Σάββατο 24 Ιουλίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ    

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 (25 ΙΟΥΛΙΟΥ 2021)


 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΜΗΤΟΡΟΣ                 

Ἀ­δελ­φοί, ᾿Α­βρα­ὰμ δύ­ο υἱ­οὺς ἔ­σχεν, ἕ­να ἐκ τῆς παι­δί­σκης καὶ ἕ­να ἐκ τῆς ἐ­λευ­θέ­ρας. Ἀλλ᾿ ὁ μὲν ἐκ τῆς παι­δί­σκης κα­τὰ σάρ­κα γε­γέν­νη­ται, ὁ δὲ ἐκ τῆς ἐ­λευ­θέ­ρας διὰ τῆς ἐ­παγ­γε­λί­ας. Ἅ­τι­νά ἐ­στιν ἀλ­λη­γο­ρο­ύ­με­να. Αὗ­ται γάρ εἰ­σι δύ­ο δι­α­θῆ­και, μί­α μὲν ἀ­πὸ ὄ­ρους Σι­νᾶ, εἰς δου­λε­ί­αν γεν­νῶ­σα, ἥ­τις ἐ­στὶν ῎Α­γαρ. Τὸ γὰρ ῎Α­γαρ Σι­νᾶ ὄ­ρος ἐ­στὶν ἐν τῇ ᾿Α­ρα­βί­ᾳ, συ­στοι­χεῖ δὲ τῇ νῦν ῾Ι­ε­ρου­σα­λήμ, δου­λε­ύ­ει δὲ με­τὰ τῶν τέ­κνων αὐ­τῆς· ἡ δὲ ἄ­νω ῾Ι­ε­ρου­σα­λὴμ ἐ­λευ­θέ­ρα ἐ­στίν, ἥ­τις ἐ­στὶ μή­τηρ πάν­των ἡ­μῶν. Γέγραπται γάρ· «Εὐ­φράν­θη­τι στεῖ­ρα ἡ οὐ τί­κτου­σα, ῥῆ­ξον καὶ βό­η­σον οὐκ ὠ­δί­νου­σα· ὅ­τι πολ­λὰ τὰ τέ­κνα τῆς ἐ­ρή­μου μᾶλ­λον ἢ τῆς ἐ­χο­ύ­σης τὸν ἄν­δρα».

                                           (Γαλ. δ΄ [4] 22 - 27)

 

ΟΙ ΔΥΟ ΠΟΛΕΙΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ

1. Η ΕΠΙΓΕΙΑ ΠΟΛΗ

Ὁ Ἀ­βρα­άμ, μᾶς λέ­γει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, «δύ­ο υἱ­οὺς ἔ­σχεν, ἕ­να ἐκ τῆς παι­δί­σκης καὶ ἕ­να ἐκ τῆς ἐ­λευ­θέ­ρας», ἀ­πέ­κτη­σε δύ­ο υἱ­ούς, ἕ­ναν ἀ­πὸ τὴ δού­λη Ἄ­γαρ κι ἕ­ναν ἀ­πὸ τὴν ἐ­λεύ­θε­ρη Σάρ­ρα. Ἀλ­λὰ ὁ υἱ­ὸς ποὺ γεν­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ δού­λη, γεν­νή­θη­κε φυ­σι­κῶς κα­τὰ τὸν νό­μο τῆς σαρ­κός, ἐ­νῶ ὁ υἱ­ὸς ποὺ γεν­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴν ἐ­λεύ­θε­ρη, γεν­νή­θη­κε μὲ τὴ δύ­να­μη τῆς ὑ­πο­σχέ­σε­ως ποὺ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς στὸν Ἀ­βρα­άμ. Αὐ­τὰ ὅ­μως ἔ­χουν ἀλ­λη­γο­ρι­κὴ ση­μα­σί­α. Εἶ­ναι βέ­βαι­α γε­γο­νό­τα ἱ­στο­ρι­κά, ἀλ­λὰ προ­ει­κο­νί­ζουν σπου­δαῖ­ες ἀ­λή­θει­ες. Δι­ό­τι οἱ δύ­ο αὐ­τὲς γυ­ναῖ­κες, ἡ Ἄ­γαρ καὶ ἡ Σάρ­ρα, εἶ­ναι τύ­ποι τῶν δύ­ο Δι­α­θη­κῶν. Ἡ Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη ποὺ δό­θη­κε στὸ ὅ­ρος Σι­νᾶ προ­τυ­πώ­νε­ται μὲ τὴν Ἄ­γαρ. Δι­ό­τι τὸ ὅ­ρος Σι­νᾶ ὀ­νο­μά­ζε­ται καὶ Ἄ­γαρ, ἐ­πει­δὴ κα­τοι­κοῦν ἐ­κεῖ ἀ­πό­γο­νοι τῆς Ἄ­γαρ. Καὶ προ­τυ­πώ­νει τὴν ἐ­πί­γει­ο Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι δού­λη, ὅ­πως καὶ ἡ Ἄ­γαρ.

Η ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ τοῦ ἱ­ε­ροῦ κει­μέ­νου ἔ­χει με­γά­λο θε­ο­λο­γι­κὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο καὶ πρέ­πει νὰ τὴν προ­σέ­ξου­με. Ὁ θεῖ­ος Ἀ­πό­στο­λος συγ­κρί­νει ἐ­δῶ τὶς δύ­ο Δι­α­θῆ­κες, τὴν Πα­λαι­ὰ καὶ τὴν Και­νή, ὅ­πως ἐ­πί­σης καὶ τὶς δύ­ο πό­λεις, τὴν ἐ­πί­γει­ο Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ καὶ τὴν ἐ­που­ρά­νιο, καὶ τὶς δύ­ο Ἐκ­κλη­σί­ες, τὴ Συ­να­γω­γὴ τῶν Ἑ­βραί­ων καὶ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ, μὲ τὶς δύ­ο γυ­ναῖ­κες τοῦ Ἀ­βρα­άμ.

Ἡ μί­α γυ­ναί­κα τοῦ Ἀ­βρα­ὰμ λοι­πόν, ἡ δού­λη Ἄ­γαρ, μᾶς λέ­γει, προ­ει­κο­νί­ζει τὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη. Δι­ό­τι οἱ ἄν­θρω­ποι τό­τε ζοῦ­σαν κά­τω ἀ­πὸ τὴ δου­λεί­α τοῦ νό­μου καὶ ὅ­λων ἐ­κεί­νων τῶν δι­α­τά­ξε­ων ποὺ παι­δα­γω­γοῦ­σαν τὸν λα­ὸ τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ, προ­κει­μέ­νου νὰ προ­ε­τοι­μα­σθεῖ γιὰ τὸν ἐρ­χο­μὸ τοῦ Μεσ­σί­α. Ὁ νό­μος αὐ­τὸς ἦ­ταν «παι­δα­γω­γὸς εἰς Χρι­στόν», γεν­νοῦ­σε τὸν πό­θο καὶ τὴν ἐλ­πί­δα τῆς λυ­τρώ­σε­ως ἀ­πὸ τὸν Μεσ­σί­α. Δὲν μπο­ροῦ­σε ὅ­μως νὰ ἐ­λευ­θερώσει τὸν λα­ὸ τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α.

Ἡ Ἄ­γαρ συμ­βο­λί­ζει ἀ­κό­μη καὶ τὴν ἐ­πί­γει­ο Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, ποὺ ἦ­ταν τὸ ἐ­θνι­κὸ κέν­τρο τῶν Ἑ­βραί­ων. Δι­ό­τι ὁ νό­μος τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ εἶ­χε ἀ­πο­στο­λὴ μό­νο στοὺς Ἑ­βραί­ους, στὸν πε­ρι­ού­σιο λα­ὸ τοῦ Θε­οῦ. Τέ­λος ἡ Ἄ­γαρ συμ­βο­λί­ζει καὶ τὴ Συ­να­γω­γὴ τῶν Ἑ­βραί­ων, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν ἔ­ρη­μος καὶ στεί­ρα ἐκ­κλη­σί­α, ἐ­πει­δὴ ἀ­γνο­οῦ­σε τὸν Θε­ὸ ὡς τε­λεί­α ἀ­γά­πη, καὶ τε­λι­κῶς γέν­νη­σε ἕ­να μό­νο παι­δί, τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους. Συμ­πε­ρα­σμα­τι­κά, ὁ θεῖ­ος Παῦ­λος μὲ ὅ­λους αὐ­τοὺς τοὺς πα­ραλ­λη­λι­σμοὺς θέ­λει νὰ δεί­ξει ὅ­τι ὁ νό­μος τοῦ Μω­ϋ­σέ­ως εἶ­χε ὅ­ρια το­πι­κά, χρο­νι­κὰ καὶ οὐ­σι­α­στι­κά. Ἦ­ταν δη­λα­δὴ μό­νο γιὰ τοὺς Ἑ­βραί­ους τῆς πρὸ Χρι­στοῦ ἐ­πο­χῆς, τοὺς ὁ­ποί­ους προ­ε­τοί­μα­ζε εἰς Χρι­στόν, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τοὺς ἀ­παλ­λά­ξει ἀ­πὸ τὴ δου­λεί­α τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.

Ἀπ᾿ αὐ­τὴν τὴν κα­τά­ρα τῆς δου­λεί­ας καὶ τοῦ νό­μου μᾶς ἐ­λευ­θέ­ρω­σε ὁ Κύ­ριός μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός. Καὶ ἀ­πὸ δού­λους μᾶς ἔ­κα­με παι­διὰ τοῦ Θε­οῦ ἀ­γα­πη­μέ­να καὶ κλη­ρο­νό­μους τοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Μᾶς κα­λεῖ πλέ­ον κατ᾿ ὄ­νο­μα, μᾶς γνω­ρί­ζει προ­σω­πι­κά, μᾶς ἀ­γα­πᾶ φι­λό­στορ­γα σὰν παι­διά Του μο­νά­κρι­βα. Ἐ­μεῖς ἄ­ρα­γε ἀν­τα­πο­κρι­νό­μα­στε στὴν ἄ­πει­ρη ἀ­γά­πη τοῦ Κυ­ρί­ου μας; Τὸν ἀ­γα­ποῦ­με σὰν παι­διά Του, μὲ λα­τρεί­α καὶ ἀ­γά­πη δυ­να­τή;

2. Η ΕΠΟΥΡΑΝΙΑ ΠΟΛΗ

Στὴ συ­νέ­χεια ὁ Ἀ­πό­στο­λος ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν ἄλ­λη γυ­ναί­κα τοῦ Ἀ­βρα­άμ, τὴν ἐ­λεύ­θε­ρη Σάρ­ρα, ἡ ὁ­ποί­α συμ­βο­λί­ζει τὴν ἐ­που­ρά­νιο Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. «Ἡ δὲ ἄ­νω Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ ἐ­λευ­θέ­ρα ἐ­στίν, ἥ­τις ἐ­στὶ μή­τηρ πάν­των ἡ­μῶν», δη­λα­δὴ ἡ θρι­αμ­βεύ­ου­σα στοὺς οὐ­ρα­νοὺς Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρη καὶ μη­τέ­ρα ὅ­λων τῶν Χρι­στια­νῶν. Δι­ό­τι ἔ­χει γρα­φεῖ ἀ­πὸ τὸν Ἡ­σα­ΐ­α: «εὐ­φράν­θη­τι στεῖ­ρα ἡ οὐ τί­κτου­σα», γέ­μι­σε χα­ρὰ σύ, Ἐκ­κλη­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α πρὶν ἔλ­θει ὁ Χρι­στὸς ἤ­σουν στεί­ρα καὶ δὲν γεν­νοῦ­σες παι­διά. Φώ­να­ξε μὲ πολ­λὴ χα­ρὰ σὺ ποὺ δὲν εἶ­χες πό­νους κυ­ο­φο­ρί­ας καὶ το­κε­τοῦ. Δι­ό­τι, ἐ­νῶ ἤ­σουν ἔ­ρη­μη ἀ­πὸ ἄν­δρα καὶ παι­διά, ἔ­χεις τώ­ρα παι­διὰ ποὺ εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀπ᾿ τὰ τέ­κνα τῆς ἐ­πι­γεί­ου Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ.

ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ αὐ­τὸ μέ­ρος του Ἀ­πο­στο­λι­κοῦ κει­μέ­νου, ὁ θεῖ­ος Παῦ­λος πα­ραλ­λη­λί­ζει τὴν ἄλ­λη γυ­ναί­κα τοῦ Ἀ­βρα­άμ, τὴν ἐ­λεύ­θε­ρη Σάρ­ρα, μὲ τὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἐ­που­ρά­νιο Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, τὴν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ. Καὶ ὑ­πο­γραμ­μί­ζει ὅ­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ ἀγ­κα­λιά­ζει ὅ­λους τοὺς λα­ούς, ἐ­πε­κτεί­νε­ται στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα καὶ ἐ­λευ­θε­ρώ­νει τὸν ἄν­θρω­πο ἀ­πὸ τὴ σκλα­βιὰ τοῦ νό­μου, τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ τοῦ θα­νά­του.

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ ἐ­δῶ ὀ­νο­μά­ζε­ται ἐ­που­ρά­νιος Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. Συ­νή­θως ὅ­μως, στὰ πα­τε­ρι­κὰ συγ­γράμ­μα­τα ἐ­που­ρά­νιος Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ ὀ­νο­μά­ζε­ται ἡ Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν, ἐ­νῶ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πο­κα­λεῖ­ται Νέ­α Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. Για­τί λοι­πὸν ἐ­δῶ ὁ θεῖ­ος Παῦ­λος ὀ­νο­μά­ζει τὴν Ἐκ­κλη­σί­α ἐ­που­ρά­νιο Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ; Δι­ό­τι, ὅ­πως ἑρ­μη­νεύ­ουν οἱ ἱ­ε­ροὶ Πα­τέ­ρες, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας, ἡ νέ­α Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, ἔ­χει τὴν κα­τα­γω­γή της ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ ἐ­κεῖ πρό­κει­ται νὰ κα­τα­λή­ξει. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ κα­τέ­βη­κε στὴ γῆ ἡ κε­φα­λή της, ὁ Κύ­ριός μας, καὶ ἐ­κεῖ τώ­ρα ἐν δε­ξιᾷ τοῦ Θε­οῦ Πα­τρὸς κά­θε­ται καὶ δέ­ε­ται ὑ­πὲρ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας Του. Ἐ­κεῖ ὁ Κύ­ριος Ἰ­η­σοῦς Χρι­στὸς ὑ­πο­δέ­χε­ται τὰ μέ­λη της ποὺ προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις τῆς στρα­τευ­ό­με­νης Ἐκ­κλη­σί­ας ἐ­πὶ τῆς γῆς, καὶ τὰ ὁ­ποῖ­α μὲ τὸν θά­να­το κα­λοῦν­ται στὴν θρι­αμ­βεύ­ου­σα ἐ­που­ρά­νιο Ἐκ­κλη­σί­α. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ κα­τῆλ­θε τὸ Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, τὸ Ὁ­ποῖ­ο θε­με­λί­ω­σε, ζω­ο­ποί­η­σε καὶ ἐ­ξα­γί­α­σε τὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἐ­κεῖ εἶ­ναι ἡ ἀ­λη­θι­νὴ καὶ αἰ­ώ­νια πα­τρί­δα μας καὶ ἐ­κεῖ θὰ πρέ­πει νὰ στρέ­ψου­με ὅ­λη τὴν προ­σο­χή μας, τοὺς πό­θους καὶ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μας. Τὰ ἐ­πί­γεια πα­ρέρ­χον­ται καὶ κά­πο­τε θὰ χω­ρι­σθοῦ­με ἀ­πὸ αὐ­τά. Ἡ αἰ­ώ­νια πα­τρί­δα μας βρί­σκε­ται στοὺς οὐ­ρα­νούς, ὅ­που μὲ ἀ­νοι­κτὲς τὶς πύ­λες της μᾶς πε­ρι­μέ­νει.

(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, ἐλ­θόν­τι τῷ ᾿Ι­η­σοῦ εἰς τὴν χώ­ραν τῶν Γερ­γε­ση­νῶν ὑ­πήν­τη­σαν αὐ­τῷ δύ­ο δαι­μο­νι­ζό­με­νοι, ἐκ τῶν μνη­με­ί­ων ἐ­ξερ­χό­με­νοι, χα­λε­ποὶ λί­αν, ὥ­στε μὴ ἰ­σχύ­ειν τι­νὰ πα­ρελ­θεῖν διὰ τῆς ὁ­δοῦ ἐ­κε­ί­νης. Καὶ ἰ­δοὺ ἔ­κρα­ξαν, λέ­γον­τες· Τί ἡ­μῖν καὶ σοί, ᾿Ι­η­σοῦ Υἱ­ὲ τοῦ Θε­οῦ; ἦλ­θες ὧ­δε πρὸ και­ροῦ βα­σα­νί­σαι ἡ­μᾶς; Ἦν δὲ μα­κρὰν ἀπ᾿ αὐ­τῶν ἀ­γέ­λη χο­ί­ρων πολ­λῶν βο­σκο­μέ­νη. Οἱ δὲ δα­ί­μο­νες πα­ρε­κά­λουν αὐ­τὸν λέ­γον­τες· Εἰ ἐκβάλ­λεις ἡ­μᾶς, ἐ­πί­τρε­ψον ἡ­μῖν ἀ­πελ­θεῖν εἰς τὴν ἀ­γέ­λην τῶν χο­ί­ρων. Καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Ὑ­πά­γε­τε. Οἱ δὲ ἐ­ξελ­θόν­τες, ἀ­πῆλ­θον εἰς τὴν ἀ­γέ­λην τῶν χο­ί­ρων. Καὶ ἰ­δοὺ, ὥρ­μη­σε πᾶ­σα ἡ ἀ­γέ­λη τῶν χο­ί­ρων κα­τὰ τοῦ κρη­μνοῦ εἰς τὴν θά­λασ­σαν, καὶ ἀ­πέ­θα­νον ἐν τοῖς ὕ­δα­σιν. Οἱ δὲ βό­σκον­τες ἔ­φυ­γον· καὶ ἀ­πελ­θόν­τες εἰς τὴν πό­λιν, ἀ­πήγ­γει­λαν πάν­τα καὶ τὰ τῶν δαι­μο­νι­ζο­μέ­νων. Καὶ ἰ­δοὺ πᾶ­σα ἡ πό­λις ἐ­ξῆλ­θεν εἰς συ­νάν­τη­σιν τῷ ᾿Ι­η­σοῦ· καὶ ἰ­δόν­τες αὐ­τὸν, πα­ρε­κά­λε­σαν ὅ­πως με­τα­βῇ ἀ­πὸ τῶν ὁ­ρί­ων αὐ­τῶν.  Καὶ ἐμ­βὰς εἰς πλοῖ­ον, δι­ε­πέ­ρα­σε, καὶ ἦλ­θεν εἰς τὴν ἰ­δί­αν πό­λιν.

                                         (Ματθ. η΄[8] 28 – θ΄[9] 1)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ, ὅ­ταν ὁ Κύ­ριος ἦλ­θε στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ὄ­χθη, στὴ χώ­ρα τῶν Γερ­γε­ση­νῶν, τὸν συ­νάν­τη­σαν δύ­ο δαι­μο­νι­σμέ­νοι ποὺ ἔ­βγαι­ναν ἀ­πὸ τὰ μνή­μα­τα ποὺ ὑ­πῆρ­χαν ἐ­κεῖ, στὰ ὁ­ποῖ­α εὐ­χα­ρι­στι­οῦν­ταν νὰ κα­τοι­κοῦν. Ἦ­ταν καὶ οἱ δύ­ο ἐ­πι­θε­τι­κοὶ καὶ πο­λὺ ἐ­πι­κίν­δυ­νοι· τό­σο, ὥ­στε νὰ μὴν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ πε­ρά­σει ἀπ᾿ τὸν δρό­μο ἐ­κεῖ­νο. Καὶ ξαφ­νι­κὰ ἀπ᾿ τὸν φό­βο τους κραύ­γα­σαν δυ­να­τὰ καὶ εἶ­παν: Ποι­ὰ σχέ­ση ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σα σὲ μᾶς καὶ σὲ σέ­να, Ἰ­η­σοῦ, υἱ­ὲ τοῦ Θε­οῦ; Ἦλ­θες ἐ­δῶ πρό­ω­ρα, πρὶν ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τῆς παγ­κό­σμιας κρί­σε­ως, γιὰ νᾶ μᾶς βα­σα­νί­σεις; Στὸ με­τα­ξὺ ὑ­πῆρ­χε μα­κριὰ ἀπ᾿ αὐ­τοὺς ἕ­να κο­πά­δι μὲ πολ­λοὺς χοί­ρους, ποὺ ἔ­βο­σκαν ἐ­κεῖ. Οἱ δαί­μο­νες τό­τε ἄρ­χι­σαν νὰ τὸν πα­ρα­κα­λοῦν λέ­γον­τας: Ἐ­ὰν πρό­κει­ται νὰ μᾶς βγά­λεις ἔ­ξω ἀ­πὸ ἐ­δῶ, δῶσ᾿ μας τὴν ἄ­δεια νὰ φύ­γου­με καὶ νὰ μποῦ­με μέ­σα στὸ κο­πά­δι τῶν χοί­ρων. Κι ἐ­πει­δὴ αὐ­τοὶ ποὺ ἔ­τρε­φαν τοὺς χοί­ρους τὸ ἔ­κα­ναν αὐ­τὸ πα­ρα­βαί­νον­τας τὸν Μω­σα­ϊ­κὸ νό­μο, ποὺ ἀ­πα­γό­ρευ­ε ὡς ἀ­κά­θαρ­το τὸ χοι­ρι­νὸ κρέ­ας, ὁ Κύ­ριος τι­μω­ρών­τας τὴν πα­ρα­νο­μί­α τους αὐ­τὴ εἶ­πε στοὺς δαί­μο­νες: Πη­γαί­νε­τε. Κι αὐ­τοὶ βγῆ­καν ἀπ᾿ τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ πῆ­γαν στοὺς χοί­ρους. Καὶ ξαφ­νι­κὰ ὅ­λο τὸ κο­πά­δι τῶν χοί­ρων ὄρ­μη­σε μὲ μα­νί­α ἀ­πὸ τὸ ἐ­πά­νω μέ­ρος τοῦ γκρε­μοῦ πρὸς τὰ κά­τω, στὴ θά­λασ­σα, καὶ πνί­γη­καν στὰ νε­ρὰ τῆς λί­μνης. Τό­τε ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ἔ­βο­σκαν τοὺς χοί­ρους ἔ­φυ­γαν, κι ἀ­φοῦ πῆ­γαν στὴν πό­λη, ἀ­νήγ­γει­λαν ὅ­λα ὅ­σα ἔ­γι­ναν, καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως τὸ τί συ­νέ­βη μὲ τοὺς δαι­μο­νι­σμέ­νους. Καὶ τό­τε ὅ­λοι οἱ κά­τοι­κοι τῆς πό­λε­ως βγῆ­καν γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σουν τὸν Ἰ­η­σοῦ· κι ὅ­ταν τὸν εἶ­δαν, τὸν πα­ρα­κά­λε­σαν νὰ φύ­γει ἀ­πὸ τὰ σύ­νο­ρά τους, ἀ­πὸ φό­βο μή­πως πά­θουν καὶ με­γα­λύ­τε­ρα κα­κά. Καὶ ἀ­φοῦ μπῆ­κε σ' ἕ­να πλοῖ­ο, πέ­ρα­σε στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ὄ­χθη τῆς λί­μνης, καὶ ἦλ­θε στὴ δι­κή του πό­λη, τὴν Κα­περ­να­ούμ.

 

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2021

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΣΒΙΤΟΥ.

 

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ τοΥ ΑγΙου ΕνδΟξου ΠροφΗτου ΗλιοΥ τοΥ ΘεσβΙτου.



ΒασιλειΩν γ' τΟ ΑνΑγνωσμα (Κεφ. ιζ΄ [17] 1-24)

Ἐ­γέ­νε­το λό­γος Κυ­ρί­ου πρὸς Ἠ­λιοὺ τὸν Προ­φή­την, καὶ εἶ­πε πρὸς Ἀ­χα­άβ· Ζῇ Κύριος ὁ Θε­ὸς τῶν δυ­νά­με­ων, ὁ Θε­ὸς Ἰσ­ρα­ὴλ ᾧ πα­ρέ­στην ἐ­νώ­πιον αὐ­τοῦ σή­με­ρον, εἰ ἔ­σται τὰ ἔ­τη ταῦ­τα δρό­σος καὶ ὑ­ε­τός, εἰ μὴ διὰ στό­μα­τός μου. Καὶ ἐ­γέ­νε­το ῥῆ­μα Κυ­ρί­ου πρὸς Ἠ­λιού, λέ­γον· Πο­ρε­ύ­ου ἐν­τεῦ­θεν κα­τ' ἀ­να­το­λάς, καὶ κρύ­βη­θι ἐν τῷ χει­μάρ­ρῳ Χορ­ράθ, τῷ ἐ­πὶ προ­σώ­που Ἰ­ορ­δά­νου, καὶ ἔ­σται ἐκ τοῦ χει­μάρ­ρου πί­ε­σαι ὕ­δωρ, καὶ τοῖς κό­ρα­ξιν ἐν­τε­λοῦ­μαι τοῦ δι­α­τρέ­φειν σε ἐ­κεῖ. Καὶ ἐ­πο­ρε­ύ­θη, καὶ ἐ­κά­θι­σεν ἐν τῷ χει­μάρ­ρῳ Χορ­ράθ, ἐ­πὶ πρό­σω­πον τοῦ Ἰ­ορ­δά­νου, καὶ οἱ κό­ρα­κες ἔ­φε­ρον αὐ­τῷ ἄρ­τους τὸ πρωΐ, καὶ κρέ­ας τὸ δε­ί­λης, καὶ ἐκ τοῦ χει­μάρ­ρου ἔ­πι­νεν ὕ­δωρ. Καὶ ἐ­γέ­νε­το με­θ' ἡ­μέ­ρας, καὶ ἐ­ξη­ράν­θη ὁ χε­ί­μαρ­ρος, ὅ­τι οὐκ ἐ­γέ­νε­το ὑ­ε­τὸς ἐ­πὶ τῆς γῆς. Καὶ ἐ­γέ­νε­το ῥῆ­μα Κυ­ρί­ου πρὸς Ἠ­λιού, λέ­γων· Ἀ­νά­στη­θι καὶ πο­ρε­ύ­θη­τι εἰς Σα­ρε­φθὰ τῆς Σι­δω­νί­ας, καὶ κα­θί­σῃ ἐ­κεῖ, καὶ ἰ­δοὺ ἐν­τε­λοῦ­μαι γυ­ναι­κὶ χή­ρᾳ τοῦ δι­α­τρέ­φειν σε. Καὶ ἀ­νέ­στη, καὶ ἐ­πο­ρε­ύ­θη εἰς Σα­ρε­φθά, εἰς τὸν πυ­λῶ­να τῆς πό­λε­ως. Καὶ ἰ­δοὺ ἐ­κεῖ γυ­νὴ χή­ρα συ­νέ­λε­γε ξύ­λα, καὶ ἐ­βό­η­σεν Ἠ­λιοὺ ὀ­πί­σω αὐ­τῆς, καὶ εἶ­πεν αὐ­τῇ· Λάβε δὴ μοι ὀ­λί­γον ὕ­δωρ εἰς ἄγ­γος, καὶ πί­ο­μαι. Καὶ ἐ­πο­ρε­ύ­θη λα­βεῖν. Καὶ ἐ­βό­η­σεν Ἠ­λιοὺ ὀ­πί­σω αὐ­τῆς, καὶ εἶ­πε· Λήψῃ δὴ μοι καὶ ψω­μὸν ἄρ­του ἐν τῇ χει­ρί σου. Καὶ εἶ­πεν ἡ γυ­νή· Ζῇ Κύριος ὁ Θε­ός σου, εἰ ἔ­στι μοι ἐγ­κρυ­φί­ας, ἀλ­λ' ἢ ὅ­σον δρὰξ ἀ­λε­ύ­ρου ἐν τῇ ὑ­δρί­ᾳ, καὶ ὀ­λί­γον ἔ­λαι­ον ἐν τῷ καμ­ψά­κῃ· καὶ ἰ­δοὺ συλ­λέ­γω δύ­ο ξυ­λά­ρια, καὶ εἰ­σε­λε­ύ­σο­μαι, καὶ ποι­ή­σω αὐ­τὸ ἐ­μαυ­τῇ καὶ τοῖς τέ­κνοις μου, καὶ φα­γό­με­θα καὶ ἀ­πο­θα­νο­ύ­με­θα. Καὶ εἶ­πεν Ἠ­λιοὺ πρὸς αὐ­τήν· θάρ­σει, εἴ­σελ­θε, καὶ πο­ί­η­σον κα­τὰ τὸ ῥῆ­μά σου, ἀλ­λὰ πο­ί­η­σόν μοι ἐ­κεῖ­θεν ἐγ­κρυ­φί­αν μι­κρόν ἐν πρώ­τοις, καὶ ἐ­ξο­ί­σεις μοι, σε­αυ­τῇ δὴ καὶ τοῖς τέ­κνοις σου ποι­ή­σεις ἐ­π' ἐ­σχά­των, ὅ­τι τά­δε λέ­γει Κύριος ὁ Θε­ὸς Ἰσ­ρα­ήλ. Ἡ ὑ­δρί­α τοῦ ἀ­λε­ύ­ρου οὐκ ἐ­κλε­ί­ψει καὶ ὁ καμ­ψά­κης τοῦ ἐ­λα­ί­ου οὐκ ἐ­λατ­το­νή­σει ἕ­ως ἡ­μέ­ρας τοῦ δοῦ­ναι Κύριον τὸν Θε­ὸν ὑ­ε­τὸν ἐ­πὶ προ­σώ­που πά­σης τῆς γῆς. Καὶ ἐ­πο­ρε­ύ­θη ἡ γυ­νή, καὶ ἐ­πο­ί­η­σε κα­τὰ τὸ ῥῆ­μα Ἠ­λιού, καὶ ἤ­σθι­εν αὐ­τὸς καὶ αὐ­τή, καὶ τὰ τέ­κνα αὐ­τῆς. Καὶ ἀ­πὸ τῆς ἡ­μέ­ρας τα­ύ­της ἡ ὑ­δρί­α τοῦ ἀ­λε­ύ­ρου οὐκ ἐ­ξέ­λι­πε, καὶ ὁ καμ­ψά­κης τοῦ ἐ­λα­ί­ου οὐκ ἐ­λατ­το­νή­θη, κα­τὰ τὸ ῥῆ­μα Κυ­ρί­ου, ὃ ἐ­λά­λη­σεν ἐν χει­ρὶ Ἠ­λιού. Καὶ ἐ­γέ­νε­το με­τὰ τὰ ῥή­μα­τα ταῦ­τα, καὶ ἠρ­ρώ­στη­σεν ὁ υἱ­ὸς τῆς γυ­ναι­κός, τῆς κυ­ρί­ας τοῦ οἴ­κου, καὶ ἡ ἀρ­ρω­στί­α αὐ­τοῦ κρα­ται­ὰ σφό­δρα, ἕ­ως οὐχ ὑ­πε­λε­ί­φθη ἐν αὐ­τῷ πνεῦ­μα. Καὶ εἶ­πεν ἡ γυ­νὴ πρὸς Ἠ­λιού· τὶ ἐ­μοὶ καὶ σοί, ἄν­θρω­πε τοῦ Θε­οῦ; εἰ­σῆλ­θες πρὸς με τοῦ ἀ­να­μνῆ­σαι τάς ἁ­μαρ­τί­ας μου, καὶ θα­να­τῶ­σαι τὸν υἱ­όν μου; Καὶ εἶ­πεν Ἠ­λιοὺ πρὸς αὐ­τήν· Δὸς μοι τὸν υἱ­όν σου. Καὶ ἔ­λα­βεν αὐ­τὸν ἐκ τοῦ κόλ­που αὐ­τῆς, καὶ ἀ­νή­νεγ­κεν αὐ­τὸν ἐ­πὶ τὸ ὑ­πε­ρῷ­ον, ἐν ᾧ αὐ­τὸς ἐ­κά­θη­το ἐ­κεῖ, καὶ ἐ­κο­ί­μι­σεν αὐ­τὸν ἐ­πὶ τῆς κλί­νης αὐ­τοῦ. Καὶ ἀ­νε­βό­η­σεν Ἠ­λιού, καὶ εἶ­πεν· Οἴ­μοι! Κύριε, ὁ μάρ­τυς τῆς χή­ρας, με­θ' ἧς ἐ­γὼ κα­τοι­κῶ με­τ' αὐ­τῆς, σὺ ἐ­κά­κω­σας τοῦ θα­να­τῶ­σαι τὸν υἱ­ὸν αὐ­τῆς. Καὶ ἐ­νε­φύ­ση­σε τῷ παι­δα­ρί­ῳ τρίς, καὶ ἐ­πε­κα­λέ­σα­το τὸν Κύριον, καὶ εἶ­πε· Κύριε ὁ Θε­ός μου, ἐ­πι­στρα­φή­τω δὴ ἡ ψυ­χὴ τοῦ παι­δα­ρί­ου το­ύ­του εἰς αὐ­τό. Καὶ ἐ­γέ­νε­το οὕ­τω, καὶ ἀ­νε­βό­η­σε, καὶ ἤ­κου­σε Κύριος ἐν φω­νῇ Ἠ­λιού, καὶ ἐ­πε­στρά­φη ἡ ψυ­χὴ τοῦ παι­δα­ρί­ου πρὸς ἔγ­κα­τον αὐ­τοῦ, καὶ ἔ­ζη­σε. Καὶ ἔ­λα­βεν Ἠ­λί­ας τὸ παι­δά­ριον, καὶ κα­τή­γα­γεν αὐ­τὸ ἀ­πὸ τοῦ ὑ­πε­ρῴ­ου εἰς τὸν οἶ­κον, καὶ ἔ­δω­κεν αὐ­τὸ τῇ μη­τρὶ αὐ­τοῦ, καὶ εἶ­πεν Ἠ­λιού· Βλέ­πε, ζῇ ὁ υἱ­ός σου. Καὶ εἶ­πεν ἡ γυ­νὴ πρὸς Ἠ­λιού. Ἰ­δοὺ τοῦ­το ἔ­γνω­κα, ὅ­τι σὺ ἄν­θρω­πος εἶ τοῦ Θε­οῦ, καὶ ῥῆ­μα Κυ­ρί­ου ἐν τῷ στό­μα­τί σου ἀ­λη­θι­νόν.

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Ν. Π. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ)

Ἔ­γι­νε λό­γος Κυ­ρί­ου πρὸς Ἠ­λί­α τὸν Προ­φή­την. Καὶ ὁ προ­φή­της Ἠ­λί­ας ὁ Θε­σβί­της, ποὺ κα­τή­γε­το ἀ­πὸ τὴν Θε­σβὶ (ἢ Θέ­σβην) τῆς πε­ρι­ο­χῆς Γα­λα­άδ, πα­ρου­σιά­σθη εἰς τὸν βα­σι­λιὰ Ἀ­χα­ὰβ καὶ τοῦ εἶ­πεν: «Εἰς τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, τοῦ ζων­τα­νοῦ Θε­οῦ τῶν δυ­νά­με­ων, τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ τοῦ Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κοῦ λα­οῦ, τὸν ὁ­ποῖ­ον ὑ­πη­ρε­τῶ, σὲ δι­α­βε­βαι­ῶ ὅ­τι δὲν θὰ ὑ­πάρ­χη εἰς τὰ χρό­νια αὐ­τὰ οὔ­τε δρο­σιὰ (ὑ­γρα­σί­α) οὔ­τε βρο­χή, πα­ρὰ μό­νον ὅ­ταν θὰ τὸ πῶ ἐ­γώ· μέ­χρις ὅ­του ἐ­γὼ θὰ ὁ­ρί­σω τὸ τέ­λος τοῦ χρό­νου τῆς ἀ­νομ­βρί­ας καὶ θὰ σοῦ τὸ ἀ­ναγ­γεί­λω!» Καὶ τό­τε κα­τέ­φθα­σε λό­γος Κυ­ρί­ου πρὸς τὸν Ἠ­λί­αν, ὁ ὁ­ποῖ­ος τοῦ εἶ­πε: «Φύ­γε ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ πή­γαι­νε πρὸς ἀ­να­το­λὰς καὶ κρύ­ψου κον­τὰ εἰς τὸν ξε­ρο­πό­τα­μον Χορ­ράθ, ὁ ὁ­ποῖ­ος εὑ­ρί­σκε­ται εἰς τὰ ἀ­να­το­λι­κὰ τοῦ Ἰ­ορ­δά­νη· εὑ­ρι­σκό­με­νος ἐ­κεῖ θὰ πί­νης νε­ρὸ ἀ­πὸ τὸν ξε­ρο­πό­τα­μον, ἐ­γὼ δὲ θὰ δι­α­τά­ξω τὰ κο­ρά­κια νὰ σὲ δι­α­τρέ­φουν ἐ­κεῖ». Ὁ Ἠ­λί­ας ἔ­κα­μεν ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς τοῦ εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος· ἐ­πῆ­γε καὶ ἔ­μει­νε κον­τὰ εἰς τὸν ξε­ρο­πό­τα­μον Χορ­ράθ, ὁ ὁ­ποῖ­ος εὑ­ρί­σκε­ται εἰς τὰ ἀ­να­το­λι­κὰ τοῦ Ἰ­ορ­δά­νη. Καὶ τὰ κο­ρά­κια τοῦ ἔ­φερ­ναν τὸ πρωΐ ψω­μί, τὸ δὲ δει­λι­νὸν κρέ­ας· καὶ ἔ­πι­νε νε­ρὸν ἀ­πὸ τὸν ξε­ρο­πό­τα­μον Χορ­ράθ. Συ­νέ­βη ὃ­μως ἔ­πει­τα ἀ­πὸ ὀ­λί­γον και­ρὸν νὰ ξε­ρα­θῆ ὁ ξε­ρο­πό­τα­μος Χορ­ράθ, δι­ό­τι δὲν ἔ­βρε­ξε καὶ ὑ­πῆρ­χε (συ­νε­χί­ζε­το ἡ) ἀ­νομ­βρί­α εἰς τὴν χώ­ραν. Καὶ τό­τε κα­τέ­φθα­σε νέ­ος λό­γος Κυ­ρί­ου πρὸς τὸν Ἠ­λί­αν, ὁ ὁ­ποῖ­ος τοῦ εἶ­πε: «Σή­κω καὶ πή­γαι­νε εἰς τὴν πό­λιν Σα­ρε­πτὰ τῆς Σι­δω­νί­ας. Νά· ἔ­δω­κα ἐν­το­λὴν εἰς μί­αν γυ­ναί­κα χή­ραν, ποὺ κα­τοι­κεῖ ἐ­κεῖ, νὰ σὲ δι­α­τρέ­φη». Ὁ Ἠ­λί­ας ἐ­ση­κώ­θη καὶ ἐ­πῆ­γεν εἰς Σα­ρε­πτὰ καὶ ἒ-φθα­σεν εἰς τὴν πύ­λην τῆς πό­λε­ως· καὶ νά, εὑ­ρί­σκε­το ἐ­κεῖ μί­α γυ­ναί­κα χή­ρα, ποὺ ἐ­μά­ζευ­ε ξύ­λα. Τό­τε ὁ Ἠ­λί­ας τῆς ἐ­φώ­να­ξε καὶ τῆς εἶ­πε: «Φέ­ρε μου, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, λί­γο νε­ρὸ σὲ ἕ­να δο­χεῖ­ο, διὰ νὰ πι­ῶ».  Ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη ἐ­πῆ­γε νὰ τοῦ φέ­ρη τὸ νε­ρό, ὁ Ἠ­λί­ας τῆς ἐ­φώ­να­ξε πά­λιν: «Φέ­ρε μου, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, ἕ­να κομ­μά­τι ψω­μί, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο ποὺ κρα­τεῖς εἰς τὸ χέ­ρι σου». Καὶ ἡ γυ­ναί­κα τοῦ εἶ­πεν: «Εἰς τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, τοῦ ζων­τα­νοῦ Θε­οῦ σου, σὲ δι­α­βε­βαι­ῶ ὅ­τι δὲν ἔ­χω κα­θό­λου ψω­μί, πα­ρὰ μό­νον μιὰ χού­φτα ἀ­λεύ­ρι εἰς τὸ στα­μνὶ (μι­κρὸ πι­θά­ρι) καὶ λί­γο λά­δι εἰς τὸ δο­χεῖ­ον μου τοῦ λα­διοῦ. Καὶ εἰς ἀ­πό­δει­ξιν τού­του, νά· θὰ μα­ζεύ­σω δύ­ο ξυ­λά­κια καὶ ἔ­πει­τα θὰ πά­ω εἰς τὸ σπί­τι μου, ὥ­στε νὰ τὸ ζυ­μώ­σω καὶ νὰ ψή­σω λα­γά­να διὰ τὸν ἑ­αυ­τόν μου καὶ διὰ τὰ παι­διά μου. Καὶ ὅ­ταν τὸ φά­γω­μεν, ἐ­πει­δὴ αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ τε­λευ­ταῖ­α τρό­φι­μα ποὺ ἔ­χω, κα­τό­πιν, ἀ­φοῦ δὲν θὰ ἒ­χω­μεν τί­πο­τε ἄλ­λο, θὰ ἀ­πο­θά­νω­μεν ἀ­πὸ τὴν πεῖ­ναν»! Ὁ Ἠ­λί­ας τῆς εἶ­πεν: «Ἔ­χε θάρ­ρος· μὴ ἀ­πελ­πί­ζε­σαι· πή­γαι­νε εἰς τὸ σπί­τι σου καὶ κά­με, ὃ­πως εἶ­πες. Ἀλ­λὰ ζύ­μω­σε καὶ ψῆ­σε μου ἀ­πὸ τὰ ὑ­λι­κά, ποὺ ἔ­χεις, μιὰ μι­κρὴ λα­γά­να καὶ φέ­ρε την πρῶ­τα εἰς ἐ­μέ· διὰ τὸν ἑ­αυ­τόν σου δὲ καὶ διὰ τὰ παι­διά σου θὰ ἑ­τοι­μά­σης κα­τό­πιν ἀ­πὸ ὅ,τι θὰ μεί­νη. 14 Δι­ό­τι αὐ­τὰ λέ­γει ὁ Κύ­ριος: <Τὸ ἀλεῦ­ρι τοῦ στα­μνιοῦ (μι­κροῦ πι­θα­ριοῦ) δὲν θὰ ἐ­ξαν­τλη­θῆ καὶ τὸ δο­χεῖ­ον τοῦ λα­διοῦ δὲν θὰ ὀ­λι­γο­στεύ­ση μέ­χρι τῆς ἡ­μέ­ρας, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­αν ὁ Κύ­ριος θὰ στεί­λη βρο­χὴν εἰς τὴν γῆν>».

Ἡ γυ­ναί­κα ἐ­πῆ­γε καὶ ἔ­κα­μεν ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς τῆς εἶ­πεν ὁ Προ­φή­της. Καὶ ἀ­πὸ τὴν θαυ­μα­τουρ­γι­κὴν ἐ­κεί­νην τρο­φὴν ἔ­τρω­γεν αὐ­τὴ καὶ αὐ­τὸς (ὁ Ἠ­λί­ας) καὶ τὰ παι­διά της. Τὸ στα­μνὶ τοῦ ἀ­λευ­ριοῦ δὲν ἐ­ξην­τλή­θη, οὔ­τε καὶ τὸ δο­χεῖ­ον τοῦ λα­διοῦ ὠ­λι­γό­στευ­σε, σύμ­φω­να μὲ τὸν λό­γον, ποὺ εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος διὰ τοῦ προ­φή­του Ἠ­λί­α.

Ὀ­λί­γον και­ρὸν με­τὰ τὰ γε­γο­νό­τα αὐ­τὰ συ­νέ­βη τοῦ­το: Ἀρ­ρώ­στη­σε ὁ υἱ­ὸς τῆς χή­ρας γυ­ναί­κας, τῆς νοι­κο­κυ­ρᾶς τοῦ σπι­τιοῦ. Ἡ ἀρ­ρώ­στια του ἦ­ταν τό­σον πο­λὺ σο­βα­ρή, ὥ­στε ἐ­χει­ρο­τέ­ρευ­ε συ­νε­χῶς, μέ­χρις ὅ­του ἔ­παυ­σε νὰ ἀ­να­πνέ­η καὶ τε­λι­κῶς ἀ­πέ­θα­νε. Καὶ ἡ χή­ρα εἶ­πεν εἰς τὸν Ἠ­λί­αν: «Ποί­α σχέ­σις ὑ­πάρ­χει με­τα­ξὺ ἐ­μοῦ καὶ σοῦ καὶ τί ζη­τεῖς ἀ­πὸ ἐ­μέ, ἄν­θρω­πε τοῦ Θε­οῦ; Ἦλ­θες καὶ μέ­νεις εἰς τὸ σπί­τι μου διὰ νὰ ὑ­πεν­θυ­μί­σης εἰς τὸν Θε­ὸν τὶς ἁ­μαρ­τί­ες μου καὶ νὰ μὲ τι­μω­ρή­ση δι᾿ αὐ­τὰς μὲ τὸν θά­να­τον τοῦ υἱ­οῦ μου;» Ὁ Ἠ­λί­ας ἀ­πάν­τη­σε εἰς τὴν γυ­ναί­κα: «Δῶ­σε μου τὸν υἱ­όν σου». Καὶ ὁ Ἠ­λί­ας ἐ­πῆ­ρε τὸ παι­δὶ ἀ­πὸ τὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς μη­τέ­ρας του καὶ τὸ ἀ­νέ­βα­σε εἰς τὸ ἀ­νώ­γει­ον δω­μά­τιον, εἰς τὸ ὁ­ποῖ­ον ἔ­με­νεν ὁ ἴ­διος, καὶ τὸ ἐ­ξά­πλω­σε εἰς τὸ κρεβ­βά­τι του. Καὶ ὁ Ἠ­λί­ας προ­σηυ­χή­θη θερ­μὰ μὲ φω­νὴν ἰ­σχυ­ρὰν εἰς τὸν Θε­ὸν καὶ εἶ­πεν: «Ἀλ­λοί­μο­νον, Κύ­ρι­ε, ἐ­γὼ εἶ­μαι αὐ­τό­πτης μάρ­τυς τῆς δυ­στυ­χί­ας τῆς χή­ρας, ἡ ὁ­ποί­α μὲ φι­λο­ξε­νεῖ (ἢ κατ᾿ ἄλ­λην ἑρ­μη­νεί­αν: σὺ εἶ­σαι μάρ­τυς τῆς προ­θυ­μί­ας καὶ τῆς κα­λω­σύ­νης, μὲ τὴν ὁ­ποί­αν μὲ φι­λο­ξε­νεῖ ἡ χή­ρα)! Σὺ λοι­πὸν ἔ­φθα­σες νὰ τὴν πλη­γώ­σης τό­σον πο­λύ, ὥ­στε νὰ θα­να­τώ­σης τὸν υἷ­όν της!» Καὶ προ­κει­μέ­νου νὰ με­τα­δώ­ση ζω­ὴν εἰς τὸν νε­κρόν, ἐ­νε­φύ­ση­σεν εἰς τὸ μι­κρὸ παι­δὶ τρεῖς φο­ρὲς καὶ πα­ρε­κά­λε­σε θερ­μὰ τὸν Κύ­ριον καὶ εἶ­πε: «Κύ­ρι­ε, Θε­έ μου, ἂς ἐ­πι­στρέ­ψη, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, ἡ ψυ­χὴ τοῦ μι­κροῦ τού­του παι­διοῦ καὶ πά­λιν εἰς αὐ­τό». Καὶ εὐ­θὺς ἀ­μέ­σως ἔ­γι­νε ἔ­τσι! Τὸ νε­κρὸ παι­δὶ ἐ­ξα­να­ζων­τά­νευ­σε καὶ ἐ­φώ­να­ξε! Καὶ ὁ Προ­φή­της τὸ ἐ­κα­τέ­βα­σε ἀ­πὸ τὸ ἀ­νώ­γει­ον δω­μά­τιον εἰς τὸ σπί­τι καὶ τὸ πα­ρέ­δω­κεν εἰς τὴν μη­τέ­ρα του. Καὶ ὁ Ἠ­λί­ας εἶ­πε: «Κύτ­τα­ξε, ζῆ ὁ υἱ­ός σου»! Καὶ ἡ γυ­ναί­κα εἶ­πεν εἰς τὸν Ἠ­λί­αν: «Νά· τώ­ρα ἐ­βε­βαι­ώ­θη­κα πλέ­ον ἀ­πο­λύ­τως, ὅ­τι σὺ εἶ­σαι ἄν­θρω­πος τοῦ Θε­οῦ καὶ ὅ­τι ὁ λό­γος τοῦ Κυ­ρί­ου, ποὺ ὑ­πάρ­χει εἰς τὸ στό­μα σου, εἶ­ναι πάν­το­τε καὶ ἀ­πο­λύ­τως ἀ­λη­θι­νός».

Βα­σι­λει­Ων γ' τΟ Α­νΑ­γνω­σμα (Κεφ. ιη΄ [18] 1, 17-46 & ιθ΄ [19] 1-16)

Ἐ­γέ­νε­το ῥῆ­μα Κυ­ρί­ου πρὸς Ἠ­λιοὺ τὸν Θε­σβί­την ἐν τῷ ἐ­νια­υτῷ τῷ τρί­τῳ, λέ­γον· Πο­ρε­ύ­θη­τι, καὶ ὄ­φθη­τι τῷ Ἀ­χα­άβ, καὶ δώ­σω τὸν ὑ­ε­τὸν ἐ­πὶ προ­σώ­που τῆς γῆς. Καὶ ἐ­γέ­νε­το, ὡς εἶ­δεν Ἀ­χα­ὰβ τὸν Ἠ­λιού, καὶ εἶ­πε πρὸς αὐ­τόν· Σὺ εἶ αὐ­τὸς ὁ δι­α­στρέ­φων τὸν Ἰσ­ρα­ήλ; Καὶ εἶ­πεν Ἠ­λιού· Οὐ δι­α­στρέ­φω ἐ­γὼ τὸν Ἰσ­ρα­ήλ, ἀλ­λ' ἢ σύ, καὶ ὁ οἶ­κος τοῦ πα­τρός σου, ἐν τῷ κα­τα­λιμ­πά­νειν ὑ­μᾶς Κύριον τὸν Θε­ὸν ἡ­μῶν, καὶ ἐ­πο­ρε­ύ­θη­τε ὀ­πί­σω τοῦ Βάαλ. Καὶ νῦν ἀ­πό­στει­λον, καὶ συ­νά­θροι­σον πρὸς με πάν­τα, Ἰσ­ρα­ὴλ εἰς τὸ ὄ­ρος τὸ Καρ­μή­λιον, καὶ τοὺς προ­φή­τας τοῦ Βάαλ, τε­τρα­κο­σί­ους καὶ πεν­τή­κον­τα, καὶ τοὺς προ­φή­τας τῶν ἀλ­σῶν τε­τρα­κο­σί­ους, ἐ­σθί­ον­τας τρά­πε­ζαν Ἰ­ε­ζά­βελ. Καὶ ἀ­πέ­στει­λεν Ἀ­χα­ὰβ εἰς πάν­τα Ἰσ­ρα­ήλ, καὶ ἐ­πι­συ­νή­γα­γε πάν­τας τοὺς προ­φή­τας εἰς τὸ ὄ­ρος τὸ Καρ­μή­λιον. Καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς Ἠ­λιού· Ἕ­ως πό­τε ὑ­μεῖς χω­λα­νεῖ­τε ἐ­π' ἀμ­φο­τέ­ραις ταῖς ἰ­γνύ­αις ὑ­μῶν; Εἰ ἔ­στι Κύριος ὁ Θε­ός, πο­ρε­ύ­ε­σθε ὀ­πί­σω αὐ­τοῦ, εἰ δὲ ὁ Βάαλ αὐ­τός, πο­ρε­ύ­ε­σθε ὀ­πί­σω αὐ­τοῦ. Καὶ εἶ­πεν Ἠ­λιοὺ πρὸς τὸν λα­όν· Ἐ­γὼ ὑ­πο­λέ­λειμ­μαι προ­φή­της τοῦ Κυ­ρί­ου μο­νώ­τα­τος, καὶ οἱ προ­φῆ­ται τοῦ ἄλ­σους σφό­δρα πολ­λοί. Δότωσαν οὖν ἡ­μῖν δύ­ο βό­ας καὶ ἐ­κλε­ξά­σθω­σαν ἑ­αυ­τοῖς τὸν ἕ­να, καὶ με­λι­σά­τω­σαν, καὶ ἐ­πι­θέ­τω­σαν ἐ­πὶ τῶν ξύ­λων, καὶ πῦρ μὴ ἐ­πι­θέ­τω­σαν. Καὶ ἐ­γὼ ποι­ή­σω τὸν βοῦν τὸν ἄλ­λον, καὶ πῦρ μὴ ἐ­πι­θῶ. Καὶ βο­ᾶ­τε ἐν ὀ­νό­μα­τι τοῦ Θε­οῦ ὑ­μῶν καὶ ἐ­γὼ ἐ­πι­κα­λέ­σο­μαι ἐν τῷ ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου τοῦ Θε­οῦ μου. Καὶ ἔ­σται ὁ Θε­ὸς ὃς ἂν ἀ­κο­ύ­σῃ ἐν πυ­ρί, οὗ­τος Θε­ός. Καὶ ἀ­πε­κρί­θη πᾶς ὁ λα­ὸς καὶ εἶ­πε· κα­λὸν τὸ ῥῆ­μα, ὃ ἐ­λά­λη­σας σή­με­ρον. Καὶ εἶ­πεν Ἠ­λιοὺ τοῖς προ­φή­ταις τῆς αἰ­σχύ­νης. Ἐ­κλέ­ξα­σθε ἑ­αυ­τοῖς τὸν μό­σχον τὸν ἕ­να, καὶ ποι­ή­σα­τε πρῶ­τοι, καὶ ἐ­πι­κα­λεῖ­σθε ἐν ὀ­νό­μα­τι Θε­οῦ ὑ­μῶν, καὶ πῦρ μὴ ἐ­πι­θῆ­τε. Καὶ ἔ­λα­βον τὸν μό­σχον, καὶ ἐ­πο­ί­η­σαν οὕ­τω, καὶ ἐ­πε­κά­λουν τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Βάαλ ἐκ πρω­ΐ­ας ἕ­ως με­σημ­βρί­ας, λέ­γον­τες· Ἐ­πά­κου­σον ἡ­μῶν, ὁ Βάαλ, ἐ­πά­κου­σον ἡ­μῶν, καὶ οὐκ ἦν φω­νή, καὶ οὐκ ἦν ἀ­κρό­α­σις, καὶ δι­έ­τρε­χον ἐ­πὶ τοῦ θυ­σι­α­στη­ρί­ου, οὗ ἐ­πο­ί­η­σαν. Καὶ ἐ­γέ­νε­το με­σημ­βρί­α, καὶ ἐ­μυ­κτή­ρι­σεν αὐ­το­ύς Ἠ­λιοὺ ὁ Θε­σβί­της, καὶ εἶ­πεν· Ἐ­πι­κα­λεῖ­σθε ἐν φω­νῇ με­γά­λῃ, ὅ­τι ἀ­δο­λε­σχί­α ἐ­στὶ τῷ Θε­ῷ ὑ­μῶν. Καὶ ἐ­γέ­νε­το, ὡς ὁ και­ρὸς ἔ­στη τοῦ ἀ­να­βῆ­ναι τὴν θυ­σί­αν, καὶ οὐκ ἦν, ἐ­λά­λη­σεν Ἠ­λιοὺ ὁ Θε­σβί­της πρὸς τοὺς προ­φή­τας τῶν προ­σο­χθι­σμά­των, λέ­γων· Με­τά­στη­τε ἀ­πὸ τοῦ νῦν, καὶ ἐ­γὼ ποι­ή­σω τὸ ὁ­λο­κα­ύ­τω­μά μου. Καὶ εἶ­πεν Ἠ­λιοὺ πρός τὸν λα­όν· Προ­σα­γά­γε­τε πρὸς με, καὶ προ­σή­γα­γε πρὸς αὐ­τὸν πᾶς ὁ λα­ός. Καὶ ἔ­λα­βεν Ἠ­λιοὺ δώ­δε­κα λί­θους κα­τὰ ἀ­ριθ­μὸν τῶν δώ­δε­κα φυ­λῶν τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ, ὡς ἐ­λά­λη­σε πρὸς αὐ­τὸν Κύριος, λέ­γων· Ἰσ­ρα­ὴλ ἔ­σται τὸ ὄ­νο­μά σου. Καὶ ᾠ­κο­δό­μη­σε τοὺς λί­θους, καὶ ἰ­ά­σα­το τὸ θυ­σι­α­στή­ριον Κυ­ρί­ου τὸ κα­τε­σκαμ­μέ­νον, καὶ ἐ­πο­ί­η­σε θα­λαά, χω­ροῦ­σαν δύ­ο με­τρη­τὰς σπέρ­μα­τος κύ­κλω­θεν τοῦ θυ­σι­α­στη­ρί­ου. Καὶ ἐ­πέ­θη­κε τὰς σχί­δα­κας ἐ­πὶ τὸ θυ­σι­α­στή­ριον ὃ ἐ­πο­ί­η­σε, καὶ ἐ­μέ­λι­σε τὸ ὁ­λο­κα­ύ­τω­μα, καὶ ἐ­πέ­θη­κεν εἰς τάς σχί­δα­κας, καὶ ἐ­στο­ί­βα­σεν ἐ­πὶ τὸ θυ­σι­α­στή­ριον. Καὶ εἶ­πεν Ἠ­λιοὺ· Λάβετέ μοι δύ­ο ὑ­δρί­ας ὕ­δα­τος, καὶ ἐ­πι­χε­έ­τω­σαν ἐ­πὶ τὸ θυ­σι­α­στή­ριον, ἐ­πὶ τὸ ὁ­λο­κα­ύ­τω­μα καὶ ἐ­πὶ τὰς σχί­δα­κας. Καὶ εἶ­πεν· Δευ­τε­ρώ­σα­τε, καὶ ἐ­δευ­τέ­ρω­σαν. Τρισ­σε­ύ­σα­τε, καὶ ἐ­τρί­σευ­σαν. Καὶ δι­ε­πο­ρε­ύ­ε­το τὸ ὕ­δωρ κύ­κλῳ τοῦ θυ­σι­α­στη­ρί­ου, καὶ τὴν θα­λα­ὰ ἔ­πλη­σεν ὕ­δα­τος, καὶ ἀ­νε­βό­η­σεν Ἠ­λιοὺ εἰς τὸν οὐ­ρα­νόν, καὶ εἶ­πε· Κύριε ὁ Θε­ός, Ἀ­βρα­άμ, καὶ Ἰ­σα­ὰκ καὶ Ἰ­α­κώβ, ἐ­πά­κου­σόν μου σή­με­ρον ἐν πυ­ρί. Καὶ γνώ­τω­σαν ὁ λα­ὸς οὗ­τος, ὅ­τι σὺ εἶ μό­νος Κύριος, ὁ Θε­ὸς Ἰσ­ρα­ήλ, καὶ ἐ­γὼ δοῦ­λος σός, καὶ διὰ σὲ πε­πο­ί­η­κα ταῦ­τα πάν­τα, καὶ σὺ ἐ­πέ­στρε­ψας τὴν καρ­δί­αν τοῦ λα­οῦ το­ύ­του ὀ­πί­σω σου. Καὶ ἔ­πε­σε πῦρ πα­ρὰ Κυ­ρί­ου ἐκ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, καὶ κα­τέ­φα­γε τὸ ὁ­λο­κα­ύ­τω­μα καὶ τὰς σχί­δα­κας, καὶ τὸ ὕ­δωρ τὸ ἐν τῇ θα­λα­ᾷ, καὶ τοὺς λί­θους, καὶ τὸν χοῦν ἐ­ξέ­λει­ξε τὸ πῦρ. Καὶ ἔ­πε­σε πᾶς ὁ λα­ὸς ἐ­πὶ πρό­σω­πον αὐ­τῶν, καὶ εἶ­πεν· Ἀ­λη­θῶς Κύριος ὁ Θε­ός, αὐ­τὸς ἐ­στιν ὁ Θε­ός. Καὶ εἶ­πε Ἠ­λιοὺ πρὸς τὸν λα­όν· Συλ­λά­βε­τε τοὺς προ­φή­τας τοῦ Βάαλ, μη­δεὶς σω­θή­τω ἐξ αὐ­τῶν. Καὶ συ­νέ­λα­βον αὐ­το­ύς, καὶ κα­τή­γα­γεν αὐ­τοὺς Ἠ­λιοὺ εἰς τὸν χει­μάρ­ρουν Κισ­σών, καὶ ἐ­κεῖ αὐ­τοὺς ἀ­πέ­κτει­νε. Καὶ εἶ­πεν Ἠ­λιοὺ με­τὰ ταῦ­τα τῷ Ἀ­χα­άβ· Φω­νὴ πο­δῶν τοῦ ὑ­ε­τοῦ· ζεῦ­ξον τὸ ἅρ­μα σου καὶ κα­τά­βη­θι, μὴ κα­τα­λά­βῃ σε ὁ ὑ­ε­τός. Καὶ Ἠ­λιοὺ ἀ­νέ­βη ἐ­πὶ τὸν Κάρμηλον, καὶ ἔ­κυ­ψεν ἐ­πὶ τήν γῆν, καὶ ἔ­θη­κε τὸ πρό­σω­πον αὐ­τοῦ ἀ­να­μέ­σον τῶν γο­νά­των αὐ­τοῦ, καὶ ηὔ­ξα­το πρὸς Κύριον. Καὶ ὁ οὐ­ρα­νὸς συ­νε­σκό­τα­σεν ἐν νε­φέ­λαις, καὶ πνε­ύ­μα­τι, καὶ ἐ­γέ­νε­το ὑ­ε­τός μέ­γας. Καὶ ἐ­πο­ρε­ύ­ε­το Ἀ­χα­ὰβ ἕ­ως Ἱ­εσ­ρά­ελ. Καὶ ἀ­νήγ­γει­λεν Ἀ­χα­ὰβ Ἰ­ε­ζά­βελ τῇ γυ­ναι­κὶ αὐ­τοῦ πάν­τα, ὅ­σα ἐ­πο­ί­η­σεν Ἠ­λιού, καὶ ἀ­πέ­στει­λεν Ἰ­ε­ζά­βελ πρὸς Ἠ­λιού, καὶ εἶ­πεν· Αὔ­ριον θύ­σο­μαι τὴν ψυ­χήν σου ὡς ἕ­να ἐξ αὐ­τῶν. Καὶ ἤ­κου­σεν Ἠ­λιοὺ καὶ ἐ­φο­βή­θη. Καὶ ἀ­νέ­στη καὶ ἀ­πῆλ­θε κα­τὰ τὴν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ, καὶ ἔρ­χε­ται εἰς Βηρ­σα­βεέ, γῆν Ἰ­ο­ύ­δα καὶ ἀ­φῆ­κε τὸ παι­δά­ριον αὐ­τοῦ ἐ­κεῖ. Καὶ αὐ­τὸς ἐ­πο­ρε­ύ­θη ἐν τῇ ἐ­ρή­μῳ ὁ­δὸν ἡ­μέ­ρας καὶ ἦλ­θε. Καὶ ἐ­κά­θι­σεν ὑ­πο­κά­τω ἀρ­κε­ύ­θου, καὶ ἐ­κοι­μή­θη καὶ ὕ­πνω­σεν ἐ­κεῖ ὑ­πὸ τὸ φυ­τόν, καὶ ἰ­δοὺ τις ἥ­ψα­το αὐ­τοῦ, καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ἀ­νά­στη­θι φά­γε καὶ πί­ε, ὅ­τι πολ­λη ἀ­πὸ σοῦ ἡ ὁ­δός. Καὶ ἐ­πέ­βλε­ψεν Ἠ­λιού, καὶ ἰ­δοὺ πρὸς κε­φα­λῆς αὐ­τοῦ ἐγ­κρυ­φί­ας ὀ­λυ­ρί­της, καὶ καμ­ψά­κης ὕ­δα­τος. Καὶ ἀ­νέ­στη καὶ ἔ­φα­γε καὶ ἔ­πι­ε, καὶ ἐ­πι­στρέ­ψας ἐ­κοι­μή­θη. Καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε ὁ Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου ἐκ δευ­τέ­ρου, καὶ ἥ­ψα­το αὐ­τοῦ καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ἀ­νά­στη­θι, φά­γε καὶ πί­ε ὅ­τι πολ­λὴ ἀ­πὸ σοῦ ἡ ὁ­δός. Καὶ ἀ­νέ­στη καὶ ἔ­φα­γε καὶ ἔ­πι­ε, καὶ ἐ­πο­ρε­ύ­θη, ἐν τῇ ἰ­σχὺ­ϊ τῆς βρώ­σε­ως ἐ­κε­ί­νης, τεσ­σα­ρά­κον­τα ἡ­μέ­ρας, καὶ τεσ­σα­ρά­κον­τα νύ­κτας ἕ­ως ὄ­ρους Χω­ρήβ, καὶ εἰ­σῆλ­θεν ἐ­κεῖ εἰς τὸ σπή­λαι­ον, καὶ κα­τέ­λυ­σεν ἐ­κεῖ. Καὶ ἰ­δοὺ ῥῆ­μα Κυ­ρί­ου πρὸς αὐ­τόν, καὶ εἶ­πε· Τὶ σὺ ἐν­ταῦ­θα; Καὶ εἶ­πεν Ἠ­λιού· Ζη­λῶν ἐ­ζή­λω­σα τῷ Κυ­ρί­ῳ παν­το­κρά­το­ρι, ὅ­τι ἐγ­κα­τέ­λι­πον τὴν δι­α­θή­κην σου οἱ υἱ­οὶ Ἰσ­ρα­ήλ, τὰ θυ­σι­α­στή­ριά σου κα­τέ­σκα­ψαν καὶ τοὺς προ­φή­τας σου ἀ­πέ­κτει­ναν ἐν ῥομ­φα­ί­ᾳ, καὶ ὑ­πο­λέ­λειμ­μαι ἐ­γὼ μο­νώ­τα­τος, καὶ ζη­τοῦ­σι τὴν ψυ­χήν μου λα­βεῖν αὐ­τήν. Καὶ εἶ­πε Κύριος πρὸς αὐ­τόν· Πο­ρε­ύ­ου καὶ ἀ­νά­στρε­φε εἰς τὴν ὁ­δόν σου, καὶ ἥ­ξεις εἰς ὁ­δὸν ἐ­ρή­μου Δα­μα­σκοῦ, καὶ χρί­σεις τὸν Ἐ­λι­σαι­ὲ υἱ­ὸν Σα­φάτ, ἀν­τὶ σοῦ, εἰς προ­φή­την.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Ν. Π. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ)

Με­τὰ ἀ­πὸ πο­λὺν και­ρὸν συ­νέ­βη τοῦ­το: Κα­τὰ τὸ τρί­τον ἔ­τος τοῦ λι­μοῦ κα­τέ­φθα­σε λό­γος Κυ­ρί­ου πρὸς τὸν Ἠ­λί­αν καὶ εἶ­πεν εἰς τὸν Προ­φή­την: «Πή­γαι­νε καὶ πα­ρου­σιά­σου ἐμ­πρὸς εἰς τὸν Ἀ­χα­άβ, ἐ­γὼ δὲ θὰ στεί­λω βρο­χὴν εἰς τὴν γῆν». Τό­τε συ­νέ­βη τοῦ­το: Μό­λις ὁ Ἀ­χα­ὰβ εἶ­δε τὸν Ἠ­λί­αν, τοῦ εἶ­πε: «Σὺ δὲν εἶ­σαι ἐ­κεῖ­νος, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­πλα­νᾶς, ἀ­να­στα­τώ­νεις καὶ δι­α­φθεί­ρεις τὸν Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸν λα­όν;» Ὁ Ἠ­λί­ας ἀ­πάν­τη­σε: «Δὲν πα­ρα­πλα­νῶ, δὲν ἀ­να­στα­τώ­νω καὶ δὲν δι­α­φθεί­ρω ἐ­γὼ τὸν Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸν λα­όν, ἀλ­λὰ σύ, ὁ Ἀ­χαάβ, καὶ ἡ πα­τρι­κή σου οἰ­κο­γέ­νεια· δι­ό­τι σεῖς ἐγ­κα­τε­λεί­ψα­τε τὸν Κύ­ριον, τὸν ἀ­λη­θι­νὸν Θε­όν σας, καὶ ἀ­κο­λου­θή­σα­τε τὴν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὴν θρη­σκεί­αν τοῦ βδε­λυ­κτοῦ Βά­αλ. Δι᾿ αὐ­τὸ στεῖ­λε τώ­ρα ἀν­θρώ­πους καὶ συγ­κέν­τρω­σε ἐμ­πρός μου ὅ­λον τὸν Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸν λα­ὸν εἰς τὸ Καρ­μή­λιον ὄ­ρος· συγ­κέν­τρω­σε ἐ­πί­σης καὶ τοὺς τε­τρα­κό­σιους πε­νήν­τα προ­φῆ­τες τῆς αἰ­σχύ­νης (τοῦ Βά­αλ) καὶ τοὺς τε­τρα­κό­σιους προ­φῆ­τες τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κῶν ἀλ­σῶν (τῆς Ά­στάρ­της), οἱ ὁ­ποῖ­οι τρώ­γουν ἀ­πὸ χο­ρη­γί­αν, ποὺ τοὺς προ­σφέ­ρει ἡ βα­σί­λισ­σα Ἰ­ε­ζά­βελ». Καὶ ὁ Ἀ­χα­ὰβ ἔ­στει­λεν ἀν­θρώ­πους εἰς ὅ­λον τὸν Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸν λα­ὸν καὶ συ­νε­κέν­τρω­σεν ὅ­λους τους προ­φῆ­τες εἰς τὸ Καρ­μή­λιον ὄ­ρος. Ὅ­ταν συ­νε­κεν­τρώ­θη­σαν ὃ­λοι, ὁ Ἠ­λί­ας τοὺς ἐ­πλη­σί­α­σε καὶ τοὺς εἶ­πε: «Μέ­χρι πό­τε σεῖς θὰ κου­τσαί­νε­τε καὶ ἀ­πὸ τὰ δύ­ο πό­δια καὶ θὰ ἀμ­φι­τα­λαν­τεύ­ε­σθε πό­τε πρὸς τὰ ἐ­δῶ καὶ πό­τε πρὸς τὰ ἐ­κεῖ καὶ θὰ μέ­νε­τε ἀ­να­πο­φά­σι­στοι; Ἐ­ὰν ὁ Κύ­ριος εἶ­ναι ὁ πραγ­μα­τι­κὸς καὶ ἀ­λη­θι­νὸς Θε­ός, ἀ­κο­λου­θῆ­στε τον καὶ λα­τρεύ­σε­τέ τον· ἐ­ὰν εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὸς ὁ Βά­αλ, τό­τε ἀ­κο­λου­θῆ­στε αὐ­τόν»! Ἀλλ᾿ ὁ Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸς λα­ὸς δὲν ἀ­πάν­τη­σε οὔ­τε λέ­ξιν. Τό­τε ὁ Ἠ­λί­ας εἶ­πε πρὸς τὸν λα­όν: «Ἐ­γώ, μό­νος ἐ­γώ, ἔ­χω ἀ­πο­μεί­νει ἐν­τε­λῶς μό­νος προ­φή­της τοῦ Κυ­ρί­ου, ἐ­νῶ οἱ προ­φῆ­ται τοῦ Βά­αλ εἶ­ναι τε­τρα­κό­σιοι πε­νήν­τα καὶ οἱ προ­φῆ­ται τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κῶν ἀλ­σῶν (τῆς Ἀ­στάρ­της) τε­τρα­κό­σιοι. Ἂς μᾶς δώ­σουν λοι­πὸν δύ­ο βό­δια. Καὶ αὐ­τοὶ (οἱ προ­φῆ­ται τοῦ Βά­αλ καὶ τῆς Ά­στάρ­της) ἂς δι­α­λέ­ξουν διὰ τοὺς ἑ­αυ­τοὺς των τὸ ἕ­να· καὶ ἂς τὸ σφά­ξουν καὶ ἂς τὸ κό­ψουν κομ­μά­τια καὶ ἂς τὰ βά­λουν ἐ­πά­νω εἰς τὰ ξύ­λα τοῦ θυ­σι­α­στη­ρί­ου, ὅ­μως νὰ μὴ ἀ­νά­ψουν φω­τιὰ εἰς τὰ ξύ­λα. Ἐ­γὼ δὲ θὰ ἑ­τοι­μά­σω πρὸς θυ­σί­αν τὸ ἄλ­λο βό­δι· καὶ δὲν θὰ ἀ­νά­ψω φω­τιὰ εἰς τὸ θυ­σι­α­στή­ριον. Καὶ σεῖς πα­ρα­κα­λέ­σα­τε δυ­να­τά τοὺς θε­ούς σας, ἐ­γὼ δέ θά πα­ρα­κα­λέ­σω τὸν Κύ­ριον, τὸν Θε­όν μου. Καὶ ὁ θε­ός, ὁ ὁ­ποῖ­ος θὰ ἀ­κού­ση τὴν προ­σευ­χὴν καὶ θὰ στεί­λη φω­τιά, αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ πραγ­μα­τι­κὸς καὶ ἀ­λη­θι­νὸς Θε­ός». Εἰς τὴν πρό­τα­σιν αὐ­τὴν τοῦ Ἠ­λί­α ἀ­πε­κρί­θη ὅ­λος ὁ λα­ὸς καὶ εἶ­παν: «Κα­λὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος ποὺ εἶ­πες. Ἐγ­κρί­νο­μεν τὴν πρό­τα­σιν». Τό­τε ὁ Ἠ­λί­ας εἶ­πε πρὸς τοὺς προ­φῆ­τες τῆς αἰ­σχύ­νης (τοῦ Βά­αλ): «Δι­α­λέ­ξε­τε διὰ τοὺς ἑ­αυ­τούς σας τὸ ἕ­να μο­σχά­ρι καὶ ἑ­τοι­μά­στε το διὰ θυ­σί­αν πρῶ­τοι, δι­ό­τι σεῖς εἶ­σθε πολ­λοὶ· καὶ πα­ρα­κα­λέ­σα­τε τὸν θε­όν σας, ἀλ­λὰ μὴ ἀ­νά­ψε­τε φω­τιὰ εἰς τὰ ξύ­λα». Ἐ­κεῖ­νοι ἐ­πῆ­ραν τὸ μο­σχά­ρι καὶ τὸ ἑ­τοί­μα­σαν καὶ ἐ­πα­ρα­κα­λοῦ­σαν τὸν Βά­αλ ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ μέ­χρι τὸ με­ση­μέ­ρι καὶ ἔ­λε­γαν: «Ὢ Βά­αλ· ἄ­κου­σέ μας μὲ προ­σο­χὴν· ἄ­κου­σε τὴν προ­σευ­χήν μας!» Ἀλλ᾿ οὔ­τε ἀ­πάν­τη­σις τοὺς ἐ­δό­θη οὔ­τε καὶ ἡ προ­σευ­χή των ἔ­γι­νε ἀ­κου­στή. Κα­θὼς ἔ­λε­γαν αὐ­τὰ καὶ ἐ­πα­ρα­κα­λοῦ­σαν νὰ τοὺς ἀ­κού­ση ὁ Βά­αλ, ἐ­γύ­ρι­ζαν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ θυ­σι­α­στή­ριον, ποὺ εἶ­χαν κα­τα­σκευά­σει. Ἔ­γι­νε δὲ με­ση­μέ­ρι· καὶ ὁ Ἠ­λί­ας ὁ Θε­σβί­της, διὰ νὰ δεί­ξη τὴν πλή­ρη ἀ­δυ­να­μί­αν τῶν εἰ­δώ­λων τοῦ Βά­αλ, τοὺς ἐ­χλεύ­α­σε καὶ εἶ­πε: «Πα­ρα­κα­λεῖ­τε τὸν Βά­αλ μὲ δυ­να­τώ­τε­ρη φω­νή, δι­ό­τι εἶ­ναι θε­ός! Κά­ποι­αν φλυ­α­ρί­αν ἢ ρεμ­βα­σμὸν θὰ ἔ­χη· ἴ­σως ἀ­να­κου­φί­ζε­ται ἀ­πὸ σω­μα­τι­κήν του ἀ­νάγ­κην· ἢ πι­θα­νὸν καὶ νὰ κοι­μᾶ­ται! Φω­νά­ξε­τε δυ­να­τά, ὥ­στε νὰ ξυ­πνή­ση καὶ νὰ ἀ­κού­ση τὴν προ­σευ­χήν σας!» Ἔ­τσι οἱ προ­φῆ­ται τοῦ Βά­αλ προ­σηύ­χον­το μὲ ἰ­σχυ­ρὰν φω­νὴν καὶ κα­τὰ τὴν συ­νή­θειάν των κα­τε­κό­πτον­το μὲ μα­χαί­ρια καὶ νυ­στέ­ρια (μι­κρὰ μα­χαί­ρια, λόγ­χες), μέ­χρις ὅ­του ἔ­τρε­χεν αἷ­μα ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα τους. Καὶ συ­νέ­χι­ζαν νὰ προ­σεύ­χων­ται δυ­να­τὰ μὲ αὐ­τὸν τὸν ὀρ­γι­α­στι­κὸν καὶ αἱ­μα­τη­ρὸν τρό­πον, μέ­χρις ὅ­του ἦλ­θε τὸ δει­λι­νὸν· μέ­χρι τὴν ὥ­ραν ποὺ προ­σε­φέ­ρε­το ἡ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ θυ­σί­α (πε­ρὶ τὶς τρεῖς τὸ ἀ­πό­γευ­μα). Ἀλ­λὰ δὲν ἔ­παιρ­ναν καμ­μί­αν ἀ­πάν­τη­σιν. Τό­τε ὁ Ἠ­λί­ας ὁ Θε­σβί­της ἐ­μί­λη­σε πρὸς τοὺς προ­φῆ­τες-ἱ­ε­ρεῖς τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρί­ας καὶ εἶ­πε: «Πα­ρα­με­ρί­στε τώ­ρα· εἰς τὸ ἑ­ξῆς θὰ ἑ­τοι­μά­σω καὶ θὰ προ­σφέ­ρω ἐ­γὼ τὴν ἰ­δι­κήν μου θυ­σί­αν τοῦ ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τος». Καὶ ἐ­κεῖ­νοι πα­ρε­μέ­ρι­σαν καὶ ἔ­φυ­γαν.

Καὶ ὁ Ἠ­λί­ας εἶ­πε πρὸς τὸν Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸν λα­όν: «Ἐ­λᾶ­τε κον­τά μου· πλη­σιά­στε». Καὶ ὅ­λος ὁ λα­ὸς ἐ­πλη­σί­α­σε καὶ συ­νε­κεν­τρώ­θη κον­τά του. Ὁ Ἠ­λί­ας ἐ­πῆ­ρε δώ­δε­κα πέ­τρες, κα­τὰ τὸν ἀ­ριθ­μὸν τῶν δώ­δε­κα φυ­λῶν τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ, ὅ­πως εἶ­χε μι­λή­σει πα­λαι­ὰ ὁ Κύ­ριος πρὸς τὸν Ἰ­α­κὼβ καὶ τοῦ εἶ­πε: «Θὰ ὀ­νο­μά­ζε­σαι πλέ­ον Ἰσ­ρα­ήλ». Καὶ ὁ Ἠ­λί­ας μὲ τὶς δώ­δε­κα αὐ­τὲς πέ­τρες ἔ­κτι­σε θυ­σι­α­στή­ριον εἰς τὸ ὅ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου· ἐ­πε­σκεύ­α­σε τὸ ἐ­ρει­πω­μέ­νον θυ­σι­α­στή­ριον τοῦ Θε­οῦ, ποὺ ὑ­πῆρ­χεν ἐ­κεῖ ἀ­πὸ πα­λαι­ά. Γύ­ρω - γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ θυ­σι­α­στή­ριον ἔ­σκα­ψεν ἐ­πί­σης τά­φρον, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­χω­ροῦ­σε πε­ρί­που δε­κα­τέσ­σε­ρα (ἕ­ως εἴ­κο­σι) κι­λὰ νε­ροῦ. Κα­τό­πιν ἐ­στοί­βα­σε τὶς σχί­ζες τῶν ξύ­λων ἐ­πά­νω εἰς τὸ θυ­σι­α­στή­ριον ποὺ ἔ­κτι­σε, καὶ ἐ­κομ­μά­τια­σε τὸ μο­σχά­ρι, ποὺ θὰ προ­σέ­φε­ρεν ὡς ὁ­λο­καύ­τω­μα, καὶ τὸ ἔ­βα­λε ἐ­πά­νω εἰς τὰ κομ­μέ­να ξύ­λα. Ἀ­φοῦ ἐ­τα­κτο­ποί­η­σεν ὅ­λα ἐ­πά­νω εἰς τὸ θυ­σι­α­στή­ριον, εἶ­πε: «Πά­ρε­τε καὶ φέ­ρε­τέ μου τέσ­σε­ρις στά­μνες γε­μά­τες νε­ρὸ καὶ χύ­σε­τε τὸ νε­ρὸ ἐ­πά­νω εἰς τὸ κρέ­ας, ποὺ θὰ προ­σφερ­θῆ ὡς ὁ­λο­καύ­τω­μα, καὶ ἐ­πά­νω εἰς τὶς σχί­ζες τῶν ξύ­λων». Καὶ ἐ­κεῖ­νοι ἔ­κα­μαν, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς τοὺς δι­έ­τα­ξεν ὁ Ἠ­λί­ας. Ὁ Ἠ­λί­ας τό­τε τοὺς εἶ­πε: «Κά­με­τε τὸ ἴ­διον διὰ δευ­τέ­ραν φο­ράν». Ἐ­κεῖ­νοι τὸ ἔ­κα­μαν διὰ δευ­τέ­ραν φο­ράν. Καὶ τοὺς εἶ­πε πά­λιν: «Κά­με­τέ το καὶ διὰ τρί­την φο­ράν». Ἐ­κεῖ­νοι τὸ ἐ­πα­νέ­λα­βαν διὰ τρί­την φο­ράν! Καὶ τὸ νε­ρὸ ἐ­χύ­νε­το καὶ ἔ­τρε­χε γύ­ρω - γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ θυ­σι­α­στή­ριον, ὥ­στε ἡ τά­φρος ἐ­γέ­μι­σεν ἀ­πὸ νε­ρόν! Τό­τε ὁ Ἠ­λί­ας προ­σηυ­χή­θη μὲ φω­νὴν δυ­να­τὴν πρὸς τὸν οὐ­ρα­νὸν καὶ εἶ­πε: «Κύ­ρι­ε, σὺ ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­σαι ὁ Θε­ὸς τοῦ Ἀ­βρα­ὰμ καὶ τοῦ Ἰ­σα­ὰκ καὶ τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ (τοῦ Ἰ­α­κώβ), ἄ­κου­σε μὲ προ­σο­χὴν σή­με­ρα (αὐ­τὴν τὴν ὥ­ραν) τὴν προ­σευ­χήν μου, Κύ­ρι­ε, καὶ ἀ­πάν­τη­σέ μου στέλ­λον­τας φω­τιά, ὥ­στε νὰ μά­θη καὶ βε­βαι­ω­θῆ ὅ­λος αὐ­τὸς ὁ λα­ός, ὅ­τι σὺ εἶ­σαι ὁ Κύ­ριος, ὁ ἀ­λη­θι­νὸς Θε­ὸς τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ, καὶ ὅ­τι ἐ­γὼ εἶ­μαι δοῦ­λος ἰ­δι­κός σου καὶ ὅ­τι ἔ­κα­μα ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ ἔρ­γα κα­τό­πιν τῆς ἰ­δι­κῆς σου ἐν­το­λῆς. Ἄ­κου­σέ με μὲ προ­σο­χήν, Κύ­ρι­ε· ἄ­κου­σέ με μὲ προ­σο­χὴν καὶ ἀ­πάν­τη­σέ μου στέλ­λον­τας φω­τιά, διὰ νὰ μά­θη καὶ βε­βαι­ω­θῆ ὁ λα­ὸς αὐ­τός, ὅ­τι σὺ εἶ­σαι ὁ παν­το­δύ­να­μος Κύ­ριος καὶ ὁ ἀ­λη­θι­νὸς Θε­ός· ὅ­τι σὺ εἶ­σαι αὐ­τὸς ποὺ με­τέ­στρε­ψες τὴν καρ­διὰ τοῦ λα­οῦ αὐ­τοῦ, ὥ­στε νὰ λα­τρεύ­η καὶ πά­λιν Σέ»! Καὶ ἐ­πε­σεν ἀ­μέ­σως φω­τιά, τὴν ὁ­ποί­αν ἐ­στει­λεν ὁ Κύ­ριος ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νόν, καὶ ἡ φω­τιὰ κα­τέ­καυ­σεν ἐν­τε­λῶς, ἔ­κα­με κάρ­βου­νο καὶ στά­χτη τὰ κομ­μά­τια τοῦ ζώ­ου, ποὺ προ­σε­φέ­ρε­το ὡς ὁ­λο­καύ­τω­μα, καὶ τὶς σχί­ζες τῶν ξύ­λων· τὸ νε­ρό, ποὺ εὑ­ρί­σκε­το εἰς τὴν τά­φρον, τὸ ἐ­στέ­γνω­σεν ἐν­τε­λῶς, καὶ ἀ­σβε­στο­ποί­η­σε τὶς πέ­τρες τοῦ θυ­σι­α­στη­ρί­ου· ἡ φω­τιὰ ἔ­γλει­ψε καὶ ἐ­κα­ψά­λι­σε καὶ αὐ­τὸ τὸ χῶ­μα!

Με­τὰ τὸ κα­τα­πλη­κτι­κὸν αὐ­τὸ θαῦ­μα ὃ­λος ὁ Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸς λα­ὸς ἔ­πε­σε μπρού­μυ­τα εἰς τὴν γῆν, προ­σκυ­νών­τας εὐ­λα­βι­κὰ καὶ τα­πει­νά, καὶ μὲ μί­αν φω­νὴν εἶ­παν: «Ἀ­λη­θι­νά! Ὁ Κύ­ριος, ὁ Θε­ὸς τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ, αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ μό­νος πραγ­μα­τι­κὸς καὶ ἀ­λη­θι­νὸς Θε­ός!» Τό­τε ὁ Ἠ­λί­ας δι­έ­τα­ξε τὸν λα­ὸν καὶ εἶ­πε: «Συλ­λά­βε­τε τοὺς προ­φῆ­τες τοῦ Βά­αλ· κα­νεὶς δὲν πρέ­πει νὰ γλυ­τώ­ση ἀ­πὸ αὐ­τούς». Οἱ Ἰσ­ρα­η­λῖ­ται τοὺς συ­νέ­λα­βαν ὅ­λους καὶ ὁ Ἠ­λί­ας τοὺς πα­ρέ­λα­βε καὶ τοὺς κα­τέ­βα­σε ἀ­πὸ τὸ Καρ­μή­λιον ὅ­ρος εἰς τὸν χεί­μαρ­ρον Κισ­σῶν καὶ τοὺς ἐ­σφα­ξεν ἐ­κεῖ!

Καὶ ὁ Ἠ­λί­ας εἶ­πεν εἰς τὸν Ἄ­χα­αβ: «Ἀ­νέ­βα, φά­γε καὶ πι­έ, δι­ό­τι ἀ­κού­ε­ται βου­η­τὸ πολ­λῆς βρο­χῆς, ποὺ ἔρ­χε­ται· βου­η­τὸ ὅ­πως τὸ πο­δο­βο­λη­τό». Ἐ­νῶ ὁ Ἀ­χαὰβ ἀ­νέ­βη εἰς κά­ποι­ο ὕ­ψω­μα διὰ νὰ φά­γη καὶ νὰ πι­ῆ, ὁ Ἠ­λί­ας ἀ­νέ­βη εἰς τὴν κο­ρυ­φὴν τοῦ ὄ­ρους Κάρ­μη­λον καὶ ἔ­σκυ­ψε εἰς τὴν γῆν καὶ ἔ­βα­λε τὸ πρό­σω­πόν του με­τα­ξὺ τῶν γο­νά­των του. Καὶ ἀ­φοῦ προ­σηυ­χή­θη ἔ­τσι θερ­μά, εἶ­πεν εἰς τὸν ὑ­πη­ρέ­την του: «Ἀ­νέ­βα τώ­ρα καὶ κύτ­τα­ξε πρὸς τὰ δυ­τι­κά, πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς Με­σο­γεί­ου θα­λάσ­σης». Ὁ ὑ­πη­ρέ­της ἀ­νέ­βη, ἐ­κύτ­τα­ξε πρὸς τὰ δυ­τι­κὰ καὶ εἶ­πεν εἰς τὸν Ἠ­λί­αν: «Δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τε· δὲν βλέ­πω τί­πο­τε». Ὁ Ἠ­λί­ας τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: «Πή­γαι­νε καὶ ἔ­λα ἑ­πτὰ φο­ρές». Καὶ ὁ ὑ­πη­ρέ­της ἐ­πῆ­γε καὶ ἐ­πέ­στρε­ψεν ἑ­πτὰ φο­ρὲς καὶ τὴν ἑ­βδό­μην φο­ρὰν συ­νέ­βη τοῦ­το: Νά· ἐ­φά­νη ἕ­να μι­κρὸν σύν­νε­φον, τὸ μέ­γε­θος τοῦ ὁ­ποί­ου ἦ­ταν τό­σον, ὅ­σον τὸ ἴ­χνος ποὺ ἀ­φή­νει τὸ πέλ­μα ἑ­νὸς ἀν­δρός, καὶ τὸ σύν­νε­φον αὐ­τὸ ἐ­προ­μη­νοῦ­σε βρο­χήν. Καὶ ὁ Ἠ­λί­ας εἶ­πεν εἰς τὸν ὑ­πη­ρέ­την του: «Ἀ­νέ­βα καὶ πὲς εἰς τὸν Ἀ­χαάβ · <ἑ­τοί­μα­σε καὶ ζεῦ­ξε τὸ ἅρ­μα σου καὶ κα­τέ­βα ἀ­πὸ τὸ ὅ­ρος, διὰ νὰ μὴ σὲ προ­λά­βη καὶ σὲ ἀ­να­κό­ψη ἡ βρο­χή». Ἐν τῷ με­τα­ξὺ συ­νέ­βη τοῦ­το: Μέ­σα σὲ λί­γο χρο­νι­κὸν δι­ά­στη­μα ὁ οὐ­ρα­νὸς ἐ­σκο­τεί­νια­σε ἀ­πὸ μαῦ­ρα πυ­κνὰ νέ­φη, ὁ ἄ­νε­μος ἄρ­χι­σε νὰ φυ­σᾶ καὶ ἐ­ξέ­σπα­σε πλού­σια καὶ κα­ταρ­ρα­κτώ­δης βρο­χή. Καὶ ὁ Ἀ­χα­ὰβ ἔ­τρε­χε μὲ τὸ ἅρ­μα του καὶ ἐ­πή­γαι­νε κλαί­γον­τας πρὸς τὴν πό­λιν Ἰ­εζ­ρά­ελ. Τὸ δὲ προ­στα­τευ­τι­κὸν καὶ παν­το­δύ­να­μον χέ­ρι τοῦ Κυ­ρί­ου ἦ­ταν μὲ τὸν Ἠ­λί­αν. Καὶ αὐ­τὸς ἐ­ζώ­σθη κα­λὰ καὶ ἕ­σφι­ξε τὸ φό­ρε­μά του εἰς τὴν μέ­σην του διὰ νὰ τρέ­χη ἐ­λεύ­θε­ρα· καὶ πα­ρὰ τὸν κό­πον καὶ τὴν ἡ­λι­κί­αν του, ἐ­προ­σπέ­ρα­σε καὶ ἔ­τρε­χεν ἐμ­πρὸς ἀ­πὸ τὸ ἅρ­μα τοῦ Ἀ­χαὰβ μέ­χρι τῆς εἰ­σό­δου τῆς πό­λε­ως Ἰ­εζ­ρά­ελ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ'

Ὁ βα­σι­λιὰς Ἀ­χα­ὰβ ἀ­νε­κοί­νω­σεν εἰς τὴν Ἰ­ε­ζά­βελ, τὴν γυ­ναί­κα του, ὅ­λα ὅ­σα ἔ­κα­μεν ὁ προ­φή­της Ἠ­λί­ας, κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ τὸ πῶς ὁ Ἠ­λί­ας ἐ­φό­νευ­σε τοὺς ἱ­ε­ρεῖς - προ­φῆ­τες τῶν εἰ­δώ­λων μὲ τὸ ξί­φος. Τό­τε ἡ Ἰ­ε­ζά­βελ γε­μά­τη ἀ­πὸ θυ­μὸν ἔ­στει­λεν ἀ­πε­σταλ­μέ­νον εἰς τὸν Ἠ­λί­αν, ὁ ὁ­ποῖ­ος τοῦ εἶ­πεν ἐκ μέ­ρους της: «Ὅ­πως εἶ­ναι βέ­βαι­ον ὅ­τι σὺ εἶ­σαι ὁ προ­φή­της Ἠ­λί­ας καὶ ἐ­γὼ εἶ­μαι ἡ βα­σί­λισ­σα Ἰ­ε­ζά­βελ, ἔ­τσι εἴ­θε νὰ μὲ τι­μω­ρή­ση ὁ Θε­ὸς (κατ᾿ ἄλ­λην γρα­φήν: οἱ θε­οὶ) καὶ εἴ­θε νὰ μοῦ προ­σθέ­ση καὶ ἄλ­λες ἀ­κό­μη χει­ρό­τε­ρες τι­μω­ρί­ες καὶ συμ­φο­ρές, ἐ­ὰν ἀ­θε­τή­σω τὴν ὑ­πό­σχε­σίν μου καὶ ἂν αὐ­ριον τὴν ἰ­δί­αν ὥ­ραν δὲν πα­ρα­δώ­σω τὴν ζω­ήν σου εἰς θά­να­τον, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἔ­κα­μες καὶ σὺ εἰς κά­θε ἕ­να ἀ­πό τους Ἱ­ε­ρεῖς - προ­φῆ­τες τῶν εἰ­δώ­λων». Εἰς τὸ ἄ­κου­σμα τῆς πα­ραγ­γε­λί­ας αὐ­τῆς τῆς Ἰ­ε­ζά­βελ ἐ­φο­βή­θη ὁ προ­φή­της Ἠ­λί­ας καὶ ἐ­ση­κώ­θη καὶ ἔ­φυ­γεν, ὅ­που τὸν ἔ­σπρω­χνε ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δύ­να­μις τῆς ψυ­χῆς του. Ἔ­φθα­σεν εἰς τὴν πά­λιν Βηρ­σα­βε­έ, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­νῆ­κεν εἰς τὸ βα­σί­λει­ον τοῦ Ἰ­ού­δα, καὶ ἐ­κεῖ ἄ­φη­κε τὸν ὑ­πη­ρέ­την του. Ὁ ἴ­διος ὅ­μως ἐ­προ­χώ­ρη­σε βα­θύ­τε­ρα εἰς τὴν ἔ­ρη­μον καὶ ἀ­φοῦ ἐ­βά­δι­σε δρό­μον μιᾶς ἡ­μέ­ρας (ἑ­πτὰ πε­ρί­που ὡ­ρῶν), ἔ­φθα­σε καὶ ἐ­κά­θι­σε κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να φυ­τόν, ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται Ραθ­μὲν (ἄρ­κευ­θος, κέ­δρος). Ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν πεί­ναν καὶ τὸν κό­πον τῆς πο­ρεί­ας καὶ πι­ε­ζό­με­νος ἀ­πὸ τὴν θλί­ψιν καὶ τὴν βα­ρυ­θυ­μί­αν ἐ­ζή­τη­σεν ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸν νὰ ἀ­πο­θά­νη καὶ εἶ­πεν: «Ἀρ­κε­τὰ ἐ­κο­πί­α­σα καὶ ἐ­κα­κο­πά­θη­σα· πά­ρε λοι­πὸν τώ­ρα τὴν ζω­ήν μου, Κύ­ρι­ε, δι­ό­τι ἐ­γὼ δὲν εἶ­μαι ἀ­νώ­τε­ρος καὶ κα­λύ­τε­ρος ἀ­πό τους προ­πά­το­ρές μου».

Ὁ Ἠ­λί­ας κου­ρα­σμέ­νος καὶ λυ­πη­μέ­νος ἐ­κοι­μή­θη καὶ ἔ­πε­σεν εἰς ὕ­πνον βα­θὺν κά­τω ἀ­πὸ τὸ φυ­τὸν Ραθ­μέν. Ἀλ­λὰ νά· ἔ­ξαφ­να κά­ποι­ος τὸν ἄγ­γι­ξε καὶ τοῦ εἶ­πε: «Σή­κω καὶ φά­γε». Ὁ Ἠ­λί­ας ἐ­ξύ­πνη­σεν, ἐ­κύτ­τα­ξε γύ­ρω καὶ νά· κον­τὰ εἰς τὴν κε­φα­λήν του εὑ­ρί­σκε­το μί­α κρι­θα­ρέ­νια λα­γά­να ψη­μέ­νη (κα­τὰ τὸ Ἑ­βρα­ϊ­κόν: ἐ­πά­νω εἰς ζε­στὲς πέ­τρες) καὶ μί­α πή­λι­νη κα­νά­τα μὲ νε­ρό. Ὁ Ἠ­λί­ας ἐ­ση­κώ­θη καὶ ἔ­φα­γε καὶ ἤ­πι­ε. Κα­τό­πιν δὲ ἐ­κοι­μή­θη πά­λιν. Καὶ ὁ ἄγ­γε­λος τοῦ Κυ­ρί­ου ἦλ­θε διὰ δευ­τέ­ραν φο­ράν, τὸν ἄγ­γι­ξε καὶ τοῦ εἶ­πε: «Σή­κω καὶ φά­γε, δι­ό­τι ὁ δρό­μος ποὺ ἔ­χεις νὰ βα­δί­σης, τὸ τα­ξί­δι ποὺ ἔ­χεις ἀ­κό­μη νὰ κά­μης, εἶ­ναι με­γά­λο καὶ κου­ρα­στι­κό». Ὁ Ἠ­λί­ας ἐ­ση­κώ­θη καὶ ἔ­φα­γε καὶ ἤ­πι­ε. Καὶ μὲ τὴν δύ­να­μιν τῆς τρο­φῆς ἐ­κεί­νης ἐ­βά­δι­σε σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες καὶ σα­ράν­τα νύ­χτες, μέ­χρις ὅ­του ἔ­φθα­σεν εἰς τὸ ὅ­ρος Χω­ρήβ. Εἰς τὸ Χω­ρὴβ ἐμ­πῆ­κε εἰς ἕ­να σπή­λαι­ον καὶ ἐγ­κα­τε­στά­θη ἐ­κεῖ. Καὶ νά· ἔ­ξαφ­να λό­γος Κυ­ρί­ου κα­τέ­φθα­σεν εἰς αὐ­τὸν καὶ τοῦ εἶ­πε: «Τί κά­νεις ἐ­δῶ; πῶς ἐ­δῶ, Ἠ­λί­α;» Ἠ­λί­ας ἀ­πάν­τη­σε: «Ζῆ­λος ἱ­ε­ρὸς καὶ φλο­γε­ρός, ἀ­γα­νά­κτη­σις ἱ­ε­ρὰ καὶ με­γά­λη ἔ­χει κυ­ρι­εύ­σει τὴν ψυ­χήν μου διὰ Σέ, τὸν παν­το­κρά­το­ρα Κύ­ριον. Πο­νῶ καὶ ἀ­γα­να­κτῶ πο­λύ, δι­ό­τι οἱ Ἰσ­ρα­η­λῖ­ται ἀ­θέ­τη­σαν τὴν δι­α­θή­κην σου καὶ σὲ ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν· τὰ θυ­σι­α­στή­ρια σου τὰ κα­τέ­στρε­ψαν καὶ τοὺς προ­φῆ­τες σου τοὺς ἐ­φό­νευ­σαν μὲ ξί­φος· καὶ ἐ­γώ, μό­νον ἐ­γώ, ἔ­χω μεί­νει ὁ­λο­μό­να­χος. Ζη­τοῦν δὲ νὰ ἀ­φαι­ρέ­σουν καὶ τὴν ἰ­δι­κήν μου ζω­ήν!» Καὶ ὁ λό­γος τοῦ Κυ­ρί­ου εἶ­πεν εἰς τὸν Ἠ­λί­αν: «Νὰ βγῆς αὔ­ριον ἀ­πὸ τὸ σπή­λαι­ον καὶ νὰ στα­θῆς ἐμ­πρὸς εἰς τὸν Κύ­ριον εἰς τὸ ὄ­ρος. Καὶ νά· ἔ­ξαφ­να θὰ πε­ρά­ση ἀ­πὸ ἐμ­πρός σου ὁ Κύ­ριος. Τοῦ­το θὰ γί­νη μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πον: Θὰ φυ­σή­ξη ἔ­ξαφ­να θύ­ελ­λα με­γά­λη καὶ ἰ­σχυ­ρή, ποὺ δι­α­λύ­ει ὄ­ρη καὶ κα­τα­κομ­μα­τιά­ζει πέ­τρες ἐ­νώ­πιον τοῦ Κυ­ρί­ου· ἀλλ᾿ ὁ Κύ­ριος δὲν θὰ εἶ­ναι εἰς τὴν φο­βε­ρὰν ἐ­κεί­νην θύ­ελ­λαν. Με­τὰ τὴν θύ­ελ­λαν θὰ ἀ­κο­λου­θή­ση σει­σμός· ἀλλ᾿ ὁ Κύ­ριος δὲν θὰ εἶ­ναι οὔ­τε εἰς τὸν σει­σμόν. Με­τὰ τὸν σει­σμὸν θὰ ἀ­κο­λου­θή­ση φω­τιά· ἀλ­λὰ δὲν θὰ εἶ­ναι οὔ­τε εἰς τὴν φω­τιὰ ὁ Κύ­ριος. Με­τὰ τὴν φω­τιὰ θὰ ἀ­κο­λου­θή­ση ὁ ἁ­πα­λὸς ψί­θυ­ρος λε­πτῆς, δρο­σε­ρῆς καὶ σι­γα­λῆς αὔ­ρας· ἐ­κεῖ θὰ εἶ­ναι ὁ Κύ­ριος». Συ­νέ­βη δὲ τοῦ­το: Ὅ­ταν ὁ Ἠ­λί­ας ἄ­κου­σε τὰ λό­για αὐ­τά, ἐ­σκέ­πα­σεν ἀ­πὸ φό­βον καὶ βα­θὺν σε­βα­σμὸν τὸ πρό­σω­πόν του μὲ τὸν μαν­δύ­αν τὸν κα­μω­μέ­νον ἀ­πὸ δέρ­μα προ­βά­του, τὸν ὁ­ποῖ­ον ἐ­φο­ροῦ­σε, καὶ ἐ­βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ σπή­λαι­ον καὶ ἐ­στά­θη εἰς τὴν εἴ­σο­δόν του. Καὶ νά· ἔ­ξαφ­να ἡ φω­νὴ τοῦ Θε­οῦ τὸν ἐ­ρώ­τη­σε καὶ πά­λιν: «Τί κά­νεις ἐ­δῶ; πῶς ἐ­δῶ, Ἠ­λί­α;» Ὁ Ἠ­λί­ας ἀ­πάν­τη­σε: «Ζῆ­λος ἱ­ε­ρὸς καὶ φλο­γε­ρός, ἀ­γα­νά­κτη­σις ἱ­ε­ρὰ καὶ με­γά­λη ἔ­χει κυ­ρι­εύ­σει τὴν ψυ­χήν μου διὰ Σέ, τὸν παν­το­κρά­το­ρα Κύ­ριον. Πο­νῶ καὶ ἀ­γα­να­κτῶ πο­λύ, δι­ό­τι οἱ Ἰσ­ρα­η­λῖ­ται ἀ­θέ­τη­σαν τὴν δι­α­θή­κην σου καὶ σὲ ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν· τὰ θυ­σι­α­στή­ρια σου τὰ κα­τέ­στρε­ψαν καὶ τοὺς προ­φῆ­τες σου τοὺς ἐ­φό­νευ­σαν μὲ ξί­φος· καὶ ἐ­γώ, μό­νον ἐ­γώ, ἔ­χω μεί­νει ὁ­λο­μό­να­χος. Ζη­τοῦν δὲ νὰ ἀ­φαι­ρέ­σουν καὶ τὴν ἰ­δι­κήν μου ζω­ήν!» Ὁ Κύ­ριος εἶ­πε εἰς τὸν Ἠ­λί­αν: «Πή­γαι­νε πί­σω, βά­δι­σε τὸν δρό­μον σου καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε τὸν δρό­μον τῆς ἐ­ρή­μου, ποὺ ὁ­δη­γεῖ εἰς τὴν Δα­μα­σκόν. Καὶ ὅ­ταν φθά­σης εἰς τὴν Δα­μα­σκόν, νὰ χρί­σης τὸν Ἀ­ζα­ὴλ ὡς βα­σι­λιὰ τῆς Συ­ρί­ας. Ἐ­πί­σης θὰ χρί­σης καὶ τὸν Ἰ­ού, τὸν υἱ­ὸν τοῦ Να­μεσ­σί, ὡς βα­σι­λιὰ τοῦ βα­σι­λεί­ου τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ. Τὸν δὲ Ἐ­λι­σαῖ­ον, τὸν υἱ­ὸν τοῦ Σα­φάτ, θὰ χρί­σης ὡς προ­φή­την, ὁ ὁ­ποῖ­ος θὰ σὲ δι­α­δε­χθῆ».

 

ΒΑσι­λει­Ων γ' τΟ Α­νΑ­γνω­σμα Κεφ. ιθ΄ [19] 19-21& Δ' Βασ. β΄ [2] 1, 6-14)

Ἐ­γέ­νε­το ἡ­μέ­ρα, καὶ εὑ­ρί­σκει Ἠ­λιοὺ τὸν Ἐ­λι­σαι­ὲ υἱ­ὸν Σα­φάτ. Καὶ αὐ­τὸς ἠ­ρο­τρί­α ἐν βου­σί. Καὶ ἀ­πῆλ­θεν Ἠ­λιοὺ ἐ­π' αὐ­τόν, καὶ ἐ­πέρ­ρι­ψε τὴν μη­λω­τὴν αὐ­τοῦ ἐ­π' αὐ­τόν. Καὶ κα­τέ­λι­πεν Ἐ­λι­σαι­ὲ τοὺς βό­ας καὶ ἔ­δρα­μεν ὀ­πί­σω Ἠ­λιού, καὶ ἐ­λει­το­ύρ­γει αὐ­τῷ. Καὶ ἐ­γέ­νε­το, ἐν τῷ ἀ­νά­γειν τὸν Κύριον Ἠ­λιοὺ ἐν συσ­σει­σμῷ ὡς εἰς τὸν οὐ­ρα­νόν, καὶ ἐ­πο­ρε­ύ­θη Ἠ­λιοὺ καὶ Ἐ­λι­σαι­ὲ ἐν Γαλ­γά­λοις. Καὶ εἶ­πεν Ἠ­λί­ας τῷ Ἐ­λι­σαιέ· Κάθου δὴ ἐν­ταῦ­θα, ὅ­τι Κύριος ἀ­πέ­σταλκέ με ἕ­ως τοῦ Ἰ­ορ­δά­νου. Καὶ εἶ­πεν Ἐ­λι­σαιέ· Ζῇ Κύριος καὶ ζῇ ἡ ψυ­χή σου, εἰ ἐγ­κα­τα­λε­ί­ψω σε. Καὶ ἐ­πο­ρε­ύ­θη­σαν ἀμ­φό­τε­ροι· καὶ πεν­τή­κον­τα ἄν­δρες ἀ­πὸ τῶν υἱ­ῶν τῶν προ­φη­τῶν ἦλ­θον, καὶ ἔ­στη­σαν ἐξ ἐ­ναν­τί­ας μα­κρό­θεν, ἀμ­φό­τε­ροι δὲ ἔ­στη­σαν ἐ­πὶ τὸν Ἰ­ορ­δά­νην. Καὶ ἔ­λα­βεν Ἠ­λί­ας τὴν μη­λω­τὴν αὐ­τοῦ, καὶ εἵ­λη­σεν αὐ­τήν, καὶ ἐ­πά­τα­ξεν ἐν αὐ­τῇ τὰ ὕ­δα­τα, καὶ δι­ῃ­ρέ­θη τὸ ὕ­δωρ ἔν­θεν καὶ ἔν­θεν, καὶ δι­έ­βη­σαν ἀμ­φό­τε­ροι διὰ ξη­ρᾶς. Καὶ ἐ­γέ­νε­το, ὡς δι­ῆλ­θον, εἶ­πεν Ἠ­λί­ας τῷ Ἐ­λι­σαιέ· Αἴ­τη­σόν με τὶ ποι­ή­σω σοι, πρὶν ἀ­να­λη­φθῆ­ναί με ἀ­πὸ σοῦ. Καὶ εἶ­πεν Ἐ­λι­σαιέ· Γε­νη­θή­τω δὴ τὸ πνεῦ­μα τὸ ἐ­πὶ σοὶ δισ­σῶς ἐ­π' ἐ­μέ. Καὶ εἶ­πεν Ἠ­λί­ας, ἐ­σκλή­ρυ­νας τοῦ αἰ­τή­σα­σθαι. Πλὴν ἐ­ὰν ἴ­δῃς με ἀ­να­λαμ­βα­νό­με­νον ἀ­πὸ σοῦ, ἔ­σται σοι οὕ­τως, ἐ­ὰν δὲ μή, ἴ­δῃς, οὐ μὴ γέ­νη­ται. Καὶ ἐ­γέ­νε­το αὐ­τῶν πο­ρευ­ο­μέ­νων καὶ λα­λο­ύν­των, καὶ ἰ­δοὺ ἅρ­μα πυ­ρὸς καὶ ἵπ­ποι πυ­ρός, καὶ δι­ε­χώ­ρι­σεν ἀ­να­μέ­σον ἀμ­φο­τέ­ρων, καὶ ἀ­νε­λή­φθη Ἠ­λί­ας ἐν συσ­σει­σμῷ ὡς εἰς τὸν οὐ­ρα­νόν. Καὶ Ἐ­λι­σαι­ὲ ἑ­ώ­ρα, καὶ αὐ­τὸς ἐ­βό­α· Πάτερ, Πάτερ, ἅρ­μα Ἰσ­ρα­ήλ, καὶ ἱπ­πεὺς αὐ­τοῦ, καὶ οὐκ εἶ­δεν αὐ­τὸν οὐκ ἔ­τι, καὶ ἐ­κρά­τη­σεν Ἐ­λι­σαι­ὲ τοῦ ἱ­μα­τί­ου αὐ­τοῦ, καὶ δι­έρ­ρη­ξεν αὐ­τὸ εἰς δύ­ο. Καὶ ἀ­νε­ί­λε­το τὴν μη­λω­τὴν Ἠ­λιοὺ Ἐ­λι­σαιέ, τὴν πε­σοῦ­σαν ἐ­πά­νω­θεν αὐ­τοῦ. Καὶ ἐ­πέ­στρε­ψεν Ἐ­λι­σαι­ὲ καὶ ἔ­στη ἐ­πὶ τὸ χεῖ­λος τοῦ Ἰ­ορ­δά­νου. Καὶ ἔ­λα­βεν Ἐ­λι­σαι­ὲ τὴν μη­λω­τὴν Ἠ­λιού, τὴν πε­σοῦ­σαν ἐ­πά­νω­θεν αὐ­τοῦ, καὶ ἐ­πά­τα­ξε τὰ ὕ­δα­τα καὶ οὐ δι­ῃ­ρέ­θη. Καὶ εἶ­πεν Ἐ­λι­σαιέ. Ποῦ δὴ ἐ­στιν ὁ Θε­ὸς Ἠ­λιοὺ Ἀπφώ; Καὶ οὕ­τως ἐ­πά­τα­ξε τὰ ὕ­δα­τα ἐκ δευ­τέ­ρου, καὶ δι­ῃ­ρέ­θη τὰ ὕ­δα­τα καὶ δι­ῆλ­θε διὰ ξη­ρᾶς.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Ν. Π. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ)

Ἔ­γι­νε ἡ­μέ­ρα, καὶ εὑ­ρῆ­κε ὁ Ἠλίας τν Ἐ­λι­σαῖ­ον, τν υἱ­ὸν τοῦ Σα­φάτ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὤρ­γω­νε μ βό­δια. Ὁ Ἠ­λί­ας, μό­λις τν εἶ­δε, τν ἐ­πλη­σί­α­σε κα ἔρ­ρι­ψε μ μί­αν γρή­γο­ρον κί­νη­σιν ἐ­πά­νω ες τν Ἐ­λι­σαῖ­ον τν μαν­δύ­αν του τν κα­μω­μέ­νον ἀ­πὸ δέρ­μα προ­βά­του. Ἀ­μέ­σως ὁ Ἐ­λι­σαῖ­ος, ποὺ ἐ­κα­τά­λα­βε τί ἐ­σή­μαι­νεν ἡ πρά­ξις αὐ­τὴ τοῦ Ἠ­λί­α, ἄ­φη­κε τὰ βό­δια, μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ὤρ­γω­νεν, καὶ εἰς τὸ ἑ­ξῆς τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε καὶ τὸν ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε. Συ­νέ­βη δέ, ὅ­ταν ὁ Κύ­ριος ἐ­πρό­κει­το νὰ ἀ­νε­βά­ση τὸν Ἠ­λί­αν εἰς τὸν οὐ­ρα­νὸν μὲ ἀ­νε­μο­στρό­βι­λον, ὁ Ἠ­λί­ας ἀ­νε­χώ­ρηα­ε μα­ζὶ μὲ τὸν Ἐ­λι­σαῖ­ον ἀ­πὸ τὰ Γάλ­γα­λα. Ὁ Ἠ­λί­ας εἶ­πεν εἰς τὸν Ἐ­λι­σαῖ­ον: «Μεῖ­νε, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, ἐ­δῶ, δι­ό­τι ὁ Κύ­ριος μὲ στέλ­λει νὰ πά­ω εἰς τὸν Ἰ­ορ­δά­νην». Ὁ Ἐ­λι­σαῖ­ος ὅ­μως τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: «Ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι Θε­ὸς ζων­τα­νὸς καὶ ἀ­κού­ει· ὁρ­κί­ζο­μαι εἰς αὐ­τὸν καὶ εἰς τὴν ζω­ήν σου, ὅ­τι δὲν θὰ σὲ ἀ­φή­σω νὰ πᾶς μό­νος σου». Ἔ­τσι ἐ­πῆ­γαν καὶ οἱ δύ­ο μα­ζὶ εἰς τὸν Ἰ­ορ­δά­νην. Πε­νήν­τα δὲ προ­φῆ­ται ἐ­πῆ­γαν καὶ ἐ­στά­θη­καν ἀ­πέ­ναν­τι, μα­κριὰ ἀ­πὸ αὐ­τούς, διὰ νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σουν ὅ­σα ἐ­πρό­κει­το νὰ γί­νουν. Οἱ δύ­ο δέ, ὁ Ἠ­λί­ας καὶ ὁ Ἐ­λι­σαῖ­ος, ἐ­στά­θη­σαν εἰς τὴν ὄ­χθην τοῦ Ἰ­ορ­δά­νη. Τό­τε ὁ Ἠ­λί­ας ἐ­πῆ­ρε τὴν μη­λω­τήν του, τὴν ἐ­πε­ρι­τύ­λι­ξε καὶ ἐ­κτύ­πη­σε μὲ αὐ­τὴν τὰ νε­ρὰ τοῦ πο­τα­μοῦ, αὐ­τὰ δὲ ἐ­χω­ρί­σθη­σαν καὶ πα­ρε­μέ­ρι­σαν ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ· ἔ­τσι ἐ­βά­δι­σαν καὶ οἱ δύ­ο μέ­σα ἀ­πὸ τὸ στε­γνὸν πέ­ρα­σμα, ποὺ ἐ­σχη­μα­τί­σθη, καὶ ἐ­πέ­ρα­σαν εἰς τὴν ἄλ­λην ὄ­χθην, εἰς τὴν ἀ­πέ­ναν­τι ἔ­ρη­μον. Τό­τε συ­νέ­βη τοῦ­το: Ὅ­ταν ἐ­πέ­ρα­σαν εἰς τὴν ἀ­πέ­ναν­τι ὄ­χθην, ὁ Ἠ­λί­ας εἶ­πε πρὸς τὸν Ἔ­λι­σαῖ­ον: «Ζή­τη­σε, τί θέ­λεις νὰ σοῦ κά­μω πρὶν ἀ­να­λη­φθῶ ἀ­πὸ κον­τά σου εἰς τὸν οὐ­ρα­νόν». Ὁ Ἐ­λι­σαῖ­ος ἀ­πάν­τη­σε: «Ἂς γί­νη, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, εἰς ἐ­μὲ δι­πλὴ ἡ χά­ρις, ἡ δω­ρε­ὰ τοῦ πνεύ­μα­τος, ποὺ ὑ­πάρ­χει εἰς σέ». Καὶ ὁ Ἠ­λί­ας τοῦ εἶ­πε: «Με­γά­λη εἶ­ναι ἡ ἀ­παί­τη­σίς σου, δύ­σκο­λον πράγ­μα ἐ­ζή­τη­σες· ὅ­μως, ἐ­ὰν μὲ ἴ­δης νὰ ἀ­να­λαμ­βά­νω­μαι ἀπ᾿ ἐμ­πρός σου εἰς τὸν οὐ­ρα­νόν, τὸ αἴ­τη­μά σου θὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θῆ ὅ­πως τὸ ἐ­ζή­τη­σες· ἐ­ὰν ὅ­μως δὲν μὲ ἴ­δης νὰ ἀ­να­λαμ­βά­νω­μαι, δὲν θὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θῆ». Τό­τε συ­νέ­βη τοῦ­το: Ἐ­νῶ αὐ­τοὶ ἐ­βά­δι­ζαν καὶ συ­νωμι­λοῦ­σαν, ἔ­ξαφ­να νά! πα­ρου­σιά­σθη ἅρ­μα πύ­ρι­νον, ποὺ τὸ ἔ­σερ­ναν ἄ­λο­γα πύ­ρι­να καὶ ἐ­πέ­ρα­σαν με­τα­ξὺ τοῦ Ἠ­λί­α καὶ τοῦ Ἐ­λι­σαί­ου καὶ τοὺς ἐ­χώ­ρι­σαν· καὶ ὁ Ἠ­λί­ας ἀ­νε­λή­φθη μέ­σα εἰς ἀ­νε­μο­στρό­βι­λον πρὸς τὰ ἄ­νω, ὡς εἰς τὸν οὐ­ρα­νόν! Καὶ ὁ Ἐ­λι­σαῖ­ος, κα­θὼς ἔ­βλε­πε τὸ θαυ­μα­στὸν γε­γο­νός, ἐ­φώ­να­ζε: «Πα­τέ­ρα μου, πα­τέ­ρα μου! σὺ ἤ­σουν τὰ ἅρ­μα­τα καὶ τὸ ἱπ­πι­κὸν τοῦ Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κοῦ λα­οῦ, ὁ ἰ­σχυ­ρὸς μυ­στι­κὸς ὁ­δη­γὸς τοῦ λα­οῦ· φεύ­γεις καὶ ποῦ μᾶς ἀ­φή­νεις τώ­ρα;» Καὶ ὁ Ἐ­λι­σαῖ­ος δὲν ξα­να­εῖ­δε πλέ­ον τὸν Ἠ­λί­αν. Ὁ Ἐ­λι­σαῖ­ος, εἰς ἔν­δει­ξιν πέν­θους διὰ τὴν στέ­ρη­σιν τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ του πα­τέ­ρα καὶ τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ ὁ­δη­γοῦ τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ, ἔ­πια­σε τὰ ροῦ­χα του καὶ τὰ ἔ­σχι­σεν εἰς δύ­ο κομ­μά­τια. Ὁ Ἐ­λι­σαῖ­ος ἐ­σή­κω­σε κα­τό­πιν ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος τὴν μη­λω­τὴν τοῦ Ἠ­λί­α, ποὺ ἔ­πε­σεν ἀ­πὸ ἐ­πά­νω ψη­λά, μό­λις ἀ­νε­λή­φθη ὁ Ἠ­λί­ας, ἐ­γύ­ρι­σε δὲ πί­σω καὶ ἐ­στά­θη εἰς τὴν ὄ­χθην τοῦ Ἰ­ορ­δά­νη. Καὶ ἐ­πῆ­ρε τὴν μη­λω­τὴν τοῦ Ἠ­λί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­πε­σεν ἀ­πὸ ψη­λὰ ἐ­πά­νω του, καὶ ἐ­κτύ­πη­σε μὲ αὐ­τὴν τὰ νε­ρὰ τοῦ πο­τα­μοῦ, ὅ­μως αὐ­τὰ δὲν ἐ­χω­ρί­σθη­σαν καὶ δὲν πα­ρε­μέ­ρι­σαν. Καὶ ὁ Ἐ­λι­σαῖ­ος εἶ­πε: «Ποῦ εἶ­ναι ὁ Θε­ὸς τοῦ Ἠ­λί­α; Ποῦ εἶ­ναι (τώ­ρα αὐ­τός);» Καὶ γε­μά­τος πί­στιν καὶ θάρ­ρος ἐ­κτύ­πη­σε πά­λιν τὰ νε­ρά· καὶ τό­τε αὐ­τὰ ἐ­χω­ρί­σθη­σαν καὶ πα­ρε­μέ­ρι­σαν ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Ἔ­τσι ὁ Ἐ­λι­σαῖ­ος ἐ­πέ­ρα­σε τὸν πο­τα­μὸν Ἰ­ορ­δά­νην.

 

Σάββατο 17 Ιουλίου 2021

ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

(18 ΙΟΥΛΙΟΥ 2021)

 


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  

Τέκνον Τίτε, πιστός λό­γος· κα πε­ρὶ το­ύ­των βο­ύ­λο­μαί σε δι­α­βε­βαι­οῦ­σθαι, ἵ­να φρον­τί­ζω­σι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι ο πε­πι­στευ­κό­τες τ Θε­ῷ. ταῦ­τά ἐ­στι τ κα­λὰ κα ὠ­φέ­λι­μα τος ἀν­θρώ­ποις· μω­ρὰς δ ζη­τή­σεις κα γε­νε­α­λο­γί­ας κα ἔ­ρεις κα μά­χας νο­μι­κὰς πε­ρι­ί­στα­σο· εἰ­σὶ γρ ἀ­νω­φε­λεῖς κα μά­ται­οι. αἱ­ρε­τι­κὸν ἄν­θρω­πον με­τὰ μί­αν κα δευ­τέ­ραν νου­θε­σί­αν πα­ραι­τοῦ, εἰ­δὼς ὅ­τι ἐ­ξέ­στρα­πται ὁ τοι­οῦ­τος κα ἁ­μαρ­τά­νει ὢν αὐ­το­κα­τά­κρι­τος. Ὅ­ταν πέμ­ψω Ἀρ­τε­μᾶν πρς σε Τυ­χι­κόν, σπο­ύ­δα­σον ἐλ­θεῖν πρς με ες Νι­κό­πο­λιν· ἐ­κεῖ γρ κέ­κρι­κα πα­ρα­χει­μά­σαι. Ζη­νᾶν τν νο­μι­κὸν κα Ἀ­πολ­λὼ σπου­δα­ί­ως πρό­πεμ­ψον, ἵ­να μη­δὲν αὐ­τοῖς λε­ί­πῃ. Μαν­θα­νέ­τω­σαν δ κα ο ἡ­μέ­τε­ροι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι ες τς ἀ­ναγ­κα­ί­ας χρε­ί­ας, ἵ­να μ ὦ­σιν ἄ­καρ­ποι. Ἀ­σπά­ζον­ταί σε ο με­τ' ἐ­μοῦ πάν­τες. ἄ­σπα­σαι τος φι­λοῦν­τας ἡ­μᾶς ἐν πί­στει. χά­ρις με­τὰ πάν­των ὑ­μῶν· μν.   

                                   (Τίτ. γ΄[3] 8 – 15)

 

ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ ΣΥΝΟΡΑ

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ: «Αἱ­ρε­τι­κὸν ἄν­θρω­πον με­τὰ μί­αν καὶ δευ­τέ­ραν νου­θε­σί­αν πα­ραι­τοῦ».

Στὴν ἱ­ε­ρὴ μνή­μη τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων τῆς Δ' Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο τὸ Ἀ­πο­στο­λι­κό μας ἀ­νά­γνω­σμα. Ἕ­να ἀ­νά­γνω­σμα, ὅ­που ὁ φλο­γε­ρὸς ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μὲ 2-3 ξε­κά­θα­ρες φρά­σεις ὑ­πο­δει­κνύ­ει στὸν μα­θη­τή του Τί­το τὸν τρό­πο, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὀ­φεί­λει νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τοὺς τό­τε ἀν­τι­δρα­στι­κοὺς καὶ αἱ­ρε­τι­κοὺς ἀν­θρώ­πους.

Εὔ­κο­λα ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε ὅ­τι οἱ ὑ­πο­δεί­ξεις αὐ­τὲς τοῦ Ἀ­πο­στό­λου ἀ­φο­ροῦν ὄ­χι μό­νο τὸν ἀ­πό­στο­λο Τί­το, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­λους μας. Ἂς προ­σπα­θή­σου­με λοι­πὸν νὰ τὶς με­τα­φέ­ρου­με στὴν ἐ­πο­χή μας ἐ­ξε­τά­ζον­τας: ποι­ὸς εἶ­ναι ὁ σω­στὸς τρό­πος συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς πρὸς τοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς καὶ πό­τε εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη αὐ­τοὶ τε­λεί­ως νὰ ἀ­πο­κό­πτων­ται.

1. Ο ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ  

Τὸ Ἀ­πο­στο­λι­κὸ κεί­με­νο χρη­σι­μο­ποι­εῖ μιὰ πο­λὺ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ λέ­ξη, γιὰ νὰ προσ­δι­ο­ρί­σει τὴ σω­στὴ ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν τὴ λέ­ξη «νου­θε­σί­α», ποὺ θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τὴν ἑρ­μη­νεύ­σου­με σὰν ἔν­το­νη πα­τρι­κὴ συμ­βου­λή.

Τὴν τα­κτι­κὴ αὐ­τὴ τῆς πα­τρι­κῆς νου­θε­σί­ας ἀ­κο­λού­θη­σαν πάν­το­τε οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας καὶ μά­λι­στα πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο, ὅ­ταν συν­κεν­τρώ­νον­ταν ὅ­λοι μα­ζὶ στὶς με­γά­λες Οἰ­κου­με­νι­κὲς Συ­νό­δους. Τό­τε οἱ ἀ­λη­θι­νοὶ ποι­μέ­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μὲ πε­ρισ­σὴ πα­τρι­κὴ ἀ­γά­πη πα­ρα­κα­λοῦ­σαν τοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς νὰ ἐ­πι­στρέ­ψουν στὴν ἁ­γί­α Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη. Οἱ δὲ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες τῆς Δ' Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου μὲ πολ­λὴ τα­πεί­νω­ση καὶ ὑ­περ­βο­λι­κὴ ἀ­γά­πη ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νως κά­λε­σαν τοὺς ἀρ­χη­γοὺς τῆς αἱ­ρέ­σε­ως τοῦ Μο­νο­φυ­σι­τι­σμοῦ, τὸν ἀρ­χι­μαν­δρί­τη Εὐ­τυ­χῆ καὶ τὸν Πα­τριά­ρχη Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας Δι­ό­σκο­ρο, νὰ ἀ­παρ­νη­θοῦν τὴν πλά­νη τους.

Λοι­πόν, καὶ οἱ ση­με­ρι­νοὶ ποι­μέ­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἐ­κεῖ στοὺς ἐ­πι­σή­μους δι­α­λό­γους, ποὺ δι­ε­ξά­γουν μὲ δι­ά­φο­ρους αἱ­ρε­τι­κοὺς Πα­πι­κούς, Προ­τε­στάν­τες, Μο­νο­φυ­σι­τί­ζον­τες κ.α. μὲ τὴν ἴ­δια πα­τρι­κὴ σο­βα­ρό­τη­τα καὶ ἀ­γά­πη ὀ­φεί­λουν νὰ ὁ­μο­λο­γοῦν τὴν ἀ­λή­θεια τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, κα­λών­τας τοὺς πλα­νε­μέ­νους ἀ­δελ­φοὺς νὰ ἐ­πι­στρέ­ψουν στὴν ἀγ­κα­λιά της.

Φυ­σι­κὰ καὶ ἐ­μεῖς οἱ ἁ­πλοὶ πι­στοί, ὅ­ταν συ­ναν­τοῦ­με κά­ποι­ον πλα­νε­μέ­νο αἱ­ρε­τι­κό, μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο νὰ ἐ­νερ­γοῦ­με. Νὰ τὸν συμ­βου­λεύ­ου­με μὲ ἀ­γά­πη. Μὴν ἀ­γα­να­κτοῦ­με καὶ ἐ­κνευ­ρι­ζό­μα­στε καὶ ὁ­μι­λοῦ­με μὲ θυ­μό, δι­ό­τι ἀν­τὶ γιὰ κα­λὸ θὰ κά­νου­με κα­κό.

Ἀλ­λὰ τὸ πράγ­μα δὲν στα­μα­τᾶ ἐ­δῶ... ἢ μᾶλ­λον ἐ­δῶ ἀ­κρι­βῶς στα­μα­τᾶ, ὅ­πως θὰ δοῦ­με εὐ­θὺς ἀ­μέ­σως.

2. Ο ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

Ναί, λέ­γει ὁ Ἀ­πό­στο­λος στὸν ἅ­γιο Τί­το, νὰ νου­θε­τεῖς τὸν αἱ­ρε­τι­κὸ ἄν­θρω­πο καὶ μί­α καὶ δύ­ο φο­ρές. Ἀλ­λὰ πρό­σε­ξε! Ἂν δὲν δέ­χε­ται τὴν πα­τρι­κὴ αὐ­τὴ συμ­βου­λή σου, μὴ συ­νε­χί­ζεις. Ἀ­πό­κο­ψέ τον. «Πα­ραι­τοῦ»! Πα­ρά­τη­σέ τον. Δι­ό­τι ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς δεί­χνει πὼς εἶ­ναι πλέ­ον δι­ε­στραμ­μέ­νος, «ἐ­ξέ­στρα­πται ὁ τοι­οῦ­τος».

Ση­μαν­τι­κό­τα­τη ἡ προ­τρο­πὴ τοῦ Ἀ­πο­στό­λου. Δι­α­γρά­φει μὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­κρί­βεια τὰ ὅ­ρια, μέ­σα στὰ ὁ­ποῖ­α θὰ πρέ­πει νὰ κι­νοῦν­ται οἱ σχέ­σεις μας μὲ τοὺς αἱ­ρε­τι­κούς. Ἀ­γά­πη καὶ γνή­σιο ἐν­δι­α­φέ­ρον ναί! Ἀλ­λὰ ὄ­χι συ­νε­χὴς καὶ ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη οἰ­κει­ό­τη­τα καὶ ἀ­τέ­λει­ω­τες συ­ζη­τή­σεις καὶ δι­ά­λο­γοι ἀ­γά­πης, ποὺ εἶ­ναι «ἀ­νω­φε­λεῖς καὶ μά­ται­οι».

Καὶ ὄ­χι ἁ­πλῶς ἀ­νω­φε­λεῖς, ἀλ­λὰ καὶ πο­λὺ ἐ­πι­βλα­βεῖς καὶ γιὰ τὸν ἴ­διο τὸν αἱ­ρε­τι­κὸ καὶ γιὰ ἐ­μᾶς ἀ­κό­μη. Ἐ­πι­βλα­βεῖς γιὰ κεῖ­νον, δι­ό­τι αὐ­τὴ ἡ οἰ­κει­ό­τη­τα, ποὺ ἐ­πὶ πο­λὺ τυ­χὸν τοῦ δεί­χνου­με, δὲν τὸν βο­η­θεῖ νὰ κα­τα­λά­βει σὲ τί κα­τα­στρο­φι­κὸ δρό­μο βρί­σκε­ται. Ἐ­πι­βλα­βεῖς ὅ­μως καὶ γιὰ ἐ­μᾶς, δι­ό­τι δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται σι­γὰ σι­γὰ νὰ ἐ­πη­ρε­α­σθοῦ­με ἀ­πὸ τὶς ἰ­δέ­ες του καὶ νὰ κιν­δυ­νεύ­σου­με τὴν ἴ­δια τὴν σω­τη­ρί­α μας.

Τὰ βλέ­πει δυ­στυ­χῶς κα­νεὶς αὐ­τὰ καὶ σὲ πολ­λοὺς ἀ­πό τους δι­α­λό­γους, ποὺ δι­ε­ξά­γει ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α μας μὲ τοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς Πα­πι­κούς, Προ­τε­στάν­τες καὶ Μο­νο­φυ­σι­τί­ζον­τες τῆς Ἀ­να­το­λῆς. Οἱ πλα­νε­μέ­νοι αὐ­τοὶ δὲν ἐν­νο­οῦν νὰ πα­ρα­δε­χθοῦν τὶς πλά­νες τους, ἀλ­λὰ κά­νουν τοὺς θε­ο­λο­γι­κοὺς δι­α­λό­γους ἁ­πλῶς γιὰ τὰ μά­τια, μὲ ἀ­πώ­τε­ρο σκο­πὸ νὰ δη­μι­ουρ­γη­θεῖ μιὰ στε­νὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α με­τα­ξὺ ἡ­μῶν καὶ ἐ­κεί­νων καὶ σι­γὰ σι­γὰ νὰ πα­ρα­με­ρι­στεῖ ἡ πί­στη καὶ νὰ γί­νει στὴν πρά­ξη ἕ­νω­ση, χω­ρὶς νὰ ἔ­χουν ἀ­παρ­νη­θεῖ τὶς βλά­σφη­μες ἰ­δέ­ες τους.

Πρέ­πει ἐ­δῶ νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­σου­με ἐν­τό­νως πὼς αὐ­τὸ γί­νε­ται βά­σει σχε­δί­ου. Ἤ­δη καὶ οἱ Προ­τε­στάν­τες, καὶ οἱ Κα­θο­λι­κοί, καὶ οἱ Μο­νο­φυ­σι­τί­ζον­τες προ­τρέ­πουν τοὺς ὀ­πα­δούς τους νὰ ἐκ­κλη­σι­ά­ζον­ται ἐ­λεύ­θε­ρα σὲ Ὀρ­θό­δο­ξους να­οὺς καὶ νὰ κοι­νω­νοῦν ἀ­κό­μη τῶν ἀ­χράν­των μυ­στη­ρί­ων. Καὶ ἡ κα­τά­στα­ση αὐ­τὴ δυ­στυ­χῶς γί­νε­ται ἀ­νε­κτὴ ἀ­πὸ ὡ­ρι­σμέ­νους Ὀρ­θο­δό­ξους ἱ­ε­ρεῖς καὶ ἐ­πι­σκό­πους, ἰ­δί­ως στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.

Λοι­πόν, τὸ πράγ­μα εἶ­ναι σο­βα­ρό. Δὲν ἔ­χου­με ἐ­μεῖς πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­γά­πη ἀ­πὸ τὸν ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο, ποὺ ἔ­γρα­ψε τό­σο ἔν­το­να αὐ­τὸ τὸ «πα­ραι­τοῦ»! Οὔ­τε ἀ­πὀ τοὺς ἁ­γί­ους Πα­τέ­ρες μας, οἱ ὁ­ποῖ­οι μὲ πό­νο ψυ­χῆς καὶ μὲ δά­κρυ­α πα­ρέ­δι­δαν στὸ τέ­λος στὸ ἀ­νά­θε­μα τοὺς ἀ­με­τα­νό­η­τους αἱ­ρε­τι­κούς. Οὔ­τε βέ­βαι­α ἔ­χου­με πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­γά­πη ἀ­πὸ τὸν Εὐ­αγ­γε­λι­στὴ τῆς ἀ­γά­πης τὸν ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη τὸν Θε­ο­λό­γο, ὁ ὁ­ποῖ­ος συ­νι­στᾶ στοὺς πι­στοὺς νὰ μὴ φι­λο­ξε­νοῦν στὸ σπί­τι τους αἱ­ρε­τι­κὸ ἄν­θρω­πο, οὔ­τε κἂν νὰ τὸν χαι­ρε­τοῦν: «μὴ λαμ­βά­νε­τε αὐ­τὸν εἰς οἰ­κί­αν, καὶ χαί­ρειν αὐ­τῷ μὴ λέ­γε­τε» (Β' Ἰ­ω. 10). Καὶ τέ­λος εἶ­ναι κα­θα­ρὴ μω­ρί­α νὰ νο­μί­ζου­με πὼς εἴ­μα­στε σο­φώ­τε­ροι ἀ­πό τους ἁ­γί­ους Πα­τέ­ρες μας καὶ πὼς μπο­ροῦ­με νὰ ἐ­πα­να­δι­α­τυ­πώ­σου­με δῆ­θεν τὴν πί­στη, ποὺ ἐ­κεῖ­νοι μὲ τό­ση σο­φί­α καὶ ἀ­κρί­βεια δι­α­τύ­πω­σαν κα­θο­δη­γού­με­νοι ἀ­πὸ τὸ Ἅ­γιο Πνεῦ­μα. Μω­ρί­α καὶ ἀ­φέ­λεια καὶ κα­τα­στρο­φι­κὴ ὑ­πε­ρη­φά­νεια!

Ἀ­δελ­φοί, οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες μας ἀ­κο­λου­θών­τας τὸ πα­ρά­δειγ­μα καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῶν ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων καὶ αὐ­τοῦ τοῦ Κυ­ρί­ου μας ἔ­θε­σαν τὰ αἰ­ώ­νια σύ­νο­ρα, μὲς στὰ ὁ­ποῖ­α θὰ πρέ­πει νὰ κι­νού­με­θα κα­τὰ τὶς σχέ­σεις μας μὲ τοὺς αἱ­ρε­τι­κούς. Αὐ­τὰ τὰ αἰ­ώ­νια ὅ­ρια κα­νεὶς δὲν ἔ­χει δι­καί­ω­μα νὰ τὰ με­τα­το­πί­σει καί, ἂν τὸ κά­νει, ἀ­να­λαμ­βά­νει τε­ρά­στια, τρο­μα­κτι­κὴ εὐ­θύ­νη. Δι­ό­τι καὶ τοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς βλά­πτει στε­ρε­ώ­νον­τάς τους στὴν πλά­νη, ἀλ­λὰ καὶ ὁ ἴ­διος κιν­δυ­νεύ­ει νὰ κα­τα­στρα­φεῖ καὶ ἄλ­λους γύ­ρω του νὰ κα­τα­στρέ­ψει.

Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ πρὸς τὸν κα­θέ­να μας, καὶ πρὸς τοὺς ἱ­ε­ρεῖς μας, καὶ πρὸς τοὺς ἐ­πι­σκό­πους μας, καὶ πρὸς τοὺς πα­τριά­ρχες μας ἡ ἁ­γί­α μας Ὀρ­θο­δο­ξί­α ἀ­πευ­θύ­νει ἐν­τό­νως καὶ ἐ­πι­τα­κτι­κῶς τὴ σω­στι­κὴ προ­τρο­πή της: Μὴ με­τα­κι­νεῖς τὰ αἰ­ώ­νια σύ­νο­ρα, ποὺ το­πο­θέ­τη­σαν οἱ Πα­τέ­ρες σου! «Μὴ μέταιρε ὅρια αἰώνια, ἃ ἔθεντο οἱ πατέρες σου» (Πα­ροιμ. κβ'[28] 28)! 

 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς.  ὑ­μεῖς ἐ­στε τ φς το κό­σμου. ο δύ­να­ται πό­λις κρυ­βῆ­ναι ἐ­πά­νω ὄ­ρους κει­μέ­νη· οὐ­δὲ κα­ί­ου­σι λύ­χνον κα τι­θέ­α­σιν αὐ­τὸν ὑ­πὸ τν μό­δι­ον, ἀλ­λ' ἐ­πὶ τν λυ­χνί­αν, κα λάμ­πει πᾶ­σι τος ν τ οἰ­κί­ᾳ. Οὕ­τω λαμ­ψά­τω τ φς ὑ­μῶν ἔμ­προ­σθεν τν ἀν­θρώ­πων, ὅ­πως ἴ­δω­σιν ὑ­μῶν τ κα­λὰ ἔρ­γα κα δο­ξά­σω­σι τν πα­τέ­ρα ὑ­μῶν τν ν τος οὐ­ρα­νοῖς. Μ νο­μί­ση­τε ὅ­τι ἦλ­θον κα­τα­λῦ­σαι τν νό­μον τος προ­φή­τας· οκ ἦλ­θον καταλῦ­σαι ἀλ­λὰ πλη­ρῶ­σαι. ἀ­μὴν γρ λέ­γω ὑ­μῖν, ἕ­ως ἂν πα­ρέλ­θῃ οὐ­ρα­νὸς κα γ, ἰ­ῶ­τα ἓν μί­α κε­ρα­ί­α ο μ παρέλ­θῃ ἀ­πὸ το νό­μου ἕ­ως ἂν πάν­τα γέ­νη­ται. ς ἐ­ὰν  ον  λύ­σῃ  μί­αν   τν   ἐν­το­λῶν το­ύ­των  τν ἐ­λα­χί­στων κα δι­δά­ξῃ οὕ­τω τος ἀν­θρώ­πους, ἐ­λά­χι­στος κλη­θή­σε­ται ν τ βα­σι­λε­ί­ᾳ τν οὐ­ρα­νῶν· ς δ' ν ποι­ήσῃ κα δι­δά­ξῃ, οὗ­τος μέ­γας κλη­θή­σε­ται ν τ βα­σι­λε­ί­ᾳ τν οὐ­ρα­νῶν. 

                                                                    (Ματθ. ε΄[5] 14 – 19)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Επεν Κύριος στος μαθητές Του· Ἐ­σεῖς εἶ­στε τὸ φῶς τοῦ κό­σμου, δι­ό­τι ἔ­χε­τε προ­ο­ρι­σμὸ μὲ τὸ φω­τει­νό σας πα­ρά­δειγ­μα καὶ μὲ τὰ λό­για σας πού με­τα­δί­δουν τὸ φῶς τῆς ἀ­λή­θειας νὰ φω­τί­ζε­τε τοὺς ἀν­θρώ­πους πού βρί­σκον­ται στὸ σκο­τά­δι τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ τῆς πλά­νης. Μιὰ πό­λη πού βρί­σκε­ται πά­νω σὲ βου­νὸ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ κρυ­φτεῖ. Ἔ­τσι καὶ ἡ δι­κή σας ζω­ὴ θὰ γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτὴ ἀ­π' ὅ­λους. Οὔ­τε οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­νά­βουν λυ­χνά­ρι γιὰ νὰ τὸ βά­λουν κά­τω ἀ­π' τὸν κά­δο μὲ τὸν ὁποῖο με­τροῦν τὸ σι­τά­ρι. Ἀλλά τὸ το­πο­θε­τοῦν πά­νω στὸ λυ­χνο­στά­τη κι ἔ­τσι φω­τί­ζει μὲ τὴ λάμ­ψη του ὅ­λους ὅ­σους εἶ­ναι μέ­σα στὸ σπί­τι. Ἔ­τσι σὰν λυ­χνά­ρι πού εἶ­ναι σω­στὰ το­πο­θε­τη­μέ­νο ἂς λάμ­ψει τὸ φῶς τῆς ἀ­ρε­τῆς σας μπρο­στὰ στοὺς ἀν­θρώ­πους γιὰ νὰ δοῦν τὰ κα­λά σας ἔρ­γα καὶ νὰ δο­ξά­σουν γιὰ τὰ ἐ­νά­ρε­τα καὶ ἅ­για παι­διὰ του τὸν Πα­τέ­ρα σας, ὁ ὁποῖος εἶ­ναι βέ­βαι­α πα­ρὼν παν­τοῦ, ἀλλά κυ­ρί­ως φα­νε­ρώ­νει τὴν πα­ρου­σί­α του στοὺς οὐ­ρα­νούς. Μὴ νο­μί­σε­τε ὅ­τι ἦλ­θα γιὰ νὰ κα­ταρ­γή­σω καὶ ν' ἀ­κυ­ρώ­σω τὸν ἠ­θι­κὸ νό­μο τοῦ Μω­υ­σῆ ἢ τὴν ἠ­θι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α τῶν προ­φη­τῶν. Δὲν ἦλ­θα νὰ τὰ κα­ταρ­γή­σω αὐ­τά, ἀλλά νὰ τὰ συμ­πλη­ρώ­σω καὶ νὰ σᾶς τὰ πα­ρα­δώ­σω τέ­λεια. Δι­ό­τι ἀ­λη­θι­νά σᾶς λέ­ω καὶ μὲ κά­θε ἐ­πι­ση­μό­τη­τα σᾶς δι­α­βε­βαι­ώ­νω ὅ­τι ὅ­σο πα­ρα­μέ­νει καὶ δὲν κα­τα­στρέ­φε­ται ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ, οὔτε ἕ­να γι­ώ­τα ἢ ἕ­να κόμ­μα, οὔ­τε δη­λα­δὴ ἡ πιὸ μι­κρὴ ἀ­πὸ τὶς ἐν­το­λὲς δὲν θὰ πα­ρα­πέ­σει ἀ­πὸ τὸ Νό­μο καὶ δὲν θὰ χά­σει τὸ κύ­ρος της, μέ­χρι νὰ ἐ­πα­λη­θευ­θοῦν καὶ νὰ ἐκ­πλη­ρω­θοῦν ὅ­λα ὅ­σα δι­α­τά­ζει ὁ Νό­μος· καὶ θὰ ἐκ­πλη­ρω­θοῦν μὲ τὰ γε­γο­νό­τα τῆς ζω­ῆς μου ὅ­σα λέ­χθη­καν προ­φη­τι­κῶς, ἀλλά καὶ μὲ τὴ ζω­ὴ τῶν γνή­σι­ων μα­θη­τῶν μου, οἱ ὁποῖοι θὰ τη­ροῦν αὐ­τὰ μὲ ἀ­κρί­βεια. Ἀ­φοῦ λοι­πὸν οἱ ἐν­το­λὲς ἔ­χουν κύ­ρος καὶ ἰ­σχὺ ἀ­κα­τά­λυ­τη, ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε πα­ρα­βεῖ μί­α κι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες ἀ­κό­μη τὶς ἐν­το­λές μου πού φαί­νον­ται πο­λὺ μι­κρὲς καὶ δι­δά­ξει ἔ­τσι τοὺς ἀν­θρώ­πους, νὰ τὶς θε­ω­ροῦν δη­λα­δὴ μι­κρὲς κι ἀ­σή­μαν­τες, θὰ κη­ρυ­χθεῖ ἐ­λά­χι­στος καὶ τε­λευ­ταῖ­ος στὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως πού θὰ ἐ­φαρ­μό­σει ὅ­λες ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως τὶς ἐν­το­λὲς καὶ θὰ δι­δά­ξει καὶ τοὺς ἄλ­λους νὰ τὶς τη­ροῦν, αὐ­τὸς θὰ ἀ­να­κη­ρυ­χθεῖ με­γά­λος στὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν. Κι αὐ­τὲς λοι­πὸν τὶς ἐν­το­λὲς πού οἱ γραμματεῖς καί οἱ Φα­ρι­σαῖ­οι πα­ρα­με­ρί­ζουν μὲ τὶς ἀν­θρώ­πι­νες πα­ρα­δό­σεις τους, πρέ­πει νὰ τὶς προ­σέ­χε­τε καὶ νὰ τὶς ἐ­φαρ­μό­ζε­τε.