Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Ϛ΄ ΛΟΥΚΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
  ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
      ΚΥΡΙΑΚΗ Ϛ΄ ΛΟΥΚΑ


 (22 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2017)
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Κ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)
Ἀ­δελ­φοί, γνω­ρί­ζω ὑ­μῖν, τὸ εὐ­αγ­γέ­λι­ον τὸ εὐ­αγ­γε­λι­σθὲν ὑπ᾿ ἐ­μοῦ ὅ­τι οὐκ ἔ­στι κα­τὰ ἄν­θρω­πον· οὐ­δὲ γὰρ ἐ­γὼ πα­ρὰ ἀν­θρώ­που πα­ρέ­λα­βον αὐ­τὸ οὔ­τε ἐ­δι­δά­χθην, ἀλ­λὰ δι᾿ ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως ᾿Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ. ᾿Η­κο­ύ­σα­τε γὰρ τὴν ἐ­μὴν ἀ­να­στρο­φήν πο­τε ἐν τῷ ᾿Ι­ου­δα­ϊ­σμῷ, ὅ­τι καθ᾿ ὑ­περ­βο­λὴν ἐ­δί­ω­κον τὴν ἐκ­κλη­σί­αν τοῦ Θε­οῦ καὶ ἐ­πόρ­θουν αὐ­τήν, καὶ προ­έ­κο­πτον ἐν τῷ ᾿Ι­ου­δα­ϊ­σμῷ ὑ­πὲρ πολ­λοὺς συ­νη­λι­κι­ώ­τας ἐν τῷ γέ­νει μου, πε­ρισ­σο­τέ­ρως ζη­λω­τὴς ὑ­πάρ­χων τῶν πα­τρι­κῶν μου πα­ρα­δό­σε­ων. ῞Ο­τε δὲ εὐ­δό­κη­σεν ὁ Θε­ὸς ὁ ἀ­φο­ρί­σας με ἐκ κοι­λί­ας μη­τρός μου καὶ κα­λέ­σας δι­ὰ τῆς χά­ρι­τος αὐ­τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψαι τὸν υἱ­ὸν αὐ­τοῦ ἐν ἐ­μοί, ἵ­να εὐ­αγ­γε­λί­ζω­μαι αὐ­τὸν ἐν τοῖς ἔ­θνε­σιν, εὐ­θέ­ως οὐ προ­σα­νε­θέ­μην σαρ­κὶ καὶ αἵ­μα­τι, οὐ­δὲ ἀ­νῆλ­θον εἰς ῾Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα πρὸς τοὺς πρὸ ἐ­μοῦ ἀ­πο­στό­λους, ἀλ­λὰ ἀ­πῆλ­θον εἰς ᾿Α­ρα­βί­αν, καὶ πά­λιν ὑ­πέ­στρε­ψα εἰς Δα­μα­σκόν. ῎Ε­πει­τα με­τὰ ἔ­τη τρί­α ἀ­νῆλ­θον εἰς ῾Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα ἱ­στο­ρῆ­σαι Πέτρον, καὶ ἐ­πέ­μει­να πρὸς αὐ­τὸν ἡ­μέ­ρας δε­κα­πέν­τε· Ἕ­τε­ρον δὲ τῶν ἀ­πο­στό­λων οὐκ εἶ­δον εἰ μὴ ᾿Ιάκωβον τὸν ἀ­δελ­φὸν τοῦ Κυ­ρί­ου. 
                                                (Γαλ. α΄11 – 19)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Σᾶς γνωστοποιῶ λοιπόν, ἀδελφοί, ὅτι τό Εὐαγγέ­­­­­­λιο πού σᾶς κήρυξα δέν ἀποτελεῖ ἀνθρώπινη ἐπι­νό­η­ση. Διότι ὄχι μόνο οἱ ὑπόλοιποι ἀπόστολοι, ἀλλά κι ἐ­­­­γώ δέν τό παρέλαβα οὔτε τό διδάχθηκα ἀπό κάποι­­­ον ἄν­­­­­θρωπο, ἀλλά τό παρέλαβα μέ ἀποκάλυψη τοῦ Θε­­­οῦ, ὁ ὁποῖος ἀπευθείας μοῦ φανέρωσε καί μοῦ ἀπο­κά­­­λυ­­­ψε τόν Κύριο Ἰησοῦ. Καί τό ὅτι τό Εὐαγγέλιο μοῦ παραδόθηκε μέ ὑπερ­­­­­φυσική ἀποκάλυψη ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό, ἀπο­δει­κνύ­ε­ται ἀπό τή δράση μου στό παρελθόν. Διότι ἀσφα­λῶς ἔχε­τε ἀκούσει γιά τή διαγωγή πού ἔδειξα κά­ποτε, ὅταν ἀκο­λουθοῦσα τό νόμο καί τά ἔθιμα τῶν Ἰου­δαίων. Ἀκού­­σατε δηλαδή ὅτι καταδίωκα ὑπερβολικά τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ καί προσπαθοῦσα νά τήν ἐξολοθρεύσω. Καί προόδευα στόν Ἰουδαϊσμό περισσότερο ἀπό πολλούς συνομήλικους συμπατριῶτες μου καί ἔδειχνα περισσότερο ζῆλο ἀπ’ αὐτούς γιά τίς παραδόσεις πού κληρονομήσαμε ἀπό τούς πατέρες μας. Ὅταν ὅμως εὐαρεστήθηκε ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος μέ ξεχώρισε καί μέ διάλεξε ἀπό τόν καιρό ἀκόμη πού ἤμουν στήν κοιλιά τῆς μητέρας μου, καί μέ κάλεσε μέ τή χάρη του, χωρίς ἐγώ ἀπό τά ἔργα μου νά εἶμαι ἄξιος γιά μία τέτοια ἐκλογή, νά ἀποκαλύψει στό βάθος τῆς ψυχῆς μου τόν Υἱό του, γιά νά τόν κηρύττω στά ἔθνη, ἀμέσως δέν συμβου­λεύ­­­­­­θηκα σάρκα καί αἷμα, δηλαδή κάποιον θνητό ἄν­θρω­­πο, οὔτε ἀνέβηκα στά Ἱεροσόλυμα γιά νά συναντήσω τούς ἀποστόλους πού εἶχαν κληθεῖ πρίν ἀπό μένα στό ἀποστολικό ἀξίωμα, ἀλλά πῆγα στήν Ἀραβία καί πάλι ἐπέστρεψα στή Δαμασκό. Ἔπειτα, μετά ἀπό τρία χρόνια ἀπό τότε πού εἶχα ἐπι­­στρέψει στό Χριστό, ἀνέβηκα στά Ἱεροσόλυμα γιά νά γνωρίσω ἀπό κοντά τόν Πέτρο, κι ἔμεινα μαζί του δε­­καπέντε μέρες. Ἄλλον ἀπό τούς ἀποστόλους δέν εἶδα, παρά μόνο τόν Ἰάκωβο, τόν ἀδελφό τοῦ Κυρίου.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (Ϛ΄ ΛΟΥΚΑ)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ  ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς τὴν χώ­ραν τῶν Γα­δα­ρη­νῶν ὑ­πήν­τη­σεν αὐ­τῷ ἀ­νήρ τις ἐκ τῆς πό­λε­ως, ὃς εἶ­χε δαι­μό­νι­α ἐκ χρό­νων ἱ­κα­νῶν, καὶ ἱ­μά­τι­ον οὐκ ἐ­νε­δι­δύ­σκε­το, καὶ ἐν οἰ­κί­ᾳ οὐκ ἔ­με­νεν, ἀλ­λ' ἐν τοῖς μνή­μα­σιν. ἰ­δὼν δὲ τὸν Ἰ­η­σοῦν καὶ ἀ­να­κρά­ξας προ­σέ­πε­σεν αὐ­τῷ καὶ φω­νῇ με­γά­λῃ εἶ­πε· Τί ἐ­μοὶ καὶ σοί, Ἰ­η­σοῦ υἱ­ὲ τοῦ Θε­οῦ τοῦ ὑ­ψί­στου; δέ­ο­μαί σου, μή με βα­σα­νί­σῃς. πα­ρήγ­γει­λε γὰρ τῷ πνε­ύ­μα­τι τῷ ἀ­κα­θάρ­τῳ ἐ­ξελ­θεῖν ἀ­πὸ τοῦ ἀν­θρώ­που. πολ­λοῖς γὰρ χρό­νοις συ­νηρ­πά­κει αὐ­τόν, καὶ ἐ­δε­σμεῖ­το ἁ­λύ­σε­σι καὶ πέ­δαις φυ­λασ­σό­με­νος, καὶ δι­αρ­ρήσ­σων τὰ δε­σμὰ ἠ­λα­ύ­νε­το ὑ­πὸ τοῦ δα­ί­μο­νος εἰς τὰς ἐ­ρή­μους.ἐ­πη­ρώ­τη­σε δὲ αὐ­τὸν ὁ Ἰ­η­σοῦς λέ­γων· Τί σοί ἐ­στιν ὄ­νο­μα; ὁ δὲ εἶ­πε· Λε­γε­ών· ὅ­τι δαι­μό­νι­α πολ­λὰ εἰ­σῆλ­θεν εἰς αὐ­τόν· καὶ πα­ρε­κά­λει αὐ­τὸν ἵ­να μὴ ἐ­πι­τά­ξῃ αὐ­τοῖς εἰς τὴν ἄ­βυσ­σον ἀ­πελ­θεῖν. Ἦν δὲ ἐ­κεῖ ἀ­γέ­λη χο­ί­ρων ἱ­κα­νῶν βο­σκο­μέ­νη ἐν τῷ ὄ­ρει· καὶ πα­ρε­κά­λουν αὐ­τὸν ἵ­να ἐ­πι­τρέ­ψῃ αὐ­τοῖς εἰς ἐ­κε­ί­νους εἰ­σελ­θεῖν· καὶ ἐ­πέ­τρε­ψεν αὐ­τοῖς. ἐ­ξελ­θόν­τα δὲ τὰ δαι­μό­νι­α ἀ­πὸ τοῦ ἀν­θρώ­που εἰ­σῆλ­θον εἰς τοὺς χο­ί­ρους, καὶ ὥρ­μη­σεν ἡ ἀ­γέ­λη κα­τὰ τοῦ κρη­μνοῦ εἰς τὴν λί­μνην καὶ ἀ­πε­πνί­γη. ἰ­δόν­τες δὲ οἱ βό­σκον­τες τὸ γε­γε­νη­μέ­νον ἔ­φυ­γον, καὶ ἀ­πήγ­γει­λαν εἰς τὴν πό­λιν καὶ εἰς τοὺς ἀ­γρο­ύς. ἐ­ξῆλ­θον δὲ ἰ­δεῖν τὸ γε­γο­νὸς, καὶ ἦλ­θον πρὸς τὸν Ἰ­η­σοῦν, καὶ εὗ­ρον κα­θή­με­νον τὸν ἄν­θρω­πον, ἀ­φ' οὗ τὰ δαι­μό­νι­α ἐ­ξε­λη­λύ­θει, ἱ­μα­τι­σμέ­νον καὶ σω­φρο­νοῦν­τα πα­ρὰ τοὺς πό­δας τοῦ Ἰ­η­σοῦ, καὶ ἐ­φο­βή­θη­σαν. ἀ­πήγ­γει­λαν δὲ αὐ­τοῖς οἱ ἰ­δόν­τες πῶς ἐ­σώ­θη ὁ δαι­μο­νι­σθε­ίς. καὶ ἠ­ρώ­τη­σαν αὐ­τὸν ἅ­παν τὸ πλῆ­θος τῆς πε­ρι­χώ­ρου τῶν Γα­δα­ρη­νῶν ἀ­πελ­θεῖν ἀ­π' αὐ­τῶν, ὅ­τι φό­βῳ με­γά­λῳ συ­νε­ί­χον­το· αὐ­τὸς δὲ ἐμ­βὰς εἰς τὸ πλοῖ­ον ὑ­πέ­στρε­ψεν. ἐ­δέ­ε­το δὲ αὐ­τοῦ ὁ ἀ­νὴρ, ἀ­φ' οὗ ἐ­ξε­λη­λύ­θει τὰ δαι­μό­νι­α, εἶ­ναι σὺν αὐ­τῷ· ἀ­πέ­λυ­σε δὲ αὐ­τὸν ὁ Ἰ­η­σοῦς λέ­γων· Ὑ­πό­στρε­φε εἰς τὸν οἶ­κόν σου καὶ δι­η­γοῦ ὅ­σα ἐ­πο­ί­η­σέ σοι ὁ Θε­ός. καὶ ἀ­πῆλ­θε κα­θ' ὅ­λην τὴν πό­λιν κη­ρύσ­σων ὅ­σα ἐ­πο­ί­η­σεν αὐ­τῷ ὁ Ἰ­η­σοῦς.   
                           (Λουκ. η΄ 26 – 39)

ΣΤΗ  ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΓΑΔΑΡΗΝΩΝ
1. Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΦΩΝΕΙ
Μόλις ἔφθασε ὁ Κύριος στὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, Τὸν συνάντησε κάποιος ἄνθρωπος ποὺ εἶχε κυριευθεῖ ἀπὸ πολλὰ δαιμόνια ἐπὶ πολλὰ χρόνια καὶ εἶχε καταντήσει θηρίο ἀνήμερο. Δὲν φοροῦσε ροῦχα, δὲν ἔμενε σὲ σπίτι, τριγυρνοῦσε στὰ μνήματα. Καὶ ἐπειδὴ τὰ δαιμόνια τὸν ἔφερναν σὲ κατάσταση μανίας καὶ ἀγριότητος, τὸν ἔδεναν οἱ ἄνθρωποι μὲ ἁλυσίδες βαριὲς νὰ μὴν κάνει κανένα κακό. Ἀλλὰ αὐτὸς τὶς ἔσπαζε καὶ ἐξαγριωμένος σερνόταν βίαια ἀπὸ τοὺς δαίμονες στὶς ἐρημιές.
Αὐτὸ τὸ «ἀγρίμι» λοιπὸν ποὺ τρομοκρατοῦσε τὸν κόσμο, τώρα τρομοκρατήθηκε καθὼς ἀντίκρισε τὸν Κύριο, κι ἀπὸ τὸ φόβο του ἔβγαλε μιὰ δυνατὴ κραυγή. Κι ἀφοῦ ἔπεσε μπροστὰ στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, φώναξε δυνατά: –Ποιὰ σχέση ὑπάρχει ἀνάμεσα σὲ μένα καὶ σὲ σένα, Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; Σὲ παρακαλῶ, μὴ μὲ βασανίσεις καὶ μὲ κλείσεις ἀπὸ τώρα στὰ σκοτάδια τοῦ Ἅδη. –Ποιὸ εἶναι τὸ ὄνομά σου; τὸν ρώτησε ὁ Κύριος. –Λεγεών, ἀπάντησε, δηλαδὴ ταξιαρχία. Διότι εἶχε μέσα του χιλιάδες δαιμόνια. Τότε τὰ δαιμόνια αὐτὰ ἄρχισαν νὰ παρακαλοῦν καὶ πάλι τὸν Κύριο νὰ μὴν τοὺς στείλει στὰ τρίσβαθα τοῦ Ἅδη. Ἀλλὰ καθὼς ὑπῆρχε ἐκεῖ κοντὰ στὸ βουνὸ ἕνα κοπάδι ἀπὸ πολλοὺς χοίρους ποὺ ἔβοσκαν, Τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς ἐπιτρέψει νὰ μποῦν στὰ ζῶα αὐτά. Ὁ Κύριος τοὺς τὸ ἐπέτρεψε. Τὸ θέαμα ἦταν φρικτό: Μόλις τὰ δαιμόνια βγῆκαν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ μπῆκαν στοὺς χοίρους, τὸ κοπάδι ὅρμησε μὲ ἀσυγκράτητη μανία πρὸς τὸ γκρεμό. Τὰ ζῶα μὲ ὁρμὴ ἔπεσαν ἀπὸ ψηλὰ κάτω στὴ λίμνη καὶ πνίγηκαν ὅλα.
Μέσα ἀπὸ τὸ ἐκπληκτικὸ αὐτὸ θαῦμα μπορεῖ νὰ δεῖ κανεὶς σὲ ποιὰ κατάσταση ὁδηγεῖ ὁ διάβολος κάθε ἄνθρωπο ποὺ κυριεύει. Τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα ὅταν εἰσέρχονται στὸν ἄνθρωπο, τοῦ σαλεύουν τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχή. Τὸν ἀπογυμνώνουν ἀπ᾿ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Τὸν καθιστοῦν ἀκυβέρνητο, κτηνώδη καὶ δαιμονιώδη. Τὸν ἀπομονώνουν ἀπὸ συγγενεῖς καὶ φίλους. Τὸν ὁδηγοῦν στοὺς τόπους τῆς φρίκης καὶ τοῦ θανάτου. Διότι οἱ δαίμονες, ἐπειδὴ μισοῦν τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, αἰσθάνονται μεγάλη ἡδονὴ νὰ ταλαιπωροῦν τὰ ὄντα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὰ ὁδηγοῦν στὸ θάνατο.
Τὸ καταχθόνιο αὐτὸ ἔργο τους τὸ ἐπιτελοῦν ὄχι μόνο στοὺς δαιμονισμένους ἀλλὰ σὲ κάθε ἄνθρωπο. Ἐνῶ ὅμως ὅλοι μας ξέρουμε πόσο μεγάλο κακὸ προξενοῦν στὸν ἄνθρωπο καὶ μὲ πόσο φοβερὴ πανουργία μᾶς πολεμοῦν, πῶς κάποιες φορὲς γινόμαστε θύματα τῶν πονηρῶν δαιμόνων καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τους διαβόλου, τοῦ ἀοράτου ἐχθροῦ μας; Πῶς δελεαζόμαστε ἀπό τὶς ὑποσχέσεις του, πῶς παρασυρόμαστε καὶ γινόμαστε σκλάβοι στὰ πάθη καὶ στὴν ἐξουσία του; Ἂς προσέξουμε πολύ, διότι κινδυνεύουμε. Μὴ δίνουμε δικαιώματα στὸν διάβολο. Θὰ μᾶς καταστρέψει χωρὶς νὰ τὸ πάρουμε εἴδηση. Θὰ μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν αἰώνια ἀπώλεια.
2. ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Μετὰ τὸ θαῦμα ἂλλαξαν πλέον ὅλα. Τὸ μανιασμένο «ἀγρίμι» ἔγινε ταπεινὸς μαθητὴς τοῦ Κυρίου. Τρομοκρατημένοι οἱ χοιροβοσκοὶ ἔτρεξαν στὴν πόλη καὶ ἀνήγγειλαν τὸ φοβερὸ γεγονός. Κι ἄρχισαν οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς νὰ βγαίνουν ἔκπληκτοι νᾶ δοῦν τί ἔγινε. Μόλις ὅμως ἀντίκρισαν τὸν πρώην δαιμονισμένο νὰ κάθεται ἤρεμα δίπλα στὸν Κύριο ντυμένος καὶ μυαλωμένος, φοβήθηκαν. Καὶ ὅλοι μὲ μία φωνή, ἀντὶ νὰ ζητήσουν ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ μείνει κοντά τους, Τὸν παρακάλεσαν νὰ φύγει ἀπὸ τὸν τόπο τους· ἐπειδὴ κυριεύθηκαν ἀπὸ τρόμο, ἐπειδὴ φοβήθηκαν μὴν τιμωρηθοῦν κι αὐτοὶ γιὰ τὶς ἀνομίες τους, διότι τὸ χοιρεμπόριο τότε ἦταν παράνομο. Καὶ ὁ Κύριος ἔφυγε ἀπὸ κοντά τους. Ἀντίθετα ὁ ἄνθρωπος ποὺ θεραπεύτηκε Τὸν παρακαλοῦσε νὰ μένει μαζί του. Ὁ Χριστὸς ὅμως τοῦ εἶπε: Γύρισε στὸ σπίτι σου γιὰ νὰ διηγεῖσαι τὶς εὐεργεσίες ποὺ σοῦ ἔκανε ὁ Θεός.
Κι ἐκεῖνος ἔγινε μὲ τὸ λόγο του καὶ μὲ τὴ ζωὴ του μάρτυρας τῆς ἀγάπης καὶ τῆς παντοδύναμης ἐξουσίας τοῦ Κυρίου. Ἔγινε ἕνα φωτεινὸ παράδειγμα στὸν τόπο του. Ὁ πρώην δαιμονισμένος ἔγινε φορέας τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς ποὺ ἀπέφευγε κάθε ἀνθρώπινη κοινωνία ἔγινε κήρυκας τῆς δυνάμεως τοῦ Κυρίου.
Ὅλα αὐτὰ τί μαρτυροῦν; Ὅτι ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὸν ἔλεγχο καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ Κυρίου. Καὶ ὅτι ὁ Χριστός μας εἶναι ὁ παντοδύναμος ἐξουσιαστὴς τῶν πάντων. Μπροστά του τρέμουν οἱ δαίμονες, ἑξαφανίζονται.
Σ᾿ αὐτὴ λοιπὸν τὴ δαιμονοκρατούμενη ἐποχὴ ποὺ ζοῦμε, ὅπου πολλοὶ ἄνθρωποι παραμορφώνονται παρασυρμένοι ἀπὸ τὴν ἁρπακτικὴ μανία τοῦ διαβόλου, ἐμεῖς οἱ πιστοὶ Χριστιανοὶ δὲν πρέπει νὰ φοβόμαστε, νὰ ἀγωνιοῦμε. Στὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ ἡ δική μας. Αὐτὸς κυβερνᾶ τὰ σύμπαντα, στὰ χέρια του εἶναι ἡ ζωή μας. Ὁ διάβολος δὲν ἔχει καμία ἐξουσία ἐπάνω μας, ἐὰν ἐμεῖς δὲν τοῦ τὴ δώσουμε μὲ τὴ συγκατάθεσή μας. Ἂς ἐμπιστευόμαστε λοιπὸν τὴ ζωή μας στὸν βασιλέα τῆς κτίσεως Κύριο Ἰησοῦ, ζώντας μέσα στὴ χάρη τῶν ἱερῶν Μυστηρίων, για νὰ ἀσφαλιζόμαστε κάτω ἀπὸ τὴν κραταιὰ ἐξουσία του καὶ νὰ πλημμυρίζουμε ἀπὸ τὸ φῶς του.

 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου