Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΑΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ

(28 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2025)

 


ΕΩΘΙΝΟΝ Ζ΄

Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται πρωΐ σκοτίας ἔτι οὔσης, εἰς τὸ μνημεῖον· καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου. Τρέχει οὖν, καὶ ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον, καὶ πρὸς τὸν ἄλλον μαθητὴν, ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς, καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἦραν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ μνημείου, καὶ οὐκ οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν. Ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητής, καὶ ἤρχοντο εἰς τὸ μνημεῖον. Ἔτρεχον δὲ οἱ δύο ὁμοῦ· καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς προέδραμε τάχιον τοῦ Πέτρου, καὶ ἦλθε πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας, βλέπει κείμενα τὰ ὀθόνια, οὐ μέντοι εἰσῆλθεν. Ἔρχεται οὖν Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα, καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον. Τότε οὖν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε, καὶ ἐπίστευσεν. Οὐδέπω γὰρ ᾔδεισαν τὴν Γραφήν, ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι. Ἀπῆλθον οὖν πάλιν πρὸς ἑαυτοὺς οἱ μαθηταί.

(Ἰωάν. κ΄[20] 1 – 10)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἀφοῦ πέρασε τὸ Σάββατο, τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, ποὺ ἦταν ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται στὸ μνημεῖο πρωί, ὅταν ἦταν ἀκόμη σκοτάδι, καὶ βλέπει ὅτι ὁ λίθος ποὺ ἔφραζε τὴν εἴσοδο τοῦ τάφου ἦταν σηκωμένος ἀπὸ τὸ μνῆμα. Ὅταν λοιπὸν εἶδε τὸ μνῆμα ἀνοιχτό, τρέχει κι ἔρχεται στὸν Σίμωνα Πέτρο καὶ στὸν ἄλλο μαθητὴ τὸν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς, καὶ τοὺς εἶπε: Πῆραν τὸν Κύριο ἀπὸ τὸ μνημεῖο καὶ δὲν ξερουμε ποῦ τὸν ἔβαλαν. Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἀνέλπιστη αὐτὴ εἴδηση, βγῆκε ὁ Πέτρος ἀπὸ τὸ σπίτι ποὺ ἔμενε, καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν βγῆκε καὶ ὁ ἄλλος μαθητής, καὶ ἔρχονταν στὸ μνημεῖο. Ἔτρεχαν λοιπὸν καὶ οἱ δύο μαζί· ἀλλὰ ὁ ἄλλος μαθητής, ἐπειδὴ ἦταν νεότερος, ἔτρεξε μπροστὰ πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὸν Πέτρο καὶ ἔφθασε πρῶτος στὸ μνημεῖο. Καὶ σκύβοντας ἀπ᾿ ἔξω βλέπει τοὺς νεκρικοὺς ἐπιδέσμους νὰ εἶναι κάτω στὴ γῆ· ἐπειδὴ ὅμως ἦταν πολὺ συγκινημένος, δὲν προχώρησε νὰ μπεῖ μέσα. Ἐνῶ λοιπὸν περίμενε ἀπ᾿ ἔξω, ἔρχεται καὶ ὁ Σίμων Πέτρος ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὸν καί, θαρραλέος καὶ ὁρμητικὸς ὅπως ἦταν ἀπὸ τὸν χαρακτήρα του, μπῆκε στὸ μνημεῖο καὶ παρατήρησε ἀπὸ κοντὰ ὅτι οἱ νεκρικοὶ ἐπίδεσμοι ἦταν κάτω στὴ γῆ καὶ δὲν ἔλειπαν, ὅπως θὰ ἦταν φυσικὸ νὰ συμβεῖ ἐὰν τὸ σῶμα εἶχε κλαπεῖ. Παρατήρησε ἀκόμη ὅτι τὸ ὕφασμα μὲ τὸ ὁποῖο εἶχαν σκεπάσει τὸ κεφάλι τοῦ Ἰησοῦ, δὲν ἦταν ἀνακατεμένο μὲ τοὺς ἐπιδέσμους ἀκατάστατα, ἀλλὰ ἦταν τυλιγμένο χωριστὰ κάπου ἐκεῖ μὲ τάξη, ποὺ δὲν πρόδιδε βιασύνη καὶ σπουδή. Τότε λοιπὸν καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ποὺ εἶχε ἔλθει πρῶτος στὸ μνῆμα, παρακινημένος ἀπὸ τὸ παράδειγμα τοῦ Πέτρου, μπῆκε μέσα, καὶ τὰ εἶδε αὐτὰ ἀπὸ κοντὰ καὶ πίστεψε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀναστήθηκε. Δὲν εἶχε πιστέψει πιὸ πρίν, ἀλλὰ μόλις τώρα ποὺ εἶδε ἀδειανὸ τὸν τάφο· διότι καὶ αὐτὸς καὶ ὁ Πέτρος δὲν γνώριζαν ἀκόμη τὴν ἀληθινὴ σημασία τῶν προφητειῶν τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ ὁ Μεσσίας ἔπρεπε νὰ ἀναστηθεῖ ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐξέτασαν τὸν τάφο καὶ πείσθηκαν ὅτι κάθε ἄλλη ἔρευνα ἦταν περιττή, ἐπέστρεψαν πάλι στὰ καταλύματά τους οἱ μαθητές.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ)

Ἀδελ­φοί, γνω­ρί­ζω ὑ­μῖν, τ εὐ­αγ­γέ­λι­ον τ εὐ­αγ­γε­λι­σθὲν ὑ­π' ἐ­μοῦ ὅ­τι οκ ἔ­στι κα­τὰ ἄν­θρω­πον· οὐ­δὲ γρ ἐ­γὼ πα­ρὰ ἀν­θρώ­που πα­ρέ­λα­βον αὐ­τό, οὔ­τε ἐ­δι­δά­χθην, ἀλ­λὰ δι' ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Ἠ­κο­ύ­σα­τε γρ τν ἐ­μὴν ἀ­να­στρο­φήν πο­τε ν τ Ἰ­ου­δα­ϊ­σμῷ, ὅ­τι κα­θ' ὑ­περ­βο­λὴν ἐ­δί­ω­κον τν ἐκ­κλη­σί­αν το Θε­οῦ κα ἐ­πόρ­θουν αὐ­τήν, κα προ­έ­κο­πτον ν τ Ἰ­ου­δα­ϊ­σμῷ ὑ­πὲρ πολ­λοὺς συ­νη­λι­κι­ώ­τας ν τ γέ­νει μου, πε­ρισ­σο­τέ­ρως ζη­λω­τὴς ὑ­πάρ­χων τν πα­τρι­κῶν μου πα­ρα­δό­σε­ων. Ὅ­τε δ εὐ­δό­κη­σεν Θε­ὸς ἀ­φο­ρί­σας με κ κοι­λί­ας μη­τρός μου κα κα­λέ­σας δι­ὰ τς χά­ρι­τος αὐ­τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψαι τν υἱ­ὸν αὐ­τοῦ ν ἐ­μοὶ, ἵ­να εὐ­αγ­γε­λί­ζω­μαι αὐ­τὸν ν τος ἔ­θνε­σιν, εὐ­θέ­ως ο προ­σα­νε­θέ­μην σαρ­κὶ κα αἵ­μα­τι, οὐ­δὲ ἀ­νῆλ­θον ες Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα πρς τος πρ ἐ­μοῦ ἀ­πο­στό­λους, ἀλ­λὰ ἀ­πῆλ­θον ες Ἀ­ρα­βί­αν, κα πά­λιν ὑ­πέ­στρε­ψα ες Δα­μα­σκόν. Ἔ­πει­τα με­τὰ ἔ­τη τρί­α ἀ­νῆλ­θον ες Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα ἱ­στο­ρῆ­σαι Πτρον, κα ἐ­πέ­μει­να πρς αὐ­τὸν ἡ­μέ­ρας δε­κα­πέν­τε· ἕ­τε­ρον δ τν ἀ­πο­στό­λων οκ εἶ­δον ε μ Ἰάκωβον τν ἀ­δελ­φὸν το Κυ­ρί­ου.

                                                      (Γαλ. α΄[1] 11-19)

 

Ε­Ρ­Μ­Η­Ν­Ε­ΙΑ (Π.Ν.Τ­Ρ­Ε­Μ­Π­Ε­ΛΑ)

Ἀ­δ­ε­λ­φ­οί, σ­ᾶς γ­ν­ω­σ­τ­ο­π­ο­ιῶ, ὅτι τὸ Ε­ὐ­α­γ­γ­έ­λ­ιο π­οὺ σ­ᾶς κ­ή­ρ­υ­ξα δ­ὲν ἀ­πο­τ­ε­λ­εῖ ἀ­ν­θ­ρ­ώ­π­ι­νη ἐ­π­ι­ν­ό­η­ση. Δ­ι­ό­τι ὄ­χι μ­ό­νο οἱ ὑ­π­ο­λ­ο­ι­π­οι ἀ­πόστολοι, ἀλλά κι ἐγώ δ­ὲν τὸ π­α­ρ­έ­λ­α­βα οὔτε τὸ δ­ι­δ­ά­χ­θ­η­κα ἀπό κάποιον ἄνθρωπο, ἀλλά τὸ πα­ρ­έ­λ­α­βα μὲ ἀ­π­ο­κ­ά­λ­υ­ψη τ­οῦ Θ­ε­οῦ, ὁ ὁποῖος ἀ­π­ε­υ­θ­ε­ί­ας μοῦ φ­α­ν­έ­ρ­ω­σε καί μοῦ ἀ­π­ο­κ­ά­λ­υ­ψε τ­ὸν Κ­ύ­ρ­ιο Ἰησοῦ. Κ­αὶ τὸ ὅτι τὸ Ε­ὐ­α­γ­γ­έ­λ­ιο μοῦ π­α­ρ­α­δ­ό­θ­η­κε μὲ ὑ­π­ε­ρ­φ­υ­σ­ι­κὴ ἀ­π­ο­κ­ά­λ­υ­ψη ἀπό τόν ἴδιο τ­ὸν Θ­εό, ἀ­π­ο­δ­ε­ι­κνύ­ε­τ­αι ἀπό τὴ δρά­ση μ­ου σ­τὸ π­α­ρ­ε­λ­θ­όν. Δ­ι­ό­τι ἀ­σ­φ­α­λ­ῶς ἔ­χ­ε­τε ἀ­κ­ο­ύ­σ­ει γ­ιὰ τὴ δ­ι­α­γ­ω­γὴ ποὺ ἔ­δ­ε­ι­ξα κ­ά­π­ο­τε, ὅταν ἀ­κ­ο­λ­ο­υ­θ­ο­ῦ­σα τὸ ν­ό­μο κ­αὶ τὰ ἔ­θι­μα τ­ῶν Ἰ­ο­υ­δ­α­ί­ων. Ἀ­κ­ο­ύ­σ­α­τε δ­η­λ­α­δὴ ὅτι κ­α­τ­α­δ­ί­ω­κα ὑ­π­ε­ρ­β­ο­λ­ι­κὰ τ­ὴν Ἐκ­κ­λ­η­σία τοῦ Θ­ε­οῦ κ­αὶ π­ρ­ο­σ­π­α­θ­ο­ῦ­σα νὰ τ­ὴν κ­α­τ­α­σ­τ­ρ­έ­ψω. Κ­αὶ π­ρ­ο­ό­δευα σ­τ­ὸν Ἰ­ο­υ­δ­α­ϊ­σ­μὸ π­ε­ρ­ι­σ­σ­ό­τ­ε­ρο ἀπό π­ο­λ­λ­ο­ὺς σ­υ­ν­ο­μ­ή­λ­ι­κ­ο­υς σ­υ­μ­π­α­τ­ρ­ι­ῶ­τ­ες μ­ου καὶ ἔ­δ­ε­ι­χ­να π­ε­ρ­ι­σ­σ­ό­τ­ε­ρο ζ­ῆ­λο ἀπ’ α­ὐ­τ­ο­ὺς γ­ιὰ τ­ὶς π­α­ρ­α­δ­ό­σ­ε­ις ποὺ κ­λ­η­ρ­ο­ν­ο­μ­ή­σ­α­με ἀπό τούς π­α­τ­έ­ρ­ες μ­ας. Ὅταν ὅμως ε­ὐ­α­ρ­ε­σ­τ­ή­θ­η­κε ὁ Θ­ε­ός, ὁ ὀποῖος μὲ ξ­ε­χ­ώ­ρ­ι­σε κ­αὶ μὲ διάλεξε ἀπό τ­ὸν κ­α­ι­ρὸ ἀ­κ­ό­μη π­οὺ ἤ­μουν σ­τ­ὴν κ­ο­ι­λ­ιὰ τ­ῆς μ­η­τ­έ­ρ­ας μ­ου, κ­αὶ μὲ κ­ά­λ­ε­σε μὲ τὴ χ­ά­ρη του, χ­ω­ρ­ὶς ἐγώ ἀπό τά ἔ­ρ­γα μ­ου νὰ ε­ἶ­μ­αι ἄ­ξ­ι­ος γ­ιὰ μιά τ­έ­τ­ο­ια ἐ­κ­λ­ο­γή, νὰ ἀ­π­ο­κ­α­λ­ύ­ψ­ει σ­τὸ β­ά­θ­ος τ­ῆς ψ­υ­χ­ῆς μ­ου τ­ὸν Υ­ἱὸ του, γιά νά τόν κηρύττω στά ἔ­θ­νη, ἀ­μ­έ­σ­ως δ­ὲν συμ­β­ουλ­ε­ύ­θ­η­κα σ­ά­ρ­κα κ­αὶ α­ἷ­μα, δ­η­λ­α­δὴ κ­ά­π­ο­ι­ον θ­ν­η­τὸ ἄνθρωπο, οὔτε ἀ­ν­έ­β­η­κα σ­τὰ Ἱ­ε­ρ­ο­σ­ό­λ­υ­μα γ­ιὰ νὰ σ­υ­ν­α­ν­τ­ή­σω τ­ο­ὺς ἀ­π­ο­στό­λ­ο­υς π­οὺ εἶχαν κ­λ­η­θ­εῖ π­ρ­ὶν ἀπό μ­έ­να σ­τὸ ἀ­π­ο­σ­τ­ο­λ­ι­κὸ ἀ­ξ­ί­ω­μα, ἀλλά πῆγα σ­τ­ὴν Ἀ­ρ­α­β­ία κ­αὶ π­ά­λι ἐ­π­έ­σ­τ­ρ­ε­ψα σ­τὴ Δ­α­μ­α­σ­κό. Ἔπειτα, μετά ἀπό τ­ρ­ία χ­ρ­ό­ν­ια ἀπό τ­ό­τε π­οὺ εἶχα ἐ­π­ι­σ­τ­ρ­έ­ψ­ει σ­τὸ Χ­ρ­ι­σ­τό, ἀ­ν­έ­β­η­κα σ­τὰ Ἱ­ε­ρ­ο­σ­ό­λ­υ­μα γ­ιὰ νὰ γ­ν­ω­ρ­ί­σω ἀπό κ­ο­ν­τὰ τ­ὸν Π­έ­τ­ρο, κι ἔ­μ­ε­ι­να μ­α­ζί τ­ου δ­ε­κ­α­πέ­ν­τε μ­έ­ρ­ες. Ἄ­λ­λ­ον ἀπό τούς ἀ­π­ο­σ­τ­ό­λ­ο­υς δ­ὲν ε­ἶδα, π­α­ρὰ μ­ό­νο τὸν Ἰ­ά­κ­ω­βο, τ­ὸν ἀ­δ­ε­λ­φὸ τοῦ Κυ­ρ­ί­ου.

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ)

Ἀ­να­χω­ρη­σάν­των τῶν μά­γων, ἰ­δοὺ ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου φα­ί­νε­ται κα­τ' ὄ­ναρ τ Ἰ­ω­σὴφ λέ­γων· Ἐ­γερ­θεὶς πα­ρά­λα­βε τ παι­δί­ον κα τν μη­τέ­ρα αὐ­τοῦ κα φεῦ­γε ες Αἴ­γυ­πτον, κα ἴ­σθι ἐ­κεῖ ἕ­ως ἂν εἴ­πω σοι· μέλ­λει γρ Ἡ­ρῴ­δης ζη­τεῖν τ παι­δί­ον το ἀ­πο­λέ­σαι αὐ­τό. δ ἐ­γερ­θεὶς πα­ρέ­λα­βε τ παι­δί­ον κα τν μη­τέ­ρα αὐ­τοῦ νυ­κτὸς κα ἀ­νε­χώ­ρη­σεν ες Αἴ­γυ­πτον, κα ν ἐ­κεῖ ἕ­ως τς τε­λευ­τῆς Ἡ­ρῴ­δου· ἵ­να πλη­ρω­θῇ τ ῥη­θὲν ὑ­πὸ Κυ­ρί­ου δι­ὰ το προ­φή­του λέ­γον­τος· ξ Αἰ­γύ­πτου ἐ­κά­λε­σα τν υἱ­όν μου. Ττε Ἡ­ρῴ­δης ἰ­δὼν ὅ­τι ἐ­νε­πα­ί­χθη ὑ­πὸ τν μά­γων ἐ­θυ­μώ­θη λί­αν, κα ἀ­πο­στεί­λας ἀ­νεῖ­λεν πάν­τας τος παῖ­δας τος ν Βη­θλέ­εμ κα ν πᾶ­σι τος ὁ­ρί­οις αὐ­τῆς ἀ­πὸ δι­ε­τοῦς κα κα­τω­τέ­ρω, κα­τὰ τν χρό­νον ν ἠ­κρί­βω­σε πα­ρὰ τν μά­γων. τό­τε ἐ­πλη­ρώ­θη τ ῥη­θὲν δι­ὰ Ἰ­ε­ρε­μί­ου το προ­φή­του λέ­γον­τος· φω­νὴ ν Ρα­μᾷ ἠ­κο­ύ­σθη, κλαυθ­μὸς κα ὀ­δυρ­μὸς πο­λύς· Ρα­χὴλ κλα­ί­ου­σα τ τκνα αὐ­τῆς, κα οκ ἤ­θε­λεν πα­ρα­κλη­θῆ­ναι, ὅ­τι οκ εἰ­σίν. Τε­λευ­τή­σαν­τος δ το Ἡ­ρῴ­δου ἰ­δοὺ ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου φα­ί­νε­ται κα­τ' ὄ­ναρ τ Ἰ­ω­σὴφ ἐν Αἰ­γύ­πτῳ λέ­γων· Ἐ­γερ­θεὶς πα­ρά­λα­βε τ παι­δί­ον κα τν μη­τέ­ρα αὐ­τοῦ κα πο­ρε­ύ­ου ες γν Ἰσ­ρα­ήλ, τε­θνή­κα­σι γρ ο ζη­τοῦν­τες τν ψυ­χὴν το παι­δί­ου. δ ἐ­γερ­θεὶς πα­ρέ­λα­βε τ παι­δί­ον κα τν μη­τέ­ρα αὐ­τοῦ κα εἰ­σῆλ­θεν ες γν Ἰσ­ρα­ήλ. ἀ­κο­ύ­σας δ ὅ­τι Ἀρ­χέ­λα­ος βα­σι­λεύ­ει τς Ἰ­ου­δα­ί­ας ἀν­τὶ το πα­τρὸς αὐ­τοῦ Ἡ­ρῴ­δου ἐ­φο­βή­θη ἐ­κεῖ ἀ­πελ­θεῖν· χρη­μα­τι­σθεὶς δ κα­τ' ὄ­ναρ ἀ­νε­χώ­ρη­σεν ες τ μέ­ρη τς Γα­λι­λα­ί­ας, κα ἐλ­θὼν κα­τῴ­κη­σεν ες πό­λιν λε­γο­μέ­νην Να­ζα­ρέτ, ὅ­πως πλη­ρω­θῇ τ ῥη­θὲν δι­ὰ τν προ­φη­τῶν ὅ­τι Να­ζω­ραῖ­ος κλη­θή­σε­ται.

                                                   (Ματθ. β΄[2] 13 – 23)

 

«ΟΙ ΖΗΤΟΥΝΤΕΣ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ»

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ   

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ μᾶς περιγράφει στὸ ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς τὰ γεγονότα πού ἀκολούθησαν μετά τὴ θαυμαστὴ προσκύνηση τῶν Μάγων. Ἄγγελος Κυρίου, μᾶς λέγει, παραγγέλλει στὸν Ἰωσὴφ νὰ πάρει τόν νεογέννητο Ἰησοῦ καὶ τὴν Μητέρα Του, τὴν Παναγία, καὶ νὰ καταφύγει στὴν Αἴγυπτο, ἕως ὅτου καὶ πάλιν τὸν εἰδοποιήσει, διότι ἐπρόκειτο ὁ Ἡρώδης «ζητῆσαι τὸ παιδίον τοῦ ἀπολέσαι αὐτό», νὰ ἀναζητήσει τὸν Ἰησοῦ γιὰ νὰ τὸν θανατώσει.

Ἔτσι ἀρχίζει τὴν ἱστορία Του ἐπί τῆς γῆς ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός. Ἀπό τὴν πρώτη ἀκόμη ἡλικία γίνεται στόχος τῆς δολοφονικῆς μανίας ἑνὸς παράφρονος τυράννου καί ἀναγκάζεται νά πάρει τὸν δρόμο τῆς προσφυγιᾶς.

Νύχτα ἀκόμη σηκώνεται ὁ Ἰωσήφ, παίρνει τὸ Βρέφος καὶ τὴν Μητέρα Του καὶ φεύγει στὴν Αἴγυπτο, ὅπου παρέμεινε μέχρι τὸν θάνατο τοῦ Ἡρώδη, γιά νά πραγματοποιηθεῖ ἔτσι ἡ προφητεία τοῦ προφήτου Ὠσηέ, πού ἔλεγε: Ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο ἐκάλεσα τὸν υἱό μου νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρίδα του.

ΕΝ ΤΩ ΜΕΤΑΞΥ ὁ Ἡρώδης βρισκόταν σέ κατάσταση ἔξαλλη. Περίμενε τοὺς Μάγους, γιὰ νὰ μάθει ἀπ’ αὐτοὺς τὸν τόπο τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ οἱ Μάγοι δὲν φαίνονταν. Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τοὺς εἶχε παραγγείλει νὰ μή ἐπιστρέψουν στὸν Ἡρώδη. Ἔτσι ἐκεῖνοι ἔφυγαν ἀπό ἄλλο δρόμο γιὰ τὴν πατρίδα τους.

Ὅταν λοιπὸν ὁ Ἡρώδης συνειδητοποίησε ὅτι τόν ἐξαπάτησαν οἱ Μάγοι, «ἐθυμώθη λίαν» καὶ ἔστειλε στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι θανάτωσαν ὅλα τὰ κάτω τῶν δύο ἐτῶν παιδιά τῆς Βηθλεὲμ καὶ τῶν περιχώρων της, ὅπως ὑπολόγισε τὸν χρόνο ἀπό τὶς πληροφορίες τῶν Μάγων.

Θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμός πολὺς στὴν πενθοῦσα πόλη. Ὅπως ἀκριβῶς τὸ εἶχε προφητεύσει ὁ προφήτης Ἱερεμίας: Οἱ  μητέρες - ἀπόγονοι τῆς Ραχήλ, τῆς συζύγου τοῦ Ἰακώβ, θρηνοῦν ἀπαρηγόρητες γιά τὰ χαμένα παιδιά τους.

Ἕνα τραγικὸ τέλος γιὰ τὰ ἀθῶα βλαστάρια, ποὺ ἔγιναν ἔτσι οἱ πρῶτοι Μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας μας, τῶν ὁποίων τὴ μνήμη ἑορτάζουμε κάθε χρόνο στὶς 29 Δεκεμβρίου.

ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ἔγκλημα τοῦ αἱμοσταγοῦς τυράννου. Ἔπειτα ἀπό λίγο ἀπέθανε. Καὶ ὁ Ἄγγελος εἰδοποιεῖ πάλιν τὸν Ἰωσὴφ νὰ πάρει τὸν Ἰησοῦ καὶ τὴ Μητέρα Του καὶ νὰ ἐπιστρέψει στὴν Παλαιστίνη, διότι ἦσαν πλέον νεκροὶ αὐτοί πού ζητοῦσαν νὰ ἀφαιρέσουν τὴ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ  «τεθνήκασιν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου».

Ὁ Ἰωσὴφ ἐπέστρεψε. Διαπιστώνοντας ὅμως ὅτι στὴν Ἰουδαία βασιλεύει ὁ υἱὸς τοῦ Ἡρώδη, ὁ Ἀρχέλαος, φοβήθηκε νά κατοικήσει ἐκεῖ. Καθοδηγούμενος ἀπό τὸν Θεὸ πῆγε στὴ Γαλιλαία, στὴν πόλη Ναζαρέτ, γιὰ νὰ πραγματοποιηθοῦν ἔτσι καί οἱ προβλέψεις τῶν Προφητῶν γιὰ τὸν Κύριον, ποὺ ἔλεγαν ὅτι θά περιφρονηθεῖ πολύ, ὅπως καὶ ἔγινε μὲ τὸ νὰ ἀποκαλεῖται περιφρονητικὰ Ναζωραῖος.

ΕΤΣΙ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΟΛΟΙ

Ὁ φρικτὸς διώκτης τοῦ Ἰησοῦ, ὁ Ἡρώδης, νεκρός. Τὸ ἀνθρωπόμορφο θηρίο, ὁ σφαγέας τόσων ἀθώων βρεφῶν, ἐξαφανίζεται μέσα σὲ ἕνα τάφο.

Ἔτσι πεθαίνουν καὶ ἐξαφανίζονται ὅλοι οἱ ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ. Λυσσομανοῦν καὶ ἀφρίζουν γιὰ ἕνα διάστημα καὶ ἔπειτα χάνονται, καταλήγουν στὸ χώμα τοῦ τάφου, τοὺς σιγοτρώγουν τὰ σκουλήκια τῆς γῆς. Οὔτε οἱ στρατοί τους, οὔτε τὰ ὅπλα τους μποροῦν νὰ τοὺς προστατεύσουν ἀπό αὐτὸν τὸν τελευταῖο ἐχθρό. Ἀνίσχυροι παραδίδονται στὴ φθορά.

Δύο χιλιετίες περιπετειῶν καὶ διωγμῶν τῆς Ἐκκλησίας τὸ βεβαιώνουν αὐτὸ ἀπολύτως. Δύο χιλιάδων ἐτῶν ἱστορία θὰ μποροῦσε νά συμπυκνωθεῖ σὲ μιά καί μόνη φράση: «τεθνήκασιν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου»! «Τεθνήκασιν»! Ἔχουν πεθάνει.

Τύραννοι καὶ διῶκτες, δήμιοι καὶ προδότες, μικροὶ καὶ μεγάλοι «τεθνήκασι». Γιὰ λίγο φοβερίζουν, ἀπειλοῦν, βασανίζουν, θανατώνουν, καὶ ἔπειτα χάνονται. Ἀπό τὸν Ἡρώδη καὶ τὸν Νέρωνα μέχρι τὸν Στάλιν καὶ τὸν Ἐμβέρ Χότζα οἱ τύραννοι τῶν λαῶν καὶ διῶκτες τοῦ Χριστοῦ καταλήγουν στὸ νεκροταφεῖο τῆς Ἱστορίας, ἀφοῦ προλάβουν νά χαρίσουν στὴν Ἐκκλησία τὰ ὡραιότερα στολίδια τῶν ἐνδυμάτων της, τὰ ἱερά αἵματα τῶν Μαρτύρων της.

Οἱ πιστοὶ ὀφείλουμε αὐτὸ νὰ μή τὸ λησμονοῦμε ποτέ. «Πόσοι ἐπολέμησαν τὴν Ἐκκλησίαν; Καὶ οἱ πολεμήσαντες ἀπώλοντο (=χάθηκαν)». Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου εἶναι πάντοτε ἐπίκαιρα. Μὴ φοβηθοῦμε λοιπόν, ἄν καὶ σήμερα ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει τὴν ἐχθρότητα τῶν σκοτεινῶν κέντρων τοῦ δαιμονοκρατουμένου κόσμου.

Καὶ αὐτοί καί οἱ ἑπόμενοι καὶ οἱ ὁποιοιδήποτε ἄλλοι ἐχθροὶ της ἁπλῶς θὰ τῆς αὐξήσουν τὰ στολίδια  θὰ τῆς χαρίσουν νέα διαμάντια, Ὁμολογητές καὶ Μάρτυρες τῆς πίστεώς της. Ἔπειτα αὐτοί θὰ ἐξαφανισθοῦν. Ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία θὰ θριαμβεύει πάντα καὶ γιὰ πάντα.

 (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)

 


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου