Σάββατο 19 Απριλίου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ       

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

(20 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2025)

 


ΣΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

 

ΕΩΘΙΝΟΝ Β΄

 

Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν τὸν Ἰησοῦν. Καὶ λίαν πρωΐ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς, Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος, ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον, εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. ὁ δὲ λέγει αὐταῖς, Μὴ ἐκθαμβεῖσθε, Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον, ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὦδε, ἴδε, ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν, ἀλλ' ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ, ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου, εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον, ἐφοβοῦντο γάρ.

(Μᾶρκ. ιϚ΄[16] 1 – 8)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

1 Αφοῦ πέρασε τό Σάββατο, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καί ἡ Σαλώμη ἀγόρασαν τό βράδυ τοῦ Σαββάτου ἀρώματα, γιά νά ἔλθουν τό πρωί στόν τάφο καί νά ἀλείψουν τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.  2 Καί πολύ πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται στό μνημεῖο τήν ὥρα πού ὁ ἥλιος ἄρχισε νά διαλύει τό πρωινό σκοτάδι, καθώς πῆρε ν’ ἀνατέλλει κάτω ἀπ’ τόν ὁρίζοντα.  3 Κι ἔλεγαν μεταξύ τους: Ποιός θά μᾶς κυλίσει τή μεγάλη πέτρα μακριά ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ μνημείου;  4 Μόλις ὅμως ἔστρεψαν τά μάτια τους πρός τά ἐκεῖ, εἶδαν ὅτι εἶχε μετατοπισθεῖ ἡ πέτρα μακριά ἀπ’ τό μνημεῖο. Καί τά ἔλεγαν αὐτά μεταξύ τους, διότι ἡ πέτρα αὐτή ἦταν πολύ μεγάλη καί δέν ἦταν εὔκολο νά μετακινηθεῖ.  5 Κι ἀφοῦ μπῆκαν στό μνημεῖο, εἶδαν ἕνα νέο πού καθόταν στά δεξιά τοῦ μνημείου καί ἦταν ντυμένος μέ λευκή στολή, καί γέμισαν μέ τρόμο καί κατάπληξη.  6 Αὐτός ὅμως τούς εἶπε: Μήν τρομάζετε καί μή φοβάστε. Ξέρω ποιόν ζητᾶτε. Ζητᾶτε τόν Ἰησοῦ τόν Ναζαρηνό τόν ἐσταυρωμένο. Ἀναστήθηκε. Δέν εἶναι ἐδῶ. Νά, εἶναι ἀδειανό
τό μέρος πού τόν ἔβαλαν.  7 Ἀλλά πηγαίνετε καί πέστε στούς μαθητές του καί ἰδιαιτέρως στόν Πέτρο, πού ἔχει ἀνάγκη παρηγοριᾶς καί βεβαιώσεως ὅτι συγχωρήθηκε γιά τήν ἄρνησή του, ὅτι πηγαίνει πρίν ἀπό σᾶς στή Γαλιλαία καί σᾶς περιμένει ἐκεῖ. Ἐκεῖ θά τόν δεῖτε, ὅπως σᾶς τό εἶπε πρίν σταυρωθεῖ.  8 Ἐκεῖνες τότε βγῆκαν κι ἔφυγαν ἀπό τό μνημεῖο. Ἦταν μάλιστα γεμάτες τρόμο καί ἔκσταση. Δέν εἶπαν ὅμως τίποτε σέ κανένα, διότι ἦταν φοβισμένες.

 

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Τὸν μὲν πρῶ­τον λό­γον ἐ­ποι­η­σά­μην πε­ρὶ πάν­των, ὦ Θε­ό­φι­λε, ὧν ἤρ­ξα­το ὁ ᾿Ι­η­σοῦς ποι­εῖν τε καὶ δι­δά­σκειν ἄ­χρι ἧς ἡ­μέ­ρας ἐν­τει­λά­με­νος τοῖς ἀ­πο­στό­λοις διὰ Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου οὓς ἐ­ξε­λέ­ξα­το ἀ­νε­λή­φθη· οἷς καὶ πα­ρέ­στη­σεν ἑ­αυ­τὸν ζῶν­τα με­τὰ τὸ πα­θεῖν αὐ­τὸν ἐν πολ­λοῖς τεκ­μη­ρί­οις, δι᾿ ἡ­με­ρῶν τεσ­σα­ρά­κον­τα ὀ­πτα­νό­με­νος αὐ­τοῖς καὶ λέ­γων τὰ πε­ρὶ τῆς βα­σι­λε­ί­ας τοῦ Θε­οῦ. Καὶ συ­να­λι­ζό­με­νος πα­ρήγ­γει­λεν αὐ­τοῖς ἀ­πὸ ῾Ι­ε­ρο­σο­λύ­μων μὴ χω­ρί­ζε­σθαι, ἀλ­λὰ πε­ρι­μέ­νειν τὴν ἐ­παγ­γε­λί­αν τοῦ πα­τρὸς ἣν ἠ­κο­ύ­σα­τέ μου· ὅ­τι ᾿Ι­ω­άν­νης μὲν ἐ­βά­πτι­σεν ὕ­δα­τι, ὑ­μεῖς δὲ βα­πτι­σθή­σε­σθε ἐν Πνε­ύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ οὐ με­τὰ πολ­λὰς τα­ύ­τας ἡ­μέ­ρας. Οἱ μὲν οὖν συ­νελ­θόν­τες ἐ­πη­ρώ­των αὐ­τὸν λέ­γον­τες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρό­νῳ το­ύ­τῳ ἀ­πο­κα­θι­στά­νεις τὴν βα­σι­λε­ί­αν τῷ ᾿Ισ­ρα­ήλ; Εἶ­πε δὲ πρὸς αὐ­το­ύς· Οὐχ ὑ­μῶν ἐ­στι γνῶ­ναι χρό­νους ἢ και­ροὺς οὓς ὁ πα­τὴρ ἔ­θε­το ἐν τῇ ἰ­δί­ᾳ ἐ­ξου­σί­ᾳ, ἀλ­λὰ λή­ψε­σθε δύ­να­μιν ἐ­πελ­θόν­τος τοῦ ῾Α­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος ἐφ᾿ ὑ­μᾶς, καὶ ἔ­σε­σθέ μοι μάρ­τυ­ρες ἔν τε ῾Ι­ε­ρου­σα­λὴμ καὶ ἐν πά­σῃ τῇ ᾿Ι­ου­δα­ί­ᾳ καὶ Σα­μα­ρε­ί­ᾳ καὶ ἕ­ως ἐ­σχά­του τῆς γῆς.

      (Πράξ. Ἀποστ. a΄[1] 1 – 8)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο, πού ὀ­νο­μά­ζε­ται Εὐ­αγ­γέ­λιο, τὸ ἔ­γρα­ψα, Θε­ό­φι­λε, γιὰ νὰ ἐ­ξι­στο­ρή­σω σ' αὐ­τὸ πε­ρι­λη­πτι­κὰ ὅ­λα ὅ­σα ἔ­κα­νε καὶ δί­δα­ξε ὁ Ἰ­η­σοῦς ἀ­πὸ τὴν ἀρχή τῆς δη­μό­σιας δρά­σε­ώς του μέ­χρι τὴν ἡμέρα πού ἀ­να­λή­φθη­κε στοὺς οὐ­ρα­νούς, ἀφοῦ προ­η­γου­μέ­νως μὲ συ­νερ­γὸ καὶ τὸ ­Ἅ­γιον Πνεῦ­μα ἔ­δω­σε ἐν­το­λὲς στοὺς ἀ­πο­στό­λους πού εἶ­χε δι­α­λέ­ξει ὁ ἴδιος. Με­τὰ τὸ πά­θος του καὶ τὸ θά­να­τό του πα­ρου­σι­ά­στη­κε σ' αὐ­τοὺς τοὺς ἴδιους ζων­τα­νός. Καὶ μὲ πολ­λὲς ἀ­πο­δεί­ξεις ὁ ἀ­να­στη­μέ­νος Κύ­ριος τούς βε­βαί­ω­σε ὅ­τι πραγ­μα­τι­κὰ ἦ­ταν ζων­τα­νός. Καὶ ἐ­πὶ σα­ράν­τα ἡμέρες ἐμ­φα­νι­ζό­ταν σ' αὐ­τοὺς κα­τὰ δι­α­στή­μα­τα καὶ τοὺς μι­λοῦ­σε γιὰ τὶς ἀ­λή­θει­ες καὶ τὰ μυ­στή­ρια πού ἀ­να­φέ­ρον­ταν στὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Κι ἐ­νῶ ἔ­τρω­γε μα­ζί τους τὴν ἴδια τρο­φὴ πού ἔ­τρω­γαν κι ἐ­κεῖ­νοι, τοὺς ἔ­δω­σε τὴν ἑξῆς ἐν­το­λή: Μὴν ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ­τε ἀ­πὸ τὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ἀλλά νὰ πε­ρι­μέ­νε­τε τὴν πραγ­μα­το­ποί­η­ση τῆς ὑ­πο­σχέ­σε­ως πού ἀ­κού­σα­τε ἀ­πὸ τὸ στό­μα μου, ὅ­τι δη­λα­δὴ ὁ Πα­τὴρ θὰ σᾶς στεί­λει τὸ ­Ἅ­γιον Πνεῦ­μα. Εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ πε­ρι­μέ­νε­τε νὰ λά­βε­τε τὸ ­Ἅ­γιον Πνεῦ­μα, δι­ό­τι ὁ Ἰ­ω­άν­νης βά­πτι­σε μὲ ἁπλό νε­ρό, καὶ τὸ βά­πτι­σμα του συ­νε­πῶς δὲν εἶ­χε τὴ δύ­να­μη νὰ ἀ­να­γεν­νή­σει ἐ­κεί­νους πού βα­πτί­ζον­ταν μ' αὐ­τό. Ἐ­σεῖς ὅ­μως θὰ βα­πτι­σθεῖ­τε μὲ τὸ ­Ἅ­γιον Πνεῦ­μα ὄ­χι πολ­λὲς μέ­ρες με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς πού δι­ερ­χό­μα­στε. Ὕ­στε­ρα λοι­πὸν ἀ­πὸ τὶς ἐλ­πί­δες αὐ­τὲς πού ἔδωσε ὁ Χρι­στὸς στοὺς μα­θη­τές του, συγ­κεν­τρώ­θη­καν ὅ­λοι μα­ζὶ καὶ τὸν ρω­τοῦ­σαν: Κύ­ρι­ε, πές μας· στὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα τῶν ἡμερῶν αὐ­τῶν πρό­κει­ται νὰ ἀ­πο­κα­τα­στή­σεις στὴν πα­λαι­ά της δύ­να­μη καὶ δό­ξα τὴ βα­σι­λεί­α γιὰ τὸν Ἰσ­ρα­ήλ; Ὁ Ἰ­η­σοῦς ὅ­μως τοὺς εἶ­πε: Δὲν ἀ­νή­κει σὲ σᾶς καὶ δὲν εἶ­ναι δι­κό σας δι­καί­ω­μα νὰ γνω­ρί­σε­τε τὰ χρό­νια ἢ τοὺς ὁ­ρι­σμέ­νους μῆ­νες καὶ τὶς ἡμέρες, τά ὁποῖα ὁ Πατήρ κρά­τη­σε στὴν ἀ­πο­κλει­στι­κὴ ἐ­ξου­σί­α του. Αὐ­τὸς μόνον τὰ γνω­ρί­ζει καὶ μό­νον αὐ­τὸς θὰ ὁ­λο­κληρώσει ὅσα θὰ συν­τε­λε­σθοῦν κα­τὰ τὴ διά­ρκεια αὐ­τῶν τῶν χρό­νων. Θὰ λά­βε­τε ὅ­μως ἐ­νί­σχυ­ση καὶ δύ­να­μη, ὅ­ταν θὰ ἔλθει πά­νω σας τὸ ­Ἅ­γιον Πνεῦ­μα. Καὶ θὰ γί­νε­τε μάρ­τυ­ρες τῆς ζω­ῆς μου καὶ τῆς δι­δα­σκα­λί­ας μου καὶ στὴν Ἱερουσαλήμ καὶ σ' ὅ­λη τὴν Ἰ­ου­δαί­α καὶ στὴ Σα­μά­ρεια καὶ μέχρι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο καὶ πιὸ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο ση­μεῖ­ο τῆς γῆς.

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

ν ἀρ­χῇ ἦν Λγος, κα Λγος ν πρς τν Θε­όν, κα Θε­ὸς ν Λγος.  Οὗ­τος ν ν ἀρ­χῇ πρς τν Θε­όν. πάν­τα δι' αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το, κα χω­ρὶς αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το οὐ­δὲ ν γέ­γο­νεν. ν αὐ­τῷ ζω­ὴ ν, κα ζω­ὴ ν τ φς τν ἀν­θρώπων κα τ φς ν τ σκο­τί­ᾳ φα­ί­νει, κα σκο­τί­α αὐ­τὸ ο κα­τέ­λα­βεν. Ἐ­γέ­νε­το ἄν­θρω­πος ἀ­πε­σταλ­μέ­νος πα­ρὰ Θε­οῦ, ὄ­νο­μα αὐ­τῷ Ἰ­ω­άν­νης· οὗ­τος ἦλ­θεν ες μαρ­τυ­ρί­αν, ἵ­να μαρ­τυ­ρή­σῃ πε­ρὶ το φω­τός, ἵ­να πάν­τες πι­στε­ύ­σω­σιν δι' αὐ­τοῦ. οκ ν ἐ­κεῖ­νος τ φς, ἀλ­λ' ἵ­να μαρ­τυ­ρή­σῃ πε­ρὶ το φω­τός. ν τ φς τ ἀ­λη­θι­νόν, φω­τί­ζει πάν­τα ἄν­θρω­πον, ἐρ­χό­με­νον ες τν κό­σμον. ν τ κό­σμῳ ν, κα κό­σμος δι' αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το, κα κό­σμος αὐ­τὸν οκ ἔ­γνω. ες τ ἴ­δι­α ἦλ­θεν, κα ο ἴ­δι­οι αὐ­τὸν ο πα­ρέ­λα­βον. ὅ­σοι δ ἔ­λα­βον αὐ­τόν, ἔ­δω­κεν αὐ­τοῖς ἐ­ξου­σί­αν τέ­κνα Θε­οῦ γε­νέ­σθαι, τος πι­στε­ύ­ου­σιν ες τ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ, ο οκ ξ αἱ­μά­των, οὐ­δὲ κ θε­λή­μα­τος σαρ­κὸς, οὐ­δὲ κ θε­λή­μα­τος ἀν­δρὸς, ἀλ­λ' ἐκ Θε­οῦ ἐ­γεν­νή­θη­σαν. Κα Λγος σρξ ἐ­γέ­νε­το κα ἐ­σκή­νω­σεν ἐν ἡ­μῖν, κα ἐ­θε­α­σά­με­θα τν δό­ξαν αὐ­τοῦ, δό­ξαν ς μο­νο­γε­νοῦς πα­ρὰ πα­τρός, πλή­ρης χά­ρι­τος κα ἀ­λη­θε­ί­ας. Ἰ­ω­άν­νης μαρ­τυ­ρεῖ πε­ρὶ αὐ­τοῦ κα κέ­κρα­γεν λέ­γων· Οὗ­τος ν ν εἶ­πον, ὀ­πί­σω μου ἐρ­χό­με­νος ἔμ­προ­σθέν μου γέ­γο­νεν, ὅ­τι πρῶ­τός μου ν. Κα κ το πλη­ρώ­μα­τος αὐ­τοῦ ἡ­μεῖς πάν­τες ἐ­λά­βο­μεν, κα χά­ριν ἀν­τὶ χά­ρι­τος· ὅ­τι ὁ νό­μος δι­ὰ Μω­ϋ­σέ­ως ἐ­δό­θη, χά­ρις κα ἀ­λή­θει­α δι­ὰ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἐ­γέ­νε­το.               

   (Ἰωάν. a΄[1] 1 – 17 )

 

ΑΝΕΣΤΗΣΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΟΛΟ

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

ΑΝΑΣΤΑΣΗ!

Τὸ μυστικὸ κέντρο τοῦ Σύμπαντος. Τὸ πέρασμα ἀπό τὸν θάνατο στή ζωή. Ἡ ζωὴ τῶν πάντων. Ἡ χαρά. Ὁ θρίαμβος.

Ἀνάσταση! Ποιός ἀνεστήθη; Ποιός εἶναι πράγματι αὐτός τοῦ ὁποίου τὴν Ἀνάσταση πανηγυρίζουμε;

Ἡ ἀπάντηση μέσα ἀπό τό ἱερό κείμενο, ἀπό τούς πρώτους 17 στίχους τοῦ κατά Ἰωάννη Εὐαγγελίου, ξεπερνᾶ τὴν ἀντοχὴ τοῦ νοῦ, ξεπερνᾶ ἀκόμη καὶ τὴ φαντασία μας.

«Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος». Στὴν ἀρχή τῆς δημιουργίας καὶ πρὶν ἀπό κάθε δημιούργημα, πρὶν ὑπάρξει χρόνος καὶ χῶρος, προαιωνίως, ὑπῆρχεν ὁ Λόγος.

Ὁ Λόγος. Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Τὸ δεύτερο Πρόσωπο τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ. Ὁ δὲ Λόγος ἦταν μαζί μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα ὡς Θεὸς τέλειος καὶ Αὐτός, ὅπως καί ὁ Πατὴρ καὶ τὸ Πνεῦμα τό Ἅγιον. Αὐτὸς ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ δημιούργησε τὰ πάντα, συνδημιουργὸς μὲ τὸν Πατέρα καί τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτὸς εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ κόσμου καὶ τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. Φῶς ποὺ ἦλθε στὸν κόσμο καὶ φωτίζει τὸ σκοτάδι τοῦ κοσμικοῦ κακοῦ. Ἀλλὰ τὸ σατανικὸ σκοτάδι τοῦ κόσμου αὐτὸ τὸ φῶς δὲν τὸ δέχτηκε, οὔτε ὅμως καὶ μπόρεσε νὰ τὸ ἐξουδετερώσει.

Τὴν παρουσία καὶ ἀποδοχὴ αὐτοῦ τοῦ φωτός τοῦ Λόγου ἀπό τόν κόσμο ἦλθε νὰ προετοιμάσει ὁ μεγάλος ἐκεῖνος ἀπεσταλμένος του Θεοῦ, ὁ Πρόδρομος Ἰωάννης. Αὐτὸς ἦλθε νὰ δώσει μαρτυρία γιὰ τὸ ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Δὲν ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Πρόδρομος τὸ φῶς, ἀλλ' ἁπλῶς ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ, γιά νά δώσει τή μαρτυρία του γιά τό ἀληθινό φῶς, τὸν Χριστό.

Αὐτός, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἦταν πάντοτε τὸ ἀληθινὸ φῶς, ποὺ φωτίζει κάθε ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ἔρχεται σ' αὐτὸν τὸν κόσμο. Αὐτὸς ὑπῆρχε πάντοτε στὸν κόσμο καί ὁ κόσμος ὅλος δι᾿ Αὐτοῦ δημιουργήθηκε. Ἀλλ’ ὅταν Αὐτὸς ἔγινε καὶ ἄνθρωπος, ὁ κόσμος δὲν τὸν ἀναγνώρισε ὡς Δημιουργό του. Ἦλθε στούς δικούς Του, τὸν ἐκλεγμένο λαό Του, ἀλλά οἱ δικοί Του δὲν τὸν δέχθησαν. Σέ ὅσους ὅμως τὸν δέχθησαν ὡς Λυτρωτή καί πίστευσαν σ' Αὐτόν, τοὺς ἔδωσε τὴ δυνατότητα νὰ γίνουν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Αὐτοί δέ πού δέχθησαν τόν Θεό Λόγο ὡς φῶς τῆς ζωῆς τους, στὴν πραγματικότητα δὲν ἔχουν γεννηθεῖ σάν τούς ἄλλους ἀνθρώπους, μόνο ἀπὸ σαρκικὴ ἐπιθυμία, ἀλλά γεννήθηκαν ἀπό τόν Θεό.

ΑΥΤΟΣ ΛΟΙΠΟΝ ὁ Θεὸς Λόγος, ἡ δημιουργικὴ αἰτία τῶν πάντων καὶ τὸ πνευματικὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων, Αὐτὸς «σὰρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν»· ἔγινε καὶ ἄνθρωπος, μὲ σάρκα ἀνθρώπινη, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, καὶ ἔζησε ἀνάμεσά μας. Καὶ ἐμεῖς οἱ μαθηταί Του εἴδαμε τή θεϊκή Του δόξα, τὴ δόξα πού εἶχε ἀπό τόν Θεὸ Πατέρα ὡς Μονογενὴς Υἱός, τὴ δόξα Αὐτοῦ ποὺ ἦταν γεμάτος χάρη καί ἀλήθεια.

ΠΕΡΙ ΑΥΤΟΥ λοιπὸν τοῦ ἐνσαρκωθέντος Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ἔδωσε τὴ μαρτυρία του ὁ Πρόδρομος Ἰωάννης κηρύττοντας ὅτι: Αὐτὸς εἶναι γιὰ τὸν Ὁποῖο εἶχα πεῖ ὅτι, ἐνῷ θά ἔλθει μετά ἀπό ἐμένα, ὑπῆρξε πρὶν ἀπό ἐμένα, διότι ὡς πρωτότοκος καὶ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὑπῆρχε πρὸ πάντων τῶν αἰώνων.

ΑΥΤΟΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ὁ Υἱός καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔγινε καὶ ἄνθρωπος, εἶναι ἡ ἀνεξάντλητη πηγή ὅλων τῶν τελειοτήτων, ἀπό τὴν ὁποία ἐμεῖς οἱ πιστοὶ Του ἐλάβαμε πλῆθος δωρεῶν καὶ τὴ μία χάριν ἐπάνω στὴν ἄλλη χάριν. Διότι ὁ Νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ τόσο δύσκολος νὰ ἐφαρμοσθεῖ ἀπό μᾶς τοὺς ἀνθρώπους, μᾶς δόθηκε διὰ τοῦ Μωϋσέως. Ἡ Θεία Χάρις ὅμως, ποὺ μᾶς ἐνδυναμώνει, καὶ ἡ σωτηριώδης ἀλήθεια, ποὺ μᾶς ἐλευθερώνει ἀπό τὴν πλάνη, ἦλθαν σὲ μᾶς διὰ τοῦ ἐνσαρκωθέντος Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ίησοῦ Χριστοῦ.

«Ο ΛΟΓΟΣ ΣΑΡΞ ΕΓΕΝΕΤΟ»

Τώρα τὸ ἀρχικό μας ἐρώτημα εἶναι φανερὸ ὅτι ἔχει πλήρως ἀπαντηθεῖ. Αὐτός, τοῦ Ὁποίου ἑορτάζουμε τὴν Ἀνάσταση, δὲν εἶναι ἕνας ἁπλοῦς ἄνθρωπος. Ποιός εἶναι; Εἶναι ὁ Μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἔγινε καὶ ἄνθρωπος πραγματικὸς σάν καί μᾶς — «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» — γιὰ νὰ μᾶς ἑλκύσει κοντά Του. Κοντά Του. Στὴ θεϊκὴ Του δόξα καί ζωή καὶ μακαριότητα.

Τί νὰ συλλάβει ὁ πτωχὸς καὶ ἀδύναμος νοῦς μας! Πῶς νὰ κατανοήσει ὅτι ὁ ὑπεράπειρος Θεός, ὁ Δημιουργὸς τῶν πάντων, ἦρθε κάποια στιγμὴ πάνω στὴ γῆ ὡς ἄνθρωπος καὶ ἔζησε ἀνάμεσά μας! Καὶ πῶς νὰ δεχθοῦμε ὅτι Αὐτὸς ὁ ἐνσαρκωμένος Θεὸς παραδόθηκε σὲ φρικτὰ παθήματα καὶ σὲ ἐξευτελιστικό θάνατο ἀπό μᾶς τοὺς ὁποίους ἦλθε νὰ λυτρώσει! Καὶ ὅμως αὐτὸ τὸ ἀπίστευτο εἶναι ἡ ἀλήθεια.

Ἦλθεν ὡς ἄνθρωπος στή γῆ. Ἀπέθανε. Καὶ ἀνεστήθη!

Δηλαδὴ ἀνέστησε τὸν κόσμο ὅλο, ὅλο τὸ Σύμπαν. Καὶ ὅλους μας! Ἂν φυσικὰ θελήσουμε νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε!

 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

Παρασκευή 11 Απριλίου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ



(13 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2025)

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΟΥ ΟΡΘΡΟΥ (ΒΑΪΩΝ)

Τ καιρ κείν, τε γγισεν ησος ες εροσλυμα κα λθον ες Βηθσφαγ ες τ ρος τν λαιν, ττε ησος πστειλε δο μαθητς 2λγων ατος· Πορεεθητε ες τν κμην τν πναντι μν, κα εθως ερσετε νον δεδεμνην κα πλον μετ' ατς· λσαντες γγετ μοι. 3κα ἐάν τις μν επ τι, ρετε τι Κριος ατν χρεαν χει· εθως δ ποστελε ατος. 4Τοτο δ λον γγονεν να πληρωθ τ ηθν δι το προφτου λγοντος· 5επατε τ θυγατρ Σιν, δο βασιλες σου ρχετα σοι, πρας κα πιβεβηκς π νον κα πλον υἱὸν ποζυγου. 6πορευθντες δ ο μαθητα κα ποισαντες καθς προσταξεν ατος ησος, 7γαγον τν νον κα τν πλον, κα πθηκαν πνω ατν τ μτια ατν, κα πεκθισεν πνω ατν. 8 δ πλεστος χλος στρωσαν αυτν τ μτια ν τ δ, λλοι δ κοπτον κλδους π τν δνδρων κα στρννυον ν τ δ9ο δ χλοι ο προγοντες (ατν) κα ο κολουθοντες κραζον λγοντες· σανν τ υἱῷ Δαυδ· ελογημνος ρχμενος ν νματι Κυρου· σανν ν τος ψστοις. 10κα εσελθντος ατο ες εροσλυμα σεσθη πσα πλις λγουσα· Τς στιν οτος; 11ο δ χλοι λεγον· Οτς στιν ησος προφτης π Ναζαρτ τς Γαλιλαας. 15δντες δ ο ρχιερες κα ο γραμματες τ θαυμσια ποησε κα τος παδας κρζοντας ν τ ερ κα λγοντας, σανν τ υἱῷ Δαυδ, γανκτησαν 16κα επον ατ· κοεις τ οτοι λγουσιν; δ ησος λγει ατος· Να· οδποτε νγνωτε τι κ στματος νηπων κα θηλαζντων κατηρτσω ανον; 17κα καταλιπν ατος ξλθεν ξω τς πλεως ες Βηθαναν κα ηλσθη κε.

(Ματθ. κα΄[21] 1 - 11, 15 – 17)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ, ταν πλησίασαν στ εροσόλυμα κα λθαν στ Βηθσφαγ, κοντ στ ρος τν λαιν, τότε ησος πέστειλε δύο μαθητς. 2 κα τος επε: Πηγαίνετε στ χωρι πο βλέπετε πέναντί σας, κι μέσως θ βρετε να θηλυκ γαϊδούρι δεμένο κι να πουλάρι μαζί του. Λύστε το κα φέρτε μου κα τ δύο δ. 3 Κι ν σς πε κανες τίποτε, θ πετε τι Κύριος τ χρειάζεται κι μέσως θ σς τ στείλει πίσω. 4 Κι ατ λο γινε γι ν πραγματοποιηθε κενο πο προφήτευσε προφήτης λέγοντας: 5 Πετε στ θυγατέρα Σιών, δηλαδ στν ερουσαλήμ: δο βασιλιάς σου, Μεσσίας, ρχεται σ σένα πράος κα καθισμένος πάνω σ γαϊδούρι κα σ πουλάρι, γέννημα ζώου πο μπκε σ ζυγό. 6 Κι φο πγαν ο μαθητς κι καναν πως τος διέταξε ησος, 7 φεραν τ γαϊδούρι κα τ πουλάρι, κι πειδ δν ξεραν σ ποι π τ δύο θ καθίσει διδάσκαλος, βαλαν τ ξωτερικά τους νδύματα πάνω σ᾿ ατά, κα ησος κάθισε πάνω στ νδύματα πο εχαν τεθε στ πουλάρι. 8 Στ μεταξ ο περισσότεροι π τ πλθος το λαο στρωσαν στ δρόμο π τν ποο περνοσε ησος τ ξωτερικά τους ροχα, γι ν περάσει πάνω π᾿ ατά. ν λλοι κοβαν κλαδι π᾿ τ δέντρα κα τ στρωναν στ δρόμο. 9 Κα τ πλήθη το λαο, σα προπορεύονταν κα σα κολουθοσαν, μ δυνατς φωνς κραύγαζαν: Δόξα στν πόγονο το Δαβίδ, πο περιμέναμε ως τώρα. Δοξασμένος ν εναι ατς πο ρχεται σταλμένος π τν Κύριο. Δόξα στ Θε ς κράζουν κα ο γγελοι πο βρίσκονται στ ψηλότερα μέρη το ορανο. 10 Κι ταν ησος μπκε στ εροσόλυμα, ξεσηκώθηκαν λοι ο κάτοικοι τς πόλεως λέγοντας: Ποις εναι ατός; 11 Κα τ πλήθη το λαο λεγαν: Ατς εναι ησος προφήτης, πο κατάγεται π τ Ναζαρτ τς Γαλιλαίας.

15 ταν μως εδαν ο ρχιερες κα ο γραμματες τ θαυμαστ ργα πο κανε ησος, κα τ παιδι πο φώναζαν μέσα στ ερ κι λεγαν «δόξα στν πόγονο το Δαβίδ», γανάκτησαν 16 κα το επαν: κος τί λένε ατοί; Κι ησος τος λέει: Ναί. Δν διαβάσατε ποτ κενο πο λέει τι π τ στόμα νηπίων κα μικρν παιδιν πο θηλάζουν κόμα φτιαξες, Θεέ, τέλειο μνο; Γιατί λοιπν γανακτετε, σν ν νέχομαι κάτι πο δν τ προφήτευσε τ Πνεμα το Θεο; 17 Κι φο τούς φησε, βγκε ξω πό τήν πόλη καί πγε στή Βηθανία, που πέρασε τή νύχτα του κε.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Ἀδελφοί, χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε. τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις. ὁ Κύριος ἐγγύς. μηδὲν μεριμνᾶτε, ἀλλ' ἐν παντὶ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει μετὰ εὐ­χα­ρι­στί­ας τὰ αἰ­τή­μα­τα ὑ­μῶν γνω­ρι­ζέ­σθω πρὸς τὸν Θε­όν, καὶ ἡ εἰ­ρή­νη τοῦ Θε­οῦ ἡ ὑπε­ρέ­χου­σα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε· ἃ καὶ ἐμάθετε καὶ παρελάβετε καὶ ἠκούσατε καὶ εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ' ὑμῶν.   

                           (Φιλιπ. δ΄[4] 4-9)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἀδελφοί, νὰ χαίρεστε πάντοτε μὲ τὴ χαρὰ πού προέρχεται ἀπὸ τὴν ἕνωση καὶ τὴν κοινωνία μας μὲ τὸν Κύριο. Πάλι θὰ πῶ, νὰ χαίρεστε. Ἡ ἐπιείκειά σας καὶ ἡ ὑποχωρητικότητά σας ἂς γίνει γνωστὴ σ' ὅλους τούς ἀνθρώπους, καὶ σ' αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἀπίστους. Ὁ Κύριος πλησιάζει νὰ ἔλθει, καὶ αὐτὸς θὰ ἀποδώσει στὸν καθένα ὅ,τι τοῦ ἀνήκει. Μὴν κυριεύεστε ἀπό ἀγωνιώδη φροντίδα γιὰ τίποτε, ἀλλά γιὰ κάθε τι πού σᾶς παρουσιάζεται, νὰ κάνετε γνωστά τά αἰτήματά σας στό Θεὸ μὲ τὴν προσευχὴ καί τή δέηση, οἱ ὁποῖες πρέπει νὰ συνοδεύονται καὶ μὲ εὐχαριστία γιά ὅσα ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε. Κι ἔτσι, ὅταν διώχνετε κάθε μέριμνα καὶ ἐμπιστεύεστε τὸν ἑαυτό σας στὴ θεία Πρόνοια, ἡ εἰρήνη πού ἔχει ὁ Θεὸς καὶ τὴ μεταδίδει στοὺς δικούς του, τῆς ὁποίας τὴν τελειότητα δὲν μπορεῖ νὰ νιώσει κανένας νοῦς, εἴτε ἀνθρώπινος εἴτε ἀγγελικός, θὰ φρουρήσει τὶς καρδιές σας καὶ τὶς σκέψεις σας, ἐφόσον μένετε ἑνωμένοι μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ τώρα ἀπομένει, ἀδελφοί μου, νὰ σᾶς ἀπευθύνω καὶ μία ἄλλη προτροπή: Ὅσα εἶναι ἀληθινά, ὅσα εἶναι σεμνά καί σεβαστά, ὅσα εἶναι δίκαια, ὅσα εἶναι ἀμόλυντα καὶ ἁγνά, ὅσα εἶναι προσφιλῆ στὸ Θεὸ καὶ στοὺς καλοὺς ἀνθρώπους, ὅσα ἔχουν καλὴ φήμη καθὼς καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀρετὴ καὶ ὁποιοδήποτε καλὸ ἔργο πού εἶναι ἄξιο ἐπαίνου, αὐτὰ νὰ συλλογίζεστε καὶ νὰ προσέχετε, γιὰ νὰ τὰ ἐφαρμόζετε καὶ στὴ ζωή σας. Αὐτὰ πού μάθατε καὶ παραλάβατε καὶ ἀκούσατε μὲ τὴν προφορικὴ διδασκαλία μου, καθὼς καὶ αὐτὰ πού εἴδατε σ' ὅλη τὴ συμπεριφορὰ καὶ τὴ διαγωγή μου, αὐτὰ νὰ κάνετε. Καὶ τότε ὁ Θεός, πού εἶναι ὁ χορηγός τῆς εἰρήνης, θὰ εἶναι μαζί σας.

 

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Πρ ξ ἡ­με­ρῶν το πά­σχα ἦλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς ες Βη­θα­νί­αν, ὅ­που ἦν Λζαρος τε­θνη­κώς, ν ἤ­γει­ρεν ἐκ νε­κρῶν. Ἐπο­ί­η­σαν ον αὐ­τῷ δεῖ­πνον ἐ­κεῖ, κα Μρθα δι­η­κό­νει· δ Λζαρος ες ν κ τν ἀ­να­κει­μέ­νων σν αὐ­τῷ. ον Μα­ρί­α, λα­βοῦ­σα λί­τραν μύ­ρου νάρ­δου πι­στι­κῆς πο­λυ­τί­μου, ἤ­λει­ψε τος πό­δας το Ἰ­η­σοῦ κα ἐ­ξέ­μα­ξε τας θρι­ξὶν αὐ­τῆς τος πό­δας αὐ­τοῦ· δ οἰ­κί­α ἐ­πλη­ρώ­θη ἐκ τς ὀ­σμῆς το μύ­ρου. λέ­γει ον ες κ τν μα­θη­τῶν αὐ­τοῦ, Ἰ­ο­ύ­δας Σμωνος Ἰ­σκα­ρι­ώ­της, μέλ­λων αὐ­τὸν πα­ρα­δι­δό­ναι· Δια­τί τοῦ­το τ μύ­ρον οκ ἐ­πρά­θη τρι­α­κο­σί­ων δη­να­ρί­ων κα ἐ­δό­θη πτω­χοῖς; εἶ­πε δ τοῦ­το οχ ὅ­τι πε­ρὶ τν πτω­χῶν ἔ­με­λεν αὐ­τῷ, ἀλ­λ’ ὅ­τι κλέ­πτης ν, κα τ γλωσ­σό­κο­μον εἶ­χε κα τ βαλ­λό­με­να ἐ­βά­στα­ζεν. εἶ­πεν ον Ἰ­η­σοῦς· Ἄ­φες αὐ­τήν, ες τν ἡ­μέ­ραν το ἐν­τα­φια­σμοῦ μου τε­τή­ρη­κεν αὐ­τό. τος πτω­χοὺς γρ πάν­το­τε ἔ­χε­τε με­θ’ ἑαυ­τῶν, ἐ­μὲ δ ο πάν­το­τε ἔ­χε­τε. Ἔ­γνω ον ὄ­χλος πο­λὺς κ τν Ἰ­ου­δα­ί­ων ὅ­τι ἐ­κεῖ ἐ­στι, κα ἦλ­θον ο δι τν Ἰ­η­σοῦν μό­νον, ἀλ­λ’ ἵ­να κα τν Λζαρον ἴ­δω­σιν ὃν ἤ­γει­ρεν ἐκ νε­κρῶν. ἐ­βου­λε­ύ­σαν­το δ ο ἀρ­χι­ε­ρεῖς ἵ­να κα τν Λζαρον ἀ­πο­κτε­ί­νω­σιν, ὅ­τι πολ­λοὶ δι’ αὐ­τὸν ὑ­πῆ­γον τν Ἰ­ου­δα­ί­ων κα ἐ­πί­στευ­ον ες τν Ἰ­η­σοῦν. Τ ἐ­πα­ύ­ριον ὄ­χλος πο­λὺς ἐλ­θὼν ες τν ἑ­ορ­τήν, ἀ­κο­ύ­σαν­τες ὅ­τι ἔρ­χε­ται Ἰ­η­σοῦς ες Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ἔ­λα­βον τ βαΐ­α τν φοι­νί­κων κα ἐ­ξῆλ­θον ες ὑ­πάν­τη­σιν αὐ­τῷ, κα ἐ­κρα­ύ­γα­ζον· Ὡ­σαν­νά· εὐ­λο­γη­μέ­νος ἐρ­χό­με­νος ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου, βα­σι­λεὺς το Ἰσ­ρα­ήλ. εὑ­ρὼν δ Ἰ­η­σοῦς ὀ­νά­ριον ἐ­κά­θι­σεν ἐ­π' αὐ­τό, κα­θώς ἐ­στι γε­γραμ­μέ­νον· Μ φο­βοῦ, θύ­γα­τερ Σι­ών· ἰ­δοὺ ὁ βα­σι­λε­ύς σου ἔρ­χε­ται κα­θή­με­νος ἐ­πὶ πῶ­λον ὄ­νου. Ταῦ­τα δ οκ ἔ­γνω­σαν ο μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ τ πρῶ­τον, ἀλ­λ' ὅ­τε ἐ­δο­ξά­σθη ὁ Ἰ­η­σοῦς, τό­τε ἐ­μνή­σθη­σαν ὅ­τι ταῦ­τα ν ἐ­π' αὐ­τῷ γε­γραμ­μέ­να, κα ταῦ­τα ἐ­πο­ί­η­σαν αὐ­τῷ. Ἐ­μαρ­τύ­ρει ον ὄ­χλος ὁ ν με­τ’ αὐ­τοῦ ὅ­τε τν Λζαρον ἐ­φώ­νη­σεν ἐκ το μνη­με­ί­ου κα ἤ­γει­ρεν αὐ­τὸν κ νε­κρῶν. δι τοῦ­το κα ὑ­πήν­τη­σεν ατ χλος, τι κουσαν τοτο ατν πεποιηκναι τ σημεον.

(Ἰωάν. ιβ΄[12] 1 – 18)

 

ΜΕΤΑ ΒΑΪΩΝ ΚΑΙ ΚΛΑΔΩΝ

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ  

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ! Τὸ Πάσχα πλησιάζει. Πλησιάζει. Ὁ Κύριος πορεύεται πρὸς τὸ Πάθος. Πορεύεται ἀποφασιστικά πρὸς τὴ φρικτὴ ἀγωνία. Κατεβαίνει στὸν ἅδη ἀπό ἀγάπη ἄφραστη πρός τὸν κόσμο. Καὶ τώρα «πρὸ ἕξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα», ἕξι μέρες πρίν τήν ἑορτή τοῦ ἑβραϊκοῦ Πάσχα, βρίσκεται στὴ Βηθανία. Ἔρχεται στό σπίτι τῶν φίλων του  τοῦ Λαζάρου, τόν ὁποῖο πρὸ ὀλίγου εἶχε ἀναστήσει, καὶ τῆς Μαρίας καὶ τῆς Μάρθας, τῶν δύο ἀγαπημένων ἀδελφῶν τοῦ Λαζάρου.

Ἡ εὐγνωμοσύνη τῶν τριῶν ἀδελφῶν ξεχειλίζει. Πῶς νὰ Τὸν εὐχαριστήσουν; Τοῦ ἑτοιμάζουν τραπέζι πλούσιο. Καί βέβαια ἡ Μάρθα, ἡ πρόθυμη καὶ ἀκούραστη Μάρθα, διακονεῖ μὲ ἀγάπη, μέ χαρά, μέ εὐγνωμοσύνη. Διακονεῖ μόνη. Ἀλλὰ τώρα δὲν διαμαρτύρεται, ὅπως κάποια ἄλλη φορά. Δὲν ζητεῖ ἀπό τὸν Κύριο νὰ ἐπιτιμήσει τήν ἀδελφή της, τὴν Μαρία, τὴν πάντα πρόθυμη νὰ κάθεται δίπλα στὰ πόδια τοῦ Κυρίου καί νά ἀκούει τή διδασκαλία Του.

ΟΜΩΣ, ΑΛΗΘΕΙΑ, ποῦ εἶναι τώρα ἡ Μαρία; Οὔτε στό τραπέζι βοηθεῖ, οὔτε τή διδασκαλία τοῦ Κυρίου ἀκούει. Τί κάνει;

Εἶναι ἀβόλιστη αὐτή ἡ ψυχή. Οὔτε τὶς σκέψεις της μποροῦν νά γνωρίσουν οἱ ἄλλοι, οὔτε τὶς ἐνέργειές της νά προλάβουν. Ἡ Μαρία ζεῖ καί κινεῖται σὲ ἄλλους κόσμους. Ὅταν τὴν βλέπουν νὰ πλησιάζει τὸν Κύριο, δὲν γνωρίζουν τί πρόκειται νά κάνει.

Τί κάνει; Οἱ ἄλλοι σχεδὸν τὴν παίρνουν γιὰ ἀπερίσκεπτη. Τί τὴν ἐνδιαφέρει; Αὐτή θά προχωρήσει ἀποφασιστική. Ἕνα λίτρο ὑπερπολύτιμου ἀρώματος νάρδου τὸ χύνει στὰ πόδια τοῦ Κυρίου καὶ χωρὶς νὰ ντραπεῖ τὰ σκουπίζει ταπεινὰ μὲ τὰ μαλλιά της. Σὲ τριακόσια δηνάρια τὸ ἀποτίμησε τὸ μύρο ὁ Ἰούδας, ποὺ ἤξερε ἀπ' αὐτά, διαμαρτυρόμενος γιὰ τὰ χαμένα χρήματα, τά ὁποῖα θὰ μποροῦσαν νὰ δοθοῦν στοὺς πτωχούς, ὅπως ἔλεγε. Τριακόσια δηνάρια! Φυσικὰ ὁ Ἰούδας δὲν εἶχε πονέσει ξαφνικὰ τοὺς πτωχούς. Ἀλλὰ «κλέπτης ἦν» καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ ἁρπάξει καί αὐτὰ τὰ χρήματα.

ΠΑΡΑΔΟΞΩΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ ἐπαινεῖ τὴ σπατάλη τῆς Μαρίας. Θὰ μποροῦσε νὰ τῆς ὑποδείξει ὄτι καὶ ἕνα ἁπλό «εὐχαριστῶ» θὰ ἔφθανε γιὰ νὰ τοῦ ἐκφράσει τὴν εὐγνωμοσύνη της. Ἀλλὰ δὲν τῆς τὸ λέγει. Ἐπιτιμᾶ τὸν Ἰούδα καὶ τοὺς ἄλλους ποὺ εἶχαν συμφωνήσει μαζί του, καί ἐπαινεῖ τὴν ἐνέργεια τῆς Μαρίας. Δέχεται μάλιστα τὴν προσφορά της ὡς πρόωρη φροντίδα γιά τὴν ταφή Του. Τοὺς πτωχοὺς τοὺς ἔχετε πάντοτε μαζί σας, Ἐμένα ὅμως ὄχι, εἶπε, κλείνοντας τὰ στόματα τῶν ὑποκριτῶν ὅλων τῶν ἐποχῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπικρίνουν τὶς δαπάνες γιά τὸν στολισμὸ τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ τὰ ἄμφια τῶν Ἱερέων καί ἀρχιερέων, μὲ τὸ πρόσχημα τῆς βοήθειας τῶν πτωχῶν. Μποροῦμε καὶ τοὺς πτωχοὺς νὰ βοηθοῦμε καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη μας πρὸς τὸν Κύριο νὰ τὴν δείχνουμε ἀφειδώλευτα.

Η ΕΙΔΗΣΗ γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου διαδόθηκε στὴν περιοχή, καὶ τὰ πλήθη συνέρρευσαν ἀμέσως γιὰ νὰ Τὸν δοῦν. Καὶ ὄχι μόνο Αὐτὸν νὰ δοῦν, ἀλλά καὶ τὸν Λάζαρο, τόν ὁποῖο ὁ Κύριος εἶχε ἀναστήσει. Ἡ συρροὴ τοῦ κόσμου ἀναστάτωσε τοὺς Ἀρχιερεῖς, πού σκέφτηκαν νά φονεύσουν καί τὸν Λάζαρο, γιὰ νὰ ἀνακόψουν τὴ στροφὴ τοῦ κόσμου πρὸς τὸν Ἰησοῦ. Αὐτὸ τὸ ἀποκορύφωμα τῆς ἐμπάθειας δείχνει σὲ ποιά ἄβυσσο κακίας καὶ μίσους εἶχαν ὁδηγηθεῖ οἱ ἡγέτες αὐτοῦ τοῦ ταλαίπωρου λαοῦ. Ἀλλὰ τὸ φαινόμενο τοῦτο δὲν εἶναι προνόμιο μόνο τῶν Ἑβραίων ἀρχόντων. Ἡ ἐμπάθεια ποὺ τυφλώνει τὴ σκέψη εἶναι γνωστὴ καὶ σὲ πολλοὺς ἀπό μᾶς. Καί εἶναι κρίμα νὰ τὴν ἀφήνουμε νὰ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ δρόμο καταστροφικό τόσο εὔκολα.

ΤΩΡΑ Η ΠΟΡΕΙΑ συνεχίζεται. Ὁ Κύριος μὲ τοὺς μαθητές Του ξεκινᾶ γιά τὴν Ἱερουσαλήμ. Τὰ πλήθη Τὸν συνοδεύουν. Ἡ εἴδηση διαδίδεται στὴν ἱερή Πόλη ἀστραπιαῖα καὶ ἕνα ξεχειλισμένο ἀπό ἐνθουσιασμό πλῆθος βγαίνει νὰ Τὸν προϋπαντήσει. Κρατοῦν στὰ χέρια τους κλαδιά ἀπό φοίνικες καὶ φωνάζουν: «ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ».

Ὁ ἐνθουσιασμὸς τοῦ πλήθους ἀφήνει τὸν Κύριο ἀδιάφορο. Ἐκεῖνος βρίσκεται ἤδη στὴν ἀγωνία τῆς Γεθσημανῆ. Γι' αὐτὸ καὶ δὲν εἰσέρχεται στὴν Πόλη μὲ λαμπρότητα, ἀλλά καθήμενος ἐπάνω σὲ ἕνα ταπεινὸ γαϊδουράκι. Ἔτσι ἀκριβῶς ὅπως αἰῶνες πρὶν τὸ εἶχε προφητεύσει ὁ προφήτης Ζαχαρίας, ποὺ ἔγραφε: «Μὴ φοβοῦ θύγατερ Σιών»· μὴ φοβᾶσαι, Ἱερουσαλήμ, κόρη τοῦ ὄρους Σιών. Ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται ταπεινά, καθήμενος ἐπάνω σὲ πῶλον ὄνου, σὲ ἕνα γαϊδουράκι.

ΩΣΑΝΝΑ!

Μετὰ βαΐων καὶ κλάδων ὑποδεχόμαστε καί μεῖς τὸν Κύριο. Ψάλλουμε καὶ πάλιν «ὡσαννά», ποὺ σημαίνει «σῶσε, εὐόδωσε, εὐλόγησε λοιπόν», Κύριε! Ψάλλουμε, ὑποδεχόμαστε τὸν Λυτρωτή μας.

Ἀλλά πῶς Τὸν ὑποδεχόμαστε; Οἱ Ἑβραῖοι Τὸν ὑποδέχθησαν ὡς βασιλέα ἐπίγειο καί, ὅταν Ἐκεῖνος δὲν ἐδικαίωσε τὶς προσδοκίες τους, Τὸν σταύρωσαν. Ἐμεῖς πῶς Τὸν ὑποδεχόμαστε; Ποῦ εἶναι ἡ καρδιά μας; Τί περιμένουμε ἀπό Αὐτόν; Πόσο τὰ αἰσθήματα μας πλησιάζουν τὰ δικά Του;

«Ὡσαννὰ» καὶ ταυτόχρονα ἀντιπάθειες καὶ μίση; «Ὡσαννὰ» καὶ προσκόλληση στὴ λάσπη τῆς γῆς; «Ὡσαννὰ» καὶ ἀντιζηλίες καὶ φθόνος; «Ὡσαννὰ» καὶ δοξομανία;

«Ὡσαννὰ» στὴν πραγματικότητα πρέπει νὰ σημαίνει θάνατος. Θάνατος τοῦ κακοῦ ἑαυτοῦ μας, γιά νά συμπορευόμαστε μὲ τὸν Κύριο πρὸς τὸ Πάθος. Πρὸς τὸ Πάθος Του. Πρὸς τὴν Γεθσημανῆ. Πρὸς τὸν Γολγοθά.

Πρὸς τὴν Ἀνάσταση!

     (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)