ΙΕΡΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ
ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
(17 ΜΑΪΟΥ 2026)
ΕΩΘΙΝΟΝ Η΄
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, Μαρία
εἱστήκει πρὸς τὸ μνημεῖον κλαίουσα ἔξω, ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον,
καὶ θεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους, ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ, καὶ ἕνα πρὸς
τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι, Γύναι, τὶ
κλαίεις; λέγει αὐτοῖς, Ὅτι ἦραν τὸν Κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν,
καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἐστῶτα, καὶ οὐκ ᾒδει
ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Γύναι, τὶ κλαίεις; τίνα ζητεῖς; ἐκείνη
δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρὸς ἐστι, λέγει αὐτῷ, Κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπὲ μοι
ποῦ αὐτὸν ἔθηκας, κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ, λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Μαρία, στραφεῖσα ἐκείνη
λέγει αὐτῷ, Ῥαββουνί, ὃ λέγεται Διδάσκαλε, λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Μή μου ἃπτου, οὔπω
γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου, πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου, καὶ εἰπὲ
αὐτοῖς, Ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν,
ἔρχεται Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀπαγγέλλουσα τοῖς μαθηταῖς ὅτι ἑώρακε τὸν Κύριον, καὶ
ταῦτα εἶπεν αὐτῇ.
Ἰωάν. κ΄[20] 11 – 18)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἡ Μαρία στεκόταν κοντὰ στὸ μνημεῖο κι ἔκλαιγε ἔξω ἀπ᾿ αὐτό, χωρὶς
νὰ φαντάζεται ποτὲ ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀναστήθηκε. Ἐνῶ λοιπὸν ἑξακολουθοῦσε νὰ κλαίει, ἔσκυψε
μιὰ στιγμὴ στὸ μνημεῖο ἀναζητώντας καὶ πάλι τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Βλέπει τότε δύο ἀγγέλους
μὲ λευκὰ ἐνδύματα, ἔνδοξους καὶ ἀκαταγώνιστους φρουροὺς τοῦ τάφου. Αὐτοὶ
κάθονταν ὡς ὑπηρέτες τοῦ ἀναστημένου Κυρίου, ὁ ἕνας πρὸς τὸ μέρος τοῦ κεφαλιοῦ
καὶ ὁ ἄλλος πρὸς τὸ μέρος τῶν ποδιῶν, ὅπου πιὸ πρὶν ἦταν τοποθετημένο κάτω στὴ
γῆ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Τῆς
λένε τότε ἐκεῖνοι: Γυναίκα, γιατί κλαῖς; Κι αὐτὴ τοὺς ἀπαντᾶ: Διότι πῆραν τὸν
Κύριό μου ἀπὸ τὸν τάφο καὶ δὲν ξέρω ποῦ τὸν ἔβαλαν. Καὶ ἀφοῦ τὰ εἶπε αὐτά, στράφηκε πίσω
καὶ βλέπει τὸν Ἰησοῦ νὰ στέκεται ὄρθιος, ἀλλὰ δὲν κατάλαβε ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ Ἰησοῦς,
εἴτε διότι τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου εἶχε ὑποστεῖ μεταβολὴ μὲ τὴν Ἀνάσταση, εἴτε διότι
ἡ Μαρία δὲν ὑποπτευόταν κἂν ὅτι ὁ Διδάσκαλος ἀναστήθηκε. Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Γυναίκα, γιατί κλαῖς;
Ποιὸν ζητᾶς; Ἐκείνη νόμισε ὅτι ἦταν ὁ κηπουρὸς καὶ γι᾿ αὐτὸ τοῦ εἶπε: Κύριε, ἐὰν
τὸν πῆρες ἐσύ, πές μου ποῦ τὸν ἔβαλες, κι ἐγὼ θὰ τὸν πάρω ἀπὸ τὸν κῆπο σου καὶ
θὰ τὸν τοποθετήσω σὲ ἄλλον τάφο. Τῆς
λέει τότε ὁ Ἰησοῦς μὲ τὸν γνωστὸ σ᾿ ἐκείνη τόνο τῆς φωνῆς του: Μαρία! Ἐκείνη
τότε ἀναγνώρισε ἀμέσως τὴ φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ, στράφηκε πίσω καὶ τοῦ εἶπε: Ραββουνί,
ποὺ σημαίνει· διδάσκαλέ μου. Τότε
ἡ Μαρία ἔτρεξε νὰ περιπτυχθεῖ μὲ σεβασμὸ τὰ πόδια του, νομίζοντας ὅτι ὁ Κύριος
θὰ ἑξακολουθεῖ καὶ τώρα νὰ ζεῖ σωματικῶς ὅπως καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος του μαζὶ μὲ
τοὺς μαθητές του. Γι᾿ αὐτὸ τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Μὴ μ᾿ ἀγγίζεις. Μὴ συμπεριφέρεσαι
πλέον σὲ μένα σὰν νὰ πρόκειται νὰ εἶμαι καὶ πάλι ἀνάμεσά σας μ᾿ αὐτὴ τὴ μορφή,
μὲ τὴ μορφὴ τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς ἀσθενείας, ὅπως ζοῦσα μαζί σας πρὶν ἀπὸ τὸ
Πάθος. Μὴ μ᾿ ἀγγίζεις, διότι δὲν ἀνέβηκα ἀκόμη πρὸς τὸν Πατέρα μου. Συνεπῶς δὲν
ἐγκαινιάσθηκε ἀκόμη ἡ νέα σχέση τῆς εὐλαβικῆς καὶ λατρευτικὴς οἰκειότητος ποὺ θὰ
συνάψω μὲ τοὺς ἀνθρώπους μετὰ τὴν Ἀνάληψή μου ὡς αἰώνιος καὶ οὐράνιος πλέον ἀρχιερεὺς
καὶ ὡς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν ὁποία θὰ εἶμαι ἑνωμένος. Πήγαινε ὅμως στοὺς
ἀδελφούς μου καὶ πές τους: Ἀνεβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου, τὸν ὁποῖο δι᾿ ἐμοῦ καὶ
σεῖς ἔχετε κατὰ χάριν Πατέρα. Αὐτὸς ἔγινε καὶ Θεός μου ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινα ἄνθρωπος,
ὅπως εἶναι Θεὸς δικός σας. Ἔρχεται
ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἀναγγέλλει στοὺς μαθητὲς ὅτι εἶδε τὸν Κύριο καὶ ὅτι τῆς
εἶπε τὰ λόγια αὐτά.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἐν ταῖς ἡμέραις
ἐκείναις, ἐγένετο πορευομένων ἡμῶν τῶν Ἀποστόλων εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ
ἔχουσαν πνεῦμα Πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχεν τοῖς
κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη. Αὕτη κατακολουθοῦσα τῷ Παύλῳ καὶ ἡμῖν ἔκραζε
λέγουσα· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες
καταγγέλλουσιν ὑμῖν ὁδὸν σωτηρίας. Τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας.
Διαπονηθεὶς δὲ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· Παραγγέλλω σοι ἐν
ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ΄ αὐτῆς· καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. Ἰδόντες δὲ
οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον
καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας, καὶ προσαγαγόντες
αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν
Ἰουδαῖοι ὑπάρχοντες, καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι
οὐδὲ ποιεῖν Ρωμαίοις οὖσι. Καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ΄ αὐτῶν, καὶ οἱ στρατηγοὶ
περιρήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ῥαβδίζειν, πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς
πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς·
ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφώς, ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ
τοὺς πόδας ἠσφαλίσατο αὐτῶν εἰς τὸ ξύλον. Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ
Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν, ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι· ἄφνω δὲ
σεισμὸς ἐγένετο μέγας ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε
παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι, καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη. Ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ
δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, σπασάμενος τὴν μάχαιραν ἔμελλεν
ἑαυτὸν ἀναιρεῖν, νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. Ἐφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ
Παῦλος λέγων· Μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε. Αἰτήσας δὲ
φῶτα εἰσεπήδησε, καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσεν τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ, καὶ
προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· Κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; Οἱ δὲ εἶπον·
Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν, καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. Καὶ ἐλάλησαν
αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. Καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς
ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν, καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ
αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα, ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε
τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικεὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.
(Πράξ. ιϚ΄ [16] 16 – 34)
ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥΣ
ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ
1. ΣΤΑ ΜΕΝΤΙΟΥΜ
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, μετὰ ἀπὸ θαυμαστό ὅραμα ποὺ εἶδε στὴν Τροία, βρίσκεται
στήν πόλη τῶν Φιλίππων. Ἐκεῖ κάποια μέρα, καθὼς πήγαινε στόν τόπο τῆς προσευχῆς,
τὸν συναντᾷ μιὰ δούλη «παιδίσκη μαντευομένη», ποὺ εἶχε μαντικὴ δαιμονικὴ δύναμη καὶ ἔτσι ἔφερνε πολλὰ κέρδη στὰ ἀφεντικά της. Αὐτὴ λοιπὸν ἀκολούθησε
ἀπὸ κοντὰ τὸν Παῦλο καὶ τὸν Σίλα καὶ ἄρχισε νὰ φωνάζει γύρω της: «Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι
δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσὶν» καὶ μᾶς δείχνουν τόν δρόμο τῆς σωτηρίας.
Αὐτὸ τὸ ἔκανε πολλὲς μέρες, γιά νά ἑλκύσει τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα τὴν ἐμπιστοσύνη
τοῦ λαοῦ καὶ νὰ τὴν ἐκμεταλλευθεῖ κατόπιν μέ δολιότητα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος ἀγανακτισμένος ἔστρεψε τό βλέμμα του στὴ δούλη
αὐτὴ καὶ εἶπε πρὸς τὸ πνεῦμα: «Σὲ διατάσσω στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ βγεῖς ἔξω ἀπὸ αὐτήν». Ἐκείνη τὴ στιγμὴ βγῆκε τὸ πονηρὸ πνεῦμα
καὶ ἐξαφανίστηκε.
ΕΙΝΑΙ πραγματικά διαστροφικὴ ἡ πονηρία τοῦ
διαβόλου στήν περίπτωση τῆς μαντευομένης δούλης τῶν Φιλίππων. Παρουσιάστηκε ὡς διαφημιστής τῶν Ἀποστόλων,
προκειμένου νὰ κερδίσει τὴν ἐμπιστοσύνη τῶν ἀνθρώπων καὶ κατόπιν νὰ τὴν ἐκμεταλλευθεῖ.
Δυστυχῶς αὐτὴ ἡ μεθοδεία του ἐπαναλαμβάνεται ἄπειρες
φορὲς μέσα στην ἱστορία. Ἰδιαιτέρως στίς μέρες μας τὸ
πρόβλημα ἔχει πάρει διαστάσεις ἐπιδημίας. Ἔχει γεμίσει ἡ Ἑλλάδα μας ἀπὸ ἐπαγγελματίες
ἀγύρτες ἀστρολόγους, μέντιουμς, καφετζοῦδες καὶ τόσους ἄλλους ποὺ ἐξαπατοῦν τὸν
κόσμο. Αὐτοὶ μάλιστα προβάλλονται καθημερινὰ ἀπὸ τίς τηλεοράσεις, τὶς ἐφημερίδες,
τὰ περιοδικά. Προκειμένου νὰ πλανέψουν τοὺς πιστοὺς ἔχουν γεμίσει τὰ γραφεῖα τους μέ σταυρούς, εἰκόνες, φυλακτά. Ἐξαπατοῦν τὰ θύματά τους συμβουλεύοντάς
τους νὰ πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία, νὰ κάνουν μετάνοιες, νὰ ἀνάβουν λαμπάδες κλπ.
Μὲ τὸ τέχνασμα αὐτὸ δυστυχῶς πολλοὶ ἀφελεῖς ἐξαπατῶνται καὶ μπλέκουν στὰ δίκτυα
τοῦ διαβόλου. Ἀδελφοί, στῶμεν καλῶς. Μακριὰ ἀπὸ τέτοιους ἀνθρώπους ποὺ
παριστάνουν τοὺς θεοσεβεῖς καὶ εἶναι ὄργανα τοῦ σατανᾶ. Ὁ διάβολος καὶ τὰ ὄργανά
του μόνο κακό μποροῦν νὰ προξενήσουν.
2. ΣΕΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
Τὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε ὁ ἀπόστολος Παῦλος στό δυστυχισμένο κορίτσι εἶχε ἀπρόβλεπτες συνέπειες. Διότι ἡ δούλη αὐτὴ ἔχασε
πλέον τίς δαιμονικές μαντικές της ἰδιότητες, καὶ τὰ ἀφεντικά της θὰ ἔχαναν πλέον
τὰ τεράστια κέρδη τους. Γι᾿ αὐτὸ συνέλαβαν τὸν Παῦλο καὶ τὸν Σίλα καὶ τοὺς
ἔσυραν στήν αγορά, γιὰ νὰ τοὺς παρουσιάσουν στοὺς ἄρχοντες. Καὶ ἀφοῦ τοὺς ὡδήγησαν
στοὺς στρατηγούς, εἶπαν: «Αὐτοὶ οἱ Ἑβραῖοι προκαλοῦν ἀναστάτωση στὴν πόλη μας. Διότι κηρύττουν θρησκευτικὰ ἔθιμα ἀπαράδεκτα γιὰ μᾶς τοὺς
Ρωμαίους».
Μόλις ἄκουσαν τὰ πλήθη τὶς κατηγορίες αὐτές, ἐξαγριώθηκαν. Οἱ στρατηγοὶ ξέσχισαν τὰ ἐνδύματα τῶν ἀποστόλων καὶ
διέταξαν νὰ τοὺς ραβδίσουν μπροστὰ στὸ μανιασμένο πλῆθος. Κατόπιν τοὺς ἔρριξαν
στή φυλακή, λέγοντας στὸν δεσμοφύλακα νὰ τοὺς φρουρεῖ προσεκτικά μήπως
δραπετεύσουν. Αὐτὸς τοὺς ἔβαλε στό βαθύτερο κελλὶ τῆς φυλακῆς καὶ ἔδεσε σφιχτὰ
τὰ πόδια τους στὸ βασανιστικὸ ὄργανο, τὸ «ξύλον».
Κατὰ τὰ μεσάνυκτα, μέσα στὴν ἀπόλυτη σιγή τῆς
φυλακῆς καὶ τὸ πυκνό σκοτάδι, ἀκούονται ξαφνικὰ ὑπέροχοι μελωδικοὶ ὕμνοι.
Οἱ δύο Ἀπόστολοι, σὰν νὰ μὴν τοὺς ἔχει συμβεῖ τίποτε, ψάλλουν ὕμνους
δοξολογίας στὸν Θεό. Οἱ ἄλλοι φυλακισμένοι τοὺς ἀκοῦν ἔκθαμβοι. Κι ἐνῶ οἱ δύο Ἀπόστολοι
συνεχίζουν τίς ψαλμωδίες τους, ξαφνικὰ ἡ φυλακὴ σείεται μὲ δόνηση τρομακτική, «Σεισμὸς
ἐγένετο μέγας». Σαλεύονται τὰ θεμέλια τῆς φυλακῆς, ἀνοίγουν ὅλες οἱ θύρες, καὶ
οἱ ἁλυσίδες μὲ τὶς ὁποῖες ἦταν δεμένοι ὅλοι οἱ φυλακισμένοι λύνονται.
Μέσα στήν αναστάτωση αὐτὴ ξύπνησε ὁ
δεσμοφύλακας, κι ὅταν εἶδε ἀνοικτές ὅλες τίς πόρτες τῆς φυλακῆς, ἔσυρε τὸ μαχαίρι του γιὰ
νὰ αὐτοκτονήσει, ἐπειδή νόμιζε ὅτι εἶχαν δραπετεύσει οἱ φυλακισμένοι καὶ ὁ ἴδιος
θὰ ἐτιμωρεῖτο μὲ τὴν ποινή τοῦ θανάτου. Ἀλλὰ ὁ Παῦλος τοῦ φώναξε μέ δύναμη: «Μὴν κάνεις κακὸ στὸν ἑαυτό σου. Δέν πρόκειται νά τιμωρηθεῖς, διότι ὅλοι εἴμαστε ἐδῶ». Κατάπληκτος ὁ δεσμοφύλακας ζήτησε φῶς, μπῆκε στή φυλακὴ καὶ διαπίστωσε ἀπὸ κοντὰ τὸ θαῦμα. Ἐπειδὴ ὅμως
σκέφθηκε ὅτι κακομεταχειρίσθηκε τοὺς Ἀποστόλους, ἔπεσε τρέμοντας στα πόδια τους
καὶ τοὺς ρώτησε μὲ ἀγωνία: «Τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ σωθῶ;»
Αὐτοὶ τοῦ εἶπαν: «Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν
Χριστὸν» καὶ θὰ σωθεῖς ἐσὺ καὶ ὅλη ἡ οἰκογένειά σου. Ἔπειτα μές στή νύχτα ὁ δεσμοφύλακας ἐπῆρε τοὺς Ἀποστόλους καὶ ἔπλυνε τίς πληγές τους. Οἱ Ἀπόστολοι, ἀφοῦ δίδαξαν σ᾿ αὐτὸν καὶ στὴν οἰκογένειά
του τίς βασικὲς ἀλήθειες τῆς Πίστεως, τοὺς βάπτισαν ὅλους. Ἔπειτα ἑτοίμασαν στὸ
σπίτι τραπέζι γιὰ τοὺς δύο Ἀποστόλους δοκιμάζοντας μεγάλη χαρά, διότι εἶχαν
πιστεύσει στὸν ἀληθινὸ Θεό.
ΑΠΟ ΤΟ ὅλο θαυμαστὸ γεγονὸς μᾶς προκαλεῖ ἀσφαλῶς
ἰδιαίτερη ἐντύπωση ἡ θερμή προσευχὴ τῶν ἁγίων
Ἀποστόλων μέσα σέ τέτοιες ἀντίξοες συνθήκες! Δεμένοι ἀσφυκτικά, πληγωμένοι, μὲ ξεσκισμένα
ροῦχα, νηστικοὶ καὶ κατάκοποι, ἀνέπεμπαν θερμή δοξολογία στόν Θεό. Δοξολογία που προκάλεσε τόσο ἰσχυρό σεισμό, πού συγκλόνισε τὰ θεμέλια τῆς φυλακῆς.
Ἂς μαθητεύσουμε λοιπόν κι ἐμεῖς στὴν προσευχὴ
τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Νά μάθουμε νὰ προσευχόμαστε μὲ θερμότητα
και κατάνυξη, χωρὶς νὰ ὑπολογίζουμε τόν κόπο καὶ τὰ προβλήματα τῆς ἡμέρας. Νὰ
προσευχόμαστε «μετά κραυγῆς ἰσχυρᾶς», ὄχι μὲ χλιαρότητα καὶ ἀτονία. Νὰ
συγκλονίζεται ὁ ἐσωτερικός μας κόσμος. Τότε οἱ προσευχές μας μποροῦν ὄχι μόνο νὰ
συνταράξουν τὰ θεμέλια μιᾶς φυλακῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ ἑλκύσουν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἂς
προσευχόμαστε λοιπὸν μὲ φλόγα ψυχῆς, καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ ἀργήσει.
(Διασκευὴ
ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ
ἐκείνῳ, παράγων ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον
τυφλὸν
ἐκ γενετῆς· καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ραββί,
τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Οὔτε
οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ' ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσεν χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. ἔλεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. εἶπον οὖν αὐτῷ· Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει·
Οὐκ οἶδα. Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα
σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα
ἦν ἐν αὐτοῖς. λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· Οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν
ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτόν ὁμολογήσῃ
Χριστόν,
ἀποσυνάγωγος γένηται.
διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς
αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν
ἔχει,
αὐτὸν ἐρωτήσατε. Ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλὸς, καὶ εἶπον αὐτῷ· Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ
οἶδα· ἓν οἶδα,
ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι;
ἐλοιδόρησαν αὐτὸν
καὶ εἶπον· Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ' ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου· εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. Ἤκουσεν Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. ὁ δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.
(Ἰωάν. θ΄[9] 1 – 38)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Καθὼς ὁ Ἰησοῦς περνοῦσε ἀπὸ τὸ κέντρο τῆς πόλεως, εἶδε ἕναν ἄνθρωπο πού εἶχε γεννηθεῖ τυφλός. Τότε οἱ μαθητὲς του τὸν ρώτησαν: Διδάσκαλε, ποιὸς ἁμάρτησε γιὰ νὰ γεννηθεῖ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τυφλός; Ἁμάρτησε ὁ ἴδιος, ὅταν ἦταν ἀκόμη μέσα στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του, ἢ ἁμάρτησαν οἱ γονεῖς του καὶ τιμωρεῖται αὐτὸς γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους; Κι ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἀπάντησε: Οὔτε αὐτὸς ἁμάρτησε, οὔτε οἱ γονεῖς
του. Ἀλλὰ γεννήθηκε τυφλὸς γιὰ νὰ φανερωθοῦν μὲ τὴν ὑπερφυσικὴ θεραπεία
τῶν ματιῶν του τὰ ἔργα πού ἐπιτελεῖ ἡ δύναμη καὶ ἡ ἀγαθότητα τοῦ
Θεοῦ. Ἐγώ, ὅσο ζῶ στὴ ζωὴ αὐτή, πρέπει νὰ ἐργάζομαι γιὰ τὴ σωτηρία
τοῦ ἀνθρώπου τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, πού μὲ ἔστειλε στὸν κόσμο. Ἔρχεται ὅμως ἡ
μέλλουσα ζωή, καὶ ὅπως στὴ διάρκεια τῆς νύχτας σταματοῦν τὰ ἔργα τους
οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι καὶ τότε κανεὶς πιὰ δὲν θὰ μπορεῖ νὰ ἐργάζεται γιὰ
νὰ ὁλοκληρώσει τὴν ἀποστολή του. Δὲν πρέπει λοιπὸν οὔτε στιγμὴ νὰ χάνω.
Ἐφόσον εἶμαι στὸν κόσμο, εἶμαι φῶς τοῦ κόσμου μὲ τὴ διδασκαλία καὶ τὰ
θαύματά μου. Κι ἀφοῦ εἶπε αὐτά, ἔφτυσε κάτω καὶ ἔκανε πηλό, καί ἔχρισε
μ' αὐτὸν τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ. Καί δοκιμάζοντας τὴν πίστη τοῦ τυφλοῦ
τοῦ εἶπε: Πήγαινε, νίψου στὴ στέρνα
τοῦ Σιλωάμ, ὄνομα ἑβραϊκό πού μεταφράζεται «ἀπεσταλμένος». Ὕστερα λοιπόν ἀπὸ τὴν ἐντολὴ αὐτὴ τοῦ Ἰησοῦ
πῆγε ὁ τυφλός ἐκεῖ καί νίφτηκε, καὶ ἦλθε στὸ σπίτι του μὲ μάτια ὑγιῆ. Τότε
οἱ γείτονες κι ὅσοι τὸν ἔβλεπαν προηγουμένως ὅτι ἦταν τυφλός, ἔλεγαν:
Δὲν εἶναι αὐτὸς πού καθόταν καὶ ζητοῦσε
ἀπό τους διαβάτες ἐλεημοσύνη; Μερικοὶ ἔλεγαν: Αὐτὸς εἶναι. Ἄλλοι ὅμως ἔλεγαν ὅτι δέν εἶναι αὐτός, ἀλλά κάποιος ἄλλος πού
τοῦ μοιάζει. Ὁ ἴδιος ἔλεγε ὅτι ἐγώ
εἶμαι ὁ τυφλὸς πού παλιότερα ζητοῦσα ἐλεημοσύνη. Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ
τὴ βεβαίωση αὐτὴ τοῦ τυφλοῦ τόν ρώτησαν ἐκεῖνοι: Πῶς θεραπεύθηκαν τὰ μάτια σου; Κι ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε: Ἕνας ἄνθρωπος πού ὀνομάζεται Ἰησοῦς
ἔκανε πηλὸ καὶ μοῦ ἄλειψε μ' αὐτόν τά μάτια καί μοῦ εἶπε: Πήγαινε στὴν
κολυμβήθρα τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψου. Πῆγα λοιπὸν ἐκεῖ καὶ νίφτηκα, καί
βρῆκα τὸ φῶς μου. Μετὰ ἀπὸ τὴν πληροφορία αὐτὴ τοῦ τυφλοῦ πού εἶχε
θεραπευθεῖ τοῦ εἶπαν οἱ Ἰουδαῖοι: Ποῦ
εἶναι ἐκεῖνος; Δὲν ξέρω, τοὺς ἀπάντησε. Τὸν ὁδήγησαν τότε στοὺς Φαρισαίους,
αὐτὸν πού ἦταν κάποτε τυφλὸς καὶ εἶχε ἤδη θεραπευθεῖ ὁριστικά. Ἡ
ἡμέρα μάλιστα πού ἔφτιαξε ὁ Ἰησοῦς τὸν πηλὸ καί τοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια ἦταν
Σάββατο. Ὅταν λοιπὸν τὸν ὁδήγησαν στοὺς Φαρισαίους, ἄρχισαν κι αὐτοὶ
νὰ τὸν ἀνακρίνουν καὶ νὰ τὸν ρωτοῦν πάλι πῶς θεραπεύθηκε καὶ βρῆκε τὸ
φῶς του. Κι ἐκεῖνος τοὺς εἶπε: Αὐτὸς
πού μὲ θεράπευσε μοῦ ἔβαλε πηλὸ πάνω στὰ μάτια μου καὶ μετὰ ἐγώ πλύθηκα
καὶ βλέπω. Μερικοὶ ἀπό τους Φαρισαίους ἔλεγαν: Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι
σταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό, διότι δὲν τηρεῖ τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου. Ἄλλοι
ἔλεγαν: Πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνας ἄνθρωπος
ἁμαρτωλὸς νὰ κάνει τέτοια ἀποδεικτικὰ καὶ σημαδιακὰ θαύματα; Καὶ
διαφωνοῦσαν μεταξύ τους. Κι ἐπειδὴ ἡ διαφωνία τους συνεχιζόταν,
ἄρχισαν πάλι νὰ ἐξετάζουν τὸν τυφλό, καὶ τὸν ρώτησαν: Ἐσύ τί λὲς γιὰ τὸν ἄνθρωπο αὐτό; Πρέπει
νὰ ἀκουστεῖ καὶ ἡ δική σου γνώμη· διότι τὰ δικά σου μάτια θεράπευσε
ἐκεῖνος· κι ἐσύ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον γνωρίζεις τὰ περιστατικὰ
τῆς θεραπείας σου. Κι αὐτὸς τοὺς ἀπάντησε: Ἐγὼ λέω ὅτι εἶναι προφήτης. Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὸν χαρακτηρισμὸ
αὐτὸ πού ἔδωσε γιὰ τὸν Ἰησοῦ ὁ τυφλὸς πού θεραπεύθηκε, οἱ Ἰουδαῖοι
δυσαρεστήθηκαν. Δὲν ἐννοοῦσαν νὰ πιστέψουν ὅτι αὐτὸς ἦταν τυφλὸς
καὶ ἀπέκτησε πραγματικὰ τὸ φῶς του· ὥσπου ἀποφάσισαν νὰ καλέσουν
τοὺς γονεῖς τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ πού ἀπέκτησε τὸ φῶς του. Καὶ τοὺς ρώτησαν:
Αὐτὸς εἶναι ὁ γιός σας, πού ἐπιμένετε
νὰ βεβαιώνετε ὅτι γεννήθηκε τυφλός; Πῶς λοιπόν, ἀφοῦ γεννήθηκε τυφλός,
τώρα βλέπει; Οἱ γονεῖς του τότε τοὺς ἀποκρίθηκαν: Γνωρίζουμε καλὰ ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ
γιός μας καὶ ὅτι γεννήθηκε τυφλός. Πῶς ὅμως τώρα βλέπει δὲν ξέρουμε.
Ἢ ποιὸς τοῦ θεράπευσε καὶ τοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια, ἐμεῖς δὲν ξέρουμε. Αὐτὸς
δὲν εἶναι μικρὸ παιδί, ἔχει ὥριμη ἡλικία, καὶ συνεπῶς ἀντιλήφθηκε
πῶς καὶ ἀπὸ ποιὸν ἔγινε ἡ θεραπεία του. Αὐτὸν λοιπὸν ρωτῆστε, αὐτὸς
μπορεῖ νὰ μιλήσει γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ θὰ σᾶς πεῖ τί τοῦ συνέβη. Καὶ
μίλησαν μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ οἱ γονεῖς τοῦ τυφλοῦ, ἐπειδή φοβοῦνταν τοὺς Ἰουδαίους
ἄρχοντες, διότι αὐτοί πρὶν ἀπὸ πολὺ καιρὸ εἶχαν συμφωνήσει νά
ἀποκηρυχθεῖ, νὰ ἀφορισθεῖ καὶ νὰ ἀποδιωχθεῖ ἀπό τή συναγωγὴ ὅποιος θὰ
τολμοῦσε νὰ ὁμολογήσει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας. Ἐπειδὴ λοιπὸν
φοβοῦνταν οἱ γονεῖς του μήπως
ἀποδιωχθοῦν κι αὐτοὶ ἀπὸ τὴ συναγωγή, γι' αὐτὸ εἶπαν ὅτι ἔχει ὥριμη
ἡλικία ὁ γιός μας, αὐτὸν ρωτῆστε. Ἀφοῦ λοιπὸν οἱ Ἰουδαῖοι δὲν μπόρεσαν
νὰ πληροφορηθοῦν τίποτε ἀπό τούς γονεῖς τοῦ τυφλοῦ γιά νά διαψεύσουν τὴ θεραπεία
του ἢ γιὰ νὰ κατακρίνουν τόν Ἰησοῦ, κάλεσαν γιὰ δεύτερη φορὰ τὸν ἄνθρωπο
πού ἦταν τυφλὸς καὶ τοῦ εἶπαν: Δόξασε
τόν Θεό ὁμολογώντας ὅτι πλανήθηκες καὶ ἀναγνωρίζοντας τήν ἀλήθεια γι' αὐτὸν
πού σὲ θεράπευσε. Ἐμεῖς λόγῳ τῆς θέσεως καί τοῦ ἀξιώματός μας ξέρουμε καλὰ
ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς πού καταλύει τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου εἶναι ἁμαρτωλός.
Ἐκεῖνος τότε τοὺς ἀπάντησε: Ἐὰν
ὁ ἄνθρωπος αὐτός εἶναι ἁμαρτωλὸς δὲν τὸ ξέρω, καὶ γι' αὐτὸ ἀποφεύγω νὰ ἐκφράσω
γνώμη γι' αὐτό. Ξέρω ὅμως καλά ἕνα πράγμα, ὅτι δηλαδὴ ἐνῶ λίγο πιὸ
πρὶν ἤμουν τυφλός τώρα βλέπω. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ νέα αὐτὴ βεβαίωση τοῦ
πρώην τυφλοῦ δὲν τοὺς ἄρεσε, τοῦ εἶπαν πάλι: Τί σοῦ ἔκανε; Πῶς σέ θεράπευσε καὶ πῶς σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια; Μόλις
πρὶν ἀπὸ λίγο σᾶς τὸ εἶπα, τούς ἀπάντησε, καὶ δὲν θελήσατε νὰ προσέξετε
καὶ νὰ παραδεχθεῖτε ὅ,τι σᾶς εἶπα. Γιατί τώρα θέλετε νὰ ἀκούσετε πάλι τά
ἴδια; Μήπως θέλετε κι ἐσεῖς νὰ γίνετε μαθητές του; Τότε τοῦ μίλησαν
ὑβριστικὰ καὶ περιφρονητικά καί τοῦ εἶπαν: Ἐσὺ εἶσαι μαθητὴς ἐκείνου. Ἐμεῖς ὅμως εἴμαστε μαθητὲς τοῦ
Μωυσῆ. Ἐμεῖς, πού εἴμαστε σπουδασμένοι καὶ ἀναγνωρισμένοι ἄρχοντες
τοῦ ἔθνους, ξέρουμε ὅτι ὁ Θεός ἔχει μιλήσει στὸ Μωυσῆ καὶ σὲ κανέναν
ἄλλον. Αὐτὸς μᾶς εἶναι ἄγνωστος καὶ δὲν ξέρουμε ἀπὸ ποῦ εἶναι καὶ ἀπό
ποῦ στάλθηκε. Τότε αὐτὸς τοὺς ἀπάντησε: Ἀλλὰ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ γεγονὸς προκαλεῖ θαυμασμὸ καὶ ἔκπληξη!
Ὅτι δηλαδὴ ἐσεῖς δὲν ξέρετε τὸν ἄνθρωπο αὐτὸ ἐὰν ἔχει σταλεῖ ἀπὸ
τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ ποῦ εἶναι, καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ ἄγνωστος σὲ σᾶς μοῦ ἄνοιξε
τὰ μάτια. Εἶναι ὅμως γνωστὸ καὶ τὸ ξέρουμε ὅλοι ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει
τοὺς ἁμαρτωλούς. Ἀλλὰ ἐὰν κάποιος σέβεται τὸν Θεὸ καὶ ἐφαρμόζει τὸ
θέλημά του, αὐτὸν ὁ Θεὸς τὸν ἀκούει.
Ἀπὸ τότε πού ἔγινε ὁ κόσμος δὲν ἀκούστηκε ποτὲ νὰ ἔχει θεραπεύσει
κανεὶς μάτια ἀνθρώπου πού νὰ ἔχει γεννηθεῖ τυφλός. Πρώτη φορὰ ἔγινε
τέτοιο θαῦμα, καὶ αὐτὸς πού τὸ ἔκανε πρέπει νὰ ἔχει θεϊκὴ ἀποστολή.
Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἦταν ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό, δὲν θὰ μποροῦσε
νὰ κάνει τίποτε, οὔτε τὸ παραμικρὸ θαῦμα. Τοῦ ἀποκρίθηκαν τότε ἐκεῖνοι:
Ἐσὺ γεννήθηκες βουτηγμένος ὁλόκληρος
στὴν ἁμαρτία, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν τύφλωση πού εἶχες ἀπ'
τὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας σου. Καὶ σὺ ὁ ἄθλιος καὶ ἁμαρτωλὸς κάνεις τὸ δάσκαλο
σέ μᾶς, πού εἴμαστε οἱ πιὸ σπουδαγμένοι ἀπ' ὅλους τούς Ἰουδαίους; Καὶ
τὸν πέταξαν ἔξω ἀπ' τὸν τόπο πού συνεδρίαζαν, σκοπεύοντας νὰ τὸν ἀφορίσουν
καὶ νὰ τοῦ ἀπαγορεύσουν νὰ συμμετέχει πλέον στὶς λατρευτικὲς τελετὲς
τοῦ ναοῦ. Στὸ μεταξὺ ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς
ὅτι τὸν πέταξαν ἔξω γιὰ τὴν παρρησία μὲ τὴν ὁποία διεκήρυττε τὴν ἀλήθεια,
καὶ ἀφοῦ τὸν βρῆκε, τοῦ εἶπε: Ἐσύ, ἀντίθετα
μὲ τοὺς ἄπιστους Ἰουδαίους, πιστεύεις στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ; Κι ἐκεῖνος
τοῦ ἀποκρίθηκε: Καὶ ποιὸς εἶναι αὐτός,
Κύριε, γιὰ νὰ τὸν πιστέψω; Τοῦ εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς: Μὰ τὸν ἔχεις κιόλας δεῖ μὲ τὰ μάτια σου.
Αὐτὸς πού μιλάει αὐτὴ τὴ στιγμὴ μαζί σου, αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
Τότε ἐκεῖνος εἶπε: Πιστεύω, Κύριε.
Καὶ τὸν προσκύνησε ὡς Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Κύριο.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου