Σάββατο 18 Απριλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ

(19 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026)



ΕΩΘΙΝΟΝ Α΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, οἱ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς΄ καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν΄ καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων΄ Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν, καὶ Ἰδού, ἐγὼ μεθ' ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.

(Ματθ. κη΄[28]  16 – 20)


ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

 Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ οἱ ἕντεκα μαθητὲς πῆγαν στὴ Γαλιλαία, στὸ ὄρος ποὺ τοὺς καθόρισε ὁ Ἰησοῦς. Ἐκεῖ τὸν εἶδαν καὶ τὸν προσκύνησαν. Μερικοὶ ὅμως εἶχαν κάποια ἀμφιβολία ἂν ἦταν αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοὺς πλησίασε καὶ τοὺς μίλησε μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: Δόθηκε καὶ στὴν ἀνθρώπινη φύση μου κάθε ἐξουσία στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ. Λοιπὸν πηγαίνετε καὶ κάνετε μαθητές σας ὅλα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντάς τους στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντάς τους νὰ τηροῦν καὶ νὰ ἐφαρμόζουν στὴ ζωή τους ὅλα τὰ παραγγέλματα ποὺ σᾶς ἔδωσα ὡς ἐντολές. Καὶ ἰδού, ἐγὼ ποὺ ἔλαβα κάθε ἐξουσία, θὰ εἶμαι πάντα μαζί σας βοηθὸς καὶ συμπαραστάτης σας μέχρι νὰ τελειώσει ὁ αἰώνας αὐτός, μέχρι δηλαδὴ τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Ἀμήν.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, δι­ὰ τῶν χει­ρῶν τῶν ἀ­πο­στό­λων ἐ­γί­νε­το ση­μεῖ­α καὶ τέ­ρα­τα ἐν τῷ λα­ῷ πολ­λὰ· καὶ ἦ­σαν ὁ­μο­θυ­μα­δὸν ἅ­παν­τες ἐν τῇ στο­ᾷ Σο­λο­μῶν­τος· τῶν δὲ λοι­πῶν οὐ­δεὶς ἐ­τόλ­μα κολ­λᾶ­σθαι αὐ­τοῖς, ἀλ­λ' ἐ­με­γά­λυ­νεν αὐ­τοὺς ὁ λα­ός. Μᾶλ­λον δὲ προ­σε­τί­θεν­το πι­στε­ύ­ον­τες τῷ Κυ­ρί­ῳ πλή­θη ἀν­δρῶν τε καὶ γυ­ναι­κῶν, ὥ­στε κα­τὰ τὰς πλα­τε­ί­ας ἐκ­φέ­ρειν τοὺς ἀ­σθε­νεῖς καὶ τι­θέ­ναι ἐ­πὶ κλι­νῶν καὶ κρα­βάτ­των, ἵ­να ἐρ­χο­μέ­νου Πέτρου κἂν ἡ σκι­ὰ ἐ­πι­σκι­ά­σῃ τι­νὶ αὐ­τῶν. Συ­νήρ­χε­το δὲ καὶ τὸ πλῆ­θος τῶν πέ­ριξ πό­λε­ων εἰς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ φέ­ρον­τες ἀ­σθε­νεῖς καὶ ὀ­χλου­μέ­νους ὑ­πὸ πνευ­μά­των ἀ­κα­θάρ­των, οἵ­τι­νες ἐ­θε­ρα­πε­ύ­ον­το ἅ­παν­τες. Ἀ­να­στὰς δὲ ὁ ἀρ­χι­ε­ρεὺς καὶ πάν­τες οἱ σὺν αὐ­τῷ, ἡ οὖ­σα αἵ­ρε­σις τῶν Σαδ­δου­κα­ί­ων, ἐ­πλή­σθη­σαν ζή­λου καὶ ἐ­πέ­βα­λον τὰς χεῖ­ρας αὐ­τῶν ἐ­πὶ τοὺς ἀ­πο­στό­λους, καὶ ἔ­θεν­το αὐ­τοὺς ἐν τη­ρή­σει δη­μο­σί­ᾳ. Ἄγ­γε­λος δὲ Κυ­ρί­ου δι­ὰ τῆς νυ­κτὸς ἤ­νοι­ξε τὰς θύ­ρας τῆς φυ­λα­κῆς, ἐ­ξα­γα­γών τε αὐ­τοὺς εἶ­πε· Πο­ρεύ­ε­σθε καὶ στα­θέν­τες λα­λεῖ­τε ἐν τῷ ἱ­ε­ρῷ τῷ λα­ῷ πάν­τα τὰ ῥή­μα­τα τῆς ζω­ῆς τα­ύ­της.

                                      (Πράξ. Ἀποστ. ε΄[5] 12–20)

 

ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ

1. ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Μετά τήν Πεντηκοστή, μᾶς ἀναφέρει τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων, στίς πρῶτες ἡμέρες τῆς Ἐκκλησίας «ἐγίνετο σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τῷ λαῷ πολλά», γίνονταν πολλὰ καὶ ἐκπληκτικά θαύματα μὲ τὰ χέρια τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ποὺ ἀποδείκνυαν τὴν ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας τους καὶ προκαλοῦσαν θαυμασμὸ στὸν λαό. Καί ὅλοι μαζί, μὲ μία καρδιά, μαζεύονταν στή στοὰ τοῦ Σολομῶντος. 

Κανεὶς ἀπ᾿ τοὺς Ἰουδαίους δὲν εἶχε τὴν τόλμη νὰ ἀστειευθεῖ μαζί τους, καὶ ὁ πολὺς λαὸς τοὺς τιμοῦσε καὶ τοὺς ἐγκωμίαζε. Ἔτσι, ὅλο καὶ περισσότερα πλήθη ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν προσελκύονταν στήν πίστη. Τόσο πολὺ τοὺς σεβόταν μάλιστα ὁ λαός, ὥστε ἔβγαζαν τοὺς ἀρρώστους ἀπὸ τὰ σπίτια τους στίς πλατεῖες καὶ τοὺς ἔβαζαν ἐπάνω σὲ κρεβάτια ἢ σε φορεῖα μὲ σκοπό, ὅταν θὰ περνοῦσε ἀπό ἐκεῖ ὁ Πέτρος, νὰ πέσει ἔστω καὶ ἡ σκιά του σέ κάποιον ἀπὸ αὐτούς, γιὰ νὰ θεραπευθεῖ. 

«Συνήρχετο δὲ καὶ τὸ πλῆθος τῶν πέριξ πόλεων εἰς Ἱερουσαλήμ». Γινόταν κοσμοσυρροὴ στὴν Ἱερουσαλήμ, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως αὐτῆς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ γειτονικές πόλεις. Ὅλοι ἔφερναν ἀρρώστους κάθε εἴδους, καθὼς καὶ ἀνθρώπους ποὺ ἐνοχλοῦνταν ἀπὸ πονηρὰ πνεύματα, καὶ θεραπεύονταν ὅλοι. 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἀμέτρητα θαύματα τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ. Ἰδιαιτέρως ὅμως θαύματα πολλὰ σὲ ἀριθμὸ καὶ ἐντυπωσιακά ἔχουμε στὰ πρῶτα χρόνια τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονός. Διότι τὰ θαύματα αὐτὰ βεβαίωναν τοὺς πρώτους πιστοὺς γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς χριστιανικῆς τους πίστεως καὶ ἀποδείκνυαν περίτρανα τὸ κοσμοϊστορικὸ θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Αὐτὰ τὰ «σημεῖα» ἐνδυνάμωναν τοὺς Ἀποστόλους, ὅταν ἀντιμετώπιζαν τὸν διωγμὸ τῶν ἀρχόντων καὶ τῶν Φαρισαίων. Τοὺς ἔδιναν ἐνθουσιασμὸ νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο. Τοὺς ἐφωδίαζαν μ᾿ ἐκείνη τὴν ἀκαταμάχητη δύναμη ὥστε νὰ θυσιάζουν καὶ τὴ ζωή τους γιὰ τὸν Ἀναστάντα Κύριο. 

Θαύματα ὅμως γίνονται καὶ σ᾿ ὅλη τὴν ἱστορικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας. Καὶ ἡ δική μας ζωή, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ γεννηθήκαμε, γεμάτη ἀπὸ θαύματα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ εἶναι. Αὐτὰ μᾶς στηρίζουν στὴν πίστη καὶ στὸν ἀγῶνα μας καὶ μᾶς ἐπιβεβαιώνουν ὅτι καὶ σήμερα ζεῖ Κύριος ὁ Θεός. Ὅμως δυστυχῶς ἐμεῖς συνήθως ἐκτιμοῦμε τὰ θαύματα αὐτὰ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μόνον ὅταν τὰ ἔχουμε ἀνάγκη, ὅταν βρισκόμαστε σὲ δυσκολίες καὶ ἀδιέξοδα. Κατόπιν τὰ ξεχνοῦμε. 

Ἀδελφοί, μᾶς χρεώνουν τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ. Διότι μᾶς τὰ δίνει ὁ Θεὸς ὄχι μόνον γιὰ νὰ στερεωθοῦμε στὴν πίστη, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ συνέλθουμε, νά μετανοήσουμε, ν᾿ ἀλλάξουμε ζωή. Να γίνουμε πιό θερμοί, πιὸ πνευματικοί. Ν᾿ ἀγαπήσουμε περισσότερο τὸν Χριστὸ καὶ τὸν νόμο Του. 

2. ΟΛΟΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΙ

Ὅπως ἦταν πολὺ φυσικό, μᾶς λέγει στὴ συνέχεια τὸ ἱερὸ κείμενο, αὐτὴ ἡ κοσμοσυρροὴ πρὸς τοὺς Ἀποστόλους καὶ τὰ τόσα θαύματα δὲν μποροῦσαν νὰ μείνουν χωρίς ἀντίδραση. Ὁ φθόνος καὶ τὸ μῖσος ξεσήκωσε τὸν ἀρχιερέα καὶ τοὺς ὑποστηρικτές του, δηλαδὴ τὸ θρησκευτικό κόμμα τῶν Σαδδουκαίων. Αὐτοί, τυφλωμένοι ἀπὸ τὴν κακία τους, συνέλαβαν τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς ἔρριξαν στή φυλακή. Καὶ ἡσύχασαν, νομίζοντας ὅτι ἔτσι θὰ μποροῦσαν νὰ τοὺς κλείσουν τὸ στόμα. Ὅμως μέσα στή νύχτα ἄγγελος Κυρίου ἄνοιξε τίς θύρες τῆς φυλακῆς, τοὺς ἔβγαλε ἔξω καὶ τοὺς εἶπε: «Λαλεῖτε ἐν τῷ ἱερῷ πάντα τὰ ῥήματα τῆς ζωῆς ταύτης». Πηγαίνετε μέ θάρρος δημόσια στόν ἱερὸ περίβολο τοῦ Ναοῦ νὰ διδάσκετε στὸν λαὸ ὅλα τὰ λόγια τῆς νέας ζωῆς, τὴν ὁποία σᾶς μετέδωσε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. 

Η ΕΝΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ πρὸς τοὺς Ἀποστόλους ἦταν ἐντολὴ Θεοῦ. Καὶ τὴν προσταγὴ αὐτὴ τὴν ἄκουσαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ κήρυξαν τὸν Χριστὸ ὄχι μόνο στὸν Ναὸ τῆς Ἱερουσαλήμ, ἀλλὰ γύρισαν τά πέρατα τῆς οἰκουμένης καὶ μεταμόρφωσαν τὸν κόσμο. Στὸ ἔργο αὐτὸ τοὺς μιμήθηκαν ὅλοι οἱ πιστοί· ὁ καθένας μὲ τὸν τρόπο του ἦσαν ἱεραπόστολοι. Ὅπου κι ἂν βρίσκονταν, ὅ,τι ἐπάγγελμα κι ἂν ἔκαναν, ἀναζητοῦσαν εὐκαιρία νὰ ὁδηγήσουν καὶ ἄλλους στὴν πίστη. «Εἷς πρὸς ἕνα εἰς Χριστὸν» ἦταν τὸ σύνθημά τους. Ἔτσι πλημμύρισε ἡ γῆ μας ἀπὸ ἑκατομμύρια Χριστιανῶν. 

Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ ἀπευθύνεται καὶ πρὸς ἐμᾶς, τοὺς πιστοὺς τῆς δικῆς μας δύσκολης ὑλιστικῆς καὶ πνευματικὰ ἀδιάφορης ἐποχῆς. Καὶ σήμερα ὁ Χριστὸς μᾶς λέγει «λαλεῖτε τὰ ῥήματα τῆς ζωῆς ταύτης». Στοὺς ὤμους μας βαραίνει τό χρέος νὰ βοηθήσουμε τούς γύρω μας ἀνθρώπους, μικροὺς καὶ μεγάλους, νὰ ἀγαπήσουν περισσότερο τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία, νὰ μάθουν νὰ ἐκκλησιάζονται τακτικά, νὰ ἐξομολογοῦνται καὶ νὰ κοινωνοῦν μὲ συναίσθηση νὰ ἀποκτοῦν ἐμπειρίες πνευματικῆς ζωῆς, νὰ γίνονται ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. 

Γιὰ νὰ γίνει ὅμως αὐτό, θὰ πρέπει πρῶτα ἐμεῖς νὰ ζοῦμε αὐτὴ τὴ νέα ἐν Χριστῷ ζωή. Νὰ ἔχουμε μέσα μας δυνατὰ βιώματα, ποὺ νὰ ἀλλοιώνουν τὴ ζωή μας. Ἔτσι θὰ μιλάει πρῶτα τὸ παράδειγμά μας καί κατόπιν τὸ στόμα μας. Καὶ ὁ Χριστὸς θὰ μᾶς δίνει τὴ Χάρη Του καὶ θὰ κάνει θαύματα στὶς ψυχὲς τῶν γύρω μας ἀνθρώπων.

            (Διασκευή ἀπό παλαιό τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Οὔ­σης ὀ­ψί­ας τῇ ἡ­μέ­ρᾳ ἐ­κε­ί­νῃ τῇ μι­ᾷ σαβ­βά­των, καὶ τῶν θυ­ρῶν κε­κλει­σμέ­νων ὅ­που ἦ­σαν οἱ μα­θη­ταὶ συ­νηγ­μέ­νοι δι­ὰ τὸν φό­βον τῶν Ἰ­ου­δα­ί­ων, ἦλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς καὶ ἔ­στη εἰς τὸ μέ­σον, καὶ λέ­γει αὐ­τοῖς· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. Καὶ τοῦ­το εἰ­πὼν ἔ­δει­ξεν αὐ­τοῖς τὰς χεῖ­ρας καὶ τὴν πλευ­ρὰν αὐ­τοῦ. ἐ­χά­ρη­σαν οὖν οἱ μα­θη­ταὶ ἰ­δόν­τες τὸν Κύριον. εἶ­πεν οὖν αὐ­τοῖς ὁ Ἰ­η­σοῦς πά­λιν· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. κα­θὼς ἀ­πέ­σταλκέ με ὁ πα­τήρ, κἀ­γὼ πέμ­πω ὑ­μᾶς. καὶ τοῦ­το εἰ­πὼν ἐ­νε­φύ­ση­σε καὶ λέ­γει αὐ­τοῖς· Λάβετε Πνεῦ­μα ἅ­γι­ον· ἄν τι­νων ἀ­φῆ­τε τὰς ἁ­μαρ­τί­ας, ἀ­φί­εν­ται αὐ­τοῖς, ἄν τι­νων κρα­τῆ­τε, κεκρά­την­ται. Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώ­δε­κα ὁ λε­γό­με­νος Δίδυμος, οὐκ ἦν με­τ' αὐ­τῶν ὅ­τε ἦλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς. Ἔ­λε­γον οὖν αὐ­τῷ οἱ ἄλ­λοι μα­θη­ταί· Ἑ­ω­ρά­κα­μεν τὸν Κύριον. Ὁ δὲ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Ἐ­ὰν μὴ ἴ­δω ἐν ταῖς χερ­σὶν αὐ­τοῦ τὸν τύ­πον τῶν ἥ­λων, καὶ βά­λω τὸν δά­κτυ­λόν μου εἰς τὸν τύ­πον τῶν ἥ­λων, καὶ βά­λω τὴν χεῖ­ρά μου εἰς τὴν πλευ­ρὰν αὐ­τοῦ, οὐ μὴ πι­στε­ύ­σω. Καὶ με­θ' ἡ­μέ­ρας ὀ­κτὼ πά­λιν ἦ­σαν ἔ­σω οἱ μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ καὶ Θω­μᾶς με­τ' αὐ­τῶν. Ἔρ­χε­ται ὁ Ἰ­η­σοῦς τῶν θυ­ρῶν κε­κλει­σμέ­νων, καὶ ἔ­στη εἰς τὸ μέ­σον καὶ εἶ­πεν· Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν. Εἶ­τα λέ­γει τῷ Θω­μᾷ· Φέρε τὸν δά­κτυ­λόν σου ὧ­δε καὶ ἴ­δε τὰς χεῖ­ράς μου, καὶ φέ­ρε τὴν χεῖ­ρά σου καὶ βά­λε εἰς τὴν πλευ­ράν μου, καὶ μὴ γί­νου ἄ­πι­στος, ἀλ­λὰ πι­στός. Καὶ ἀ­πε­κρί­θη Θω­μᾶς καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θε­ός μου. Λέ­γει αὐ­τῷ ὁ Ἰ­η­σοῦς· Ὅ­τι ἑ­ώ­ρα­κάς με, πε­πί­στευ­κας· μα­κά­ρι­οι οἱ μὴ ἰ­δόν­τες καὶ πι­στε­ύ­σαν­τες. Πολ­λὰ μὲν οὖν καὶ ἄλ­λα ση­μεῖ­α ἐ­πο­ί­η­σεν ὁ Ἰ­η­σοῦς ἐ­νώ­πι­ον τῶν μα­θη­τῶν αὐ­τοῦ, ἃ οὐκ ἔ­στι γε­γραμ­μέ­να ἐν τῷ βι­βλί­ῳ το­ύ­τῳ· Ταῦ­τα δὲ γέ­γρα­πται ἵ­να πι­στε­ύ­ση­τε ὅ­τι Ἰ­η­σοῦς ἐ­στιν ὁ Χρι­στὸς ὁ υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ, καὶ ἵ­να πι­στε­ύ­ον­τες ζω­ὴν ἔ­χη­τε ἐν τῷ ὀ­νό­μα­τι αὐ­τοῦ.                      

(Ἰωάν. κ΄[20] 19 – 31)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ὅ­ταν βρά­δια­σε τήν ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη, τήν πρώ­τη τῆς ἑ­βδο­μά­δος, κι ἐ­νῷ οἱ μα­θη­τὲς ἦ­ταν μα­ζε­μέ­νοι σ' ἕ­να σπί­τι καὶ εἶ­χαν τὶς θύ­ρες κλει­στὲς ἐ­πει­δὴ φο­βοῦν­ταν τοὺς ἄρ­χον­τες τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, ἦλ­θε ὁ Ἰ­η­σοῦς καὶ στά­θη­κε στὴ μέ­ση καὶ τοὺς εἶ­πε: Ἂς εἶ­ναι εἰ­ρή­νη σὲ σᾶς. Κι ἀ­φοῦ τὸ εἶ­πε αὐ­τό, τοὺς ἔ­δει­ξε τὰ χέ­ρια του καὶ τὴν πλευ­ρά του, γιὰ νὰ δοῦν τὰ ση­μά­δια τῶν πλη­γῶν καὶ νὰ πει­σθοῦν ὅ­τι αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ Δι­δά­σκα­λός τους πού σταυ­ρώ­θη­κε. Ἀ­φοῦ λοι­πόν βε­βαι­ώ­θη­καν γι' αὐ­τὸ μὲ τὴν ἐ­πί­δει­ξη τῶν οὐ­λῶν του, χά­ρη­καν οἱ μα­θη­τὲς πού εἶ­δαν τὸν Κύ­ριο. Ὅ­ταν λοι­πὸν οἱ μα­θη­τὲς ἠ­ρέ­μη­σαν κά­πως ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη σφο­δρὴ συγ­κί­νη­ση πού αἰ­σθάν­θη­καν ἐ­ξαι­τί­ας τῆς με­γά­λης τους χα­ρᾶς, τοὺς εἶ­πε πά­λι ὁ Ἰ­η­σοῦς σὲ σχέ­ση μὲ τὴ μελ­λον­τι­κή τους τώ­ρα κλή­ση καὶ ἀ­πο­στο­λή: Ἂς εἶ­ναι εἰ­ρή­νη σὲ σᾶς. Ὅ­πως μὲ ἀ­πέ­στει­λε ὁ Πα­τέ­ρας μου γιὰ τὸ ἔρ­γο τῆς σω­τη­ρί­ας τῶν ἀν­θρώ­πων, ἔ­τσι κι ἐ­γώ σᾶς στέλ­νω νὰ συ­νε­χί­σε­τε τὸ ἴ­διο ἔρ­γο. Κι ἀ­φοῦ τὸ εἶ­πε αὐ­τό, προ­κει­μέ­νου νὰ τοὺς με­τα­δώ­σει τὴν πνο­ὴ τῆς νέ­ας οὐ­ρά­νιας ζω­ῆς ἐμ­φύ­ση­σε στὰ πρό­σω­πά τους, ὅ­πως κά­πο­τε ὁ Θε­ὸς στὸ πρό­σω­πο τοῦ Ἀ­δάμ, καὶ τοὺς εἶ­πε: Λά­βε­τε Πνεῦ­μα Ἅ­γιον.  Σ᾿ ὅ­ποι­ους συγ­χω­ρή­σε­τε τὶς ἁ­μαρ­τί­ες, θὰ τοὺς εἶ­ναι συγ­χω­ρη­μέ­νες κι ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Σ᾿ ὅ­ποι­ους ὅ­μως τὶς κρα­τᾶ­τε ἀσυγχώ­ρη­τες, θὰ μεί­νουν γιὰ πάν­τα κρα­τη­μέ­νες. Ὁ Θω­μᾶς ὅ­μως, πού ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πό τούς δώ­δε­κα ἀ­πο­στό­λους καὶ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὀ­νό­μα­ζαν Δί­δυ­μο ὅ­σοι Ἑ­βραῖ­οι μι­λοῦ­σαν τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα, δὲν ἦ­ταν μα­ζί τους ὅ­ταν ἦλ­θε ὁ Ἰ­η­σοῦς. Ὅ­ταν λοι­πὸν τὸν εἶ­δαν, τοῦ ἔ­λε­γαν οἱ ἄλ­λοι μα­θη­τές: Εἴ­δα­με τὸν Κύ­ριο. Αὐ­τὸς ὅ­μως τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: Ἐ­ὰν δὲν δῶ μὲ τὰ μά­τια μου στὰ χέ­ρια του τὸ ση­μά­δι τῶν καρ­φι­ῶν καὶ δὲν βά­λω τὸ δά­χτυ­λό μου στὸ ση­μά­δι τῶν καρ­φι­ῶν καὶ δὲν βά­λω τὸ χέ­ρι μου στὴν πλευ­ρά του, ὥ­στε ὄ­χι μό­νο μὲ τὰ μά­τια μου ἀλ­λά καὶ μὲ τά δά­χτυ­λά μου νὰ βε­βαι­ω­θῶ, δὲν θὰ πι­στέ­ψω.

Πράγ­μα­τι λοι­πόν, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ὀ­κτὼ ἡ­μέ­ρες ἦ­σαν πά­λι μέ­σα στὸ σπί­τι οἱ μα­θη­τές, καὶ μα­ζὶ μ' αὐ­τοὺς ἦ­ταν κι ὁ Θω­μᾶς. Ἔρ­χε­ται λοι­πὸν ὁ Ἰ­η­σοῦς, ἐ­νῶ ἦ­ταν κλει­στές οἱ θύ­ρες, καὶ στά­θη­κε ἀ­νά­με­σα στοὺς μα­θη­τὲς καί εἶ­πε: Ἂς εἶ­ναι εἰ­ρή­νη σὲ σᾶς. Ἔ­πει­τα λέ­ει στὸν Θω­μᾶ: Φέ­ρε τὸ δά­χτυ­λό σου ἐ­δῶ. Ψη­λά­φη­σε καὶ ἐ­ξέ­τα­σε τὰ ση­μά­δια τῶν πλη­γῶν μου, καί δὲς συγ­χρό­νως μὲ τὰ μά­τια σου τὰ χέ­ρια μου. Φέ­ρε τό χέ­ρι σου κά­τω ἀ­πὸ τὰ ἐν­δύ­μα­τά μου καὶ βά­λ' το στήν πλευ­ρά μου πού χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ λόγ­χη. Καὶ μὴν ἀ­φή­νεις τὸν ἑ­αυ­τό σου νὰ κυ­ρι­ευ­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πι­στί­α, ὥ­στε νὰ γί­νεις μό­νι­μα καὶ ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα ἄ­πι­στος, ἀλ­λά νά προ­ο­δεύ­εις καὶ νὰ στη­ρί­ζε­σαι στὴν πί­στη, ὥ­στε νὰ γί­νεις ἀ­με­τα­κί­νη­τος καὶ ἀ­δι­ά­σει­στος σ' αὐ­τή. Ὁ Θω­μᾶς τό­τε τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε: Πι­στεύ­ω καὶ ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι εἶ­σαι ὁ Κύ­ριός μου καὶ ὁ Θε­ός μου. Τοῦ λέ­ει ὁ Ἰ­η­σοῦς: Πί­στε­ψες ἐ­πει­δὴ μὲ εἶ­δες. Μα­κά­ριοι καὶ πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι πού πι­στεύ­ουν χω­ρὶς νὰ μὲ ἔ­χουν δεῖ μὲ τὰ μά­τια τους, ὅ­πως μὲ εἶ­δες ἐ­σύ. Καί θά πι­στέ­ψουν ἔ­τσι ὅ­λα τὰ μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μου στίς γε­νι­ές πού θὰ ἔλ­θουν.

Σύμ­φω­να λοι­πὸν μὲ ὅ­σα ἐ­ξι­στο­ρή­σα­με, ἐ­κτός ἀ­πό τό θαῦ­μα τῆς Ἀ­να­στά­σε­ώς του, ὀ Ἰ­η­σοῦς μπρο­στά στά μά­τια τῶν μα­θη­τῶν του ἔ­κα­νε καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα θαύ­μα­τα πού ἀ­πο­δεί­κνυ­αν τὴ θε­ό­τη­τά του καὶ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν εἶ­ναι γραμ­μέ­να στὸ βι­βλί­ο αὐ­τό. Αὐ­τὰ πού ἐκ­θέ­σα­με, γρά­φη­καν γιὰ νὰ πι­στέ­ψε­τε ὅ­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­ναι ὁ Χρι­στὸς πού προ­κη­ρύ­χθη­κε ἀ­πό τούς προ­φῆ­τες, ὁ μο­νο­γε­νὴς Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ· κι ἔ­τσι πι­στεύ­ον­τας νὰ ἔ­χε­τε ὡς ἀ­να­φαί­ρε­το κτῆ­μα σας τὴ νέ­α, θεί­α καὶ αἰ­ώ­νια ζω­ή, τὴν ὁ­ποί­α με­τα­δί­δει ὁ ἴ­διος στὶς ψυ­χὲς τῶν ἀν­θρώ­πων πού ἐ­πι­κα­λοῦν­ται τό ὄ­νο­μά του.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου