00 π.μ.)

10.00 π.μ. Ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός τῆς Ἀ­γά­πης καί Ἁ­γ. Γε­ωρ­γί­ου τοῦ Τρο­παι­ο­φό­ρου,

ΔΕΥ­ΤΕ­ΡΑ ΤΟΥ ΠΑ­ΣΧΑ 3/5 Ἡ με­τα­τε­θεῖ­σα ἑ­ορ­τὴ τοῦ Ἁγ. Με­γα­λομ. Γε­ωρ­γί­ου τοῦ Τρο­παι­ο­φό­ρου

            6.30 π.μ. Ὄρ­θρος και Θ.Λει­τουρ­γί­α.

6.00 μ.μ Λι­τή - Ἑ­σπε­ρι­νός Ἁγ. Ρα­φα­ήλ, Νι­κο­λά­ου καί Εἰ­ρή­νης τῶν Νε­ο­φα­νῶν

ΤΡΙ­ΤΗ ΤΟΥ ΠΑ­ΣΧΑ 4/5 Ῥα­φα­ήλ, Νι­κο­λά­ου κ­αί Εἰ­ρή­νης τ­ῶν νε­ο­φα­νῶν μαρ­τύ­ρων

6.30 π.μ. Ὄρ­θρος καί Θ.Λει­τουρ­γί­α

6.00 μ.μ.Ἑ­σπε­ρι­νὸς Ἀγ. Εἰ­ρή­νης με­γα­λο­μάρ. καὶ Ἐ­φραὶμ με­γα­λο­μάρτ. τοῦ Νε­ο­φα­νοῦς

ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΟΥ ΠΑ­ΣΧΑ 5/5

6.30 π.μ. Ὄρ­θρος καί Θ.Λει­τουρ­γί­α

ΠΕΜ­ΠΤΗ ΤΟΥ ΠΑ­ΣΧΑ 6/5.

6.00 μ.μ. Ἑ­σπε­ρι­νός Ζω­ο­δό­χου Πη­γῆς,

ΠΑ­ΡΑ­ΣΚΕΥ­Η ΤΟΥ ΠΑ­ΣΧΑ: 7/5. Ζω­ο­δό­χου Πη­γῆς

6.30 π.μ.Ὄρ­θρος καί Θ.Λει­τουρ­γί­α Ζω­ο­δό­χου Πη­γῆς,

ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ 8/5

6.00 μ.μ.Ἑ­σπε­ρι­νός τῆς Κυ­ρια­κῆς τοῦ Ἀν­τι­πά­σχα

ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ ΤΟΥ ΑΝ­ΤΙ­ΠΑ­ΣΧΑ 9/5 Ἡ ψη­λά­φη­σις τ­οῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­πο­στό­λου Θω­μᾶ,

             6.30 π.μ.Ὄρ­θρος καί Θ. Λει­τουρ­γί­α 

ΗΤΑΝ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΡΟΜΕΡΟΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ. Ἡ δου­λεί­α τοῦ θα­νά­του

 

ΗΤΑΝ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΡΟΜΕΡΟΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

«Ὅ­ρα παν­τα­χοῦ ὕ­πνον κα­λού­με­νον τὸν θά­να­τον·

διὰ τοῦ­το καὶ ὁ τό­πος κοι­μη­τή­ριον ὠ­νό­μα­σται» 

(Χρυ­σό­στο­μος) 


Ἡ δου­λεί­α τοῦ θα­νά­του




Κά­τω ἡ τρο­μο­κρα­τί­α! Παγ­κό­σμιο τὸ σύν­θη­μα. Ἡ τρο­μο­κρα­τί­α, οἱ βί­αι­ες ἐ­νέρ­γει­ες κα­τὰ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς, ἔ­χουν λά­βει ἐ­πι­κίν­δυ­νες δι­α­στά­σεις. Οἱ δρό­μοι τῶν τρο­μο­κρα­τῶν ἔ­χουν δι­ε­θνῆ σταυ­ρο­δρό­μια. Πολ­λοὶ οἱ τρο­μο­κρά­τες. Κα­νέ­νας ὅμως δὲν ξε­περ­νά­ει τὸ με­γά­λο τρο­μο­κρά­τη, τὸ θά­να­το. 

Τὸ θά­να­το ὅ­λοι τὸν τρέ­μουν. 

• Μπρο­στὰ στὴ δι­κή του δύ­ναμ, βόμ­βες καὶ τὰ ποι­κί­λα φο­νι­κὰ ὅ­πλα πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἀ­νί­σχυ­ρα. Ὁ θά­να­τoς κα­νέ­ναν ἄν­θρω­πο καὶ κα­νέ­να σύ­στη­μα δὲν φο­βά­ται.

• Μπρο­στὰ στὸ θά­να­το τὰ λε­φτὰ καὶ τὰ πλού­τη εἶ­ναι φτω­χά, πραγ­μα­τι­κὰ μη­δε­νι­κά. Δὲν ἐ­ξα­γο­ρά­ζε­ται ὁ θά­να­τος, ἀ­φοῦ, ὅ­πως λέ­γει ὁ Χρυ­σό­στο­μος, εἶ­ναι «ἀ­δω­ρο­δό­κη­τος». 

·   Μπρο­στά του οἱ δι­πλω­μα­τί­ες ἀ­πο­δει­κνύ­ον­ται ἀ­νο­η­σί­ες. Μὲ τί­πο­τε δὲν ξε­γε­λι­έ­ται ὁ σκλη­ρὸς στὸ πρό­σω­πο θά­να­τος. 

• Μπρο­στά του οἱ γί­γαν­τες φαί­νον­ται νά­νοι. Ὅ­λοι σω­ρι­ά­ζον­ται στὴ φρι­κτή του θέ­α. Ὅ­λα ἐ­λα­χι­στο­ποι­οῦν­ται. 

·  Μπρο­στά του τὰ πτυ­χί­α «ἀ­να­γνω­ρί­ζον­ται» ὡς ἄ­χρη­στα. Κα­νέ­να δὲν δι­α­θέ­τει τὸ κλει­δὶ γιὰ τὸ ξε­πέ­ρα­σμα τοῦ θα­νά­του. 

·  Μπρο­στά του ὅ­λοι οἱ τρα­νοί τῆς γῆς τρέ­μουν σὰν τὰ φύλ­λα φθι­νο­πω­ρι­νοῦ δέν­δρου. 

Καὶ ὅ­μως ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος, ποὺ δὲν τρέ­μει τὸ θά­να­το.

Εἶ­ναι ὁ χρι­στια­νός.

· Αὐ­τός, ποὺ πι­στεύ­ει στὸ Σταυ­ρὸ τοῦ Χρι­στοῦ. 

· Αὐ­τός, ποῦ ζῆ κα­θη­με­ρι­νὰ τὴ βε­βαι­ό­τη­τα τοῦ «Θα­νά­τῳ θά­να­τον πα­τή­σας». 

· Αὐ­τός, ποὺ πι­στεύ­ει στὴν Ἀ­νά­στα­σι

Σταυ­ρὸς τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι τὸ ὅ­πλο, ποὺ ἐ­ξου­δε­τέ­ρω­σε τὸ με­γά­λο τρο­μο­κρά­τη, ποὺ συ­νέ­τρι­ψε τὸ κρά­τος τοῦ θα­νά­του καὶ τὴ μο­νο­κρα­το­ρί­α τοῦ δι­α­βό­λου. Ψάλ­λου­με θρι­αμ­βευ­τι­κά: «Ὅ­πλον κα­τὰ τοῦ δι­α­βό­λου τὸν σταυ­ρόν σου ἡ­μῖν δέ­δω­κας· φρίτ­τει γὰρ καὶ τρέ­μει, μὴ φέ­ρων κα­θo­ρᾶν αὐ­τοῦ τὴν δύ­να­μιν ὅ­τι νε­κροὺς ἀ­νι­στᾷ καὶ θά­να­τον κα­τήρ­γη­σε...» (ἀ­πὸ τοὺς αἴ­νους τοῦ πλ. δ΄). 

Σταυ­ρός, ὡς τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Χρι­στοῦ, ὑ­πῆρ­ξε τὸ κο­φτε­ρὸ σπα­θί, ποὺ ἔ­κο­ψε τὸ Γόρ­διο δε­σμὸ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ τοῦ θα­νά­του. 

Ὁ θά­να­τος εἶ­ναι τὸ θη­ρί­ο, ποὺ τὸ ἀ­πο­δυ­νά­μω­σε ὁ Κύ­ριος μὲ τὴ σταυ­ρι­κή Του θυ­σί­α. Ξερ­ρί­ζω­σε τὸ κεν­τρί του, ἡ ἁ­μαρ­τί­α. «Κα­τε­πό­θη ὁ θά­να­τος εἰς νῖ­κος. Ποῦ σου, θά­να­τε, τὸ κέν­τρον; Ποῦ σου, ἅ­δη, τὸ νῖ­κος; Τὸ δὲ κέν­τρον τοῦ θα­νά­του ἡ ἁ­μαρ­τί­α» (Α΄Κρ. 15,55-56). 

Ὁ Χρι­στός, ὡς ἐ­λευ­θε­ρω­τὴς τῶν ἀν­θρώ­πων, μᾶ­ς  ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σε ἀπ᾿ τὴ σκλη­ρό­τε­ρη τυ­ραν­νί­α: ἀπ᾿ τὴ δου­λεί­α τοῦ θα­νά­του. 

Πρὸ Χρι­στοῦ κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε μο­νο­κομ­μα­τι­κὰ τὸ κρά­τος τοῦ δι­α­βό­λου, ὁ θά­να­τος. Φό­βος καὶ τρό­μος γιὰ ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πους, ποὺ ἡ ἁ­μαρ­τί­α εἶ­χε κα­τα­στή­σει θνη­τούς (Ρωμ. 5,12). 

Ποι­ὸς μπο­ροῦ­σε νὰ παί­ξη μὲ τὸ θά­να­το; 

Καὶ ὅ­μως, ὁ Χρι­στὸς ἐ­νέ­παι­ξε τὸ δι­ά­βο­λο καὶ συ­νέ­τρι­ψε τὸ θά­να­το. Προ­σέ­φε­ρε σὰν δό­λω­μα τὸ θά­να­το τῆς δι­κῆς Του σαρ­κός. 

Ὅ­πως ὁ ψα­ρᾶς ρί­χνει τὸ δό­λω­μα καὶ τὸ ψά­ρι τὸ χά­φτει κι αἰχ­μα­λω­τί­ζε­ται, ἔ­τσι κά­πως συ­νέ­βη στὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ σταυ­ρι­κοῦ θα­νά­του τοῦ Χρι­στοῦ. Προ­σέ­φε­ρε ὁ Χρι­στὸς τὸ δό­λω­μα τοῦ θα­νά­του Του, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας σὰν ἄγ­κι­στρο τὸ Σταυ­ρό, καὶ αἰχ­μα­λώ­τι­σε τὸ θά­να­το. Κα­τάρ­γη­σε τὸ κρά­τος του. 

Μι­λών­τας ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος γιὰ τὴν ἐν Χρι­στῷ σω­τη­ρί­α μας ἀπ᾿ τὴ δου­λεί­α καὶ τὴ δει­λί­α τοῦ θα­νά­του το­νί­ζει: «Ἐ­πεὶ οὖν τὰ παι­δί­α κε­κοι­νώ­νη­κε σαρ­κὸς καὶ αἵ­μα­τος, καὶ αὐ­τὸς πα­ρα­πλη­σί­ως με­τέ­σχε τῶν αὐ­τῶν, ἵ­να διὰ τοῦ θα­νά­του κα­ταρ­γή­σῃ τὸν τὸ κρά­τος ἔ­χον­τα τοῦ θα­νά­του, τοῦτ᾿ ἔ­στι τὸν δι­ά­βο­λον, καὶ ἀ­παλ­λά­ξῃ τού­τους, ὅ­σοι φό­βῳ θα­νά­του διὰ παν­τός του ζῇν ἔ­νο­χοι ἦ­σαν δου­λεί­ας» (Ἑ­βρ. 2,14-15). 

(Άρ­χι­μαν­δρ. Δα­νι­ήλ Ἀ­ε­ρά­κη "ΠΩΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙΣ ΤΙΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ;" σελ. 84-86)

Τί ἀ­παν­τᾶ­με στὴν πρό­κλη­ση τοῦ πό­νου;

 

Τί ἀ­παν­τᾶ­με στὴν πρό­κλη­ση τοῦ πό­νου;




• Ὁ πό­νος εἶ­ναι μί­α πρό­κλη­σις. Ἂς ἀ­κού­σου­με τὴν ἀ­πάν­τη­ση τοῦ Ἰ­ὼβ στὴν πρό­κλη­ση τῶν πει­ρα­σμῶν: «Ὁ Κύ­ριος ἔ­δω­κεν, ὁ Κύ­ριος ἀ­φεί­λα­το ὡς τῷ Κυ­ρί­ῳ ἔ­δο­ξεν, οὕ­τω καὶ ἐ­γέ­νε­το εἴ­η τὸ ὄ­νο­μα Κυ­ρί­ου εὐ­λο­γη­μέ­νον εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας» (Ἰ­ὼβ 1,21). 

Τί τι­μὴ ἀ­πέ­δω­σε ἡ Ἐκ­κλη­σί­α στὸν Ἰ­ώβ! Μὲ τὸ δι­κό του ὕ­μνο σφρα­γί­ζει τὴ θεί­α Λει­τουρ­γί­α: «Εἴ­η τὸ ὄ­νο­μα Κυ­ρί­ου εὐ­λο­γη­μέ­νον...». 

Ἔ­χου­με τὴ δύ­να­μι τὴν ὥ­ρα τῆς θλί­ψε­ως καὶ τοῦ με­γά­λου πό­νου νὰ ὑ­ψώ­σου­με τὰ μά­τια πρὸς τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ ὑ­μνή­σου­με τὸν Κύ­ριο, ὅ­πως ὁ Ἰ­ώβ; Τό­τε ἀ­λη­θι­νὰ θὰ ἔ­χου­με τὴν ὑ­πο­μο­νὴ τῆς ἐλ­πί­δας. Τό­τε θὰ βρι­σκώ­με­θα στὸν κύ­κλο τοῦ μα­κα­ρι­σμοῦ: «Μα­κά­ριος ἀ­νήρ, ὃς ὑ­πο­μέ­νει πει­ρα­σμόν, ὅ­τι δό­κι­μος γε­νό­με­νος λή­ψε­ται τὸν στέ­φα­νον τῆς ζω­ῆς» (Ἰ­ακ. 1,12). 

• Ὁ πό­νος εἶ­ναι μυ­στή­ριο, ἀ­ναγ­καῖ­ο μυ­στή­ριο. Μὴ τὸ ἐ­ρευ­νᾶς. Μὴ ψά­χνης νὰ βρῆς, για­τί τὸ ἐ­πι­τρέ­πει ὁ Θε­ός. Στὸ βέ­βαι­ο νὰ στέ­κε­σαι. 

Κοί­τα ψη­λά! Κοί­τα τὸ στε­φά­νι τῆς δό­ξης, ποὺ πε­ρι­μέ­νει κά­θε ἀ­γω­νι­στή, κά­θε ἀ­θλη­τὴ τῆς ὑ­πο­μο­νῆς. «Λή­ψε­ται τὸν στέ­φα­νον τῆς ζω­ῆς». Καὶ ση­μει­ώ­νει ὁ ἱ­ε­ρὸς Χρυ­σό­στο­μος: «Ἀ­νά­με­νε καὶ αὐ­τὸς τὸ τέ­λος. Πάν­τως γὰρ ἀ­παν­τή­σε­ται, ἢ ἐν­ταῦ­θα ἢ ἐν τῷ μέλ­λον­τι αἰ­ῶ­νι. Καὶ πα­ρα­χώ­ρει παν­τα­χοῦ τῷ ἀ­κα­τα­λή­πτῳ τῆς τοῦ Θε­οῦ προ­νοί­ας, καὶ μὴ λέ­γε, πῶς δὲ τὰ το­σαύ­τα κα­κὰ λή­ψε­ται δι­όρ­θω­σιν. Μη­δὲ πε­ρι­ερ­γά­ζo­υ τῆς τοῦ Θε­οῦ πα­ρα­δο­ξο­ποι­ί­ας τὸν τρό­πον» (Ε.Π.Ε. 33,564-566). Με­τά­φρα­σις: Πε­ρί­με­νε καὶ σὺ τὸ τέ­λος. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε θὰ πά­ρης ἀ­πάν­τη­σι, ἢ ἐ­δῶ, ἢ ἐ­κεῖ, στὴ μέλ­λου­σα ζω­ή. Νὰ ἐμ­πι­στεύ­ε­σαι πάν­το­τε στὴν ἀ­κα­τά­λη­πτη πρό­νοι­α τοῦ Θε­οῦ. Καὶ νὰ μὴ λές: Πῶς θὰ δι­ορ­θω­θοῦν τό­σα κα­κά; Οὔ­τε νὰ πε­ρι­ερ­γά­ζε­σαι τὸν πα­ρά­δο­ξο τρό­πο τοῦ Θε­οῦ (γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α σου). 

Κοί­τα ψη­λά, καὶ μὴ σὲ μέ­λει! 

 

(Άρ­χι­μαν­δρ. Δα­νι­ήλ Ἀ­ε­ρά­κη "ΠΩΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙΣ ΤΙΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ;" σελ. 82-83)

Σάββατο 17 Απριλίου 2021

Τρέ­μουν τὸ θά­να­το

 

Τρέ­μουν τὸ θά­να­το



• Μέ­τρο κρί­σε­ως εἶ­ναι ὁ θά­να­τος. 

• Μέ­τρο πί­στε­ως εἶ­ναι ὁ φό­βος ἢ ἡ ἀ­φο­βί­α τοῦ θα­νά­του.

Πές μου, πῶς ἀν­τι­με­τω­πί­ζεις τὸ θά­να­το, γιὰ νὰ σοῦ πῶ, ἂν καὶ πό­σο πι­στεύ­ης στὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, ποὺ εἶ­ναι ἡ ζω­ὴ καὶ ἡ ἀ­νά­στα­σις. 

Πρὶν ἀ­πὸ χρό­νια ἄ­θε­ος ἡ­γέ­της ἑ­νὸς με­γά­λου ἄ­θρη­σκου κρά­τους, σὰν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε κά­ποι­α με­γά­λη χώ­ρα, ποὺ θε­ω­ρη­τι­κὰ ἦ­ταν θρη­σκευ­τι­κή, εἶ­πε μὲ ἀρ­κε­τὴ δό­ση εἰ­ρω­νεί­ας: «Δη­λα­δή, σὲ τί δι­α­φέ­ρε­τε σεῖς ποὺ πι­στεύ­ε­τε ἀ­πὸ μᾶς ποὺ δὲν πι­στεύ­ου­με; Ἐ­γὼ βλέ­πω, πὼς τρέ­με­τε καὶ σεῖς τὸ θά­να­το, ὅ­πως κι ἐ­μεῖς...». 

Ὁ Χρι­στι­α­νι­σμὸς δὲν εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἕ­να κοι­νω­νι­κὸ σύ­στη­μα, ποὺ ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἐ­πι­λύ­ει δί­και­α καὶ ἱ­ε­ραρ­χι­κὰ ὅ­λα τὰ κοι­νω­νι­κὰ καὶ οἰ­κο­νο­μι­κὰ προ­βλή­μα­τα. Κυ­ρί­ως εἶ­ναι ἡ ὀρ­θὴ στά­σις ζω­ῆς. Εἶ­ναι ἡ λύ­σις τοῦ προβλή­μα­τος, ποὺ λέ­γε­ται θά­να­τος

Ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­σι, πὼς, ἂν κα­λού­σα­με στὴν κη­δεί­α προ­σφι­λοῦς μας προ­σώ­που τὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, θὰ μᾶς ἔ­βγα­ζε ὅ­λους ἔ­ξω ἀπ᾿ τὴν ἐκ­κλη­σί­α, σὰν ἄ­κου­γε τὰ κλά­μα­τα καὶ τὰ μοι­ρο­λό­για, τὶς γο­ε­ρὲς κραυ­γὲς καὶ τοὺς ἐ­πι­κή­δει­ους λό­γους. Θὰ ἐ­νερ­γοῦ­σε, ὅ­πως ἐ­νήρ­γη­σε τό­τε, στὸ σπί­τι τοῦ Ἰ­α­εί­ρου,ποὺ θρη­νο­λο­γοῦ­σαν γιὰ τὸ θά­να­το τῆς δω­δε­κά­χρο­νης κό­ρης. Μό­λις μπῆ­κε στὸ σπί­τι Αὐ­τός, ποὺ εἶ­ναι ἡ Ζω­ή, ἔ­βγα­λε ἔ­ξω ὅ­σους θρη­νοῦ­σαν ἀ­πελ­πι­σμέ­να γιὰ τὸ θά­να­το. «Ἀ­να­χω­ρεῖ­τε· οὐ γὰρ ἀ­πέ­θα­νε τὸ κο­ρά­σιον, ἀλ­λὰ κα­θεύ­δει» (Ματθ. 9,24). 

Μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν ἐ­νέρ­γεια αὐ­τὴ τοῦ Χρι­στοῦ ὁ ἱ­ε­ρὸς Χρυ­σό­στο­μος, ἐ­ξε­φώ­νη­σε μί­α θαυ­μά­σια ὁ­μι­λί­α, ὅ­που ἀ­παν­τᾶ σ᾿ ὅ­σους ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα κλαῖ­νε γιὰ τὸ θά­να­το προ­σφι­λοῦς προ­σώ­που, καὶ μά­λι­στα μι­κροῦ παι­διοῦ. 

Ἂς δοῦ­με ἀ­πὸ τὴν ὁ­μι­λί­α αὐ­τὴ με­ρι­κὲς χρυ­σο­στο­μι­κὲς ἀ­λή­θει­ες. 

• Ἂν τό­τε ὁ Χρι­στὸς ἔ­βγα­λε ἔ­ξω τοὺς θρη­νο­λο­γοῦν­τες, πε­ρισ­σό­τε­ρο θὰ ἔ­βγα­ζε ἐ­μᾶς. Τὴν ἴ­δια εὐ­θύ­νη ἔ­χουν ὅ­σοι κλαῖ­νε γιὰ ἀ­σθε­νῆ ποὺ πε­θαί­νει, δι­ό­τι δὲν ὑ­πάρ­χει τὸ φάρ­μα­κο, καὶ τὴν ἴ­δια ὅ­σοι κλαῖ­νε, ἐ­νῶ ὑ­πάρ­χει τὸ φάρ­μα­κο; 

Οἱ ἀρ­χαῖ­οι, πρὸ Χρι­στοῦ, ἔ­κλαι­γαν, ἀ­φοῦ φάρ­μα­κο γιὰ τὴν ἐ­ξου­δε­τέ­ρω­ση τοῦ θα­νά­του δὲν ὑ­πῆρ­χε. Ἐ­μεῖς σή­με­ρα πῶς ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ κλαῖ­με; Ὁ Χρι­στὸς μᾶς χά­ρι­σε τὸ φάρ­μα­κο τῆς ἀ­θα­να­σί­ας. «Εἰ γὰρ τό­τε ἐ­ξέ­βα­λεν ἐ­κεί­νους ἔ­ξω, πολ­λῷ μᾶλ­λον νῦν. Τό­τε μὲν γὰρ οὔ­πω δῆ­λος ὁ θά­να­τος ἦν ὕ­πνος γε­γε­νη­μέ­νος. Νῦν δὲ καὶ αὐ­τοῦ τοῦ ἡ­λί­ου τοῦ­το φα­ει­νό­τε­ρον. Ἀλλ᾿ οὐκ ἤ­γει­ρέ σου τὸ θυ­γά­τριον νῦν; Ἀλ­λὰ πάν­τως ἐ­γε­ρεῖ καὶ με­τὰ πλεί­ο­νος τῆς δό­ξης. Τὸ δὲ σὸν ἐ­ὰν ἀ­να­στῇ, μέ­νει λοι­πὸν ἀ­θά­να­τον ὂν» (Ε.Π.Ε. 10,352). Με­τά­φρα­σις: Ἂν τό­τε ἔ­βγα­λε ἐ­κεί­νους ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ Ἰ­α­εί­ρου ἔ­ξω, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο τώ­ρα. Δι­ό­τι τό­τε ὁ θά­να­τος δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα φα­νε­ρω­θῆ σὰν ὕ­πνος. Τώ­ρα ὅ­μως ἡ ἀ­λή­θεια αὐ­τή, ὅ­τι ὁ θά­να­τος εἶ­ναι ἕ­νας ὕ­πνος, λάμ­πει πιὸ πο­λὺ κι ἀπ᾿ τὸν ἥ­λιο. Θὰ μοῦ πῆς ἴ­σως, ὅ­τι τὸ δι­κό σου κο­ρί­τσι δὲν τὸ ἀ­νέ­στη­σε ὁ Χρι­στός; Εἶ­ναι ὅ­μως σί­γου­ρο, ὅ­τι μί­α ἡ­μέ­ρα θὰ τὸ ξυ­πνή­ση, καὶ μά­λι­στα μὲ με­γα­λύ­τε­ρη δό­ξα. Κι ὅ­ταν τὸ παι­δί σου τὸ ἀ­να­στή­ση, ἀ­πὸ κεῖ καὶ πέ­ρα θὰ μεί­νη ἀ­θά­να­το. 

(Άρ­χι­μαν­δρ. Δα­νι­ήλ Ἀ­ε­ρά­κη "ΠΩΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙΣ ΤΙΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ;" σελ. 88-90)