Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

  ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

(17 ΜΑΪΟΥ 2026)

 


ΕΩΘΙΝΟΝ Η΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, Μαρία εἱστήκει πρὸς τὸ μνημεῖον κλαίουσα ἔξω, ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους, ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ, καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι, Γύναι, τὶ κλαίεις; λέγει αὐτοῖς, Ὅτι ἦραν τὸν Κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν, καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἐστῶτα, καὶ οὐκ ᾒδει ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Γύναι, τὶ κλαίεις; τίνα ζητεῖς; ἐκείνη δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρὸς ἐστι, λέγει αὐτῷ, Κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπὲ μοι ποῦ αὐτὸν ἔθηκας, κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ, λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Μαρία, στραφεῖσα ἐκείνη λέγει αὐτῷ, Ῥαββουνί, ὃ λέγεται Διδάσκαλε, λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Μή μου ἃπτου, οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου, πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου, καὶ εἰπὲ αὐτοῖς, Ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν, ἔρχεται Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀπαγγέλλουσα τοῖς μαθηταῖς ὅτι ἑώρακε τὸν Κύριον, καὶ ταῦτα εἶπεν αὐτῇ.

Ἰωάν. κ΄[20] 11 – 18)

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἡ Μαρία στεκόταν κοντὰ στὸ μνημεῖο κι ἔκλαιγε ἔξω ἀπ᾿ αὐτό, χωρὶς νὰ φαντάζεται ποτὲ ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀναστήθηκε.  Ἐνῶ λοιπὸν ἑξακολουθοῦσε νὰ κλαίει, ἔσκυψε μιὰ στιγμὴ στὸ μνημεῖο ἀναζητώντας καὶ πάλι τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Βλέπει τότε δύο ἀγγέλους μὲ λευκὰ ἐνδύματα, ἔνδοξους καὶ ἀκαταγώνιστους φρουροὺς τοῦ τάφου. Αὐτοὶ κάθονταν ὡς ὑπηρέτες τοῦ ἀναστημένου Κυρίου, ὁ ἕνας πρὸς τὸ μέρος τοῦ κεφαλιοῦ καὶ ὁ ἄλλος πρὸς τὸ μέρος τῶν ποδιῶν, ὅπου πιὸ πρὶν ἦταν τοποθετημένο κάτω στὴ γῆ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.  Τῆς λένε τότε ἐκεῖνοι: Γυναίκα, γιατί κλαῖς; Κι αὐτὴ τοὺς ἀπαντᾶ: Διότι πῆραν τὸν Κύριό μου ἀπὸ τὸν τάφο καὶ δὲν ξέρω ποῦ τὸν ἔβαλαν.  Καὶ ἀφοῦ τὰ εἶπε αὐτά, στράφηκε πίσω καὶ βλέπει τὸν Ἰησοῦ νὰ στέκεται ὄρθιος, ἀλλὰ δὲν κατάλαβε ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ Ἰησοῦς, εἴτε διότι τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου εἶχε ὑποστεῖ μεταβολὴ μὲ τὴν Ἀνάσταση, εἴτε διότι ἡ Μαρία δὲν ὑποπτευόταν κἂν ὅτι ὁ Διδάσκαλος ἀναστήθηκε.  Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Γυναίκα, γιατί κλαῖς; Ποιὸν ζητᾶς; Ἐκείνη νόμισε ὅτι ἦταν ὁ κηπουρὸς καὶ γι᾿ αὐτὸ τοῦ εἶπε: Κύριε, ἐὰν τὸν πῆρες ἐσύ, πές μου ποῦ τὸν ἔβαλες, κι ἐγὼ θὰ τὸν πάρω ἀπὸ τὸν κῆπο σου καὶ θὰ τὸν τοποθετήσω σὲ ἄλλον τάφο.  Τῆς λέει τότε ὁ Ἰησοῦς μὲ τὸν γνωστὸ σ᾿ ἐκείνη τόνο τῆς φωνῆς του: Μαρία! Ἐκείνη τότε ἀναγνώρισε ἀμέσως τὴ φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ, στράφηκε πίσω καὶ τοῦ εἶπε: Ραββουνί, ποὺ σημαίνει· διδάσκαλέ μου.  Τότε ἡ Μαρία ἔτρεξε νὰ περιπτυχθεῖ μὲ σεβασμὸ τὰ πόδια του, νομίζοντας ὅτι ὁ Κύριος θὰ ἑξακολουθεῖ καὶ τώρα νὰ ζεῖ σωματικῶς ὅπως καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος του μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του. Γι᾿ αὐτὸ τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Μὴ μ᾿ ἀγγίζεις. Μὴ συμπεριφέρεσαι πλέον σὲ μένα σὰν νὰ πρόκειται νὰ εἶμαι καὶ πάλι ἀνάμεσά σας μ᾿ αὐτὴ τὴ μορφή, μὲ τὴ μορφὴ τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς ἀσθενείας, ὅπως ζοῦσα μαζί σας πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος. Μὴ μ᾿ ἀγγίζεις, διότι δὲν ἀνέβηκα ἀκόμη πρὸς τὸν Πατέρα μου. Συνεπῶς δὲν ἐγκαινιάσθηκε ἀκόμη ἡ νέα σχέση τῆς εὐλαβικῆς καὶ λατρευτικὴς οἰκειότητος ποὺ θὰ συνάψω μὲ τοὺς ἀνθρώπους μετὰ τὴν Ἀνάληψή μου ὡς αἰώνιος καὶ οὐράνιος πλέον ἀρχιερεὺς καὶ ὡς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν ὁποία θὰ εἶμαι ἑνωμένος. Πήγαινε ὅμως στοὺς ἀδελφούς μου καὶ πές τους: Ἀνεβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου, τὸν ὁποῖο δι᾿ ἐμοῦ καὶ σεῖς ἔχετε κατὰ χάριν Πατέρα. Αὐτὸς ἔγινε καὶ Θεός μου ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινα ἄνθρωπος, ὅπως εἶναι Θεὸς δικός σας.  Ἔρχεται ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἀναγγέλλει στοὺς μαθητὲς ὅτι εἶδε τὸν Κύριο καὶ ὅτι τῆς εἶπε τὰ λόγια αὐτά.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

 

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο πορευομένων ἡμῶν τῶν Ἀποστόλων εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα Πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχεν τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη. Αὕτη κατακολουθοῦσα τῷ Παύλῳ καὶ ἡμῖν ἔκραζε λέγουσα· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ὑμῖν ὁδὸν σωτηρίας. Τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. Διαπονηθεὶς δὲ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· Παραγγέλλω σοι ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ΄ αὐτῆς· καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. Ἰδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας, καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν Ἰουδαῖοι ὑπάρχοντες, καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ρωμαίοις οὖσι. Καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ΄ αὐτῶν, καὶ οἱ στρατηγοὶ περιρήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ῥαβδίζειν, πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς· ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφώς, ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας ἠσφαλίσατο αὐτῶν εἰς τὸ ξύλον. Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν, ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι· ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι, καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη. Ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, σπασάμενος τὴν μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν, νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. Ἐφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ Παῦλος λέγων· Μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε. Αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησε, καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσεν τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ, καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· Κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; Οἱ δὲ εἶπον· Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν, καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. Καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. Καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν, καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα, ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικεὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.

                                                                                        (Πράξ. ιϚ΄ [16] 16 – 34)

 

ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ

 1. ΣΤΑ ΜΕΝΤΙΟΥΜ

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, μετὰ ἀπὸ θαυμαστό ὅραμα ποὺ εἶδε στὴν Τροία, βρίσκεται στήν πόλη τῶν Φιλίππων. Ἐκεῖ κάποια μέρα, καθὼς πήγαινε στόν τόπο τῆς προσευχῆς, τὸν συναντᾷ μιὰ δούλη «παιδίσκη μαντευομένη», ποὺ εἶχε μαντικὴ δαιμονικὴ δύναμη καὶ ἔτσι ἔφερνε πολλὰ κέρδη στὰ ἀφεντικά της. Αὐτὴ λοιπὸν ἀκολούθησε ἀπὸ κοντὰ τὸν Παῦλο καὶ τὸν Σίλα καὶ ἄρχισε νὰ φωνάζει γύρω της: «Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσὶν» καὶ μᾶς δείχνουν τόν δρόμο τῆς σωτηρίας. Αὐτὸ τὸ ἔκανε πολλὲς μέρες, γιά νά ἑλκύσει τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ καὶ νὰ τὴν ἐκμεταλλευθε κατόπιν μέ δολιότητα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος ἀγανακτισμένος ἔστρεψε τό βλέμμα του στὴ δούλη αὐτὴ καὶ εἶπε πρὸς τὸ πνεῦμα: «Σὲ διατάσσω στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ βγες ἔξω ἀπὸ αὐτήν». Ἐκείνη τὴ στιγμὴ βγκε τὸ πονηρὸ πνεῦμα καὶ ἐξαφανίστηκε. 

ΕΙΝΑΙ πραγματικά διαστροφικὴ ἡ πονηρία τοῦ διαβόλου στήν περίπτωση τῆς μαντευομένης δούλης τῶν Φιλίππων. Παρουσιάστηκε ὡς διαφημιστής τῶν Ἀποστόλων, προκειμένου νὰ κερδίσει τὴν ἐμπιστοσύνη τῶν ἀνθρώπων καὶ κατόπιν νὰ τὴν ἐκμεταλλευθε

Δυστυχῶς αὐτὴ ἡ μεθοδεία του ἐπαναλαμβάνεται ἄπειρες φορὲς μέσα στην ἱστορία. διαιτέρως στίς μέρες μας τὸ πρόβλημα ἔχει πάρει διαστάσεις πιδημίας. Ἔχει γεμίσει ἡ Ἑλλάδα μας ἀπὸ ἐπαγγελματίες γύρτες στρολόγους, μέντιουμς, καφετζοῦδες καὶ τόσους ἄλλους ποὺ ἐξαπατοῦν τὸν κόσμο. Αὐτοὶ μάλιστα προβάλλονται καθημερινὰ ἀπὸ τίς τηλεοράσεις, τὶς ἐφημερίδες, τὰ περιοδικά. Προκειμένου νὰ πλανέψουν τοὺς πιστοὺς ἔχουν γεμίσει τὰ γραφεα τους μέ σταυρούς, εἰκόνες, φυλακτά. Ἐξαπατοῦν τὰ θύματά τους συμβουλεύοντάς τους νὰ πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία, νὰ κάνουν μετάνοιες, νὰ ἀνάβουν λαμπάδες κλπ. Μὲ τὸ τέχνασμα αὐτὸ δυστυχῶς πολλοὶ ἀφελεῖς ἐξαπατῶνται καὶ μπλέκουν στὰ δίκτυα τοῦ διαβόλου. Ἀδελφοί, στῶμεν καλῶς. Μακριὰ ἀπὸ τέτοιους νθρώπους ποὺ παριστάνουν τοὺς θεοσεβεῖς καὶ εἶναι ὄργανα τοῦ σατανᾶ. Ὁ διάβολος καὶ τὰ ὄργανά του μόνο κακό μποροῦν νὰ προξενήσουν. 

2. ΣΕΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ 

Τὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε ὁ ἀπόστολος Παῦλος στό δυστυχισμένο κορίτσι εχε ἀπρόβλεπτες συνέπειες. Διότι ἡ δούλη αὐτὴ ἔχασε πλέον τίς δαιμονικές μαντικές της διότητες, καὶ τὰ ἀφεντικά της θὰ ἔχαναν πλέον τὰ τεράστια κέρδη τους. Γι᾿ αὐτὸ συνέλαβαν τὸν Παῦλο καὶ τὸν Σίλα καὶ τοὺς ἔσυραν στήν αγορά, γιὰ νὰ τοὺς παρουσιάσουν στοὺς ἄρχοντες. Καὶ ἀφοῦ τοὺς ὡδήγησαν στοὺς στρατηγούς, εἶπαν: «Αὐτοὶ οἱ Ἑβραῖοι προκαλοῦν ἀναστάτωση στὴν πόλη μας. Διότι κηρύττουν θρησκευτικὰ ἔθιμα ἀπαράδεκτα γιὰ μᾶς τοὺς Ρωμαίους». 

Μόλις ἄκουσαν τὰ πλήθη τὶς κατηγορίες ατές, ἐξαγριώθηκαν. Οἱ στρατηγοὶ ξέσχισαν τὰ ἐνδύματα τῶν ἀποστόλων καὶ διέταξαν νὰ τοὺς ραβδίσουν μπροστὰ στὸ μανιασμένο πλῆθος. Κατόπιν τοὺς ἔρριξαν στή φυλακή, λέγοντας στὸν δεσμοφύλακα νὰ τοὺς φρουρε προσεκτικά μήπως δραπετεύσουν. Αὐτὸς τοὺς ἔβαλε στό βαθύτερο κελλὶ τῆς φυλακῆς καὶ ἔδεσε σφιχτὰ τὰ πόδια τους στὸ βασανιστικὸ ὄργανο, τὸ «ξύλον». 

Κατὰ τὰ μεσάνυκτα, μέσα στὴν ἀπόλυτη σιγή τῆς φυλακῆς καὶ τὸ πυκνό σκοτάδι, ἀκούονται ξαφνικὰ ὑπέροχοι μελωδικοὶ ὕμνοι. Οἱ δύο Ἀπόστολοι, σὰν νὰ μὴν τοὺς ἔχει συμβε τίποτε, ψάλλουν ὕμνους δοξολογίας στὸν Θεό. Ο λλοι φυλακισμένοι τοὺς ἀκοῦν ἔκθαμβοι. Κι ἐνῶ οἱ δύο Ἀπόστολοι συνεχίζουν τίς ψαλμωδίες τους, ξαφνικὰ ἡ φυλακὴ σείεται μὲ δόνηση τρομακτική, «Σεισμὸς ἐγένετο μέγας». Σαλεύονται τὰ θεμέλια τῆς φυλακῆς, ἀνοίγουν ὅλες οἱ θύρες, καὶ οἱ ἁλυσίδες μὲ τὶς ὁποῖες ταν δεμένοι ὅλοι οἱ φυλακισμένοι λύνονται. 

Μέσα στήν αναστάτωση αὐτὴ ξύπνησε ὁ δεσμοφύλακας, κι ὅταν εἶδε ἀνοικτές λες τίς πόρτες τῆς φυλακῆς, ἔσυρε τὸ μαχαίρι του γιὰ νὰ αὐτοκτονήσει, ἐπειδή νόμιζε ὅτι εἶχαν δραπετεύσει οἱ φυλακισμένοι καὶ ὁ ἴδιος θὰ ἐτιμωρεῖτο μὲ τὴν ποινή τοῦ θανάτου. Ἀλλὰ ὁ Παῦλος τοῦ φώναξε μέ δύναμη: «Μὴν κάνεις κακὸ στὸν ἑαυτό σου. Δέν πρόκειται νά τιμωρηθες, διότι ὅλοι εἴμαστε ἐδῶ». Κατάπληκτος ὁ δεσμοφύλακας ζήτησε φῶς, μπκε στή φυλακὴ καὶ διαπίστωσε ἀπὸ κοντὰ τὸ θαῦμα. Ἐπειδὴ ὅμως σκέφθηκε ὅτι κακομεταχειρίσθηκε τοὺς Ἀποστόλους, ἔπεσε τρέμοντας στα πόδια τους καὶ τοὺς ρώτησε μὲ ἀγωνία: «Τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ σωθῶ;» 

Αὐτοὶ τοῦ εἶπαν: «Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν» καὶ θὰ σωθες ἐσὺ καὶ ὅλη ἡ οἰκογένειά σου. Ἔπειτα μές στή νύχτα ὁ δεσμοφύλακας ἐπῆρε τοὺς Ἀποστόλους καὶ ἔπλυνε τίς πληγές τους. Οἱ Ἀπόστολοι, ἀφοῦ δίδαξαν σ᾿ αὐτὸν καὶ στὴν οἰκογένειά του τίς βασικὲς ἀλήθειες τῆς Πίστεως, τοὺς βάπτισαν ὅλους. Ἔπειτα ἑτοίμασαν στὸ σπίτι τραπέζι γιὰ τοὺς δύο ποστόλους δοκιμάζοντας μεγάλη χαρά, διότι εἶχαν πιστεύσει στὸν ἀληθινὸ Θεό. 

ΑΠΟ ΤΟ ὅλο θαυμαστὸ γεγονὸς μᾶς προκαλεῖ ἀσφαλῶς ἰδιαίτερη ντύπωση ἡ θερμή προσευχὴ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων μέσα σέ τέτοιες ἀντίξοες συνθήκες! Δεμένοι ἀσφυκτικά, πληγωμένοι, μὲ ξεσκισμένα ροῦχα, νηστικοὶ καὶ κατάκοποι, ἀνέπεμπαν θερμή δοξολογία στόν Θεό. Δοξολογία που προκάλεσε τόσο σχυρό σεισμό, πού συγκλόνισε τὰ θεμέλια τῆς φυλακῆς. 

Ἂς μαθητεύσουμε λοιπόν κι ἐμεῖς στὴν προσευχὴ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Νά μάθουμε νὰ προσευχόμαστε μὲ θερμότητα και κατάνυξη, χωρὶς νὰ ὑπολογίζουμε τόν κόπο καὶ τὰ προβλήματα τῆς ἡμέρας. Νὰ προσευχόμαστε «μετά κραυγῆς ἰσχυρᾶς», ὄχι μὲ χλιαρότητα καὶ ἀτονία. Νὰ συγκλονίζεται ὁ ἐσωτερικός μας κόσμος. Τότε οἱ προσευχές μας μποροῦν ὄχι μόνο νὰ συνταράξουν τὰ θεμέλια μιᾶς φυλακῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ ἑλκύσουν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἂς προσευχόμαστε λοιπὸν μὲ φλόγα ψυχῆς, καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ ἀργήσει.

(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, πα­ρά­γων ὁ Ἰησοῦς εἶ­δεν ἄν­θρω­πον τυ­φλὸν κ γε­νε­τῆς· κα ἠ­ρώ­τη­σαν αὐ­τὸν ο μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ λέ­γον­τες· Ραβ­βί, τς ἥ­μαρ­τεν, οὗ­τος ο γο­νεῖς αὐ­τοῦ, ἵ­να τυ­φλὸς γεν­νη­θῇ; ἀ­πε­κρί­θη Ἰ­η­σοῦς· Οὔ­τε οὗ­τος ἥ­μαρ­τεν οὔ­τε ο γο­νεῖς αὐ­τοῦ, ἀλ­λ' ἵ­να φα­νε­ρω­θῇ τ ἔρ­γα το Θε­οῦ ν αὐ­τῷ. ἐ­μὲ δε ἐρ­γά­ζε­σθαι τ ἔρ­γα το πέμ­ψαν­τός με ἕ­ως ἡ­μέ­ρα ἐ­στίν· ἔρ­χε­ται νξ ὅ­τε οὐ­δεὶς δύ­να­ται ἐρ­γά­ζε­σθαι. ὅ­ταν ἐν τ κό­σμῳ , φς εἰ­μι το κό­σμου. ταῦ­τα εἰ­πὼν ἔ­πτυ­σεν χα­μαὶ κα ἐ­πο­ί­η­σε πη­λὸν κ το πτύ­σμα­τος, κα ἐ­πέ­χρι­σε τν πη­λὸν ἐ­πὶ τος ὀ­φθαλ­μοὺς το τυ­φλοῦ κα εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ὕ­πα­γε νί­ψαι ες τν κο­λυμ­βή­θραν το Σι­λω­άμ, ἑρ­μη­νε­ύ­ε­ται ἀ­πε­σταλ­μέ­νος. ἀ­πῆλ­θεν ον κα ἐ­νί­ψα­το, κα ἦλ­θε βλέ­πων. Ο ον γε­ί­το­νες κα ο θε­ω­ροῦν­τες αὐ­τὸν τ πρό­τε­ρον ὅ­τι τυ­φλὸς ν, ἔ­λε­γον· Οχ οὗ­τός ἐ­στιν ὁ κα­θή­με­νος κα προ­σαι­τῶν; ἄλ­λοι ἔ­λε­γον ὅ­τι οὗ­τός ἐ­στιν· ἄλ­λοι δ ὅ­τι ὅ­μοι­ος αὐ­τῷ ἐ­στιν. ἐ­κεῖ­νος ἔ­λε­γεν ὅ­τι ἐ­γώ εἰ­μι. ἔ­λε­γον ον αὐ­τῷ· Πς ἀ­νε­ῴ­χθη­σάν σου ο ὀ­φθαλ­μοί; ἀ­πε­κρί­θη ἐ­κεῖ­νος κα εἶ­πεν· Ἄν­θρω­πος λε­γό­με­νος Ἰ­η­σοῦς πη­λὸν ἐ­πο­ί­η­σε κα ἐ­πέ­χρι­σέ μου τος ὀ­φθαλ­μοὺς κα εἶ­πέ μοι· ὕ­πα­γε ες τν κο­λυμ­βή­θραν το Σι­λω­ὰμ κα νί­ψαι· ἀ­πελ­θὼν δ κα νι­ψά­με­νος ἀ­νέ­βλε­ψα. εἶ­πον ον αὐ­τῷ· Πο ἐ­στιν ἐ­κεῖ­νος; λέ­γει· Οκ οἶ­δα. Ἄ­γου­σιν αὐ­τὸν πρς τος Φα­ρι­σα­ί­ους, τν πο­τε τυ­φλόν. ν δ σάβ­βα­τον ὅ­τε τν πη­λὸν ἐ­πο­ί­η­σεν ὁ Ἰ­η­σοῦς κα ἀ­νέ­ῳ­ξεν αὐ­τοῦ τος ὀ­φθαλ­μο­ύς. πά­λιν ον ἠ­ρώ­των αὐ­τὸν κα ο Φα­ρι­σαῖ­οι πς ἀ­νέ­βλε­ψεν. δ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Πη­λὸν ἐ­πέ­θη­κέ μου ἐ­πὶ τος ὀ­φθαλ­μούς, κα ἐ­νι­ψά­μην, κα βλέ­πω. ἔ­λε­γον ον κ τν Φα­ρι­σα­ί­ων τι­νές· Οὗ­τος ἄν­θρω­πος οκ ἔ­στι πα­ρὰ το Θε­οῦ, ὅ­τι τ σάβ­βα­τον ο τη­ρεῖ. ἄλ­λοι ἔ­λε­γον· Πς δύ­να­ται ἄν­θρω­πος ἁ­μαρ­τω­λὸς τοι­αῦ­τα ση­μεῖ­α ποι­εῖν; κα σχί­σμα ν ν αὐ­τοῖς. λέ­γου­σι τ τυ­φλῷ πά­λιν· Σ τ λέ­γεις πε­ρὶ αὐ­τοῦ, ὅ­τι ἤ­νοι­ξέ σου τος ὀ­φθαλ­μο­ύς; δ εἶ­πεν ὅ­τι προ­φή­της ἐ­στίν. οκ ἐ­πί­στευ­σαν ον ο Ἰ­ου­δαῖ­οι πε­ρὶ αὐ­τοῦ ὅ­τι τυ­φλὸς ν κα ἀ­νέ­βλε­ψεν, ἕ­ως ὅ­του ἐ­φώ­νη­σαν τος γο­νεῖς αὐ­τοῦ το ἀ­να­βλέ­ψαν­τος κα ἠ­ρώ­τη­σαν αὐ­τοὺς λέ­γον­τες· Οὗ­τός ἐ­στιν ὁ υἱ­ὸς ὑ­μῶν, ν ὑ­μεῖς λέ­γε­τε ὅ­τι τυ­φλὸς ἐ­γεν­νή­θη; πς ον ἄρ­τι βλέ­πει; ἀ­πε­κρί­θη­σαν δ αὐ­τοῖς ο γο­νεῖς αὐ­τοῦ κα εἶ­πον· Οἴ­δα­μεν ὅ­τι οὗ­τός ἐ­στιν ὁ υἱ­ὸς ἡ­μῶν κα ὅ­τι τυ­φλὸς ἐ­γεν­νή­θη· πς δ νν βλέ­πει οκ οἴ­δα­μεν, τς ἤ­νοι­ξεν αὐ­τοῦ τος ὀ­φθαλ­μοὺς ἡ­μεῖς οκ οἴ­δα­μεν· αὐ­τὸς ἡ­λι­κί­αν ἔ­χει, αὐ­τὸν ἐ­ρω­τή­σα­τε, αὐ­τὸς πε­ρὶ ἑ­αυ­τοῦ λα­λή­σει. ταῦ­τα εἶ­πον ο γο­νεῖς αὐ­τοῦ, ὅ­τι ἐ­φο­βοῦν­το τος Ἰ­ου­δα­ί­ους· ἤ­δη γρ συ­νε­τέ­θειν­το ο Ἰ­ου­δαῖ­οι ἵ­να, ἐ­άν τις αὐτόν  ὁ­μο­λο­γή­σῃ Χρι­στόν, ἀ­πο­συ­νά­γω­γος γένη­ται. δι­ὰ τοῦ­το ο γο­νεῖς αὐ­τοῦ εἶ­πον ὅ­τι ἡ­λι­κί­αν ἔ­χει, αὐ­τὸν ἐ­ρω­τή­σα­τε. Ἐ­φώ­νη­σαν ον κ δευ­τέ­ρου τν ἄν­θρω­πον ὃς ν τυ­φλὸς, κα εἶ­πον αὐ­τῷ· Δς δό­ξαν τ Θε­ῷ· ἡ­μεῖς οἴ­δα­μεν ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος οὗ­τος ἁ­μαρ­τω­λός ἐ­στιν. ἀ­πε­κρί­θη ον ἐ­κεῖ­νος  κα εἶ­πεν· Ε ἁ­μαρ­τω­λός ἐ­στιν  οκ  οἶ­δα· ν οἶ­δα, ὅ­τι τυ­φλὸς ν ἄρ­τι βλέ­πω. εἶ­πον δ αὐ­τῷ πά­λιν· τί ἐ­πο­ί­η­σέ σοι; πς ἤ­νοι­ξέ σου τος ὀ­φθαλ­μο­ύς; ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τοῖς· Εἶ­πον ὑ­μῖν ἤ­δη, κα οκ ἠ­κού­σα­τε· τ πά­λιν θέ­λε­τε ἀ­κού­ειν; μ κα ὑ­μεῖς θέ­λε­τε αὐ­τοῦ μα­θη­ταὶ γε­νέ­σθαι; ἐ­λοι­δό­ρη­σαν αὐ­τὸν κα εἶ­πον· Σ ε μα­θη­τὴς ἐ­κε­ί­νου· ἡ­μεῖς δ το Μω­ϋ­σέ­ως ἐ­σμὲν μα­θη­ταί. ἡ­μεῖς οἴ­δα­μεν ὅ­τι Μω­ϋ­σεῖ λε­λά­λη­κεν Θε­ός· τοῦ­τον δ οκ οἴ­δα­μεν πό­θεν ἐ­στίν. ἀ­πε­κρί­θη ὁ ἄν­θρω­πος κα εἶ­πεν αὐ­τοῖς· ν γρ το­ύ­τῳ θαυ­μα­στόν ἐ­στιν, ὅ­τι ὑ­μεῖς οκ οἴ­δα­τε πό­θεν ἐ­στί, κα ἀ­νέ­ῳ­ξέ μου τος ὀ­φθαλ­μο­ύς. οἴ­δα­μεν δ ὅ­τι ἁ­μαρ­τω­λῶν ὁ Θε­ὸς οκ ἀ­κο­ύ­ει, ἀλλ' ἐ­άν τις θε­ο­σε­βὴς κα τ θέ­λη­μα αὐ­τοῦ ποι­ῇ, το­ύ­του ἀ­κο­ύ­ει. κ το αἰ­ῶ­νος οκ ἠ­κο­ύ­σθη ὅ­τι ἤ­νοι­ξέ τις ὀ­φθαλ­μοὺς τυ­φλοῦ γε­γεν­νη­μέ­νου· ε μ ν οὗ­τος πα­ρὰ Θε­οῦ, οκ ἠ­δύ­να­το ποι­εῖν οὐ­δέν. ἀ­πε­κρί­θη­σαν κα εἶ­πον αὐ­τῷ· ν ἁ­μαρ­τί­αις σ ἐ­γεν­νή­θης ὅ­λος, κα σ δι­δά­σκεις ἡ­μᾶς; κα ἐ­ξέ­βα­λον αὐ­τὸν ἔ­ξω. Ἤ­κου­σεν Ἰ­η­σοῦς ὅ­τι ἐ­ξέ­βα­λον αὐ­τὸν ἔ­ξω, κα εὑ­ρὼν αὐ­τὸν εἶ­πεν αὐ­τῷ· Σ πι­στε­ύ­εις ες τν υἱ­ὸν το Θε­οῦ; ἀ­πε­κρί­θη ἐ­κεῖ­νος κα εἶ­πε· Κα τς ἐ­στι, Κριε, ἵ­να πι­στε­ύ­σω ες αὐ­τόν; εἶ­πε δ αὐ­τῷ Ἰ­η­σοῦς· Κα ἑ­ώ­ρα­κας αὐ­τὸν κα λα­λῶν με­τὰ σο ἐ­κεῖ­νός ἐ­στιν. δ ἔ­φη· Πι­στε­ύ­ω, Κριε· κα προ­σε­κύ­νη­σεν αὐ­τῷ.  

 (Ἰωάν. θ΄[9] 1 – 38)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Κα­θὼς Ἰησοῦς  περ­νοῦ­σε ­πὸ τὸ κέν­τρο τῆς πό­λε­ως, εἶ­δε ­ναν ἄν­θρω­πο πού εἶ­χε γεν­νη­θεῖ τυ­φλός. Τό­τε οἱ μα­θη­τὲς του τὸν ρώ­τη­σαν: Δι­δά­σκα­λε, ποι­ὸς ­μάρ­τη­σε γιὰ νὰ γεν­νη­θεῖ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς τυ­φλός; ­μάρ­τη­σε ­διος, ­ταν ­ταν ­κό­μη μέ­σα στὴν κοι­λιὰ τῆς μη­τέ­ρας του, ­μάρ­τη­σαν οἱ γο­νεῖς του καὶ τι­μω­ρεῖ­ται αὐ­τὸς γιὰ τὶς ­μαρ­τί­ες τους; Κι ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: Οὔ­τε αὐ­τὸς ἁ­μάρ­τη­σε, οὔ­τε οἱ γο­νεῖς του. Ἀλ­λὰ γεν­νή­θη­κε τυ­φλὸς γιὰ νὰ φα­νε­ρω­θοῦν μὲ τὴν ὑ­περ­φυ­σι­κὴ θε­ρα­πεί­α τῶν μα­τι­ῶν του τὰ ἔρ­γα πού ἐ­πι­τε­λεῖ ἡ δύ­να­μη καὶ ἡ ἀ­γα­θό­τη­τα το­ῦ Θεοῦ. Ἐγώ, ὅ­σο ζῶ στὴ ζω­ὴ αὐ­τή, πρέ­πει νὰ ἐρ­γά­ζο­μαι γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀνθρώπου τὰ ἔρ­γα τοῦ Θεοῦ, πού μὲ ἔ­στει­λε στὸν κό­σμο. Ἔρ­χε­ται ὅ­μως ἡ μέλ­λου­σα ζω­ή, καὶ ὅ­πως στὴ διά­ρκεια τῆς νύ­χτας στα­μα­τοῦν τὰ ἔρ­γα τους οἱ ἄν­θρω­ποι, ἔ­τσι καὶ τό­τε κα­νεὶς πιὰ δὲν θὰ μπο­ρεῖ νὰ ἐρ­γά­ζε­ται γιὰ νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὴν ἀ­πο­στο­λή του. Δὲν πρέ­πει λοι­πὸν οὔ­τε στιγ­μὴ νὰ χά­νω. Ἐ­φό­σον εἶ­μαι στὸν κό­σμο, εἶ­μαι φῶς τοῦ κό­σμου μὲ τὴ δι­δα­σκα­λί­α καὶ τὰ θαύμα­τά μου. Κι ἀφοῦ εἶ­πε αὐ­τά, ἔ­φτυ­σε κά­τω καὶ ἔ­κα­νε πη­λό, καί ἔ­χρι­σε μ' αὐ­τὸν τὰ μά­τια τοῦ τυ­φλοῦ. Καί δο­κι­μά­ζον­τας τὴν πί­στη τοῦ τυ­φλοῦ τοῦ εἶ­πε: Πήγαινε, νί­ψου στὴ στέρ­να τοῦ Σι­λω­άμ, ὄ­νο­μα ἑβραϊκό πού με­τα­φρά­ζε­ται «ἀ­πε­σταλ­μέ­νος». Ὕ­στε­ρα λοιπόν ἀ­πὸ τὴν ἐν­το­λὴ αὐ­τὴ τοῦ Ἰ­η­σοῦ πῆ­γε ὁ τυφλός ἐκεῖ καί νίφτηκε, καὶ ἦλ­θε στὸ σπί­τι του μὲ μά­τια ὑ­γι­ῆ. Τό­τε οἱ γεί­το­νες κι ὅ­σοι τὸν ἔ­βλε­παν προ­η­γουμένως ὅ­τι ἦ­ταν τυ­φλός, ἔ­λε­γαν: Δὲν εἶναι αὐ­τὸς πού καθόταν καὶ ζη­τοῦ­σε ἀ­πό τους δι­α­βά­τες ἐ­λε­η­μο­σύ­νη; Με­ρι­κοὶ ἔ­λε­γαν: Αὐ­τὸς εἶ­ναι. Ἄλ­λοι ὅ­μως ἔ­λε­γαν ὅτι δέν εἶναι αὐ­τός, ἀλλά κά­ποι­ος ἄλ­λος πού τοῦ μοιάζει. Ὁ ἴ­διος ἔ­λε­γε ὅ­τι ἐ­γώ εἶ­μαι ὁ τυ­φλὸς πού παλιότερα ζη­τοῦ­σα ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Με­τὰ λοι­πὸν ἀ­πὸ τὴ βε­βαί­ω­ση αὐ­τὴ τοῦ τυ­φλοῦ τόν ρώ­τη­σαν ἐ­κεῖ­νοι: Πῶς θε­ρα­πεύ­θη­καν τὰ μά­τια σου; Κι ἐ­κεῖ­νος τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: Ἕ­νας ἄν­θρω­πος πού ὀ­νο­μά­ζε­ται Ἰ­η­σοῦς ἔ­κα­νε πη­λὸ καὶ μοῦ ἄ­λει­ψε μ' αὐτόν τά μάτια καί μοῦ εἶπε: Πή­γαι­νε στὴν κο­λυμ­βή­θρα τοῦ Σι­λω­ὰμ καὶ νί­ψου. Πῆ­γα λοι­πὸν ἐκεῖ καὶ νί­φτη­κα, καί βρῆκα τὸ φῶς μου. Με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πλη­ρο­φο­ρί­α αὐ­τὴ τοῦ τυφλοῦ πού εἶ­χε θε­ρα­πευ­θεῖ τοῦ εἶ­παν οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι: Ποῦ εἶ­ναι ἐκεῖνος; Δὲν ξέ­ρω, τοὺς ἀ­πάν­τη­σε. Τὸν ὁ­δή­γη­σαν τό­τε στοὺς Φα­ρι­σαί­ους, αὐ­τὸν πού ἦ­ταν κά­πο­τε τυ­φλὸς καὶ εἶ­χε ἤ­δη θε­ρα­πευ­θεῖ ὁριστικά. Ἡ ἡμέρα μά­λι­στα πού ἔφτιαξε ὁ Ἰ­η­σοῦς τὸν πη­λὸ καί τοῦ ἄνοιξε τὰ μά­τια ἦ­ταν Σάβ­βα­το. Ὅ­ταν λοι­πὸν τὸν ὁ­δή­γη­σαν στοὺς Φα­ρι­σαί­ους, ἄρ­χι­σαν κι αὐ­τοὶ νὰ τὸν ἀ­να­κρί­νουν καὶ νὰ τὸν ρω­τοῦν πά­λι πῶς θε­ρα­πεύ­θη­κε καὶ βρῆ­κε τὸ φῶς του. Κι ἐ­κεῖ­νος τοὺς εἶ­πε: Αὐ­τὸς πού μὲ θε­ρά­πευ­σε μοῦ ἔ­βα­λε πη­λὸ πά­νω στὰ μά­τια μου καὶ με­τὰ ἐγώ πλύ­θη­κα καὶ βλέ­πω. Με­ρι­κοὶ ἀ­πό τους Φα­ρι­σαί­ους ἔ­λε­γαν: Αὐ­τὸς ὁ ἄν­θρω­πος δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι σταλ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, δι­ό­τι δὲν τη­ρεῖ τὴν ἀρ­γί­α τοῦ Σαβ­βά­του. Ἄλ­λοι ἔ­λε­γαν: Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἁ­μαρ­τω­λὸς νὰ κά­νει τέ­τοι­α ἀ­πο­δει­κτι­κὰ καὶ ση­μα­δια­κὰ θαύ­μα­τα; Καὶ δι­α­φω­νοῦ­σαν με­τα­ξύ τους. Κι ἐ­πει­δὴ ἡ δι­α­φω­νί­α τους συ­νε­χι­ζό­ταν, ἄρ­χι­σαν πά­λι νὰ ἐ­ξε­τά­ζουν τὸν τυ­φλό, καὶ τὸν ρώ­τη­σαν: Ἐσύ τί λὲς γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο αὐ­τό; Πρέ­πει νὰ ἀ­κου­στεῖ καὶ ἡ δι­κή σου γνώ­μη· δι­ό­τι τὰ δι­κά σου μά­τια θε­ρά­πευ­σε ἐ­κεῖ­νος· κι ἐσύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λον γνω­ρί­ζεις τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ τῆς θε­ρα­πεί­ας σου. Κι αὐ­τὸς τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: Ἐ­γὼ λέ­ω ὅ­τι εἶ­ναι προ­φή­της. Με­τὰ λοι­πὸν ἀ­πὸ τὸν χα­ρα­κτη­ρι­σμὸ αὐ­τὸ πού ἔ­δω­σε γιὰ τὸν Ἰ­η­σοῦ ὁ τυ­φλὸς πού θε­ρα­πεύ­θη­κε, οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι δυ­σα­ρε­στή­θη­καν. Δὲν ἐν­νο­οῦ­σαν νὰ πι­στέ­ψουν ὅ­τι αὐ­τὸς ἦ­ταν τυ­φλὸς καὶ ἀ­πέ­κτη­σε πραγ­μα­τι­κὰ τὸ φῶς του· ὥ­σπου ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ κα­λέ­σουν τοὺς γο­νεῖς τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ πού ἀ­πέ­κτη­σε τὸ φῶς του. Καὶ τοὺς ρώ­τη­σαν: Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ γιός σας, πού ἐ­πι­μέ­νε­τε νὰ βε­βαι­ώ­νε­τε ὅ­τι γεν­νή­θη­κε τυ­φλός; Πῶς λοι­πόν, ἀφοῦ γεν­νή­θη­κε τυ­φλός, τώ­ρα βλέ­πει; Οἱ γο­νεῖς του τό­τε τοὺς ἀ­πο­κρί­θη­καν: Γνω­ρί­ζου­με κα­λὰ ὅ­τι αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ γιός μας καὶ ὅ­τι γεν­νή­θη­κε τυ­φλός. Πῶς ὅ­μως τώ­ρα βλέ­πει δὲν ξέ­ρου­με. Ἢ ποι­ὸς τοῦ θε­ρά­πευ­σε καὶ τοῦ ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια, ἐ­μεῖς δὲν ξέ­ρου­με. Αὐ­τὸς δὲν εἶ­ναι μι­κρὸ παι­δί, ἔ­χει ὥ­ρι­μη ἡ­λι­κί­α, καὶ συ­νε­πῶς ἀν­τι­λή­φθη­κε πῶς καὶ ἀ­πὸ ποι­ὸν ἔ­γι­νε ἡ θε­ρα­πεί­α του. Αὐ­τὸν λοι­πὸν ρω­τῆ­στε, αὐ­τὸς μπο­ρεῖ νὰ μι­λή­σει γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ θὰ σᾶς πεῖ τί τοῦ συ­νέ­βη. Καὶ μί­λη­σαν μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τὸ οἱ γο­νεῖς τοῦ τυφλοῦ, ἐπειδή φο­βοῦν­ταν τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους ἄρ­χον­τες, διότι αὐτοί πρὶν ἀ­πὸ πο­λὺ και­ρὸ εἶ­χαν συμ­φω­νή­σει νά ἀποκηρυχθεῖ, νὰ ἀ­φο­ρι­σθεῖ καὶ νὰ ἀποδιωχθεῖ ἀπό τή συ­να­γω­γὴ ὅ­ποι­ος θὰ τολ­μοῦ­σε νὰ ὁ­μο­λο­γή­σει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Μεσ­σί­ας. Ἐ­πει­δὴ λοι­πὸν φο­βοῦν­ταν οἱ  γονεῖς του μήπως ἀποδιωχθοῦν κι αὐ­τοὶ ἀ­πὸ τὴ συ­να­γω­γή, γι' αὐ­τὸ εἶ­παν ὅτι ἔχει ὥριμη ἡλικία ὁ γιός μας, αὐ­τὸν ρω­τῆ­στε. Ἀ­φοῦ λοι­πὸν οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι δὲν μπό­ρε­σαν νὰ πληροφορηθοῦν τί­πο­τε ἀ­πό τούς γο­νεῖς τοῦ τυφλοῦ γιά νά διαψεύσουν τὴ θε­ρα­πεί­α του ἢ γιὰ νὰ κατακρίνουν τόν Ἰ­η­σοῦ, κά­λε­σαν γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ τὸν ἄνθρωπο πού ἦταν τυ­φλὸς καὶ τοῦ εἶπαν: Δόξασε τόν Θεό ὁμολογώντας ὅ­τι πλα­νή­θη­κες καὶ ἀ­ναγνωρίζοντας τήν ἀλήθεια γι' αὐ­τὸν πού σὲ θε­ρά­πευ­σε. Ἐ­μεῖς λόγῳ τῆς θέσεως καί τοῦ ἀξιώματός μας ξέ­ρου­με κα­λὰ ὅ­τι ὁ ἄνθρωπος αὐ­τὸς πού κα­τα­λύ­ει τὴν ἀρ­γί­α τοῦ Σαββάτου εἶναι ἁ­μαρ­τω­λός. Ἐ­κεῖ­νος τό­τε τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: Ἐ­ὰν ὁ ἄνθρωπος αὐτός εἶ­ναι ἁ­μαρ­τω­λὸς δὲν τὸ ξέ­ρω, καὶ γι' αὐ­τὸ ἀποφεύγω νὰ ἐκ­φρά­σω γνώ­μη γι' αὐ­τό. Ξέ­ρω ὅ­μως καλά ἕνα πράγμα, ὅ­τι δη­λα­δὴ ἐ­νῶ λί­γο πιὸ πρὶν ἤ­μουν τυφλός τώρα βλέ­πω. Ἐ­πει­δὴ ὅ­μως ἡ νέ­α αὐ­τὴ βε­βαί­ω­ση τοῦ πρώην τυφλοῦ δὲν τοὺς ἄ­ρε­σε, τοῦ εἶ­παν πά­λι: Τί σοῦ ἔκανε; Πῶς σέ θεράπευσε καὶ πῶς σοῦ ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια;  Μό­λις πρὶν ἀ­πὸ λί­γο σᾶς τὸ εἶ­πα, τούς ἀπάντησε, καὶ δὲν θε­λή­σα­τε νὰ προ­σέ­ξε­τε καὶ νὰ παραδεχθεῖτε ὅ,τι σᾶς εἶ­πα. Για­τί τώ­ρα θέ­λε­τε νὰ ἀ­κού­σετε πάλι τά ἴδια; Μή­πως θέ­λε­τε κι ἐσεῖς νὰ γί­νε­τε μα­θη­τές του; Τό­τε τοῦ μί­λη­σαν ὑ­βρι­στι­κὰ καὶ περιφρονητικά καί τοῦ εἶ­παν: Ἐ­σὺ εἶ­σαι μα­θη­τὴς ἐ­κεί­νου. ­Ἐ­με­ῖς ὅ­μως εἴμαστε μα­θη­τὲς τοῦ Μω­υ­σῆ. Ἐ­μεῖς, πού εἴ­μα­στε σπου­δα­σμέ­νοι καὶ ἀ­να­γνωρισμένοι ἄρ­χον­τες τοῦ ἔ­θνους, ξέ­ρου­με ὅ­τι ὁ Θεός ἔχει μι­λή­σει στὸ Μω­υ­σῆ καὶ σὲ κα­νέ­ναν ἄλ­λον. Αὐ­τὸς μᾶς εἶ­ναι ἄ­γνω­στος καὶ δὲν ξέ­ρου­με ἀ­πὸ ποῦ εἶ­ναι καὶ ἀπό ποῦ στάλ­θη­κε. Τό­τε αὐ­τὸς τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς τὸ γε­γο­νὸς προ­κα­λεῖ θαυ­μα­σμὸ καὶ ἔκ­πλη­ξη! Ὅ­τι δη­λα­δὴ ἐσεῖς δὲν ξέ­ρε­τε τὸν ἄν­θρω­πο αὐ­τὸ ἐ­ὰν ἔ­χει στα­λεῖ ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ καὶ ἀ­πὸ ποῦ εἶ­ναι, καὶ ὅ­μως αὐ­τὸς ὁ ἄ­γνω­στος σὲ σᾶς μοῦ ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια. Εἶ­ναι ὅ­μως γνω­στὸ καὶ τὸ ξέ­ρου­με ὅ­λοι ὅ­τι ὁ Θε­ὸς δὲν ἀ­κού­ει τοὺς ἁ­μαρ­τω­λούς. Ἀλ­λὰ ἐ­ὰν κά­ποι­ος σέ­βε­ται τὸν Θε­ὸ καὶ ἐ­φαρ­μό­ζει τὸ θέ­λη­μά του, αὐ­τὸν ὁ Θε­ὸς τὸν ἀ­κού­ει.  Ἀ­πὸ τό­τε πού ἔ­γι­νε ὁ κό­σμος δὲν ἀ­κού­στη­κε πο­τὲ νὰ ἔ­χει θε­ρα­πεύ­σει κα­νεὶς μά­τια ἀν­θρώ­που πού νὰ ἔ­χει γεν­νη­θεῖ τυ­φλός. Πρώ­τη φο­ρὰ ἔ­γι­νε τέ­τοι­ο θαῦ­μα, καὶ αὐ­τὸς πού τὸ ἔ­κα­νε πρέ­πει νὰ ἔ­χει θε­ϊ­κὴ ἀ­πο­στο­λή. Ἐ­ὰν ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς δὲν ἦ­ταν ἀ­πε­σταλ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει τί­πο­τε, οὔτε τὸ πα­ρα­μι­κρὸ θαῦ­μα. Τοῦ ἀποκρίθηκαν τό­τε ἐ­κεῖ­νοι: Ἐ­σὺ γεν­νή­θη­κες βου­τηγ­μέ­νος ὁ­λό­κλη­ρος στὴν ἁ­μαρ­τί­α, ὅ­πως ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἀ­πὸ τὴν τύ­φλω­ση πού εἶ­χες ἀ­π' τὴν κοι­λιὰ τῆς μη­τέ­ρας σου. Καὶ σὺ ὁ ἄ­θλιος καὶ ἁ­μαρ­τω­λὸς κά­νεις τὸ δά­σκα­λο σέ μᾶς, πού εἴμαστε οἱ πιὸ σπου­δαγ­μέ­νοι ἀ­π' ὅ­λους τούς Ἰ­ου­δαί­ους; Καὶ τὸν πέ­τα­ξαν ἔ­ξω ἀ­π' τὸν τό­πο πού συ­νε­δρί­α­ζαν, σκο­πεύ­ον­τας νὰ τὸν ἀ­φο­ρί­σουν καὶ νὰ τοῦ ἀ­πα­γο­ρεύ­σουν νὰ συμ­με­τέ­χει πλέ­ον στὶς λα­τρευ­τι­κὲς τε­λε­τὲς τοῦ να­οῦ.  Στὸ με­τα­ξὺ ἄ­κου­σε ὁ Ἰ­η­σοῦς ὅ­τι τὸν πέ­τα­ξαν ἔ­ξω γιὰ τὴν παρρησία μὲ τὴν ὁποία δι­ε­κή­ρυτ­τε τὴν ἀ­λή­θεια, καὶ ἀφοῦ τὸν βρῆ­κε, τοῦ εἶ­πε: Ἐ­σύ, ἀν­τί­θε­τα μὲ τοὺς ἄ­πι­στους Ἰ­ου­δαί­ους, πι­στεύ­εις στὸν Υἱ­ὸ τοῦ Θε­οῦ; Κι ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε: Καὶ ποι­ὸς εἶ­ναι αὐ­τός, Κύ­ρι­ε, γιὰ νὰ τὸν πι­στέ­ψω; Τοῦ εἶ­πε τό­τε ὁ Ἰ­η­σοῦς: Μὰ τὸν ἔ­χεις κι­ό­λας δεῖ μὲ τὰ μά­τια σου. Αὐ­τὸς πού μι­λά­ει αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ μα­ζί σου, αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ. Τό­τε ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε: Πι­στεύ­ω, Κύ­ρι­ε. Καὶ τὸν προ­σκύ­νη­σε ὡς Υἱ­ὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Κύ­ριο.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου