Σάββατο 18 Ιουνίου 2022

Τὰ δόν­τια τοῦ λι­ον­τα­ριοῦ

 

Τὰ δόν­τια τοῦ λι­ον­τα­ριοῦ



Πολ­λοὶ δὲν ἔ­χου­με δεῖ ζων­τα­νὸ λι­ον­τά­ρι· τὸ πο­λὺ-πο­λὺ κά­ποι­ο μα­ρα­ζω­μέ­νο στὸ κλου­βὶ ζω­ο­λο­γι­κοῦ κή­που. Ἴ­σως ἡ μό­νη ἐμ­πει­ρί­α ἀ­γρι­ό­τη­τας ζώ­ου ποὺ ἔ­χου­με δο­κι­μά­σει ὅ­σοι ζοῦ­με στὶς πό­λεις, εἶ­ναι τὰ ὀρ­γι­σμέ­να γαυ­γί­σμα­τα σκύ­λου ἀ­δέ­σπο­του ἢ κλει­σμέ­νου σὲ κά­ποι­α αὐ­λή, ἢ ὅ­σοι ζοῦ­με στὴν ὕ­παι­θρο, καὶ μά­λι­στα στὰ ὀ­ρει­νά, ἐν­δε­χο­μέ­νως νὰ ἔ­χου­με συ­ναν­τή­σει λύ­κο ἢ ἀρ­κού­δα.

Ἀλ­λὰ τί μπο­ρεῖ νὰ συγ­κρι­θεῖ μὲ τὸ Λι­ον­τά­ρι; Τὸ λι­ον­τά­ρι εἶ­ναι ὁ βα­σι­λιὰς τῶν ζώ­ων. Ὁ βρυ­χηθ­μός του εἶ­ναι βρον­τε­ρὸς καὶ προ­κα­λεῖ τρό­μο. Εἶ­ναι εὐ­κί­νη­το καὶ ἔ­χει τέ­τοι­α σω­μα­τι­κὴ δι­ά­πλα­ση, ὥ­στε μπο­ρεῖ νὰ κά­νει τε­ρά­στια ἅλ­μα­τα. Ἔ­χει φο­βε­ρὴ δύ­να­μη. Σκο­τώ­νει τὰ θύ­μα­τά του μ᾿ ἕ­να χτύ­πη­μα τοῦ πο­διοῦ του ἢ μ᾿ ἕ­να μό­νο δάγ­κω­μα στὸν αὐ­χέ­να. Για­τί ἔ­χει πο­λὺ δυ­να­τὰ δόν­τια, μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ξε­σχί­ζει τὶς σάρ­κες τους καὶ κα­τα­θρυμ­μα­τί­ζει τὰ κόκ­κα­λά τους. Μ᾿ αὐ­τὰ κα­τα­σπα­ρά­ζει τὴ λεί­α του, ἀ­φή­νον­τας ἐ­λά­χι­στα ὑ­πο­λείμ­μα­τα ἢ ἕ­να πα­ρα­μορ­φω­μέ­νο πτῶ­μα.

Στὴν Ἁ­γί­α Γρα­φὴ ὁ δι­ά­βο­λος με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων πα­ρο­μοι­ά­ζε­ται μὲ λι­ον­τά­ρι ποὺ «πε­ρι­πα­τεῖ», γυ­ρί­ζει ἐ­δῶ καὶ ἐ­κεῖ, «ὠ­ρυ­ό­με­νος», βγά­ζον­τας φο­βε­ροὺς βρυ­χηθ­μούς, «ζη­τῶν τί­να κα­τα­πί­ῃ» (Α' Πέ­τρ. ε'[5] 8): γιὰ νὰ δη­λω­θεῖ μὲ αὐ­τὴν τὴν εἰ­κό­να ἡ μα­νί­α τοῦ δι­α­βό­λου, ἡ ἔν­το­νη ἐ­πι­θυ­μί­α του νὰ πα­ρα­σύ­ρει ψυ­χὲς στὴν ἀ­πώ­λεια, ἡ σφο­δρή ἐ­πι­θε­τι­κή του δι­ά­θε­ση.

Λι­γό­τε­ρο γνω­στὴ εἶ­ναι μί­α ἄλ­λη πα­ρό­μοι­α εἰ­κό­να ποὺ ἀ­παν­τᾶ­με ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νως στὴν Ἁ­γί­α Γρα­φὴ (βλ. Ἰ­ω­ὴλ α΄ 6, Ἀ­ποκ. θ'[9] 8): ἡ εἰ­κό­να τῶν δον­τι­ώ­ν του λι­ον­τα­ριοῦ. Τὰ δόν­τια τοῦ λι­ον­τα­ριοῦ! Συμ­βο­λί­ζουν με­γά­λη δύ­να­μη ποὺ προ­κα­λεῖ φο­βε­ρὴ κα­τα­στρο­φή. Αὐ­τὴν τὴν εἰ­κό­να χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ θε­ό­πνευ­στος συγ­γρα­φέ­ας τοῦ βι­βλί­ου «Σο­φί­α Σει­ρὰχ» γιὰ νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­σει πό­σο με­γά­λη ζη­μιὰ προ­κα­λεῖ ἡ ἁ­μαρ­τί­α στὸν ἄν­θρω­πο. Ἂς τὸν προ­σέ­ξου­με μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον: «Παι­δί μου, ἁ­μάρ­τη­σες; Μὴν προ­σθέ­σεις ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες καὶ γιὰ τὶς προ­η­γού­με­νές σου πα­ρα­κά­λε­σε τὸν Θε­ὸ νὰ σὲ συγ­χω­ρή­σει.­.. Σὰν δόν­τια λι­ον­τα­ριοῦ εἶ­ναι τὰ δόν­τια τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ποὺ σκο­τώ­νουν ψυ­χὲς ἀν­θρώ­πων» (Σ. Σειρ. κα΄[21] 1-2). Ἡ ἁ­μαρ­τί­α! «Ὁ­δόν­τες λέ­ον­τος οἱ ὀ­δόν­τες αὐ­τῆς ἀ­ναι­ροῦν­τες ψυ­χὰς ἀν­θρώ­πων»­. 

Ὁ κό­σμος ποὺ ζεῖ μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, σκο­τι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸν ἀν­θρω­πο­κτό­νο δι­ά­βο­λο, τρα­γου­δᾶ τὴν ἁ­μαρ­τί­α. Τὴν θε­ω­ρεῖ χα­ρὰ καὶ ἀ­πό­λαυ­ση, ἐ­νῶ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι ἡ δυ­στυ­χί­α του. Δι­ό­τι ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι πλα­σμέ­νος νὰ ζεῖ σὲ κοι­νω­νί­α μὲ τὸν Θε­ό, ὅ­πως τὸ ψά­ρι εἶ­ναι πλα­σμέ­νο νὰ ζεῖ μέ­σα στὸ νε­ρό, καὶ τὸ δέν­δρο ν᾿ ἁ­πλώ­νει τὶς ρί­ζες του στὸ χῶ­μα καὶ τὰ φύλ­λα του στὸν ἥ­λιο. Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νος μό­νο ὅ­ταν ζεῖ μὲ τὸν Θε­ὸ καὶ ἔ­χει ζων­τα­νὴ σχέ­ση μα­ζί Του. 

Ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος ἁ­μαρ­τά­νει, προ­σβάλ­λει αὐ­τὴν τὴν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Δι­ό­τι μὲ τὴν ἁ­μαρ­τί­α κα­τα­πα­τεῖ τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Ἡ ἁ­μαρ­τί­α ση­μαί­νει ἄρ­νη­ση τοῦ Θε­οῦ, ἀ­πο­μά­κρυν­ση ἀ­πὸ Ἐ­κεῖ­νον. Ὁ ἄν­θρω­πος ἁ­μαρ­τά­νον­τας χά­νει τὸν Θε­ό! Μά­λι­στα, ὅ­σο πιὸ πο­λὺ καὶ πιὸ βα­ριὰ ἁ­μαρ­τή­σει, τό­σο πιὸ πο­λὺ ἀ­δυ­να­τί­ζει ἡ κοι­νω­νί­α του μὲ τὸν Θε­ό, ἢ καὶ δι­α­κό­πτε­ται τε­λεί­ως. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ πνευ­μα­τι­κὸς θά­να­τος, ὁ τέ­λει­ος χω­ρι­σμὸς τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πιὸ με­γά­λη δυ­στυ­χί­α τοῦ ἀν­θρώ­που, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο σκα­λο­πά­τι τῆς ἐ­ξα­θλι­ώ­σε­ώς του.

Γι᾿ αὐ­τὸ ἡ κα­τα­στρε­πτι­κὴ δύ­να­μη τῆς ἁ­μαρ­τί­ας πα­ρο­μοι­ά­ζε­ται μὲ τὰ δόν­τια τοῦ λι­ον­τα­ριοῦ. Τὰ δαγ­κώ­μα­τά της εἶ­ναι ὀ­λέ­θρια, τρο­με­ρά, θα­να­τη­φό­ρα. Δὲ­ν εἶ­ναι ἡ ἁ­μαρ­τί­α χα­ρά. Εἶ­ναι βά­ρος, εἶ­ναι πλη­γή. «Ἡ ἁ­μαρ­τί­α τα­λαι­πω­ρο­ποι­ό­ς ἐ­στι καὶ σα­θροῖ τὸν ἔ­χον­τα αὐ­τήν», ση­μει­ώ­νει ὁ πα­τε­ρι­κὸς λό­γος (ὁ­σί­ου Δω­ρο­θέ­ου, Δι­δα­σκα­λί­α Ζ΄­). Δη­λα­δὴ βά­ζει τον ἄν­θρω­πο σὲ τα­λαι­πω­ρί­α καὶ τσα­κί­ζει αὐ­τὸν ποὺ τὴν ἔ­χει. Τοῦ στε­ρεῖ τὴ θεί­α χά­ρη, τὴ θεί­α ἐ­νί­σχυ­ση, τὸν θεῖ­ο φω­τι­σμό, τὴ θεί­α πα­ρη­γο­ρί­α.  Τραυ­μα­τί­ζει καὶ ἀ­να­στα­τώ­νει τὸν ψυ­χι­κό του κό­σμο, συ­χνὰ δὲ καὶ τὸ σῶ­μα του. Δη­μι­ουρ­γεῖ τύ­ψεις ἐ­νο­χῆς. Κα­θι­στᾶ τὸν ἄν­θρω­πο ἄ­γριο, ἀ­κοι­νώ­νη­το, ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­το, ἀ­νε­λεύ­θε­ρο. 

Γι᾿ αὐ­τὸ ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ φι­λό­στορ­γα μᾶς προ­ει­δο­ποι­εῖ: Παι­δί μου, στα­μά­τα νὰ ἁ­μαρ­τά­νεις, βλά­πτεις τὸν ἑ­αυ­τό σου. Καὶ με­ρί­μνη­σε γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες ποὺ ἤ­δη ἔ­χεις δι­α­πρά­ξει. Μὴν πεῖς πο­τέ: «Ἁ­μάρ­τη­σα καὶ τί ἔ­γι­νε;­». Δὲς τὶς πλη­γές σου. Κα­τά­λα­βε πό­σο σο­βα­ρὲς εἶ­ναι. Ἀλ­λὰ μὴν ἀ­πελ­πι­στεῖς. Με­τα­νό­η­σε. Τρέ­ξε στὸν μό­νο ἰα­τρὸ τῶν ψυ­χῶν καὶ τῶν σω­μά­των μας, τὸν Κύ­ριο Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι «ὁ ἰ­ώ­με­νος τοὺς συν­τε­τριμ­μέ­νους τὴν καρ­δί­αν καὶ δε­σμεύ­ων τὰ συν­τρίμ­μα­τα αὐ­τῶν». Θε­ρα­πεύ­ει αὐ­τοὺς ποὺ ἔ­χουν καρ­διὰ τσα­κι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α, καὶ φρον­τί­ζει, καὶ δέ­νει μὲ ἐ­πι­δέ­σμους τὶς πλη­γές τους (Ψαλμ. ρμς' [146] 3). Ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι ὁ Ὁ­ποῖ­ος «συ­νέ­θλα­σε τὰς μύ­λας τῶν λε­όν­των» (Ψαλμ. νζ' [57] 7), ἔ­σπα­σε τὰ ἰ­σχυ­ρὰ δόν­τια, τοὺς τρα­πε­ζί­τες, τὰ σα­γό­νια τῶν λι­ον­τα­ρι­ῶν, δη­λα­δὴ τῶν δαι­μό­νων, μὲ τὸ ἀ­πο­λυ­τρω­τι­κό Του ἔρ­γο.

Λοι­πόν, ψυ­χή μου, μί­ση­σε τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ ἀ­γά­πη­σε τὸν Χρι­στό. Μὲ ἐ­πι­με­λῆ με­τά­νοι­α πρό­στρε­ξε στὸν Σω­τή­ρα σου. Σὲ πε­ρι­μέ­νει γιὰ νὰ σὲ θε­ρα­πεύ­σει, νὰ σὲ εἰ­ρη­νεύ­σει καὶ νὰ σὲ ἀ­να­δεί­ξει νι­κη­τὴ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ κληρονόμο τῆς Βασιλείας Του. 

ΠΕ­ΡΙ­Ο­ΔΙ­ΚΟ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ», Ἀ­ριθ. 2090, 1ΙΟΥΝΙΟΥ 2014

 

 

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ)

(19 ΙΟΥΝΙΟΥ 2022)

 


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ)

Ἀ­δελ­φοί, οἱ ἃγιοι πάντες δι­ὰ πί­στε­ως κα­τη­γω­νί­σαν­το βα­σι­λε­ί­ας, εἰρ­γά­σαν­το δι­και­ο­σύ­νην, ἐ­πέ­τυ­χον ἐ­παγ­γε­λι­ῶν, ἔ­φρα­ξαν στό­μα­τα λε­όν­των, ἔ­σβε­σαν δύ­να­μιν πυ­ρός, ἔ­φυ­γον στό­μα­τα μα­χα­ί­ρας, ἐ­νε­δυ­να­μώ­θη­σαν ἀ­πὸ ἀ­σθε­νε­ί­ας, ἐ­γε­νή­θη­σαν ἰ­σχυ­ροὶ ἐν πο­λέ­μῳ, πα­ρεμ­βο­λὰς ἔ­κλι­ναν ἀλ­λο­τρί­ων· ἔ­λα­βον γυ­ναῖ­κες ξ ἀ­να­στά­σε­ως τος νε­κροὺς αὐ­τῶν· ἄλ­λοι δ ἐ­τυμ­πα­νί­σθη­σαν, ο προσ­δε­ξά­με­νοι τν ἀ­πο­λύ­τρω­σιν, ἵ­να κρε­ίτ­το­νος ἀ­να­στά­σε­ως τύ­χω­σιν· ἕ­τε­ροι δ ἐμ­παιγ­μῶν κα μα­στί­γων πεῖ­ραν ἔ­λα­βον, ἔ­τι δ δε­σμῶν κα φυ­λα­κῆς· ἐ­λι­θά­σθη­σαν, ἐ­πρί­σθη­σαν, ἐ­πει­ρά­σθη­σαν, ν φό­νῳ μα­χα­ί­ρας ἀ­πέ­θα­νον, πε­ρι­ῆλ­θον ν μη­λω­ταῖς, ν αἰ­γε­ί­οις δέρ­μα­σιν, ὑ­στε­ρού­με­νοι, θλι­βό­με­νοι, κα­κου­χο­ύ­με­νοι, ν οκ ν ἄ­ξι­ος ὁ κό­σμος, ἐν ἐ­ρη­μί­αις πλα­νώ­με­νοι κα ὄ­ρε­σι κα σπη­λα­ί­οις κα τας ὀ­παῖς τς γς. Κα οὗ­τοι πάν­τες μαρ­τυ­ρη­θέν­τες δι­ὰ τς πί­στε­ως οκ ἐ­κο­μί­σαν­το τν ἐ­παγ­γε­λί­αν, το Θε­οῦ πε­ρὶ ἡ­μῶν κρεῖτ­τόν τι προ­βλε­ψα­μέ­νου, ἵ­να μ χω­ρὶς ἡ­μῶν τε­λει­ω­θῶ­σι. Τοι­γα­ροῦν κα ἡ­μεῖς, το­σοῦ­τον ἔ­χον­τες πε­ρι­κε­ί­με­νον ἡ­μῖν νέ­φος μαρ­τύ­ρων, ὄγ­κον ἀ­πο­θέ­με­νοι πάν­τα κα τν εὐ­πε­ρί­στα­τον ἁ­μαρ­τί­αν, δι' ὑ­πο­μο­νῆς τρέ­χω­μεν τν προ­κε­ί­με­νον ἡ­μῖν ἀ­γῶ­να, ἀ­φο­ρῶν­τες ες τν τς πί­στε­ως ἀρ­χη­γὸν κα τε­λει­ω­τὴν Ἰ­η­σοῦν.                                                         

   (Εβρ.ια΄[11] 33 – ιβ΄[12] 2)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἀ­δελ­φοί, οἱ ἃγιοι πάντες, ἐπειδὴ εἶχαν πίστη, καταπολέμησαν καὶ ὑπέταξαν βασίλεια, κυβέρνησαν τὸν λαὸ μὲ δικαιοσύνη, πέτυχαν τὴν πραγματοποίηση τῶν ὑποσχέσεων ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεός, ἔφραξαν στόματα λιονταριῶν, ὅπως ὁ Δανιήλ, ἔσβησαν τὴν καταστρεπτικὴ δύναμη τῆς φωτιᾶς, διέφυγαν τὸν κίνδυνο τῆς σφαγῆς, πῆραν δύναμη κι ἔγιναν καλὰ ἀπό ἀρρώστιες, ἀναδείχθηκαν ἰσχυροὶ καὶ ἀνίκητοι στὸν πόλεμο, ἔτρεψαν σὲ φυγὴ τὶς ἐχθρικὲς παρατάξεις καὶ τὰ πολυπληθῆ στρατεύματά τους. Μὲ τὴν πίστη ποὺ εἶχαν στὴν ὑπερφυσικὴ δύναμη τῶν προφητῶν οἱ γυναῖκες ποὺ ἀναφέρει ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ξαναπῆραν πίσω ζωντανὰ τὰ νεκρὰ παιδιά τους ποὺ ἀνέστησαν οἱ προφῆτες. Κι ἄλλοι δέθηκαν στὸ βασανιστικὸ ὄργανο ποὺ λεγόταν τύμπανο καὶ δάρθηκαν σκληρὰ μέχρι θανάτου, ἐπειδὴ δὲν δέχθηκαν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους καὶ νὰ ἐλευθερωθοῦν ἔτσι ἀπό τὸ μαρτύριο. Προτίμησαν τὸ σκληρὸ αὐτὸ μαρτύριο, γιὰ νὰ ἀναστηθοῦν σὲ μιὰ καλύτερη ζωή, παρά νὰ ἔχουν μιὰ πρόσκαιρη ἀποκατάσταση στὴ ζωὴ αὐτή. Κι ἄλλοι πάλι δοκίμασαν ἐμπαιγμοὺς καὶ μαστιγώσεις, ἀκόμη μάλιστα καὶ δεσμὰ καὶ φυλακίσεις. Λιθοβολήθηκαν, πριονίσθηκαν, δοκίμασαν πολλοὺς πειρασμούς, θανατώθηκαν μὲ σφαγὴ ἀπό μαχαίρι, περιφέρονταν σάν πλανόδιοι ἐδῶ κι ἐκεῖ. Φοροῦσαν γιὰ ροῦχα προβιὲς καὶ γιδοδέρματα, ζώντας μέσα σὲ στερήσεις, θλίψεις καὶ κακοπάθειες. Ὁλόκληρος ὁ κόσμος δὲν ἄξιζε ὅσο οἱ ἅγιοι αὐτοὶ ἄνδρες, κι οὔτε μποροῦσε νὰ συγκριθεῖ μ' αὐτούς. Περιπλανιόνταν σὲ ἐρημιὲς καὶ σὲ βουνά, σὲ σπηλιὲς καὶ σὲ τρύπες τῆς γῆς. Κι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἅγιοι ἄνδρες, ἄν καὶ ἔλαβαν ἐγκωμιαστικὴ μαρτυρία γιὰ τὴν πίστη τους, δὲν ἀπόλαυσαν τὴν ὑπόσχεση τῆς οὐράνιας κληρονομιᾶς. Κι αὐτὸ διότι ὁ Θεὸς προέβλεψε γιὰ μᾶς κάτι καλύτερο, ὥστε αὐτοὶ νὰ μή λάβουν σὲ βαθμὸ τέλειο τὴ σωτηρία τους χωρὶς ἐμᾶς, ἀλλά νὰ τὴ λάβουμε ὅλοι μαζί. Ἔτσι ἐμεῖς βρισκόμαστε τώρα σὲ πλεονεκτικότερη θέση ἀπ' αὐτοὺς  ὄχι μόνο ἐπειδὴ ζοῦμε στὰ χρόνια τῆς ἀπολυτρώσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καὶ ἐπειδὴ ἡ περίοδος τῆς ἀναμονῆς γιᾶ μᾶς εἶναι μικρότερη. Ἔχοντας λοιπὸν κι ἐμεῖς τριγύρω μας ἕνα τόσο μεγάλο καὶ πυκνὸ σύννεφο ἀγίων ἀνθρώπων ποῦ μαρτύρησαν γιά τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως, ἂς πετάξουμε ἀπό πάνω μας κάθε φορτίο βιοτικῶν πραγμάτων καὶ φροντίδων, ἐπιπλέον μάλιστα καὶ τὴν ἁμαρτία, στὴν ὁποία εὔκολα κανείς παρασύρεται. Κι ἂς τρέχουμε μὲ ὑπομονὴ τὸν ἀγώνα ποὺ προβάλλει μπροστά μας. Καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ ἂς μή στρέφουμε τὰ βλέμματά μας καὶ τὴν προσοχὴ μας παρὰ μόνο στὸν Ἰησοῦ, ποὺ εἶναι ὁ ἀρχηγὸς καὶ θεμελιωτὴς τῆς πίστεώς μας καὶ μᾶς τελειοποιεῖ σ' αὐτήν.

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Επεν Κύριος τος αυτο μαθητας. Πς ον ­στις ­μο­λο­γ­σει ν ­μο μ­προ­σθεν τν ν­θρ­πων, ­μο­λο­γ­σω κ­γ ν α­τ μ­προ­σθεν το πα­τρς μου το ν ο­ρα­νος· ­στις δ' ν ρ­ν­ση­τα με μ­προ­σθεν τν ν­θρ­πων, ρ­ν­σο­μαι α­τν κ­γ μ­προ­σθεν το πα­τρς μου το ν ο­ρα­νος.  φι­λν πα­τ­ρα μη­τ­ρα ­πρ ­μ οκ ­στι μου ­ξι­ος· κα φι­λν υ­ν θυ­γα­τ­ρα ­πρ ­μ οκ ­στι μου ­ξι­ος· κα ς ο λαμ­β­νει τν σταυ­ρν α­το κα ­κο­λου­θε ­π­σω μου, οκ ­στι μου ­ξι­ος. Ττε ­πο­κρι­θες Πτρος ε­πεν α­τ· ­δο ­μες ­φ­κα­μεν πν­τα κα ­κο­λου­θ­σα­μν σοι· τ ­ρα ­σται ­μν; δ ­η­σος ε­πεν α­τος· ­μν λ­γω ­μν ­τι ­μες ο ­κο­λου­θ­σαν­τς μοι, ν τ πα­λιγ­γε­νε­σ­, ­ταν κα­θ­σ υ­ς το ν­θρ­που ­π θρ­νου δ­ξης α­το, κα­θ­σε­σθε κα ­μες ­π δ­δε­κα θρ­νους κρ­νον­τες τς δ­δε­κα φυ­λς το σ­ρα­λ. κα πς ς ­φ­κεν ο­κ­ας ­δελ­φος ­δελ­φς πα­τ­ρα μη­τ­ρα γυ­να­­κα τ­κνα ­γρος ­νε­κεν το ὀ­νό­μα­τός μου, ἑ­κα­τον­τα­πλα­σί­ο­να λή­ψε­ται κα ζω­ὴν αἰ­ώ­νι­ον κλη­ρο­νο­μή­σει. Πολ­λοὶ δ ἔ­σον­ται πρῶ­τοι ἔ­σχα­τοι κα ἔ­σχα­τοι πρῶ­τοι.

                    (Ματθ.ι΄[10] 32 – 33, 37 – 38, ιθ΄[19] 27 – 30)

 

ΑΓΙΟΙ ΠΑΝΤΕΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Σήμερα ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία πανηγυρίζει τὴ μνήμη τῶν ἁγίων Πάντων· τῶν ἀγωνιστῶν τῆς πίστεως ποὺ βάδισαν τὸν ἀνηφορικὸ δρόμο τῆς ἁγιότητος, ἐπειδὴ ἀγάπησαν πολὺ τὸν Κύριο καὶ θέλησαν νὰ ζήσουν μαζί Του αἰωνίως. Αὐτὸν τὸν δρόμο πρὸς τὸν οὐρανό, ποὺ ἀκολούθησαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι, μᾶς ὑποδεικνύει καὶ τὸ σημερινὸ Ἀνάγνωσμα.

1. ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ

Κάθε ἄνθρωπο, μᾶς λέγει ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος θὰ ὁμολογήσει τὴν πίστη του σὲ μένα μπροστὰ στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, θα τὸν ἀναγνωρίσω κι ἐγὼ σὰν δικό μου κατὰ τὴ Δευτέρα μου Παρουσία ἐνώπιον τοῦ οὐρανίου Πατρός μου. Ἐκεῖνον ὅμως ὁ ὁποῖος ἀπὸ φόβο καὶ δειλία, ὑπολογισμοὺς καὶ ἀνθρωπαρέσκεια θὰ μὲ ἀρνηθεῖ μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ἀρνηθῶ κι ἐγὼ καὶ δὲν θὰ τὸν ἀναγνωρίσω μπροστὰ στὸν οὐράνιο Πατέρα μου.

Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν πατέρα του ἢ τὴν μητέρα του περισσότερο ἀπὸ ἐμένα, δὲν εἶναι ἄξιος καὶ γνήσιος μαθητής μου. Καὶ ὅποιος ἀγαπᾶ τὸ παιδί του περισσότερο ἀπὸ ἐμένα, δὲν εἶναι ἄξιος γιὰ ἐμένα. Τὸ ἴδιο καὶ ὅποιος δὲν μὲ ἀκολουθεῖ μὲ τὴν ἀπόφαση καὶ νὰ πεθάνει ἀκόμη γιὰ χάρη μου μὲ θάνατο μαρτυρικὸ, ἂν χρειασθεῖ.

ΑΚΑΤΑΛΗΠΤΑ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου μας. Μᾶς ζητεῖ νὰ τὸν ἀγαπήσουμε τόσο πολύ, ὥστε νὰ φθάσουμε καὶ μέχρι τὸ μαρτύριο γιὰ χάρη Του· νὰ τὸν ἀγαπήσουμε περισσότερο κι ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, περισσότερο κι ἀπὸ τὰ πλέον ἀγαπημένα μας πρόσωπα· νὰ βάλουμε σὲ δεύτερη θέση τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πατέρα μας, τὴ μητέρα μας, τὰ παιδιά μας. Βέβαια ὁ Κύριος δὲν θέλει νὰ σβήσουμε ἀπὸ τὴν καρδιά μας τὴν ἀγάπη πρὸς τὰ πρόσωπα αὐτά, ἀλλὰ μᾶς ζητεῖ νὰ βάζουμε πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα Ἐκεῖνον.

Ἂς ρωτήσουμε λοιπὸν μὲ εἰλικρίνεια τὸν ἑαυτό μας: Ἀγαποῦμε πράγματι μὲ ὅλη μας τὴ δύναμη καὶ τὴ θέρμη τῆς ψυχῆς μας τὸν Κύριο; Τὸν ἔχουμε βάλει στὴν πρώτη θέση τῆς καρδιᾶς μας; Ἢ μήπως κάποτε μετριάζεται ἡ ἀγάπη μας πρὸς τὸν Θεό, ἐπειδὴ ἀγαποῦμε περισσότερο ἄλλα πρόσωπα ἢ πράγματα;

Διότι ὁ Κύριος δὲν θέλει ἁπλῶς μιὰ θέση στὴν καρδιά μας, ἀλλὰ τὴν πρώτη θέση· καὶ στὴν καρδιά μας καὶ στὴ ζωή μας. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἔκαναν καὶ οἱ Ἅγιοι. Ἀγάπησαν δυνατὰ καὶ πάνω ἀπ᾿ ὁτιδήποτε ἄλλο τὸν Θεό. Καὶ ἔζησαν μ᾿ Αὐτὸν καὶ γι᾿ Αὐτόν. Πολὺ εὔλογη λοιπὸν εἶναι καὶ ἡ ἐρώτηση τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ποὺ ἀκολουθεῖ στὴ συνέχεια τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου.

2. ΠΡΩΤΗ ΘΕΣΗ

Ἐμεῖς οἱ μαθηταί Σου, εἶπεν ὁ Πέτρος, τὰ ἀφήσαμε ὅλα καὶ Σὲ ἀκολουθήσαμε. Ποιὰ λοιπὸν ἀμοιβὴ θὰ ἔχουμε;

Καὶ ὁ Κύριος ἀπαντᾶ:

Σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι ἐσεῖς ποὺ μὲ ἀκολουθήσατε καὶ θὰ μείνετε πιστοὶ μέχρι τέλους σὲ μένα, ὅταν κατὰ τὴ Δευτέρα μου Παρουσία καὶ τὴν ἀναδημιουργία τοῦ σύμπαντος θὰ καθίσω στὸν ἔνδοξο θρόνο μου γιὰ νὰ κρίνω ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, τότε καὶ σεῖς θὰ καθίσετε σὲ δώδεκα θρόνους γιὰ νὰ κρίνετε τὶς δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ. Ἀλλὰ καὶ καθένας ὁ ὁποῖος θὰ μείνει πιστὸς καὶ ἀφοσιωμένος σὲ μένα, καὶ ἄφησε γιὰ χάρη μου σπίτια, ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὲς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναίκα ἢ παιδιὰ ἢ χωράφια, αὐτὸς κι ἐδῶ στὴ γῆ θὰ ἀπολαύσει ἑκατονταπλάσια καί, τὸ σπουδαιότερο, θὰ κληρονομήσει τὴν αἰώνια ζωή. Πολλοὶ ποὺ σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο θεωροῦνται πρῶτοι, στὴν αἰωνιότητα θὰ βρεθοῦν τελευταῖοι. Ἐνῶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐδῶ θεωροῦνται ἀπό τους ἀνθρώπους τελευταῖοι καὶ ἄσημοι, ἐκεῖ θὰ εἶναι πρῶτοι.

ΠΟΣΟ ἀντιστρέφονται λοιπὸν οἱ θέσεις στὴν ἄλλη ζωή! Ἐδῶ σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο, ποὺ ἐπικρατεῖ τὸ ψέμα, ἡ ὑποκρισία καὶ ἡ μάταιη δόξα, συνήθως κυριαρχοῦν καὶ βρίσκονται στὴν ἐπιφάνεια ἄνθρωποι κούφιοι, κενόδοξοι, ἀνάξιοι τῆς θέσεώς τους. Καὶ μάλιστα συχνὰ προβάλλονται καὶ διαφημίζονται ὡς πρότυπα ζωῆς ἄνθρωποι διεστραμμένοι, πνευματικὰ ἄρρωστοι. Ἐνῷ πολλοὶ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ δὲν θέλουν νὰ κάνουν συμβιβασμοὺς μὲ τὴ συνείδησή τους, συχνὰ χάνουν ἀξιώματα, θέσεις καὶ τιμές, μένουν στὸ περιθώριο. Εἶναι μάλιστα ἀρκετοὶ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ θυσιάζουν γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ πτυχία καὶ κοινωνικὴ ἀνάδειξη καὶ ἀφοσιώνονται ὁλοκληρωτικὰ στὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του. Ὅλους ὅμως αὐτοὺς δὲν τοὺς προβάλλουν τὰ Μέσα Μαζικῆς Ἐνημερώσεως, δὲν τοὺς ξέρουν οἱ πολλοί. Κάποιοι μάλιστα τοὺς θεωροῦν ὡς τοὺς ἀποτυχημένους τῆς ζωῆς, ὡς τοὺς τελευταίους. Καὶ γι᾿ αὐτὸ κάποτε τοὺς περιφρονοῦν, τοὺς διακωμωδοῦν, τοὺς ὑβρίζουν.

Πόσο ὅμως ἀλλάζει ἡ εἰκόνα στὴν ἄλλη ζωή! Ἐκεῖ οἱ πρῶτοι γίνονται τελευταῖοι. Καὶ οἱ τελευταῖοι τῆς γῆς παίρνουν τώρα τὴ θέση ποὺ τοὺς ἀξίζει. Ὁ Κύριος τοὺς δοξάζει μὲ δόξα μοναδικὴ καὶ αἰώνια. Ἀστράφτουν μέσα στὸ θεϊκὸ μεγαλεῖο, ἀκτινοβολοῦν ὑπερκόσμιο φῶς. Ἔτσι δοξάζονται στὸν οὐρανὸ ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ἔτσι θὰ τοὺς ἀντικρίσουμε κι ἐμεῖς στὴν ἄλλη ζωή.

Ἀλήθεια ἐμεῖς σὲ ποιὰ θέση θὰ θέλαμε νὰ βρεθοῦμε; Μὲ τοὺς τελευταίους του σκότους ἢ μὲ τοὺς πρώτους του φωτός, τοὺς ἁγίους Πάντες; Ἡ ἀπάντηση εἶναι φανερή. Μὲ τοὺς ἁγίους Πάντες. Ἂς τοὺς μιμηθοῦμε λοιπόν.

 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)