ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ
ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ
(28 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2025)
ΕΩΘΙΝΟΝ Ζ΄
Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται
πρωΐ σκοτίας ἔτι οὔσης, εἰς τὸ μνημεῖον· καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ
μνημείου. Τρέχει οὖν, καὶ ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον, καὶ πρὸς τὸν ἄλλον μαθητὴν,
ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς, καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἦραν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ μνημείου, καὶ οὐκ
οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν. Ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητής, καὶ ἤρχοντο
εἰς τὸ μνημεῖον. Ἔτρεχον δὲ οἱ δύο ὁμοῦ· καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς προέδραμε τάχιον
τοῦ Πέτρου, καὶ ἦλθε πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας, βλέπει κείμενα τὰ ὀθόνια,
οὐ μέντοι εἰσῆλθεν. Ἔρχεται οὖν Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ
μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα, καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς
αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον. Τότε
οὖν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε, καὶ ἐπίστευσεν.
Οὐδέπω γὰρ ᾔδεισαν τὴν Γραφήν, ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι. Ἀπῆλθον οὖν πάλιν
πρὸς ἑαυτοὺς οἱ μαθηταί.
(Ἰωάν.
κ΄[20] 1 – 10)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἀφοῦ πέρασε τὸ Σάββατο, τὴν ἑπόμενη
ἡμέρα, ποὺ ἦταν ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται στὸ
μνημεῖο πρωί, ὅταν ἦταν ἀκόμη σκοτάδι, καὶ βλέπει ὅτι ὁ λίθος ποὺ ἔφραζε τὴν εἴσοδο
τοῦ τάφου ἦταν σηκωμένος ἀπὸ τὸ μνῆμα. Ὅταν λοιπὸν εἶδε τὸ μνῆμα ἀνοιχτό,
τρέχει κι ἔρχεται στὸν Σίμωνα Πέτρο καὶ στὸν ἄλλο μαθητὴ τὸν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς,
καὶ τοὺς εἶπε: Πῆραν τὸν Κύριο ἀπὸ τὸ μνημεῖο καὶ δὲν ξερουμε ποῦ τὸν ἔβαλαν.
Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἀνέλπιστη αὐτὴ εἴδηση, βγῆκε ὁ Πέτρος ἀπὸ τὸ σπίτι ποὺ ἔμενε,
καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν βγῆκε καὶ ὁ ἄλλος μαθητής, καὶ ἔρχονταν στὸ μνημεῖο. Ἔτρεχαν
λοιπὸν καὶ οἱ δύο μαζί· ἀλλὰ ὁ ἄλλος μαθητής, ἐπειδὴ ἦταν νεότερος, ἔτρεξε
μπροστὰ πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὸν Πέτρο καὶ ἔφθασε πρῶτος στὸ μνημεῖο. Καὶ
σκύβοντας ἀπ᾿ ἔξω βλέπει τοὺς νεκρικοὺς ἐπιδέσμους νὰ εἶναι κάτω στὴ γῆ· ἐπειδὴ
ὅμως ἦταν πολὺ συγκινημένος, δὲν προχώρησε νὰ μπεῖ μέσα. Ἐνῶ λοιπὸν περίμενε ἀπ᾿
ἔξω, ἔρχεται καὶ ὁ Σίμων Πέτρος ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὸν καί, θαρραλέος καὶ ὁρμητικὸς ὅπως
ἦταν ἀπὸ τὸν χαρακτήρα του, μπῆκε στὸ μνημεῖο καὶ παρατήρησε ἀπὸ κοντὰ ὅτι οἱ
νεκρικοὶ ἐπίδεσμοι ἦταν κάτω στὴ γῆ καὶ δὲν ἔλειπαν, ὅπως θὰ ἦταν φυσικὸ νὰ
συμβεῖ ἐὰν τὸ σῶμα εἶχε κλαπεῖ. Παρατήρησε ἀκόμη ὅτι τὸ ὕφασμα μὲ τὸ ὁποῖο εἶχαν
σκεπάσει τὸ κεφάλι τοῦ Ἰησοῦ, δὲν ἦταν ἀνακατεμένο μὲ τοὺς ἐπιδέσμους ἀκατάστατα,
ἀλλὰ ἦταν τυλιγμένο χωριστὰ κάπου ἐκεῖ μὲ τάξη, ποὺ δὲν πρόδιδε βιασύνη καὶ
σπουδή. Τότε λοιπὸν καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ποὺ εἶχε ἔλθει πρῶτος στὸ μνῆμα,
παρακινημένος ἀπὸ τὸ παράδειγμα τοῦ Πέτρου, μπῆκε μέσα, καὶ τὰ εἶδε αὐτὰ ἀπὸ
κοντὰ καὶ πίστεψε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀναστήθηκε. Δὲν εἶχε πιστέψει πιὸ πρίν, ἀλλὰ
μόλις τώρα ποὺ εἶδε ἀδειανὸ τὸν τάφο· διότι καὶ αὐτὸς καὶ ὁ Πέτρος δὲν γνώριζαν
ἀκόμη τὴν ἀληθινὴ σημασία τῶν προφητειῶν τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ
σχέδιο τοῦ Θεοῦ ὁ Μεσσίας ἔπρεπε νὰ ἀναστηθεῖ ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐξέτασαν
τὸν τάφο καὶ πείσθηκαν ὅτι κάθε ἄλλη ἔρευνα ἦταν περιττή, ἐπέστρεψαν πάλι στὰ
καταλύματά τους οἱ μαθητές.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΜΕΤΑ ΤΗΝ
ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ)
Ἀδελφοί, γνωρίζω ὑμῖν, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ' ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον· οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτό, οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι' ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἠκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ, ὅτι καθ' ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν, καὶ προέκοπτον ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς
συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς
ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων. Ὅτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοὶ, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι, οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς Ἱεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς Ἀραβίαν, καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν. Ἔπειτα μετὰ ἔτη τρία ἀνῆλθον εἰς Ἱεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε· ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων οὐκ εἶδον εἰ μὴ Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου.
(Γαλ. α΄[1] 11-19)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἀδελφοί, σᾶς γνωστοποιῶ, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο
ποὺ σᾶς κήρυξα δὲν ἀποτελεῖ ἀνθρώπινη ἐπινόηση. Διότι
ὄχι μόνο οἱ ὑπολοιποι ἀπόστολοι, ἀλλά κι ἐγώ δὲν τὸ παρέλαβα
οὔτε τὸ διδάχθηκα ἀπό κάποιον ἄνθρωπο, ἀλλά τὸ παρέλαβα μὲ ἀποκάλυψη
τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπευθείας μοῦ φανέρωσε καί μοῦ ἀποκάλυψε
τὸν Κύριο Ἰησοῦ. Καὶ τὸ ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο μοῦ παραδόθηκε μὲ
ὑπερφυσικὴ ἀποκάλυψη ἀπό τόν ἴδιο τὸν Θεό, ἀποδεικνύεται
ἀπό τὴ δράση μου στὸ παρελθόν. Διότι ἀσφαλῶς ἔχετε ἀκούσει
γιὰ τὴ διαγωγὴ ποὺ ἔδειξα κάποτε, ὅταν ἀκολουθοῦσα τὸ νόμο
καὶ τὰ ἔθιμα τῶν Ἰουδαίων. Ἀκούσατε δηλαδὴ ὅτι καταδίωκα
ὑπερβολικὰ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ καὶ προσπαθοῦσα νὰ τὴν
καταστρέψω. Καὶ προόδευα στὸν Ἰουδαϊσμὸ περισσότερο
ἀπό πολλοὺς συνομήλικους συμπατριῶτες μου καὶ ἔδειχνα
περισσότερο ζῆλο ἀπ’ αὐτοὺς γιὰ τὶς παραδόσεις ποὺ κληρονομήσαμε
ἀπό τούς πατέρες μας. Ὅταν ὅμως εὐαρεστήθηκε ὁ Θεός, ὁ ὀποῖος
μὲ ξεχώρισε καὶ μὲ διάλεξε ἀπό τὸν καιρὸ ἀκόμη ποὺ ἤμουν στὴν
κοιλιὰ τῆς μητέρας μου, καὶ μὲ κάλεσε μὲ τὴ χάρη του, χωρὶς
ἐγώ ἀπό τά ἔργα μου νὰ εἶμαι ἄξιος γιὰ μιά τέτοια ἐκλογή, νὰ
ἀποκαλύψει στὸ βάθος τῆς ψυχῆς μου τὸν Υἱὸ του, γιά νά τόν
κηρύττω στά ἔθνη, ἀμέσως δὲν συμβουλεύθηκα σάρκα καὶ αἷμα,
δηλαδὴ κάποιον θνητὸ ἄνθρωπο, οὔτε ἀνέβηκα στὰ Ἱεροσόλυμα
γιὰ νὰ συναντήσω τοὺς ἀποστόλους ποὺ εἶχαν κληθεῖ πρὶν
ἀπό μένα στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα, ἀλλά πῆγα στὴν Ἀραβία καὶ
πάλι ἐπέστρεψα στὴ Δαμασκό. Ἔπειτα, μετά ἀπό τρία χρόνια
ἀπό τότε ποὺ εἶχα ἐπιστρέψει στὸ Χριστό, ἀνέβηκα στὰ Ἱεροσόλυμα
γιὰ νὰ γνωρίσω ἀπό κοντὰ τὸν Πέτρο, κι ἔμεινα μαζί του δεκαπέντε
μέρες. Ἄλλον ἀπό τούς ἀποστόλους δὲν εἶδα, παρὰ μόνο τὸν Ἰάκωβο,
τὸν ἀδελφὸ τοῦ Κυρίου.
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ)
Ἀναχωρησάντων τῶν μάγων, ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου
φαίνεται κατ' ὄναρ τῷ Ἰωσὴφ λέγων· Ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἴσθι ἐκεῖ ἕως ἂν εἴπω
σοι· μέλλει γὰρ Ἡρῴδης ζητεῖν τὸ παιδίον τοῦ ἀπολέσαι αὐτό. ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ νυκτὸς καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἦν ἐκεῖ ἕως τῆς τελευτῆς Ἡρῴδου· ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· Ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου. Τότε Ἡρῴδης ἰδὼν ὅτι ἐνεπαίχθη ὑπὸ τῶν μάγων ἐθυμώθη λίαν, καὶ ἀποστείλας ἀνεῖλεν πάντας
τοὺς παῖδας τοὺς ἐν Βηθλέεμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσε παρὰ τῶν μάγων. τότε ἐπληρώθη τὸ ῥηθὲν διὰ Ἰερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος· φωνὴ ἐν Ραμᾷ ἠκούσθη, κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· Ραχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς, καὶ οὐκ ἤθελεν παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν. Τελευτήσαντος δὲ τοῦ Ἡρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου
φαίνεται κατ' ὄναρ τῷ Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ λέγων· Ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν Ἰσραήλ, τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου. ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ εἰσῆλθεν εἰς γῆν Ἰσραήλ. ἀκούσας δὲ ὅτι Ἀρχέλαος βασιλεύει
τῆς Ἰουδαίας ἀντὶ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ἡρῴδου ἐφοβήθη ἐκεῖ ἀπελθεῖν· χρηματισθεὶς
δὲ κατ' ὄναρ ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ, ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται.
(Ματθ. β΄[2] 13 – 23)
«ΟΙ ΖΗΤΟΥΝΤΕΣ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ»
ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ μᾶς περιγράφει στὸ
ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς τὰ γεγονότα πού ἀκολούθησαν μετά τὴ θαυμαστὴ
προσκύνηση τῶν Μάγων. Ἄγγελος Κυρίου, μᾶς λέγει, παραγγέλλει στὸν Ἰωσὴφ νὰ
πάρει τόν νεογέννητο Ἰησοῦ καὶ τὴν Μητέρα Του, τὴν Παναγία, καὶ νὰ καταφύγει
στὴν Αἴγυπτο, ἕως ὅτου καὶ πάλιν τὸν εἰδοποιήσει, διότι ἐπρόκειτο ὁ Ἡρώδης «ζητῆσαι τὸ παιδίον τοῦ ἀπολέσαι αὐτό»,
νὰ ἀναζητήσει τὸν Ἰησοῦ γιὰ νὰ τὸν θανατώσει.
Ἔτσι ἀρχίζει τὴν ἱστορία Του ἐπί τῆς γῆς ὁ
ἐνανθρωπήσας Θεός. Ἀπό τὴν πρώτη ἀκόμη ἡλικία γίνεται στόχος τῆς δολοφονικῆς
μανίας ἑνὸς παράφρονος τυράννου καί ἀναγκάζεται νά πάρει τὸν δρόμο τῆς
προσφυγιᾶς.
Νύχτα ἀκόμη σηκώνεται ὁ Ἰωσήφ, παίρνει τὸ Βρέφος
καὶ τὴν Μητέρα Του καὶ φεύγει στὴν Αἴγυπτο, ὅπου παρέμεινε μέχρι τὸν θάνατο τοῦ
Ἡρώδη, γιά νά πραγματοποιηθεῖ ἔτσι ἡ προφητεία τοῦ προφήτου Ὠσηέ, πού ἔλεγε:
Ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο ἐκάλεσα τὸν υἱό μου νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρίδα του.
ΕΝ ΤΩ ΜΕΤΑΞΥ ὁ Ἡρώδης βρισκόταν σέ κατάσταση
ἔξαλλη. Περίμενε τοὺς Μάγους, γιὰ νὰ μάθει ἀπ’ αὐτοὺς τὸν τόπο τῆς γεννήσεως
τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ οἱ Μάγοι δὲν φαίνονταν. Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τοὺς εἶχε παραγγείλει
νὰ μή ἐπιστρέψουν στὸν Ἡρώδη. Ἔτσι ἐκεῖνοι ἔφυγαν ἀπό ἄλλο δρόμο γιὰ τὴν
πατρίδα τους.
Ὅταν λοιπὸν ὁ Ἡρώδης συνειδητοποίησε ὅτι τόν
ἐξαπάτησαν οἱ Μάγοι, «ἐθυμώθη λίαν»
καὶ ἔστειλε στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι θανάτωσαν ὅλα τὰ κάτω τῶν δύο ἐτῶν παιδιά τῆς
Βηθλεὲμ καὶ τῶν περιχώρων της, ὅπως ὑπολόγισε τὸν χρόνο ἀπό τὶς πληροφορίες τῶν
Μάγων.
Θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμός πολὺς στὴν πενθοῦσα
πόλη. Ὅπως ἀκριβῶς τὸ εἶχε προφητεύσει ὁ προφήτης Ἱερεμίας: Οἱ μητέρες - ἀπόγονοι τῆς Ραχήλ, τῆς συζύγου τοῦ
Ἰακώβ, θρηνοῦν ἀπαρηγόρητες γιά τὰ χαμένα παιδιά τους.
Ἕνα τραγικὸ τέλος γιὰ τὰ ἀθῶα βλαστάρια, ποὺ ἔγιναν
ἔτσι οἱ πρῶτοι Μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας μας, τῶν ὁποίων τὴ μνήμη ἑορτάζουμε κάθε
χρόνο στὶς 29 Δεκεμβρίου.
ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ἔγκλημα τοῦ αἱμοσταγοῦς
τυράννου. Ἔπειτα ἀπό λίγο ἀπέθανε. Καὶ ὁ Ἄγγελος εἰδοποιεῖ πάλιν τὸν Ἰωσὴφ νὰ
πάρει τὸν Ἰησοῦ καὶ τὴ Μητέρα Του καὶ νὰ ἐπιστρέψει στὴν Παλαιστίνη, διότι ἦσαν
πλέον νεκροὶ αὐτοί πού ζητοῦσαν νὰ ἀφαιρέσουν τὴ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ «τεθνήκασιν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου».
Ὁ Ἰωσὴφ ἐπέστρεψε. Διαπιστώνοντας ὅμως ὅτι στὴν
Ἰουδαία βασιλεύει ὁ υἱὸς τοῦ Ἡρώδη, ὁ Ἀρχέλαος, φοβήθηκε νά κατοικήσει ἐκεῖ. Καθοδηγούμενος
ἀπό τὸν Θεὸ πῆγε στὴ Γαλιλαία, στὴν πόλη Ναζαρέτ, γιὰ νὰ πραγματοποιηθοῦν ἔτσι
καί οἱ προβλέψεις τῶν Προφητῶν γιὰ τὸν Κύριον, ποὺ ἔλεγαν ὅτι θά περιφρονηθεῖ
πολύ, ὅπως καὶ ἔγινε μὲ τὸ νὰ ἀποκαλεῖται περιφρονητικὰ Ναζωραῖος.
ΕΤΣΙ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΟΛΟΙ
Ὁ φρικτὸς διώκτης τοῦ Ἰησοῦ, ὁ Ἡρώδης, νεκρός. Τὸ
ἀνθρωπόμορφο θηρίο, ὁ σφαγέας τόσων ἀθώων βρεφῶν, ἐξαφανίζεται μέσα σὲ ἕνα
τάφο.
Ἔτσι πεθαίνουν καὶ ἐξαφανίζονται ὅλοι οἱ ἐχθροὶ τοῦ
Χριστοῦ. Λυσσομανοῦν καὶ ἀφρίζουν γιὰ ἕνα διάστημα καὶ ἔπειτα χάνονται,
καταλήγουν στὸ χώμα τοῦ τάφου, τοὺς σιγοτρώγουν τὰ σκουλήκια τῆς γῆς. Οὔτε οἱ
στρατοί τους, οὔτε τὰ ὅπλα τους μποροῦν νὰ τοὺς προστατεύσουν ἀπό αὐτὸν τὸν
τελευταῖο ἐχθρό. Ἀνίσχυροι παραδίδονται στὴ φθορά.
Δύο χιλιετίες περιπετειῶν καὶ διωγμῶν τῆς Ἐκκλησίας
τὸ βεβαιώνουν αὐτὸ ἀπολύτως. Δύο χιλιάδων ἐτῶν ἱστορία θὰ μποροῦσε νά
συμπυκνωθεῖ σὲ μιά καί μόνη φράση: «τεθνήκασιν
οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου»! «Τεθνήκασιν»! Ἔχουν πεθάνει.
Τύραννοι καὶ διῶκτες, δήμιοι καὶ προδότες, μικροὶ
καὶ μεγάλοι «τεθνήκασι». Γιὰ λίγο
φοβερίζουν, ἀπειλοῦν, βασανίζουν, θανατώνουν, καὶ ἔπειτα χάνονται. Ἀπό τὸν
Ἡρώδη καὶ τὸν Νέρωνα μέχρι τὸν Στάλιν καὶ τὸν Ἐμβέρ Χότζα οἱ τύραννοι τῶν λαῶν
καὶ διῶκτες τοῦ Χριστοῦ καταλήγουν στὸ νεκροταφεῖο τῆς Ἱστορίας, ἀφοῦ προλάβουν
νά χαρίσουν στὴν Ἐκκλησία τὰ ὡραιότερα στολίδια τῶν ἐνδυμάτων της, τὰ ἱερά
αἵματα τῶν Μαρτύρων της.
Οἱ πιστοὶ ὀφείλουμε αὐτὸ νὰ μή τὸ λησμονοῦμε ποτέ. «Πόσοι ἐπολέμησαν τὴν Ἐκκλησίαν; Καὶ οἱ
πολεμήσαντες ἀπώλοντο (=χάθηκαν)». Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου
εἶναι πάντοτε ἐπίκαιρα. Μὴ φοβηθοῦμε λοιπόν, ἄν καὶ σήμερα ἡ Ἐκκλησία
ἀντιμετωπίζει τὴν ἐχθρότητα τῶν σκοτεινῶν κέντρων τοῦ δαιμονοκρατουμένου
κόσμου.
Καὶ αὐτοί καί οἱ ἑπόμενοι καὶ οἱ ὁποιοιδήποτε ἄλλοι
ἐχθροὶ της ἁπλῶς θὰ τῆς αὐξήσουν τὰ στολίδια θὰ τῆς χαρίσουν νέα διαμάντια,
Ὁμολογητές καὶ Μάρτυρες τῆς πίστεώς της. Ἔπειτα αὐτοί θὰ ἐξαφανισθοῦν. Ἐνῶ ἡ
Ἐκκλησία θὰ θριαμβεύει πάντα καὶ γιὰ πάντα.
(Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ
«Ο ΣΩΤΗΡ»)

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου