Σάββατο 12 Ιουλίου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ    

ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

(13 ΙΟΥλΙΟΥ 2025)


 

ΕΩΘΙΝΟΝ Ε΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὁ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα΄ καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτὸν θαυμάζων τὸ γεγονός. Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ Ἱερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα Ἐμμαούς΄ καὶ αὐτοὶ ὡμίλουν πρὸς ἀλλήλους περὶ πάντων τῶν συμβεβηκότων τούτων. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν, καί αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς΄ οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς΄ Τίνες οἱ λόγοι οὗτοι οὓς ἀντιβάλλετε πρὸς ἀλλήλους περιπατοῦντες, καὶ ἐστὲ σκυθρωποὶ; Ἀποκριθείς δὲ ὁ εἷς, ᾧ ὄνομα Κλεόπας, εἶπε πρὸς αὐτόν ΄ Σὺ μόνος παροικεῖς ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἔγνως τὰ γενόμενα ἐν αὐτῇ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις; καὶ εἶπεν αὐτοῖς, Ποῖα; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ, Τὰ περὶ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ΄ ὅπως τε παρέδωκαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρῖμα θανάτου, καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν΄ ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν ὅτι αὐτὸς ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ. Ἀλλὰ γε οὖν σὺν πᾶσι τούτοις τρίτην ταύτην ἡμέραν ἄγει σήμερον, ἀφ' οὗ ταῦτα ἐγένετο. ἀλλὰ καὶ γυναῖκές τινες ἐξ ἡμῶν ἐξέστησαν ἡμᾶς, γενόμεναι ὂρθριαι ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ μὴ εὑροῦσαι τὸ σῶμα αὐτοῦ, ἦλθον λέγουσαι καὶ ὀπτασίαν ἀγγέλων ἑωρακέναι, οἳ λέγουσιν αὐτὸν ζῆν. Καὶ ἀπῆλθόν τινες τῶν σὺν ἡμῖν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ εὗρον οὕτω καθὼς καὶ αἱ γυναῖκες εἶπον΄ αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον. Καὶ αὐτὸς εἶπε πρὸς αὐτούς΄ Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ Προφῆται. Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ; Καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν, διηρμήνευεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς Γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ. Καὶ ἤγγισαν εἰς τὴν κώμην οὗ ἐπορεύοντο, καὶ αὐτὸς προσεποιεῖτο ποῤῥωτέρω πορεύεσθαι. Καὶ παρεβιάσαντο αὐτόν , λέγοντες΄ Μεῖνον μεθ' ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστὶ καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα. Καὶ εἰσῆλθε τοῦ μεῖναι σὺν αὐτοῖς. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ' αὐτῶν, λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς. Αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν΄ καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτῶν. Καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους΄ Οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς Γραφάς; Καὶ ἀναστάντες αὐτῇ τῇ ὥρᾳ, ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ εὗρον συνηθροισμένους τοὺς ἕνδεκα καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς, λέγοντας, ὅτι ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως, καὶ ὤφθη Σίμωνι. Καὶ αὐτοὶ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου.

(Λουκ. κδ΄[24]  12 – 35)

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

12 Παρόλα αὐτά ὅμως ὁ Πέτρος σηκώθηκε κι ἔτρεξε στό μνημεῖο. Κι ἀφοῦ ἔσκυψε ἀπό τή θύρα, βλέπει μόνο τούς νεκρικούς ἐπιδέσμους νά εἶναι κάτω στό μνημεῖο, χωρίς τό σῶμα. Τότε ἐπέστρεψε στό σπίτι πού ἔμενε γεμάτος ἀπορία κι ἔκπληξη γι’ αὐτό πού εἶχε γίνει.  13 Καί ἰδού, τήν ἴδια ἡμέρα δύο ἀπό τούς μαθητές τοῦ Ἰησοῦ πήγαιναν σέ κάποιο χωριό πού ἀπεῖχε ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ ἑξήντα στάδια, ἕντεκα περίπου χιλιόμετρα. Καί τό χωριό αὐτό ὀνομαζόταν Ἐμμαούς.  14 Αὐτοί μιλοῦσαν μεταξύ τους γιά ὅλα αὐτά πού εἶχαν συμβεῖ· δηλαδή γιά τά περιστατικά τοῦ θανάτου καί τῆς ταφῆς τοῦ Ἰησοῦ, καθώς καί γιά τά ὅσα ἀνήγγειλαν οἱ μυροφόρες στούς μαθητές.  15 Καθώς ὅμως αὐτοί μιλοῦσαν καί συζητοῦσαν, τούς πλησίασε ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς καί προχωροῦσε μαζί τους.  16 Τά μάτια τους ὅμως ἦταν κρατημένα γιά νά μήν τόν ἀναγνωρίσουν. Κι αὐτό συνέβαινε εἴτε διότι ἡ μορφή τοῦ ἀναστημένου Κυρίου εἶχε τήν ὥρα ἐκείνη ἀλλάξει, εἴτε διότι ὁ Θεός μέ ὑπερφυσική δύναμη ἐμπόδιζε τίς αἰσθήσεις τους νά τόν ἀναγνωρίσουν.  17 Καί ὁ Ἰησοῦς τούς ρώτησε: Γιά ποιό ζήτημα συζητᾶτε μεταξύ σας καί ἀνταλλάσσετε τίς σκέψεις σας καθώς περπατᾶτε, καί εἶστε σκυθρωποί;  18 Τότε ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτούς, πού ὀνομαζόταν Κλεόπας, τοῦ ἀποκρίθηκε: Ἐσύ μόνο ἀπ’ τούς ξένους πού ἦλθαν τό Πάσχα νά προσκυνήσουν διαμένεις στήν Ἱερουσαλήμ καί δέν ἔμαθες ὅσα ἔγιναν στήν πόλη αὐτή τίς ἡμέρες αὐτές;  19 Ποιά; τούς ρώτησε. Κι αὐτοί τοῦ ἀπάντησαν: Αὐτά πού ἔγιναν μέ τόν Ἰησοῦ τόν Ναζωραῖο, πού ἦταν προφήτης καί ἀποδείχθηκε δυνατός καί σέ ὑπερφυσικά ἔργα καί σέ διδασκαλία θεόπνευστη καί τέλεια· δυνατός ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί ὅλου τοῦ λαοῦ.  20 Δέν ἔμαθες ἀκόμη καί μέ ποιό τρόπο τόν παρέδωσαν οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ ἄρχοντές μας σέ καταδίκη θανάτου καί τόν σταύρωσαν;  21 Ἐμεῖς ὅμως ἐλπίζαμε ὅτι αὐτός εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ ὁποῖος πρόκειται νά ἐλευθερώσει τόν Ἰσραήλ καί νά ἀποκαταστήσει τό βασίλειό του. Ἀλλά ἡ ἐλπίδα μας αὐτή κλονίστηκε, διότι ἐκτός ἀπό τή σταύρωσή του κι ἀπ’ ὅλα τά ἄλλα πού ἔγιναν, εἶναι ἡ τρίτη ἡμέρα σήμερα ἀπό τότε πού ἔγιναν αὐτά, καί δέν εἴδαμε ἀκόμη τίποτε πού νά στηρίξει τίς ἐλπίδες μας.  22 Ἀλλά καί κάτι ἄλλο πού στό μεταξύ ἔγινε, αὔξησε τήν ἀπορία μας. Μερικές δηλαδή γυναῖκες ἀπό τόν κύκλο μας, τόν κύκλο δηλαδή τῶν πιστῶν μαθητῶν του, μᾶς γέμισαν μέ ἔκπληξη. Διότι πῆγαν πολύ πρωί στό μνημεῖο  23 καί δέν βρῆκαν ἐκεῖ τό σῶμα του. Ἦλθαν λοιπόν καί μᾶς εἶπαν ὅτι εἶδαν καί ὀπτασία ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι τούς ἀνήγγειλαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ζεῖ.  24 Τότε μερικοί ἀπό τούς δικούς μας πῆγαν στό μνημεῖο καί βρῆκαν τά πράγματα ἔτσι ὅπως τά εἶπαν καί οἱ γυναῖκες· δηλαδή βρῆκαν ἀνοιχτό τό μνημεῖο, τόν ἴδιο ὅμως τόν Ἰησοῦ δέν τόν εἶδαν.  25 Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε στούς δύο μαθητές: Ὤ ἄνθρωποι πού δέν ἔχετε φωτισμένο νοῦ γιά νά κατανοεῖ τίς Γραφές, καί ἡ καρδιά σας εἶναι βραδυκίνητη καί δύσκολη νά πιστέψει σ’ ὅλα ὅσα εἶπαν οἱ προφῆτες!  26 Σύμφωνα μέ τή βουλή καί τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, πού προκήρυξαν οἱ προφῆτες, αὐτά δέν ἔπρεπε νά πάθει ὁ Χριστός καί μέσα ἀπ’ τά παθήματα αὐτά νά εἰσέλθει στή δόξα του; Ἡ δόξα του αὐτή ἄρχισε μέ τήν ἀνάστασή του καί θά τελειωθεῖ μέ τήν ἀνάληψή του.  27 Κι ἀφοῦ ἄρχισε ἀπό τίς προφητεῖες καί τίς προεικονίσεις πού περιέχονται στά βιβλία τοῦ Μωυσῆ, κατόπιν τούς ἀνέφερε ἀπ’ ὅλους τούς προφῆτες τά χωρία πού μιλοῦν γιά τόν Μεσσία. Καί στή συνέχεια τούς ἐξηγοῦσε τίς προφητεῖες πού ἀναφέρονταν στόν ἑαυτό του.  28 Κάποτε πλησίασαν στό χωριό πού σκόπευαν νά πᾶνε οἱ δύο μαθητές. Τότε αὐτός προσποιήθηκε ὅτι θά πήγαινε πιό μακριά. Καί πραγματικά θά τούς ἀποχωριζόταν, ἐάν αὐτοί δέν ἐπέμεναν νά τόν κρατήσουν.  29 Ἀλλά αὐτοί τόν πίεζαν καί τόν παρακαλοῦσαν λέγοντας: Μεῖνε μαζί μας, διότι κοντεύει νά βραδιάσει, καί ἡ ἡμέρα ἔχει προχωρήσει πολύ πρός τή δύση τοῦ ἥλιου. Τότε ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στό χωριό τους κι ἔπειτα στό σπίτι γιά νά μείνει μαζί τους.  30 Καί τότε συνέβη αὐτό: Ὅταν αὐτός ἔγειρε μαζί τους στήν τράπεζα τοῦ φαγητοῦ, ἀφοῦ πῆρε στά χέρια του τόν ἄρτο, τόν εὐλόγησε εὐχαριστώντας τόν Θεό, ὅπως συνήθιζε νά κάνει πρίν ἀπό τό φαγητό, κι ἀφοῦ τόν ἔκοψε σέ κομμάτια, τούς ἔδινε.  31 Ὅταν ὅμως αὐτοί εἶδαν τήν εὐλογία καί τόν τεμαχισμό τοῦ ἄρτου νά γίνεται μέ τόν τρόπο πού συνήθιζε ὁ Διδάσκαλός τους, τότε καί μέ θεϊκή ἐπενέργεια ἄνοιξαν τά μάτια τους καί τόν ἀναγνώρισαν ξεκάθαρα. Ἀλλά τή στιγμή ἐκείνη κι αὐτός ἔγινε ἄφαντος ἀπό μπροστά τους.  32 Εἶπαν τότε ὁ ἕνας στόν ἄλλο: Ἡ καρδιά μας δέν αἰσθανόταν μέσα μας τήν πνευματική φλόγα τοῦ θείου ζήλου καί τῆς ἀγάπης πρός τόν Χριστό καί δέν ζεσταινόταν ἀπό τή θερμότητα τοῦ φωτός τῆς θείας ἀλήθειας, ὅταν μᾶς μιλοῦσε στό δρόμο καί μᾶς ἐξηγοῦσε τίς Γραφές; Πῶς δέν μπορέσαμε λοιπόν νά τόν ἀναγνωρίσουμε ἀμέσως;  33 Κι ἀφοῦ σηκώθηκαν τήν ἴδια αὐτή περασμένη ὥρα, ἐπέστρεψαν στήν Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ βρῆκαν συναθροισμένους τούς ἕνδεκα ἀποστόλους καί τούς ἄλλους πού ἦταν μαζί τους,  34 κι ὅλοι αὐτοί ἔλεγαν ὅτι πραγματικά ἀναστήθηκε ὁ Κύριος καί ἐμφανίσθηκε στό Σίμωνα Πέτρο.  35 Τότε κι αὐτοί οἱ δύο ἄρχισαν νά τούς διηγοῦνται τά ὅσα τούς εἶχαν συμβεῖ στό δρόμο καί πῶς τόν ἀναγνώρισαν ὅταν ἔκοβε σέ κομμάτια τόν ἄρτο.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  

Τέκνον Τίτε, πιστός ὁ λό­γος· καὶ πε­ρὶ το­ύ­των βο­ύ­λο­μαί σε δι­α­βε­βαι­οῦ­σθαι, ἵ­να φρον­τί­ζω­σι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι οἱ πε­πι­στευ­κό­τες τῷ Θε­ῷ. ταῦ­τά ἐ­στι τὰ κα­λὰ καὶ ὠ­φέ­λι­μα τοῖς ἀν­θρώ­ποις· μω­ρὰς δὲ ζη­τή­σεις καὶ γε­νε­α­λο­γί­ας καὶ ἔ­ρεις καὶ μά­χας νο­μι­κὰς πε­ρι­ί­στα­σο· εἰ­σὶ γὰρ ἀ­νω­φε­λεῖς καὶ μά­ται­οι. αἱ­ρε­τι­κὸν ἄν­θρω­πον με­τὰ μί­αν καὶ δευ­τέ­ραν νου­θε­σί­αν πα­ραι­τοῦ, εἰ­δὼς ὅ­τι ἐ­ξέ­στρα­πται ὁ τοι­οῦ­τος καὶ ἁ­μαρ­τά­νει ὢν αὐ­το­κα­τά­κρι­τος. Ὅ­ταν πέμ­ψω Ἀρ­τε­μᾶν πρός σε ἢ Τυ­χι­κόν, σπο­ύ­δα­σον ἐλ­θεῖν πρός με εἰς Νι­κό­πο­λιν· ἐ­κεῖ γὰρ κέ­κρι­κα πα­ρα­χει­μά­σαι. Ζη­νᾶν τὸν νο­μι­κὸν καὶ Ἀ­πολ­λὼ σπου­δα­ί­ως πρό­πεμ­ψον, ἵ­να μη­δὲν αὐ­τοῖς λε­ί­πῃ. Μαν­θα­νέ­τω­σαν δὲ καὶ οἱ ἡ­μέ­τε­ροι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι εἰς τὰς ἀ­ναγ­κα­ί­ας χρε­ί­ας, ἵ­να μὴ ὦ­σιν ἄ­καρ­ποι. Ἀ­σπά­ζον­ταί σε οἱ με­τ' ἐ­μοῦ πάν­τες. ἄ­σπα­σαι τοὺς φι­λοῦν­τας ἡ­μᾶς ἐν πί­στει. Ἡ χά­ρις με­τὰ πάν­των ­μῶν· ἀμήν.        

  (Τίτ. γ΄[3] 8 – 15)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Τέκνον Τίτε, τό ὅ­τι δι­και­ω­θή­κα­με καὶ ἀ­να­γεν­νη­θή­κα­με καὶ θὰ κλη­ρο­νο­μή­σου­με τὴν αἰ­ώ­νια ζω­ὴ εἶ­ναι λό­γος καὶ ἀ­λή­θεια ἀ­ξι­ό­πι­στη. Καὶ γι' αὐ­τὰ τὰ θέ­μα­τα θέ­λω νὰ μι­λᾶς μὲ βε­βαι­ό­τη­τα καὶ μὲ κύ­ρος, γιὰ νὰ φρον­τί­ζουν ὅ­σοι ἔ­χουν πι­στέ­ψει στὸ Θε­ὸ νὰ πρω­το­στα­τοῦν ἀ­κού­ρα­στα σὲ κα­λὰ ἔρ­γα. Αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ κα­λὰ ἔρ­γα καὶ τὰ ὠ­φέ­λι­μα στοὺς ἀν­θρώ­πους· αὐ­τὰ γιὰ τὰ ὁποῖα σᾶς μί­λη­σα. Ἀ­πό­φευ­γε τὶς ἀ­νό­η­τες συ­ζη­τή­σεις καὶ τὶς γε­νε­α­λο­γί­ες γιὰ τοὺς μυ­θι­κοὺς θε­οὺς ἢ τοὺς εὐ­γε­νεῖς προ­γό­νους, ὅ­πως καὶ τὶς φι­λο­νι­κί­ες καὶ δι­α­μά­χες γιὰ τὸν ἰ­ου­δα­ϊ­κὸ νό­μο, δι­ό­τι δὲν φέρ­νουν κα­μί­α ὠ­φέ­λεια καὶ εἶ­ναι μά­ται­ες. Αἱ­ρε­τι­κὸ ἄν­θρω­πο πού ἐ­πι­μέ­νει νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ σκάν­δα­λα καὶ δι­αι­ρέ­σεις στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, μο­λο­νό­τι τὸν συμ­βού­λευ­σες γιὰ πρώ­τη καὶ δεύ­τε­ρη φο­ρά, πα­ρά­τη­σέ τον καί ἀπόφευγέ τον. Γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ἕ­νας τέ­τοι­ος ἄν­θρω­πος ἔ­χει δι­α­στραφεῖ καὶ ἁ­μαρ­τά­νει· καὶ γιὰ τὴν ἁ­μαρ­τί­α του αὐ­τὴ ἐ­λέγ­χε­ται καὶ κα­τα­κρί­νε­ται ἀ­πὸ τὴ συ­νεί­δη­σή του καὶ ἀ­πὸ τὸν ἴ­διό του τὸν ἑ­αυ­τό. Ὅ­ταν σοῦ στεί­λω τὸν Ἀρτεμᾶ ἢ τὸν Τυ­χι­κό, φρόν­τι­σε γρή­γο­ρα νὰ ἔλ­θεις στὴ Νι­κό­πο­λη, δι­ό­τι ἐ­κεῖ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ πε­ρά­σω τὸ χει­μώ­να. Τὸν Ζη­νᾶ τὸ νο­μο­δι­δά­σκα­λο καὶ τὸν Ἀ­πολ­λὼ κα­τευόδωσέ τους μὲ ἐ­πι­με­λη­μέ­νη προ­ε­τοι­μα­σί­α, γιὰ νὰ μὴν τοὺς λεί­πει τί­πο­τε στὸ τα­ξί­δι τους. Μὲ τὴν εὐ­και­ρί­α μά­λι­στα τῆς προ­ε­τοι­μα­σί­ας αὐ­τῆς ἂς παίρ­νουν μά­θη­μα καὶ οἱ δι­κοί μας νὰ πρω­το­στα­τοῦν καὶ νὰ ἐρ­γά­ζον­ται κα­λὰ ἔρ­γα καὶ νὰ συν­τρέ­χουν τοὺς ἀ­δελ­φοὺς στὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες ὑ­λι­κές τους ἀ­νάγ­κες, γιὰ νὰ μὴ στε­ροῦν­ται ἀ­πὸ πνευ­μα­τι­κοὺς καρ­πούς. Σὲ χαι­ρε­τοῦν ἐγ­κάρ­δια ὅ­λοι ὅ­σοι εἶ­ναι μα­ζί μου. Χαι­ρέ­τη­σε ὅ­σους μᾶς ἀ­γα­ποῦν, ἐ­πει­δὴ ἔ­χουν κοι­νὴ πί­στη μέ μᾶς. Σᾶς εὔ­χο­μαι ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ νὰ εἶ­ναι μὲ ὅ­λους σας. Ἀ­μήν.

 

 ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς.  ὑ­μεῖς ἐ­στε τὸ φῶς τοῦ κό­σμου. οὐ δύ­να­ται πό­λις κρυ­βῆ­ναι ἐ­πά­νω ὄ­ρους κει­μέ­νη· οὐ­δὲ κα­ί­ου­σι λύ­χνον καὶ τι­θέ­α­σιν αὐ­τὸν ὑ­πὸ τὸν μό­δι­ον, ἀλ­λ' ἐ­πὶ τὴν λυ­χνί­αν, καὶ λάμ­πει πᾶ­σι τοῖς ἐν τῇ οἰ­κί­ᾳ. Οὕ­τω λαμ­ψά­τω τὸ φῶς ὑ­μῶν ἔμ­προ­σθεν τῶν ἀν­θρώ­πων, ὅ­πως ἴ­δω­σιν ὑ­μῶν τὰ κα­λὰ ἔρ­γα καὶ δο­ξά­σω­σι τὸν πα­τέ­ρα ὑ­μῶν τὸν ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς. Μὴ νο­μί­ση­τε ὅ­τι ἦλ­θον κα­τα­λῦ­σαι τὸν νό­μον ἢ τοὺς προ­φή­τας· οὐκ ἦλ­θον κα­τα­λῦ­σαι, ἀλ­λὰ πλη­ρῶ­σαι. ἀ­μὴν γὰρ λέ­γω ὑ­μῖν, ἕ­ως ἂν πα­ρέλ­θῃ ὁ οὐ­ρα­νὸς καὶ ἡ γῆ, ἰ­ῶ­τα ἓν ἢ μί­α κε­ρα­ί­α οὐ μὴ πα­ρέλ­θῃ ἀ­πὸ τοῦ νό­μου ἕ­ως ἂν πάν­τα γέ­νη­ται. ὃς ἐ­ὰν οὖν λύ­σῃ μί­αν τῶν ἐν­το­λῶν το­ύ­των τῶν ἐ­λα­χί­στων καὶ δι­δά­ξῃ οὕ­τω τοὺς ἀν­θρώ­πους, ἐ­λά­χι­στος κλη­θή­σε­ται ἐν τῇ βα­σι­λε­ί­ᾳ τῶν οὐ­ρα­νῶν· ὃς δ' ἂν ποι­ή­σῃ καὶ δι­δά­ξῃ, οὗ­τος μέ­γας κλη­θή­σε­ται ἐν τῇ βα­σι­λε­ί­ᾳ τῶν οὐ­ρα­νῶν.  

                                                   (Ματθ. ε΄[5] 14 – 19)

 

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ  

Ἡ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ συνεκλήθη τὸ ἔτος 451 μ.Χ. καὶ στερέωσε τὴν Ὀρθοδοξία ἀπέναντι σὲ δύο ἀντιμαχόμενες αἱρέσεις: τὸν Νεστοριανισμὸ καὶ τὸν Μονοφυσιτισμό. Πρὸς τιμὴ λοιπὸν αὐτὴς τῆς μεγάλης Συνόδου — πρὸς τιμὴν τῶν 630 θεοφόρων Πατέρων ποὺ τὴν ἀπετέλεσαν — ἀναγινώσκεται τό σημερινό Εὐαγγέλιο.

ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΜΑΣ ΑΥΤΟ προέρχεται ἀπό τήν ἱστορική ὁμιλία τοῦ Κυρίου, τὴν γνωστὴ μὲ τὸ ὄνομα: Ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία. Ἡ ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία εἶναι ἕνα κείμενο κατ’ ἐξοχὴν καθοδηγητικό, ποὺ καταλαμβάνει τρία ὁλοκλήρα κεφάλαια τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΛΟΓΙΑ τοῦ Κυρίου μας στὴν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία εἶναι οἱ γνωστοὶ μας Μακαρισμοὶ («μακάριοι οἰ πτωχοὶ τῷ πνεύματι...» κλπ.). Ἀμέσως δὲ μετὰ τοὺς Μακαρισμοὺς εὑρίσκεται τὸ σημερινό μας ἀνάγνωσμα. Σ’ αὐτὸ ὁ Κύριος παρομοιάζει τοὺς πιστοὺς ἀκολούθους Του μὲ φῶς: «Ὑμεῖς ἐστε τό φῶς τοῦ κόσμου»· ἐσεῖς εἶσθε τὸ πνευματικὸ φῶς τοῦ κόσμου, λέγει. Ἐσεῖς μὲ τὴν διδαχὴ σας καί τό φωτεινό παράδειγμα τῆς ζωῆς σας δείχνετε στόν εὑρισκόμενο στὸ πνευματικὸ σκοτάδι κόσμο ποιός εἶναι ὁ σωστὸς δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὸν Θεό. Καὶ ὅπως εἶναι ἀδύνατο νά κρυφθεῖ μία πόλις κτισμένη ἐπάνω σὲ ἕνα βουνό, ἔτσι καὶ ἡ δικὴ σας ζωὴ εἶναι ἀδύνατο νά μείνει ἀπαρατήρητη ἀπό τὰ μάτια τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ δική μου ἐπιθυμία γιὰ σᾶς  νὰ σᾶς βλέπουν οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ παραδειγματίζονται. Κανείς — τονίζει ὁ Κύριος — δὲν ἀνάβει ἕνα λυχνάρι γιὰ νὰ τὸ βάλει κάτω ἀπό ἕνα δοχεῖο, «ὑπό τὸν μόδιον» («μόδιος» ἦταν ἕνα δοχεῖο μέ τό ὁποῖο μετροῦσαν τότε τὸ σιτάρι). Ἀλλά ὅλοι τοποθετοῦν τὸ λυχνάρι «ἐπί τὴν λυχνίαν», ἐπάνω στὸν λυχνοστάτη, ὥστε νά φωτίζει ὅλους μέσα στὸ σπίτι. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πρέπει νὰ λάμψει καί ἡ δική σας ζωὴ ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ δοῦν τὰ καλά σας ἔργα καὶ νὰ δοξάσουν τὸν οὐράνιο Πατέρα σας.

ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ τὴν ὁμιλία Του, διευκρινίζοντας στοὺς μαθητάς Του ὅτι μὲ τὴ διδασκαλία Του δὲν ἐπιδιώκει νά καταργήσει τὸν νόμο τοῦ Μωυσέως ἢ τὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν, ἀλλὰ νὰ τὰ συμπληρώσει καὶ νὰ τὰ τελειοποιήσει. Μάλιστα, γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει ἔντονα τήν ἀξία τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, διαβεβαιώνει μὲ τρόπο αὐθεντικό καί ἀπόλυτο ὅτι μέχρι τὸ τέλος τοῦ κόσμου οὔτε τὸ ἐλάχιστο, οὔτε ἕνα γιώτα ἢ ἕνα κόμμα ἀπό τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ δέν πρόκειται νἀ ἀποδειχθεῖ ἄχρηστο. Τὰ πάντα θὰ ἐκπληρωθοῦν μέχρι κεραίας.

ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΦΑΝΕΡΟ. Ὅλα ὅσα περιέχει καὶ διατάσσει ὁ Νόμος τοῦ Θεοῦ, ἀκόμη καὶ τὰ πλέον μικρά, ἔχουν ἀκατάλυτο κῦρος καὶ αἰώνια ἀξία. Ἑπομένως, προειδοποιεῖ ὁ Κύριος, ὅποιος παραβεῖ μιά ἀπό τὶς θεωρούμενες μικρὲς καὶ ἀσήμαντες ἐντολές μου καὶ παρακινήσει καὶ τοὺς ἄλλους νὰ πράξουν τὸ ἴδιο, αὐτὸς «ἐλάχιστος κληθήσεται», μικρὸς καὶ ἀσήμαντος θὰ θεωρηθεῖ γιὰ τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἀντίθετα, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θά ἐφαρμόσει ὄλες τὶς ἐντολές μου καὶ θὰ διδάξει καὶ στοὺς ἄλλους τὸ ἴδιο, «μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν», θὰ ἀναδειχθεῖ μέγας στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

ΜΕΓΑΣ Ή ΕΛΑΧΙΣΤΟΣ;

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἱκανὸς γιὰ τὰ πάντα. Μπορεῖ νά ἀναδειχθεῖ μέγας, ἄλλος κατὰ χάριν θεός. Μπορεῖ ὅμως καί νά καταντήσει ἐλάχιστος, μικρός, ἀσήμαντος, ἀνάξιος τῆς θείας ζωῆς.

Καὶ τὸ παράδοξο εἶναι τοῦτο. Ὅτι ἐνδέχεται νὰ τὰ κάνει ὅλα: νὰ ζήσει τυπικά ζωή χριστιανική, νά δημιουργήσει ψηλή θεολογία, νὰ διεισδύσει στὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ ἐντυπωσιακά, νὰ ἐπηρεάσει μὲ τὴν ἱκανότητά του πολλοὺς  νά κάμει ὅμως καὶ ἕνα μόνο λάθος. Ποιὸ λάθος; Τὸ λάθος νὰ θεωρήσει μία ἀπό τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου ἀσήμαντη καί νά τήν καταλύσει, νά τήν παραβεῖ, καὶ πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύθυνση νὰ παρακινήσει καὶ αὐτοὺς ποὺ ἐπηρεάζει. Τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἐλάχιστος. Μικραίνει, σμικρύνεται, ἐλαχιστοποιεῖται, μένει ἔξω ἀπό τὸν χῶρο τῆς αἰωνίου χαρᾶς.

«Μία μικρὴ ἀπάτη δὲν εἶναι τίποτε», «τὰ ψέματα εἶναι μικρολεπτομέρειες, ἀσήμαντα», «ἡ σεμνότητα καὶ ἡ ἁγνότητα εἶναι σεμνοτυφία καὶ καταντᾶ ἀναχρονισμός». Ἔτσι σκέπτεται καὶ πράττει καὶ διδάσκει. Καὶ δὲν καταλαβαίνει ὅτι ἔτσι αὐτοκαταστρέφεται καὶ ὁδηγεῖ καὶ ἄλλους στὴν καταστροφή. Τὸ λάθος δέ βρίσκεται στό ὅτι παραβαίνει μία ἐντολή τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό ἀπό συναρπαγή ὅλοι σχεδὸν τὸ κάνουμε. Τὸ λάθος βρίσκεται στὸ ὅτι αὐτή τήν παράβαση δὲν τὴν θεωρεῖ λάθος! Καὶ ἄρα δὲν μετανοεῖ γι' αὐτήν! Ἔτσι γίνεται ὁλόκληρη ἡ ζωὴ του ἕνα ΛΑΘΟΣ. Λάθος μὲ κεφαλαῖα γράμματα. Διότι αὐτὸ δὲ μπορεῖ νὰ διορθωθεῖ μὲ τίποτε  ἀφοῦ λείπει τὸ μόνο διορθωτικὸ μετάνοια!

Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Δ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὑπῆρξαν ὄντως μεγάλοι. Διότι δὲν ὑποχώρησαν σὲ τίποτε. Αὐτὰ ποὺ ἄλλοι τὰ θεωροῦσαν ἐλάχιστα, ἐκεῖνοι τὰ κράτησαν μὲ ἀκρίβεια.

Αὐτοὶ οἱ ἀληθινὰ μεγάλοι εἶναι οἱ ἀπλανεῖς ὁδηγοὶ τῆς πορείας ὅλων μας. Τῆς πορείας μας πρὸς τὸν Θεό.

 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΑΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ    

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(6 ΙΟΥΛΙΟΥ 2025)


 

ΕΩΘΙΝΟΝ Δ΄

Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων, ὄρθρου βαθέος ἦλθον ἐπὶ τὸ μνῆμα, φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα, καί τινες σὺν αὐταῖς. Εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου, καὶ εἰσελθοῦσαι οὐχ εὗρον τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου, καὶ Ἰδού, δύο ἄνδρες ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις. ἐμφόβων δὲ γενομένων αὐτῶν καὶ κλινουσῶν τὰ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν, εἶπον πρὸς αὐτάς, Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; οὐκ ἔστιν ᾧδε, ἀλλ' ἠγέρθη. μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ὑμῖν, ἔτι ὢν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, λέγων, ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδοθῆναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν, καὶ σταυρωθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι. καὶ ἐμνήσθησαν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ, καὶ ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ μνημείου, ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς. ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ Ἰωάννα καὶ Μαρία Ἰακώβου, καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς, αἳ ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποστόλους ταῦτα. καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς. ὁ δὲ Πέτρος ἀναστὰς ἒδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα, καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτόν θαυμάζων τὸ γεγονός.

(Λουκ. κδ΄[24] 1 – 12)

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

1 Τὴν πρώτη ὅμως ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος ἀπὸ τὰ βαθιὰ χαράματα ἦλθαν οἱ γυναῖκες στὸ μνῆμα φέρνοντας τὰ ἀρώματα ποὺ εἶχαν ἑτοιμάσει. Μαζί τους ἦλθαν καὶ μερικὲς ἄλλες. 2 Βρῆκαν τότε τὴν πέτρα ποὺ ἔφραζε τὸ μνημεῖο νὰ εἶναι κυλισμένη μακριὰ ἀπ᾿ αὐτό. 3 Κι ὅταν μπῆκαν στὸ μνημεῖο, δὲν βρῆκαν τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. 4 Κι ἐνῶ βρίσκονταν σὲ μεγάλη ἀπορία γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτό,  ξαφνικά, δύο ἄγγελοι παρουσιάσθηκαν μπροστά τους ὡς ἄνδρες μὲ στολὲς ποὺ ἄστραφταν ἀπὸ λαμπρότητα. 5 Κι ἐνῶ αὐτὲς κατατρομαγμένες ἔγερναν τὸ πρόσωπό τους στὴ γῆ ἀπὸ εὐλάβεια κι ἐπειδὴ δὲν ἄντεχαν τὴ λάμψη τῶν ἀγγέλων, εἶπαν οἱ ἄγγελοι σ᾿ αὐτές: Γιατί ζητᾶτε ἀνάμεσα στοὺς νεκροὺς αὐτὸν ποὺ τώρα πλέον εἶναι ζωντανός; 6 Δὲν εἶναι ἐδῶ, ἀλλὰ ἀναστήθηκε. Θυμηθεῖτε πῶς σᾶς μίλησε καὶ τί σᾶς εἶχε πεῖ ὅταν ἀκόμη ἦταν στὴ Γαλιλαία, 7 λέγοντας ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ προκαθορισμένο σχέδιο τοῦ Θεοῦ πρέπει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ παραδοθεῖ σὲ χέρια ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καὶ νὰ σταυρωθεῖ, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τὸ θάνατό του νὰ ἀναστηθεῖ. 8 Τότε οἱ μυροφόρες γυναῖκες θυμήθηκαν τὰ λόγια τοῦ Κυρίου. 9 Κι ἀφοῦ ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὸ μνημεῖο, τὰ ἀνήγγειλαν ὅλα αὐτὰ στοὺς ἕνδεκα μαθητὲς καὶ σ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους ποὺ ἦταν μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους. 10 Οἱ γυναῖκες ποὺ τὰ ἔλεγαν αὐτὰ στοὺς ἀποστόλους ἦταν ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ ἡ Ἰωάννα καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ οἱ ὑπόλοιπες ποὺ ἦταν μαζί τους. 11 Τὰ λόγια τους ὅμως αὐτὰ φάνηκαν στοὺς μαθητὲς σὰν φλυαρία καὶ ἐπινόηση τῆς φαντασίας τους. Καὶ δὲν τὶς πίστευαν. 12 Παρόλα αὐτά ὅμως ὁ Πέτρος σηκώθηκε κι ἔτρεξε στό μνημεῖο. Κι ἀφοῦ ἔσκυψε ἀπό τή θύρα, βλέπει μόνο τούς νεκρικούς ἐπιδέσμους νά εἶναι κάτω στό μνημεῖο, χωρίς τό σῶμα. Τότε ἐπέστρεψε στό σπίτι πού ἔμενε γεμάτος ἀπορία κι ἔκπληξη γι᾿ αὐτό πού εἶχε γίνει.

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Ἀ­δελ­φοί, ἐ­λευ­θε­ρω­θέν­τες ἀ­πὸ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας ἐ­δου­λώ­θη­τε τῇ δι­και­ο­σύ­νῃ. Ἀν­θρώ­πι­νον λέ­γω διὰ τὴν ἀ­σθέ­νειαν τῆς σαρ­κὸς ὑ­μῶν. Ὥ­σπερ γὰρ πα­ρε­στή­σα­τε τὰ μέ­λη ὑ­μῶν δοῦ­λα τῇ ἀ­κα­θαρ­σί­ᾳ καὶ τῇ ἀ­νο­μί­ᾳ εἰς τὴν ἀ­νο­μί­αν, οὕ­τω νῦν πα­ρα­στή­σα­τε τὰ μέ­λη ὑ­μῶν δοῦ­λα τῇ δι­και­ο­σύ­νῃ εἰς ἁ­για­σμόν. Ὅ­τε γὰρ δοῦ­λοι ἦ­τε τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ἐ­λε­ύ­θε­ροι ἦ­τε τῇ δι­και­ο­σύ­νῃ. Τί­να οὖν καρ­πὸν εἴ­χε­τε τό­τε ἐφ᾿ οἷς νῦν ἐ­παι­σχύ­νε­σθε; τὸ γὰρ τέ­λος ἐ­κε­ί­νων θά­να­τος. Νυ­νὶ δὲ ἐ­λευ­θε­ρω­θέν­τες ἀ­πὸ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας δου­λω­θέν­τες δὲ τῷ Θε­ῷ ἔ­χε­τε τὸν καρ­πὸν ὑ­μῶν εἰς ἁ­για­σμόν, τὸ δὲ τέ­λος ζω­ὴν αἰ­ώ­νιον. Τὰ γὰρ ὀ­ψώ­νια τῆς ἁ­μαρ­τί­ας θά­να­τος, τὸ δὲ χά­ρι­σμα τοῦ Θε­οῦ ζω­ὴ αἰ­ώ­νιος ἐν Χρι­στῷ ᾿Ι­η­σοῦ τῷ Κυ­ρί­ῳ ἡ­μῶν.

                         (Ρωμ. στ΄[6] 18 – 23)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἀδελφοί, ἀφοῦ ἐ­λευ­θε­ρω­θή­κα­τε ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α, γί­να­τε δοῦ­λοι στὴν ἀ­ρε­τή. Με­τα­χει­ρί­ζο­μαι ἀν­θρώ­πι­νο τρό­πο ἐκ­φρά­σε­ως ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­δυ­να­μί­ας τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σε­ώς σας, ἡ ὁποία εἶ­ναι ἀ­κό­μα σαρ­κι­κὴ καὶ γι' αὐ­τὸ ἡ ἄ­σκη­ση τῆς ἀ­ρε­τῆς σᾶς φαί­νε­ται δου­λεί­α. Ὅ­πως δη­λα­δὴ προ­σφέ­ρα­τε τὰ μέ­λη σας σκλά­βα στὴν ἁ­μαρ­τί­α, πού κά­νει τὸν ἄν­θρω­πο ἀ­κά­θαρ­το καὶ πα­ρα­βά­τη τοῦ νό­μου, γιὰ νὰ δι­α­πράττετε τὴν ἀ­νο­μί­α, ἔ­τσι τώ­ρα νὰ προ­σφέ­ρε­τε τὰ μέ­λη σας δοῦλα στὴν ἐ­νά­ρε­τη ζω­ή, γιὰ νὰ προ­ο­δεύ­ε­τε σὲ ἁ­γι­ό­τη­τα. Ἡ δου­λεί­α ὅ­μως αὐ­τὴ στὴν ἐ­νά­ρε­τη ζω­ὴ δὲν εἶ­ναι σκλα­βιὰ ἀλλά ἐ­λευ­θε­ρί­α. Δι­ό­τι ὅ­ταν ἤ­σα­σταν δοῦ­λοι τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ἤ­σα­σταν βέ­βαι­α ἐ­λεύ­θε­ροι καὶ ὄ­χι ὑ­πο­ταγ­μέ­νοι στὴ δι­και­ο­σύ­νη καὶ τὴν ἀ­ρε­τή, ἀλλά σᾶς ρω­τῶ: Ποι­ὰ ὠ­φέ­λεια λοι­πὸν εἴ­χα­τε τό­τε ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, γιὰ τὰ ὁ­ποῖα τώ­ρα, ὅ­ταν τὰ θυ­μά­στε, ντρέ­πε­στε; Κα­μί­α. Εἴ­χα­τε ἀν­τί­θε­τα βλά­βη με­γά­λη, δι­ό­τι τὸ τε­λι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῶν ἔρ­γων ἐ­κεί­νων εἶ­ναι θά­να­τος πνευ­μα­τι­κός. Τώ­ρα ὅ­μως πού ἐ­λευ­θε­ρω­θή­κα­τε ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ ὑ­πο­δου­λώ­σα­τε τὸν ἑ­αυ­τό σας στὸ Θε­ό, ἔ­χε­τε βέ­βαι­ο κέρ­δος τὴν πρό­ο­δο στὴν ἁ­γι­ό­τη­τα, καὶ τε­λι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴν αἰ­ώ­νια ζω­ή. Δὲν εἶναι λοιπόν πραγματική ἐλευθερία ἡ ὑ­πο­τα­γή σας στὸ Θε­ό; Ναί. Τό­τε ἤ­σα­σταν δοῦ­λοι δυ­στυ­χι­σμέ­νοι, διότι ὁ μι­σθὸς μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἁ­μαρ­τί­α πλη­ρώ­νει τούς δούλους της εἶναι ὁ θά­να­τος. Ἀν­τί­θε­τα τὸ δῶ­ρο πού δίνει ὁ Θεός στοὺς δού­λους του εἶ­ναι ἡ αἰ­ώ­νια ζω­ή, τὴν ὁποία ἀποκτοῦμε μὲ τὴν ἕ­νω­σή μας μὲ τὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, τόν Κύριό μας.

 

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, ἐλ­θόν­τι τῷ Ἰ­η­σοῦ εἰς Κα­περ­να­οὺμ, προ­σῆλ­θεν αὐ­τῷ Ἑ­κα­τόν­ταρ­χος, πα­ρα­κα­λῶν αὐ­τὸν, καὶ λέ­γων· Κύριε, ὁ παῖς μου βέ­βλη­ται ἐν τῇ οἰ­κί­ᾳ πα­ρα­λυ­τι­κός, δει­νῶς βα­σα­νι­ζό­με­νος. Καὶ λέ­γει αὐ­τῷ ὁ ᾿Ι­η­σοῦς· ἐ­γὼ ἐλ­θὼν θε­ρα­πε­ύ­σω αὐ­τόν. Καὶ ἀ­πο­κρι­θεὶς ὁ Ἑ­κα­τόν­ταρ­χος ἔ­φη· Κύριε, οὐκ εἰ­μὶ ἱ­κα­νὸς ἵ­να μου ὑ­πὸ τὴν στέ­γην εἰ­σέλ­θῃς· ἀλ­λὰ μό­νον εἰ­πὲ λό­γῳ, καὶ ἰ­α­θή­σε­ται ὁ παῖς μου. Καὶ γὰρ ἐ­γὼ ἄν­θρω­πός εἰ­μι ὑ­πὸ ἐ­ξου­σί­αν, ἔ­χων ὑπ᾿ ἐ­μαυ­τὸν στρα­τι­ώ­τας, καὶ λέ­γω το­ύ­τῳ, Πο­ρε­ύ­θη­τι, καὶ πο­ρε­ύ­ε­ται· καὶ ἄλ­λῳ, Ἔρ­χου, καὶ ἔρ­χε­ται· καὶ τῷ δο­ύ­λῳ μου, Πο­ί­η­σον τοῦ­το, καὶ ποι­εῖ. Ἀ­κο­ύ­σας δὲ ὁ ᾿Ι­η­σοῦς, ἐ­θα­ύ­μα­σε, καὶ εἶ­πε τοῖς ἀ­κο­λου­θοῦ­σιν· Ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν, οὐ­δὲ ἐν τῷ ᾿Ισ­ρα­ὴλ το­σα­ύ­την πί­στιν εὗ­ρον. Λέγω δὲ ὑ­μῖν, ὅ­τι πολ­λοὶ ἀ­πὸ ἀ­να­το­λῶν καὶ δυ­σμῶν ἥ­ξου­σι, καὶ ἀ­να­κλι­θή­σον­ται με­τὰ ᾿Α­βρα­ὰμ καὶ ᾿Ι­σα­ὰκ καὶ ᾿Ι­α­κὼβ ἐν τῇ βα­σι­λε­ί­ᾳ τῶν οὐ­ρα­νῶν· οἱ δὲ υἱ­οὶ τῆς βα­σι­λεί­ας ἐκ­βλη­θή­σον­ται εἰς τὸ σκό­τος τὸ ἐ­ξώ­τε­ρον· ἐ­κεῖ ἔ­σται ὁ κλαυθ­μὸς καὶ ὁ βρυγ­μὸς τῶν ὀ­δόν­των. Καὶ εἶ­πεν ὁ ᾿Ι­η­σοῦς τῷ Ἑ­κα­τον­τάρ­χῳ· Ὕ­πα­γε, καὶ ὡς ἐ­πί­στευ­σας γε­νη­θή­τω σοι. Καὶ ἰ­ά­θη ὁ παῖς αὐ­τοῦ ἐν τῇ ὥ­ρᾳ ἐ­κε­ί­νῃ.

                                 (Ματθ. η΄[8] 5 - 13)

 

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

ΚΥΡΙΕ, ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΑΞΙΟΣ ν λθεις στ σπίτι μου, ν εἰσέλθεις κάτω ἀπό τν στέγη τς οκίας μου.

Ὁ ἄνθρωπος πο λέγει ατ τ λόγια δν εναι κἄν βραος. Εναι Ρωμαος ξιωματικός. κατόνταρχος. Κα πλησιάζει τν Κύριο μ να ατημα γι να δοῦλο του, ὁ ὁποῖος ταν παράλυτος κα πέφερε φρικτ «δεινς βασανιζμενος». Παρακαλε δ τν Κύριο ν θεραπεύσει τν σθενή. Ὅταν ὅμως ὁ Κύριος προθυμοποιεῖται ν πάει στ σπίτι του γιά νά θεραπεύσει τν ρρωστο δοῦλο, ὁ Ἑκατόνταρχος ρνεται λέγοντας τ λόγια ατ μ τ ὁποῖα ρχίσαμε: «Κύριε, οὐκ εἰμί ἱκανς ἵνα μου ὑπό τν στέγην εἰσέλθεις».

Λόγια θαυμαστά! Δν εμαι ξιος ν λθεις στ σπίτι μου, Κύριε, ἀλλά πς να μόνο λόγο κα θ γίνει καλ ὁ δολος μου. Ἀφοῦ ἐγώ, πο εμαι ἄνθρωπος ὑπό τήν ἐξουσία νωτέρων μου, χοντας κάτω ἀπό τν ἐξουσία μου να τμμα στρατιωτν, λέγω στν να «πήγαινε» κα πηγαίνει, κα στν λλον «λα» κα ρχεται, κα στν δοῦλο μου «κάνε ατ» κα τ κάνει, πολ περισσότερο μπορεῖς Ἐσύ μ μία Σου ἐντολή νά θεραπεύσεις τν δοῦλο μου.

Ὁ ἄνθρωπος εχε πίστη σπάνια. Πίστευε ὅτι ὁ Κύριος μποροσε ν θεραπεύσει μ να μόνο λόγο Του, κα μάλιστα ν θεραπεύσει ἐξ ποστάσεως.

Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΑΥΤΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ δικαίως πέσπασε τν παινο τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος κπληκτος εἶπε ὅτι τόσο θερμή πίστη δέν εἶχε βρεῖ οὔτε μεταξ τν βραίων. Κα συνεπλήρωσε τονίζοντας ὅτι τελικ στ Βασιλεία τοῦ Θεο θ βρεθον πολλο τέτοιοι πιστο ἄνθρωποι ἀπό μακρινος τόπους, «ἀπό νατολν κα δυσμν», κα θ ἀξιωθοῦν ν πολαύσουν ατ τ Βασιλεία μαζ μ τς μεγάλες μορφς τν Πατριαρχν βραάμ, σακ κα ακώβ. ν ντίθετα «ο υἱοί τς βασιλείας», οἱ βραοι, πο ἦσαν πόγονοι τν μεγάλων Πατριαρχν κα θ ἔπρεπε κανονικ ν κληρονομήσουν τ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, θά πεταχθοῦν «ες τ σκότος τ ξώτερον», στ σκοτάδι τς κολάσεως, ἐκεῖ ὅπου θά ὑπάρχει μόνο «ὁ κλαυθμός καί ὁ βρυγμς τν δόντων», τ κλάμα κα τ τρίξιμο τν δοντιν.

Φοβερ τ λόγια τοῦ Κυρίου. Ν σωθον ἄνθρωποι πο λάτρευαν τ εδωλα κα ν κολασθον αὐτοί πού εἶχαν τν πατροπαράδοτη πίστη στόν ἀληθινό Θεό! Κα ἄν ατ ἴσχυε γι τος βραίους τότε, μπορε κανείς νά φαντασθεῖ πόσο μεγαλύτερη σημασία ἔχει γιά μᾶς τος Χριστιανούς. Πόσο φοβερό θ εναι ν πεταχθοῦμε ἐμεῖς ξω ἀπό τή χαρά καί μακαριότητα τς θείας Βασιλείας κα ν βρεθομε «ες τ σκότος τ ξώτερον».

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ το Κυρίου πευθύνονται καί πάλιν στό Ἑκατόνταρχο. Πήγαινε, τοῦ λέγει. Πήγαινε στ σπίτι σου. Κα ὅπως πίστευσες, τσι ς γίνει. Κα πραγματικ ἐκείνη τήν ἴδια στιγμή ὁ δοῦλος τοῦ κατόνταρχου γινε καλά. Κατ τν πίστη του! Τν τόσο θερμ κα ἀπόλυτη.

ΥΠΟ ΤΗΝ ΣΤΕΓΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Ἡ φράση τοῦ κατόνταρχου  «Κύριε, οὐκ εἰμί ἱκανός ἵνα μου ὑπό τν στέγην εἰσέλθῃς», πέρασε ἀπό τότε στ χείλη τν ἁγίων καί ζυμώθηκε μ τ ζωτς κκλησίας. πέκτησε τσι μυστικότερο καί οὐσιαστικότερο νόημα. Τώρα οἱ πιστο παναλαμβάνουμε τ λόγια τοῦ κατοντάρχου, γιά νά κφράσουμε τ ασθημα τς βαθειάς ἀναξιότητας πού νιώθουμε, προκειμένου νά δεχθομε τν Κύριο μέσα στν οκο τς ψυχς μας: «Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὐκ εἰμί ξιος, οδὲ ἱκανός, ἵνα μου ὑπό τν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τς ψυχς»· Κύριε ὁ Θεός μου, γνωρίζω ὅτι δν εμαι ξιος οὔτε ἱκανς γι ν εἰσέλθεις κάτω ἀπό τή στέγη τοῦ οἴκου τς ψυχς μου. Τ λόγια ατ ἀπό τήν Τρίτη Εὐχή πρ τς θείας Κοινωνίας, τν ποία συνέταξε ὁ γιος ωάννης ὁ Χρυσόστομος, εναι συγκλονιστικά.

Δν εμαι ξιος! σ εσαι καθαρς, γιος. γ εμαι μαρτωλός, μολυσμένος, κάθαρτος. Ἡ στέγη τοῦ οἴκου τς ψυχς μου εναι ρημη κα γκρεμισμένη «ὅλη ρημος κα καταπεσοῦσά στι», καί δέ θά εὕρεις μέσα μου τόπο κατάλληλο «τοῦ κλῖναι τν κεφαλήν», γι ν ἀκουμπήσεις κάπου τν κεφαλή Σου.

Ατ εναι ἡ πραγματικότητα ναμφιβόλως. Ὁ Κύριος ρχεται γι ν μείνει μέσα μας, στν οκο τς ψυχς μας. Ἔρχεται μ τ θεία Κοινωνία, μ τν ποία μς μεταδίδει τν διο τν αυτό Του. ρχεται γι ν μείνει. λλ ποῦ νά μείνει; Ὁ τόπος δν εναι καθαρός, δν εναι γιος. Ασθήματα νοχα, σκέψεις μαρτωλές, πιθυμίες βρωμερές, ργα κάθαρτα καθιστον τ σπίτι τς ψυχς μας ρείπιο. Πς ν μείνει σ' ατ ὁ Θεός;

Γι’ ατ ἡ προσευχ μας γίνεται ατς τς ὧρες φλογερή: Κύριε, δν εμαι ξιος! σ ὅμως σ σταῦλο γεννήθηκες κα τος μαρτωλος τος δέχθηκες μ ἀγάπη κα συμπάθεια πολλή. Τ συμπάθεια ατ δεξε κα σ μένα. λα ν μείνεις μέσα μου κα ν καθαρίσεις σ τν ψυχήν μου κα ν τν θεραπεύσεις, ὅπως θεράπευσες τόν βασανιζόμενο παράλυτο δοῦλο τοῦ κατοντάρχου.

κατόνταρχος μς δειξε τν δρόμο. Τν μόνο δρόμο πο δηγε στν Θεό κα πο πρέπει ν βαδίζουμε: Τήν ταπείνωση! ς εναι ελογημένος!

   (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)