Σάββατο 14 Αυγούστου 2021

Η ΚΟΙΜΉΣΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΌΚΟΥ ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

 

Η κοιμήσΙς της ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ  Θεοτόκου ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ

15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2021

 


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Τῆς Ἑορτῆς)

Ἀ­δελ­φοί, τοῦ­το φρο­νε­ί­σθω ἐν ὑ­μῖν ὃ καὶ ἐν Χρι­στῷ ᾿Ι­η­σοῦ, ὃς ἐν μορ­φῇ Θε­οῦ ὑ­πάρ­χων οὐχ ἁρ­παγ­μὸν ἡ­γή­σα­το τὸ εἶ­ναι ἴ­σα Θε­ῷ, ἀλλ᾿ ἑ­αυ­τὸν ἐ­κέ­νω­σε μορ­φὴν δο­ύ­λου λα­βών, ἐν ὁ­μοι­ώ­μα­τι ἀν­θρώ­πων γε­νό­με­νος, καὶ σχή­μα­τι εὑ­ρε­θεὶς ὡς ἄν­θρω­πος ἐ­τα­πε­ί­νω­σεν ἑ­αυ­τὸν γε­νό­με­νος ὑ­πή­κο­ος μέ­χρι θα­νά­του, θα­νά­του δὲ σταυ­ροῦ. Διὸ καὶ ὁ Θε­ὸς αὐ­τὸν ὑ­πε­ρύ­ψω­σε καὶ ἐ­χα­ρί­σα­το αὐ­τῷ ὄ­νο­μα τὸ ὑ­πὲρ πᾶν ὄ­νο­μα, ἵ­να ἐν τῷ ὀ­νό­μα­τι ᾿Ι­η­σοῦ πᾶν γό­νυ κάμ­ψῃ ἐ­που­ρα­νί­ων καὶ ἐ­πι­γε­ί­ων καὶ κα­τα­χθο­νί­ων, καὶ πᾶ­σα γλῶσ­σα ἐ­ξο­μο­λο­γή­ση­ται ὅ­τι Κύριος ᾿Ι­η­σοῦς Χρι­στὸς εἰς δό­ξαν Θε­οῦ πα­τρός.

                                                                                   (Φιλιπ. β΄[2] 5 –11)

Ε­Ρ­Μ­Η­Ν­Ε­ΙΑ (Π.Ν.Τ­Ρ­Ε­Μ­Π­Ε­ΛΑ)

Ἀδελφοὶ,  φόσον εἶστε μαθητὲς καὶ δοῦλοι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ μιμηθεῖτε τὴν ταπείνωση καὶ τήν αὐταπάρνησή του. Ἂς ὑπάρχει λοιπὸν μέσα σας αὐτό τό φρόνημα τῆς ταπεινώσεως καὶ αὐταπαρνήσεως ποὺ εἶχε κι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δηλαδή, ἄν καὶ εἶχε τὴν ἴδια οὐσία καί φύση μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ ὡς ἀπαράλλακτη καί ζωντανὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ εἶχε τὴ μορφή καὶ τὴ φύση τοῦ Θεοῦ, δὲν θεώρησε τὴν ἰσότητά του μὲ τὸν Θεό Πατέρα ἀποτέλεσμα ἁρπαγῆς. Διότι ἐάν ἦταν ἀποτέλεσμα ἁρπαγῆς, δὲν θὰ τολμοῦσε νὰ τὸ ἀποθέσει, ἀπό φόβο μήπως τὸ χάσει. Ἀλλὰ κένωσε τὸν ἑαυτὸ του συγκαλύπτοντας καὶ κρύβοντας γιὰ κάποιο διάστημα τὴ δόξα καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς θεότητάς του. Πῆρε μορφὴ δούλου καὶ ἔγινε ὅμοιος μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Κι ἐνῶ παρουσιάστηκε μὲ τὴν ἐξωτερικὴ ὄψη τοῦ ἀνθρώπου, δὲν ἦταν μόνον ἄνθρωπος, ὅπως φαινόταν, ἀλλά ἦταν συγχρόνως καὶ Θεός. Καὶ ταπείνωσε τὸν ἑαυτὸ του δείχνοντας τέλεια ὑπακοὴ μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ, ποὺ εἶναι ὁ πλέον ὀδυνηρὸς καὶ ἀτιμωτικὸς θάνατος. Γιὰ τὴν ταπείνωση λοιπὸν καὶ τὴν ὑπακοὴ του αὐτή ὁ Θεὸς τὸν ὑπερύψωσε καὶ ὡς ἄνθρωπο καὶ τοῦ χάρισε ὄνομα, τὸ ὄνομα Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ εἶναι πάνω ἀπό κάθε ἄλλο ὄνομα. Τὸν ὑπερύψωσε, ὥστε στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ νὰ γονατίσουν ταπεινὰ καὶ νὰ τὸν προσκυνήσουν λατρευτικὰ καὶ οἱ ἄγγελοι στὸν οὐρανὸ καὶ οἱ ἄνθρωποι στὴ γῆ καὶ οἱ ψυχὲς τῶν νεκρῶν στὰ καταχθόνια· ἀλλά κι αὐτὰ τὰ δαιμονικὰ ὄντα ποὺ εἶναι στὰ καταχθόνια μὲ τρόμο νὰ ὑποκλιθοῦν μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο του. Κι ἔτσι κάθε γλώσσα νὰ ὁμολογήσει φανερά, δυνατὰ καὶ ξεκάθαρα ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι Κύριος. Καὶ μὲ τὴν ὁμολογία αὐτὴ καὶ τὴν ἀναγνώριση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς Κυρίου θὰ δοξάζεται ὁ Θεὸς Πατήρ.

ΤΟ ΙΕΡΟΝ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ (Τῆς Ἑορτῆς)

Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, εἰ­σῆλ­θεν ὁ ᾿Ι­η­σοῦς εἰς κώ­μην τι­νά. γυ­νὴ δέ τις, ὀ­νό­μα­τι Μάρθα, ὑ­πε­δέ­ξα­το αὐ­τὸν εἰς τὸν οἶ­κον αὐ­τῆς. Καὶ τῇ­δε ἦν ἀ­δελ­φὴ κα­λου­μέ­νη Μα­ρί­α, ἣ καὶ πα­ρα­κα­θί­σα­σα πα­ρὰ τοὺς πό­δας τοῦ ᾿Ι­η­σοῦ, ἤ­κου­ε τὸν λό­γον αὐ­τοῦ. Ἡ δὲ Μάρθα πε­ρι­ε­σπᾶ­το πε­ρὶ πολ­λὴν δι­α­κο­νί­αν· ἐ­πι­στᾶ­σα δὲ εἶ­πε· Κύριε, οὐ μέ­λει σοι ὅ­τι ἡ ἀ­δελφή μου μό­νην με κα­τέ­λι­πε δι­α­κο­νεῖν; εἰ­πὲ οὖν αὐ­τῇ ἵ­να μοι συ­ναν­τι­λά­βη­ται. Ἀ­πο­κρι­θεὶς δὲ εἶ­πεν αὐ­τῇ ὁ ᾿Ι­η­σοῦς· Μάρθα, Μάρθα, με­ρι­μνᾷς καὶ τυρ­βά­ζῃ πε­ρὶ πολ­λά, ἑ­νὸς δέ ἐ­στι χρε­ί­α. Μα­ρί­α δὲ τὴν ἀ­γα­θὴν με­ρί­δα ἐ­ξε­λέ­ξα­το, ἥ­τις οὐκ ἀ­φαι­ρε­θή­σε­ται ἀπ᾿ αὐ­τῆς. ᾿Ε­γέ­νε­το δὲ ἐν τῷ λέ­γειν αὐ­τὸν ταῦ­τα, ἐ­πά­ρα­σά τις γυ­νὴ φω­νὴν ἐκ τοῦ ὄ­χλου, εἶ­πεν αὐ­τῷ· Μα­κα­ρί­α ἡ κοι­λί­α ἡ βα­στά­σα­σά σε, καὶ μα­στοὶ οὓς ἐ­θή­λα­σας. Αὐ­τὸς δὲ εἶ­πε· Με­νοῦν­γε μα­κά­ριοι οἱ ἀ­κο­ύ­ον­τες τὸν λό­γον τοῦ Θε­οῦ, καὶ φυ­λάσ­σον­τες αὐ­τόν.

                          (Λουκ. ι΄ [10] 38 – 42 καὶ ια΄ [11]  27 – 28)

 

Ε­Ρ­Μ­Η­Ν­Ε­ΙΑ (Π.Ν.Τ­Ρ­Ε­Μ­Π­Ε­ΛΑ)

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ μπῆκε ὁ Ἰησοῦς σ' ἕνα χωριό. Καὶ κάποια γυναίκα ποὺ ὀνομαζόταν Μάρθα τὸν ὑποδέχθηκε στό σπίτι της. Αὐτὴ εἶχε μία ἀδελφὴ ποὺ λεγόταν Μαρία, ἡ ὁποία ὄχι μόνο ὑποδέχθηκε τὸν Ἰησοῦ ὅπως ἡ Μάρθα, ἀλλά καὶ κάθισε κοντὰ στὰ πόδια του ὡς ταπεινή μαθήτρια κι ἄκουγε μὲ ἀπερίσπαστη προσοχή τὴ διδασκαλία του. Ἡ Μάρθα ὅμως ἦταν ἀπασχολημένη καὶ πνιγμένη σὲ πολλὴ ἐργασία, φροντίζοντας νὰ ἑτοιμάσει τὸ φαγητὸ καὶ νὰ περιποιηθεῖ τὸν Διδάσκαλο. Κάποια στιγμή λοιπὸν στάθηκε κοντὰ στὸν Χριστὸ καὶ τοῦ εἶπε: Κύριε δὲν σὲ νοιάζει ποὺ ἡ ἀδελφή μου μὲ ἄφησε μόνη μου νὰ ὑπηρετῶ καὶ νὰ ἑτοιμάζω τὸ τραπέζι; Πὲς της λοιπόν νά μὲ βοηθήσει. Τότε τῆς ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς: Μάρθα, Μάρθα, βασανίζεις καὶ ταλαιπωρεῖς τὸ νοῦ σου μὲ πολλὲς ἀγωνιώδεις φροντίδες, καὶ κουράζεις τὸ σῶμα σου γιά νά προετοιμάσεις πολλά πράγματα. Ἐνῶ ἕνα εἶναι χρήσιμο καὶ ἀναγκαῖο, ἡ ἀκρόαση τῆς διδασκαλίας μου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀναγκαία πνευματικὴ τροφὴ γιὰ τὴν ψυχή. Αὐτὴν τὴν τροφὴ διάλεξε ἡ Μαρία, τὴν καλὴ καὶ ὠφέλιμη μερίδα, ποὺ δὲν θὰ τῆς ἀφαιρεθεῖ ποτέ. Διότι οἱ ὠφέλειες τῆς πνευματικῆς αὐτῆς τροφῆς δὲν εἶναι προσωρινὲς καὶ φθαρτές, ἀλλά πνευματικὲς καὶ αἰώνιες. Κι ἐνῶ ὁ Ἰησοῦς τὰ ἔλεγε αὐτά, κάποια γυναίκα ἀπ' τὸ πλῆθος, ἐπειδὴ ἐνθουσιάστηκε ἀπό τὴ διδασκαλία του, ἔβγαλε μιά δυνατή φωνή καὶ εἶπε: Εὐτυχισμένη ἡ κοιλιὰ ποὺ σὲ βάστασε καὶ οἱ μαστοὶ ποὺ θήλασες. Εὐτυχισμένη δηλαδὴ ἡ μητέρα ποὺ σὲ γέννησε καὶ σὲ ἀνέθρεψε. Κι αὐτὸς εἶπε: Ἀληθινά, εὐτυχισμένη εἶναι ἡ μητέρα μου· ἀλλά μὴν ξεχνᾶτε ὅτι μακάριοι εἶναι ὅσοι ἀκοῦνε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἐφαρμόζουν. Μ' αὐτὴ τὴν ἔννοια, αὐτὴ ποὺ μὲ γέννησε καὶ μὲ θήλασε, γι' αὐτὸ ἀκριβῶς δέχθηκε τὴ μεγαλύτερη τιμὴ καὶ ἀξιώθηκε νὰ γίνει μητέρα μου, διότι φύλαξε πάντοτε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ.

 

Η «ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ» ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

          Ὅ,τι συνέβη μὲ τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος πέθανε καὶ ἀναστήθηκε, τὸ ἴδιο θὰ συμβεῖ καὶ μὲ κάθε ἄνθρωπο. Πρὸς τὸ παρόν, βέβαια, γευόμαστε μόνο τὸν θάνατο. Βλέπουμε τὴν κυριαρχία του πάνω σὲ ὅλη τὴν δημιουργία. Αὐτὸ ποὺ προσδοκοῦμε εἶναι ἡ κοινὴ ἀνάσταση, ἡ ζωοποίηση τῶν νεκρῶν σωμάτων καὶ ἡ ἔνδυση τῶν φθαρτῶν μὲ ἀφθαρσία. Αὐτὸ ποὺ ἀναμένουμε ἐμεῖς νὰ συμβεῖ, ὅταν θὰ ἔλθει ὁ Χριστὸς κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία Του, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, συνέβη ἤδη στὴν Θεοτόκο.

Ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ τρεῖς ἡμέρες μετὰ τὴν Κοίμηση καὶ τὴν Ταφή της ἀπὸ τοὺς Μαθητὲς καὶ τοὺς πρώτους Ἀποστολικοὺς Πατέρες, «μετέστη» στοὺς οὐρανούς. Ἡ «μετάσταση» τῆς Θεοτόκου εἶναι ταυτόχρονα ἀνάσταση καί ἀνάληψη. Δηλαδή, τὸ νεκρὸ της σῶμα συνδέθηκε πάλι μὲ τὴν ψυχή της καὶ «ἀνελήφθη» ἀπὸ τὸν Υἱό της στὸν οὐρανό. Δὲν ἦταν δυνατὸν αὐτὴ ποὺ γέννησε τὸν νικητὴ τοῦ θανάτου νά κατέχεται ἀπὸ τὸν θάνατο.

         Χωρὶς νὰ ξερουμε τί ἀκριβῶς συνέβη στὸ σῶμα τῆς Παναγίας πέραν τῆς μεταστάσεώς του στὸν οὐρανὸ καὶ τῆς ἀφθαρτοποιήσεώς του, προτιμοῦμε νά μείνουμε χωρὶς προσθῆκες καὶ ἐπεξηγήσεις στὸν ὄρο «μετάσταση» ποὺ μᾶς παρέδωσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες, μὲ δεδομένα τὰ λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς στὴν Α´ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ ιε΄[15], 22-23: «Ὥσπερ γὰρ ἐν τῷ Ἀδὰμ πάντες ἀποθνήσκουσιν, οὕτω καὶ ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζωοποιηθήσονται. Ἕκαστος δὲ ἐν τῷ ἰδίῳ τάγματι· ἀπαρχὴ Χριστός, ἔπειτα οἱ Χριστοῦ ἐν τῇ παρουσίᾳ αὐτοῦ». Καὶ μιά καὶ ἡ ζωοποίηση τῶν σωμάτων ἀκόμα δὲν ἔχει συμβεῖ πέραν τοῦ Χριστοῦ, ἐφ' ὅσον δὲν ἔχει συμβεῖ ἀκόμα ἡ Δευτέρα Παρουσία, δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε για «ἀνάσταση», ἀλλὰ ἁπλῶς για «μετάσταση». Ἄλλωστε κατὰ τὸν λόγο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, οἱ ψυχὲς τῶν ἁγίων, ἀκόμα καὶ χωρὶς τὸ σῶμα τους, δὲν κατέχονται ἐκ τοῦ θανάτου: «Λέγει αὐτῷ Μάρθα· οἶδα ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ἀναστάσει ἐν τῇ ἑσχάτῃ ἡμέρᾳ. Εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ἐγὼ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνῃ ζήσεται· καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα.» (Ἰωάννης ια΄[11] 24-26). Ἄλλο πράγμα λοιπὸν εἶναι ἡ μετάσταση καὶ ἡ διαφύλαξη τοῦ σώματος τῆς Παναγίας ἀπὸ τὴ φθορά, καὶ ἄλλο ἡ ἀνάσταση. Καὶ ἀκόμα καὶ ἄν χρησιμοποιήσουμε τὴ λέξη «συνανίσταται» για τὸ σῶμα τῆς Παναγίας ὅπως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (PG 151,465), εἶναι προφανὲς ὅτι δὲν πρόκειται ἀκριβῶς για τὴ γενικὴ ἀνάσταση ποὺ θὰ συμβεῖ κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία, ἀλλὰ γιά κάτι ποὺ μοιάζει μὲ αὐτήν.

Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου ὑπῆρξε ἔνδοξος καὶ ἦταν ἀνάλογη μὲ τὴν ζωή της. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς μιλώντας γιά τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, ὄχι μόνον τὴν ὀνομάζει ἔνδοξη, ἀλλὰ συγχρόνως τὴν ὀνομάζει μεταβίωση.

Αὐτὴ ἡ λεγομένη μεταβίωση εἶναι ἡ ἀνάσταση καὶ ἀνάληψη τοῦ σώματος τῆς Παναγίας. Κατὰ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὅπως καὶ ἄλλων ἁγίων, δὲν ἐορτάζουμε μόνον τὴν ἄνοδο τῆς ψυχῆς τῆς Θεοτόκου στὸν οὐρανό, ἀλλὰ καὶ τοῦ σώματος. Γράφει ὅτι ἡ Θεοτόκος μετέστη στὸν οὐρανὸ καὶ παρέστη ἐκ δεξιῶν τοῦ παμβασιλέως. Ἔτσι, μὲ τὸ σῶμα της ἀνέβηκε στὸν Οὐρανό. Σύμφωνα μὲ τὴν Ἁγία Γραφή, αὐτοὶ ποὺ ἀναλήφθηκαν μὲ τὸ σῶμα τους στὸν οὐρανό, εἶναι ἡ Παναγία μαζὶ μὲ τὸν Υἱό της, καθὼς ὁ Προφήτης Ἠλίας καὶ ὁ Ἐνώχ.

Αὐτὴ ὅμως ἡ «μετάσταση» δὲν χώρισε τὴν Θεοτόκο ἀπὸ τὸν κόσμο. Περισσότερο ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἁγίους, ἡ Θεοτόκος, παρὰ τὴν «κοίμησή» της, συνεχίζει νά εἶναι παροῦσα μέσα στὸ κόσμο μὲ τὴν ἄμαχη προστασία της. Αὐτὸ μαρτυροῦν τὰ ἀμέτρητα θαύματά της.

 ΠΗΓΗ: http://users.sch.gr/aiasgr/Theotokos_Maria/Theotokologia/H_metastash_ths_Theotokou.htm

 

Παρασκευή 6 Αυγούστου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(8 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2021)

 


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Ζ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)

Ἀ­δελ­φοί, ὀ­φε­ί­λο­μεν ἡ­μεῖς οἱ δυ­να­τοὶ τὰ ἀ­σθε­νή­μα­τα τῶν ἀ­δυ­νά­των βα­στά­ζειν, καὶ μὴ ἑ­αυ­τοῖς ἀ­ρέ­σκειν. Ἕ­κα­στος ἡ­μῶν τῷ πλη­σί­ον ἀ­ρε­σκέ­τω εἰς τὸ ἀ­γα­θὸν πρὸς οἰ­κο­δο­μήν· καὶ γὰρ ὁ Χρι­στὸς οὐχ ἑ­αυ­τῷ ἤ­ρε­σεν· ἀλ­λὰ κα­θὼς γέ­γρα­πται. Οἱ ὀ­νει­δι­σμοὶ τῶν ὀ­νει­δι­ζόν­των σε ἐ­πέ­πε­σαν ἐπ΄ ἐ­μέ. Ὅ­σα γὰρ προ­ε­γρά­φη, εἰς τὴν ἡ­με­τέ­ραν δι­δα­σκα­λί­αν προ­ε­γρά­φη, ἵ­να διὰ τῆς ὑ­πο­μο­νῆς καὶ διὰ τῆς πα­ρα­κλή­σε­ως τῶν γρα­φῶν τὴν ἐλ­πί­δα ἔ­χω­μεν. Ὁ δὲ Θε­ὸς τῆς ὑ­πο­μο­νῆς καὶ τῆς πα­ρα­κλή­σε­ως δῴ­η ὑ­μῖν τὸ αὐ­τὸ φρο­νεῖν ἐν ἀλ­λή­λοις κα­τὰ Χρι­στὸν Ἰ­η­σοῦν, ἵ­να ὁ­μο­θυ­μα­δὸν ἐν ἑ­νὶ στό­μα­τι δο­ξά­ζη­τε τὸν Θε­ὸν καὶ Πα­τέ­ρα τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Διὸ προσ­λαμ­βά­νε­σθε ἀλ­λή­λους, κα­θὼς καὶ ὁ Χρι­στὸς προ­σε­λά­βε­το ὑ­μᾶς, εἰς δό­ξαν τοῦ Θε­οῦ.           

                (Ρωμ. ιε΄ [15] 1 – 7)     

 

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ: «Διὸ προσ­λαμ­βά­νε­σθε ἀλ­λή­λους, κα­θὼς καὶ ὁ  Χρι­στὸς προ­σε­λά­βε­το ὑ­μᾶς εἰς δό­ξαν Θε­οῦ».

Θὰ μᾶς στε­νο­χω­ρή­σει ἴ­σως σή­με­ρα ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος. Θὰ μᾶς κά­μει νὰ πο­νέ­σου­με πι­θα­νόν.

Λοι­πόν, ὁ Ἀ­πό­στο­λος δὲν εἶ­χε σκο­πὸ νὰ μᾶς πι­κρά­νει. Ἀν­τί­θε­τα ἡ πολ­λή του ἀ­γά­πη πρὸς ἐ­μᾶς εἶ­ναι, ποὺ τὸν ὁ­δη­γεῖ νὰ μᾶς ὑ­πεν­θυ­μί­σει μιὰ ἀ­λή­θεια τό­σο ἀν­τί­θε­τη μὲ τὸν κα­κο­μα­θη­μέ­νο ἑ­αυ­τό μας, ποὺ ἐν­δέ­χε­ται νὰ μᾶς στε­νο­χω­ρή­σει.

Γιὰ τὴν ἀ­γά­πη ὁ­μι­λεῖ ἐ­δῶ ὁ Ἀ­πό­στο­λος. Γιὰ τὸ χρέ­ος νὰ ἔ­χου­με μεσ᾿ στὴν καρ­διά μας τοὺς ἀ­δελ­φούς μας, κα­θ᾿ ὃν τρό­πον ἔ­κλει­σε ὁ Κύ­ριος στὴ δι­κή Του ἐ­μᾶς.

Τὸ θέ­μα μας ἑ­πο­μέ­νως δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἄλ­λο. Αὐ­τὸ θὰ εἶ­ναι. Θὰ προ­σπα­θή­σου­με νὰ δοῦ­με: Πῶς μᾶς ἔ­κλει­σε ὁ Χρι­στὸς στὴ θε­ϊ­κή Του ἀγ­κά­λη καί, βέ­βαι­α, πῶς ὀ­φεί­λου­με νὰ κλεί­νου­με καὶ ἐ­μεῖς στὴν καρ­διά μας τοὺς ἀ­δελ­φούς μας.

1. ΠΛΑΤΟΣ ΚΑΙ ΜΗΚΟΣ ΚΑΙ ΒΑΘΟΣ ΚΑΙ ΥΨΟΣ

Ὁ κά­πως πε­ρί­ερ­γος τοῦ­τος τί­τλος τῆς ὁ­μι­λί­ας μας δὲν εἶ­ναι κἂν δι­κή μας ἐ­πι­νό­η­ση. Εἶ­ναι λό­γος τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου καὶ αὐ­τός, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ κα­θο­ρί­σει τὸ μέ­γε­θος τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Χρι­στοῦ πρὸς ἐ­μᾶς. Καὶ τί λέ­γει;

Γο­να­τί­ζω, λέ­γει, μπρο­στὰ στὸν Οὐ­ρά­νιο Πα­τέ­ρα, τὸν Θε­ό, καὶ τὸν ἱ­κε­τεύ­ω νὰ σᾶς δυ­να­μώ­σει μὲ τὸ Ἅ­γιο Πνεῦ­μα Του, γιὰ νὰ κα­τοι­κή­σει ὁ Χρι­στὸς μὲ τὴν πί­στη σας μέσ᾿ στὴν καρ­διά σας καὶ νὰ μπο­ρέ­σε­τε ρι­ζω­μέ­νοι στὴν ἀ­γά­πη νὰ κα­τα­λά­βε­τε μα­ζὶ μὲ ὅ­λους τοὺς Χρι­στια­νοὺς «τί τὸ πλά­τος καὶ μῆ­κος καὶ βά­θος καὶ ὕ­ψος, γνῶ­ναί τε τὴν ὑ­περ­βάλ­λου­σαν τῆς γνώ­σε­ως ἀ­γά­πην του Χρι­στοῦ» (Ἔ­φεσ. γ' 14-19). Νὰ κα­τα­λά­βε­τε, δη­λα­δή, ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ πλά­τος καὶ τὸ μά­κρος καὶ τὸ βά­θος καὶ τὸ ὕ­ψος τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Χρι­στοῦ γιὰ μᾶς, καὶ νὰ γνω­ρί­σε­τε ἐκ πεί­ρας αὐ­τὴν τὴν ἀ­γά­πη, ποὺ ξε­περ­νᾶ κά­θε μέ­τρο καὶ ὅ­ριο ἀν­θρω­πί­νης γνώ­σε­ως.

Ἀ­κό­μη καὶ με­τα­φρα­σμέ­να εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ κα­τα­λά­βου­με τὰ λό­για του θεί­ου Ἀ­πο­στό­λου. Ἀλ­λὰ τί μᾶς λέ­γει ἐ­δῶ; Οὐ­σι­α­στι­κὰ λέ­γει πὼς ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ πρὸς ἐ­μᾶς ἔ­χει δι­α­στά­σεις ἄ­πει­ρες καὶ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το στὸν ἄν­θρω­πο νὰ τὴν κα­τα­νο­ή­σει.

Καὶ τί νὰ κα­τα­νο­ή­σει; Ὅ­τι Ἐ­κεῖ­νος, ὁ ἄ­πει­ρος Θε­ός, μέσ᾿ στὸ ξε­χεί­λι­σμα τῆς ἀ­γά­πης Του ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος ὅ­μοι­ος μὲ ἐ­μᾶς; Ὅ­τι ὑ­πέ­φε­ρε ὅ­λους τοὺς κό­πους καὶ τὰ βά­σα­νά μας; Ὅ­τι ἔ­πα­θε καὶ σταυ­ρώ­θη­κε γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α μας; Ὅ­τι ἔ­φθα­σε μέ­χρι τὸν θά­να­το, γιὰ νὰ μᾶς ἀ­παλ­λά­ξει ἀ­πὸ τὴν τυ­ραν­νί­α τοῦ θα­νά­του; Ὅ­τι ἀ­να­στή­θη­κε καὶ ἀ­νέ­βα­σε τὸ ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα Του στὸν θρό­νο τοῦ Θε­οῦ, γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξει τὸν δρό­μο καὶ τῆς δι­κῆς μας ἀ­να­στά­σε­ως;

Ὅ­τι μᾶς ἔ­κα­με υἱ­οὺς τοῦ Οὐ­ρα­νί­ου Πα­τρός, ἀ­δελ­φοὺς δι­κούς Του, συγ­κλη­ρο­νό­μους τοῦ ἀ­πεί­ρου Πα­τρι­κοῦ Του πλού­του; Ὅ­τι θέ­λει νὰ μᾶς ἔ­χει κον­τά Του, ὅ­μοι­ούς Του στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα;

Ἀλλὰ ἔ­χει ὅ­ρια αὐ­τὴ ἡ ἀ­γά­πη; Εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἄ­πει­ρη ἢ ὑ­πε­ρά­πει­ρη; Καὶ τί λέ­ξεις νὰ βρεῖ γιὰ νὰ τὴν ὀ­νο­μά­σει κα­νείς;

Καὶ ἀ­γά­πη πρὸς ποι­ούς; Πρὸς ἐ­μᾶς! Ποὺ καὶ ἀ­χά­ρι­στοι εἴ­μα­στε, καὶ ἀ­ναί­σθη­τοι σχε­δόν, καὶ κα­λὸ κα­νέ­να δὲν ἔ­χου­με. Καὶ τό­σο μᾶς ἔ­σφι­ξε στὴ θε­ϊ­κή Του ἀγ­κά­λη, ὥ­στε νὰ γί­νου­με ἕ­να μα­ζί Του. Ἂς ἀ­φή­σου­με ὅ­τι μὲ τὸ ἴ­διο Του τὸ Αἷ­μα μᾶς τρέ­φει καὶ μᾶς ζω­ο­γο­νεῖ τώ­ρα μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α Του.

Λοι­πόν;

2. ΑΓΑΠΗ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ 

Λοι­πόν, «προσ­λαμ­βά­νε­σθε ἀλ­λή­λους, κα­θὼς καὶ ὁ Χρι­στὸς προ­σέ­λα­βε­το ὑ­μᾶς», λέ­γει ὁ Ἀ­πό­στο­λος. Αὐ­τὴν τὴν ἀ­γά­πη, ποὺ μᾶς ἔ­δει­ξε ὁ Χρι­στός, ὀ­φεί­λου­με τώ­ρα νὰ τὴν δεί­χνου­με καὶ ἐ­μεῖς, ὁ ἕ­νας πρὸς τὸν ἄλ­λο. Ὅ­λοι πρὸς ὅ­λους! Καὶ τοὺς ἐ­χθρούς μας ἀ­κό­μη! Τὴν ἴ­δια ἀ­γά­πη ἀ­γά­πη χω­ρὶς ὅ­ρια!

ΑΔΥΝΑΤΟΝ! ἑ­τοι­μα­ζό­μα­στε νὰ φω­νά­ξου­με ἴ­σως οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι. Ἀ­δύ­να­τον! Ἐ­δὼ τοὺς φί­λους καὶ συγ­γε­νεῖς καὶ οἰ­κια­κούς μας δυ­σκο­λευ­ό­μα­στε νὰ ἀ­γα­πή­σου­με θὰ ἀ­γα­πή­σου­με καὶ τοὺς ἐ­χθρούς μας; ΑΔΥΝΑΤΟΝ!

Λοι­πόν, ὁ Ἀ­πό­στο­λος δὲν συμ­φω­νεῖ μα­ζί μας καὶ ὁ θε­ό­πνευ­στος λό­γος του ἐ­δῶ εἶ­ναι, ποὺ ἴ­σως θὰ μᾶς στε­νο­χω­ρή­σει. Τὸ ξεύ­ρει βέ­βαι­α ὁ ἅ­γιος, ὅ­τι γιὰ τὶς ἀν­θρώ­πι­νες δυ­νά­μεις μας ἡ ἀ­γά­πη αὐ­τὴ εἶ­ναι ἀ­κα­τόρ­θω­τη. Ξεύ­ρει ὅ­μως καὶ κά­τι ἄλ­λο· ὅ­τι μὲ τὴν Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ καὶ κα­τορ­θω­τὴ καὶ εὔ­κο­λη εἶ­ναι. Γιὰ ὅ­λους μας! Πρὸς ὅ­λους! Ἀρ­κεῖ νὰ τὸ θε­λή­σου­με! Δι­ό­τι ἐ­δῶ εὑ­ρί­σκε­ται τὸ πρό­βλη­μα.

Ἐ­δῶ! Στὸ νὰ τὸ θε­λή­σου­με! Νὰ θε­λή­σου­με νὰ κα­τα­φύ­γου­με στὸν Κύ­ριο. Νὰ κα­τα­φύ­γου­με στὴν Χά­ρη τῶν θεί­ων Του Μυ­στη­ρί­ων καὶ νὰ ἐ­πι­μεί­νου­με στὴν προ­σευ­χή. Νὰ Τοῦ ποῦ­με: «Κύ­ρι­ε, ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω τὴ δύ­να­μη νὰ ἀ­γα­πή­σω. Δός μου ἐ­σύ, Κύ­ρι­ε, ἀ­γά­πη γιὰ τὸν ἀ­δελ­φό μου, ποὺ μοῦ φέρ­θη­κε ἄ­σχη­μα, ἢ μὲ ἀ­δί­κη­σε, ἢ μὲ πε­ρι­φρό­νη­σε» κ.τ.λ.

Ἂν αὐ­τὸ τὸ κά­νου­με, τό­τε καὶ μέσ᾿ στὴν οἰ­κο­γέ­νειά μας ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη θὰ ἐ­πι­κρα­τή­σει, καὶ μὲ τοὺς συγ­γε­νεῖς μας ἀ­γα­πη­μέ­νοι θὰ εἴ­μα­στε, ἀλ­λὰ καὶ τοὺς ἐ­χθρούς μας θὰ ἀ­γα­πᾶ­με, καὶ θὰ εὐ­χό­μα­στε κα­λὰ γι᾿ αὐ­τοὺς ποὺ μᾶς κα­τα­ρῶν­ται, καὶ θὰ εὐ­ερ­γε­τοῦ­με ὅ­σους μᾶς μι­σοῦν, καὶ θὰ προ­σευ­χό­μα­στε γι᾿ αὐ­τοὺς ποὺ μᾶς ὑ­βρί­ζουν καὶ μᾶς κα­τα­δι­ώ­κουν, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς μᾶς τὸ ζή­τη­σε ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ριος, λέ­γον­τας «ἀ­γα­πᾶ­τε τοὺς ἐ­χθροὺς ὑ­μῶν, εὐ­λο­γεῖ­τε τοὺς κα­τα­ρω­μέ­νους ὑ­μᾶς, κα­λῶς ποι­εῖ­τε τοῖς μι­σοῦ­σιν ὑ­μᾶς καὶ προ­σεύ­χε­σθε ὑ­πὲρ τῶν ἐ­πη­ρε­α­ζόν­των ὑ­μᾶς καὶ δι­ω­κών­των ὑ­μᾶς» (Ματθ. ε΄[5] 44).

Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ Α' Κα­θο­λι­κὴ Ἐ­πι­στο­λὴ τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ Ἰ­ω­άν­νου, ἀ­δελ­φοί, εἶ­ναι ἕ­νας ὕ­μνος αὐ­τῆς τῆς ἀ­γά­πης. Καὶ εἶ­ναι συγ­κλο­νι­στι­κὸ νὰ δι­α­βά­ζει κα­νεὶς ἐ­κεῖ: «ἡ­μεῖς οἴ­δα­μεν ὅ­τι με­τα­βε­βή­κα­μεν ἐκ τοῦ θα­νά­του εἰς τὴν ζω­ήν, ὅ­τι ἀ­γα­πῶ­μεν τοὺς ἀ­δελ­φοὺς» (Α' Ἰ­ω. γ'[3] 14). Ἐ­μεῖς γνω­ρί­ζου­με ἐκ πεί­ρας ὅ­τι ἔ­χου­με πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸν πνευ­μα­τι­κὸ θά­να­το στὴν ζω­ή. Ἀ­κρι­βῶς δι­ό­τι ἔ­χου­με ἀ­γά­πη γιὰ τοὺς ἀ­δελ­φούς μας. Ἡ ἀ­γά­πη αὐ­τὴ νι­κᾶ τὸν θά­να­το καί, ὅ­ποι­ος δὲν τὴν ἔ­χει, εἶ­ναι νε­κρὸς πνευ­μα­τι­κῶς. «Ὁ μὴ ἀ­γα­πῶν τὸν ἀ­δελ­φὸν μέ­νει ἐν τῷ θα­νά­τῳ.

Ἀ­δελ­φοί, ἂς τὸ προ­σέ­ξου­με αὐ­τὸ πο­λύ: Ὅ­ποι­ος δὲν ἀ­γα­πᾶ τοὺς ἀ­δελ­φούς του, «μέ­νει ἐν τῷ θα­νά­τῳ» εἶ­ναι νε­κρὸς πνευ­μα­τι­κῶς! Ἐ­νῶ αὐ­τός, ποὺ ἀ­γα­πᾶ, ἔ­χει πε­ρά­σει «ἐκ τοῦ θα­νά­του εἰς τὴν ζω­ήν»· ἀ­πὸ τὴν γῆ στὸν Οὐ­ρα­νό· ἀ­πὸ τὸν χρό­νο στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα στὴν εὐ­λο­γη­μέ­νη Βα­σι­λεί­α τῆς Ἀ­γά­πης τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

Ἀ­μήν.

 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, πα­ρά­γον­τι τ Ἰ­η­σοῦ ἠ­κο­λο­ύ­θη­σαν αὐ­τῷ δύ­ο τυ­φλοὶ κρά­ζον­τες κα λέ­γον­τες· Ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς, υἱ­ὲ Δαυ­ῒδ. ἐλ­θόν­τι δ ες τν οἰ­κί­αν προ­σῆλ­θον αὐ­τῷ ο τυ­φλοί, κα λέ­γει αὐ­τοῖς Ἰ­η­σοῦς· Πι­στεύ­ε­τε ὅ­τι δύ­να­μαι τοῦ­το ποι­ῆ­σαι; λέ­γου­σιν αὐ­τῷ· Να, Κριε. τό­τε ἥ­ψα­το τν ὀ­φθαλ­μῶν αὐ­τῶν λέ­γων· Κα­τὰ τν πί­στιν ὑ­μῶν γε­νη­θή­τω ὑ­μῖν. κα ἀ­νε­ῴ­χθη­σαν αὐ­τῶν ο ὀ­φθαλ­μοί· κα ἐ­νε­βρι­μή­σα­το αὐ­τοῖς Ἰ­η­σοῦς λέ­γων· Ὁ­ρᾶ­τε μη­δεὶς γι­νω­σκέ­τω. ο δ ἐ­ξελ­θόν­τες δι­ε­φή­μι­σαν αὐ­τὸν ν ὅ­λῃ τ γ ἐ­κε­ί­νῃ. Αὐ­τῶν δ ἐ­ξερ­χο­μέ­νων ἰ­δοὺ προ­σή­νεγ­καν αὐ­τῷ ἄν­θρω­πον κω­φὸν δαι­μο­νι­ζό­με­νον· κα ἐκ­βλη­θέν­τος το δαι­μο­νί­ου ἐ­λά­λη­σεν ὁ κω­φός. κα ἐ­θα­ύ­μα­σαν ο ὄ­χλοι λέ­γον­τες, Οὐ­δέ­πο­τε ἐ­φά­νη οὕ­τως ν τ Ἰσ­ρα­ήλ. ο δ Φα­ρι­σαῖ­οι ἔ­λε­γον· ν τ ἄρ­χον­τι τν δαι­μο­νί­ων ἐκ­βάλ­λει τ δαι­μό­νι­α. Κα πε­ρι­ῆ­γεν Ἰ­η­σοῦς τς πό­λεις πά­σας κα τς κώ­μας, δι­δά­σκων ν τας συ­να­γω­γαῖς αὐ­τῶν κα κη­ρύσ­σων τ εὐ­αγ­γέ­λι­ον τς βα­σι­λε­ί­ας κα θε­ρα­πεύ­ων πᾶ­σαν νό­σον κα πᾶ­σαν μα­λα­κί­αν ν τ λα­ῷ.

                                                              (Ματθ. θ’[9]  27 – 35)

    

Ε­Ρ­Μ­Η­Ν­Ε­ΙΑ (Π.Ν.Τ­Ρ­Ε­Μ­Π­Ε­ΛΑ)

Ἐκεῖνο τόν καιρό, ἐνῶ ἔφευγε ἀπό ἐκεῖ ὁ Ἰησοῦς, τὸν ἀκολούθησαν δύο τυφλοί, οἱ ὁποῖοι φώναζαν δυνατὰ κι ἔλεγαν: Σπλαχνίσου μας καὶ θεράπευσέ μας, ἔνδοξε ἀπόγονε τοῦ Δαβίδ. Κι ὅταν ἔφθασε στὸ σπίτι, ἦλθαν κοντά του οἱ τυφλοί, καὶ ὁ Ἰησοῦς τούς λέει: Πιστεύετε ὅτι ἔχω τὴ δύναμη νὰ κάνω αὐτὸ ποὺ μοῦ ζητᾶτε; Κι ἐκεῖνοι τοῦ ἀπαντοῦν: Ναί, Κύριε. Τότε ἄγγιξε μὲ τὰ δάκτυλά του τὰ μάτια τους καὶ τοὺς εἶπε: Ἂς γίνει αὐτὸ ποὺ ζητᾶτε σύμφωνα μὲ τὴν πίστη σας. Κι ἄνοιξαν τὰ μάτια τους. Καὶ ὁ Ἰησοῦς μὲ αὐστηρότητα τοὺς πρόσταξε λέγοντας: Προσέχετε, κανείς μὴ μάθει τὸ θαῦμα ποὺ σᾶς ἔκανα. Αὐτοὶ ὅμως, ὅταν βγῆκαν ἀπό τὸ σπίτι, διέδωσαν τὴ φήμη τοῦ Ἰησοῦ ὡς Μεσσία καὶ θαυματουργοῦ σ᾿ ὅλη τὴ χώρα ἐκείνη. Καὶ καθὼς οἱ δύο αὐτοί ἔβγαιναν ἀπό τὸ σπίτι, ἰδού, ἔφεραν πρὸς τὸν Ἰησοῦ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ἦταν κυριευμένος ἀπό δαιμόνιο καὶ ἦταν κουφὸς καὶ ἄλαλος. Καὶ μόλις ὁ Χριστὸς ἔδιωξε τὸ δαιμόνιο αὐτό, ὁ κουφὸς μίλησε. Καὶ τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ θαύμασαν κι ἔλεγαν: Ποτὲ δὲν φάνηκαν τέτοια θαύματα στὸ ἔθνος τοῦ Ἰσραὴλ· οὔτε ὅταν οἱ προφῆτες καὶ οἱ ὑπόλοιποι ἅγιοι ἄνδρες θαυματουργοῦσαν ἀναμεσά του. Οἱ Φαρισαῖοι ὅμως ἔλεγαν: Μὲ τὴ βοήθεια καὶ τὴ συνεργασία τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν δαιμόνων βγάζει τὰ δαιμόνια ἀπό τούς δαιμονισμένους. Καὶ περιόδευε ὁ Ἰησοῦς ὅλες τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά, διδάσκοντας στὶς συναγωγές τους καὶ κηρύττοντας τὸ χαρμόσυνο κήρυγμα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ θεραπεύοντας κάθε ἀσθένεια καὶ ἀδιαθεσία στὸν λαό.

 

Ἡ ἄ­νο­δος στὸ Θα­βὼρ

 

Ἡ ἄ­νο­δος στὸ Θα­βὼρ


 Ἡ ἑ­ορ­τὴ τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως εἶ­ναι πο­λὺ ἀ­γα­πη­τὴ σὲ ὅ­λους τοὺς μο­να­χοὺς καὶ γε­νι­κὰ σὲ ὅ­λους τοὺς πι­στούς. Βο­η­θᾶ νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με τοὺς καρ­ποὺς ποὺ ἡ χά­ρις τοῦ Βα­πτί­σμα­τος μπο­ρεῖ νὰ μᾶς προ­σφέ­ρει. Τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λὺ καὶ ὁ Γέ­ρον­τάς μας Αἰ­μι­λια­νός, ὁ ὁ­ποῖ­ος στὴν ἀρ­χὴ τῆς μο­να­στι­κῆς του ζω­ῆς εἶ­χε δε­χθεῖ τὴ χά­ρη τῆς θέ­ας τοῦ ἀ­κτί­στου φω­τὸς ποὺ ση­μά­δε­ψε ἀ­νε­ξά­λει­πτα ὁ­λό­κλη­ρη τὴν πνευ­μα­τι­κή του ζω­ή, καὶ ὁ ὁ­ποῖ­ος διὰ τῶν προ­σευ­χῶν καὶ τῆς δι­δα­σκα­λί­ας του, σφρά­γι­ζε καὶ ὅ­λους ἐ­κεί­νους ποὺ εἶ­χαν τὴν εὐ­λο­γί­α νὰ τὸν ἔ­χουν πνευ­μα­τι­κὸ πα­τέ­ρα. Ἐν­θυ­μού­με­νος λοι­πὸν αὐ­τά, εἶ­χε ζη­τή­σει ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ πνευ­μα­τι­κά του παι­διὰ νὰ κά­νουν πάν­το­τε τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ στὴν ἀρ­χὴ τοὺ Ὄρ­θρου, ὅ­ταν ἀ­κού­γε­ται ὁ στί­χος: «Θε­ὸς Κύ­ριος καὶ ἐ­πέ­φα­νεν ἡ­μῖν!».

Ὅ­μως. μπο­ροῦ­με ἄ­ρα­γε νὰ ποῦ­με ἐν πά­σῃ ἀ­λη­θεί­ᾳ τὸ «Θε­ὸς Κύ­ριος καὶ ἐ­πέ­φα­νεν ἡ­μῖν»; Ναί, βε­βαί­ως, δι­ό­τι ὑ­πάρ­χουν πολ­λὲς δι­α­βαθ­μί­σεις στὶς δω­ρε­ὲς τοῦ Κυ­ρί­ου. Καὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ σὲ μιὰ στιγ­μὴ θερ­μῆς προ­σευ­χῆς νι­ώ­θου­με χα­ρὰ καὶ εἰ­ρή­νη ποὺ ξε­περ­νοῦν αὐ­τὸν τὸν κό­σμο, κά­θε φο­ρὰ πού, κα­θὼς προ­σπα­θοῦ­με νὰ βα­δί­ζου­με ἐν τα­πει­νώ­σει, ἐν ἀ­γά­πῃ, ἀ­κό­μη καὶ μὲ τὴ θυ­σί­α τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας γιὰ τοὺς ἄλ­λους, νι­ώ­θου­με στὴν καρ­διά μας αὐ­τὴ τὴ χα­ρά, τὴ βα­θιὰ εἰ­ρή­νη, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα βλέ­που­με μιὰ ἀ­κτί­να αὐ­τοῦ τοῦ ἀ­κτί­στου φω­τός.

Ὑ­πάρ­χουν πολ­λὲς δι­α­βαθ­μί­σεις στὴ με­τα­μόρ­φω­ση αὐ­τὴ τοῦ Χρι­στια­νοῦ. Ὅ­ταν δι­α­βά­ζου­με τοὺς βί­ους τῶν ἁ­γί­ων, βλέ­που­με μέ­χρι ποι­οῦ βαθ­μοῦ μπο­ρεῖ νὰ ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ μέ­σα τοὺς αὐ­τὴ ἡ με­τα­μόρ­φω­ση καὶ νὰ φα­νε­ρω­θεῖ ἀ­κό­μη καὶ στὸ σῶ­μα τους, ὅ­πως στὴ ζω­ὴ τοῦ ἁ­γί­ου Σε­ρα­φεὶμ τοῦ Σά­ρωφ καὶ τό­σων ἄλ­λων. Σή­με­ρα, μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α ὁ Ἀ­να­στη­μέ­νος, ὁ Με­τα­μορ­φω­θεὶς Χρι­στὸς δὲν εἶ­ναι πιὰ ἔ­ξω ἀ­πὸ μᾶς, ὅ­πως ἦ­ταν ἀ­κό­μη γιὰ τοὺς ἀ­πο­στό­λους πά­νω στὸ Θα­βώρ. Ὁ Ἀ­να­στη­μέ­νος Χρι­στὸς εἶ­ναι πα­ρὼν στὶς καρ­δι­ές μας, τὶς καρ­δι­ὲς τῶν βα­πτι­σμέ­νων, τὶς καρ­δι­ὲς τῶν Χρι­στια­νῶν ποὺ σὲ κά­θε Θεί­α Λει­τουρ­γί­α κοι­νω­νοῦ­με τὸ Σῶ­μα καὶ τὸ Αἷ­μα Του. Ἀ­πὸ αὐ­τὴν ἀ­κρι­βῶς τὴν πη­γὴ μπο­ρεῖ τὸ φῶς νὰ ἁ­πλω­θεῖ μέ­σα μας, καὶ ἀ­πὸ αὐ­τὸ νὰ πά­ρου­με μιὰ ἀ­κτί­να ἢ του­λά­χι­στον μιὰ ἀν­τα­νά­κλα­ση, καὶ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ νὰ κα­τα­λά­βου­με ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ χα­ρὰ ὑ­περ­βαί­νει ὅ­λες τὶς ἐγ­κό­σμι­ες χα­ρές.

Στὸν βαθ­μὸ ποὺ ἔ­χου­με ἤ­δη νι­ώ­σει λί­γη ἀ­πὸ τὴν ἀν­ταύ­γεια αὐ­τή, μπο­ροῦ­με πράγ­μα­τι νὰ «ση­κώ­σου­με» ὅ,τι εἶ­ναι ὀ­δυ­νη­ρὸ στὴν ὕ­παρ­ξή μας, ὅ­λους τοὺς σταυ­ροὺς ποὺ ἀ­να­πό­φευ­κτα φέρ­νει μα­ζί της αὐ­τὴ ἡ ζω­ή. Κα­τα­λα­βαί­νου­με τό­τε ὅ­τι ὅ­λες οἱ προ­σπά­θει­ες ποὺ πρέ­πει νὰ κα­τα­βά­λου­με, ὅ­λες οἱ δο­κι­μα­σί­ες καὶ οἱ τα­λαι­πω­ρί­ες ποὺ ὀ­φεί­λου­με νὰ ὑ­πο­μεί­νου­με, ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ σκα­λο­πά­τια τῆς ἀ­νά­βα­σής μας στὸ Θα­βώρ. Εἶ­ναι ἡ ἀ­νά­βα­ση ἐ­κεί­νη ποὺ θὰ μᾶς ὁ­δη­γή­σει νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψου­με μέ­σα μας τὴν ἀ­πεί­ρως γλυ­κιὰ καὶ φω­τει­νὴ πα­ρου­σί­α τοῦ με­τα­μορ­φω­θέν­τος Ἰ­η­σοῦ.

Ἡ ζω­ή μας θὰ εἶ­χε ἀλ­λά­ξει, ἂν ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­σταν πραγ­μα­τι­κὰ τὶς δο­κι­μα­σί­ες καὶ τὰ βά­σα­νά μας ὡς ἀ­νά­βα­ση στὸ Θα­βὼρ ἢ ὡς ἀ­νά­βα­ση στὸ Σι­νά, ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος Νύσ­σης σχο­λι­ά­ζον­τας τὸν βί­ο τοῦ Μω­υ­σῆ: τὰ δύ­ο σύμ­βο­λα συ­νε­νώ­νον­ται. Τὸ Θα­βὼρ εἶ­ναι καὶ Σι­νά, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ὁ προ­φή­της Μω­υ­σῆς φα­νε­ρώ­θη­κε δί­πλα στὸν Ἠ­λί­α μα­ζὶ μὲ τὸν με­τα­μορ­φω­θέν­τα Ἰ­η­σοῦ.

Στὴ γι­ορ­τὴ αὐ­τὴ τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως, εἴ­θε νὰ μᾶς δώ­σει ὁ Κύ­ριος νὰ κα­τα­λά­βου­με τί πραγ­μα­τι­κὰ εἶ­ναι ἡ Χρι­στι­α­νι­κὴ ζω­ή, ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ ἀ­λη­θι­νό της νό­η­μα. Ὁ ἅ­γιος Πορ­φύ­ριος ὁ Καυ­σο­κα­λυ­βί­της, αὐ­τὸς ὁ σύγ­χρο­νος ἅ­γιος της Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ἔ­λε­γε ὅ­τι μί­α ζω­ὴ ποὺ ἐμ­πνέ­ε­ται ἀ­πὸ ἐν­το­λὲς τοῦ τύ­που «κά­νε αὐ­τό, μὴν κά­νεις ἐ­κεῖ­νο· ἢ μὴν κά­νεις αὐ­τὸ καὶ κά­νε τὸ ἄλ­λο», δὲν εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὴ Χρι­στι­α­νι­κὴ ζω­ή. Ση­μαί­νει ὅ­τι ἐμ­μέ­νου­με σ᾿ ἕ­να νό­μο γραμ­μέ­νο σὲ πέ­τρι­νες πλά­κες, πα­ρα­μέ­νου­με θαμ­μέ­νοι κά­τω ἀ­πὸ τὴν πέ­τρα τοῦ τά­φου. Εἶ­μαι Χρι­στια­νὸς ση­μαί­νει εἶ­μαι ἀ­να­στη­μέ­νος μα­ζὶ μὲ τὸν Χρι­στό. Σή­με­ρα αὐ­τὸ ποὺ πρέ­πει νὰ ἐμ­πνέ­ει τὴ ζω­ή μας εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη γιὰ τὸν Χρι­στό, ἡ ἀ­γά­πη γιὰ τὸ φῶς αὐ­τὸ ποὺ ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ ἀ­πὸ Αὐ­τόν. Δὲν ὑ­πο­κεί­με­θα πιὰ μό­νο σὲ ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς ἐν­το­λές· ἀ­σφα­λῶς καὶ αὐ­τὲς ἔ­χουν τὴ θέ­ση τους στὴ ζω­ή μας, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ποὺ τ᾿ ἀλ­λά­ζει ὅ­λα εἶ­ναι ὅ­τι ἔ­χου­με λά­βει τὴ δω­ρε­ὰ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος: ὑ­πάρ­χει στὶς καρ­δι­ὲς ἡ­μῶν τῶν βα­πτι­σμέ­νων, τῶν ἀν­θρώ­πων τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης, ἕ­να φῶς, μιὰ πνο­ή, μιὰ ὁρ­μὴ ποὺ «ἐ­σω­τε­ρι­κεύ­ει» ὅ­λες τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Χρι­στοῦ ποὺ δι­α­βά­ζου­με στὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο. Αὐ­τὴ ἡ με­λέ­τη, ἀ­πα­ραί­τη­τη ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ὀ­φεί­λει νὰ ξυ­πνᾶ μέ­σα μας ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ πνο­ὴ ποὺ θὰ ἐμ­πνέ­ει ὅ­λες μας τὶς πρά­ξεις· ἂν βέ­βαι­α, ἀν­τὶ νὰ δι­α­σκορ­πι­ζό­μα­στε σὲ ὅ­λες τὶς ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς μέ­ρι­μνες, πα­ρα­μέ­νου­με προ­σε­κτι­κοὶ καὶ ἀ­σκοῦ­με τὴν πνευ­μα­τι­κὴ νή­ψη ποὺ ἀ­δι­ά­κο­πα μᾶς προ­τεί­νουν οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες.

Ἀ­μέ­σως τό­τε, ὅ­λη ἡ δι­δα­σκα­λί­α, ὅ­λοι οἱ νό­μοι τῆς Χρι­στι­α­νι­κῆς ζω­ῆς γί­νον­ται στὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τῆς ζω­ῆς μας ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ ἀ­πα­γο­ρεύ­σεις καὶ προ­στα­γὲς ἔ­ξω­θεν προ­ερ­χό­με­νες· ἀλ­λὰ ἡ ἄ­κτι­στη θεί­α ζω­ὴ με­τα­φρά­ζε­ται σὲ λό­γο ἀν­θρώ­πι­νο, σὲ με­το­χὴ σ᾿ αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι ὁ Θε­ός, στὶς θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ές Του ποὺ μᾶς δι­α­πο­τί­ζουν· με­τα­φρά­ζε­ται σὲ τα­πει­νὴ ἀ­γά­πη πρὸς τοὺς ἀν­θρώ­πους, εἰ­ρή­νη, μα­κρο­θυ­μί­α, ἀ­γα­θο­σύ­νη πρὸς ὅ­λους, ὑ­πα­κο­ή, κα­λο­σύ­νη, γλυ­κύ­τη­τα, εἰ­ρή­νη καὶ χα­ρά...

Πράγ­μα­τι, ἐ­δῶ εἶ­ναι τὰ σκα­λο­πά­τια ποὺ μᾶς ὁ­δη­γοῦν στὴν κο­ρυ­φὴ τοὺ Θα­βώρ, πρὸς τὴν προ­σω­πι­κὴ συ­νάν­τη­ση μὲ τὸν Χρι­στὸ καὶ τὸ φῶς ποὺ πη­γά­ζει ἀ­πὸ Αὐ­τόν. Ὅ­ταν ἕ­νας ἁ­πλός, ἕ­νας κα­λὸς συ­νη­θι­σμέ­νος Χρι­στια­νός, νι­ώ­θει μιὰ βα­θιὰ χα­ρὰ κα­τὰ τὴν προ­σευ­χή, ἢ ὅ­ταν ἐ­πι­τε­λεῖ μὲ κα­λὴ δι­ά­θε­ση μιὰ πρά­ξη ἀ­πάρ­νη­σης τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του ἢ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη χρι­στι­α­νι­κὴ πρά­ξη χω­ρὶς βί­α καὶ κα­τα­ναγ­κα­σμό, τό­τε ἀρ­χί­ζει ἤ­δη νὰ «γνω­ρί­ζει τὸν Θε­ὸ ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ»· δι­α­κρί­νει ἤ­δη μιὰ ἀ­κτί­να Θα­βω­ρεί­ου φω­τὸς χω­ρὶς κίν­δυ­νο πνευ­μα­τι­κῆς πλά­νης. Στὴν ὑ­πέ­ρο­χη αὐ­τὴ ἀ­να­κά­λυ­ψη ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ βαθ­μοί· αὐ­τό, ὅ­μως, δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι προ­ο­ρί­ζε­ται μό­νο γιὰ τοὺς με­γά­λους ἁ­γί­ους. Ὁ ἁ­πλὸς Χρι­στια­νὸς δὲν εἶ­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νος στὸ «ἐ­κολ­λή­θη εἰς γῆν ἡ γα­στὴρ ἡ­μῶν» (Ψάλμ. ΜΓ' [43], 26), ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ ψαλ­μω­δός... Ἀ­σφα­λῶς, καὶ ὁ κα­λὸς Χρι­στια­νὸς πα­ρα­μέ­νει ἁ­μαρ­τω­λός· ἂν ὅ­μως εἶ­ναι δε­κτι­κὸς στὴν ἔμ­πνευ­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ξε­περ­νᾶ τὸ βα­ρὺ αἴ­σθη­μα τῆς ἐ­νο­χῆς, ποὺ δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ κα­τα­φύ­γιο τοῦ πα­λαι­οῦ ἀν­θρώ­που, γιὰ νὰ προ­χω­ρή­σει στὴν ἀ­λη­θι­νὴ με­τά­νοι­α, φω­τι­ζό­με­νος ἀ­πὸ τὴ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι τὸ ἔ­λε­ος τοῦ Κυ­ρί­ου εἶ­ναι ἀ­μέ­τρη­το καί, ὅ­πως δί­δα­σκε ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης τῆς Κλί­μα­κος, κλεί­νει ἤ­δη μέ­σα του μιὰ ἀ­κτί­να τοῦ Θα­βω­ρεί­ου Φω­τός.

'Ἂς ζη­τή­σου­με λοι­πὸν ἀ­πὸ τὸν Κύ­ριο νὰ μᾶς βο­η­θή­σει νὰ δι­εισ­δύ­σου­με στὸ βά­θος τοῦ μυ­στη­ρί­ου τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως, τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ νὰ με­τα­βά­λει τὴ ζω­ή μας, τὸν ὅ­λο τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με καὶ τὴν πιὸ τα­πει­νὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Αὐ­τῷ ἡ δό­ξα, σὺν τῷ ἀ­ϊ­δί­ῳ Πα­τρὶ καὶ τῷ Πα­να­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.

π. Πλα­κί­δα Deseille, «ἡ θέ­α τοῦ ΑΚΤΙΣΤΟΥ», ΛΟΓΟΙ ΣΕ ΕΟΡΤΕΣ ΤΟΥ  ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ, Ἐκ­δό­σεις Ἔ­αρ, σελ. 112-118


Παρασκευή 30 Ιουλίου 2021

ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΘΥΜΙΑΤΙΖΕ

 


–Μαριάμ, φεύγω. Πάω στὴν ἐκκλησία γιὰ τὸν Ἑσπερινὸ καὶ τὴν Παράκληση.

Ἡ Μαριὰμ δὲν μποροῦσε νὰ ἀκολουθήσει τὸν σύζυγό της, διάκονο π. Χρυσόστομο. Ἔπρεπε νὰ μείνει στὸ σπίτι μὲ τὸν μονάκριβο γιό τους, ἕνα χαριτωμένο ἀγοράκι ποὺ δὲν ἦταν ἀκόμα οὔτε δύο χρονῶν.

Ἄναψε καὶ γιὰ μᾶς ἕνα κεράκι. Κάνε προσευχὴ νὰ μᾶς σκεπάζει ἡ Παναγία μας.

Μήνας Αὔγουστος τοῦ 2020. Γιὰ τοὺς Ὀρθόδοξους σὲ ὅλο τὸν κόσμο, ὁ μήνας αὐτὸς εἶναι ἀφιερωμένος στὴν Παναγία Μητέρα τοῦ Χριστοῦ. Καὶ στὴ Βηρυτὸ τοῦ Λιβάνου, ὅπου διακονεῖ ὁ π. Χρυσόστομος, οἱ Χριστιανοὶ ζοῦν τὶς ἡμέρες αὐτὲς τοῦ Αὐγούστου μὲ τὴν προσμονὴ τῆς Θεομητορικῆς ἑορτῆς. Κάθε ἀπόγευμα χτυπᾶ ἡ καμπάνα γιὰ τὸν Ἑσπερινὸ καὶ ἀκολουθεῖ ὁ Μικρὸς ἢ ὁ Μεγάλος Παρακλητικὸς Κανόνας στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο.

Ἔτσι καὶ σήμερα, καθὼς πλησίαζε ἡ ὥρα γιὰ τὴν ἀπογευματινὴ Ἀκολουθία, ὁ εὐλαβὴς διάκονος χαιρέτισε τὴ σεμνὴ σύζυγό του, ἀγκάλιασε μὲ τὸ στοργικό του βλέμμα τὸν μικρὸ ποὺ κοιμόταν στὸ κρεβατάκι του, τὸν σταύρωσε καὶ ἔφυγε γιὰ τὸν Ναό.

Ἔφθασε νωρίς. Μὲ ἤρεμες κινήσεις ἔκανε τὶς ἀπαραίτητες προετοιμασίες στὸ Ἱερὸ καὶ περίμενε τὸν ἱερέα νὰ βάλει «Εὐλογητός». Ἔτσι σὲ λίγο ντυμένος μὲ τὴ διακονική του στολὴ βγῆκε στὸν σολέα νὰ ἐκφωνήσει τὰ «Εἰρηνικά».

Στὸ «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου...» ἄρχισε νὰ θυμιατίζει. Εἶχε ἤδη προχωρήσει πρὸς τὸ κέντρο τοῦ Ναοῦ, ὅταν ἔνιωσε τὴ γῆ νὰ τρέμει κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του. Μιὰ λάμψη φάνηκε ν᾿ ἀστράφτει κι ἕνας ἐκκωφαντικὸς θόρυβος ἔκανε τὰ τζάμια νὰ σπάσουν. Πρὸς στιγμὴν τρόμαξε, ἀλλὰ συνέχισε νὰ θυμιάζει ψάλλοντας μέσα του τὸν στίχο ποὺ ἀκουγόταν ἐκείνη τὴν ὥρα: «ὅτι πρὸς σέ, Κύριε, Κύριε, οἱ ὀφθαλμοί μου· ἐπὶ σοὶ ἤλπισα...»

Τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του στράφηκαν στὸν Κύριο. Τὴν ἴδια ὥρα ὅμως πέρασαν σὰν ἀστραπὴ ἀπὸ τὸν νοῦ του ἡ γυναίκα καὶ τὸ παιδί του: «Παναγία μου, σκέπασέ τους... Κύριε, σ᾿ Ἐσένα ἐλπίζω...»

Καθὼς προχωροῦσε ἡ Ἀκολουθία, οἱ ἦχοι ἀπὸ τὶς σειρῆνες ἐπέτειναν τὴν ἀγωνία καὶ τὴν ἔνταση. Οἱ εἰδήσεις ποὺ ἔφθαναν, ἦταν συνταρακτικές: Στὸ λιμάνι, ποὺ βρισκόταν στὸ ἄλλο ἄκρο τῆς πόλεως, σημειώθηκε φοβερὴ ἔκρηξη σὲ ἀποθήκη πυρομαχικῶν καὶ ἰσοπεδώθηκαν τὰ πάντα στὴ γύρω περιοχή. Τὸ σπίτι τους ἦταν στὸ κέντρο τῆς πόλεως, πολὺ κοντὰ στὸν τόπο ὅπου ἔγινε ἡ ἔκρηξη. Ἡ ἀγωνία τοῦ π. Χρυσοστόμου κορυφώθηκε: «Θεέ μου, τί θὰ βρῶ ὅταν γυρίσω;» «Παναγία μου, μὴ μᾶς ἐγκαταλείπεις!»

Τελείωσε ἡ σύντομη Ἀκολουθία καὶ ἀμέσως κίνησε νὰ ἐπιστρέψει στὸ σπίτι. Στὸν δρόμο δὲν ἔπαυσε νὰ προσεύχεται. Ὅσο πλησίαζε στὸν τόπο τῆς ἐκρήξεως, οἱ εἰκόνες γύρω τοῦ μάτωναν τὴν καρδιά: γκρεμισμένα σπίτια, ἀκινητοποιημένα αὐτοκίνητα, ἀσθενοφόρα καὶ πυροσβεστικὰ ὀχήματα νὰ κινοῦνται μὲ ἰλιγγιώδη ταχύτητα καὶ νὰ χαλοῦν τὸν κόσμο μὲ τὶς σειρῆνες τους, ἄνθρωποι ἐγκλωβισμένοι, τραυματισμένοι, σχεδὸν ξεψυχισμένοι.

«Παναγία μου!... Παναγία μου!...», ἱκέτευε.

Κάποια στιγμὴ ἔφθασε καὶ στὸ δικό του σπίτι. Στάθηκε κι ἔκανε τὸν σταυρό του. Ἔξω ἀπὸ τὰ συντρίμμια στεκόταν ἡ Μαριὰμ μὲ τὸν μικρὸ στὴν ἀγκαλιά της. Ἔμεινε νὰ θαυμάζει καὶ νὰ ἀπορεῖ: Ὅλα τὰ δωμάτια τοῦ σπιτιοῦ τους εἶχαν γκρεμισθεῖ. Μόνο ἕνα εἶχε μείνει ὄρθιο. Ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο τὴν ὥρα τῆς ἔκρηξης βρισκόταν ἡ μητέρα μὲ τὸ παιδί· τὸ δωμάτιο μὲ τὰ εἰκονίσματα. Ἀπὸ ἐκεῖ ἡ διακόνισσα συμμετεῖχε στὴν Ἀκολουθία. Καὶ ἐνόσω ὁ διάκονος θυμίαζε στὴν ἐκκλησία, ἐκείνη δεχόταν μαζὶ μὲ τὸ παιδί της τὴ σωτήρια θεία Χάρι. Γι᾿ αὐτό, ἐνῶ γκρεμίσθηκαν τὰ πάντα, κάποιο «χέρι» τοὺς προστάτευσε. Ἡ Παναγία, ποὺ καθημερινὰ παρακαλοῦσαν, ἦταν δίπλα τους. Εἶδαν ὁλοφάνερη τὴ σκέπη καὶ τὴν προστασία της!     

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Ο ΣΩΤΗΡ», Ἀριθ. 2248, 1 καὶ 15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2021, σελ. 359–360

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Ϛ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

ΚΥΡΙΑΚΗ Ϛ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(1 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2021)



Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Ἀ­δελ­φοί, ἔ­χον­τες χα­ρί­σμα­τα κα­τὰ τὴν χά­ριν τὴν δο­θεῖ­σαν ἡ­μῖν δι­ά­φο­ρα, εἴ­τε προ­φη­τε­ί­αν, κα­τὰ τὴν ἀ­να­λο­γί­αν τῆς πί­στε­ως, εἴ­τε δι­α­κο­νί­αν, ἐν τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ, εἴ­τε ὁ δι­δά­σκων, ἐν τῇ δι­δα­σκα­λί­ᾳ, εἴ­τε ὁ πα­ρα­κα­λῶν, ἐν τῇ πα­ρα­κλή­σει, ὁ με­τα­δι­δο­ύς, ἐν ἁ­πλό­τη­τι, ὁ προ­ϊ­στά­με­νος, ἐν σπου­δῇ, ὁ ἐ­λε­ῶν, ἐν ἱ­λα­ρό­τη­τι. ῾Η ἀ­γά­πη ἀ­νυ­πό­κρι­τος. Ἀ­πο­στυ­γοῦν­τες τὸ πο­νη­ρόν, κολ­λώ­με­νοι τῷ ἀ­γα­θῷ, τῇ φι­λα­δελ­φί­ᾳ εἰς ἀλ­λή­λους φι­λό­στορ­γοι, τῇ τι­μῇ ἀλ­λή­λους προ­η­γο­ύ­με­νοι, τῇ σπου­δῇ μὴ ὀ­κνη­ροί, τῷ πνε­ύ­μα­τι ζέ­ον­τες, τῷ Κυ­ρί­ῳ δου­λε­ύ­ον­τες, τῇ ἐλ­πί­δι χα­ί­ρον­τες, τῇ θλί­ψει ὑ­πο­μέ­νον­τες, τῇ προ­σευ­χῇ προ­σκαρ­τε­ροῦν­τες, ταῖς χρε­ί­αις τῶν ἁ­γί­ων κοι­νω­νοῦν­τες, τὴν φι­λο­ξε­νί­αν δι­ώ­κον­τες. Εὐ­λο­γεῖ­τε τοὺς δι­ώ­κον­τας ὑ­μᾶς, εὐ­λο­γεῖ­τε καὶ μὴ κα­τα­ρᾶ­σθε.  

                                                                                           (Ρωμ.ιβ΄[12] 6-14)

 

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΖΗΛΟΥ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ: «Τῷ πνεύ­μα­τι ζέ­ον­τες».

Γιὰ τὴν προ­θυ­μί­α καὶ τὸν ζῆ­λο, γιὰ τὴ φλό­γα τῆς ψυ­χῆς μιλᾶ στὸν στί­χο αὐ­τὸ ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος καὶ πα­ρα­κι­νεῖ τοὺς πι­στοὺς Χρι­στια­νοὺς τῆς Ρώ­μης καὶ ὅ­λους μας βέ­βαι­α νὰ εἶ­ναι «τῷ πνεύ­μα­τι ζέ­ον­τες», θερ­μοὶ δη­λα­δὴ κα­τὰ τὸ πνεῦ­μα τους, νὰ βρά­ζουν.

Τί εἶ­ναι ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ θερ­μό­τη­τα, ποι­ὰ πράγ­μα­τα πα­γώ­νουν τὴν ψυ­χὴ καὶ ποι­ὰ τὴν θερ­μαί­νουν; Αὐ­τὸ ἂς προ­σπα­θή­σου­με νὰ δοῦ­με στὴν ση­με­ρι­νή μας ὁ­μι­λί­α.

1. ΡΕΥΜΑ ΥΨΗΛΗΣ ΤΑΣΕΩΣ

«Τῷ πνεύ­μα­τι ζέ­ον­τες». Κα­τὰ λέ­ξη ση­μαί­νει: νὰ βρά­ζει τὸ πνεῦ­μα σας. Νὰ βρά­ζει! Νὰ εἶ­ναι δη­λα­δὴ ἡ ψυ­χὴ γε­μά­τη ὄ­ρε­ξη καὶ ζῆ­λο γιὰ τὰ τοῦ Θε­οῦ. Εἴ­τε αὐ­τὰ εἶ­ναι ὁ ἀ­γώ­νας γιὰ τὸν ἁ­για­σμὸ καὶ τὴ σω­τη­ρί­α, εἴ­τε ἡ ἀ­φο­σί­ω­ση στὴ θεί­α λα­τρεί­α καὶ τὴν προ­σευ­χή, εἴ­τε τὰ ἔρ­γα τῆς ἀ­γά­πης πρὸς τοὺς ἀ­δελ­φούς, εἴ­τε τὰ ἔρ­γα τῆς ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς. Ὅ­λα νὰ γί­νον­ται μὲ πνεῦ­μα θερ­μό, μὲ ζῆ­λο πο­λύ.

Εὐ­λο­γη­μέ­νος αὐ­τὸς ὁ ζῆ­λος! Εἶ­ναι ἡ μυ­στι­κὴ δύ­να­μη τῆς ψυ­χῆς, ποὺ ἑλ­κύ­ει τὴ Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ καὶ κά­νει τὸν ἄν­θρω­πο ἱ­κα­νὸ γιὰ ὅ­λα καὶ τὰ πιὸ δύ­σκο­λα ἀ­γω­νί­σμα­τα καὶ ἔρ­γα. Δι­ό­τι χω­ρὶς τὴ Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ τί­πο­τε ἀ­πο­λύ­τως δὲν μπο­ρεῖ νὰ κά­μει ὁ ἄν­θρω­πος, ἀλ­λὰ καὶ ἡ Χά­ρις τοῦ Θε­οῦ δὲν δί­δε­ται πο­τὲ στοὺς ὀ­κνη­ροὺς καὶ νω­θρούς. Ποῦ δί­δε­ται; Δί­δε­ται ἄ­φθο­νη στὴν ψυ­χή, ποὺ ἔ­χει ζῆ­λο καὶ ὄ­ρε­ξη νὰ ἐρ­γα­σθεῖ, στὴν ψυ­χή, ποὺ εἶ­ναι πρό­θυ­μη, ποὺ φλέ­γε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ ἐ­κτε­λεῖ τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ.

Ὁ ἅ­γιος ζῆ­λος, καὶ αὐ­τὸς κα­τὰ βά­ση δῶ­ρο τοῦ Θε­οῦ, ἑ­νω­μέ­νος μὲ τὴ Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ γί­νε­ται δύ­να­μη πα­νί­σχυ­ρη, ποὺ δι­α­περ­νά­ει πέ­ρα γιὰ πέ­ρα τὴν ψυ­χή, σὰν ἠ­λε­κτρι­κὸ ρεῦ­μα ὑ­ψη­λῆς τά­σε­ως, καὶ τὴν κά­νει δη­μι­ουρ­γι­κὴ καὶ φω­τει­νή.

Αὐ­τὸς ὁ ζῆ­λος ἦ­ταν ἄ­φθο­νος στὶς ψυ­χὲς τῶν Ἀ­πο­στό­λων τοῦ Κυ­ρί­ου μας, τῶν ἁ­γί­ων μαρ­τύ­ρων, τῶν ὁ­σί­ων ἀ­σκη­τῶν καὶ ἀ­σκη­τρι­ῶν, τῶν θε­ο­φό­ρων Πα­τέ­ρων, ὅ­λων τῶν ἐρ­γα­τῶν τῶν κα­λῶν ἔρ­γων. Αὐ­τὸς ὁ ζῆ­λος καὶ σή­με­ρα ἀ­κό­μη κι­νεῖ ἀρ­κε­τοὺς πι­στοὺς Χρι­στια­νούς, κλη­ρι­κοὺς καὶ λα­ϊ­κούς, ἄν­δρες καὶ γυ­ναῖ­κες νὰ ἐρ­γά­ζον­ται μὲ ποι­κί­λους τρό­πους γιὰ τὴ δό­ξα τοῦ Κυ­ρί­ου.

Ναὶ, ἀρ­κε­τοὺς Χρι­στια­νούς. Ὄ­χι ὅ­μως τό­σους, ὅ­σους θὰ ἔ­πρε­πε. Για­τί ἄ­ρα­γε;

2. Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΠΑΓΕΤΩΝΩΝ

Πολ­λὲς εἶ­ναι οἱ αἰ­τί­ες, ποὺ μει­ώ­νουν τὸν ζῆ­λο τῶν πι­στῶν Χρι­στια­νῶν σὲ κά­θε ἐ­πο­χή. Πολ­λές. Καὶ στὴν ἐ­πο­χή μας πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρες.

Ἡ πρώ­τη αἰ­τί­α κοι­νὴ γιὰ κά­θε ἐ­πο­χὴ εἶ­ναι ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νεια. Ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος νο­μί­σει ὅ­τι εἶ­ναι σπου­δαῖ­ος κι ὅ­τι σὰν κι αὐ­τὸν ἄλ­λος δὲν ὑ­πάρ­χει, τό­τε ὁ Θε­ὸς ἀ­πο­σύ­ρει τὴν Χά­ρη Του, καὶ ὁ ζῆ­λος ἀρ­χί­ζει νὰ πέ­φτει, ἡ θερ­μό­της πα­γώ­νει, ὁ ἐν­θου­σια­σμὸς μα­ραί­νε­ται. Εἶ­ναι ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νεια ὁ χει­ρό­τε­ρος ἐ­χθρὸς τοῦ ἁ­γί­ου ζή­λου τῆς ψυ­χῆς. Αὐ­τὴ σβή­νει καὶ τὴν προ­σευ­χὴ τῶν προ­σευ­χο­μέ­νων, καὶ τὴν φλό­γα τῶν ἀ­σκη­τῶν, καὶ τὴν ἀ­γά­πη τῶν φι­λάν­θρω­πων, καὶ τὴ δύ­να­μη τῶν ἱ­ε­ρο­κη­ρύ­κων, καὶ κά­θε ἀ­γω­νι­στῆ πι­στοῦ τὴν ὁρ­μή. Κι ἂν κά­νει κά­τι πλέ­ον ὁ ἄν­θρω­πος, αὐ­τὸ τὸ κά­νει μὲ πεῖ­σμα ἀν­θρώ­πι­νο, χω­ρὶς τὴ Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, καὶ βλά­πτει καὶ βλά­πτε­ται.

Ἡ δεύ­τε­ρη αἰ­τί­α ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἀ­πει­λη­τι­κὴ στὴν ἐ­πο­χή μας εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ λέ­με κο­σμι­κό­της. Ὁ ἐ­πη­ρε­α­σμὸς δη­λα­δὴ ἀ­πὸ τὸ πνεῦ­μα τῶν κο­σμι­κῶν ἀν­θρώ­πων, αὐ­τῶν οἱ ὁ­ποῖ­οι ζοῦν μό­νο γιὰ τὴν σάρ­κα καὶ τὶς ἀ­πο­λαύ­σεις της.

Στὶς ­μέ­ρες μας αὐ­τὸ τὸ κο­σμι­κό, τὸ σαρ­κι­κὸ φρό­νη­μα σα­ρώ­νει τὰ πάν­τα καὶ δυ­στυ­χῶς ἔ­χει εἰ­σβά­λει ἀ­πει­λη­τι­κὰ καὶ μέ­σα στοὺς χώ­ρους τῆς ἴ­διας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας πράγ­μα ἐ­ξό­χως λυ­πη­ρό. Δι­ό­τι πλέ­ον ἡ ζω­ὴ μέ­σα σ᾿ αὐ­τὴν ἀ­πὸ κό­πος καὶ ἀ­γώ­νας ἔ­χει ὑ­πο­βαθ­μι­σθεῖ σὲ Χρι­στι­α­νι­κὸ του­ρι­σμό.

Μέ­σα σ᾿ αὐ­τὴν τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα πῶς νὰ μεί­νει ἡ φλό­γα τῆς ψυ­χῆς τῶν πι­στῶν ἀ­ναμ­μέ­νη; Οἱ γε­ω­λό­γοι λέ­νε πὼς ὑ­πῆρ­ξε μιὰ πε­ρί­ο­δος στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς γῆς, ποὺ οἱ πά­γοι εἶ­χαν κα­λύ­ψει τὰ πάν­τα. Ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χὴ τῶν πα­γε­τώ­νων. Ἡ ἐ­πο­χὴ τῶν πνευ­μα­τι­κῶν πα­γε­τώ­νων ὅ­μως μό­λις τώ­ρα ἔ­χει ἀρ­χί­σει. Τὰ πα­γω­μέ­να νε­ρὰ ἑ­νὸς κό­σμου, ποὺ ἔ­χει ξε­χά­σει τὸν Θε­ὸ καὶ ἔ­χει θε­ο­ποι­ή­σει τὴν ὕ­λη, ἀ­πει­λοῦν ἤ­δη νὰ πα­γώ­σουν τὰ πάν­τα. Ὁ Κύ­ριος τὸ εἶ­χε αὐ­τὸ προ­φη­τεύ­σει. Θὰ ἔρ­θει ἐ­πο­χή, εἶ­χε πεῖ, ποὺ «διὰ τὸ πλη­θυν­θῆ­ναι τὴν ἀ­νο­μί­αν ψυ­γή­σε­ται ἡ ἀ­γά­πη τῶν πολ­λῶν» (Ματθ. κδ'[24] 12). Ἀ­πὸ τὴν πολ­λὴ ἁ­μαρ­τί­α θὰ πα­γώ­σει ἡ ἀ­γά­πη τῶν πε­ρισ­σο­τέ­ρων Χρι­στια­νῶν.

Θὰ πα­γώ­σει! Ἤ­δη ἐ­πά­γω­σε. Μπῆ­κε στὰ ψυ­γεῖ­α, στὴν κα­τά­ψυ­ξη. Οἱ πι­στοὶ εἴ­μα­στε συ­χνὰ κρύ­οι, πα­γω­μέ­νοι, ἄ­ψυ­χοι. Οἱ πα­γε­τῶ­νες μᾶς ἀ­πει­λοῦν ὅ­λους. Τί θὰ γί­νου­με λοι­πόν;

3. Η ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Νὰ ρί­ξου­με ξύ­λα στὴ φω­τιά! Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια πὼς τὴ φω­τιὰ αὐ­τὴ μὲς στὴν καρ­διά μας δὲν τὴν ἔ­χου­με ἀ­νά­ψει μό­νοι μας. Εἶ­ναι ἡ θε­ϊ­κὴ φω­τιά, ποὺ ἔ­βα­λε ὁ Κύ­ριος στὴ γῆ μας· «πῦρ ἦλ­θον βα­λεῖν ἐ­πὶ τὴν γῆν» (Λουκ. ι­β'[12] 49), εἶ­πε. Ἦρ­θα νὰ βά­λω φω­τιὰ στὴ γῆ. Καὶ τὴν ἔ­βα­λε. Εἶ­ναι ἡ φω­τιὰ τῆς Πεν­τη­κο­στῆς, τὸ πῦρ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Λοι­πὸν ἡ φω­τιὰ ἔ­χει ἀ­νά­ψει, καί­ει μὲς στὴν καρ­διά μας ἀ­πὸ τὴν ἡ­μέ­ρα τοῦ Βα­πτί­σμα­τός μας.

Ἀλ­λὰ καί­ει; Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πρό­βλη­μά μας. Καὶ εἶ­ναι πρό­βλη­μα, δι­ό­τι τὰ ξύ­λα σ᾿ αὐ­τὴν τὴ φω­τιὰ πρέ­πει νὰ τὰ ρί­χνου­με ἐ­μεῖς. Τὰ ξύ­λα εἶ­ναι ὁ ζῆ­λος, ἡ προ­θυ­μί­α μας, ἡ θέ­λη­σή μας νὰ ἀ­γω­νι­στοῦ­με μέ­χρι θα­νά­του, γιὰ νὰ ἐ­φαρ­μό­σου­με τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Κυ­ρί­ου. Καὶ αὐ­τὸς ὁ ζῆ­λος καὶ ἡ προ­θυ­μί­α αὐ­ξά­νουν μὲ τὴ με­τά­νοι­α, μὲ τὴν προ­σευ­χή, μὲ τὴν θεί­α Κοι­νω­νί­α, μὲ τὴ με­λέ­τη τῶν λό­γων τοῦ Κυ­ρί­ου, μὲ τὴν ἀ­νά­γνω­ση τῶν βί­ων τῶν ἁ­γί­ων. Αὐ­ξά­νουν ἀ­κό­μη ὅ­ταν θυ­μό­μα­στε τὶς ἀ­μέ­τρη­τες εὐ­ερ­γε­σί­ες τοῦ Θε­οῦ, ὅ­ταν με­λε­τοῦ­με τὴν ἀ­σύλ­λη­πτη δό­ξα τῆς Οὐ­ρα­νί­ου Βα­σι­λεί­ας, ὅ­ταν σκε­φτό­μα­στε τὸν θά­να­το καὶ τὴν πα­ρο­δι­κό­τη­τα ὅ­λων τῶν ἀν­θρω­πί­νων δρα­στη­ρι­ο­τή­των καὶ πραγ­μά­των, ὅ­ταν ἀ­σκοῦ­με βί­α στὸν ἑ­αυ­τό μας.

Αὐ­ξά­νουν ὄν­τως καὶ με­τα­βάλ­λουν τὴν καρ­διά μας σὲ ὑ­ψι­κά­μι­νο θε­ϊ­κῆς ἀ­γά­πης, ὅ­που ἡ­μέ­ρα καὶ νύ­χτα ἀ­πο­δί­δε­ται λα­τρεί­α στὸν ἅ­γιο Κύ­ριο καὶ Θε­ό μας.

Ναί, ἀ­δελ­φοί! Στὸν Θε­ό, ποὺ μᾶς ἔ­φε­ρε ἀ­πὸ τὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α στὴν ὕ­παρ­ξη καὶ μᾶς το­πο­θέ­τη­σε σ᾿ αὐ­τὴ τὴ γῆ, γιὰ νὰ ἀ­γω­νι­στοῦ­με λί­γα χρό­νια καὶ νὰ Τοῦ δεί­ξου­με ἔ­τσι ἐμ­πρά­κτως τὴν ἀ­γά­πη μας. Στὸν Κύ­ριο, ποὺ μᾶς ἀ­γά­πη­σε μέ­χρι θα­νά­του σταυ­ρι­κοῦ, γιὰ νὰ μᾶς ἔ­χει αἰ­ω­νί­ως κον­τά Του. Σὲ Κεῖ­νον, ποὺ μᾶς ὁ­δη­γεῖ διὰ πολ­λῶν θλί­ψε­ων πρὸς τὸν Οὐ­ρα­νό, ποὺ εἶ­ναι τὸ τέρ­μα καὶ ὁ σκο­πὸς τῶν ἀ­γώ­νων μας.

Ὁ Οὐ­ρα­νός, ἡ ἄ­νω Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, ἡ θεί­α Βα­σι­λεί­α, ἡ αἰ­ώ­νια δό­ξα στὸ Πα­τρι­κὸ πα­λά­τι.

Εὐ­λο­γη­μέ­νη ἡ φω­τιά, ποὺ ἄ­να­ψε ὁ Χρι­στός μας μὲς στὶς ψυ­χές μας, ἀ­δελ­φοί! Εὐ­λο­γη­μέ­νη!

  (Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐμ­βὰς ὁ Ἰ­η­σοῦς ες πλοῖ­ον δι­ε­πέ­ρα­σεν κα ἦλ­θεν ες τν ἰ­δί­αν πό­λιν. Κα ἰ­δοὺ προ­σέ­φε­ρον αὐ­τῷ πα­ρα­λυ­τι­κὸν ἐ­πὶ κλί­νης βε­βλη­μέ­νον. κα ἰ­δὼν ὁ Ἰ­η­σοῦς τν πί­στιν αὐ­τῶν εἶ­πεν τ πα­ρα­λυ­τι­κῷ· Θρσει, τέ­κνον· ἀ­φέ­ων­ταί σοι α ἁ­μαρ­τί­αι σου. κα ἰ­δού τι­νες τν γραμ­μα­τέ­ων εἶ­πον ν ἑ­αυ­τοῖς· Οὗ­τος βλα­σφη­μεῖ. κα εἰ­δὼς ὁ Ἰ­η­σοῦς τς ἐν­θυ­μή­σεις αὐ­τῶν εἶ­πεν· Ἵ­να τ ὑ­μεῖς ἐν­θυ­μεῖ­σθε πο­νη­ρὰ ν τας καρ­δί­αις ὑ­μῶν; τ γρ ἐ­στιν εὐ­κο­πώ­τε­ρον, εἰ­πεῖν, ἀ­φέ­ων­ταί σου α ἁ­μαρ­τί­αι, εἰ­πεῖν, ἔ­γει­ρε κα πε­ρι­πά­τει; ἵ­να δ εἰ­δῆ­τε ὅ­τι ἐ­ξου­σί­αν ἔ­χει ὁ υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που ἐ­πὶ τς γς ἀ­φι­έ­ναι ἁ­μαρ­τί­ας – τό­τε λέ­γει τ πα­ρα­λυ­τι­κῷ· Ἐ­γερ­θεὶς ἆ­ρόν σου τν κλί­νην κα ὕ­πα­γε ες τν οἶ­κόν σου. κα ἐ­γερ­θεὶς ἀ­πῆλ­θεν ες τν οἶ­κον αὐ­τοῦ. ἰ­δόν­τες δ ο ὄ­χλοι ἐ­θα­ύ­μα­σαν κα ἐ­δό­ξα­σαν τν Θε­ὸν τν δόν­τα ἐ­ξου­σί­αν τοι­α­ύ­την τος ἀν­θρώ­ποις. 

           (Ματθ. θ΄[9]  1 – 8)

  ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ Ἰ­η­σοῦς ἀ­φοῦ μπῆ­κε σ᾿ ἕ­να πλοῖ­ο, πέ­ρα­σε στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ὄ­χθη τς λί­μνης, καί ἦλ­θε στὴ δι­κή του πό­λη, τὴν Κα­περ­να­ούμ. Τό­τε τοῦ ἔ­φε­ραν ἕ­ναν πα­ρά­λυ­το, πού τόν εἶ­χαν βά­λει πά­νω σ᾿ ἕ­να κρε­βά­τι. Καὶ κα­θὼς ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­δε τήν πί­στη ποὺ εἶ­χε καὶ ὁ πα­ρά­λυ­τος κι ἐ­κεῖ­νοι ποὺ τὸν με­τέ­φε­ραν, εἶ­πε στὸν πα­ρά­λυ­το, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­νη­συ­χοῦ­σε καί φο­βό­ταν μή­πως οἱ ἁ­μαρ­τί­ες του γί­νουν ἐμ­πό­διο στή θε­ρα­πεί­α του: Ἔ­χε θάρ­ρος, παι­δί μου· σοῦ ἔ­χουν συγ­χω­ρη­θεῖ οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου. Τό­τε ὅ­μως με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς γραμ­μα­τεῖς εἶ­παν μέ­σα τους: Αὐ­τός βλα­σφη­μεῖ, δι­ό­τι σφε­τε­ρί­ζε­ται δι­καί­ω­μα πού μό­νον ὁ Θε­ός ἔ­χει. Ὁ Ἰ­η­σοῦς τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ εἶ­δε στά βά­θη τῆς καρ­διᾶς τους τίς σκέ­ψεις τους καί εἶ­πε: Για­τὶ κά­νε­τε μέ­σα στίς καρ­δι­ές σας σκέ­ψεις πο­νη­ρὲς καὶ κα­κο­προ­αί­ρε­τες; Καὶ εἶ­ναι πράγ­μα­τι οἱ σκέ­ψεις σας αὐ­τὲς κα­κό­βου­λες καὶ κα­κο­προ­αί­ρε­τες, δι­ό­τι, τὶ εἶ­ναι εὐ­κο­λό­τε­ρο: νά πεῖ κα­νείς· εἶ­ναι συγ­χω­ρη­μέ­νες οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου, ἢ νὰ πεῖ, σή­κω ὄρ­θιος καὶ περ­πά­τα; Ἐ­σεῖς θε­ω­ρεῖ­τε δυ­σκο­λό­τε­ρο αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο. Γιὰ νὰ μά­θε­τε λοι­πὸν τώ­ρα ὅ­τι ὁ υἱ­ός τοῦ ἀν­θρώ­που, ὁ Μεσ­σί­ας, ὁ ἐκ­πρό­σω­πος τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τος καὶ ἔν­δο­ξος Κρι­τής της κα­τά τὴ δευ­τέ­ρα πα­ρου­σί­α του, ἔ­χει ἐ­ξου­σί­α νά συγ­χω­ρεῖ στή γῆ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τῶν ἀν­θρώ­πων, τό­τε λέ­ει στὸν πα­ρά­λυ­το: Σή­κω ὄρ­θιος καί πά­ρε στοὺς ὤ­μους σου τὸ κρε­βά­τι σου καὶ πή­γαι­νε στὸ σπί­τι σου. Καὶ πραγ­μα­τι­κά ἐ­κεῖ­νος ση­κώ­θη­κε καὶ πῆ­γε στὸ σπί­τι του. Ὅ­ταν λοι­πὸν τὰ πλή­θη τοῦ λα­οῦ εἶ­δαν αὐ­τὸ ποὺ ἔ­γι­νε, θαύ­μα­σαν καὶ δό­ξα­σαν τὸν Θε­ό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­δω­σε δι­α­μέ­σου τοῦ Χρι­στοῦ στοὺς ἀν­θρώ­πους τέ­τοι­α ἐ­ξου­σί­α, νὰ συγ­χω­ροῦν­ται δη­λα­δὴ οἱ ἁ­μαρ­τί­ες, καί συγ­χρό­νως νὰ γι­α­τρεύ­ον­ται μ᾿ ἕ­να λό­γο ἀ­θε­ρά­πευ­τες ἀ­σθέ­νει­ες τοῦ σώ­μα­τος.