Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2021

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

   ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ

(14 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2021)

(ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ)


 

 Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ)

Ἀ­δελ­φοί, ὁ Θε­ὸς ἡ­μᾶς τοὺς ἀ­πο­στό­λους ἐ­σχά­τους ἀ­πέ­δει­ξεν, ὡς ἐ­πι­θα­να­τί­ους, ὅ­τι θέ­α­τρον ἐ­γε­νή­θη­μεν τῷ κό­σμῳ, καὶ ἀγ­γέ­λοις καὶ ἀν­θρώ­ποις. Ἡ­μεῖς μω­ροὶ διὰ Χρι­στόν, ὑ­μεῖς δὲ φρό­νι­μοι ἐν Χρι­στῷ· ἡ­μεῖς ἀ­σθε­νεῖς, ὑ­μεῖς δὲ ἰ­σχυ­ροί· ὑ­μεῖς ἔν­δο­ξοι, ἡ­μεῖς δὲ ἄ­τι­μοι. Ἄ­χρι τῆς ἄρ­τι ὥ­ρας καὶ πει­νῶ­μεν καὶ δι­ψῶ­μεν καὶ γυ­μνη­τε­ύ­ο­μεν καὶ κο­λα­φι­ζό­με­θα καὶ ἀ­στα­τοῦ­μεν καὶ κο­πι­ῶ­μεν ἐρ­γα­ζό­με­νοι ταῖς ἰ­δί­αις χερσί· λοι­δο­ρο­ύ­με­νοι εὐ­λο­γοῦ­μεν, δι­ω­κό­με­νοι ἀ­νε­χό­με­θα, βλα­σφη­μο­ύ­με­νοι πα­ρα­κα­λοῦ­μεν· ὡς πε­ρι­κα­θάρ­μα­τα τοῦ κό­σμου ἐ­γε­νή­θη­μεν, πάν­των πε­ρί­ψη­μα ἕ­ως ἄρ­τι. Οὐκ ἐν­τρέ­πων ὑ­μᾶς γρά­φω ταῦ­τα, ἀλλ᾿ ὡς τέ­κνα μου ἀ­γα­πη­τὰ νου­θε­τῶ. Ἐ­ὰν γὰρ μυ­ρί­ους παι­δα­γω­γοὺς ἔ­χη­τε ἐν Χρι­στῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολ­λοὺς πα­τέ­ρας· ἐν γὰρ Χρι­στῷ ᾿Ι­η­σοῦ διὰ τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου ἐ­γὼ ὑ­μᾶς ἐ­γέν­νη­σα. Πα­ρα­κα­λῶ οὖν ὑ­μᾶς, μι­μη­ταί μου γί­νε­σθε.

                                   (Α΄ Κορ. δ΄[4] 9-16).

 

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΜΑΣ ΠΑΤΕΡΑΣ

«Ἐν γὰρ Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ διὰ τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου ἐ­γὼ ὑ­μᾶς ἐ­γέν­νη­σα»

        Μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ συγ­γέ­νεια μᾶς πα­ρου­σιά­ζει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος στὸ ση­με­ρι­νὸ Ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα, ἐξ ἀ­φορ­μῆς τῆς μνή­μης τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­πο­στό­λου Φι­λίπ­που. Μὲ πα­τρι­κὴ στορ­γὴ συμ­βου­λεύ­ει καὶ νου­θε­τεῖ τοὺς Χρι­στια­νοὺς τῆς Κο­ρίν­θου κι ἔ­πει­τα ση­μει­ώ­νει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Ἐ­ὰν μυ­ρί­ους παι­δα­γω­γοὺς ἔ­χη­τε ἐν Χρι­στῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολ­λοὺς πα­τέ­ρας· ἐν γὰρ Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ διὰ τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου ἐ­γὼ ὑ­μᾶς ἐ­γέν­νη­σα».

Ἐ­ὰν ἔ­χε­τε πά­ρα πολ­λοὺς παι­δα­γω­γοὺς καὶ δι­δα­σκά­λους ἐν Χρι­στῷ, δὲν ἔ­χε­τε ὅ­μως πολ­λοὺς πα­τέ­ρες. Δι­ό­τι ἐ­γὼ μὲ τὸ κή­ρυγ­μα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου σᾶς γέν­νη­σα πνευ­μα­τι­κὰ μὲ τὴ χά­ρη ποὺ μοῦ ἔ­δω­σε ἡ κοι­νω­νί­α καὶ ἡ σχέ­ση μου μὲ τὸν Χρι­στό.

Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἦ­ταν ὁ πνευ­μα­τι­κὸς πα­τέ­ρας γιὰ τοὺς Χρι­στια­νοὺς τῆς Κο­ρίν­θου. Αὐ­τὸς ποὺ τοὺς ἀ­να­γέν­νη­σε πνευ­μα­τι­κά. Αὐ­τὴ ἀ­κρι­βῶς ἡ πνευ­μα­τι­κὴ συγ­γέ­νεια μᾶς δί­νει τὴν ἀ­φορ­μὴ νὰ δοῦ­με πρῶ­τον ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ ἔρ­γο τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ πα­τέ­ρα καὶ δεύ­τε­ρον ποι­ὰ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ δι­κή μας στά­ση ἀ­πέ­ναν­τί του. 

1. ΤΟ Εργο τοΥ ΠνευματικοΥ

Πνευ­μα­τι­κὸς πα­τέ­ρας σύμ­φω­να μὲ τὸν λό­γο τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­κεῖ­νος, εἴ­τε ἱ­ε­ρέ­ας εἴ­τε μο­να­χὸς ἢ λα­ϊ­κός, τὸν ὁ­ποῖ­ο ἡ θεί­α Πρό­νοι­α ἔ­φε­ρε κον­τά μας σὲ κά­ποι­α στιγ­μὴ τῆς ζω­ῆς μας γιὰ νὰ μᾶς ὁ­δη­γή­σει στὴ συ­νει­δη­τὴ πί­στη καὶ χρι­στι­α­νι­κὴ ζω­ή.

Εἰ­δι­κό­τε­ρα πνευ­μα­τι­κὸς πα­τέ­ρας θε­ω­ρεῖ­ται ὁ ἱ­ε­ρέ­ας στὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξο­μο­λο­γού­μα­στε τὶς ἁ­μαρ­τί­ες μας ἀλ­λὰ καὶ κα­τα­φεύ­γου­με γιὰ νὰ λά­βου­με κα­τάλ­λη­λες συμ­βου­λὲς καὶ κα­θο­δή­γη­ση στὸν πνευ­μα­τι­κό μας ἀ­γώ­να.

Τὸ ἔρ­γο τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ πα­τέ­ρα, ὅ­πως μὲ θαυ­μά­σιο τρό­πο ση­μει­ώ­νει ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος, εἶ­ναι τὸ «ψυ­χὴν πτε­ρῶ­σαι, ἁρ­πά­σαι κό­σμου καὶ δοῦ­ναι Θε­ῷ». Νὰ δώ­σει δη­λα­δὴ πνευ­μα­τι­κὰ φτε­ρὰ στὴν ψυ­χὴ τοῦ πι­στοῦ, νὰ τὴν ἁρ­πά­ξει ἀ­πὸ τὰ νύ­χια τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ κό­σμου καὶ νὰ τὴν ἀ­σφα­λί­σει κον­τὰ στὸν Θε­ό. Ὅ­λα αὐ­τὰ ἀ­παι­τοῦν πολ­λὲς φρον­τί­δες, νου­θε­σί­ες καὶ προ­σευ­χές. Ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἔ­κα­νε ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, τὸ ἐ­ξαί­ρε­το πρό­τυ­πο πνευ­μα­τι­κοῦ πα­τρός, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν ἔ­παυ­ε «με­τὰ δα­κρύ­ων νου­θε­τῶν ἕ­να ἕ­κα­στον» (Πράξ. κ΄[20] 31) «ἄ­χρις οὗ μορ­φω­θῇ Χρι­στὸς» στὶς ψυ­χὲς τῶν πι­στῶν (Γαλ. δ΄[4] 19).

Οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες πα­ρο­μοιά­ζουν τὸν Πνευ­μα­τι­κὸ μὲ ἰα­τρό. Ὅ­πως ἀ­να­ζη­τοῦ­με ἕ­ναν κα­λὸ προ­σω­πι­κὸ για­τρὸ καὶ τοῦ ἐκ­θέ­του­με τὸ ἱ­στο­ρι­κό μας καὶ ὅ­λα τὰ συμ­πτώ­μα­τα ἀ­σθε­νεί­ας ποὺ τυ­χὸν πα­ρου­σι­ά­ζον­ται, προ­κει­μέ­νου νὰ μᾶς δώ­σει τὸ κα­τάλ­λη­λο φάρ­μα­κο, ἔ­τσι ὀ­φεί­λου­με νὰ βροῦ­με κι ἕ­ναν κα­λὸ Πνευ­μα­τι­κὸ γιὰ νὰ ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴν ὑ­γεί­α τῆς ψυ­χῆς μας.

Ὀ­νο­μά­ζουν ἐ­πί­σης τὸν Πνευ­μα­τι­κὸ καὶ «ἀ­λεί­πτη», δη­λα­δὴ προ­πο­νη­τή, ἐ­πει­δὴ στοὺς ἀρ­χαί­ους ἀ­γῶ­νες πά­λης ἄ­λει­φαν τοὺς ἀ­θλη­τὲς μὲ λά­δι γιὰ νὰ ξε­φεύ­γουν ἀ­πὸ τὶς λα­βὲς τοῦ ἀν­τι­πά­λου. Πα­ρο­μοί­ως καὶ ὁ Πνευ­μα­τι­κὸς μὲ τὶς κα­τάλ­λη­λες ὁ­δη­γί­ες καὶ πα­ραι­νέ­σεις συμ­πα­ρα­στέ­κε­ται ὡς κα­λὸς προ­πο­νη­τὴς κον­τὰ σὲ κά­θε Χρι­στια­νὸ ποὺ κα­λεῖ­ται ν’ ἀ­γω­νί­ζε­ται πνευ­μα­τι­κὰ καὶ τὸν βο­η­θᾶ γιὰ νὰ γλι­στρᾶ καὶ νὰ ξε­φεύ­γει ἀ­πὸ τὶς ἐ­πι­θέ­σεις τοῦ παγ­κά­κου δι­α­βό­λου. 

2. Ο Πνευματικός μας κι ΕμεΙς

Ἔ­χου­με ἀ­νάγ­κη λοι­πὸν ὅ­λοι ἀ­πὸ πνευ­μα­τι­κὸ πα­τέ­ρα.

Τί ὀ­φεί­λου­με ὅ­μως ἐ­μεῖς νὰ κά­νου­με;

Αὐ­τὸ ποὺ ὀ­φεί­λου­με κυ­ρί­ως εἶ­ναι ἡ ὑ­πα­κο­ή μας. Ὁ Πνευ­μα­τι­κὸς μᾶς δί­νει ὁ­δη­γί­ες γιὰ τὸ τί πρέ­πει νὰ ἀ­πο­φεύ­γου­με ἢ τί νὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­με. Ἂς τὸν ἀ­κοῦ­με, δι­ό­τι δὲν ὁ­μι­λεῖ μὲ προ­σω­πι­κὰ κρι­τή­ρια καὶ ἰ­δι­ο­τέ­λεια ἀλ­λὰ μὲ φό­βο Θε­οῦ καὶ συ­ναί­σθη­ση εὐ­θύ­νης γιὰ νὰ μᾶς βο­η­θή­σει νὰ δι­α­κρί­νου­με ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση.

Ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Σι­να­ΐ­της λέ­γει ὅ­τι «αὐ­τὸς ποὺ ἄλ­λο­τε ὑ­πα­κού­ει κι ἄλ­λο­τε πα­ρα­κού­ει στὸν πνευ­μα­τι­κό του πα­τέ­ρα μοιά­ζει μὲ ἄν­θρω­πο ποὺ βά­ζει στὰ μά­τια του ἄλ­λο­τε κολ­λύ­ριο κι ἄλ­λο­τε ἀ­σβέ­στη. Ποι­ὸ τὸ ὄ­φε­λος;» (Κλῖ­μαξ, Λό­γος Δ΄). Ἂς πά­ρου­με λοι­πὸν ἀ­πό­φα­ση νὰ κά­νου­με τε­λεί­α ὑ­πα­κο­ὴ στὶς ὑ­πο­δεί­ξεις τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­σφά­λεια γιὰ μᾶς καὶ χα­ρὰ γιὰ τὸν ἴ­διο ποὺ θὰ βλέ­πει τὴν πνευ­μα­τι­κή μας προ­κο­πή. Ὁ ἀ­πό­στο­λος καὶ εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Ἰ­ω­άν­νης γρά­φει: «Πο­λὺ με­γά­λη χα­ρὰ δο­κί­μα­σα, δι­ό­τι βρῆ­κα ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πὸ τὰ παι­διά σου νὰ πο­ρεύ­ον­ται σύμ­φω­να μὲ τὴν ἀ­λή­θεια τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου» (Β΄ Ἰ­ω. 4). Ἂς δί­νου­με κι ἐ­μεῖς χα­ρὰ στὸν Πνευ­μα­τι­κὸ μὲ τὴν ὑ­πα­κο­ή μας!

Τί εὐ­λο­γί­α νὰ ἔ­χου­με πνευ­μα­τι­κὸ πα­τέ­ρα! Πό­σους ἀ­γῶ­νες καὶ προ­σευ­χές, πό­σες θυ­σί­ες καὶ κό­πους κα­τα­βάλ­λει ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός, γιὰ νὰ μᾶς πε­ρά­σει μέ­σα ἀ­πὸ τὴν τρι­κυ­μι­σμέ­νη θά­λασ­σα τοῦ κό­σμου στὸ λι­μά­νι τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ;! Ἂς πα­ρα­κα­λοῦ­με τὸν ἅ­γιο Θε­ὸ νὰ μᾶς χα­ρί­ζει πάν­το­τε πνευ­μα­τι­κό μας πα­τέ­ρα ἄ­ξιο ὁ­δη­γὸ στὴν πνευ­μα­τι­κή μας πο­ρεί­α πρὸς τὴν οὐ­ρά­νια Βα­σι­λεί­α.              

   (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, Νο­μι­κός τις προ­σῆλ­θε τῷ ᾿Ι­η­σοῦ, πει­ρά­ζων αὐ­τὸν, καὶ λέ­γων· Δι­δά­σκα­λε, τί ποι­ή­σας ζω­ὴν αἰ­ώ­νιον κλη­ρο­νο­μή­σω; Ὁ δὲ εἶ­πε πρὸς αὐ­τόν· ἐν τῷ νό­μῳ τί γέ­γρα­πται; πῶς ἀ­να­γι­νώ­σκεις; Ὁ δὲ ἀ­πο­κρι­θεὶς εἶ­πεν· Ἀ­γα­πή­σεις Κύριον τὸν Θε­όν σου ἐξ ὅ­λης τῆς καρ­δί­ας σου, καὶ ἐξ ὅ­λης τῆς ψυ­χῆς σου, καὶ ἐξ ὅ­λης τῆς ἰ­σχύ­ος σου, καὶ ἐξ ὅ­λης τῆς δι­α­νο­ί­ας σου, καὶ τὸν πλη­σί­ον σου ὡς ἑ­αυ­τόν. Εἶ­πε δὲ αὐ­τῷ· Ὀρ­θῶς ἀ­πε­κρί­θης· τοῦ­το πο­ί­ει καὶ ζή­σῃ. Ὁ δὲ θέ­λων δι­και­οῦν ἑ­αυ­τὸν, εἶ­πε πρὸς τὸν ᾿Ι­η­σοῦν· Καί τίς ἐ­στί μου πλη­σί­ον; Ὑ­πο­λα­βὼν δὲ ὁ ᾿Ι­η­σοῦς εἶ­πεν· Ἄν­θρω­πός τις κα­τέ­βαι­νεν ἀ­πὸ ῾Ι­ε­ρου­σα­λὴμ εἰς ῾Ι­ε­ρι­χώ, καὶ λη­σταῖς πε­ρι­έ­πε­σεν· οἳ καὶ ἐκ­δύ­σαν­τες αὐ­τὸν, καὶ πλη­γὰς ἐ­πι­θέν­τες ἀ­πῆλ­θον, ἀ­φέν­τες ἡ­μι­θα­νῆ τυγ­χά­νον­τα. Κα­τὰ συγ­κυ­ρί­αν δὲ ἱ­ε­ρε­ύς τις κα­τέ­βαι­νεν ἐν τῇ ὁ­δῷ ἐ­κε­ί­νῃ, καὶ ἰ­δὼν αὐ­τὸν ἀν­τι­πα­ρῆλ­θεν. Ὁ­μο­ί­ως δὲ καὶ Λευ­ΐ­της, γε­νό­με­νος κα­τὰ τὸν τό­πον, ἐλ­θὼν καὶ ἰ­δὼν, ἀν­τι­πα­ρῆλ­θε. Σα­μα­ρε­ί­της δέ τις ὁ­δε­ύ­ων ἦλ­θε κατ᾿ αὐ­τόν, καὶ ἰ­δὼν αὐ­τὸν ἐ­σπλαγ­χνί­σθη, καὶ προ­σελ­θὼν κα­τέ­δη­σε τὰ τρα­ύ­μα­τα αὐ­τοῦ, ἐ­πι­χέ­ων ἔ­λαι­ον καὶ οἶ­νον, ἐ­πι­βι­βά­σας δὲ αὐ­τὸν ἐ­πὶ τὸ ἴ­διον κτῆ­νος, ἤ­γα­γεν αὐ­τὸν εἰς παν­δο­χεῖ­ον, καὶ ἐ­πε­με­λή­θη αὐ­τοῦ· καὶ ἐ­πὶ τὴν αὔ­ριον ἐ­ξελ­θών, ἐκ­βα­λὼν δύ­ο δη­νά­ρια ἔ­δω­κε τῷ παν­δο­χεῖ καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ἐ­πι­με­λή­θη­τι αὐ­τοῦ, καὶ ὅ,τι ἂν προσ­δα­πα­νή­σῃς, ἐ­γὼ ἐν τῷ ἐ­πα­νέρ­χε­σθαί με ἀ­πο­δώ­σω σοι. Τίς οὖν το­ύ­των τῶν τρι­ῶν πλη­σί­ον δο­κεῖ σοι γε­γο­νέ­ναι τοῦ ἐμ­πε­σόν­τος εἰς τοὺς λῃ­στάς;  Ὁ δὲ εἶ­πεν· Ὁ ποι­ή­σας τὸ ἔ­λε­ος μετ᾿ αὐ­τοῦ. Εἶ­πεν οὖν αὐ­τῷ ὁ ᾿Ι­η­σοῦς· Πο­ρε­ύ­ου καὶ σὺ πο­ί­ει ὁ­μο­ί­ως.

                                                  (Λουκ. ι΄[10] 25 – 37)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐ­κεῖ­νον τόν και­ρό, ση­κώ­θη­κε κά­ποι­ος νο­μο­δι­δά­σκα­λος γιὰ νὰ δο­κι­μά­σει τὸν Χρι­στὸ καὶ νὰ ἀ­πο­δεί­ξει ὅ­τι δὲν γνώ­ρι­ζε τὸ νό­μο, καί τοῦ εἶ­πε: Δι­δά­σκα­λε, ποι­ὸ ἔρ­γο ἀ­ρε­τῆς ἢ ποι­ὰ θυ­σί­α πρέ­πει νὰ κά­νω γιὰ νά κλη­ρο­νο­μή­σω τὴ μα­κά­ρια καὶ αἰ­ώ­νια ζω­ή; Καὶ ὁ Κύ­ριος τοῦ εἶ­πε: Στὸν νό­μο τί ἔ­χει γρα­φεῖ; Ἐ­σὺ πού σπου­δά­ζεις καὶ ἐ­ρευ­νᾶς τὸν νό­μο, τί δι­α­βά­ζεις ἐ­κεῖ γιὰ τὸ ζή­τη­μα αὐ­τό; Καὶ πῶς τὸ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­σαι; Ὁ νο­μι­κὸς τό­τε τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε: Στὸν νό­μο εἶ­ναι γραμ­μέ­νο τὸ ἑ­ξῆς: Νὰ ἀ­γα­πᾶς τὸν Κύ­ριο καὶ Θε­ό σου μὲ ὅ­λη σου τὴν καρ­διά, ὥ­στε σ' αὐ­τὸν νὰ εἶ­σαι ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ πα­ρα­δο­μέ­νος, μὲ ὅ­λα τὰ βά­θη τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς καὶ πνευ­μα­τι­κῆς ὑ­πάρ­ξε­ώς σου· καὶ μὲ ὅ­λη σου τὴν ψυ­χή, ὥ­στε αὐ­τὸν νὰ πο­θεῖς μὲ ὅ­λο τὸ συ­ναί­σθη­μά σου· καὶ μὲ ὅ­λη τὴ θέ­λη­ση καὶ τὴ δύ­να­μή σου, ὥ­στε κά­θετί πού θὰ κά­νεις νὰ εἶ­ναι σύμ­φω­νο μὲ τὸ θέ­λη­μά Του. Καὶ μὲ ὅ­λη σου τὴ δύ­να­μη καὶ μὲ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα ἀ­κού­ρα­στη νὰ ἐρ­γά­ζε­σαι γιὰ τὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ τοῦ θε­λή­μα­τός Του. Νὰ τὸν ἀ­γα­πᾶς καὶ μὲ τὸν νοῦ σου ὁ­λό­κλη­ρο, ὥ­στε αὐ­τὸν πάν­το­τε νὰ σκέ­φτε­σαι. Νὰ ἀ­γα­πᾶς ἐ­πί­σης καὶ τὸν πλη­σί­ον σου, τὸν συ­νάν­θρω­πό σου, ὅ­σο καὶ ὅ­πως ἀ­γα­πᾶς τὸν ἑ­αυ­τό σου. Τοῦ εἶ­πε τό­τε ὁ Κύ­ριος: Σω­στὴ ἀ­πάν­τη­ση ἔ­δω­σες. Νὰ κά­νεις πάν­το­τε αὐ­τὸ πού εἶ­πες, καὶ θὰ κλη­ρο­νο­μή­σεις τὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ καὶ θὰ ζή­σεις σ' αὐ­τή. Ὁ νο­μο­δι­δά­σκα­λος ὅ­μως θέ­λον­τας νὰ δι­και­ο­λο­γή­σει τὸν ἑ­αυ­τό του, ἐ­πει­δή, ὅ­πως ἀ­πο­δεί­χθη­κε, ἔ­θε­σε στὸν Ἰ­η­σοῦ ἕ­να ἐ­ρώ­τη­μα πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο τοῦ ἦ­ταν γνω­στὴ ἡ ἀ­πάν­τη­ση, εἶ­πε στὸν Ἰ­η­σο­ῦ: Καὶ ποι­ὸν πρέ­πει νὰ θε­ω­ρῶ «πλη­σί­ον» μου σύμ­φω­να μὲ τὴν Ἁ­γί­α Γρα­φή;

Τό­τε ὁ Ἰ­η­σοῦς μὲ τὴν ἀ­φορ­μὴ αὐ­τὴ πῆ­ρε τὸν λό­γο καὶ εἶ­πε: Κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος κα­τέ­βαι­νε ἀ­πὸ τὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα στὴν Ἱ­ε­ρι­χώ κι ἔ­πε­σε σὲ ἐ­νέ­δρα λη­στῶν. Αὐ­τοὶ δὲν ἀρ­κέ­στη­καν μό­νο νὰ τοῦ πά­ρουν τὰ χρή­μα­τά του, ἀλ­λά καὶ τὸν ἔ­γδυ­σαν, τὸν τραυ­μά­τι­σαν, τὸν γέ­μι­σαν μὲ πλη­γὲς καὶ ἔ­φυ­γαν, ἀ­φοῦ τὸν ἄ­φη­σαν μι­σο­πε­θα­μέ­νο. Κα­τὰ σύμ­πτω­ση τό­τε κα­τέ­βαι­νε στὸν δρό­μο ἐ­κεῖ­νο κά­ποι­ος ἱ­ε­ρεύς, κι ἐ­νῶ τὸν εἶ­δε, τὸν προ­σπέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πέ­ναν­τι μέ­ρος τοῦ δρό­μου χω­ρὶς νὰ τοῦ δώ­σει ση­μα­σί­α ἢ κά­ποι­α βο­ή­θεια. Τὸ ἴ­διο καὶ κά­ποι­ος Λευ­ΐ­της πού περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ μέ­ρος ἐ­κεῖ­νο, ἐ­νῶ πλη­σί­α­σε καὶ εἶ­δε τὸν πλη­γω­μέ­νο, ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀ­μέ­σως καὶ τὸν προ­σπέ­ρα­σε κι αὐ­τὸς ἀ­πὸ τὸ ἀ­πέ­ναν­τι μέ­ρος τοῦ δρό­μου. Ἕ­νας Σα­μα­ρεί­της ὅ­μως πού περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὸν δρό­μο ἐ­κεῖ­νο, ἦλ­θε στὸ μέ­ρος ὅ­που ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος, καὶ ὅ­ταν τὸν εἶ­δε τὸν σπλα­χνί­στη­κε καὶ τὸν πό­νε­σε. Τὸν πλη­σί­α­σε τό­τε καὶ τοῦ ἔ­δε­σε μὲ ἐ­πι­δέ­σμους τὰ τραύ­μα­τά του, ἀ­φοῦ προ­η­γου­μέ­νως τὰ ἔ­πλυ­νε καὶ τὰ ἄ­λει­ψε μὲ λά­δι καὶ μὲ κρα­σί. Κι ἔ­πει­τα τὸν ἀ­νέ­βα­σε στὸ ζῶ­ο του, τὸν πῆ­γε σὲ κά­ποι­ο παν­δο­χεῖ­ο καὶ τὸν πε­ρι­ποι­ή­θη­κε, δι­α­κό­πτον­τας ἔ­τσι τὸ τα­ξί­δι του. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα τὸ πρω­ί, φεύ­γον­τας ἀ­πὸ τὸ παν­δο­χεῖ­ο πού εἶ­χε δι­α­νυ­κτε­ρεύ­σει, ἔ­βγα­λε δύ­ο δη­νά­ρια, τὰ ἔ­δω­σε στὸν ξε­νο­δό­χο καὶ τοῦ εἶ­πε: Πε­ρι­ποι­ή­σου τον γιὰ νὰ γί­νει κα­λά. Καὶ ὅ,τι πα­ρα­πά­νω ξο­δέ­ψεις, ἐ­γώ κα­θώς θά ἐ­πι­στρέ­φω στὴν πα­τρί­δα μου καὶ θὰ ξα­να­πε­ρά­σω ἀ­πὸ ἐ­δῶ, θὰ σοῦ τὰ πλη­ρώ­σω. Λοι­πόν, ρώ­τη­σε συμ­πε­ρα­σμα­τι­κὰ ὁ Ἰ­η­σοῦς, ποι­ός ἀ­πό τους τρεῖς αὐ­τούς σοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι ἔ­κα­νε τὸ κα­θῆ­κον ­του πρὸς τὸν συ­νάν­θρω­πο καὶ ἀ­πο­δεί­χθη­κε στὴν πρά­ξη «πλη­σί­ον» καὶ ἀ­δελ­φὸς ἐ­κεί­νου πού ἔ­πε­σε στά χέ­ρια τῶν λη­στῶν; Κι αὐ­τὸς εἶ­πε: «Πλη­σί­ον» του ἀ­πο­δεί­χθη­κε αὐ­τός πού τὸν σπλα­χνί­στη­κε καὶ τὸν ἐ­λέ­η­σε. Τοῦ εἶ­πε λοι­πὸν ὁ Ἰ­η­σοῦς: Πή­γαι­νε καὶ κά­νε κι ἐ­σύ τὸ ἴ­διο. Δεῖ­χνε δη­λα­δή συμ­πά­θεια σὲ κά­θε ἄν­θρω­πο πού πά­σχει, χω­ρίς νὰ ἐ­ξε­τά­ζεις ἂν αὐ­τὸς εἶ­ναι συγ­γε­νής σου ἢ συμ­πα­τρι­ώ­της σου, καὶ χω­ρὶς νὰ λο­γα­ριά­ζεις τὶς θυ­σί­ες καὶ τούς κό­πους καὶ τὶς δα­πά­νες πού θὰ ὑ­πο­στεῖς γιὰ νὰ βο­η­θή­σεις καὶ νὰ συν­τρέ­ξεις αὐ­τὸν πού πά­σχει, ἔ­στω κι ἂν αὐ­τὸς εἶ­ναι ἐ­χθρός σου. Ἔ­τσι κι ὁ Χρι­στός, πού οἱ ἐ­χθροί του τὸν ἔ­βρι­ζαν «Σα­μα­ρεί­τη», στὴν κα­τα­πλη­γω­μέ­νη καὶ μι­σο­πε­θα­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες ἀν­θρω­πό­τη­τα ἔ­γι­νε ὁ κα­λὸς καὶ ἀ­γα­θὸς Σα­μα­ρεί­της. Καὶ γιὰ νὰ τὴν θε­ρα­πεύ­σει ἀ­π' τὶς πλη­γές της, ὄ­χι μό­νο ὑ­πέ­στη κό­πους, ἀλ­λά ὑ­πο­βλή­θη­κε καὶ σὲ θά­να­το σταυ­ρι­κό.

 

Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2021

Τοὺς ἀποστόμωσε

 


 


Διδάσκαλε, γνωρίζουμε ὅτι εἶσαι εἰλικρινὴς καὶ ἀληθινὸς καὶ ὅτι  διδάσκεις τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ μὲ βάση τὴν ἀλήθεια· δὲν φοβᾶσαι κανέναν, οὔτε χαρίζεσαι σὲ πρόσωπα. «Εἰπὲ οὖν ἡμῖν, τί σοι δοκεῖ; ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὗ;» Τί γνώμη ἔχεις; Ἐπιτρέπεται νὰ δίνουμε κεφαλικὸ φόρο στὸν Καίσαρα ἢ ὄχι;

Τὴν ἐρώτηση αὐτὴ διατύπωσαν στὸν Κύριο μαθητὲς τῶν Φαρισαίων μαζὶ μὲ ὀπαδοὺς τοῦ κόμματος τοῦ Ἡρώδη. Τὴν ἀπηύθυναν ὄχι μὲ καλὴ διάθεση, ἀλλὰ μὲ δολιότητα, μὲ σκοπὸ νὰ Τὸν παγιδεύσουν: ἂν ἔλεγε «ναί», θὰ φαινόταν φίλος τῶν Ρωμαίων κατακτητῶν καὶ θὰ προκαλοῦσε τὴν ὀργὴ τοῦ λαοῦ ἂν ἔλεγε «ὄχι», θὰ ἦταν ἐκτεθειμένος ἀπέναντι στὴ Ρωμαϊκὴ ἐξουσία.

Ὁ Κύριος ὅμως μὲ τὸ θεϊκό του βλέμμα, μὲ τὸ ὁποῖο βλέπει καὶ γνωρίζει καὶ τοὺς πιὸ ἀπόκρυφους διαλογισμούς, τὶς σκέψεις καὶ τὰ ἐλατήρια τῶν ἀνθρώπων, τοὺς ἀπάντησε:

–Γιατὶ προσπαθεῖτε νὰ μὲ βάλετε σὲ πειρασμὸ καὶ νὰ μὲ ἐκθέσετε, ὑποκριτές; Δεῖξτε μου τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου (μὲ αὐτὸ πληρωνόταν ὁ φόρος).

Ὅταν Τοῦ τὸ ἔφεραν, τοὺς ρώτησε:

–Ποιοῦ εἶναι ἡ εἰκόνα καὶ ἡ ἐπιγραφὴ πάνω στὸ νόμισμα;

–Τοῦ Καίσαρα, ἀπάντησαν.

– «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ»: δῶστε λοιπὸν στὸν Καίσαρα αὐτὰ ποὺ ἀνήκουν στὸν Καίσαρα – δηλαδὴ τοὺς φόρους, τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ὑποταγὴ στοὺς νόμους, ἐφόσον δὲν ἔρχονται σὲ σύγκρουση μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ – καὶ στὸν Θεὸ αὐτὰ ποὺ ἀνήκουν στὸν Θεό: τὴν ψυχή σας καὶ ὅλο τὸν ἑαυτό σας.

«Καὶ ἀκούσαντες ἐθαύμασαν, καὶ ἀφέντες αὐτὸν ἀπῆλθον», σημειώνει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής. Θαύμασαν οἱ ἔχθροί του, ἀποστομώθηκαν καὶ ἔφυγαν (βλ. Ματθ. κβ΄[22] 15-22). 

Τὴν ἴδια ἡμέρα Τὸν πλησίασαν μὲ τὶς ἴδιες διαθέσεις οἱ Σαδδουκαῖοι, ἡ ἱερατικὴ ἀριστοκρατία τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι δὲν πίστευαν στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Τοῦ ἔθεσαν δὲ ἕνα ἐρώτημα μὲ τὸ ὁποῖο, ὅπως νόμιζαν, θὰ ἀνάγκαζαν τὸν Κύριο νὰ παραδεχθεῖ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει ἀνάσταση νεκρῶν:

–Διδάσκαλε, στὸν Μωσαϊκὸ νόμο ὁρίζεται, ἂν κάποιος πεθάνει ἄτεκνος, ὁ ἀδελφός του νὰ νυμφευθεῖ τὴ χήρα γυναίκα του, γιὰ νὰ δώσει ἀπογόνους στὸν νεκρὸ ἀδελφό του. Ἦταν λοιπὸν ἑπτὰ ἀδέλφια. Ὁ πρῶτος νυμφεύθηκε καὶ πέθανε χωρὶς ν᾿ ἀποκτήσει παιδιά. Ἔτσι, ὁ δεύτερος ἀδελφός του νυμφεύθηκε τὴ σύζυγο τοῦ ἀδελφοῦ του ἀλλὰ πέθανε κι αὐτὸς χωρὶς ν᾿ ἀφήσει παιδιά. Τὸ ἴδιο ἔγινε καὶ μὲ τὸν τρίτο καὶ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους, μέχρι καὶ τὸν ἕβδομο. Τελευταῖα ἀπ᾿ ὅλους πέθανε καὶ ἡ γυναίκα. Στὴν ἀνάσταση λοιπὸν τίνος ἀπὸ τοὺς ἑπτὰ θὰ εἶναι σύζυγος; Ἀφοῦ καὶ οἱ ἑπτὰ τὴ νυμφεύθηκαν.

–Πλανάσθε, τοὺς ἀπάντησε ὁ Κύριος, καθὼς δὲν γνωρίζετε τὶς Γραφές, οὔτε τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Στὴν ἀνάσταση οὔτε νυμφεύονται οἱ ἄνδρες οὔτε παντρεύονται οἱ γυναῖκες, ἀλλὰ εἶναι σὰν ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. Ὅσον ἀφορᾶ δὲ στὴν ἀνάσταση, δὲν διαβάσατε στὴν Ἁγία Γραφὴ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖο εἶπε πολλὰ χρόνια μετὰ τὸν θάνατο τῶν τριῶν Πατριαρχῶν: «Ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς Ἄβρααμ καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς Ἰακώβ»; Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι Θεὸς νεκρῶν καὶ ἀνύπαρκτων προσώπων, ἀλλὰ ζωντανῶν.

«Καὶ ἀκούσαντες οἱ ὄχλοι ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ», σημειώνει γιὰ δεύτερη φορὰ ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος (στίχ. 23-33).

Ἄκουσαν οἱ Φαρισαῖοι ὅτι ὁ Κύριος ἀποστόμωσε τοὺς Σαδδουκαίους, καὶ ἐρεθισμένοι συγκεντρώθηκαν γύρω του. Τότε ἕνας νομοδιδάσκαλος Τοῦ ἔθεσε ἕνα ἄλλο ἐρώτημα:

–Διδάσκαλε, ποιὰ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐντολὴ στὸν Μωσαϊκὸ νόμο;

Ὁ Κύριος χωρὶς δυσκολία ἀπάντησε καὶ σ᾿ αὐτό:

–Εἶναι ἡ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή μας καὶ δεύτερη, ὅμοια μὲ αὐτήν, τὸ ν᾿ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὅπως τὸν ἑαυτό σου. Σ᾿ αὐτὲς τὶς δύο ἐντολὲς στηρίζεται ὅλος ὁ Νόμος καὶ ἡ διδασκαλία τῶν Προφητῶν (στίχ. 34-40). 

Κατόπιν ὁ Κύριος ἔθεσε καὶ Αὐτὸς ἕνα ἐρώτημα στοὺς Φαρισαίους:

–Τίνος ἀπόγονος εἶναι ὁ Μεσσίας;

–Τοῦ Δαβίδ, ἀπάντησαν ἐκεῖνοι.

–Τότε γιατί ὁ Δαβὶδ θεοπνεύστως Τὸν ὀνομάζει Κύριό του στὸν 109ο Ψαλμὸ (στίχ. 1); 

Ἀλλὰ «οὐδεὶς ἐδύνατο αὐτῷ ἀποκριθῆναι λόγον, οὐδὲ ἐτόλμησέ τις ἀπ᾿ ἐκείνης τῆς ἡμέρας ἐπερωτῆσαι αὐτὸν οὐκέτι»· κανεὶς δὲν μπόρεσε νὰ Τοῦ ἀποκριθεῖ οὔτε λέξη, καὶ κανεὶς δὲν τόλμησε ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη νὰ Τοῦ ὑποβάλει πλέον ἄλλα ἐρωτήματα (στίχ. 41- 46).

Στὰ περιστατικὰ λοιπὸν αὐτὰ βλέπουμε ὅτι ὁ Κύριος ἀπάντησε πολὺ εὔστοχα στὶς ἐρωτήσεις ποὺ τοῦ ἐτέθησαν: ἀπάντησε μὲ ἀδιάσειστα ἐπιχειρήματα καὶ τελικὰ θριάμβευσε στὴ διαλογικὴ ἀντιπαράθεσή του μὲ τοὺς ἐχθρούς του. Διότι εἶναι ὁ ὕψιστος Προφήτης, ὁ Θεάνθρωπος, ὁ πάνσοφος Θεός, ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἡ Σοφία, ἡ Ἀλήθεια. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ διδασκαλία του εἶναι ἀψευδής, ἀλάθητη, θεϊκή, αἰώνια, ζωοποιὸς καὶ ἡ πίστη μας σὲ Αὐτὸν εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή.    

Ἡ ἴδια ἀντιπαράθεση συνεχίσθηκε καὶ στὴ διάρκεια τῶν αἰώνων ποὺ ἀκολούθησαν. Ἡ Ἐκκλησία πολεμήθηκε μανιωδῶς. Συχνὰ δὲ οἱ ἐχθροί της ἐπιχειρούσαν νὰ παγιδεύσουν τοὺς πιστοὺς μὲ διάφορους τρόπους. Ὅμως τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τοὺς φώτιζε, ὥστε μὲ εὔστοχες ἀπαντήσεις νὰ ἀποστομώνουν τοὺς πονηροὺς ἐχθρούς τους.

Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ σήμερα καὶ θὰ γίνεται μέχρι τὸ τέλος τοῦ κόσμου. Διότι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι παρὼν μέσα στὴν Ἐκκλησία, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο φωτίζει καὶ θὰ φωτίζει τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ ἀντιμετωπίζουν τὴ χλεύη καὶ τὴν πονηρία τῶν ἀπίστων. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἰσχυρὴ ἐνίσχυση γιὰ ὅλους ἐμᾶς, ποὺ ἰδιαίτερα στὴν ἐποχή μας δεχόμαστε καταιγισμὸ πονηρῶν ἐπιθέσεων. Μὲ τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ ὅλους αὐτοὺς θὰ τοὺς ἀποστομώνουμε. Ὅπως τότε ὁ Κύριος! 

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Ο ΣΩΤΗΡ», Ἀ­ριθ. 2252, 1 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2021, σελ. 451–452

Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2021

Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Ζ΄ Λ­Ο­Υ­ΚΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕ­ΡΑ Μ­Η­Τ­Ρ­Ο­Π­Ο­Λ­ΙΣ Π­Α­Φ­ΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ  

Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Ζ΄ Λ­Ο­Υ­ΚΑ

(7 ΝΟΕΜ­Β­Ρ­Ι­ΟΥ 2021)

 




Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Κ΄ ΚΥΡΙΑΚΗΣ)

Ἀ­δελ­φοί, γνω­ρί­ζω ὑ­μῖν τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιον τὸ εὐ­αγ­γε­λι­σθὲν ὑπ᾽ ἐ­μοῦ ὅ­τι οὐκ ἔ­στιν κα­τὰ ἄν­θρω­πον· οὐ­δὲ γὰρ ἐ­γὼ πα­ρὰ ἀν­θρώ­που πα­ρέ­λα­βον αὐ­τό, οὔ­τε ἐ­δι­δά­χθην, ἀλ­λὰ δι᾽ ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως ᾽Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ. ᾽Η­κο­ύ­σα­τε γὰρ τὴν ἐ­μὴν ἀ­να­στρο­φήν πο­τε ἐν τῷ ᾽Ι­ου­δα­ϊ­σμῷ, ὅ­τι καθ᾽ ὑ­περ­βο­λὴν ἐ­δί­ω­κον τὴν ἐκ­κλη­σί­αν τοῦ Θε­οῦ καὶ ἐ­πόρ­θουν αὐ­τήν, καὶ προ­έ­κο­πτον ἐν τῷ ᾽Ι­ου­δα­ϊ­σμῷ ὑ­πὲρ πολ­λοὺς συ­νη­λι­κι­ώ­τας ἐν τῷ γέ­νει μου, πε­ρισ­σο­τέ­ρως ζη­λω­τὴς ὑ­πάρ­χων τῶν πα­τρι­κῶν μου πα­ρα­δό­σε­ων. Ὅ­τε δὲ εὐ­δό­κη­σεν ὁ Θε­ὸς, ὁ ἀ­φο­ρί­σας με ἐκ κοι­λί­ας μη­τρός μου καὶ κα­λέ­σας διὰ τῆς χά­ρι­τος αὐ­τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψαι τὸν υἱ­ὸν αὐ­τοῦ ἐν ἐ­μοὶ, ἵ­να εὐ­αγ­γε­λί­ζω­μαι αὐ­τὸν ἐν τοῖς ἔ­θνε­σιν, εὐ­θέ­ως οὐ προ­σα­νε­θέ­μην σαρ­κὶ καὶ αἵ­μα­τι, οὐ­δὲ ἀ­νῆλ­θον εἰς ῾Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα πρὸς τοὺς πρὸ ἐ­μοῦ ἀ­πο­στό­λους, ἀλ­λὰ ἀ­πῆλ­θον εἰς ᾽Α­ρα­βί­αν, καὶ πά­λιν ὑ­πέ­στρε­ψα εἰς Δα­μα­σκόν. ῎Ε­πει­τα με­τὰ τρί­α ἔ­τη ἀ­νῆλ­θον εἰς ῾Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα ἱ­στο­ρῆ­σαι Πέτρον, καὶ ἐ­πέ­μει­να πρὸς αὐ­τὸν ἡ­μέ­ρας δε­κα­πέν­τε· ἕ­τε­ρον δὲ τῶν ἀ­πο­στό­λων οὐκ εἶ­δον, εἰ μὴ ᾽Ιάκωβον τὸν ἀ­δελ­φὸν τοῦ Κυ­ρί­ου. 

                          (Γαλ. α[1] 11-19)

 

Η ΘΕΑ ΤΟΥ ΖΩΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ: «...Εὐ­δό­κη­σεν ὁ Θε­ὸς ὁ ἀ­φο­ρί­σας με ἐκ κοι­λί­ας μη­τρός μου καὶ κα­λέ­σας διὰ τῆς χά­ρι­τος αὐ­τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψαι τὸν υἱ­ὸν αὐ­τοῦ ἐν ἐ­μοί...».

Στὰ με­γά­λα καὶ αἰ­ώ­νια καὶ ἀ­γω­νι­ώ­δη ἐ­ρω­τή­μα­τα τῆς κά­θε ψυ­χῆς, γιὰ τὸ πῶς αὐ­τὴ μπο­ρεῖ νὰ γνω­ρί­σει τὸν Θε­ό, φαί­νε­ται νὰ ἀ­παν­τᾶ τὸ Ἀ­πο­στο­λι­κό μας ἀ­νά­γνω­σμα. Βε­βαί­ως ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἐ­δῶ ὁ­μι­λεῖ μό­νο γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, λέ­γον­τας πὼς ὁ Θε­ός, ὁ ὁ­ποῖ­ος τὸν δι­ά­λε­ξε ἀ­πὸ τό­τε ἀ­κό­μη, ποὺ ἦ­ταν στὰ σπλάγ­χνα τῆς μη­τέ­ρας του, καὶ τὸν ­κά­λε­σε μὲ τὴν Χά­ρι Του κον­τά Του, εὐ­α­ρε­στή­θη­κε νὰ τοῦ φα­νε­ρώ­σει μέ­σα στὰ βά­θη τῆς καρ­διᾶς του τὸν Υἷ­όν Του, τὸν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό.

Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὅ­μως αὐ­τό, ποὺ συ­νέ­βει στὸν Ἀ­πό­στο­λο, ἐ­φαρ­μό­ζε­ται στὶς γε­νι­κές του γραμ­μὲς καὶ στὸν κά­θε πι­στὸ σὲ ὅ­λους τοὺς αἰ­ῶ­νες καὶ ἑ­πο­μέ­νως μπο­ροῦ­με μὲ βά­ση τὴν πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ θεί­ου Ἀ­πο­στό­λου νὰ δοῦ­με καὶ ἐ­μεῖς: Ποῦ καὶ πῶς ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ὁ Θε­ὸς στὸν κα­θέ­να μας.

1. ΤΟ ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Ποῦ  λοι­πὸν γί­νε­ται ἡ φα­νέ­ρω­ση τοῦ Θε­οῦ στὸν κα­θέ­να μας; Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πρῶ­το ἐ­ρώ­τη­μά μας. «Εὐ­δό­κη­σεν ὁ Θε­ός... ἀ­πο­κα­λύ­ψαι τὸν Υἱ­ὸν αὐ­τοῦ ἐν ἐ­μοί», γρά­φει ὁ ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος. Εὐ­α­ρε­στή­θη­κε ὁ Θε­ὸς νὰ μοῦ φα­νε­ρώ­σει τὸν Υἱ­ό Του μέ­σα μου, στὰ βά­θη τῆς καρ­διᾶς μου. «Ἐν ἐ­μοί»!

Εἶ­ναι φα­νε­ρὸ πὼς ἐ­δῶ ὁ μέ­γας Παῦ­λος δὲν ἀ­να­φέ­ρε­ται μό­νο στὸ συγ­κλο­νι­στι­κὸ γε­γο­νός, ποὺ τοῦ συ­νέ­βει στὸν δρό­μο πρὸς τὴ Δα­μα­σκό, ὅ­που τοῦ φα­νε­ρώ­θη­κε ὁ Κύ­ριός μας μὲ ἐκ­πλη­κτι­κὴ λαμ­πρό­τη­τα. Ὄ­χι! Ὁ Ἀ­πό­στο­λος ὁ­μι­λεῖ καὶ γιὰ κά­τι ἐ­σω­τε­ρι­κό­τε­ρο, γιὰ τὴ δι­ερ­γα­σί­α ποὺ ἔ­γι­νε μέ­σα του με­τὰ τὸ θαυ­μα­στὸ ἐ­κεῖ­νο ὅ­ρα­μα, ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς ὁ­ποί­ας ἦ­ταν νὰ τοῦ φα­νε­ρω­θεῖ, ὁ Κύ­ριος στὴν καρ­διά του μὲ ἕ­να μυ­στι­κό­τε­ρο ἀλ­λὰ καὶ ἐξ ἴ­σου οὐ­σι­α­στι­κὸ τρό­πο. Καὶ ὄ­χι μό­νο νὰ τοῦ φα­νε­ρω­θεῖ, ἀλ­λὰ καὶ νὰ μέ­νει, νὰ κα­τοι­κεῖ μέ­σα του· «ζῇ ἐν ἐ­μοὶ Χρι­στὸς» (Γαλ. β' 20), βε­βαι­ώ­νει στὴν πρὸς Γα­λά­τας ἐ­πι­στο­λή του, πράγ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο ἄλ­λω­στε ζη­τά­ει καὶ ἀ­πὸ τοὺς πι­στούς, ἀ­φοῦ, ὅ­πως γρά­φει, προ­σεύ­χε­ται γι᾿ αὐ­τοὺς νὰ ἀ­ξι­ω­θοῦν νὰ κα­τοι­κή­σει ὁ Χρι­στὸς διὰ τῆς πί­στε­ώς τους μὲς στὶς καρ­δι­ές τους: «κα­τοι­κῆ­σαι τὸν Χρι­στὸν διὰ τῆς πί­στε­ως ἐν ταῖς καρ­δί­αις ὑ­μῶν» (Ἐ­φεσ. γ'[3] 17), ση­μει­ώ­νει.

Ὁ­πό­τε εἶ­ναι πλέ­ον σα­φὲς ποῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ὁ Κύ­ριος στὸν κα­θέ­να μας: Ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στὴν καρ­διὰ τοῦ κα­θε­νός μας. Στὴν καρ­διά, ποὺ εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πέ­ραν­το σύμ­παν μέ­σα μας. Τό­σο κον­τά μας, ἀλ­λὰ καὶ τό­σο ἄ­γνω­στο στοὺς πε­ρισ­σο­τέ­ρους μας. Ὄ­χι λοι­πὸν στὰ ὄ­νει­ρα καὶ στὰ ὁ­ρά­μα­τα, ὅ­πως νο­μί­ζουν πολ­λοί. Αὐ­τὰ μό­νον ἐ­κτά­κτως καὶ σπα­νί­ως, σπα­νι­ό­τα­τα μπο­ρεῖ νὰ τὰ χρη­σι­μο­ποί­η­σει ὁ Θε­ός. Ἐ­νῶ – καὶ αὐ­τὸ θέ­λει πολ­λὴ προ­σο­χὴ – τὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ συ­χνὰ καὶ μὲ με­γά­λη τέ­χνη ὁ δι­ά­βο­λος. 

Ὄ­χι ἑ­πο­μέ­νως σ᾿ αὐ­τά, ἀλ­λὰ στὴν καρ­διά, στὸ κέν­τρο τῶν αἰ­σθη­μά­των καὶ τῆς ἀ­γά­πης μας, ἐ­κεῖ φα­νε­ρώ­νε­ται ὁ Χρι­στὸς στὸν κα­θέ­να μας.

Πῶς ὅ­μως; Μὲ ποι­ὰ δι­α­δι­κα­σί­α γί­νε­ται αὐ­τὴ ἡ ὑ­πέ­ρο­χη ἀ­πο­κά­λυ­ψη;

2. Η ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΪΚΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Ὁ ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος μᾶς βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι ἡ φα­νέ­ρω­ση τοῦ Χρι­στοῦ μὲς στὴν καρ­διά του ἦ­ταν ἕ­να δῶ­ρο τοῦ Θε­οῦ, ὁ Ὁ­ποῖ­ος ὄ­χι μό­νον «εὐ­δό­κη­σε», θέ­λη­σε δη­λα­δὴ μέ­σα στὴν ἄ­πει­ρη φι­λαν­θρω­πί­α Του νὰ τὸ κά­νει, ἀλ­λὰ καὶ ξε­χώ­ρι­σε τὸν Ἀ­πό­στο­λο ἤ­δη «ἐκ κοι­λί­ας μη­τρὸς» αὐ­τοῦ καὶ τὸν κά­λε­σε διὰ τῆς Χά­ρι­τός Του, τό­τε ποὺ τοῦ φα­νέ­ρω­θη­κε στὸν δρό­μο πρὸς τὴ Δα­μα­σκό.

Εὐ­δό­κη­σε, τὸν ξε­χώ­ρι­σε, τὸν κά­λε­σε!

Τρεῖς ἐ­νέρ­γει­ες, μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἐκ­δη­λώ­θη­κε ἡ κί­νη­ση τῆς θε­ϊ­κῆς ἀ­γά­πης στὴ ζω­ὴ τοῦ με­γά­λου Ἀ­πο­στό­λου. Κά­τι ἄλ­λω­στε τὸ ὁ­ποῖ­ο πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται καὶ στὴ ζω­ὴ τοῦ κα­θε­νός μας. Δι­ό­τι καὶ γιὰ μᾶς «εὐ­δό­κη­σε», εὐ­α­ρε­στή­θη­κε νὰ μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­ψει τὸν Υἱ­όν Του ὁ Θε­ός. Καὶ ὄ­χι μό­νον «εὐ­δό­κη­σε», ἀλ­λὰ καὶ μᾶς ξε­χώ­ρι­σε, μᾶς δι­ά­λε­ξε «ἐκ κοι­λί­ας μη­τρὸς» καὶ ἀ­κό­μη ἐ­νω­ρί­τε­ρα, πρὶν κἂν ὑ­πάρ­ξου­με, «πρὸ κα­τα­βο­λῆς κό­σμου» (Ἐ­φεσ. α'[1] 4). Καὶ βέ­βαι­α μᾶς κά­λε­σε καὶ ἐ­μᾶς «διὰ τῆς χά­ρι­τος αὐ­τοῦ» κον­τά Του, στὴν ἁ­γί­α Του  Ἐκ­κλη­σί­α.

Ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι σω­στά, με­γά­λα καὶ ση­μαν­τι­κά. Ναί, ἀλ­λὰ πρέ­πει καὶ τοῦ­το ἰ­δι­αι­τέ­ρως νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­σου­με: Ὅ­τι ἡ κί­νη­ση αὐ­τή, μὲ τὴν Ὁ­ποί­α ὁ Δη­μι­ουρ­γός μας μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὸν Ἑ­αυ­τό Του, δὲν γί­νε­ται αὐ­θαί­ρε­τα, ἀλ­λὰ ἐ­ξαρ­τᾶ­ται καὶ ἀ­πὸ τὸν βαθ­μὸ τῆς δι­κῆς μας ἀν­τα­πο­κρί­σε­ως. Καὶ τὸ ἴ­διο τὸ προ­αι­ώ­νιο σχέ­διό Του γιὰ μᾶς τὸ ἔ­χει κα­ταρ­τί­σει βά­σει τῆς προ­γνώ­σε­ώς Του, γιὰ τὸ κα­τὰ πό­σο θὰ πι­στεύ­σου­με σ᾿ αὐ­τὸ τὸ σχέ­διο καὶ θὰ θε­λή­σου­με ἐ­λεύ­θε­ρα νὰ Τοῦ προ­σφέ­ρου­με τὴν καρ­διά μας.

Ἑ­πο­μέ­νως εἶ­ναι φα­νε­ρὸ πὼς τὸ ἐ­ὰν καὶ πό­σο θὰ φα­νε­ρω­θεῖ ὁ Θε­ὸς στὴν καρ­διά μας, τε­λι­κὰ ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ ἐ­μᾶς καὶ μό­νο. Δι­ό­τι Ἐ­κεῖ­νος «πάν­τας ἀν­θρώ­πους θέ­λει σω­θῆ­ναι» (Α' Τιμ. β'[2] 4), ἐ­πι­θυ­μεῖ ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι νὰ σω­θοῦν καὶ ὅ­λους νὰ μᾶς ἔ­χει αἰ­ω­νί­ως κον­τά Του. Ἐ­ὰν λοι­πὸν καὶ ἐ­μεῖς θε­λή­σου­με νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θοῦ­με σ᾿ αὐ­τὴν τὴν ἄ­πει­ρη ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, τό­τε τὸ ἀ­σύλ­λη­πτα με­γά­λο σχέ­διό Του γιὰ μᾶς πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται καὶ Ἐ­κεῖ­νος μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὸν Ἑ­αυ­τό Του καὶ μᾶς κα­θι­στᾶ με­τό­χους της δό­ξης καὶ μα­κα­ρι­ό­τη­τάς Του.

Ἐ­ὰν θε­λή­σου­με! Για­τί μπο­ρεῖ καὶ νὰ ἀρ­νη­θοῦ­με, ὁ­πό­τε Ἐ­κεῖ­νος ὑ­πο­χω­ρεῖ, δὲν μᾶς ἀ­ναγ­κά­ζει. Ἀλ­λὰ βέ­βαι­α καὶ δὲν ἀ­ναγ­κά­ζε­ται! Ἐ­ὰν δη­λα­δὴ ἐ­μεῖς τυ­χὸν λέ­με ὅ­τι πι­στεύ­ου­με, ταυ­το­χρό­νως ὅ­μως κά­νου­με συμ­βι­βα­σμοὺς μὲ τὴν ἁ­μαρ­τί­α, Ἐ­κεῖ­νος ἀρ­νεῖ­ται νὰ εἰ­σέλ­θει καὶ νὰ μεί­νει στὴν καρ­διά μας. Ἐ­ὰν λοι­πὸν δὲν αἰ­σθα­νό­μα­στε τὴν πα­ρου­σί­α Του ἐν­τός μας, ἂς ψά­ξου­με νὰ βροῦ­με τί εἶ­ναι αὐ­τό, ποὺ Τὸν ἐμ­πο­δί­ζει νὰ εἰ­σέλ­θει. Ἐ­ὰν κρα­τᾶ­με κρα­τού­με­να, ἐ­ὰν ἔ­χου­με ἁ­μαρ­τί­ες ἀ­νε­ξο­μο­λό­γη­τες, ἐ­ὰν ἡ καρ­διά μας εἶ­ναι προ­σκολ­λη­μέ­νη κά­που ἀλλοῦ, ἂς μὴ ξε­γε­λᾶ­με τὸν ἑ­αυ­τό μας· ὁ ἥ­λιος μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­τεί­λει κά­πο­τε ἀ­πὸ τὴ δύ­ση, ὁ Θε­ὸς ὅ­μως μέ­σα μας ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ φα­νε­ρω­θεῖ. ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ!

«Πρὸ κα­τα­βο­λῆς κό­σμου» μᾶς ἐ­ξέ­λε­ξε ὁ Θε­ός, ἀ­δελ­φοί! Τὸ σχέ­διό Του γιὰ τὸν κα­θέ­να μας κα­ταρ­τί­στη­κε πρὶν ὑ­πάρ­ξει ὁ ἥ­λιος καὶ τὰ ἀ­στέ­ρια!

Καὶ τώ­ρα; Τώ­ρα, νά! Ἔ­φθα­σε ἡ στιγ­μὴ τῆς ἐ­φαρ­μο­γῆς του! Λοι­πόν, τώ­ρα ἐ­μεῖς θὰ ἀ­δι­α­φο­ρή­σου­με γι᾿ αὐ­τό; Ὄ­χι! Ἀλ­λὰ ὁ­λό­ψυ­χα νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θοῦ­με στὴ με­γά­λη ἀ­γά­πη Του, γιὰ νὰ μᾶς ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ Ἐ­κεῖ­νος καὶ νὰ ἑ­νω­θοῦ­με μα­ζί Του αἰ­ώ­νια. Ἀ­μήν!

(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ Ι­Ε­ΡΟ Ε­Υ­Α­Γ­Γ­Ε­Λ­ΙΟ

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἂνθρωπός τις προσῆλ­θε τῷ Ἰησοῦ, ᾧ ὄ­νο­μα Ἰάειρος, κα αὐτός ἄρ­χων τς συ­να­γω­γῆς ὑ­πῆρ­χε· κα πε­σὼν πα­ρὰ τος πό­δας το Ἰ­η­σοῦ πα­ρε­κά­λει αὐ­τὸν εἰ­σελ­θεῖν ες τν οἶ­κον αὐ­τοῦ, ὅ­τι θυ­γά­τηρ μο­νο­γε­νὴς ν αὐ­τῷ ς ἐ­τῶν δώ­δε­κα κα αὕ­τη ἀ­πέ­θνῃ­σκεν. ν δ τ ὑ­πά­γειν αὐ­τὸν ο ὄ­χλοι συ­νέ­πνι­γον αὐ­τόν. κα γυ­νὴ οὖ­σα ν ῥύ­σει αἵ­μα­τος ἀ­πὸ ἐ­τῶν δώ­δε­κα, ἥ­τις ἰ­α­τροῖς προ­σα­να­λώ­σα­σα ὅ­λον τν βί­ον οκ ἴ­σχυ­σεν ὑ­π' οὐ­δε­νὸς θε­ρα­πευ­θῆ­ναι, προ­σελ­θοῦ­σα ὄ­πι­σθεν ἥ­ψα­το το κρα­σπέ­δου το ἱ­μα­τί­ου αὐ­τοῦ, κα πα­ρα­χρῆ­μα ἔ­στη ἡ ῥύ­σις το αἵ­μα­τος αὐ­τῆς. κα εἶ­πεν Ἰ­η­σοῦς· Τς ἁ­ψά­με­νός μου; ἀρ­νου­μέ­νων δ πάν­των εἶ­πεν Πτρος κα ο σν αὐ­τῷ· Ἐ­πι­στά­τα, ο ὄ­χλοι συ­νέ­χου­σί σε κα ἀ­πο­θλί­βου­σι κα λέ­γεις τς ἁ­ψά­με­νός μου; δ Ἰ­η­σοῦς εἶ­πεν· Ἥ­ψα­τό μο τις· ἐ­γὼ γρ ἔ­γνων δύ­να­μιν ἐ­ξελ­θοῦ­σαν ἀ­π' ἐ­μοῦ. ἰ­δοῦ­σα δ γυ­νὴ ὅ­τι οκ ἔ­λα­θε, τρέ­μου­σα ἦλ­θε κα προ­σπε­σοῦ­σα αὐ­τῷ δι' ν αἰ­τί­αν ἥ­ψα­το αὐ­τοῦ ἀ­πήγ­γει­λεν αὐ­τῷ ἐ­νώ­πι­ον παν­τὸς το λα­οῦ, κα ς ἰ­ά­θη πα­ρα­χρῆ­μα. δ εἶ­πεν αὐ­τῇ· Θρσει, θύ­γα­τερ, πί­στις σου σέ­σω­κέ σε· πο­ρε­ύ­ου ες εἰ­ρή­νην. Ἔ­τι αὐ­τοῦ λα­λοῦν­τος ἔρ­χε­ταί τις πα­ρὰ το ἀρ­χι­συ­να­γώ­γου λέ­γων αὐ­τῷ ὅ­τι Τθνηκεν θυ­γά­τηρ σου· μ σκύλ­λε τν δι­δά­σκα­λον. δ Ἰ­η­σοῦς ἀ­κο­ύ­σας ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τῷ λέ­γων· Μ φο­βοῦ· μό­νον πί­στευ­ε, κα σω­θή­σε­ται. ἐλ­θὼν δ ες τν οἰ­κί­αν οκ ἀ­φῆ­κεν εἰ­σελ­θεῖν οὐ­δέ­να ε μ Πτρον κα Ἰ­ω­άν­νην κα Ἰάκωβον κα τν πα­τέ­ρα τς παι­δὸς κα τν μη­τέ­ρα. ἔ­κλαι­ον δ πάν­τες κα ἐ­κό­πτον­το αὐ­τήν. δ εἶ­πε· Μ κλα­ί­ε­τε· οκ ἀ­πέ­θα­νεν, ἀλ­λὰ κα­θε­ύ­δει. κα κα­τε­γέ­λων αὐ­τοῦ, εἰ­δό­τες ὅ­τι ἀ­πέ­θα­νεν. αὐ­τ­ὸς δ ἐκ­βα­λὼν ἔ­ξω πάν­τας κα κρα­τή­σας τς χει­ρὸς αὐ­τῆς ἐ­φώ­νη­σε λέ­γων· πας, ἐ­γε­ί­ρου. κα ἐ­πέ­στρε­ψε τ πνεῦ­μα αὐ­τῆς, κα ἀ­νέ­στη πα­ρα­χρῆ­μα, κα δι­έ­τα­ξεν αὐ­τῇ δο­θῆ­ναι φα­γεῖν. κα ἐ­ξέ­στη­σαν ο γο­νεῖς αὐ­τῆς· δ πα­ρήγ­γει­λεν αὐ­τοῖς μη­δε­νὶ εἰ­πεῖν τ γε­γο­νός.              

 

                                   (Λουκ. η΄ [8] 41– 56)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ἦλ­θεν στόν Ἰησοῦ κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος, πού ὀ­νο­μα­ζό­ταν Ἰ­άειρος  καὶ  ἦ­ταν  ἄρ­χον­τας  τῆς  συ­να­γω­γῆς.  Κι ἀφοῦ  ἔ­πε­σε γο­να­τι­στὸς κον­τὰ στὰ πό­δια του, τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ πά­ει στὸ σπί­τι του, δι­ό­τι εἶ­χε μί­α μο­νά­κρι­βη κό­ρη πε­ρί­που δώ­δε­κα χρό­νων πού βρι­σκό­ταν στὰ τε­λευ­ταῖ­α της καὶ πέ­θαι­νε. Καὶ τὴν ὥ­ρα πού ὁ Ἰ­η­σοῦς πή­γαι­νε στὸ σπί­τι τοῦ Ἰαείρου, τὰ πλή­θη τοῦ λαοῦ τὸν πε­ρι­έ­βαλ­λαν ἀ­σφυ­κτι­κὰ καὶ τὸν πί­ε­ζαν. Τό­τε λοι­πὸν κά­ποι­α γυ­ναί­κα πού ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ αἱ­μορ­ρα­γί­α ἐ­δῶ καὶ δώ­δε­κα χρό­νια, ἡ ὁποία μα­ζὶ μὲ τὰ ἄλ­λα βά­σα­να τῆς ἀρ­ρώ­στιας της εἶ­χε ξο­δέ­ψει καὶ ὅ­λη τὴν πε­ρι­ου­σί­α της σὲ για­τροὺς καὶ δὲν μπό­ρε­σε νὰ θε­ρα­πευ­θεῖ ἀ­πὸ κα­νέ­ναν, ἀφοῦ πλη­σί­α­σε τὸν Ἰησοῦ ἀ­πὸ πί­σω, ὥ­στε νὰ μὴν τὴν ἀν­τι­λη­φθεῖ κα­νείς, ἐ­πει­δὴ ντρε­πό­ταν νὰ γί­νει φα­νε­ρὴ ἡ ἀρ­ρώ­στια της, ἄγ­γι­ξε τὴν ἄ­κρη τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ ἐν­δύ­μα­τός του κι ἀ­μέ­σως στα­μά­τη­σε ἡ αἱ­μορ­ρα­γί­α της. Τό­τε εἶ­πε ὁ Ἰησοῦς: Ποι­ὸς μὲ ἄγ­γι­ξε; Κι ἐ­πει­δὴ ὅ­λοι οἱ τρι­γύ­ρω ἀρ­νοῦν­ταν, εἶ­πε ὁ Πέ­τρος καὶ οἱ ἄλ­λοι μα­θη­τὲς πού ἦ­ταν μα­ζί του: Δι­δά­σκα­λε, τὰ πλή­θη τοῦ λα­οῦ σὲ πε­ρι­κύ­κλω­σαν καὶ σὲ πι­έ­ζουν ἀ­σφυ­κτι­κὰ· καὶ σὺ λές, ποι­ὸς μὲ ἄγ­γι­ξε; Ὁ Ἰησοῦς ὅ­μως εἶπε: Κά­ποι­ος μὲ ἄγ­γι­ξε. Δι­ό­τι ἐγώ κα­τά­λα­βα ὅ­τι βγῆ­κε ἀ­πὸ πά­νω μου δύ­να­μη θαυ­μα­τουρ­γι­κή. Ὅ­ταν λοι­πὸν ἡ γυ­ναί­κα εἶ­δε ὅ­τι δὲν μπό­ρε­σε νὰ κρυ­φτεῖ καὶ δὲν ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸν Ἰ­η­σοῦ αὐ­τὸ πού ἔ­κα­νε, ἦλ­θε τρέ­μον­τας ἀ­πὸ τὸ φό­βο της, κι ἀφοῦ ἔ­πε­σε γο­να­τι­στὴ μπρο­στά του, τοῦ δι­η­γή­θη­κε μπρο­στὰ σ' ὅ­λο τὸ πλῆ­θος τοῦ λαοῦ γιὰ ποι­ὰ αἰ­τί­α τὸν ἄγ­γι­ξε καὶ πῶς θε­ρα­πεύ­θη­κε ἀ­μέ­σως. Τό­τε ὁ Ἰησοῦς ­τῆς εἶ­πε: Ἔ­χε θάρ­ρος, κό­ρη μου, ἡ πε­ποί­θη­ση πού εἶ­χες ὅ­τι θὰ ἔ­βρι­σκες τὴν ὑ­γεί­α σου ἂν μὲ ἄγ­γι­ζες, αὐ­τὴ ἡ πί­στη σου σ' ἔ­χει θε­ρα­πεύ­σει. Πή­γαι­νε στὸ κα­λό, εἰ­ρη­νι­κὴ καὶ ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­πὸ κά­θε ἀ­νη­συ­χί­α πού δο­κί­μα­ζες πιὸ πρὶν ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­σθε­νεί­ας σου. Κι ἐ­νῶ μι­λοῦ­σε ἀ­κό­μη ὁ Ἰησοῦς, ἦλ­θε κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ ἀρ­χι­συ­να­γώ­γου καὶ τοῦ εἶ­πε: Πέ­θα­νε ἡ κό­ρη σου· μὴν κου­ρά­ζεις ἄλ­λο καὶ μὴν ἐ­νο­χλεῖς πιὰ τὸν δι­δά­σκα­λο. Ὁ Ἰησοῦς ὅ­μως, μό­λις ἄ­κου­σε τὴν εἴ­δη­ση αὐ­τή, τοῦ εἶ­πε: Μὴ φο­βᾶ­σαι, μό­νο συ­νέ­χι­σε νὰ πι­στεύ­εις, καὶ θὰ σω­θεῖ ἡ κόρη σου ἀπ' τὸ θά­να­το. Κα­τό­πιν, ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στὸ σπί­τι τοῦ Ἰαείρου, δὲν ἄ­φη­σε νὰ μπεῖ κα­νεὶς ἄλ­λος στὸ δω­μά­τιο τῆς νε­κρῆς πα­ρὰ μό­νο ὁ Πέ­τρος, ὁ Ἰ­ω­άν­νης, ὁ Ἰ­ά­κω­βος καὶ ὁ πα­τέ­ρας τοῦ κο­ρι­τσιοῦ καὶ ἡ μη­τέ­ρα. Στὸ με­τα­ξὺ ὅ­λοι ἔ­κλαι­γαν καὶ χτυ­ποῦ­σαν τὰ στή­θη τους καὶ τὰ κε­φά­λια τους γιὰ τὴ νε­κρή. Ὁ Ἰησοῦς ὅ­μως τοὺς εἶπε: Μὴν κλαῖ­τε· δὲν πέ­θα­νε, ἀλλά κοι­μᾶ­ται. Καὶ ἐ­κεῖ­νοι τὸν πε­ρι­γε­λοῦ­σαν, δι­ό­τι ἦ­ταν βέ­βαι­οι ὅ­τι τὸ κο­ρι­τσά­κι εἶ­χε πε­θά­νει. Αὐ­τὸς ὅ­μως, ἀφοῦ τοὺς ἔ­βγα­λε ὅ­λους ἔ­ξω, ἔπιασε τὸ χέ­ρι της καὶ τῆς φώ­να­ξε δυ­να­τά: Κό­ρη, σή­κω ἐ­πά­νω. Τό­τε ἡ ψυ­χὴ της ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ σῶ­μα καὶ ἀ­να­στή­θη­κε ἀ­μέ­σως. Καὶ ὁ Ἰησοῦς δι­έ­τα­ξε νὰ τῆς δώ­σουν φα­γη­τὸ νὰ φά­ει, γιὰ νὰ πά­ρει δυ­νά­μεις με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξάν­τλη­ση πού τῆς εἶ­χε φέ­ρει ἡ χρό­νια καὶ θα­να­τη­φό­ρα ἀ­σθέ­νειά της. Οἱ γο­νεῖς της ἔ­μει­ναν ἐκ­στα­τι­κοὶ καὶ κυ­ρι­εύ­τη­καν ἀ­πὸ βα­θὺ καὶ με­γά­λο θαυ­μα­σμό. Ὁ Ἰησοῦς ὅ­μως τοὺς ἔ­δω­σε τὴν ἐν­το­λὴ νὰ μὴν ποῦν σὲ κα­νέ­ναν αὐ­τὸ πού ἔ­γι­νε, γιὰ νὰ μὴν ἐ­ρε­θί­ζε­ται ὁ φθό­νος τῶν ἐχθρῶν του.